«Το στερεόν όμως θεμέλιον του Θεού μένει, έχον την σφραγίδα ταύτην· Γνωρίζει ο Κύριος τους όντας αυτού, καί· Ας απομακρυνθή από της αδικίας πας όστις ονομάζει το όνομα του Κυρίου. Εν μεγάλη δε οικία δεν είναι μόνον σκεύη χρυσά και αργυρά, αλλά και ξύλινα και οστράκινα, και άλλα μεν προς χρήσιν τιμίαν, άλλα δε προς άτιμον. Εάν λοιπόν καθαρίση τις εαυτόν από τούτων, θέλει είσθαι σκεύος τιμίας χρήσεως, ηγιασμένον και εύχρηστον εις τον δεσπότην, ητοιμασμένον εις παν έργον αγαθόν. Τας δε νεανικάς επιθυμίας φεύγε και ζήτει την δικαιοσύνην, την πίστιν, την αγάπην, την ειρήνην μετά των επικαλουμένων τον Κύριον εκ καθαράς καρδίας. Τας δε μωράς και απαιδεύτους φιλονεικίας παραιτού, εξεύρων ότι γεννώσι μάχας· ο δε δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να μάχηται, αλλά να ήναι πράος προς πάντας, διδακτικός, ανεξίκακος, διδάσκων μετά πραότητος τους αντιφρονούντας, μήποτε δώση εις αυτούς ο Θεός μετάνοιαν, ώστε να γνωρίσωσι την αλήθειαν, και να ανανήψωσιν από της παγίδος του διαβόλου, υπό του οποίου είναι πεπαγιδευμένοι εις το θέλημα εκείνου.» (2 Τιμοθέου 2:19-26)

Όταν ο Χριστός έρχεται στην καρδιά ενός ανθρώπου, κάνει τομές βαθιές, όχι μόνο στην αμαρτία που «βγάζει μάτι», μα και στο χαρακτήρα του τον ίδιο. Δουλεύει ο Θεός πάνω του για να γίνει γλυκός, υπομονετικός, υποχωρητικός, επιεικής, μακρόθυμος, συνετός, για να αποκτήσει το χαρακτήρα του Ιησού Χριστού(Γαλάτας 4:19, 2 Κορινθίους 5:17). Μια κοπέλα γνώρισε και ακολούθησε το Χριστό στη ζωή της. Μα, όπως όλοι μας, είχε βεβαρυμμένο παρελθόν. Υπήρξε ένα πολύ αντιδραστικό κορίτσι. Άσπρο όλοι, μαύρο αυτή. Δεν είχε πρόβλημα με την εγωιστική μοναξιά της. Όταν οι γονείς της πρότειναν κάτι, έκανε το εντελώς αντίθετο. Μα το μεγάλο πρόβλημά της ήταν «η τελευταία κουβέντα». Σε κάθε διαφωνία, σε κάθε λογομαχία, στο σπίτι και στην παρέα, έπρεπε αυτή να μιλήσει τελευταία. Έστω και μια λέξη, μα να ‘ ναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Μάταια προσπαθούσε η πιστή μητέρα της να την πείσει: «Παιδί μου κόψε αυτή τη συνήθεια, σε κακό θα σου βγει. Δεν πρέπει να έχεις εσύ την τελευταία κουβέντα. Είσαι μικρή ακόμη». Μα γίνεται αλλαγή χωρίς το Χριστό; Όταν το Πνεύμα του Θεού την αναγέννησε, άρχισε να την ελέγχει και σ’ αυτό το θέμα. Έδινε μάχη με τον εαυτό της, με τον εγωισμό της. «Πως θα αλλάξω εγώ το αγρίμι Κύριε;» προσευχόταν. Ο Θεός εργαζόταν επάνω της. «Δεν πειράζει, ας σε προσπεράσουν, ας μην πεις την τελευταία λέξη», της θύμιζε. Στην αρχή το εύρισκε ταπεινωτικό, μα μετά γέμιζε χαρά που έκανε το θέλημα του Θεού. Ο Χριστός την άλλαξε, για τη δόξα Του.