«Και ηρώτησε τους γραμματείς· Τι συζητείτε μετ’ αυτών; Και αποκριθείς εις εκ του όχλου, είπε· Διδάσκαλε, έφερα προς σε τον υιόν μου, έχοντα πνεύμα άλαλον. Και όπου πιάση αυτόν σπαράττει αυτόν, και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας αυτού και ξηραίνεται· και είπον προς τους μαθητάς σου να εκβάλωσιν αυτό, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Εκείνος δε αποκριθείς προς αυτόν, λέγει· Ω γενεά άπιστος, έως πότε θέλω είσθαι μεθ’ υμών; έως πότε θέλω υπομένει υμάς; φέρετε αυτόν προς εμέ. Και έφεραν αυτόν προς αυτόν. Και ως είδεν αυτόν, ευθύς το πνεύμα εσπάραξεν αυτόν, και πεσών επί της γης εκυλίετο αφρίζων. Και ηρώτησε τον πατέρα αυτού· Πόσος καιρός είναι αφού τούτο έγεινεν εις αυτόν; Ο δε είπε· Παιδιόθεν. Και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έρριψε και εις ύδατα, διά να απολέση αυτόν· αλλ’ εάν δύνασαί τι, βοήθησον ημάς, σπλαγχνισθείς εφ’ ημάς. Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Το εάν δύνασαι να πιστεύσης, πάντα είναι δυνατά εις τον πιστεύοντα. Και ευθύς κράξας ο πατήρ του παιδίου μετά δακρύων, έλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει εις την απιστίαν μου. Ιδών δε ο Ιησούς ότι επισυντρέχει όχλος, επετίμησε το πνεύμα το ακάθαρτον, λέγων προς αυτό· το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σε προστάζω, Έξελθε απ’ αυτού και μη εισέλθης πλέον εις αυτόν. Και το πνεύμα κράξαν και πολλά σπαράξαν αυτόν, εξήλθε, και έγεινεν ως νεκρός, ώστε πολλοί έλεγον ότι απέθανεν. Ο δε Ιησούς πιάσας αυτόν από της χειρός ήγειρεν αυτόν, και εσηκώθη. Και ότε εισήλθεν εις οίκον, οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν κατ’ ιδίαν, Διά τι ημείς δεν ηδυνήθημεν να εκβάλωμεν αυτό; Και είπε προς αυτούς· Τούτο το γένος δεν δύναται να εξέλθη δι’ ουδενός άλλου τρόπου ειμή διά προσευχής και νηστείας.» (Μάρκος 9:!6-29)

Μερικές λέξεις έχουν χάσει πια το νόημά τους στη σημερινή εποχή και τείνουν να εξαλειφθούν τελείως από το λεξιλόγιο των σύγχρονων παιδιών. Ένας ταλαίπωρος δάσκαλος προσπαθούσε να εξηγήσει στα παιδάκια τι είναι σκάφη. Κανένα τους δεν είχε δει ποτέ μια σκάφη, σαν αυτή που έπλεναν οι μανάδες μας την μπουγάδα, και πολύ περισσότερο σαν αυτή που ζύμωναν κάποτε το ψωμί. Ξαφνικά ένας πιτσιρίκος δίνει μια χαϊδευτική καρπαζιά στον διπλανό του. «Να! Κουτέ! Μα δεν έχεις δει ποτέ σου …  τη σκάφη στο Πασαλιμάνι;» Μια τέτοια λέξη κινδυνεύει να γίνει και η νηστεία. Η νηστεία όπως την περιγράφει η Καινή Διαθήκη. Όπως μας την παρέδωσε ο Κύριός μας και όπως την έζησαν οι πρώτοι χριστιανοί. Η νηστεία που είναι όπλο και δύναμη στα χέρια του πιστού. Η νηστεία που, συνοδευόμενη πάντοτε από επίμονη και συνεχή προσευχή, φέρνει καρπό και αποτελέσματα στη ζωή μας. Η νηστεία που γίνεται όχι εξαναγκαστικά ούτε κατόπιν επιβολής κάποιου τυπικού μέρους της λατρείας σαν υποχρέωση, αλλά που πηγάζει από την ανάγκη της ψυχής μας για ταπείνωση μπροστά στο Θεό μας. Που πηγάζει από την ανάγκη μας για καθαρότητα καρδιάς και αγιότητα ζωής. Που υπαγορεύεται από τον πόνο μας  για το ζήτημα που μας καίει και που μας αφαιρεί κάθε διάθεση για φαγητό. Που συγκεντρώνει όλο το ενδιαφέρον μας και την προσοχή μας στο συγκεκριμένο αίτημά μας. Όταν με τέτοιο πνεύμα, με τέτοια διάθεση, ζητούμε κάτι από το Θεό, έχουμε την υπόσχεσή Του πως θα μας το δώσει. Κι έχουμε πιο πολύ ανάγκη παρά ποτέ να μείνουμε με πίστη στην προσευχή και στη νηστεία.