Θάνατος-Ζωή-Ανάσταση

Σταυρος111
ΖΩΗ (ΟΡΙΣΜΟΙ) – Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ

Διαβάζομε στο Γένεση Ε: «Και εγειναν πάσαι αι ημέραι του… (τόσα χρόνια), και απέθανε».

Η ζωή είναι ένα άθροισμα ημερών. Εάν χάνεις το σήμερα, έχασες την ζωή. Και είναι κρίμα να χάνεις το σήμερα, βυθισμένος μέσα στις έννοιες, στα προγράμματα, στις σκέψεις, στους φόβους, για ένα αύριο, που μπορεί και να μην έλθει ποτέ.

Από το άλλο μέρος, αν σκεφθούμε την απόφαση Του: «Από την ημέρα που θ’ αμαρτήσεις εξάπαντος θα πεθάνεις». Και ότι, «ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος», τελικά η ζωή, λόγω του ότι όλοι αμαρτάνομε, είναι παράταση, χάρη σε μελλοθανάτους, αναστολή εκτέλεσης τους. Και δεν δίνεται τούτη η παράταση για να σπουδάσουν, να παντρευτούν, να φτειάξουν σπίτια κ.λ.π. αλλά μήπως μετανοήσουν και σωθούν.

Αν θέλαμε να δώσομε έναν ορισμό σύμφωνα με την Γραφή, Θάνατος και Ζωή, είναι ο αναπόφευκτος στόχος, στον οποίον ωθείται ο άνθρωπος εσωτερικά, όταν οδηγείται από την σάρκα, ή από το πνεύμα, αντίστοιχα. Αυτές οι δύο δυνάμεις ελκύουν συνεχώς, και δεν αφήνουν τον άνθρωπο να ησυχάσει, μέχρις ότου τον οδηγήσουν στο προδιαγεγραμμένο για την κάθε μία τέρμα.

Τον θάνατο θα τον δούμε στο επόμενο κεφάλαιο. Ας δούμε τώρα λίγα πράγματα για την ζωή.

Ζωή, είναι κάτι περισσότερο από την ύπαρξη. Η πέτρα ήλθε στην ύπαρξη αλλά δεν απολαμβάνει ζωή. Ζωή είναι η ύπαρξη εμποτισμένη με δύναμη, η ύπαρξη στην τέλεια κατάσταση της ομαλής προόδου προς προορισμό που της έχει ορισθεί απ’ τον Θεό.

Ζωή, στην αληθινή της έννοια για τον άνθρωπο, (και γενικά για όλα τα ηθικά όντα), είναι μια ύπαρξη πλήρως ικανοποιημένη, στην οποία όλες οι δυνάμεις, όλα τα χαρίσματα, βρίσκουν την πλήρη τους άσκηση και την αληθινή τους ενασχόληση. Το πνεύμα του ανθρώπου, καθώς γίνεται η κατοικία και το όργανο του Αγίου Πνεύματος, πραγματοποιεί αυτή την ζωή με μια αύξουσα τελειότητα, που καταλήγει σε αιώνια ζωή. Η ειρήνη είναι το εσωτερικό αίσθημα γαλήνης που συνοδεύει μια τέτοια ύπαρξη, και αποκαλύπτεται με την απουσία κάθε φόβου αναφορικά με τον θάνατο και την κρίση. Εκτός της αγιότητας, η δόξα, η άφθαρτη ευτυχία, η εσωτερική πληρότητα, η συνεχής ανανέωση, η τέλεια ζωτικότητα είναι στοιχεία τούτης της ζωής.

Ο Κύριος το προσδιόρισε κάπως έτσι: «Εγώ ήλθον δια να έχωσι (τα πρόβατα τα δικά μου) ζωήν, και να έχωσιν αυτήν εν αφθονία» (Ιωάννης Ι10).

Και πράγματι, είναι αδύνατον για έναν που είναι υιός του Θεού, της πηγής της ζωής, να μην ζει (Ρωμαίους Η14,15). Η κοινωνία με τον Θεό, την πηγή της ζωής, να τι είναι ζωή. Και τούτο επιτυγχάνεται δι’ υπακοής στον νόμο Του. Γι’ αυτό μας λέγει στο Λευιτικό ΙΗ5: «Θέλετε φυλάττει λοιπόν τα προστάγματα μου, και τας κρίσεις μου& τα οποία κάμνων ο άνθρωπος, θέλει ζήσει δι’ αυτών». Στο Αποκάλυψη Β7 θα μας πει: «Εις τον νικώντα, θέλω δώσει εις αυτόν να φάγει εκ του ξύλου της ζωής, το οποίον είναι εν μέσω του παραδείσου του Θεού». Το δένδρο που φύτρωσε δίπλα στην πηγή, πάντα θα θάλλει, γιατί αντλεί συνεχώς νερό, ζωή, απ’ την πηγή.

Στο Ιωάννης ΙΔ6 ο Κύριος λέγει για το πρόσωπο Του: «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή». «Ζωη» ειναι ο Θεός, ο ερχομενος σε κοινωνια με την ψυχην, και φέρων σ” αυτήν ιερή δύναμη και τελεια μακαριότητα. («Και προς αυτόν θέλομεν ελθεί, και εν αυτώ θέλομεν κατοικήσει», Ιωάννης ΙΔ 23). Τελικά η ζωή είναι ένα πρόσωπο. Στο Α’ Ιωάννη Ε12 θα μας πει: «Όστις έχει τον Υιόν έχει την ζωή». Στο Α’ Ιωάννη Ε20: «…και είμεθα εν τω αληθινώ, εν τω υιώ αυτού Ιησού Χριστώ& ούτος είναι ο αληθινός Θεός, και η ζωή η αιώνιος».

Ζωη2χ

Η αληθινή, λοιπόν, ζωή είναι αυτή που μεταδίδει το Πνεύμα, η πνευματική ζωή, που συνεχώς ανανεώνει τον εαυτόν της, και έτσι είναι αιώνια. Τούτη την γεύονται όσοι ανήκουν στην δεύτερη ανθρωπότητα, σ’ αυτήν που γενάρχης της είναι ο Λόγος. Για να βρεθείς εδώ χρειάζεται ένα καινούργιο ξεκίνημα εξ αρχής, όπως το μωρό όταν εμφανίζεται στον κόσμο, χρειάζεσαι μια νέα γέννηση, (Ιωάννης Α12,13). Και η ομορφιά τούτης της δεύτερης γέννησης είναι ότι είναι απαλλαγμένη από υλικά στοιχεία, απ’ την σάρκα. Δεν είναι καρπός σαρκικής επιθυμίας, δεν μεσολαβεί άνδρας ή γυναίκα, ανθρωπίνη θέληση. Είναι μόνον εκ Θεού.

Και τι θαυμαστό! Όπως την πρώτη, την φυσική γέννηση, κληρονομείς την φύση του σαρκικού σου πατέρα, έτσι και σε τούτη την δεύτερη γέννηση, κληρονομείς την φύση του Θεού που στην δίνει, γίνεσαι «κοινωνός Θείας φύσης» (Ιωάννης Α13-14).

Σύμφωνα με τα λόγια που είπε ο Κύριος στην Σαμαρείτισσα, στο Ιωάννης Δ13,14, για να έχεις ζωή αιώνια, που είναι, όπως είπαμε, η κατάληξη της πνευματικής ζωής, πρέπει να πιείς από το ζωντανό νερό που ο Ίδιος δίνει. Μεταφορικά, το ζωντανό νερό, (που κυριολεκτικά σημαίνει το τρεχούμενο νερό), είναι μια ευλογία, που έχει την ιδιότητα ν’ αναπαράγει αδιάκοπα τον εαυτόν της, σαν μια πηγή που αναβλύζει.

Μέσα στην αιώνια ζωή περιλαμβάνονται, η σωτηρία, η πλήρη ικανοποίηση όλων των αναγκών της καρδιάς, και η κατοχή όλων των ιερών ευλογιών στις οποίες είναι επιδεκτική η ανθρώπινη ψυχή. Και τούτη η κατάσταση της πληρότητας της ψυχής, μπορεί να είναι μόνον το αποτέλεσμα της ενοίκησης του Ιδίου του Ιησού στην καρδιά, μέσω του Λόγου Του, καθώς Τον κάνει εσωτερικά ζωντανό το Άγιο Πνεύμα.

Το στάσιμο νερό του πηγαδιού, τότε με την Σαμαρείτισσα (Ιωάννης Δ), είναι το σύμβολο όλων των γηίνων ικανοποιήσεων, μετά το πιόσιμο του οποίου η επιθυμία επανεμφανίζεται σε λίγο στην ψυχή, και την ξαναβάζει σε εξάρτηση από εξωτερικά αντικείμενα για την ικανοποίηση της.

Διψα77

Το ζωντανό νερό που δίνει ο Ιησούς είναι εκείνο, που, επαναπαράγοντας τον εαυτόν του μέσα στην ψυχή, με δική του δύναμη, ικανοποιεί την επιθυμία της ψυχής, ευθύς ως αυτή υψωθεί, έτσι ώστε η καρδιά να μην υποφέρει ούτε στιγμή απ’ τον βάσανο της εσωτερικής δίψας. Ο άνθρωπος κατέχει μέσα του μια πηγή ικανοποίησης ανεξάρτητη από γήινα αντικείμενα ή συνθήκες.

Τα ψωμιά που επολλαπλασίασε τότε στην έρημο για να θρέψει τις χιλιάδες, είναι εγγύηση και προεικόνιση της αιώνιας τροφής, του ζωντανού νερού, που μόνον Αυτός μπορεί να δώσει. Το ίδιο και το μάνα που τους έστελνε καθημερινά απ’ τον ουρανό.

Πάνω στην πνευματική ζωή, που γίνεται αιώνια, διαβάζομε στο Ιωάννης ΙΖ1-3, εκεί στην τελευταία προσευχή του Κυρίου για τους δικούς Του:

«Αυτα ειπεν ο Ιησους και εσηκωσε τα ματια εις τον ουρανον και ειπε, «Πατερα, ηλθε η ωρα. Δοξασε τον Υιον σου, δια να σε δοξασει και ο Υιος σου, συμφωνα με την εξουσια που του εδωκες επι ολων των ανθρωπων, δια να δωσει ζωην αιωνιον εις τον καθενα απο εκεινους που του εδωκες. Αυτη ειναι η αιωνιος ζωη: Το να γνωριζουν σε τον μονον αληθινον Θεον και τον Ιησουν Χριστον, τον οποιον εστειλες»

Όπως μας λέγει εδώ, σαν ο Πατερας δοξασει τον Υιον, τότε και Αυτός με την σειρά Του θα δοξασει τον Πατέρα. Πως, με τι τρόπο; Το λεγει ο Ίδιος στην συνεχεια, «Διδοντας ζωην αιωνιον εις τον καθεναν απο εκεινους που του εδωκες.»

Να λοιπόν, και από μια άλλη πλευρά, τι ειναι η «αιωνιος ζωη» για τον ανθρωπο: Απλα, να συνδεθει με την πηγη της τον Θεο. Σαν συνδεθει μαζι Του, να τι γινεται: Η ζωη η δικη Του κυλα μεσα στον ανθρωπο, και βλαστανει, αποκαλυπτοντας το μεγαλειο της, το μεγαλειο δηλαδη του Θεου. Τις ιδιότητες, τον χαρακτήρα του Θεού, την αγαπη Του, την σοφια Του, την δυναμη Του. Το βλέπουν οι άλλοι γύρω, και δοξάζεται ο Θεός.

Ειναι σαν μια μεγαλη λιμνη ψηλα στο βουνο. Γυρω της θαλλει το πρασινο και η ζωη. Κατω χαμηλα η πεδιαδα ειναι μια ερημος. Δεν εχει νερο, δεν εχει ζωη. Ωσπου ανοιγεται ενας αγωγος, και το νερο απο την λιμνη κυλα στην ερημο, σχηματιζοντας μικρες λιμνες. Κυττοντας τες, κυττοντας την ζωη και την ομορφια που τωρα λαμπει γυρω τους, μπορεις να συμπερανεις κατι απ” την ομορφια και την ζωη της τροφοδοτριας λιμνης εκει πανω στο βουνο.

«Δοξασε τον Υιον σου, για να σε δοξασει με την σειρα του και ο Υιος σου, με το να δωσει ζωην αιωνιον.» Και μια και συμφωνα με το Ιωαννης Ζ37-39, τουτη η ζωη δεν μπορει να μεταδοθει στους πιστους παρα μονον δια του Αγιου Πνευματος, η παρακληση του Κυριου μπορει να διατυπωθει καπως ετσι, «Πατερα χορηγησε μου την Αναληψη, ωστε να ειμαι και εγω σε θεση να κανω να ελθη η Πεντηκοστη.»

Και σε ποιους θα δωσει αιωνια ζωη; Σ” ολον τον κοσμον; Οχι. Σε ποιους; «Στον καθενα απο κεινους που μου εδωκες.» Ειναι ολοι εκεινοι που τον καθενα ατομικα ο Πατερας τον οδηγησε, τον εσυρε κοντα στον Χριστο, και Του τον ανεθεσε. Ας θυμηθουμε τι ειπε ο Κυριος στο Ιωαννης ΣΤ44,45, «Κανεις δεν μπορει να ελθει σε με, εαν ο Πατερας που με εστειλε δεν τον ελκυσει, και εγω θα τον αναστησω την εσχατη ημεραν. Ειναι γραμμενον εις τους προφητας, «Και θα ειναι ολοι διδαγμενοι απο τον Θεον.» Οποιος λοιπον ακουσε απο τον Πατερα και εμαθε, αυτος ερχεται σε με.» Ειναι ολοι εκεινοι που αποτελουν τωρα την αληθινη Εκκλησια Του, το σωμα Του, εκεινοι για τους οποιους λεγει στο εδαφιο 23 οτι ειναι μαζι Του «ενα». Σε τουτους ολους ο Ιησους Χριστος ειναι επιφορτισμενος να δωσει «αιωνια ζωη«.

Για να καταλάβομε καλλίτερα τι εννοεί εδώ ο Κύριος, να αναφέρομε ένα γεγονός που συνέβη πριν χρόνια: Κάποιο πλοιο, ονόματι «Ντόρια», ξεκινησε απο την Βορεια Αμερικη για ενα λιμανι της Νοτιας Αμερικης. Στον δρομο συναντησε μεγαλη φουρτουνα και για μερες παραδερνε στον ωκεανο. Εχοντας προγραμματίσει να προσεγγισουν καποιο λιμανι στον δρομο, δεν ειχαν κανει αρκετες προμηθειες, και σε λιγο ολα σωνοταν, και το πολυτιμο νερο. Η θεση τους αρχισε να γινεται απελπιστική. Η διψα τους θεριζε. Αρχισε ενας ενας να πεθαινουν. Εκει στην απελπισια τους, καποια μερα ειδαν απο μακρυα ενα ιστιοφορο. Με τις λιγες δυναμεις που τους ειχαν απομεινει εστειλαν σημα, «SOS χανομαστε απο διψα, δεν εχομε νερο.» Και η απαντηση ηλθε τραγικη απο το αλλο πλοιο, «ριχτε κουβαδες στην θαλασσα και πιετε, το νερο πινεται.» Για μερες, χωρις να το ξερουν, επλεαν στις εκβολες του Αμαζονιου, οπου το νερο για πολλα χιλιομετρα μεσα στην θαλασσα ειναι γλυκο.»

«Αυτη ειναι η αιωνιος ζωη, το να γνωρισουν σε το μονον αληθινο Θεον και τον Ιησουν Χριστον, τον οποιον εστειλες.»(Εδ.3).

Ο πρωτος, ο Θεος, ειναι η πηγη της. Ο δευτερος, ο Ιησους Χριστος ειναι ο δρομος για να φθασεις εκει. Το είπε ο Ίδιος: «Εγω ειμαι η οδος και η αληθεια και η ζωη, κανεις δεν ερχεται στον Πατερα παρα δια εμου.«(Ιω. ΙΔ6).

Ανασσταση99

Για να παρεις ζωη χρειαζεται να γνωριζεις τουτα τα δυο πραγματα, την πηγη της, και τον δρομο να φθασεις μεχρι εκει. Σαν και κεινους τους ατυχους ναυτικους, χρειαστηκε πρωτα να γνωρισουν οτι το νερο, η ζωη ηταν διπλα τους, και μετα ηπιαν και σωθηκαν. Η γνωση τουτων των δυο πραγματων ειναι ο υψιστος στοχος στην ζωη του ανθρωπου. Βαθεια απο καρδιας γνωση τουτων των δυο, και πρακτικη εφαρμογη αυτης της γνωσης, να τι ειναι η αιωνιος ζωη για τον ανθρωπο.

Είναι σαν τον δαγκωμένο απ’ το δηλητηριώδες φίδι, που γνωρίζει το βοτάνι που θα τον θεραπεύσει. Το παίρνει και θεραπεύεται. Τούτη η γνώση είναι η ζωή του.

Και τουτη η βαθεια γνωση, οπως μας ειπε ο Κυριος στο 14ο κεφαλαιο, ειναι εργο του Αγιου Πνευματος, που κανει τον Ιησου, και μαζι μ” Αυτον τον Θεον να κατοικει μεσα μας.

Τελικά, να ποιο είναι το έργο μας για να έχομε ζωή. Το λέει ο Κύριος στο Ιωάννης ΙΔ21: «Οποιος εχει τις εντολες μου και τις τηρει, εκεινος ειναι που με αγαπα. Οποιος δε αγαπα εμε θ” αγαπηθει απο τον Πατερα μου και εγω θα τον αγαπησω και θα του φανερωσω τον εαυτον μου.» Ετσι μονον αποκταται αυτη η γνωση, ειναι χαρη, αποκαλυψη δικη Του σ” αυτον που Τον υπακουει. Και ειναι τουτη η γνωση μετα που θα τον πλημμυρισει ζωη, γιατι, «Αυτη ειναι η αιωνιος ζωη, το να γνωριζουν σε τον μονον αληθινον Θεον και τον Ιησουν Χριστον, τον οποιον εστειλες.»

Να θυμηθούμε και κάτι απ’ την εισαγωγή του Ιωάννη. Γράφει στο Α3 για τον Λόγο: «Εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων». Ο Λόγος είναι η πηγή της ζωής. Σαν έφερε την Δημιουργία στην ύπαρξη, συνδέθηκε μαζί της, και άρχισε να της διοχετεύει ζωή, για να συντηρηθεί, ν’ αναπτυχθεί, να ευημερήσει, να κινηθεί προς τον σκοπό που της έχει τάξει.

Το αληθινό φως
Το αληθινό φως

Ο Λόγος μεταδίδει συνεχώς ζωή στο κάθε ένα από τα δημιουργηθέντα όντα, σ’ ένα διαφορετικό μέτρο, και σε μια μορφή σύμφωνα με τις επιθυμίες τους και τις ικανότητες τους. Σε όλα τα όντα, και στην πλειονότητα των ανθρώπων, φυσική ζωή μόνον. Σε ορισμένους, φυσική ζωή, μαζί με τούτον ή τον άλλον βαθμόν μιάς υψηλότερης ζωής, πνευματικής ζωής.

Τούτο το φως, που αναφέρεται εδώ, είναι η διάκριση, η αίσθηση του τι είναι καλό, του τι είναι αλήθεια, είναι η κατοχή της σωστής άποψης σχετικά με όλα τα πράγματα. Από μια άλλη άποψη, μπορούμε να πούμε, ότι είναι η αγιότης, η εσωτερική καθαρότητα.

Αυτό το εσωτερικό φως είναι απόροια της ζωής, της ζωής υπό την ηθική της άποψη.

Στην συνέχεια ο Ιωάννης αναφέρει ένα καταπληκτικό γεγονός που έλαβε χώρα κάποτε στην ιστορία μας: «Ήτο το φως το αληθινόν, το οποίον φωτίζει πάντα άνθρωπον, ερχόμενον στον κόσμο», (Ιωάννης Α9). Το ίδιο το φως, η ίδια η πηγή της ζωής («Πάντα δι’ αυτού έγειναν, και χωρίς αυτού δεν έγεινεν ουδέ εν το οποίον έγεινεν»), ερχόταν στον κόσμο. Έπαιρνε μορφή αφομειώσιμη για την πίστη μας, ακριβώς, για να μπορούμε να την αρπάξουμε με την πίστη μας, και να την κάνουμε δική μας. Η πηγή της ζωής έγινε ανθρωπος, εγινε λογος ανθρωπου, μπηκε σ” ενα βιβλιο. Ο καθενας μπορει να το παρει. Οποιος το παρει και το υπακουσει, οποιος το φαγει, οπως ειπε και ο Ιδιος, η ιδια η ζωη μπαινει μεσα του. Είναι όπως τα φρούτα, οι καρποί. Παίρνουν την ζωή (την ενέργεια) από τον ήλιο, και την μετατρέπουν σε μορφή αφομειώσιμη για τα σώματα μας. Τα τρώμε, τούτη η ζωή αποδεσμεύεται μέσα μας, και εμείς ζούμε και κινούμεθα με τούτη την ζωή, με τούτη την ενέργεια. Να λοιπόν πως ο ανθρωπος αποκτα ζωη.

Από τα πολύ παλιά χρόνια οι άνθρωποι στην αλήθεια, αλλά και στα παραμύθια, ψάχνανε για το αθάνατο νερό. Όποιος τόπινε, δεν πέθαινε ποτέ. Το ίδιο ψάχνουν και σήμερα. Και το αθάνατο νερό είχε τότε κατέβει στην γη. Το είδε ο Ιωάννης και μας γράφει στην πρώτη του επιστολή Α1-3: «Εκείνο το οποίον ήτο απ’ αρχής, το οποίον ηκούσαμεν, το οποίον είδομεν με τους οφθαλμούς ημών, το οποίον εθεωρήσαμεν, και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του Λόγου της ζωής. (Και η ζωή εφανερώθη, και είδομεν, και μαρτυρούμεν, και απαγγέλομεν προς εσάς την ζωήν την αιώνιον, ήτις ήτο παρά τω Πατρί, και εφανερώθη εις ημάς). Εκείνο το οποίον είδομεν και ηκούσαμεν, απαγγέλομεν προς εσάς, δια να έχητε και σεις κοινωνίαν μεθ’ ημών. Και η κοινωνία δε ημών είναι μετά του Πατρός και μετά του Υιού αυτού Ιησού Χριστού». Και έτσι ο άνθρωπος, μέσ’ απ’ τα λόγια αυτών των ανθρώπων, μέσ’ απ’ αυτό το βιβλίο, μπορεί να συνδεθεί με τον Λόγο της ζωής, την πηγή της, και το όνειρο έγινε πραγματικότητα, βρήκε το αθάνατo νερό. Το λάδι που συντηρεί την φλόγα στο καντήλι της ζωής, δεν θα σωθεί ποτέ: «Αυτός που πιστεύει σε μένα έχει ζωήν αιώνιο, έχει μεταβεί από τον θάνατο στην ζωή». Στο Ιωάννης Γ36 θα μας πει: «Όστις πιστεύει εις τον Υιόν, έχει ζωήν αιώνιον& όστις όμως απειθεί εις τον Υιόν, δεν θέλει ιδεί ζωήν, αλλ’ η οργή του Θεού μένει επάνω αυτού». Στο Α’ Ιωάννου Ε12,23: «Όστις έχει τον Υιόν, έχει την ζωήν& όστις δεν έχει τον Υιόν του Θεού, την ζωήν δεν έχει. Ταύτα έγραψα προς εσάς τους πιστεύοντας εις το όνομα του Υιού του Θεού, δια να γνωρίζητε ότι έχετε ζωήν αιώνιον, και δια να πιστεύητε εις το όνομα του Υιού του Θεού». Άρα ζωή είναι να υποταγείς στον Υιόν. Αυτός την έχει, και την δίνει όπου Αυτός θέλει.

Ο άπιστος δεν έχει τώρα ζωή, αλλ’ ούτε και θα την δει, όταν αυτή αποκαλυφθεί εξωτερικά σε κείνη την τέλεια μορφή της δόξας.

Στο Ιωάννης Ε24, 25,26 λέγει πως, όποιος άκουει (εσωτερικά) τον λόγο Του, «έχει μεταβεί εκ του θανάτου εις την ζωήν». Στην παρούσα φάση, στην πνευματική της έννοια. Τώρα έχει αρχίσει να γίνεται η ηθική ανάσταση του ανθρωπίνου γένους.

Τούτη η ζωή, που την γεύονται οι πιστοί Του, παρουσιάζεται στην μορφή της ελπίδας, της δύναμης, της συνεχούς εσωτερικής ανανέωσης. Τώρα στα πνεύματα μας, (ο θάνατος νικήθηκε – απόδειξη, ο Χριστός ζει, αλλά δεν καταργήθηκε, τα σώματα μας πεθαίνουν). Όταν εμφανισθεί ο Κύριος, και στα σώματα μας («Ότι εγώ ζω, και υμείς ζήσετε», Ιωάννης ΙΔ).

Να πούμε και κάτι ακόμα για την ζωή, μια λεπτομέρεια που μας αναφέρεται στο Ρωμαίους Ε17: «Διότι αν και δια το αμάρτημα του ενός ο θάνατος εβασίλευσε δια του ενός, πολύ περισσότερον οι λαμβάνοντες την αφθονία της χάριτος και της δωρεάς της δικαιοσύνης, θέλουσι βασιλεύσει εν ζωή δια του ενός Ιησού Χριστού».

Να προσέξουμε την διαφορά: Για τον θάνατο: «Ο θάνατος εβασίλευσε». Για την ζωή: «Θέλουσι βασιλεύσει εν ζωή», όχι, «Η ζωή θα βασιλεύσει»

Ο θάνατος βασιλεύει. Είναι ένας τύρρανος. Αλλά η ζωή δεν βασιλεύει. Δεν έχει υπηκόους. Αυτή κάνει βασιλείς. Σε αντίθεση της ζοφερής κατάστασης που κυριαρχεί σ” ένα βασίλειο σαν αυτό του θανάτου, είναι εδώ τα άτομα τα ίδια τα οποία, μετά που έχουν προσωπικά οικειοποιηθεί την δικαίωση, βασιλεύουν προσωπικά στην φωτεινή περιοχή της ζωής. Γι” αυτό, αντί να πει, «η ζωή θα βασιλεύση», λέγει, «εν ζωή βασιλεύσουσι».

Το «εν ζωή» δεν δηλώνει μια χρονική περίοδο, όπως όταν λέμε, «σε αιώνια ζωή», γιατί τότε θα χρειαζόταν το άρθρο («εν τη ζωή»). Καθώς αυτή η έκφραση τίθεται σε αντίθεση στο «βασιλεία του θανάτου», δηλώνει τον τρόπο ή την φύση της βασιλείας των πιστών. Μια νέα, άγια, ανεξάντλητη και νικηφόρα ζωτικότητα θα διαποτίζη εκείνους που έχουν λάβει την δικαίωση, και θα τους κάνει τόσο πολύ βασιλείς. Εάν η συλλογική καταδίκη μπορεί και κάνει τον κάθε έναν απ” αυτούς να υπόκειται στον θάνατο, το συμπέρασμα εδώ θα έπρεπε να είναι ότι, η ατομική τους δικαίωση θα κάνει τον καθέναν απ” αυτούς έναν βασιλιά εν ζωή.

Στο Ρωμαίους Η10 θα μας πει: «…Εάν όμως ο Χριστός είναι μέσα σας, τότε το σώμα σας είναι νεκρόν εξ αιτίας της αμαρτίας, αλλά το πνεύμα σας είναι ζωή ένεκα της δικαιώσεως σας». Δεν λέγει, απλά, ότι το «πνεύμα μας ζει», αλλά «είναι ζωή». Και το λέγει έτσι διότι η ζωή του Θεού δεν γίνεται απλά μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό του πνεύματος στον άνθρωπο δια του Αγίου Πνεύματος. Αυτή γίνεται φύση του, έτσι που μπορεί να περάσει απ’ το πνεύμα σ’ όλη του την ύπαρξη, φυσική και σωματική (εδάφιο 11).

Και κάτι από το Ρωμαίους Ε21: «Ώστε, καθώς εβασίλευσε η αμαρτία δια μέσου του θανάτου, έτσι να βασιλεύση και η χάρις δια της δωρεάν δικαιώσεως, με αποτέλεσμα την αιώνιον ζωήν δια του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας».

«Ζωή» είναι ο στόχος της δικαίωσης. Αλλά αυτό το «αιώνια ζωή» δεν αναφέρεται μόνον στην μελλοντική δόξα. Συμπεριλαμβάνει και την αγιότητα η οποία από εδώ και εμπρός θα εκπηγάσει απ” την κατάσταση της δικαίωσης

Στο Ρωμαίους ΣΤ4 θα μας πει: «Συνετάφημεν λοιπόν μετ’ αυτού δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα καθώς ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών δια της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς περιπατήσωμεν εις νέαν ζωήν». Στο εδάφιο 11: «Ούτω και σεις φρονείτε εαυτούς ότι είσθε νεκροί μεν κατά την αμαρτίαν, ζώντες δε εις τον Θεόν, δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών». Άρα η αιώνια ζωή αρχίζει από τώρα, απ’ την στιγμή της δικαίωσης

Τελικά, ζωή είναι το να κατοικείς στο φως της αγιότητας Του, και να ενεργείς σε συνεχή κοινωνία με Αυτόν. Αγιότητα είναι η αληθινή ζωή.

Όποιος πάρει λοιπόν την Αγία Γραφή, τον Λόγο του Θεού στα χέρια του, τον μελετήσει, τον πιστέψει, και υπακούσει σ” αυτά που ο Θεός του λέγει εκεί μέσα, τι θα συμβεί μ” αυτόν; «Θα έχει ζωήν αιώνιον»; Όχι. «Έχει ζωή αιώνια», από τώρα, από τούτη τη στιγμή, όχι κάποτε στο μέλλον. Είναι υπόσχεση του Θεού αυτή, γραμμένη εδώ μέσα. «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντι με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάννης Ε). «Μεταβέβηκε«, «έχει μεταβεί», ήδη από τώρα.

Όπως είπαμε προηγουμένως, ο Θεός είναι η πηγή της ζωής. Σαν ενωθεί ο άνθρωπος μαζί Του, μέσω του έργου που έκανε ο Ιησούς Χριστός, τότε η ζωή αρχίζει να κυλά απ” την πηγή της και να τον κατακλύζει. Σαν πιστέψει ο άνθρωπος στον Χριστό, που είναι ο μόνος δρόμος γιά να έλθεις σε κοινωνία με τον Θεό, ελευθερώνεται από το αγκάλιασμα του θανάτου, από τώρα, έτσι, που και αυτό που εμείς βλέπουμε σαν φυσικό θάνατο, δεν είναι για τον πιστό παρά το άνοιγμα της πόρτας της φυλακής, για να πετάξει ελεύθερος πιό ψηλά, προς την ζωή. Είναι το τσόφλι που σπάει, γιά να βγει το πουλάκι ελεύθερο από μέσα.

Όσο, λοιπόν, είσαι κοντά στον Θεό, ενωμένος μαζί Του, έχεις ζωή, όπως έχεις νερό και ξεδιψάς όσο είσαι δίπλα στη πηγή του. Σαν απομακρυνθείς από κοντά Του, σαν Του γυρίσεις τη πλάτη, τότε, μοιραία, αποκόβεσαι απ” τη ζωή.

Εδώ εντοπίζεται και το πρόβλημα του ανθρώπου. Ξεγελάσθηκε, πλανήθηκε, θέλησε να πάρει τη ζωή του στα χέρια του, και έστρεψε τη πλάτη στο Θεό, έστρεψε τη πλάτη στη ζωή. Αυτή είναι η ουσία της αμαρτίας του. Όλα τ” άλλα μετά, έρχονται σαν συνέπεια.

Στο Ρωμαίους Α17 θα μας πει: «Ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται». Για να ζήσεις, για να κερδίσεις την ζωή, θα πρέπει να ενωθείς με την πηγή της, με τον Θεό. Τούτο μπορεί να γίνει μόνον σαν τακτοποιηθείς μαζί Του, σαν σε δικαιώση. Και ο άνθρωπος δικαιώνεται με μόνον την πίστη του στο λυτρωτικό έργο του Χριστού. Μέσα στην λέξη «ζήσεται» περιλαμβάνονται δύο ευλογίες: Α) Απελευθέρωση απ’ τον αιώνιο θάνατο. Β) Κατοχή της αιώνιας ζωής.

Και μια λεπτομέρεια: Το υλικό στοιχείο της ζωής είναι το αίμα. «Η ζωή πάσης σαρκός είναι εις το αίμα αυτής», (Λευιτικό ΙΖ10-14). Η ζωή ανήκει στον Θεό, γι’ αυτό δεν επετρέπετο να φάνε το αίμα των ζώων. Το αίμα έπρεπε να χύνεται στην γη, να αφήνεται δηλαδή η ζωή να φύγει, ή να προσφέρεται για θυσία εξιλεώσεως, στην θέση της ζωής τους, που απαιτούσε η ποινή της αμαρτίας.

Πάνω στην πηγή της ζωής, και την τροφοδοσία μας απ’ αυτή, πολύ θα μας βοηθήσει εάν μελετήσομε αναλυτικά τα λόγια του Κυρίου στο Ιωάννης ΣΤ51 :

«Εγω ειμαι ο αρτος ο ζωντανος, που κατεβηκε απο τον ουρανον. Εαν φαγει κανεις απο τον αρτον αυτον, θα ζηση αιωνιως. Ο αρτος δε τον οποιον εγω θα δωσω, ειναι η σαρκα μου, την οποιαν θα δωσω υπερ της ζωης του κοσμου.» (Ιωάννης ΣΤ51).

Ψωμι_Λογος

«Ο αρτος ο ζωντανος». Ο Ιησους δεν ειναι μονον ο αρτος που δινει ζωη, αλλα ειναι Αυτος ο Ιδιος η ιδια η ζωη που μπηκε, περιοριστικε σ” ενα ανθρωπινο σωμα. Γι” αυτον τον λογο μπορει να δωσει ζωη σ” οποιον Τον παιρνει μεσα του.

Μεχρι τωρα τους μιλουσε για μια ανωτερη τροφη της οποιας προεικονιση και εγγυηση ηταν το θαυματουργικο ψωμι της προηγουμενης ημερας (όταν πολλαπλασίασε τα ψωμιά και τα ψάρια στην έρημο). Μετα τους ειχε δηλωσει οτι αυτη η τροφη ηταν το ιδιο το προσωπο Του. Τωρα, ειναι αποφασισμενος να τους κανει ν” ακουσουν το παραδοξο εως το τελος, και τους εξηγει: Αυτη η τροφη ειναι η σαρκα μου. Αυτην πρεπει να φατε για να ζησετε. Αλλα πριν ομως, για να μπορεσει η σαρκα μου να σας δωσει ζωη, θα πρεπει να προσφερθει σαν θυσια, θα πρεπει «Εγω να την δωσω υπερ της ζωης του κοσμου». Εδω αναφερεται προφανως στην θυσια του σταυρου. Αυτό μας θυμίζει το αρνί στην Αίγυπτο, που έπρεπε πρώτα να το θυσιάσουν, και μετά να το φάνε ολόκληρο – αυτό θα τους έδινε δύναμη για την πορεία τους, Ιωάννης ΣΤ51-53. Για να Τον «φάει» και να τον «πιεί» η πίστη μας έγινε υιός ανθρώπου. Πίνω και τρώγω κάτι σημαίνει το οικειοποιούμαι, το αφομειώνω και ζω και κινούμαι με τις δυνάμεις που αυτό απελευθερώνει μέσα μου.

Ιωάννης ΣΤ54: «Εκεινος που τρωγει την σαρκα μου και πινει το αιμα μου εχει ζωην αιωνιον και εγω θα τον αναστησω την εσχατην ημεραν».

Στο εδαφιο 53 τους το ειπε αρνητικα: «Εαν δεν με φατε και δεν με πιητε δεν εχετε ζωην». Εδω τους το τονιζει και θετικα. Τους συμπληρωνει ομως και κατι αλλο. Το δοξασμενο οριο που θα φθασει αυτη η ζωη που εχει ηδη αρχισει να κυλα μεσα στους πιστους, θα ειναι η ανασταση των σωματων τους. Ετσι η πνευματικη τους ανασταση θα ακολουθηθει απ” την σωματικη. Ειναι η τεταρτη φορα σ” αυτο το κεφαλαιο που ο Ιησους υποσχεται την σωματικη ανασταση των πιστων, σαν ολοκληρωση της σωτηριας που Αυτος φερει στο ανθρωπινο γενος. Η φυση ανορθωμενη και δοξασμενη ειναι η ολοκληρωση της νικης που κερδηθηκε απ” την Θεια χαρη πανω στην αμαρτια.

«Διοτι η σαρκα μου ειναι αληθινα τροφη και το αιμα μου αληθινα ειναι ποτο» (Εδ.55).

Η σαρκα Του και το αιμα Του ειναι για το πνευμα μας πραγματικες τροφες, και γι” αυτο του δινουν ζωη.

.«Εκεινος που τρωγει την σαρκα μου και πινει το αιμα μου μενει μεσα μου και εγω μεσα του» (Εδ.56).

Αν πιεις με πιστη απ” την πηγη της εξιλεωσης που επετευχθη με το αιμα του Ιησου, και αν τρεφεσαι συνεχως δια του Πνευματος απ” την αγια ζωη που πραγματοποιηθηκε στην σαρκα Του, συναπτεις μαζι Του μια ενωση, δια της οποιας το προσωπο Του κατοικει μεσα σου, και συ σ” Αυτον.

«Εγω μεσα του» («καγω εν αυτω«). Ειναι σαν να παρεις ενα φυτο απο ενα χωμα, και να το φυτευσεις σε ενα αλλο. Ετσι και μεις, ξεριζωνομαστε απο το εδαφος της δικης μας ζωης, και μεταφυτευομαστε στο νεο εδαφος που η τελεια δικαιωση και η αγια δυναμη του Χριστου προσφερει. Συγκεκριμενα να τι κανωμε: Αποποιουμεθα, αποκηρυσσομε καθε δικη μας αξια, δυναμη, σοφια, και εμπιστευομαστε τον Χριστο, σαν Αυτον που κατεχει ολα οσα χρειαζομαστε. «Μενω εν Αυτω» λοιπον σημαινει, αντλω απ” Αυτον και οχι απο μενα.

«Καθως απεστειλε με ο ζων Πατηρ καγω ζω δια τον Πατερα, και ο τρωγων με κακεινος ζησεται δι” εμε.» (Εδ.57).

Εδω να τα βαλωμε με την σειρα:

Η υψιστη, η προαιωνιος πηγη της ζωης, εκει που ξεκινα η ζωη, ειναι ο Πατερας, ο Δημιουργος της ζωης.

Ο Πατερας εστειλε τον Ιησου με μια αποστολη εδω στην γη. Ο Ιησους για να εκπληρωσει την αποστολη Του, ειναι σε διαρκη κοινωνια με τον Πατερα. Κατα την διαρκεια της γηινης υπαρξης Του, αντλει ακαταπαυστα απο τον Πατερα ζωη, φως, δυναμη, για να μπορεσει να εκπληρωσει την αποστολη Του. Καθε φορα που ενεργει ή μιλα, ζητα απ” τον Θεο ο,τι ειναι αναγκαιο γι” αυτον τον σκοπο και το λαβαινει. Αυτο σημαινει το «καγω ζω δια τον Πατερα». Ας προσεξωμε εδω, δεν λεγει, «δια του Πατρος», που θα σημαινε απλα μονον οτι η δυναμη μεσω της οποιας εργαζοταν ηταν αυτη του Πατερα. Ουτε «ενεκα του Πατρος», που θα σημαινε, «με σκοπο την δοξα ή την υπηρεσια του Πατερα». Λεγει «δια τον Πατερα», που σημαινει (δια+αιτιατικη) την αιτια, οχι τον σκοπο. Εκεινο που θελει να μας πει εδω απλα ο Κυριος ειναι οτι, σαν απεσταλμενος απ” τον Πατερα, σ” Αυτον βρισκει ασταματητα την ηθικη αιτια της δραστηριοτητας Του (Αυτου το θελημα εκτελει καθε στιγμη), σ” Αυτον βρισκει την πηγη και το προτυπο για καθε Του κινηση («Καθως βλεπω κανω»), απ” Αυτον αντλει την δυναμη για να υλοποιησει τις βουλες Του. Δηλαδη απ” Αυτον παιρνει οδηγια τι να κανει, πως να το κανει, και την δυναμη να το κανει. Ο Κυριος μας δεν κανει τιποτα αλλο παρα να μενει με επιμελεια και πιστοτητα («Ο Πατερας μου εργαζεται και εγω εργαζομαι», Ιωανν. Ε17) σ” αυτη την σχεση που Του εξασφαλισε ο Πατερας οταν Τον εστειλε στην γη. Ετσι η ζωη του Θεου επαναπαραγεται τελεια εδω στην γη. Ο Ιησους ειναι ο Θεος που εζησε σε μια ανθρωπινη ζωη.

Η σχεση του πιστου (αυτου που «Τον τρωγει») προς τον Ιησου, ειναι ομοια με την σχεση του Ιησου προς τον Πατερα. Και η σχεση του Ιησου προς τον Πατερα, δεν ειναι μονον το μοντελο της σχεσης του πιστου προς τον Ιησου, ειναι και η αρχη της, η ηθικη της αιτια. Η δευτερη σχεση υφισταται διοτι υπαρχει η πρωτη.

Ο Ιησους τωρα, υποσχεται στον πιστο, σ” αυτον που Τον τρωγει, την ιδια πηγη και εγγυηση ζωης, που ο Πατερας ειχε εξασφαλισει γι” Αυτον: «Κακεινος ζησει δι” εμε», δηλαδη, «Θα ειμαι Εγω η αιτια που θα ζει». Ο πιστος σε καθε τι που κανει, αναζητα στον Χριστο το μοντελο και την δυναμη, οπως ο Ιησους εκανε με τον Πατερα. Ετσι η ζωη του Χριστου, και επομενως του Πατερα, γινεται δικη του, και βιωνεται μεσω αυτου (του πιστου) εδω στην γη.

Να ξαναναφέρομε το παραδειγμα που θα μας βοηθησει να καταλαβωμε τι γινεται στον πιστο σαν Τον «τρωγει»:

Τις δυναμεις της φυσης τις χρειαζεται το υλικο μας σωμα για να ζησει, να κινηθει. Μας ειναι ομως απροσιτες στην μορφη που ευρισκονται. Πρεπει να συγκεντρωθουν σε κατι που να ειναι προσιτο και αφομοιωσιμο απο τα σωματα μας. Να λοιπον τι εχει κανει ο Δημιουργος μας γι” αυτο: Τις μαζευει και τις βαζει π.χ. μεσα στο σταρι. Εχετε σκεφθει τι κρυβεται μεσα στο σταρι; Τι χρειαστηκε για να γινει το σταρι; Ο ηλιος εστειλε την φωτεινη του ενεργεια, η γη με τα στοιχεια της εδωσε την χημικη ενεργεια, οι μικροοργανισμοι προσεφεραν και αυτοι το εργο τους. Ολα αυτα μαζευτηκαν σε μια μορφη προσιτη και αφομοιωσιμη σε μας. Και να το σταρι ετοιμο, και μεις το κανωμε ψωμι και το τρωμε. Και σαν το τρωμε, ο,τι εχει μαζευθει μεσα του αποδεσμευεται μεσα μας και μας δινει ζωη, κινηση.

Ο Ιησους ειναι ο μονος που εχει προσπελαση στην ανωτατη πηγη της ζωης, τον Θεο. Απο κει αντλει ζωη. Αυτη η ζωη υφισταται στις λεπτομερειες της μια ανθρωπινη επεξεργασια και συγκεντρωνεται στο προσωπο Του (οπως με το σταρι). Να τι ακριβως εγινε: Η ζωη ενσαρκωθηκε για να μπορεσωμε να την αγγιξωμε, να την «φαμε», να την οικειοποιηθουμε. Εγινε για μας «ο αρτος της ζωης».

Και τι μενει σε μας να κανωμε; Οπως για την φυσικη ζωη πρεπει να παρωμε το κομματι του ψωμιου, να το φαμε, και να το αφομοιωσωμε μεσα μας, ετσι και για να εξασφαλισωμε αυτη την υψηλοτερη ζωη, πρεπει να «φαμε» και να αφομοιωσωμε μεσα μας το προσωπο του Υιου του ανθρωπου.

Τι σημαινει «να αφομοιωσωμε τον Ιησου Χριστο»; Δυο πραγματα: α) Να ειναι το προτυπο μας στο καθε τι. β) Να αντλουμε απ” Αυτον, δια πιστεως, το καθε τι που χρειαζομαστε.

Τι θα συμβει τοτε: Η ζωη του Θεου με ολες τις εκδηλωσεις της (αγιοτητα, ειρηνη, δυναμη, πραοτητα, σοφια κ.λ.π.) θα ξεχυλισει μεσα μας, χωρις εμεις να χρειαστει να κανωμε τιποτα αλλο, καμμια αλλη προσπαθεια.

Ο Θεος Πατερας, δια του Ιησου Χριστου, εδωσε τον εαυτον Του σε ολους. Να το μυστικο της ζωης του Χριστου, να το μυστικο της ζωης των δικων Του. Ειναι αυτο το μυστηριο της σωτηριας, που ο Παυλος το αναφερει στο Εφεσιους Α10, «Να συγκεφαλαιωση τα παντα εν τω Χριστω».

Ετσι δεν ειναι ακατανοητο αυτο που ο Κυριος εξηγουσε στους Ιουδαιους, οτι ενας ανθρωπος μπορει να γινει για τους αλλους η πηγη της ζωης (αναφεροταν βεβαια στην γηινη ζωη Του). Να λοιπον η αληθινη τροφη, ας μην ζητανε αλλη θαυματουργικη. Αλλωστε το διαβαζανε και στην Παλαια Διαθηκη: «Με αρτον μονον δεν θελει ζησει ο ανθρωπος, αλλα με παντα λογον εξερχομενον δια στοματος Θεου» (Δευτ. Η3). Και ο Ιησους Χριστος ειναι ο Λογος του Θεου.

«Αυτος ειναι ο αρτος, ο οποιος κατεβηκε απο τον ουρανον, οχι οπως το μαννα που εφαγαν οι πατερες σας και πεθαναν. Εκεινος που τρωγει αυτον τον αρτον θα ζησει αιωνιως.» (Εδ. 58).

Εαν φας αυτον τον αρτον, θα ζησεις. Αν τον απορριψεις, θα πεθανεις.

Για να διευκρινισωμε την σκεψη του Κυριου, πρεπει να κανωμε εναν διαχωρισμο μεταξυ της ενεργειας του ανθρωπου και του δωρου του Θεου, οπως ο Κυριος τα διαχωριζει στο εδαφιο 27.

α) Η ενεργεια του ανθρωπου ειναι πιστη και μονον πιστη. «Να φας την σαρκα Του» σημαινει, να θεωρεις (παρατηρεις) με πιστη την αγια ζωη του Κυριου, και να την παρεις μεσα σου δια του Αγιου Πνευματος, με σκοπο να επαναπαραχθει στην ατομικη σου ζωη. «Να πιεις το αιμα Του» σημαινει, να θεωρησεις με πιστη τον σταυρικο Του θανατο, και να τον κανης και δικο σου λυτρο, οικειοποιουμενος την εξιλεωση που πετυχε.

β) Το Θειο δωρο τωρα ειναι: 1) Να γευθεις την συγγνωμη του Θεου. 2) Να ζησεις δια του Αγιου Πνευματος την αγια ζωη του Χριστου. Δεν ειναι ομως μονον αυτο. Ο Κυριος επιμενει με εμφαση και σ” ενα τριτο. Την ανασταση των σωματων μας. Αυτο λοιπον που θα μεταδωσει στον πιστο δεν ειναι μονον η ηθικη Του φυση. Ειναι η πληρης Του ζωη, η φυσικη και η πνευματικη, ολη Του η προσωπικοτητα. Θα γινωμε ομοιοι κατα παντα με Αυτον, πνευματικα και φυσικα.

Θα γινει οτι και με τον σπορο του σταριου. Τα σπορια στο σταχυ δεν ειναι τιποτα αλλο παρα η εμφανιση του σπορου απ” τον οποιον προεκυψε το σταχυ, μυστηριωδως πολλαπλασιασμενου. Ετσι και οι πιστοι, αγιασμενοι και αναστημενοι απ” τους νεκρους, προκειται να ειναι η επαναπαραγωγη, σε χιλιαδες ζωντανα αντιτυπα, του δοξασμενου Χριστου, καθ” ολα ομοιοι μ” Αυτον. «Και καθως εφορεσαμε την εικονα του χοϊκου, θελομεν φορεσει και την εικονα του επουρανιου», Α. Κορ. ΙΕ49.

Ο Ιησους γνωριζε, αισθανοταν βαθεια οτι ανηκε, σωμα και πνευμα, στην ανθρωποτητα. Ηταν αυτο το αισθημα που Του υπαγορευε αυτα τα λογια, και οχι γιατι ηθελε να προκαλεσει ενοχληση στους ακροατες Του.

Οι εκφρασεις «να πιεις», «να φας» ειναι μεταφορικες, αλλα το αποτελεσμα, η κοινωνια μαζι Του, ειναι πραγματικο. Γι” αυτο και ο Παυλος λεγει, «Μελη ειμαστε του σωματος αυτου, απο την σαρκα του, και απο τα οστα του», Εφ.Ε30.

Αυτη η πληρης ενωση μαζι Του, μεσω της οποιας μας διοχετευει την ζωη Του, δεν ειναι κατι το μεταφορικο, ειναι μια πραγματικοτητα. Ειναι ομως απ” το αλλο μερος ενα μυστηριο γιατι δεν μπορουμε να το αντιληφθουμε με τις αισθησεις μας: «Το μυστηριο τουτο ειναι μεγα. Εγω δε λεγω τουτο περι του Χριστου και της Εκκλησιας», Εφ. Ε32.

Αυτο το μυστηριο εδω στην ομιλια Του, εκφραζεται με λεξεις. Θελοντας ο Κυριος να το εκφρασει και με μια πραξη, θεσπισε την τελετη του Δειπνου του Κυριου. Θα πρεπει λοιπον να πουμε οτι το Δειπνο του Κυριου, και αυτη εδω η ομιλια Του, αναφερονται σε ενα και στο ιδιο θειο γεγονος, που εκφραζεται εδω με μια μεταφορα, και εκει με ενα συμβολο.

Σύμφωνα με το Ιωάννης ΣΤ63, τα λόγια Του είναι η ενσάρκωση και η επικοινωνία του Πνεύματος. Είναι το Πνεύμα που κατοικεί σ’ αυτά, και ενεργεί μέσω αυτών. Αυτός είναι ο λόγος που μεταδίδουν ζωή (γιατί το Πνεύμα ζωοποιεί). Στην Παλαιά Διαθήκη τους το είχε πει ως εξής: «Θέλετε φυλάττει λοιπόν τα προστάγματα μου, και τας κρίσεις μου, τα οποία κάμνων ο άνθρωπος, θέλει ζήσει δι’ αυτών», Λευιτικό ΙΗ5.

Στο Ιωάννης ΙΒ49,50 μας λέγει: “Διότι εγώ απ’ εμαυτού δεν ελάλησα, αλλ’ ο πέμψας με πατήρ, αυτός μοι έδωκεν εντολήν, τι να είπω, και τι να λαλήσω. Και εξεύρω ότι η εντολή αυτού είναι ζωή αιώνιος. Όσα λοιπόν λαλώ εγώ, καθώς μοι είπεν ο Πατήρ, ούτω λαλώ”. Η αιώνια ζωή έρχεται μόνον με αυτούσια μετάδοση του Λόγου του Θεού.

Α’ Πέτρ. Α23: «Επειδή ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, δια του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα». Ο Λόγος του Θεού κληροδοτεί αφθαρσία και ζωή, διότι ο ίδιος έχει μέσα του την αφθαρσία και την ζωή. Ό,τι γεννιέται απ’ αυτόν είναι άφθαρτο. Ό,τι σαρκικό, έχει σπέρμα θανάτου μέσα του. Πάντα ο κάθε σπόρος κληροδοτεί τις ιδιότητες του σε ότι γεννιέται απ’ αυτόν. Έτσι, αν δεν σπείρεις κάπου τον Λ.τ.Θ., δεν φυτρώνει ζωή, γιατί μόνον αυτός έχει ζωή. Και είναι μόνον αυτός που χορταίνει την πείνα, και ξεδιψά την δίψα της καρδιάς. (Πείνα της καρδιάς = αδυναμία να κάνει το καλό. Δίψα = αυτό από το οποίο υποφέρει η συνείδηση).

Να θυμηθούμε τι είπε και στο Ιωάννης ΙΔ18,19: «Δεν θέλω σας αφήσει ορφανούς, έρχομαι προς εσάς. Έτι ολίγον, και ο κόσμος πλεόν δεν με βλέπει. Σεις όμως με βλέπετε. Διότι εγώ ζω, και σεις θέλετε ζει».

Τουτη η συνεχης θεωρηση, η συνεχης θεα, τουτο το κυτταγμα προς τον Κυριο, να τι θα εχει σαν αποτελεσμα στους δικους Του: «Οτι εγω ζω και υμεις ζησετε». Τουτο μπορουμε να το αποδωσωμε καπως ετσι: «Ο κοσμος δεν θα με βλεπει πλεον, αλλα σεις θα με βλεπετε συνεχως. Και καθως θα με βλεπετε, θα παιρνετε ζωη, γιατι εγω ζω. Η ζωη απο μενα θα ερχεται σε σας». Να λοιπον ποια ειναι η προυποθεση για να ερχεται συνεχως η ζωη μεσα μας: Να θεωρουμε συνεχως τον Ιησου Χριστο. Αν σταματησεις, σταματησε και η ζωη, οπως ο διακοπτης που αν κλεισει, κλεινει και το ρευμα.

Τι είναι η ζωή του πιστού; Είναι η ζωή του Χριστού που κυλά συνεχώς μέσα του, καθώς τούτος είναι σε αδιάλειπτη κοινωνία μαζί Του, καθώς «Τον τρώγει και Τον πίνει». Κόπηκε αυτή η κοινωνία; Σταματά και η ροή της ζωής. Στάματησες να τρως ψωμί, φαγητό; Ατονείς, μαραζώνεις, φθίνεις, και στο τέλος πεθαίνεις.

Να προσεξωμε ομως τους χρονους των ρηματων, «Εγω ζω«, ενεστως, που σημαινει τωρα και για παντα. «Υμεις «ζησετε«, οχι «ζειτε». «Εσεις ακομα δεν εισθε σε θεση ν” απολαυσετε την τελεια, την αφθαρτη ζωη, στην ψυχη και στο σωμα. Θα ελθει ομως η ωρα να την απολαυσετε». Γιατι, ποιο ειναι τωρα το εμποδιο; «Ο θανατος νικηθηκε, αποδειξη οτι εγω ζω, αλλα δεν καταργηθηκε ακομα. Ακομα εχει εξουσια στα σωματα σας. Ειναι ορισμενα γεγονοτα που πρεπει να γινουν ακομα στη ιστορια. Σαν θα επιστρεψω ομως ορατα, θα απολαυσετε και σεις αυτη την τελεια ζωη.»

Απ’ τα ανωτέρω προκύπτει ότι, η ζωή είναι κάτι έξω από τον άνθρωπο. Το βλέπομε στον Παράδεισο όπου ο Θεός είχε φυτέψει τρία είδη δέντρων (Γένεση Β): α) Τα πολλά δέντρα για να συντηρείται, «για να ζει» ο άνθρωπος. β) Το δένδρο της ζωής, στο μέσον του Παραδείσου, «για να ζει πάντοτε, αιώνια». γ) Το δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού, «για να ζει σωστά».

Μυστηριώδες παραμένει τι να ήταν εκείνο το δέντρο της ζωής, που αν έτρωγε θα ζούσε αιώνια. Oι καρποί τούτου του δένδρου θα του δινόταν σαν βραβείο, αν υπάκουε και δεν έτρωγε απ” το άλλο δένδρο, το δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού, απ” το δένδρο της δοκιμασίας.

Τούτο το δένδρο το ξαναβρίσκομε πάλι στην Αποκάλυψη. Διαβάζομε το εδάφιο Β7: «Εις τον νικόντα, εις τον αγώνα της πίστης, θέλω δώσει εις αυτόν να φάγη εκ του ξύλου της ζωής το οποίο είναι εν τω μέσω του παραδείσου του Θεού». Εδω μας λέγει ότι υπάρχει ακόμα ο παράδεισος, όχι όμως τώρα πλέον στην γη, και ότι ακόμα εκεί, στο μέσον του, βρίσκεται αυτό το μυστηριώδες δέντρο. Διαβάζομε και τα Αποκάλυψη ΚΒ 1,2,14: «Και με έδειξε καθαρόν ποταμόν ύδατος της ζωής, λαμπρόν ως κρύσταλλον, εξερχόμενον εκ του θρόνου του Θεού και του Αρνίου. Εν τω μέσω της πλατείας αυτής, και του ποταμού εντεύθεν και εντεύθεν, ήτο το δένδρον της ζωής, φέρων καρπούς δώδεκα, καθ” έκαστον μήνα κάμνον τον καρπόν αυτού. Και τα φύλλα του δένδρου είναι εις θεραπείαν των Εθνών… Μακάριοι οι πράττοντες τας εντολάς αυτού, δια να έχωσιν εξουσίαν επί το δένδρον της ζωής, και να εισέλθωσιν δια των πυλώνων εις την πόλιν».

Τι ακριβώς είναι δεν γνωρίζομε. Τούτες όλες οι εικόνες όμως μας λένε κάτι. Μας λένε ότι η αθανασία είναι κάτι έξω από μας, κάτι που δεν μπορεί να προέλθει από μέσα μας. Πρέπει να το πάρουμε απ” έξω, και να το φάμε, να το βάλουμε μέσα μας. Απ” ότι διαβάσαμε, τούτο το δέντρο έγινε πάλι προσιτό στον άνθρωπο. Μπορούν να αποκτήσουν εξουσία επάνω του, ποιοί; Το ξαναδιαβάζουμε: «Οι νικητές στην πίστη του Ιησού Χριστού…. Οι πράττοντες τας εντολάς αυτού».

Τι να είναι άραγε αυτό το δένδρο; Μήπως τούτα τα εδάφια δίνουν την απάντηση: «Όποιος τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα». (Ιωάννης ΣΤ 54). Και το άλλο απ” τον Ησαία ΝΓ 5: «Με τις πληγές του εμείς γιατρευτήκαμε», μήπως ταιριάζει με κείνο που διαβάσαμε στην Αποκάλυψη ΚΒ 2: «Και τα φύλλα του δέντρου είναι εις θεραπείαν των Εθνών«; Μήπως τούτο το δέντρο συμβολίζει κάποιο γνωστό μας πρόσωπο;

ΘΑΝΑΤΟΣ (ΟΡΙΣΜΟΙ)

Ο όρος «θάνατος» χρησιμοποιείται απ” την Γραφή κατά τρείς έννοιες:

1.»Φυσικός» θάνατος, ή χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Σαν συνέπεια αυτού του χωρισμού του σώματος απ” την ψυχή, την αρχή της ζωής του, το σώμα παραδίδεται σε αποσύνθεση. Γι’ αυτό η Γραφή τον ονομάζει «διχοτόμηση» (Ματθαίος ΚΔ51), και οι αρχαίοι παρομοίαζαν την ψυχή με πεταλούδα, που πετά και φεύγει απ’ το σώμα.

Τούτος ο θάνατος είναι αποτέλεσμα καταδίκης που έπεσε πάνω στο ανθρώπινο γένος, λόγω της αμαρτίας του πρώτου Γενάρχη μας, του Αδάμ.

Πάνω σ’ αυτή την καταδίκη να πούμε τα εξής: Η ζωή είναι κάτι έξω από μας, είναι δώρο του Θεού. Από την στιγμή τώρα που αυτό το δώρο ο άνθρωπος το χρησιμοποιεί για ν’ αγνοήσει, να υβρίσει, να εναντιωθεί στον δωρητή του, τι πιο φυσικό αυτός ο τελευταίος να το αφαιρέσει. Να λοιπόν τι είναι θάνατος: Είναι η αφαίρεση του δώρου της ζωής, λόγω της αμαρτίας. Είναι η κρίση του Θεού πάνω στα έργα της αμαρτίας. Από μια άλλη άποψη, είναι ο μισθός τον οποίον πληρώνει η αμαρτία σε όσους την υπηρετούν (Ρωμαίους ΣΤ23). Ή, να το πούμε διαφορετικά: Είναι ο θερισμός, στην μορφή της φθοράς, ό,τι έχεις σπείρει στην μορφή της αμαρτίας.

Σαν αμάρτησε, ο άνθρωπος εξεδιώχθη από τον Παράδεισο, για να μην φάει από το δένδρο της ζωής. Φρίκη σε πιάνει αν σκεφθείς τι θα γινόταν, αν ο άνθρωπος έπαιρνε την αθανασία, ευρισκόμενος σε τούτη την κατάσταση της αμαρτίας. Αν ο χρόνος φθείρει συνεχώς τούτο το σώμα της αμαρτίας, είναι αδύνατο να φαντασθούμε που θα το καταντούσε η αιωνιότητα.

Από το άλλο μέρος, ο φυσικός θάνατος είναι ένα διαρκές μήνυμα που μας στέλνει ο Θεός: «Η ζωή δεν είναι εδώ», «όλα σε τούτο τον κόσμο έχουν ημερομηνία λήξης, εν όψει του άλλου που έρχεται», και έτσι αφυπνιζόμαστε. Χωρίς τον θάνατο, ο Θεός και τα σχέδια Του θα ξεχνιόταν ολοκληρωτικά, και ο άνθρωπος θα αποχαυνωνόταν ολοκληρωτικά στον υλισμό.

2. «Πνευματικός» θάνατος, είναι ο ηθικός χωρισμός της ψυχής απ” τον Θεό, στον οποίον μας οδηγεί η αμαρτία. Σαν συνέπεια αυτού το χωρισμού απ” την αρχή, απ” την πηγή της ζωής της (τον Θεό), η ψυχή «φθείρεται μέσα στις επιθυμίες της» (Εφ. Δ22).

Είναι κατ’ αυτή την έννοια που ο Κύριος είπε στον νέον που του ζήτησε να τον ακολουθήσει, αφήνοντας σε άλλους την φροντίδα για την ταφή του πατέρα του: «Άφησε τους νεκρούς να θάψουν του δικούς τους νεκρούς…» (Λουκάς Θ60), θεωρόντας έτσι στην ίδια κατάσταση τον νεκρό, με αυτούς που τον πήγαιναν.

Είναι αυτό που συμβαίνει με τον κόσμο. Αποκομένοι ηθικά απ’ τον Θεό, την πηγή της ζωής, είναι νεκροί, πνευματικά, ηθικά νεκροί, έστω κι αν περπατάνε, και αν κάνουν σχέδια, και όνειρα, και αν αγοράζουν, και αν αποκτούν. Εγωισμοί, πίκρες, μίση, ζήλειες, πάθοι, παράνομες επιθυμίες, υπερηφάνειες τους απομυζούν καθημερινά την ζωή, και είναι απλά, θέμα χρόνου, τούτος ο εσωτερικός θάνατος να γίνει και εξωτερικός. Και αν το δούμε από μια άλλη άποψη, τι είναι ο φόβος, το άγχος, η αγωνία, η ανησυχία, τούτοι οι καθημερινοί σύντροφοι του ανθρώπου, παρά τα συμπτώματα ψυχοραγήματος της ψυχής, που καθώς την σφίγγει στην αγκαλιά της ο θάνατος, αγωνίζεται μάταια ν’ απαλλαγεί απ’ αυτόν.

Αν θεωρήσομε αυτόν τον θάνατο σαν αποξένωση απ’ τον Θεό, τότε έχομε τούτα τα συμπτώματα (στην σχέση του ανθρώπου προς τον Θεό): Φόβο, δουλική υποταγή, υποκρισία, επανάσταση της καρδιάς, ένα βάρος καταπνίγει την ψυχή στην κίνηση της προς τον Θεό. Είναι αυτό που λέγει ο Παύλος: «Αλλ’ ότε ήλθεν η εντολή, ανέζησεν η αμαρτία, εγώ δε απέθανον», Ρωμαίους Ζ9.

Ο άνθρωπος στον κόσμο είναι ήδη νεκρός. Και όλες οι προσπάθειες του ν” απομακρύνει τον θάνατο, και τα επιτεύγματα του, και τα όσα κατάφερε στην ιατρική, δεν είναι παρά … να παίρνει τα κίτρινα φύλλα και να τα βάφει πράσινα, να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ζει. Έχει καμμία σημασία αν τα 80 χρόνια τα κάνει 90; Όσο η αμαρτία του ροκανίζει την ζωή, ο άνθρωπος είναι εσωτερικά νεκρός. «Και σας όντας νεκρούς διά τας παραβάσεις και τας αμαρτίας εζωοποίησεν«, θα μας πει ο Λόγος Του στο Εφεσίους Β1, γι’ αυτούς που έφυγαν απ’ τον κόσμο, και ήλθαν κοντά Του.

Έτσι εξηγούνται και τα λόγια του Κυρίου στο Ιωάννης Ε24,25: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω, ότι εκείνος που ακούει τον λόγον μου, και πιστεύει εις εκείνον που με έστειλε έχει ζωήν αιώνιον, και δεν μέλλει να περάσει από κρίση, αλλά έχει μεταβεί από τον θάνατο εις την ζωή. Αλήθεια αλήθεια σας λέγω, ότι έρχεται ώρα, και ήδη ήλθε, που οι νεκροί θ” ακούσουν την φωνήν του Υιού του Θεού, κι εκείνοι που θ” ακούσουν, θα ζήσουν».

«Έχει μεταβεί από τον θάνατο εις την ζωή». «Οι νεκροί θα ακούσουν». «Ήδη ήλθε αυτή η ώρα». Μιλά γιά νεκρούς που ακούνε, μιλά γιά τώρα – «ήδη ήλθε αυτή η ώρα». Μιλά γιά πέρασμα τώρα από τον θάνατο εις την ζωή: «Έχει μεταβεί«.

Έτσι λοιπόν, «Όποιος πιστεύει εις Αυτόν«, που σημαίνει: «Όποιος επικοινωνεί με την πηγή της ζωής», θα αντλεί, θα παίρνει συνεχώς ζωή, και θα εξακολουθεί να ζει στην γαλήνια λαμπρότητα της ζωής που δίνει η παρουσία του Χριστού, και μετά απ” αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν «φυσικό θάνατο».

Όποιος πιστεύει σ” Αυτόν δεν θα γευθεί ποτέ του θάνατο, δεν θα αποκοπεί ποτέ του από την πηγή της ζωής, κάτι που θα υποστούν όλοι όσοι τώρα δεν Τον πιστεύουν.

Από εκεί και πέρα, όποτε ο Ιησούς το επιθυμήσει, όποτε είναι θέλημα του Πατέρα, με έναν Του λόγο, θα τους φέρει πάλι στην ενσώματη κατάσταση, θα τους αναστήσει.

3. «Αιώνιος» θάνατος, ή «δεύτερος» θάνατος. Με αυτόν συντελείται στην ανθρωπίνη ύπαρξη η ολοκλήρωση του χωρισμού της απ” τον Θεό, δια του χωρισμού της ψυχής από το πνεύμα, το όργανο που έχει δοθεί στην ψυχή για την σύνδεση της με το θείο. Είναι ένας αιώνιος χωρισμός. Η ψυχή και το σώμα τότε, στερημένα απ” αυτή την ανωτέρα αρχή, αυτό το έμφυτο στοιχείο της ψυχής, γίνονται βορά του «σκουληκιού που δεν πεθαίνει» (Μάρκος Θ 43-48). Αυτή είναι η απώλεια.

Στο Α’ Κορ. Ε5, παραγγέλει ο Παύλος για τον αιμομίκτη στην Εκκλησία της Κορίνθου: «Να παραδώσητε τον τοιούτον εις τον Σατανάν προς όλεθρον της σαρκός, δια να σωθή το πνεύμα αυτού εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού».

Αυτή η καταστροφή της σάρκας έχει σαν σκοπό την «σωτηρία του πνεύματος, στην ημέρα του Χριστού». Μερικές εκδόσεις μεταφράζουν: «Ώστε να σωθεί η ψυχή…», σαν η ψυχή και το πνεύμα να είναι ένα και το αυτό στα μάτια του Παύλου. Το Α” Θεσσαλονικείς Ε23 αποδεικνύει το αντίθετο. Η ψυχή είναι, στον άνθρωπο όπως και στα κατώτερα ζώα, η πνοή ζωής που ζωογονεί τον οργανισμό του. Το πνεύμα είναι η αίσθηση με την οποία η ανθρώπινη ψυχή είναι αποκλειστικά προικισμένη, για να αποκτήσει πείρα της επαφής με το Θείο, και να το κατανοήσει. Αυτή η υψηλότερη αίσθηση στην ψυχή, άπαξ και καταστραφεί από την δύναμη της σάρκας, δεν είναι πλέον δυνατή η σύνδεση της με τον Θεό. Αυτή η ολική αδυναμία της σύνδεσης με τον Θεό, αυτό είναι αναμφίβολλα που η Γραφή ονομάζει «δεύτερο θάνατο». Καθώς ο πρώτος είναι ο χωρισμός του σώματος απ” την ψυχή, ο δεύτερος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το πνεύμα.

“Ετσι εξηγείται το γιατί ο απόστολος επιθυμεί, με κάθε κόστος, να σώσει το πνεύμα σ” αυτόν τον άνθρωπο, στο οποίο, εκεί κατοικεί η ικανότητα την κοινωνίας με τον Θεό, και με την ζωή εν Αυτώ σ” όλη την αιωνιότητα. Δεν είναι ανάγκη να λεχθεί ότι τι πνεύμα, έτσι αντιληπτό, σαν ένα στοιχείο της ανθρώπινης ζωής, δεν μπορεί να εκτελέσει πλήρως το μέρος του, παρά μόνον όταν είναι ανοικτό στο έργο του Αγίου Πνεύματος.

Με τον φυσικό θάνατο, ο δεύτερος θάνατος γίνεται αιώνιος. Εδώ έχουμε την απώλεια.

Για την απώλεια, σαν αιώνιο θάνατο, διαβάζουμε στο Α’ Κορ. ΙΕ17,18: «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών, έτι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών. Άρα και οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο.»

Το ρήμα «απώλοντο» δεν μπορεί να δηλώνει εκμηδένιση, διότι εξηγείται από την προηγηθείσα έκφραση: «Είναι ακόμα εν αμαρτίαις». Δηλώνει μιά κατάσταση αιωνίου ολέθρου, όπου η ψυχή παραμένει κάτω από το βάρος της Θείας καταδίκης.

Αναφορά για τον δεύτερο θάνατο έχουμε στο Αποκάλυψη Κ14,15: «Και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών. Και ο θάνατος και ο άδης ερρίφθησαν εις την λίμνην του πυρός. Ούτος είναι ο δεύτερος θάνατος. Και όστις δεν ευρέθη γεγραμμένος εν τω βιβλίω της ζωής, ερρίφθη εις την λίμνην του πυρός». Επίσης στο Αποκάλυψη Β11: «Ο νικών δεν θέλει αδικηθή εκ του θανάτου του δευτέρου».

Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι, θάνατος είναι ο χωρισμός απ’ τον Θεό. (Ο θάνατος, ακόμα και όταν παίρνεται απλά σαν φυσικός θάνατος, πάντα υπονοεί μια αφύσικη κατάσταση σε σχέση με τον Θεό). Τούτος ο χωρισμός, με μια σειρά καθημερινής ανάπτυξης, καταλήγει στο τέλος, μέσω του φυσικού θανάτου, σε αιώνια απώλεια, (Ρωμαίους ΣΤ23). Και αιώνια απώλεια κατά την Γραφή, ποτέ δεν σημαίνει ανυπαρξία, μηδενισμός.

Η αντίληψη που έχουμε εμείς για τον θάνατο, είναι σε πολλά σημεία διαφορετική απ’ την πραγματική του υπόσταση. Αλλοιώς τον βλέπουμε εμείς, άλλοιώς είναι στα μάτια του Θεού.

Να πάμε για λίγο στο περιστατικό που μας περιγράφει ο Λουκάς στο όγδοο κεφάλαιο του. Είναι η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου. Μπαίνοντας ο Κύριος στο δωμάτιο της νεκρής, τους έβγαλε όλους έξω, πλην των γονέων του κοριτσιού και τριών από τους μαθητές Του.

Λίγο πριν τους βγάλει, ακούγοντας τους θρήνους και τα κλάμματα, στρέφεται στον κόσμο και τους λέγει: «Μην κλαίτε. Δεν επέθανε αλλά κοιμάται». Αυτοί Τον ειρωνεύοντο, σαν άκουσαν τούτα τα λόγια, διότι ήξεραν ότι είχε πεθάνει. Τι να συνέβαινε ακριβώς; Απλά, ο καθένας έβλεπε τα πράγματα από διαφορετικό ύψος. Από άλλο ύψος ο Κύριος, από άλλο αυτοί. Αν κάποιος δεν βγει ποτέ έξω από μια πεδινή περιοχή, θα νομίζει ότι όλος ο κόσμος είναι τούτα που βλέπει, μέχρι εκεί που φθάνει το μάτι του στον ορίζοντα. Σαν ανέβη όμως στο βουνό λίγο πιο πέρα, πόσο θα απλώσει ο οριζοντάς του! Θα δει ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο μεγάλος. Για μας που βλέπομε από χαμηλά, ο θάνατος είναι το τέρμα, εκεί που τελειώνουν όλα, η στροφή του δρόμου όπου χάνεται από την θέα μας ο διαβάτης της ζωής. Σαν τα δείς όμως τα πράγματα από πιό ψηλά, βλέπεις ότι και μετά την στροφή συνεχίζεται ο δρόμος, και έτσι ο θάνατος δεν είναι παρά ένας προσωρινός ύπνος, δεν είναι παρά μία πόρτα που ανοίγει και σε βάζει σε μία άλλη χώρα. Για αυτό εδώ, όπως και στον Λάζαρο, ο Κύριος δεν λέγει «πέθανε», αλλά «κοιμάται».

Για μας ο θάνατος είναι το πιο φοβερό πράγμα στην ζωή μας. Δεν είναι το ίδιο όμως στην θέα του Θεού. Θα μας πει στο Ησαϊας ΝΖ1: «Οι δίκαιοι συλλέγονται απ’ έμπροσθεν της κακίας». Στον Δανιήλ είπε: «Αλλά συ ύπαγε, έως τέλους. Και θέλεις αναπαυθεί…» (Δανιήλ ΙΒ13). Στον Ψαλμό ΡΙΣΤ15 θα μας πει: «Πολύτιμος ενώπιον του Κυρίου ο θάνατος των οσίων αυτού». Και το παιδί του ασεβή βασιλιά Ιεροβοάμ το πήρε απ’ την ζωή, «διότι αυτό μόνον εκ του Ιεροβοάμ θέλει ελθεί εις τον τάφον, επειδή εν αυτώ ευρέθη τι καλόν ενώπιον Κυρίου, του Θεού του Ισραήλ, εν τω οίκω του Ιεροβοάμ» (Α’ Βασ. ΙΔ13).

Έτσι εξηγείται και το γιατί ο Κύριος αποστέλλει τους δικούς Του, γνωρίζοντας το τραγικό τέλος, που θα έχουν μερικοί απ’ αυτούς (Ιωάννης ΚΓ34-36). Ο Θεός δεν βλέπει τον θάνατο των δικών Του, όπως τον βλέπουμε εμείς. Θάνατος για το θέλημα Του, είναι στεφάνι δόξας. Τι να ήταν ο θάνατος, π.χ. για τον Στέφανο, απώλεια ή κέρδος.

Σύμφωνα με την Γραφή, ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός, αλλά μια διαδικασία, που μπορεί να ανασταλεί. Στο Ρωμαίους Η13 θα μας πει: «Ει γαρ κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν», όχι «αποθανείν»

Διαβάζομε στο Ιωάννης ΣΤ48-50: «Εγω ειμαι ο αρτος της ζωης. Οι πατερες σας εφαγαν το μαννα εις την ερημο και πεθαναν. Αυτος ειναι ο αρτος, που κατεβαινει απο τον ουρανον, δια να φαγη ο ανθρωπος απο αυτον και να μη πεθανει».

Τοτε εφαγαν το μαννα, πεθαναν ομως. Τουτο το ψωμι, που δίνει ο Κύριος, εαν καποιος το φαει, δεν θα πεθανει. Εκεινο για το οποιο μιλα εδω ειναι ο φυσικος θανατος, οχι ο θανατος κατα την ηθικη του εννοια, ή ο αιώνιος, γιατι τον αντιδιαστελλει με τον φυσικο θανατο στην ερημο. Στο Η51 λεγει: «Αληθεια, αληθεια σας λεγω, εαν καποιος φυλαξει τον λογον μου, θανατον δεν θελει ιδει εις τον αιωνα», δηλαδη ο πιστος δεν θα γευθει ουτε φυσικο θανατο.

Τούτο μοιάζει τελείως ακατανόητο, αλλά εξηγείται από την άγνοια που έχουμε εμείς γύρω απ’ την πραγματικότητα, γύρω απ’ το φαινόμενο του θανάτου.

Το πρόβλημα με μας, όπως είπαμε, είναι ότι βλέπουμε τα πράγματα απ’ το δικό μας ύψος, από πολύ χαμηλά. Διαφορετικά είναι αν τα δούμε από ψηλά, απ’ το ύψος στο οποίο μας ανεβάζει η Γραφή. Έτσι, αυτο που εμεις θεωρουμε σαν φυσικο θανατο, ένα γεγονός, δηλαδή, που κατεβάζει την αυλαία, και βάζει τέρμα σε όλα, που τα σφραγίζει όλα, ειναι απλως το ορατο μερος μιας διαδικασιας, που εχει αρχισει απο πριν, και συνεχιζεται και μετα. Ειναι ενας κατηφορος, μια πορεια προς την ατελεια, προς την αδυναμια και την φθορα, ηθικα και φυσικα. Π.χ. το δενδρο που τα ποντικια αρχισαν να τρωνε τις ριζες του, ηδη ενεπλακη απο κεινη την στιγμη στην διαδικασια του θανατου. Θα κιτρινισει, θα ξεραθει, καποιος αερας θα το πεταξει κατω, θα αποσυντεθει. Απο ολα αυτα εμεις παρατηρησαμε το ξεραμα και το πεσιμο του, δεν ειναι ομως αυτό μόνον ο θανατος του.

Κατ’ αυτήν την άποψη ο άνθρωπος πεθαίνει απ’ την στιγμή που γεννιέται. Και πράγματι, φέρει ήδη από τότε μέσα του όλα εκείνα τα στοιχεία που σε λίγο θα αποσυνθέσουν το σώμα του. Ειδικά για την πορεία της ζωής του, θα μας πει στο Β’ Σαμουήλ ΚΒ5,6: «Ότε του θανάτου τα κύματα με περιεκύκλωσαν, χείμαρροι ανομίας με κατετρόμαξαν, οι πόνοι του Άδου με περιεκύκλωσαν, οι παγίδες του θανάτου με έφθασαν». Και τούτο είναι πείρα του καθενός μας στο διάβα της ζωή του.

Απ” την στιγμη όμως που καποιος πιστεψει στον Χριστο, αναστελλεται η διαδικασια του θανατου, φυσικα και ηθικα, και αρχιζει εκεινη της ζωης. Ο Ιησους γινεται η πηγη που τροφοδοτει τουτη την ζωη. Ειναι οπως το δενδρο που ξεραινεται απο ελλειψη νερου, και καποια ριζα του, εκει που ψαχνει στο χωμα, συναντα μια πηγη νερου. Τοτε σταματα η διαδικασια του θανατου και αρχιζει εκεινη της ζωης. Η πηγη του νερου ειναι η πηγη της ζωης για το δενδρο.

Και κεινο που εμεις ονομαζομε «θανατο»; Αυτο ο Λογος του Θεου το λεγει «διχοτομηση», χωρισμο του σωματος απ” την ψυχη, και δεν ειναι τιποτα άλλο απο το σπασιμο στο τσοφλι του αυγου, για να πεταξει ελεύθερο το πουλι που ειναι μεσα. Και κεινη την ωρα για τον πιστο, (την ωρα αυτου που εμεις θεωρουμε σαν φυσικο θανατο), η διαδικασια της ζωης συνεχιζεται εν Χριστω Ιησου. Ειναι μια απελευθερωση που οδηγει πιο ψηλα στην ζωη, και οχι ενα σκαλοπατι που οδηγει πιο χαμηλα στην φθορα.

Μα θα πει κάποιος, και το σώμα του πιστού φθείρεται, και καμπουριάζει, και αρρωσταίνει, καθώς περνούν τα χρόνια. Αλλά για να σκεφθούμε: Ο σπορος που σπερνεται, τον σκεπάζει το χώμα, και ζαρώνει, και σαπιζει, και αποσυντίθεται, γιατί γίνονται όλα αυτά; Όχι για να χαθει, αλλα για να ξεπροβαλλει το βλαστάρι της νέας ζωής. Αυτό δεν είναι φθορά, δεν είναι οριστική απώλεια, φυσική ανανέωση είναι. Είναι η επανεμφάνιση εκείνου του ιδίου σπόρου σε μια νέα, κατά πολύ τελειότερη μορφή.

Και εδώ είναι η διαφορά του πιστού, με τον άνθρωπο του κόσμου. Ο πρώτος είναι στην διαδικασία της ανανέωσης, ο δεύτερος σ” αυτήν της φθοράς. Ο πρώτος ζει, και κάποτε πεθαίνει προς ζωήν, ο δεύτερος είναι νεκρός, και κάποτε πεθαίνει προς θάνατον, προς αιώνιον θάνατον. Θα μας πει στο Ησαϊας Μ30-31: «Οι νέοι θα ατονήσουν και θα αποκάνουν, και οι εκλεκτοί νέοι θα εξασθενήσουν ολοκληρωτικά` αλλ” αυτοί που προσμένουν τον Κύριο θα ανανεώσουν την δύναμη τους` θα ανέβουν με φτερούγες σαν αητοί` θα τρέξουν, και δεν θα αποκάνουν` θα περπατήσουν, και δεν θα ατονήσουν».

Στο Β’ Κορινθίους Δ16 θα μας πει: «Δια τούτο δεν αποκάμνομεν& αλλ’ εάν ο εξωτερικός ημών άνθρωπος φθείρεται, ο εσωτερικός όμως ανανεούται καθ’ εκάστην ημέραν».

Στο Ιωάννης Η35 ο Κύριος μας το λέγει κάπως διαφορετικά: «Ο δε δούλος ου μένει εν τη οικία εις τον αιώνα, ο υιός μένει εις τον αιώνα». Εδώ παρομοιάζει τον παρόντα κόσμο μ’ ένα αρχοντικό που έχει υιούς και δούλους. Όλοι αυτοί γεύονται τα αγαθά, την φροντίδα και την στοργή του οικοδεσπότη. Και οι μεν υπακούουν γιατί έχουν το ίδιο πνεύμα και τον αγαπούν, οι δε από φόβο. Έτσι είναι ο κόσμος στην σχέση του με τον Θεό.

Κάποτε όμως ο δούλος είναι άχρηστος, και ο οικοδεσπότης τον διώχνει μακρυά του. Είναι ο θάνατος του απίστου. Πωλείται σ’ έναν άλλον οίκο, στον Άδη, όπου παύει να γεύεται τα αγαθά του προηγουμένου οικοδεσπότη.

Ο υιός όμως ποτέ δεν φεύγει από το σπίτι. Απλώς, εκείνο που εμείς λέμε, «πεθαίνω», ο Ουράνιος Πατέρας μας το λέγει, «Σε ανεβάζω σ’ έναν άλλο, πιο καλό τόπο». Να θυμηθούμε την υπόσχεση του Κυρίου στο Ιωάννης ΙΔ2,3: «Υπάγω να σας ετοιμάσω τόπο…»

Ο θάνατος για μας τους πιστούς Του είναι, απλώς, το πέρασμα ενός γεφυριού, κάτω από το άγρυπνο μάτι του Κυρίου μας. Τίποτα διαφορετικό απ’ την πορεία της κάθε ημέρας, μόνον που τότε θα Τον δούμε καθαρά, πρόσωπο προς πρόσωπο.

Ο πιστός και στον θάνατο του δεν θα γευθεί θάνατο, τις ωδίνες του, το σάλεμμα που αυτός φέρει (Πράξεις Β24,25). Ο Κύριος στο Ιωάννης Η51 λέγει: «Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Εάν τις φυλάξη τον λόγον μου, θάνατον δεν θέλει ιδεί στον αιώνα», όπως ο Ενώχ που μετετέθη, και δεν είδε θάνατο (Εβραίους ΙΑ5).

Στο Ματθαίο ΙΣΤ18 μας αναφέρονται «αι πύλαι άδου». Ο Άδης είναι η μητρόπολη των δυνάμεων του σκότους. Η δύναμη των πυλών του είναι ακατανίκητη απ’ τους ανθρώπους, που τους ρουφούν, όπως ρουφούν το κάθε τι οι μαύρες τρύπες στο διάστημα. Κανείς δεν μπόρεσε να τους ξεφύγει. Ο θάνατος θεωρείται η ισχυρότερη των δυνάμεων του σκότους. Όλοι υποκύπτουν σ’ αυτόν, όλους τους περνά απ’ τις πύλες του Άδη. Είναι ο τελευταίος εχθρός, που θα κατανικηθεί στην χιλιετή βασιλεία.

Κατά την Παλαιά Διαθήκη, ο Άδης είναι το μέρος της σιωπής, εκεί όπου σταματά κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, εκεί, που όπως μας αναφέρει στον Ιεζεκιήλ 31,32 όλο το ανθρώπινο μεγαλείο επιστρέφει στο μηδέν. Ο Ησαϊας στο ΛΗ9-19 μας λέγει ότι, στον Άδη, δεν δοξολογούν, ούτε ελπίζουν στον Θεό. Εκεί είναι ο τόπος των ασεβών (Ψαλμός Θ17). Σκηνές από τον Άδη μας δίνει και το Ησαϊας ΙΔ.

Διαβάζομε όμως στο Ματθαίος ΙΣΤ18 «…Και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής (της εκκλησίας)». Ούτε την κεφαλή της, τον Κύριο, δεν μπόρεσε να κρατήσει ο Άδης, ούτε κανένα από τα μέλη της, που σαν τελειώσουν τον δρόμο τους εδώ στην γη, πηγαίνουν και προστίθενται στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, που βρίσκεται στον ουρανό.

Εδώ στην γη, όσο θα διαρκεί ο παρών αιώνας, θα γίνεται μια συνεχής προσπάθεια καταστροφής της Εκκλησίας Του απ’ τις οργανωμένες δυνάμεις του σκότους, απ’ τις καταχθόνιες δυνάμεις που έχουν την δύναμη να τραβούν τους ανθρώπους προς τον Άδη.

Για μια πλευρά τούτης της μάχης διαβάζομε στο Εβραίους Β14,15: «Επειδή λοιπόν τα παιδία εμέθεξαν από σαρκός και αίματος, και αυτός παρομοίως μετέλαβεν από των αυτών, δια να καταργήση δια του θανάτου τον έχοντα το κράτος του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και να ελευθερώση εκείνους, όσοι δια τον φόβον του θανάτου ήσαν δια παντός του βίου υποκείμενοι εις την δουλείαν».

Διαβάζουμε το Α’ Κορ. Γ22,23: «Είτε Παύλος είτε Απολλώς είτε Κηφάς είτε κόσμος είτε ζωή είτε θάνατος είτε ενεστώτα είτε μέλλοντα, πάντα υμών εστιν, υμείς δε Χριστού, Χριστός δε Θεού». Από τις δυνάμεις που ενεργούν στον κόσμο υπάρχουν δύο, τρομερής και μυστηριώδους μεγαλειότητας, οι οποίες φαίνεται ν” αποφασίζουν την πορεία του σύμπαντος, η ζωή και ο θάνατος. Η πρώτη περιλαμβάνει όλα τα φαινόμενα που χαρακτηρίζονται από δύναμη, υγεία, παραγωγικότητα. Η δεύτερη, όλα εκείνα που προδίδουν αδυναμία, αρρώστεια, αποσύνθεση. Από την μία ή την άλλη απ” αυτές τις δυνάμεις προέρχονται όλες οι επιροές των οποίων ο πιστός αισθάνεται τον εαυτόν του να είναι το αντικείμενο. Δεν είναι όμως έρμαιο στα χέρια τους, διότι είναι ο Χριστός, ο Κύριος του, που τις εξουσιάζει, και οδηγεί, και όπου χρειάζεται μετριάζει την ενέργεια τους.

Ο Κύριος έχει τα κλειδιά του άδη και του θανάτου, δηλαδή, τους εξουσιάζει (Αποκάλυψη Α18).

Στο Αποκάλυψη Κ14 μας αναφέρεται: «Και ο θάνατος και ο άδης ερρίφθησαν εις την λίμνην του πυρός…», απ’ όπου συμπεραίνομε ότι ο θάνατος και ο άδης μπορεί να είναι πρόσωπα. Έτσι θα ερμηνευόταν πιο εύκολα η νίκη του Κυρίου επάνω τους.

ΠΩΣ ΗΛΘΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΓΕΝΟΣ ΜΑΣ

Θα μας βοηθήσει να καταλάβομε πως εισήλθε ο θάνατος στο γένος μας, θυμούμενοι μερικές αναφορές για τον Κύριο μας, από την Επιστολή προς Ρωμαίους.

Στο Ρωμαίους Α4 αναφέρεται ότι ο Κύριος “Απεδείχθη Υιός Θεού εν δυνάμει, κατά πνεύμα αγιωσύνης εξ αναστάσεως νεκρών”. Αποτέλεσμα της απόλυτης αγιότητας του Κυρίου, που ήταν καρπός της διείσδυσης της πνοής του Α. Π. σ’ όλη Του την ύπαρξη, ήταν να μην γευθεί αποσύνθεση στον θάνατο Του. Είχε προφητευθεί στον Ψαλμό ΙΣΤ10: “Δεν θ’ αφήσεις τον όσιον σου να ίδη διαφθοράν”, ακριβώς επειδή είναι όσιος. Η τέλεια αγιότης αποκλείει την φυσική διάλυση. Η φυσική απόρροια, η κατάληξη μιάς τέτοιας ζωής, είναι λοιπόν η ανάσταση ή η μεταμόρφωση. Αυτό είναι εκείνο που εκφράζει η πρόθεση “κατά”: “Εξ αναστάσεως νεκρών κατά το πνεύμα της αγιωσύνης. Ο Κύριος αναστήθηκε γιατί έζησε μια απόλυτα άγια ζωή. Η φθορά και ο θάνατος είναι μόνον αποτελέσματα της αμαρτίας. Και η μεταμόρφωση Του ήταν το φυσιολογικό αποτέλεσμα της αγιότητας Του. Την ανέστειλε όμως γιατί έπρεπε να γίνει και το έργο του σταυρού.

Ο θάνατος, λοιπόν, δεν είναι ένα στάδιο στην φυσιολογική μας εξέλιξη. Είναι, όπως λέγει ο Λόγος του Θεού, κάτι ξένο, που επεβλήθει στον αμαρτωλό, είναι «ο μισθός της αμαρτίας» (Ρωμ. ΣΤ 23).

Αν ο Αδάμ δεν αμάρτανε, ο θάνατος δεν θα παρεμβαλόταν στην εξέλιξη της ζωής του ανθρώπου. Σαν τούτος έφτανε στο σημείο αυτό της τελειότητας, σ” αυτό που είχε φθάσει ο Ιησούς Χριστός τώρα σαν άνθρωπος, με μια ένδοξη μεταμόρφωση θα εισήρχετο στην αιωνιότητα. Θα του δινόταν να έτρωγε από το δένδρο της ζωής.

Η αθανασία, λοιπόν, του σώματος είναι κάτι έξω απ’ τον άνθρωπο. Αυτό μας οδηγεί να καταλάβουμε η ύπαρξη του δένδρου της ζωής, Γένεση Γ22-24. Αν δεν αμάρτανε ο άνθρωπος, θα μεταμορφωνόταν, χωρίς να χρειασθεί να περάσει από αποσύνθεση. Είναι κάτι που θα το γευθούν οι πιστοί της αρπαγής. Τούτο το προνόμιο όμως απεσύρθη: «Είσαι χώμα και στο χώμα θα επιστρέψεις». Θα του δινόταν σαν βραβείο στην αγιότητα. Έμεινε όμως στο επίπεδο του ζώου, γι’ αυτό και μοιράστηκε την τύχη του. Δεν υψώθηκε πάνω απ’ αυτό με μια ηθική πράξη ελευθερίας. Ο δοξασμός, η ανάσταση, είναι, λοιπόν, το τέλος μιας άγιας ζωής, μιας ζωής υπακοής στο θέλημα του Θεού, όπως ο θάνατος μιάς διεφθαρμένης.

Στο Ρωμαίους Η11 εφαρμόζει τον ίδιο νόμο, την ίδια αρχή, και στην ανάσταση των πιστών όταν λέγει: “Εάν δε κατοική εν υμίν το Πνεύμα του αναστήσαντος τον Ιησούν εκ νεκρών, ο αναστήσας τον Χριστόν εκ νεκρών θέλει ζωοποιήσει και τα θνητά σώματα υμών, δια του Πνεύματος αυτού του κατοικούντος εν υμίν”. Άνθρωπος στον οποίον δεν κατοικεί μέσα του το Πνεύμα, ας μη περιμένη και ανάσταση (προς ζωήν). Και το Πνεύμα μπορεί να φύγει εάν Τον λυπούμε. Δεν είναι παρά δια του Πνεύματος που μπορούμε να θανατώνουμε τις πράξεις του σώματος, και έτσι να ζήσουμε (Ρωμαίους Η13). Αμαρτία και ανάσταση προς ζωή δεν πηγαίνει. “Εάν ζήτε κατά σάρκα μέλλετε να αποθάνετε”, μας λέγει στο Ρωμαίους Η12. Το Α. Π. θ’ αναστήσει όσα σώματα έχουν γίνει ναός Του. Εκείνο το σώμα στο οποίο έχει κατοικήσει το Πνεύμα του Θεού, όπως κατοίκησε και σ’ αυτό του Ιησού, θα κριθεί άξιο της ιδίας τιμής σαν το σώμα του Ιησού.

Να δούμε τώρα, συγκεκριμένα, πως ο θάνατος βρήκε είσοδο στο γένος μας.

Το Ρωμαίους Ε12 περιγράφει την είσοδο του θανάτου στον κόσμο: «Δια τούτο ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ ω πάντες ήμαρτον.»

«Δια τούτο, όπως δι” ενός ανθρώπου εμπήκε η αμαρτία εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατος, έτσι διαδόθηκε ο θάνατος και εις όλους τους ανθρώπους, επειδή όλοι αμάρτησαν.»

Ο θάνατος ήλθε στον κόσμο «δι” ενός ανθρώπου». Ο Αδάμ εδώ χαρακτηρίζεται, όχι απλά σαν ο πρώτος των αμαρτωλών, αλλά σαν εκείνος που άνοιξε την πόρτα της ανθρώπινης ζωής στην δύναμη της αμαρτίας. Ο Αδάμ μόνος ήτο ο αληθινός εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους, που κατ” εκείνον τον καιρό εμπεριεχόταν σ” αυτόν.

Μια και ο Θεός είναι η πηγή της ηθικής και φυσικής ζωής, μπορεί να λεχθεί ότι ο θάνατος είναι απλά η φυσική συνέπεια της αμαρτίας, διότι αυτή σπάει τον δεσμό του ανθρώπου με την πηγή της ζωής του. Αλλά στο εδάφιο 16 («Η απόφασις μετά το αμάρτημα του ενός ανθρώπου ήτο απόφασις καταδικαστική«) ο Παύλος κάνει τον θάνατο την συνέπεια της αμαρτίας μέσω μιας κατηγορηματικής καταδικαστικής απόφασης, πράγμα που αποδεικνύει ότι, αν έχωμε εδώ να κάνωμε με μια φυσική συνέπεια, πρόκειται για μια συνέπεια που έχει μέσα της κάτι που έχει επιβληθεί.

Εδώ μπορούν να υψωθούν δύο αντιρρήσεις σ” αυτή την γνώμη, που κάνει τον θάνατο μια συνέπεια μόνο της αμαρτίας. Η πρώτη είναι πως ο Παύλος ο ίδιος λέγει, Α” Κορ. ΙΕ42, ότι το γήινο μας σώμα σπείρεται εν φθορά, αδυναμία και ατιμία, και αυτό διότι είναι ψυχικό. Άρα δεν είναι η αμαρτία, είναι το «είδος της σποράς του» που οδηγεί το σώμα τελικά στον θάνατο, δηλαδή, το είδος του καθ” εαυτό είναι θνητό. Λίγο πιο κάτω, εδάφιο 47, υπαινισσόμενος το Γένεση Γ19, προσθέτει ότι ο πρώτος άνθρωπος είναι εκ της γης, γήινος, πράγμα που φαίνεται να κάνει την αποσύνθεση του σώματος του μια φυσική συνέπεια της φύσης του.

Η δεύτερη αντίρρηση είναι η εξής: Πολύ πριν την δημιουργία του ανθρώπου αποδεικνύεται η ύπαρξη του θανάτου στην περιοχή του ζωικού βασιλείου (εάν δεχθούμε, βέβαια, σαν αληθινές τις υποθέσεις της Παλαιοντολογίας, ότι το ζωικό βασίλειο υπήρξε για αιώνες πριν τον άνθρωπο – κάτι που δεν έρχεται σε διαφωνία με την Γραφή. Να δεχθούμε, βέβαια, και την χρονολόγηση που δίνουν στα ευρήματα των υπολειμμάτων των ζώων, όπου φαίνεται ότι τούτα πέθαναν πολύ πριν εμφανισθεί ο άνθρωπος, δηλαδή, το 4.000 περίπου π.Χ.). Δεδομένου τώρα ότι το σώμα του ανθρώπου ανήκει στο μεγάλο υποσύνολο των ζωικών οργανισμών, όπου αυτός είναι η κορωνίδα, ο νόμος του θανάτου θα πρέπει να επεκταθεί και στον άνθρωπο, ανεξάρτητα απ” την αμαρτία. Τα λόγια του Παύλου στην επιστολή προς Κορινθίους, καθώς επίσης εκείνα της Γένεσης, (που αναφέραμε πιο πάνω), την έννοια των οποίων χρησιμοποιεί, αποδεικνύουν πέραν από κάθε αμφιβολλία, την φυσική δυνατότητα του θανάτου, όχι και την αναγκαιότητα του όμως. Εάν ο άνθρωπος είχε παραμείνει ενωμένος με τον Θεό, το σώμα του, έστω και αν υπέκειτο φυσιολογικά σε αποσύνθεση, θα μπορούσε να έχει μεταμορφωθεί ένδοξα, χωρίς να περάση μέσ” απ” τον θάνατο και την αποσύνθεση. Η ιδέα του δένδρου της ζωής, καθώς συνήθως εξηγείται, (ότι η ζωή είναι κάτι έξω απ” τον άνθρωπο, που του προσφέρεται), δεν πρέπει να σημαίνει τίποτα άλλο.

Αυτό το προνόμιο της αμέσου μεταμόρφωσης ανήκει τώρα στους πιστούς που θα είναι ζωντανοί στην επιστροφή του Κυρίου (Α” Κορ. ΙΕ51,52). Και πιθανόν να ήταν αυτό το είδος της μεταμόρφωσης, που ξεκίνησε να λαμβάνη χώρα στο πρόσωπο του Κυρίου, κατά την ώρα της μεταμόρφωσης Του εκεί στο όρος. Αυτό το προνόμιο, προορισμένο για αγίους ανθρώπους, απεσύρθη απ” τους ενόχους ανθρώπους. Τέτοια ήταν η απόφαση που τον παρέδωσε στην αποσύνθεση: «Είσαι χώμα, και στο χώμα θα επιστρέψεις».

Η βασιλεία του θανάτου πάνω στα ζώα αποδεικνύει, όπως είπαμε, ότι ήταν στην φυσική κατάσταση του ανθρώπου να τελειώση σε αποσύνθεση. Παραμένοντας στο επίπεδο του ζώου, λόγω της προτίμησης που δόθηκε απ” αυτόν στην κλίση (τάση), έναντι της ηθικής υποχρέωσης, ο άνθρωπος συνέχισε να υπόκειται σ” αυτόν τον νόμο. Εάν όμως είχε υψωθεί με μια πράξη ηθικής ελευθερίας πάνω από το ζώο, δεν θα είχε να μοιρασθή την τύχη του (ιδέ επίσης πάνω στο Η19-22).

Από την προέλευση της αμαρτίας, και του θανάτου δια της αμαρτίας, ο Απόστολος περνά τώρα σε μια τρίτη ιδέα, την εξάπλωση του θανάτου. Άπαξ και εισήλθε στο ανθρώπινο γένος, ο θάνατος διήλθε, πέρασε σ” όλα τα όντα που το συνθέτουν: «Δια τούτο ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ ω πάντες ήμαρτον.»

«Δια τούτο, όπως δι” ενός ανθρώπου εμπήκε η αμαρτία εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατος, έτσι διαδόθηκε ο θάνατος και εις όλους τους ανθρώπους, επειδή όλοι αμάρτησαν.»

Οι δύο προθέσεις «εις» και «δια» στα δύο ρήματα «εισήλθεν» και «διήλθεν», δείχνουν ακριβώς αυτή την σύνδεση μεταξύ εισόδου και εξάπλωσης. Καθώς το δηλητήριο, άπαξ και καταποθή, διεισδύει σ” όλα τα μέρη του σώματος, έτσι συνέβη και με τον Αδάμ, μέσα στον οποίον περιεχόταν ουσιαστικά όλο το γένος. Δι” αυτού, η ροπή προς αποσύνθεση επέβαλε νικηφόρα τον εαυτόν της πάνω σ” όλα τ” άτομα που επρόκειτο να έλθουν στην ύπαρξη, έτσι που το καθένα απ” αυτά γεννιέται πεθαίνοντας.

Το «ούτως» («και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν«), το αποδίδουν κατά τρείς τρόπους:

α) «Ο θάνατος, έχοντας εισέλθει δι” ενός, απλώθηκε κατά τον ίδιο τρόπο (ούτως)…»

β) «Και έτσι (ούτως), λόγω αυτής της σύνδεσης μεταξύ αμαρτίας και θανάτου, ο θάνατος πέρασε σε όλους.»

γ) «Και άπαξ και εισήλθε (ούτως), κέρδισε ακριβώς με την είσοδο του την δύναμη να περάσει σε όλους». Άπαξ και διάβηκε το κατώφλι, ο εχθρός θα μπορούσε να προσβάλλει άμεσα όλους τους ενοίκους του σπιτιού.

Αλλά γιατί ο Παύλος να προσθέτει τις τελευταίες λέξεις, «εφ ω πάντες ήμαρτον»; Αυτές φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με την ιδέα που εκφράζεται στο πρώτο μέρος του εδαφίου. Με αυτές τις λέξεις μοιάζει ν” αποδίδει τον θάνατο του κάθε ανθρώπου, όχι στην αμαρτία του Αδάμ, αλλά στην δική του.

Οι ερμηνείες που έχουν δοθεί εδώ μπορούν να συνοψισθούν σε τρείς κατηγορίες:

1. Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου προέρχεται αποκλειστικά απ” τις δικές του αμαρτίες.

2. Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου προέρχεται εν μέρει απ” την αμαρτία του Αδάμ, και εν μέρει απ” τις δικές του αμαρτίες.

3. Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου προέρχεται αποκλειστικά μόνον απ” την αμαρτία του Αδάμ.

Η πρώτη εμηνεία είναι αδύνατη για τους εξής λόγους:

α) Το «ούτως» προφανώς δηλώνει ότι το κάθε άτομο πεθαίνει σαν συνέπεια της εισόδου της αμαρτίας, και ως εκ τούτου του θανάτου, μέσα στον κόσμο «δι” ενός ανθρώπου».

β) Αυτή η ιδέα θα ερχόταν σε αντίθεση με τον στόχο ακριβώς του όλου χωρίου, ο οποίος είναι να κάνει τον θάνατο όλων να οφείλεται στον Αδάμ, ακριβώς όπως η δικαίωση όλων βασίζεται στον Χριστό.

γ) Ο θάνατος των νηπίων θα ήταν ανεξήγητος μ” αυτή την ερμηνεία, διότι αυτά δεν μπορεί να έχουν φέρει τον θάνατο επάνω τους με την δική τους ατομική αμαρτία.

Η δεύτερη κατηγορία ερμηνευτών, τροποποιόντας κάπως τούτη την εξήγηση, λέγουν ότι η εξάπλωση του θανάτου στον κόσμο, σαν συνέπεια της αμαρτίας του Αδάμ, έλαβε χώρα μόνον κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, και λόγω μιας δευτερευούσης αιτίας, που είναι οι ειδικές αμαρτίες που διεπράχθησαν από τον κάθε άνθρωπο. Κατ” αυτή την άποψη υπάρχει μια προσωπική πράξη οικειοποίησης στο ζήτημα του θανάτου, η προσωπική αμαρτία, όπως υπάρχει μια αντίστοιχη, η πίστη, στο ζήτημα της σωτηρίας. (Δηλαδή, κατ” αυτή την άποψη, όπως δια πίστεως κάνεις δική σου την σωτηρία, έτσι, δια της προσωπικής σου αμαρτίας κάνεις δικό σου τον θάνατο, που ήλθε στο γένος μας μέσω του Αδάμ). Αλλά δεν μπορεί να δοθεί μια τέτοια ερμηνεία στο «εφ ω». Τούτη η ερμηνεία θ” απαιτούσε το «εφ όσον», ή κάποια άλλη παρόμοια φράση. Μετά, αυτή η έννοια αντιτίθεται στο εδάφιο 16, το οποίον αντιπαραθέτει κατ” ευθείαν την καταδίκη, σαν ένα πράγμα που έχει έλθει «δι ενός», με το δώρο της χάρης, σαν εφαρμοζόμενο στις αμαρτίες των πολλών.

Η τρίτη κατηγορία ερμηνειών μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ομάδες:

1. Εκείνες που παίρνουν το «εφ ω» σαν αναφορική αντωνυμία.

Έτσι π.χ. έχομε τις ερμηνείες:

«Κατά την διάρκεια της ύπαρξης (ή στην παρουσία του οποίου (θανάτου)) όλοι έχουν αμαρτήσει – δηλαδή, όταν ο κάθε άνθρωπος αμάρτανε, η βασιλεία του θανάτου ήταν ήδη εδώ κάτω», πράγμα που αποδεικνύει ότι ο θάνατος δεν ήλθε σαν συνέπεια των επί μέρους αμαρτιών του κάθε ατόμου, αλλά σαν συνέπεια της αμαρτίας του Αδάμ. Ο θάνατος εμφανίζεται εδώ σαν η ορατή απόδειξη της αόρατης κρίσης που επικρέμμεται επάνω στο ανθρώπινο γένος.

2. Ο δεύτερος τρόπος ερμηνείας σ” αυτή την τρίτη κατηγορία παίρνει το «εφ ω» σαν μια συνδετική φράση, «δια το ότι», και την συνδέει με την ιδέα που ακολουθεί: «Δια το ότι όλοι έχουν αμαρτήσει. Πως αμάρτησαν; Μέσω αυτού του ενός ανθρώπου που εισήγαγε την αμαρτία». Εδώ λείπει το «εν Αδάμ», «εφ ω πάντες ήμαρτον εν Αδάμ». Τούτη η ερμηνεία φαίνεται να είναι η πλέον σωστή, και ταιριάζει με το «εφ ω» όπως τούτο χρησιμοποιείται σε άλλα μέρη της Καινής Διαθήκης. (Σύγκρινε και Α” Κορ. ΙΕ22, «ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν»).

Κάποιος θα μπορούσε εδώ να ερωτήσει: Είναι δυνατόν να εξαρτάται η αιώνια τύχη ενός ελευθέρου και νοήμονος ατόμου από μια πράξη στην οποία δεν έχει λάβει κανένα μέρος με την θέληση και την συνείδηση του; Ασφαλώς όχι. Αλλά εδώ η ερώτηση δεν είναι για την αιώνια τύχη των ατόμων. Ο Παύλος εδώ μιλά πάνω απ” όλα για τον φυσικό θάνατο. Τίποτα απ” όλα εκείνα, που ανήκουν στην περιοχή όπου έχομε τον Αδάμ για πατέρα μας, δεν μπορεί να είναι αποφασιστικό για την αιώνια τύχη μας. Η ενότητα των ατόμων με την κεφαλή της πρώτης ανθρωπότητας δεν επεκτείνεται πέραν της περιοχής της φυσικής ζωής. Ό,τι ανήκει στη υψηλότερη ζωή του ανθρώπου, στην πνευματική δηλαδή, και στην αιώνια του ύπαρξη, δεν είναι πλέον ζήτημα του είδους (γένους), αλλά του ατόμου.

Το πλέον αδιαπέραστο μυστήριο στην ζωή της φύσης, (στην φυσική ζωή), είναι η σχέση μεταξύ του ατόμου και του είδους. Και είναι σ” αυτή την περιοχή που ανήκει αυτό που αποκαλύπτεται απ” τις λέξεις: «εφ ω (σ” αυτόν τον έναν άνθρωπο) πάντες ήμαρτον». Ο Αδάμ έλαβε την μοναδική αποστολή ν” αντιπροσωπεύσει το όλο είδος, που έτσι είναι συγκεντρωμένο σ” ένα μεμονωμένο άτομο. Ένα τέτοιο φαινόμενο δεν μπορεί να επαναληφθεί, τουλάχιστον στην περιοχή της φύσης. Η σχέση του καθενός από μας μ” εκείνον τον πρώτο άνθρωπο, που ήταν η ενσάρκωση του ιδίου του γένους μας, έχει κάτι επί πλέον από την σχέση που έχομε με κάθε άλλον συνάνθρωπό μας. Στην αποκάλυψη του έργου σωτηρίας που δόθηκε στον Απόστολο, αυτή η μυστηριώδης σχέση θεωρήθηκε δεδομένη, αλλά δεν εξηγήθηκε, γιατί ανήκει σε μια σφαίρα πάνω στην οποία δεν πέφτει η ακτίνα των αποκαλύψεων. Και είναι στα επόμενα δύο εδάφια, τώρα, που ο Απόστολος κρίνει αναγκαίο να καταδείξει την πραγματικότητα του γεγονότος που μόλις έχει αναγγείλει: Τον θάνατο όλων λόγω της αμαρτίας του ενός.

Ρωμαίους Ε 13,14

«Άχρι γαρ νόμου αμαρτία ην εν τω κόσμω, αμαρτία δε ουκ ελλογείται μη όντος νόμου. Αλλ” εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωυσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος εστί τύπος του μέλλοντος.»

«Μέχρι της εποχής του νόμου υπήρχε η αμαρτία εις τον κόσμον, αλλά δεν καταλογίζεται αμαρτία εφ” όσον δεν υπάρχει νόμος. Και όμως εβασίλευσε ο θάνατος από του Αδάμ μέχρι του Μωυσέως και εις εκείνους, που δεν αμάρτησαν κατά τρόπον όμοιον με την παράβασιν του Αδάμ, ο οποίος είναι τύπος του μέλλοντος να έλθη.»

Τούτα τα εδάφια κατά κανέναν τρόπο δεν συνηγορούν ότι ο θάνατος του κάθε ατόμου οφείλεται, ολοκληρωτικά ή εν μέρει, στις προσωπικές του αμαρτίες ( οι δύο πρώτες κατηγορίες ερμηνείας του «εφ ω πάντες ήμαρτον»). Εκείνο που θέλει να δείξει εδώ ο Παύλος είναι ο παραλληλισμός: Δικαίωση όλων μέσω του ενός, καταδίκη όλων λόγω του ενός.

Ο θάνατος, όπως μας είπε πιο πάνω, πέρασε επάνω σε όλους, δια το ότι («εφ ω») όλοι αμάρτησαν (εν Αδάμ). Με αυτό κατά νουν, εύκολα αντιλαμβανόμαστε την πορεία της ακόλουθης επιχειρηματολογίας: «Η αμαρτία ήταν σίγουρα στον κόσμο κατ” εκείνον τον καιρό. Εδώ θα μπορούσε κάποιος να μου πει, «ε, τότε, αυτός ήταν ο λόγος που οι άνθρωποι πέθαιναν». Αλλά απαντώ: Η προσωπική αμαρτία δεν λογαριάζεται εάν δεν υπάρχει νόμος, άρα δεν θα μπορούσε να ήταν αυτή η αιτία του θανάτου που γευόταν ο κάθε άνθρωπος. Και όμως, ο θάνατος εβασίλευσε ακόμη και επάνω σε κείνους που δεν είχαν, σαν τον Αδάμ, παραβιάσει έναν συγκεκριμένο νόμο.» Το συμπέρασμα τώρα είναι προφανές: «Όλα αυτά τα άτομα πέθαναν, όχι για δική τους αμαρτία, αλλά λόγω της αμαρτίας του Αδάμ».

Στις μέρες μας σήμερα, θα πρέπει να επιχειρηματολογούμε κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, για να εξηγήσωμε τον θάνατο των μη Χριστιανών και των νηπίων. Αυτοί πεθαίνουν, όχι γιατί έχουν αμαρτήσει προσωπικά, μια και είναι χωρίς νόμο, αλλά διότι όλοι αμάρτησαν εν Αδάμ.

Τούτη η σκέψη είναι σε πλήρη αρμονία με το αντικείμενο αυτού του χωρίου: Όλοι έχοντας καταδικασθεί εν Αδάμ ( καθώς αποδεικνύεται από τον θάνατο όλων), όλοι μπορούν παρόμοια να δικαιωθούν εν Χριστώ.

Έχοντας τώρα εξηγήσει την επιχειρηματολογία σαν σύνολο, ας επιστρέψωμε στις λεπτομέρειες του κειμένου.

«Άχρι γαρ νόμου αμαρτία ην εν τω κόσμω, αμαρτία δε ουκ ελλογείται μη όντος νόμου. Αλλ” εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωυσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος εστί τύπος του μέλλοντος.»

«Μέχρι της εποχής του νόμου υπήρχε η αμαρτία εις τον κόσμον, αλλά δεν καταλογίζεται αμαρτία εφ” όσον δεν υπάρχει νόμος. Και όμως εβασίλευσε ο θάνατος από του Αδάμ μέχρι του Μωυσέως και εις εκείνους, που δεν αμάρτησαν κατά τρόπον όμοιον με την παράβασιν του Αδάμ, ο οποίος είναι τύπος του μέλλοντος να έλθη.»

Το «άχρι νόμου» αναφέρεται στην περίοδο από τον Αδάμ έως τον Μωυσή. Σαν «νόμο» εννοεί έναν νόμο του ιδίου είδους με την εντολή που παρέβηκε ο Αδάμ. Προφανώς ένας τέτοιος είναι ο Μωσαϊκός νόμος.

Το «ελλογείν» είναι από το εν+λογίζειν, που δηλώνει την εγγραφή στο βιβλίο των λογαριασμών. Είναι τελείως αυθαίρετο να εφαρμόσωμε αυτή την λέξη στον προσωπικό καταλογισμό της συνείδησης.

Αλλά μήπως ο Απόστολος τότε διδάσκει το ανεύθυνο των αμαρτωλών, οι οποίοι, οι Εθνικοί, για παράδειγμα, δεν έχουν γραπτό νόμο; Όχι, διότι όλο το βιβλίο της Γένεσης, που περιγράφει την περίοδο μεταξύ Αδάμ και Μωυσή, θα διαμαρτυρόταν ενάντια σε κάτι τέτιο. Το υπό ερώτηση θέμα εδώ είναι ο άμεσος και προσωπικός καταλογισμός, που βασίζεται σε μια προειδοποίηση σαν αυτή: «Κατά την ημέρα που θα φας απ” αυτό θα πεθάνεις.» Η επιβολή της ποινής του θανάτου, σύμφωνα μ” αυτά τα Θεία λόγια, υποθέτουν αναγκαστικά έναν συγκεκριμένον νόμο που παραβιάστηκε, υποθέτουν, αν πάμε πιο βαθειά, μια θεοκρατική διακυβέρνηση που θεσπίσθηκε απ” τον Θεό. Μόνο σε τέτοιες περιστάσεις μπορεί ο παραβάτης του νόμου να φερθεί σε λογοδοσία, να κριθεί άμεσα, και να υποβληθεί, είτε σε θανατική καταδίκη, ή στην υποχρέωση του να κάνη μια εξιλεωτική πράξη, τέτοια όπως μια θυσία (που παίρνει την θέση της ποινής του θανάτου).

Έξω από μια τέτοια διακυβέρνηση, εκεί μπορεί να υπάρξουν άλλες μεγάλες απονομές κρίσης, συλλογικού και πειθαρχικού χαρακτήρα, τέτοιες όπως ο κατακλυσμός, η καταστροφή των Σοδόμων και Γομόρων, η εγκατάλειψη των Εθνών στην διαφθορά τους (κεφ. Α). Αυτές οι απονομές κρίσης είναι πλατειά παιδαγωγικά μέτρα, που ελήφθηκαν αναφορικά με όλο το ανθρώπινο γένος. Δεν έχουν τον χαρακτήρα ατομικών καταδικαστικών αποφάσεων, σαν εκείνες που βασίζονται σε κάποιο άρθρο ενός νόμου που παραβιάσθηκε, από ένα άτομο με πλήρη γνώση τούτου του νόμου. Σύγκρινε εδώ την διαφορά μεταξύ του «απολλούνται» και του «κριθήσονται», Β12.

Ρωμαίους Ε 14

«Αλλ” εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωυσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος εστί τύπος του μέλλοντος.»

«Αλλά»: «Αλλά παρ” όλα αυτά».

Η λέξη «βασίλευσε» δηλώνει μια δύναμη που εγκαταστάθηκε σταθερά πάνω στο γένος μας, και βασίζεται στο αμετακίνητο θεμέλιο της Θείας απόφασης που ανηγγέλθη πάνω σ” όλο το γένος.

Σαν «θάνατος» εδώ θεωρείται ο φυσικός θάνατος.

Οι άνθρωποι μεταξύ του Αδάμ και του Μωυσή πέθαιναν, παρ” όλο που δεν υπήρχε νόμος. Αυτός ο καταλογισμός της αμαρτίας του Αδάμ σαν την αιτία του θανάτου σε κάθε άτομο, θα ήταν τελείως ακατανόητος και ασυμβίβαστος με την δικαιοσύνη του Θεού, εάν επερνούσε πέραν της περιοχής της φυσικής ζωής, που είναι σημαδεμένη απ” την μυστηριώδη σχέση μεταξύ του ατόμου και του είδους του. Η συνέχεια θα δείξει ότι ευθύς ως υψωνόμαστε στην περιοχή της πνευματικής ζωής, το άτομο δεν εξαρτάται πλέον απ” αυτή την ενότητα του είδους, αλλά ότι εδώ αυτό κρατά τον αιώνιο προορισμό του στα δικά του χέρια.

«Και επί τους μη αμαρτήσαντας…»: Περικλείει όλο το ανθρώπινο γένος από τον Αδάμ έως τον Μωυσή, χωρίς διάκριση.

«Επί τω ομοιώματι της παραβάσεως του Αδάμ«, δηλαδή, παραβιάζοντας, σαν αυτόν, μια συγκεκριμένη απαγόρευση.

Απ” όλη αυτή την συζήτηση φαίνεται καθαρά ότι ο Αδάμ ήταν ο μόνος αίτιος της βασιλείας του θανάτου, και σε τούτο ακριβώς είναι ο αντίποδας Αυτού που επρόκειτο να έλθει, και να είναι η μόνη αρχή ζωής εδώ κάτω. Έτσι είναι εύκολο ν” αντιληφθούμε γιατί ο Απόστολος, μετά που εξηγεί την προέλευση του θανάτου, κλείνει με τις λέξεις «ος εστί τύπος του μέλλοντος», που δηλώνουν το άλλο μέλος του παραλληλισμού. Γι” αυτό και ο Μεσσίας εκαλείτο «ο ερχόμενος».

Η λέξη «τύπος» στην Βιβλική ορολογία δηλώνει (Α» Κορ. Ι 11) ένα γεγονός ή ένα πρόσωπο, που πραγματοποιεί ή ενσαρκώνει έναν νόμο (μια αρχή) της Βασιλείας του Θεού, ο οποίος θα πραγματοποιηθεί κάποτε στον χρόνο, με μια περισσότερο πλήρη και εμφανή μορφή, σ” ένα αντίστοιχο μελλοντικό γεγονός ή πρόσωπο. Ο Αδάμ είναι ο «τύπος» του Μεσσία, τόσο, όσο ο κάθε ένας απ” αυτούς σύρει κατόπιν του όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι, απ” το τι ό ένας υπήρξε για την ανθρωπότητα, μπορούμε να συμπεράνωμε το τι θα είναι γι” αυτήν ο άλλος που θα έλθει.

Ρωμαίους Ε 15

«Αλλ’ ουχ ως το παράπτωμα, ούτω και το χάρισμα. Ει γαρ τω του ενός παραπτώματι οι πολλοί απέθανον, πολλώ μάλλον η χάρις του Θεού και η δωρεά εν χάριτι τη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού εις τους πολλούς επερίσευσε».

«Πολλώ μάλλον», σημαίνει, «πολύ περισσότερον σίγουρα», και όχι στην ποσοτική έννοια, «πολύ περισσότερον άφθονα». Ο Απόστολος δεν στοχεύει εδώ να δείξη ότι υπάρχει περισσότερη χάρη εν Χριστώ, απ” ότι υπήρχε θάνατος εν Αδάμ. Εκείνο που θέλει να καταδείξη είναι ότι, εάν μια μικρή αιτία θα μπορούσε να φέρη την καταδικαστική απόφαση του θανάτου επάνω σ” όλο το ανθρώπινο γένος, αυτό το ίδιο γένος θα δοκιμάση στην ολότητα του το ευεργετικό αποτέλεσμα μιας πολύ πιο δυνατής αιτίας.

Η επιχειρηματολογία είναι εξαιρετικά τολμηρή. Είναι σαν να το έθετε έτσι: «Το παράπτωμα του Αδάμ έχει φθάσει και έως εμένα, έχοντας την δύναμη να με υποβάλλει σε θάνατο. Πόσο πιο πολύ σίγουρα η χάρη του Θεού και η δωρεά του Χριστού, συνδυασμένες, έχουν την δύναμη του να φθάσουν και σε μένα και να με σώσουν!»

Μια δεύτερη διαφορά είναι τώρα που αναγγέλεται στην συνέχεια.

Ρωμαίους Ε 16, 17

«Και ουχ ως δι” ενός αμαρτήσαντος το δώρημα. Το μεν γαρ κρίμα εξ ενός εις κατάκριμα, το δε χάρισμα εκ πολλών παραπτωμάτων εις δικαίωμα.

Ει γαρ τω του ενός παραπτώματι ο θάνατος εβασίλευσε δια του ενός, πολλώ μάλλον οι την περισσείαν της χάριτος και της δωρεάς της δικαιοσύνης λαμβάνοντες εν ζωή βασιλεύσουσι δια του ενός Ιησού Χριστού»

Στην περίπτωση του Αδάμ, όλο το γένος είναι παθητικά και συλλογικά υποκείμενο στην απόφαση του θανάτου. Στην περίπτωση ομως του Χριστού έχομε να κάνωμε με όντα που αρπάζουν ατομικά και προσωπικά την απόφαση που τους δικαιώνει. Εκεί μια και μόνο καταδίκη που τους αγκαλιάζει όλους μέσω του έργου του ενός. Εδώ μια δικαίωση, συλλογική μεν και αυτή, αλλά οικειοποιουμένη απ” τον καθέναν ατομικά, ενεργητικά, με μια πραξη της ελεύθερης θέλησης του, το οποίον σημαίνει, τόσες προσωπικές δικαιώσεις, όσοι αμαρτωλοί που πιστεύουν. Αν το βασίλειο, λοιπόν, του θανάτου εγκαθιδρύθηκε από την αμαρτία του ενός, και με τους άλλους να παίζουν παθητικό ρόλο, πόσο πιο σίγουρα θα εγκαθιδρυθεί το βασίλειο της ζωής, που ξεκίνησε από δυό πιο δυνατές πηγές, την χάρη του Θεού και την δωρεά του Ιησού Χριστού, τις οποίες οι άλλοι τις δέχονται όχι συλλογικά και παθητικά πλέον, αλλά ατομικά, με μια προσωπική πράξη πίστης. Τούτο σίγουρα θα εγκαθιδρύσει το βασίλειο της ζωής πολύ πιο σταθερά, απ” ότι το βασίλειο του θανάτου εθεμελιώθηκε πάνω στην καταδίκη όλων εν Αδάμ. Τούτη η αντίθεση που αναφέρεται σαν γεγονός στο εδάφιο 16, αποδεικνύεται στο εδάφιο 17, από μια επιχειρηματολογία ολοκληρωτικά όμοια μ” εκείνη του εδαφίου 15.

Στην πρώτη περίπτωση, το βασίλειο του θανάτου εγκαθιδρύεται πάνω στην καταδίκη ενός μόνου, που πέρασε στους άλλους συλλογικά και παθητικά. Στην δεύτερη περίπτωση, το βασίλειο της ζωής εγκαθιδρύεται μέσω μια δικαίωσης, συλλογικής μεν, αλλά που την κάνουν δική τους οι πολλοί, όχι παθητικά, ασυνείδητα, αλλά προσωπικά, με μια ελεύθερη πράξη πίστης ο καθένας. Πόσο πιο σίγουρο είναι το δεύτερο βασίλειο μέσα στον καθέναν! Πόσο πιο σίγουρα θα ζήσουν εν Χριστώ, απ” ότι πεθαίνουν εν Αδάμ!

Η έννοια εδώ έχει ως ακολούθως: Εάν μια αδύναμη περίπτωση, η μία αμαρτία (15α), ενός αμαρτωλού (16α), που οι άλλοι δέχονται την επιροή της παθητικά, μπορεί και επιφέρει τον θάνατο κάθε ανθρώπου (17α), πολύ πιο σίγουρα, η πιο δυνατή αιτία (16β), αφομοιωμένη απ” τον καθένα προσωπικά, θα παράγει σ” αυτόν ένα αποτέλεσμα όχι κατώτερο προς το αποτέλεσμα που παρήχθη απ” την πρώτη αιτία (17β). Εάν μια αδύνατη δηλητηριώδης αιτία, που εγώ δέχθηκα την επίδραση της παθητικά, μπόρεσε να παράγει τον θάνατο μου, μια ζωοδότρα αιτία πολύ πιο δυνατή, που εγώ την οικειοποιούμαι ενεργητικά, θα μου δώση πολύ πιο σίγουρα ζωή.

Ας μελετήσωμε τώρα το εδάφιο στις λεπτομέρειες του.

«Τω του ενός παραπτώματι». Βλέπομε ένα ολόκληρο γένος σκλαβωμένο, με τα κεφάλια τους παθητικά γερμένα κάτω απ” το ανελέητο σκήπτρο του θανάτου, μέσω της μεμονωμένης πράξης του ενός. Το «δια του ενός» προστίθεται σαν μια εκ των υστέρων σκέψη, για να δώση έμφαση στην ιδέα της παθητικότητας των ατόμων που υπόκεινται σ” αυτή την σειρά πραγμάτων. Τους βλέπει όλους σαν να περιέχονται μέσα στον έναν, αυτόν που ενήργησε για όλους.

«Ο θάνατος εβασίλευσε». Δηλώνει μια σταθερή σειρά πραγμάτων που θεσπίσθηκε, ενάντια στην οποία κανένα άτομο δεν έχει δυνατότητα αντίστασης. Τίποτα πιο απελπιστικό απ” αυτό το μεγάλο ιστορικό γεγονός της βασιλείας του θανάτου. Και όμως, είναι αυτό ακριβώς το γεγονός, που γίνεται στα μάτια του Αποστόλου μια βασική αρχή της πλέον δυναμικής ενθάρρυνσης και της πλέον δοξασμένης ελπίδας. Διότι αυτή η τρομερή βασιλεία του θανάτου, που εγκαθιδρύθηκε πάνω στο αδύναμο θεμέλιο μιας μόνον αμαρτίας ενός μόνον αμαρτωλού, μπορεί να υπηρετήση σαν ένα μέτρο για την κατά πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα της βασιλείας της ζωής, η οποία θα έλθει στο φως μεταξύ των δικαιωμένων, δια της ελευθέρας αποδοχής του δώρου του Θεού. Αυτή είναι η ιδέα του δευτέρου μέρους του εδαφίου.

Αντί γι” αυτό το απρόσωπο πλήθος που έχει εμπλακεί στην πράξη του ενός μόνον αμαρτωλού, και δι” αυτής στην καταδίκη του, ο Παύλος βλέπει ένα πλήθος μεμονωμένων ατόμων, που οικειοποιούνται, προσωπικά, συνειδητά και ελεύθερα, την πληρότητα του δώρου της δικαίωσης. Και αναρωτιέται, μ” έναν τόνο θριάμβου, εάν μια ένδοξη βασιλεία ζωής δεν θα ξεπηδήσει κάτω απ” αυτές τις συνθήκες, πολύ πιο σίγουρα απ” την απαίσια βασιλεία του θανάτου, που εγκατέστησε τον εαυτόν της πάνω στο αδύναμο θεμέλιο που μόλις αυτός ανέφερε.

Σ” αυτό το γεγονός, λαμβανόμενο από μόνο του, της ατομικής αποδοχής, όσον αφορά την χάρη, υπάρχει μια πλήρης διαφορά θέσεων συγκρινόμενη με την παθητικότητα των ατόμων στην αντίθετη πλευρά. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο γεγονός, που συνδυαζόμενο μ” αυτό, κανει απείρως μεγαλύτερη την δύναμη της αιτίας, στην ιδία πλευρά. Ο Απόστολος το έχει ήδη σημειώσει στο εδάφιο 15. Είναι η «χάρη του Θεού και η δωρεά του Ιησού Χριστού».

Έτσι, στο εδάφιο 17 βρίσκομε τις δύο αντιθέσεις που περιγραφήκανε προηγουμένως: «Εάν μια αδύναμη αντικειμενικά αιτία, χωρίς προσωπική οικειοποίηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων, έχει γίνει ικανή να εγκαταστήσει ένα βασίλειο θανάτου, για μεγαλύτερο λόγο, είναι σίγουρο, ότι μια περισσότερο δυνατή αντικειμενικά αιτία, και μια αιτία μάλιστα που τα αποτελέσματα της τα οικειοποιείσαι ατομικά, θα είναι ικανή να εγκαταστήση μια ένδοξη βασιλεία ζωής.»

Αυτή η τελευταία έκφραση σχηματίζει επίσης μια αντίθεση με την ανάλογη έκφραση στην πρώτη πρόταση, «ο θάνατος εβασίλευσε». Ο Απόστολος έχει μια τόσο βαθειά αποκάλυψη των πνευματικών πραγματικοτήτων που δεν του επιτρέπει να πει εδώ «η ζωή θα βασιλεύση»! Ο θάνατος βασιλεύει. Είναι ένας τύρρανος. Αλλά η ζωή δεν βασιλεύει. Δεν έχει υπηκόους. Αυτή κάνει βασιλείς. Σε αντίθεση της ζοφερής κατάστασης που κυριαρχεί σ” ένα βασίλειο σαν αυτό του θανάτου, είναι εδώ τα άτομα τα ίδια τα οποία, μετά που έχουν προσωπικά οικειοποιηθεί την δικαίωση, βασιλεύουν προσωπικά στην φωτεινή περιοχή της ζωής. Γι” αυτό, αντί να πει, «η ζωή θα βασιλεύση», λέγει, «εν ζωή βασιλεύσουσι». Ιδέ πάνω σ” αυτή την βασιλεία τι λέγει ο Παύλος, Δ13, για την «κληρονομιά του κόσμου», και μετά το «καυχώμενοι», Ε11, και τέλος το Η17.

Το «εν ζωή» δεν δηλώνει μια χρονική περίοδο, όπως όταν λέμε, «σε αιώνια ζωή», γιατί τότε θα χρειαζόταν το άρθρο («εν τη ζωή»). Καθώς αυτή η έκφραση τίθεται σε αντίθεση στο «βασιλεία του θανάτου», δηλώνει τον τρόπο ή την φύση της βασιλείας των πιστών. Μια νέα, άγια, ανεξάντλητη και νικηφόρα ζωτικότητα θα διαποτίζη εκείνους τους λήπτες της δικαίωσης, και θα τους κάνει τόσο πολύ βασιλείς. Εάν η συλλογική καταδίκη μπορεί και κάνει τον κάθε έναν απ” αυτούς να υπόκειται στον θάνατο, το συμπέρασμα εδώ θα έπρεπε να είναι ότι, η ατομική τους δικαίωση θα κάνει τον καθέναν απ” αυτούς έναν βασιλιά εν ζωή.

Το «πολλώ μάλλον» σημαίνει «πολύ περισσότερον σίγουρα». Αναντίρρητα, υπάρχει μεγαλύτερη περίσσεια ζωής εν Χριστώ, απ” ότι υπήρχε δύναμη θανάτου εν Αδάμ. Αλλά δεν είναι αυτό που λέγει εδώ ο Παύλος. Δεν στοχεύει να θέση μια αντίθεση ποιότητας μεταξύ «ζωής» και «θανάτου», ή μια αντίθεση ποσότητας (περισσότερον ζωή απ” ότι θάνατος). Είναι ένας μεγαλύτερος βαθμός βεβαιότητας που αυτός διακηρύσσει και καταδεικνύει εδώ. Δικαιωμένοι, θα βασιλεύσωμε ακόμη περισσότερο σίγουρα εν Χριστώ, απ” ότι ως καταδικασθέντες είμαστε νεκροί εν Αδάμ. Η μελλοντική μας δόξα είναι περισσότερο σίγουρη απ” ότι ο θάνατος μας. Διότι μια πιο δυναμική αιτία, και μια αιτία που τα αποτελέσματα της αφομειώνονται ατομικά, θα μας κάνει να ζήσωμε «ακόμα περισσότερο σίγουρα» («πολλώ μάλλον»), απ” ότι η αδύναμη και μη οικειοποιουμένη ατομικά αιτία στην πρώτη περίπτωση, στην περίπτωση του Αδάμ, μας έκανε να πεθάνουμε.

«Δια του ενός Ιησού Χριστού». «Του ενός»: Του μόνου εκείνου ένα, καθώς αντιτίθεται στον άλλον «μόνον έναν», τον Αδάμ, δηλαδή. «Δια του ενός ο οποίος είναι ο Ιησούς Χριστός». Αυτές οι τελευταίες λέξεις μας θυμίζουν ότι Αυτός είναι τον μόνο όργανο της Θείας αγάπης, και ότι εάν οι αποδέκτες έχουν μια δικαίωση να οικειοποιηθούν, είναι μόνον εκείνη την οποίαν Αυτός έχει αποκτήσει γι” αυτούς.

Πάλι, σ” αυτό το σημείο (εδ. 15,16), η αιτιολόγηση του Αποστόλου είναι θαυμαστά θαρραλέα. Είναι σαν κάποιος δικαιωμένος αμαρτωλός να τολμούσε να βρεί, στην δύναμη ακριβώς της σαρκικής επιθυμίας που τον έσυρε μέσα στο κακό, την αναμφισβήτητη απόδειξη της δύναμης, που θα ασκηθεί ακόμα πιο σίγουρα επάνω του, δια της χάρης του Θεού και του Ιησού Χριστού, να τον σώση.

Ας συνοψίσωμε αυτό το χωρίο, μοναδικό καθώς είναι στο είδος του:

Το εδάφιο 15 καταδεικνύει την παγκόσμια ισχύ της δικαίωσης εν Χριστώ. Η επιχειρηματολογία έχει την ακόλουθη σειρά: Εάν μια αιτία τόσο αδύνατη, σαν το μεμονωμένο παράπτωμα του Αδάμ, μπόρεσε και εμπηρέασε έναν κύκλο τόσο μεγάλο, όσον εκείνον του όλου πλήθους του ανθρωπίνου γένους, για μεγαλύτερο λόγο πρέπει μια κατά πολύ πλουσιώτερη αιτία (η διπλή χάρη, του Θεού και του Ιησού Χριστού) να επεκτείνη την ενέργεια της πάνω σ” αυτό το ίδιο πλήθος. (Εάν ένα ποδήλατο ρίχνει τον τοίχο, πόσο πιο σίγουρα θα τον ρίξουν δύο μπουλντόζες μαζί). Είναι η παγκοσμιότητα του Ευαγγελίου, το «εις πάντας» του εδαφίου Γ22, που αποδεικνύεται απ” αυτήν ακριβώς την παγκοσμιότητα του θανάτου.

Βεβαιωμένη, στο εδάφιο 16, η ατομική αποτελεσματικότητα της δικαίωσης του κάθε πιστού, που επετεύχθη δια του Χριστού, αποδεικνύεται στο εδάφιο 17: Το παράπτωμα του ενός μπορεί και επιφέρει τον θάνατο τόσων ατόμων, οι οποίοι δεν είχαν λάβει προσωπικά μέρος στην πράξη του. Επομένως, και «πολύ περισσότερον σίγουρα», το κάθε ένα από εκείνα τα ίδια άτομα, οικειοποιούμενο προσωπικά μια δύναμη πολύ ανώτερη σε ενέργεια από την προηγουμένη (την δικαίωση που προσφέρει η χάρη του Θεού και του Χριστού), θα γίνη δι” αυτής ένας κάτοχος ζωής.

Εδώ είναι η ατομικότητα του Ευαγγελίου, το «επί πάντας τους πιστεύοντας», του Γ22, πλήρως αποδεικνυόμενο απ” το γεγονός ακριβώς του ατομικού τους θανάτου εν Αδάμ.

Έχομε έτσι φθάσει στην πλήρη ανάπτυξη της έννοιας αυτών των δύο λέξεων, «παντί», και «τω πιστεύοντι», «σε όλους», και «στον καθέναν (πιστεύοντα)», οι οποίες αποκαλύπτουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του Ευαγγελίου, σύμφωνα με το Α16.

Καθώς η επιχειρηματολογία των εδαφίων 12-14 ήταν μια αναγκαία βάση συλλογισμού για εκείνη των εδαφίων 15-17, η τελευταία ήταν μια όχι λιγώτερο αναπόφευκτη βάση συλλογισμού για το συμπέρασμα που τελικά εξάγεται στα εδάφια 18,19. Πράγματι, για να έχη το δικαίωμα ο Απόστολος να βεβαιώση, καθώς κάνει σ” αυτά τα εδάφια, την παγκοσμιότητα του θανάτου εν Αδάμ, θα πρέπει ν” αποδείξη πρώτον, ότι όλοι οι άνθρωποι πέθαναν εν Αδάμ, και όχι μέσω των δικών τους έργων – αυτό είναι το περιεχόμενο των εδαφίων 12-14. Μετά προχωρά να πει ότι, απ” αυτόν τον παγκόσμιο και ατομικό θάνατο εν Αδάμ, εκεί έπεται η βεβαιότητα του παγκόσμιου προορισμού, και της ατομικής εφαρμογής της δικαίωσης εν Χριστώ – αυτό είναι το περιεχόμενο των εδαφίων 15-17.

Ρωμαίους Ε 18

«Άρα ουν ως δι” ενός παραπτώματος εις πάντας ανθρώπους εις κατάκριμα, ούτω και δι” ενός δικαιώματος εις πάντας ανθρώπους εις δικαίωσιν ζωής».

«Ώστε λοιπόν, καθώς το αποτέλεσμα της παρακοής του ενός ήτο η καταδίκη όλων των ανθρώπων, έτσι και το αποτέλεσμα μιας δικαίας πράξεως ήτο δικαίωσις και ζωή δι” όλους τους ανθρώπους.»

«Κατάκριμα» (απόφαση καταδίκης). Δηλώνει την καταδίκη σε θάνατο που έχει πέσει πάνω στο ανθρώπινο γένος, εκείνο το «χώμα είσαι και εις το χώμα θα επιστρέψεις». Εδώ δεν υπάρχει αναφορά στην αιώνια καταδίκη («απώλεια»).

«Δι” ενός δικαιώματος». Πολλοί ερμηνευτές εφαρμόζουν αυτή την έκφραση στην άγια ζωή του Ιησού, η οποία ήταν, απ” την αρχή έως το τέλος της, πράγματι, μια μεγαλειώδης πράξη δικαιοσύνης, ή στον εξιλεωτικό θάνατο Του, σαν το αποκορύφωμα εκείνης της τέλειας ζωής. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν είναι δεκτή, γιατί η έννοια της λέξης «δικαίωμα» δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη που έχει στο εδάφιο 16, «απόφαση δικαίωσης», σαν αντίθεση στην «απόφαση καταδίκης» («κατάκριμα»). Δεν ισχύει επίσης και για τον λόγο ότι, στην ορολογία του Παύλου, είναι ο Θεός και όχι ο Ιησού Χριστός που δικαιώνει (Η33, «Θεός ο δικαιών»).

Με το «εν δικαίωμα» θα πρέπει ν” αντιληφθούμε μια Θεία πράξη. Και τούτη είναι η μία συλλογική πράξη δικαίωσης, η οποία, σαν συνέπεια του θανάτου του Χριστού, έχει αναγγελθεί προς χάριν όλων των αμαρτωλών, και της οποίας, καθώς έχομε δει, Δ25, η ανάσταση του Ιησού ήτο ταυτόχρονα το αποτέλεσμα και η απόδειξη. Είναι πάντα αυτή η ιδία Θεία δήλωση δικαίωσης, που τίθεται σε ισχύ, στην περίπτωση του κάθε αμαρτωλού, καθώς αυτός πιστεύει. Άρα το «δι” ενός δικαιώματος» σημαίνει, «δια μιας πράξης δικαίωσης».

Το ρήμα που υπονοείται και εδώ είναι «απέβη» (παρελθόν, όχι «αποβαίνει», ούτε «θα αποβεί»), διότι το υπό ερώτηση θέμα είναι ένα τετελεσμένο γεγονός.

«Εις δικαίωσιν ζωής». Εκεί οδηγεί αυτή η απόφαση της δικαίωσης. Ο Απόστολος δεν λέγει ότι όλοι θα δικαιωθούν ατομικά, αλλά δηλώνει ότι, δυνάμει της μιας μεγάλης απόφασης που έχει αναγγελθεί, όλοι μπορούν να δικαιωθούν, με την προϋπόθεση της πίστης.

«Εις δικαίωσιν ζωής»: Δικαίωση που παράγει ζωή. Με αυτή την λέξη «ζωή» ο Απόστολος εδώ δηλώνει, πρώτα απ” όλα, πνευματική ζωή (ΣΤ 4,11,23), την επαναποκατάσταση της αγιότητας. Μετά, στο τέλος, την επανόρθωση και τον δοξασμό του ιδίου του σώματος (Η11). Η λέξη έτσι υπονοεί προκαταβολικά το όλο περιεχόμενο του τμήματος που ακολουθεί (κεφ. ΣΤ-Η).

Ρωμαίους Ε 19

«Ώσπερ γαρ δια της παρακοής του ενός ανθρώπου αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί, ούτω και δια της υπακοής του ενός δίκαιοι κατασταθήσονται οι πολλοί.»

«Διότι όπως δια της παρακοής του ενός ανθρώπου οι πολλοί έγιναν αμαρτωλοί, έτσι και δια της υπακοής του ενός θα λάβουν δικαίωσιν οι πολλοί».

Δύο ιστορικά γεγονότα κατευθύνουν την ζωή του ανθρωπίνου γένους (εδ. 18). Η καταδίκη που το σκοτώνει, και η δικαίωση που του δίνει ζωή. Αυτά τα δύο μεγάλα γεγονότα βασίζονται σε δύο ατομικές ηθικές πράξεις: Μια πράξη υπακοής, και μια πράξη ανυπακοής. Η επέκταση τώρα πάνω σε όλους του παραχθέντος αποτελέσματος, και στις δύο περιπτώσεις, μπορεί να εξηγηθεί μόνο κάτω από μια προϋπόθεση, την δυνατότητα ενεργείας, εμπηρεασμού, του ενός πάνω στους πολλούς μέσα στο γένος.

«Αμαρτωλοί κατεστάθησαν«: Θεωρήθηκαν σαν αμαρτωλοί (δια της απόφασης του θανάτου που επεβλήθη και πάνω σ” αυτούς, εδ. 18), διότι πράγματι κατεστάθησαν αμαρτωλοί εν Αδάμ (εδ. 19). Οι τελευταίες λέξεις του εδαφίου 12 περιέκλειαν ήδη την ίδια ιδέα. Αυτοί όλοι συμμετείχαν μυστηριωδώς στο παράπτωμα του ενός («εφ ω πάντες ήμαρτον»). Το πρώτο γεγονός, δια του οποίου προέκυψε η ροπή προς την αμαρτία για όλο το ανθρώπινο γένος, βεβαιώνεται στο εδάφιο μας 19.

Ρωμαίους Ε21

«Ίνα ώσπερ εβασίλευσεν η αμαρτία εν τω θανάτω, ούτω και η χάρις βασιλεύση δια δικαιοσύνης εις ζωήν αιώνιον δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών.»

«Ώστε, καθώς εβασίλευσε η αμαρτία δια μέσου του θανάτου, έτσι να βασιλεύση και η χάρις δια της δωρεάν δικαιώσεως, με αποτέλεσμα την αιώνιον ζωήν δια του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας».

Αυτό το εδάφιο δηλώνει τον παγκόσμιο στόχο αυτής της Θείας χάρης, που φαινόταν κατά πρώτον ν” αφορά τον Ισραήλ. Ο Παύλος έχει εδώ επιστρέψει στην γενική ιδέα του όλου χωρίου.

Τούτη η υπεραφθονία χάρης, συγνώμης πάνω σ” αυτή την περίσσεια της αμαρτίας στο μέσον του Ιουδαϊκού κόσμου, είχε λοιπόν σαν στόχο της («ίνα») να επιδείξη την χάρη κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να βεβαιώση τον θρίαμβο της πάνω στο βασίλειο της αμαρτίας σ” όλη την γη, και να αντικαταστήση μια οικονομία με μια άλλη.

«Ώσπερ»: Το έργο της χάρης δεν πρέπει να μείνει ούτε σε έκταση ούτε σε αποτελεσματικότητα πίσω από εκείνο της αμαρτίας.

Οι λέξεις «εν τω θανάτω» μας θυμίζουν ότι η βασιλεία της αμαρτίας είναι παρούσα, αποκαλύπτοντας τον εαυτόν της στο χειροπιαστό γεγονός του θανάτου.

Η έννοια, «δια του θανάτου», δεν θα έδινε καμμία καθαρή ιδέα. Δεν είναι η αμαρτία που βασιλεύει δια του θανάτου, είναι ο θάνατος, αντιθέτως, που βασιλεύει δια της αμαρτίας.

Την αντίθεση στο «εν τω θανάτω» την βρίσκομε μεταξύ των δύο όρων, «δια δικαιοσύνης», και «εις ζωήν». «Δικαιοσύνη» εδώ, όπως σ” όλο τούτο το τμήμα του οποίου το παρόν εδάφιο είναι η συνόψιση, είναι η δικαίωση που χορηγείται κατά χάριν απ” τον Θεό στην πίστη (δεν αναφέρεται σε ηθική δικαιοσύνη). Εξ αυτού ο Απόστολος λέγει ότι «η χάρις βασιλεύση δια δικαιοσύνης». Είναι πράγματι μέσα απ” την ελεύθερη δικαίωση που η χάρη εγκαθιστά την βασιλεία της.

Ο στόχος της δικαίωσης είναι «ζωή». Αλλά αυτό το «αιώνια ζωή» δεν αναφέρεται μόνον στην μελλοντική δόξα. Συμπεριλαμβάνει και την αγιότητα η οποία από εδώ και εμπρός θα εκπηγάσει απ” την κατάσταση της δικαίωσης (σύγκρινε ΣΤ4,11,23).

Οι τελευταίες λέξεις, «δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών», είναι η τελική ηχώ της σύγκρισης που ήταν το θέμα αυτού του χωρίου. Να το ξαναπούμε: Δια του παγκοσμίου και ατομικού για τον καθένα γεγονότος του θανάτου, που οφείλεται εις έναν, ο Παύλος θέλησε να καταδείξη την πραγματικότητα της παγκόσμιας και ατομικής για τον καθέναν δικαίωσης που ξεκινά πάλιν από έναν – παγκόσμια όσον αφορά την έκταση του αποτελέσματος της, ατομική λόγω της εφαρμογής της σε κάθε πιστό χωριστά. Και τώρα – έτσι αυτές οι τελευταίες λέξεις φαίνεται να λέγουν – ο Αδάμ πάει πέρασε, ο Χριστός μόνος μένει.

Αδάμ και Χριστός

Μελετόντας το προηγούμενο κομμάτι βλέπομε ότι οι συνέπειες που ο Παύλος συνάγει απ” την ενότητα μας με τον Αδάμ, ανήκουν σε μια ολοκληρωτικά διαφορετική σφαίρα απ” αυτές που πηγάζουν, σύμφωνα μ” αυτόν, απ” την ενότητα μας με τον Χριστό. Με τον Αδάμ είμαστε συνδεδεμένοι μέσω του γεγονότος της γέννησης. Ο κάθε άνθρωπος εμφανίζεται εδώ κάτω, κατά κάποιον τρόπο, σαν ένα μικρό κομμάτι εκείνου του πρώτου ανθρώπου, στον οποίον προσωποποιήθηκε ολόκληρο το γένος. Ο Αδάμ, όπως είπε κάποιος, είναι η «ουσία της φυσικής ανθρωπότητας». Και καθώς η γέννηση, δια της οποίας εμείς προερχόμαστε απ” αυτόν, είναι ένα γεγονός έξω απ” την συνείδηση, και ανεξάρτητο απ” την προσωπική μας θέληση, όλα εκείνα που ανήκουν στην περιοχή αυτής της φυσικής ύπαρξης, δεν μπορεί να έχουν κανέναν άλλον, παρά έναν εκπαιδευτικό και προσωρινό χαρακτήρα. Και ο θάνατος, για τον οποίον ο Παύλος μιλά σ” όλο αυτό το χωρίο, δεν είναι, όπως είδαμε, αιώνια καταδίκη, αλλά ο θάνατος στην συνήθη έννοια της λέξης. Η αμαρτία και η τάση προς το κακό που επικολλήθηκαν επάνω μας σαν παιδιά του Αδάμ, καθώς επίσης και τα ατομικά σφάλματα που μπορούμε να διαπράξωμε σ” αυτή την κατάσταση, μας τοποθετούν αναμφίβολλα σε μια κρίσιμη θέση, αλλά υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να αποφύγωμε την αιώνια καταδίκη. Τούτα όλα, μπορεί να πει κάποιος, πιο πολύ δουλεύουν στο να υψώσουν την αίσθηση της επιτακτικής ανάγκης της σωτηρίας, που είναι έμφυτη σε κάθε ανθρώπινη ψυχή.

Φθάνοντας τώρα στο κατώφλι της άλλης, της ανωτέρας περιοχής, βρίσκομε τους εαυτούς μας πρόσωπο με πρόσωπο με μια νέα και ολοκληρωτικά διαφορετική ενότητα, που μας προσφέρεται εν Χριστώ. Τούτη η ενότητα δεν συνάπτεται δι ενός φυσικού και ασυνειδήτου δεσμού, αλλά δια της ελευθέρας και θεληματικής πράξης της πίστης. Και είναι εδώ μόνον, στο κατώφλι της περιοχής αυτής της νέας ζωής, που οι ερωτήσεις για την αιώνια τύχη του ατόμου υψώνονται και αποφασίζονται. Κάποιος είπε, «Ο Χριστός είναι η Θεία ιδέα της ανθρωπότητας». Και είναι πράγματι αυτή η ιδέα, τέλεια πραγματοποιημένη.

Η πρώτη ανθρωπότητα που δημιουργήθηκε εν Αδάμ, με το χαρακτηριστικό της ελευθερίας της εκλογής, ήταν μόνο οι «χονδρές γραμμές», το περίγραμμα της ανθρωπότητας, καθώς τελικά την προόριζε ο Θεός, και το χαρακτηριστικό της οποίας, καθώς και του Ιδίου του Θεού, είναι η αγιότητα. Ο άνθρωπος ο οποίος δια πίστεως σύρει την δικαίωση και την ζωή του απ” την νέα κεφαλή της ανθρωπότητας, προοδευτικά υψώνεται στο επίπεδο αυτής της κεφαλής, ή όπως λέγει ο Παύλος, «στο τέλειο ανάστημα του Χριστού«.

Ο άνθρωπος όμως που αρνείται να συνάψη αυτόν τον δεσμό ενότητας με τον δεύτερο Αδάμ, παραμένει, γι” αυτόν ακριβώς τον λόγο, στην φθαρτή του φύση. Είναι πλέον ο ίδιος υπεύθυνος γι” αυτό, διότι ακριβώς έχει αρνηθεί ν” ανταλλάξη αυτήν για την νέα που του προσεφέρθη, ενώ είναι ταυτόχρονα και υπεύθυνος για τις εθελοντικές παραβάσεις που προσετέθηκαν απ” τον ίδιο σε κείνη του πρώτου του πατέρα. Φθείροντας τώρα τον εαυτόν του περισσότερο και περισσότερο με τις ένοχες επιθυμίες του, προχωρά, λόγω δικού του σφάλματος, σε αιώνια απώλεια, στον δεύτερο θάνατο. Τούτο δεν είναι κάτι που το κληρονομεί απ” τον Αδάμ.

Έτσι εξηγήθηκε και γιατί οι πιστοί πεθαίνουν, παρόλη την συγχώρηση των αμαρτιών τους. Ο θάνατος δεν είναι ατομική τιμωρία, και δεν υπάρχει καμμία σύνδεση αυτού του γεγονότος και της συγνώμης των αμαρτιών, που χορηγήθηκε στα άτομα που πιστεύουν. Ο θάνατος, σαν μια κρίση πάνω σ’ όλο το ανθρώπινο γένος, θα παραμείνει έως την τελική ολοκλήρωση του έργου του Χριστού (Α’ Κορ. ΙΕ26).

Τώρα, καθώς το σώμα πεθαίνει λόγω της μιας αμαρτίας, η οποία δεν είναι δική του ατομικά, έτσι το πνεύμα ζει σαν συνέπεια της μιας δικαιοσύνης, η οποία δεν είναι δική μας, Ρωμαίους Η10.

Εάν όλοι πέθαναν διά του Αδάμ, είναι διότι όλοι κατελήφθησαν υπό θανάτου εν αυτώ, στον οποίον εμπεριεκλείσθησαν. Εάν όλοι πρόκειται να ζήσουν πάλι διά του Χριστού, είναι διότι υπάρχει εν Αυτώ η δύναμη που τους δικαιώνει, και η οποία θα τους κάνει να ξαναζήσουν, λόγω της σχέσης τους προς Αυτόν.

ΠΩΣ ΝΙΚΗΘΗΚΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Είμαστε στην σκηνή της μεταμόρφωσης. Μας αναφέρει ο Λουκάς στο Θ31: «Οί οφθέντες εν δόξη (Ο Μωυσής και ο Ηλίας) έλεγον την έξοδον αυτού ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ». Ο θάνατος Του δεν ήταν το τέλος της ζωής Του, αλλά το μέσον που εκπληρώθηκε («πληρούν») ένας στόχος, ποιός; Ο θάνατος του θανάτου. Τούτο ο θάνατος είναι η αρχή (κανόνας) του θανάτου για όλο το ανθρώπινο γένος (Β’ Κορ. Ε14-17). Με αυτόν όμως τον τρόπο γίνεται και το μέσον της παγκόσμιας ανανέωσης.

Απόδειξη ότι νικήθηκε ο θάνατος, η ανάσταση του Κυρίου. Ακόμα όμως δεν έχει καταργηθεί. Αυτό θα γίνει στο τέλος της χιλιετίας.

Η δύναμη του θανάτου που δουλώνει τις καρδιές είναι ο φόβος. Άπαξ και αυτός κατανικηθεί, ο θάνατος εύκολα αντιμετωπίζεται. Απ’ αυτόν τον φόβο μας ελευθερώνει ο Κύριος, (Εβραίους Β14,15) (κάτι που το νοιώθεις, π.χ. στην εγχείριση).

Στον Ψαλμό ΚΓ μας λέγει: Εάν ο Κύριος είναι ο ποιμένας μας, τότε σαν αποτέλεσμα: «Και εν κοιλάδι σκιάς θανάτου εάν περιπατήσω, δεν θέλω φοβηθή κακόν», (όχι «δεν πρέπει να φοβηθώ», αλλά, «δεν θέλω φοβηθή»).

Ειδικώτερα, το πώς νικήθηκε ο θάνατος, το διαβάζουμε στο Α’ Κορ. ΙΕ55,56:

«Που σου, θάνατε, το κέντρον; Που σου, άδη, το νίκος; Το δε κέντρον του θανάτου η αμαρτία, η δε δύναμις της αμαρτίας ο νόμος».

«Που είναι θάνατε το κεντρί σου; Που είναι, Άδη, η νίκη σου;

Το κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία, η δε δύναμις της αμαρτίας ο νόμος».

Λόγια θριάμβου γιά την αιώνια νίκη πάνω στον θάνατο.

Ο θάνατος εδώ περιγράφεται σαν ένα δηλητηριώδες ζώο, κάτι π.χ. σαν σκορπιός, που θανατώνει με το κεντρί του. Εκεί βρίσκεται η θανατηφόρα του δύναμη, που ασκεί πάνω στους ανθρώπους.

Η ήττα του θανάτου περιλαμβάνει δύο πράγματα: α) Την ανάσταση των νεκρών. β) Την αθανασία αυτών που θα βρεθούν στην δόξα, αλλά και των άλλων που θα καταδικασθούν.

Και ποιά να είναι η ηθική εξήγηση αυτής της νίκης πάνω στον θάνατο; Πως αυτή η δύναμη που ασκεί ο θάνατος θα συντριβεί ολοκληρωτικά, και στην εμεπιρία που νοιώθει ο πιστός, αλλά και στην όλη της πραγματικότητα;

Τούτο θα το καταλάβουμε εάν διεισδύσουμε σε κείνες τις βαθύτερες προϋποθέσεις που έστρωσαν το θεμέλιο της βασιλείας του θανάτου. Εκεί θα μας διευκρινισθεί, πως ο Κύριος καταργόντας τες, πέτυχε αυτό το γιγάντιο αποτέλεσμα, τον θάνατο του θανάτου.

Ας κατεβούμε μαζί με τον Ίδιο τον Ιησού σ” αυτό το μυστηριώδες εργαστήρι, όπου ο θάνατος παρασκευάζει τα θανατηφόρα δηλητήρια του, να δούμε, πως ο Κύριος μας, ο κατακτητής του θανάτου, κατάφερε να δώση ένα τέρμα σ” αυτή την μυστηριώδη και μοχθηρή δύναμη.

Οι ηθικές βάσεις της βασιλείας του θανάτου είναι αυτές οι δύο: Η αμαρτία και ο νόμος.

Ήταν λόγω αμαρτίας που ο θάνατος κέρδισε την δύναμη του πάνω στον άνθρωπο: «Κατά την ημέρα που δεν θα υπακούσεις, θα πεθάνεις» (Γένεση Β17). «Όπως δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εισήλθε εις τον κόσμον, και διά της αμαρτίας ο θάνατος…» (Ρωμαίους Ε12).

Εάν ο άνθρωπος δεν είχε αμαρτήσει, θα υψωνόταν στην σφαίρα της άφθαρτης ζωής, ομαλά, προοδευτικά, χωρίς να χρειαζόταν να περάσει απ” αυτά τα στάδια της διάλυσης της ύπαρξης του, απ” αυτή την αποσύνθεση του σώματος του.

Ήταν λόγω αμαρτίας που ο θάνατος μπόρεσε να τον διατρυπήσει με το θανατηφόρο βέλος του: «Το σώμα είναι νεκρό λόγω της αμαρτίας» (Ρωμαίους Η10).

Αλλά τι έδωσε στην αμαρτία αυτή την τρομερή δύναμη; Ο «νόμος«, απαντά ο Λόγος του Θεού. Διαβάζουμε στο Ρωμαίους Ε13: «Δεν καταλογίζεται αμαρτία εφόσον δεν υπάρχει νόμος«. Όταν δεν υπάρχει νόμος, μπορεί να υπάρχουν σφάλματα, αλλά δεν υπάρχει συγκεκριμένη ανυπακοή, απειθαρχία. Είναι ο παραβιασμένος νόμος που δίνει στην αμαρτία τον χαρακτήρα, «αμαρτία με χείρα υπερήφανον» (Αριθμοί ΙΕ30), όπως την ονομάζει η Παλαιά Διαθήκη. Δηλαδή, όταν υπάρχει νόμος, είναι παράβαση που γίνεται συνειδητά και ελεύθερα, είναι ανταρσία, δεν είναι απλό σφάλμα. Επομένως, μόνον ο νόμος μπορεί να κάνει την αμαρτία μιά πράξη που ν” αξίζει, να δικαιούται αποστέρηση ζωής, θανατική ποινή.

Εάν η αμαρτία είναι το κεντρί διά του οποίου ο θάνατος ζητά να μας σκοτώσει, είναι ο νόμος που κάνει αυτό το κεντρί να διεισδύσει αρκετά βαθειά, ώστε να φθάσει τις πηγές της ζωής, και να τις κάνει πηγές θανάτου.

Ο θρόνος του θανάτου εδράζεται λοιπόν σε δύο βάσεις: Την αμαρτία, που απαιτεί καταδίκη, και τον νόμο που την απαγγέλει. Ακριβώς, ήταν αυτές που κτύπησε το έργο του Ιησού Χριστού, του Λυτρωτή.

Α’ Κορ. ΙΕ 57

«Τω δε Θεώ χάρις τω διδόντι ημίν το νίκος διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».

«Αλλ” ας ευχαριστούμε τον Θεόν, που μας δίνει την νίκην διά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού«.

Η νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο έχει δύο πλευρές: Η μία αναφέρεται εις τον εαυτόν Του, η άλλη αφορά εμάς, τους ανθρώπους.

α) Πρώτα απ” όλα κατανίκησε την αμαρτία αναφορικά με τον εαυτόν Του, αρνούμενος σ” αυτήν το δικαίωμα ύπαρξης μέσα Του. Την καταδίκασε σε ανυπαρξία στην σάρκα Του, παρόλο που αυτή ήταν όμοια με την δική μας αμαρτωλή σάρκα. Διαβάζουμε στο Ρωμαίους Η3,4: «Εκείνο που δεν μπορούσε να κάνει ο νόμος, επειδή του έλειπε η δύναμις ένεκα της αντιστάσεως της σαρκός, το έκανε ο Θεός με το να στείλη τον Υιόν του με σώμα που έμοιαζε με το δικό μας αμαρτωλό σώμα και ως θυσίαν διά την αμαρτίαν, και κατεδίκασε την αμαρτίαν εν τη σαρκί, διά να εκληρωθή η απαίτησις του νόμου σε μας, εις τους οποίους η ζωή δεν είναι υπό την εξουσίαν της σαρκός αλλά υπό την οδηγίαν του Πνεύματος». Έτσι, μ” αυτό, αφόπλισε τον νόμο, όσον αφορά τον εαυτόν Του. Αφού η ζωή Του ήταν ο ίδιος ο νόμος σε ζωντανή πραγματοποίηση, είχε τον νόμο μαζί Του, και όχι εναντίον Του. Αυτή η διπλή προσωπική νίκη ήτο το θεμέλιο της δικής Του ανάστασης.

β) Μετά απ” αυτό συνέχισε να ενεργεί ώστε αυτή η νίκη να μπορέσει να επεκταθεί και σε μας.

Πρώτα μας ελευθέρωσε απ” το βάρος της καταδίκης που είχε βάλει επάνω μας ο νόμος, και το οποίο στεκόταν εμπόδιο στην κοινωνία μας με τον Θεό. Αυτός ανεγνώρισε, επ” ονόματι μας, το δικαίωμα του Θεού πάνω στον αμαρτωλό, και συγκατατέθηκε να το ικανοποιήση πλήρως στο δικό Του πρόσωπο.

Όποιος οικειοποιείται αυτόν τον θάνατο, ότι έγινε στην δική του θέση, και γι” αυτόν τον ίδιο, βλέπει την πόρτα της συμφιλίωσης με τον Θεό ανοικτή εμπρός του, σαν να είχε αυτός ο ίδιος πληρώσει γιά όλες του τις αμαρτίες. Ο χωρισμός που είχε φέρει ο νόμος δεν υφίσταται πλέον. Ο νόμος είναι αφοπλισμένος.

Αλλά με αυτό ακριβώς το γεγονός κατανικιέται επίσης και η αμαρτία. Συμφιλιωμένος τώρα με τον Θεό, ο πιστός λαμβάνει το Πνεύμα του Χριστού, ο Οποίος εργάζεται μέσα του μιά απόλυτη ρήξη, διακοπή της θέλησης με την αμαρτία, και πλήρη αφιέρωση στον Θεό. Ο ζυγός της αμαρτίας τελειώνει. Η κυριαρχία του Θεού αποκαθίσταται στην καρδιά. Έτσι καταστρέφονται τα δύο θεμέλια της βασιλείας του θανάτου. Με το που θα εμφανισθεί ο Χριστός, αυτή η βασιλεία θα διαλυθεί γιά πάντα (όσον αφορά κατ” αρχάς τους πιστούς). Έτσι εκπληρώνεται αυτό που μας είπε στο εδάφιο 21: «Διά μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, διά μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάστασις των νεκρών«. Η ανάσταση είναι ένα ανθρώπινο έργο, όχι λιγώτερο απ” ότι ο ίδιος ο θάνατος.

Ας παρατηρήσωμε και κάτι: Ο Λόγος του Θεού δεν λέγει, «τον δώσαντα ημίν το νίκος», αλλά «τω δίδοντι…«. Δηλαδή, εδώ ο Λόγος του Θεού δεν αναφέρεται μόνον στην αντικειμενική νίκη που κέρδισε ο Ιησούς Χριστός, άπαξ διά παντός, στο πρόσωπο Του, γιά τον εαυτόν του και γιά μας, αλλά και σε κείνη που δίνει καθημερινά στους πιστούς, γιά την ανάσταση των οποίων στρώνει τον δρόμο, εξουδετερώνοντας την δύναμη του νόμου, που καταδικάζει, και κείνη της αμαρτίας, που οδηγεί σε παρέκκλιση.

Ο θάνατος έχει λοιπόν νικηθεί με το έργο του Χριστού, αλλά ακόμα δεν έχει καταργηθεί. Ακόμα έχει εξουσία στα σώματα μας. Η κατάργηση του θα γίνει στο τέλος της χιλιετούς βασιλείας του Κυρίου, οπότε, σαν αποτέλεσμα, θ’ ακολουθήσει η γενική ανάσταση. Διαβάζομε στο Α’ Κορ.IE26: «Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος».

Εδώ είναι η ολοκλήρωση της βασιλείας και της κρίσης που ασκείται από τον Χριστό πάνω στις δυνάμεις που αντιτίθεται στον Θεό. Ο θάνατος είναι απρόσωπος, αναμφίβολλα, αλλά η βασιλεία του, παρόλα αυτά, προσβάλλει την Θεία δόξα, και μετά που οι προσωπικές δυνάμεις έχουν καταργηθεί (εδάφια 24,25). Αυτή η σκοτεινή δύναμη του θανάτου πρέπει να καταστραφεί, ώστε η δόξα του Θεού να μπορέσει να λάμψει ελεύθερα μέσα σ” όλη την περιοχή της ύπαρξης. Αυτή η κρίση του θανάτου συνίσταται σε δύο πράξεις. Πρώτα, όλα τα όντα που έχουν γίνει θύματα του πρέπει να διασωθούν απ” αυτόν. Αυτό είναι που θα πραγματοποιηθεί από την τελική και παγκόσμια ανάσταση, η οποία θα φέρει στο φως την τρίτη τάξη των αναστημένων. Μετά, ο θάνατος δεν θα πρέπει να έχει πλέον δύναμη να κάνει καινούργια θύματα. Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα της ιδίας της ανάστασης, η οποία, μετασχηματίζοντας τα φθαρτά σώματα σε άφθαρτα, θα τα θέσει γιά πάντα πέραν από κει που μπορεί να φθάσει ο θάνατος.

Ο απόστολος δηλώνει ότι ο θάνατος θα είναι ο εχθρός που θα καταργηθεί τελευταίος. Γιατί αυτό; Διότι η δύναμη του βασίζεται σε ορισμένες βαθειές, ανεξιχνίαστες βάσεις μιάς ηθικής φύσης, οι οποίες πρέπει ν” απομακρυνθούν, γιά να μπορέσει να πέσει ο θρόνος αυτού του εχθρού. Ο θάνατος είναι μιά συνέπεια, και η καταστολή του αποτελέσματος προϋποθέτει εκείνη των αιτιών. Ο απόστολος το εξήγησε αυτό πιο καθαρά στο Α’ Κορ. ΙΕ56, που αναφέραμε προηγουμένως. Συγκεκριμένα, η ήττα του θανάτου έγινε στην ζωή του Χριστού, στην οποία η νίκη πάνω στην αμαρτία και τον Σατανά, κατά την διάρκεια της ζωής Του, και η νίκη πάνω στον νόμο και την καταδίκη, στον θάνατο Του, έγιναν το θεμέλιο της ανάστασης Του. Πρέπει ακριβώς το ίδιο να είναι και με το ανθρώπινο γένος, (ιδέ Α’ Κορ. ΙΕ56).

Χωρίς αυτή την τελευταία νίκη του Θείου έργου, θα παρέμενε στην ανθρώπινη ύπαρξη μιά περιοχή, εκείνη του σώματος, στην οποία η Θεία δύναμη δεν θα είχε διεισδύσει, και στην οποία το έργο του Θεού, νικημένο γιά μιά περίοδο, δεν θα είχε πάρει την εκδίκηση του. Έτσι εξηγείται γιατί το σώμα και του τελευταίου ανθρώπου θα πρέπει να συμμετέχει στην νίκη πάνω στον θάνατο, όπως ακριβώς εκείνο του Ιδίου του Χριστού. Πάνω σ” αυτό ιδέ το Αποκάλυψη Κ12,13, όπου υπάρχει μιά μεγαλειώδης περιγραφή της γενικής ανάστασης, στην οποία θα καταλήξει το Μεσσιανικό Βασίλειο του Ιησού.

Απ” αυτό το χωρίο έπεται ότι ο θάνατος θα συνεχίσει να βασιλεύει πάνω στην γη στο διάστημα μεταξύ της Παρουσίας και του Τέλους. Εκεί στο τέλος της χιλιετούς βασιλείας είναι που, «ο θάνατος και ο άδης ερρίφθησαν εις την λίμνην του πυρός» Αποκάλυψη Κ14.

Αν θελήσουμε να ρίξουμε μια ανακεφαλαιωτική ματιά στο έργο του Ιησού Χριστού, αυτό που έχει ολοκληρωθεί, και στις μελλοντικές του προεκτάσεις, στην αιώνια του στέψη, μπορούμε να πούμε ότι τούτο το έργο, αν το πάρεις στην γενικότητα του, είναι η διπλή νίκη ενάντια στους δύο μεγάλους εχθρούς της ανθρωπότητας, την αμαρτία και τον θάνατο.

Στην ιστορία μας έχουν φανεί άνδρες που θυσιάστηκαν γιά κάποιο ιδανικό, γιά κάποια ιδέα. Είναι πολλοί, γιά παράδειγμα, που έκαναν την τιμή της οικογένειας τους, ή την απελευθέρωση και την δόξα της πατρίδας τους, σκοπό της ζωής τους.

Κάποτε φανερώθηκε ανάμεσα μας κάποιος, που συνέλαβε έναν υπέρτερο ακόμα σκοπό. Τούτος είδε όλη την ανθρωπότητα σαν ένα ενιαίο σύνολο, και τούτο μάλιστα στην εποχή που η έννοια του ανθρωπίνου γένους και της ενότητας του, μόλις άρχισε ν” ανατέλλει στα πλέον ανεπτυγμένα πνεύματα. Ήταν μιά εποχή που όλη τούτη η μάζα, που καλείται ανθρωπότης, ήταν διηρημένη σε λαούς εχθρούς τον έναν προς τον άλλον. Μιά μάζα ολοκληρωτικά αποσυνθεμένη λόγω του εγωισμού των ατόμων.

Τούτος άνοιξε την αγκαλιά του, και έκλεισε μέσα ολόκληρη την ανθρωπότητα, σαν δικό του λαό γιά να τον ανορθώσει, σαν δική του οικογένεια γιά να την σώσει.

Στάθηκε και αντίκρυσε κατά πρόσωπο τους δύο τυράννους που την καταδυνάστευαν. Δύο τύραννοι που φαινόταν πως η κυριαρχία τους επάνω της αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ζωής της. Στάθηκε και αντίκρυσε την αμαρτία και τον θάνατο. Ήταν μόνον αυτός που τόλμησε να φωνάξει: «Τούτο το αμαρτωλό και θνητό ον, δεν είναι ο άνθρωπος όπως ο Θεός τον θέλησε, και τον θέλει να είναι. Ο Θεός βασιλεύει. Ας εξαφανισθεί η αμαρτία, και ας την ακολουθήσει και ο θάνατος. Ας αναλάμψει πάνω σε τούτη την γη, που ο Θεός εδημιούργησε γιά να αποκαλύψει την δόξα Του, η αγιότητα και η αφθαρσία, τούτα τα δύο χαρακτηριστικά του Θείου έργου».

Και τούτη την μεγάλη ιδέα την υιοθέτησε, την καλλιέργησε. Το έργο τούτο το έκαμε έργο ζωής Του, και δεν οπισθοδρόμησε καθόλου εμπρός στο φαινομενικά αδύνατο της εκτέλεσης του. Ταυτόχρονα ο ουρανός από επάνω ήταν μαζί του.

Γιά να εκτελέσει τούτο το έργο, δεν ξεκίνησε κάνοντας κάποιο μεγάλο σχέδιο μεταρύθμισης. Ξεκίνησε απ” τον εαυτόν του. Πραγματοποίησε το αγαθό μέσα στην ταπεινή σφαίρα της προσωπικής του ύπαρξης. Εκεί πάλεψε με τον πρώτο εχθρό, την αμαρτία, και την νίκησε. Αρνήθηκε σ” αυτή και την ελαχίστη πρόσκαιρη διαμονή στην καρδιά του, και στην ζωή του. Έκαμε το άγιο θέλημα του Θεού απόλυτον κύριο της ζωής του. Αφού πέτυχε την πρώτη εκείνη νίκη, βρέθηκε τώρα αντιμέτωπος με τον δεύτερο εχθρό, τον θάνατο.

Τούτος ο εχθρός φαινόταν ακόμα πιό ανίκητος, γιατί ο θάνατος δεν είναι, όπως η αμαρτία, μιά ελεύθερη απόφαση της ανθρώπινης θέλησης, (εάν θέλεις την κάνεις, εάν δεν θέλεις δεν την κάνεις). Ο θάνατος είναι νόμος, που φαίνεται ότι κυριαρχεί μοιραία πάνω στην ανθρωπότητα, και περισφίγγει στο κρύο αγκάλιασμα του και αυτή ακόμα την φύση.

Στάθηκε με θάρρος και αντίκρυσε κατά πρόσωπο τούτον τον καταχθόνιο τύραννο, και στο φως του Θεού τι είδε; Είδε ότι ο θάνατος που επεβλήθη στον άνθρωπο είναι, απλά, αποτέλεσμα καταδίκης, δεν είναι αναπόσπαστο μέρος της φύσης του, οπότε, αν η καταδίκη ανακληθεί, ο θρόνος του θανάτου θα καταπέσει από μόνος του. Την πόρτα της φυλακής δεν είναι τα βαρειά σίδηρα που την κρατάνε κλειστή, αλλά, άλλα, ήθικά αίτια. Σαν εξοφληθεί η ποινή, τούτη ανοίγει πλέον από μόνη της.

Τούτη την καταδίκη την είχε προκαλέσει η αμαρτία, και την είχε αναγγείλει ο νόμος. Στάθηκε σε τούτα τα δύο.

Την πρώτη, την αμαρτία, την είχε ήδη νικήσει μέσα Του, απέμενε να μεταφέρει τούτη την νίκη και στην ανθρωπότητα. Ήδη είχε ανάψει πάνω στην γη, γύρω από το πρόσωπο Του, μιά εστία απόλυτης αγιότητας, και γύρω απ” αυτή την ουράνια φωτιά άρχισαν να μαζεύονται όλοι όσοι ζητούν το φως, και θέλουν την αλήθεια (Λουκάς ΙΒ49, Ιωάννης Γ21).

Έμενε ο νόμος. Ο νόμος όμως δεν είναι το ίδιο με την αμαρτία. Είναι Θείο θέσπισμα, και δεν μπορείς να τον καταστρέψεις όπως την αμαρτία, δεν μπορείς να τον ακυρώσεις. Εκείνο που μπορούσε να κάνει με τον νόμο ήταν να τον αφοπλίσει, να μην είναι εναντίον μας. Και το κατόρθωσε ικανοποιόντας όλες τις δίκαιες απαιτήσεις του. Σε όλη του την ζωή αυτός ο άνδρας πρόσφερε την τέλεια υπακοή που απαιτούσε ο νόμος. Πρόσφερε επίσης σ” αυτόν, με τον θάνατο του, την επανόρθωση που απαιτούσαν οι παραβάσεις μας.

Με τον τρόπο αυτό κέρδισε με το μέρος του την δικαιοσύνη του Θεού, που έως τότε ήταν ενάντια μας. Και καθώς ο Θεός είχε απαγγείλει πάνω στους ενόχους καταδίκη προς θάνατον, ο Ιησούς Τον έφερε σε μιά τέτοια θέση, ώστε να εξαγγείλει στους πιστούς αθώωση, δικαίωση προς ζωήν.

Αφού τώρα η αμαρτία νικήθηκε, και ο νόμος ικανοποιήθηκε, τα δύο θεμέλια του κράτους του θανάτου υπονομεύτηκαν, και ο θρόνος του κατέρευσε.

Στην ανάσταση του Χριστού απάστραψε γιά πρώτη φορά η νίκη, που πριν λίγο είχε κερδηθεί ενάντια στον θάνατο. Και η πρώτη αυτή λεία που αποσπάστηκε απ” αυτόν τον τύραννο, είναι η εγγύηση της μελλοντικής απελευθέρωσης και ανάστασης όλης της ανθρωπότητας που δικαιώθηκε. Η Εκκλησία θα είναι ο μεγαλοπρεπής θερισμός, απαρχή του οποίου υπήρξε ο αναστημένος Ιησούς. Η πλέρια αφθαρσία, ηθική και φυσική, θα στεφανώσει το έργο, που η ηρωική αγάπη του Χριστού ολοκλήρωσε.

«Διότι επειδή διά μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, διά μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάσταση των νεκρών…Ω θάνατε! Που είναι το κεντρί σου; Ω Άδη, που ναι σου η νίκη;…Το κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία. Η δύναμις της αμαρτίας είναι ο νόμος…Ευχαριστούμε τον Θεό, που μας δίνει την νίκη διά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Α” Κορ. ΙΕ21, 55-57).

Τούτο το έργο, που το ολοκλήρωσε μιά γιά πάντα μέσα Του, το αναπαράγει τώρα διά του Πνεύματος Του σ” όλους τους πιστούς, αφού το έκανε δυνατό γι” αυτούς μέσω του εξιλασμού και της συγνώμης, που πέτυχε γιά μας. Τι είναι τα σπόρια στο στάχυ παρά η επανεμφάνιση εκείνου του πρώτου σπόρου, που σπάρθηκε, που θάφτηκε, μυστηριωδώς πολλαπλασιασμένου. Αυτά τα σπόρια είμαστε εμείς.

Άνθρωπος λοιπόν είχε δώσει το σκήπτρο στον βασιλιά του τρόμου, άνθρωπος πάλι το πηρε απ’ αυτόν. Να θυμηθούμε την σκηνή στο σπίτι του Ιαείρου, προοίμιο του τι θα γίνει κάποτε με τους ίδιους πρωταγωνιστές: Σαν όλοι βγήκαν έξω, ήταν τότε που στάθηκαν αντιμέτωποι, η ζωή και ο θάνατος. Και η ζωή είπε μόνον έναν λόγο, «κορίτσι σήκω επάνω«, και ο θάνατος νικημένος έδωσε πίσω το θύμα του, το ωχρό πρόσωπο άρχισε να ροδίζει πάλι.

Κλείνοντας, να διευκρινίσουμε και τούτο; Είναι ο Σατανάς που είναι ο δολοφόνος του ανθρώπου σε συνέπεια της πρώτης αμαρτίας (Ιωάννης Η44), και αυτός έχει «το κράτος του θανάτου» (Εβραίους Β14). Είναι στον Σατανά που εισηγείται ο Παύλος στους Κορινθίους να παραδώσουν τον αιμομίκτην, «προς όλεθρον της σαρκός, δια να σωθή το πνεύμα αυτού εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού», Α’ Κορ.Ε5.

Είναι ο Σατανάς που έφερε τις αρρώστειες στον Ιώβ. Αυτός είχε δέσει την γυναίκα την συγκύπτουσα. Και είναι και τον Σατανά που νίκησε ο Κύριος.

Πάνω στο οριστικό τέλος του θανάτου να διαβάσομε και τα εξής εδάφια:

Αποκάλυψη ΚΑ4: “Και θέλει εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος δεν θέλει υπάρχει πλέον…”

Αποκάλυψη Κ14: “Και ο θάνατος και ο άδης ερρίφθησαν εις την λίμνην του πυρός& ούτος είναι ο δεύτερος θάνατος”.

Α’ Κορινθίους ΙΕ54: “Όταν δε το φθαρτόν τούτο ενδυθή αφθαρσίαν, και το θνητόν τούτο ενδυθή αθανασίαν, τότε θα γείνει ο λόγος ο γεγραμμένος “Κατεπόθη ο θάνατος εν νίκη”.

Ωσηέ ΙΓ14: «Εκ χειρός άδου θέλω ελευθερώσει αυτούς& εκ θανάτου θέλω σώσει αυτούς. Που είναι θάνατε, ο όλεθρος σου (που εσύ φέρεις); που, άδη η φθορά σου ;…»

Ησαϊας ΚΕ7,8: «Και εν τω όρει τούτω θέλει αφανίσει το πρόσωπον του περικαλύμματος του περικαλύπτοντος πάντας τους λαούς, και το κάλυμμα το καλύπτον επί πάντα τα έθνη. Θέλει καταπίει τον θάνατον εν νίκη& και ο Κύριος ο Θεός θέλει σπογγίσει τα δάκρυα από πάντων των προσώπων& και θέλει εξαλείψει το όνειδος του λαού αυτού από πάσης της γης& διότι ο Κύριος ελάλησε». Η μεγαλύτερη δοκιμασία της ανθρώπινης φύσης, αυτή που έκανε τα μάτια των ανθρώπων να βγάλουν ωκεανούς από δάκρυα, ο θάνατος, θα καταργηθεί. Το όνειδος, (το που κατάντησε η φθορά και ο θάνατος τους κατ’ εικόνα Θεού πλασθέντας), θα εξαλειφθεί.

Β’ Τιμόθεο Α10: «…Όστις (ο Σωτήρας ημών Ιησούς Χριστός) κατήργησε μεν τον θάνατον, έφερε δε

ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ (ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΙΣΤΟΙ ΣΑΝ ΠΕΘΑΝΟΥΝ)

Πολύ φως για το τι γίνεται μετά θάνατο μας δίνει ο Κύριος με την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Αναφέρεται στο Λουκάς ΙΣΤ19-31:

«Κάποτε υπήρχε ένας πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος φορούσε πορφύραν και λινά ενδύματα και ζούσε καθημερινώς μέσα σε μεγάλην πολυτέλειαν. Κοντά εις την πύλην του ήτο ξαπλωμένος ένας πτωχός, ονομαζόμενος Λάζαρος, γεμάτος πληγές, ο οποίος επιθυμούσε να χορτάση από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Ακόμα και τα σκυλιά εσυνήθιζαν να έρχωνται και να γλύφουν τις πληγές του. Συνέβη δε να πεθάνη ο πτωχός και να φερθή από τους αγγέλους εις τον κόλπον του Αβραάμ. Επέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. Εις τον Άδην, όπου εβασανίζετο, εσήκωσε τα μάτια του και βλέπει από μακρυά τον Αβραάμ και τον Λάζαρο εις τους κόλπους του. Και εφώναξε και είπε, «Πατέρα Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λάζαρον να βουτήξη την άκρη του δακτύλου του και να δροσίση την γλώσσαν μου διότιυποφέρω μέσα σ” αυτήν την φλόγα». Αλλ” ο Αβραάμ είπε, «Παιδί μου θυμήσου ότι συ απήλαυσες τα αγαθά σου εις την ζωήν σου όπως και ο Λάζαρος τα κακά. Τώρα όμως αυτός εδώ παρηγορείται και συ υποφέρεις. Και εκτός από όλα αυτά υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα ώστε να μην μπορούν να περάσουν εκείνοι που θέλουν να διαβούν απ” εδώ σ” εσάς, ούτε οι απ” εκεί σ” εμάς». Τότε είπε, «Σε παρακαλώ λοιπόν, πατέρα, να τον στείλης στο σπίτι του πατέρα μου, διότι έχω πέντε αδελφούς, να τους νουθετήση, δια να μην έλθουν και αυτοί εις τον τόπον αυτόν των βασάνων». Λέγεις εις αυτόν ο Αβραάμ, «Έχουν τον Μωϋσήν και τους προφήτας, ας τους ακούσουν». Αυτός δε είπε, «Όχι, πάτερ Αβραάμ, αλλ” εάν κάποιος από τους νεκρούς πάη σ” αυτούς, θα μετανοήσουν». Αλλ” ο Αβραάμ του απάντησε, «Εάν δεν ακούνε το Μωϋσήν και τους προφήτας, δεν θα πεισθούν και αν ακόμη αναστηθή κάποιος απ” τους νεκρούς». (Λουκάς ΙΣΤ 19-31).

Πρώτος, όπως αναμενόταν πεθαίνει ο Λάζαρος. Εξηντλημένος και κουρασμένος, πόσο θα μπορούσε ν” αντέξει. Και καθώς κλείνει τα μάτια του, συναντά επιτέλους στον άλλο κόσμο την συμπάθεια που του είχαν αρνηθεί εδώ κάτω. Άγγελοι ήλθαν και τον σήκωσαν με στοργή να τον φέρουν στο μέρος εκείνο του Άδη που ήταν προορισμένο γι” αυτούς που σέβονται και εμπιστεύονται πραγματικά τον Θεό.

Στο μέρος εκείνο, μέχρις όταν ο Κύριος μετά την ανάληψη Του τους πήρε όλους στον ουρανό, προσωρινός προϊστάμενος ήταν ο Αβραάμ. Αυτός υποδέχθη στην αγκαλιά του τον φτωχό Λάζαρο.

Δεν άργησε βέβαια να έλθει και η σειρά του πλουσίου, παρόλο που «εφορούσε πορφύραν και λινά ενδύματα και εζούσε καθημερινώς μέσα σε μεγάλην πολυτέλεια». Βέβαια αυτόν δεν ήλθαν να τον παραλάβουν άγγελοι, αλλά του έγινε σπουδαία ταφή: «Επέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη».

Η κατάσταση του πλουσίου μετά τον τάφο, τραγική. Τι να έφταιξε που βρέθηκε εκεί; Μήπως το γεγονός ότι ήταν πλούσιος; Όχι, γιατί ο Αβραάμ ήταν πλουσιώτερος, και όμως δεν τους βρίσκομε μαζί.

Η αμαρτία του πρέπει να ήταν ακριβώς η στάση του απέναντι στον Λάζαρο.

Ο Λάζαρος χρειαζόταν φαγητό, φροντίδα παρηγοριά. Ο πλούσιος είχε και φαγητό περίσευμα, και χρόνο για φροντίδα και παρηγοριά. Τα κράτησε όμως για τον εαυτόν του. Δεν θέλησε να εξομαλύνει την αντίθεση, γι” αυτό την βρίσκει τώρα εμπρός του.

Kαι ο Λάζαρος; Ποιά ήταν η αιτία της θαυμαστής υποδοχής που βρίσκει; Μήπως γιατί ήταν φτωχός ή πληγωμένος; Όχι. Την αιτία μας την λέγει το όνομά του, «Λάζαρος», «Ο Θεός είναι η βοηθειά μου». Εμπιστευόταν τον Θεό χωρίς να βαρυγκομά για τα βάσανά του.

Ας δούμε όμως και την σκηνή στον Άδη.

Πόσα πράγματα δεν μας αποκαλύπτει εδώ ο Κύριος καθώς σηκώνει στην θέα μας την κουρτίνα που κρύβει τον άλλο κόσμο! Που πάνε οι νεκροί, σε τι κατάσταση βρίσκονται, αν θυμούνται, αν συναισθάνονται, αν γνωρίζουν. Για να μας δώσει δε να καταλάβωμε εκείνη την πραγματικότητα χρησιμοποιεί γήϊνες εικόνες. Τι πρέπει να πάρωμε κατά γράμμα και τι συμβολικά, είναι δύσκολο να πούμε.

Δύο ήταν τα μέρη του Άδη μέχρι την ανάληψη του Κυρίου. Ο Παράδεισος, που από εκεί ο Αβραάμ είδε και τον Κύριο στην γη («Ο πατέρας σας ο Αβραάμ είχε αγαλλίαση να δει… Ιωανν. Η 56) και η Γέενα (Λουκας ΙΒ 5). Από τούτα τα δύο μέρη ο καθένας μπορούσε να βλέπει τον άλλο, ν” αλλάξει μέρος δεν μπορούσε.

Ο πλούσιος βρέθηκε στην Γέενα. Η κατάστασή του πόνου του περιγράφεται με τούτες τις λέξεις: «Υπάρχων εν βασάνοις».

Εκείνο που κάνει την κατάστασή του πιο τραγική είναι μια αλήθεια που μόλις τώρα κατάλαβε. Όλοι τούτοι οι πλούσιοι Φαρισαίοι είχαν επαναπαυθεί ότι η καταγωγή τους από τον Αβραάμ και η περιτομή τους, θα τους εξασφάλιζε την σωτηρία. Τώρα βλέπει όμως ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Νοιώθει εκείνη την τραγική έκπληξη που θα νοιώσουν όλοι εκείνοι, «που θα κτυπάνε την πόρτα λέγοντες, Κύριε, Κύριε, άνοιξέ μας, και αυτός θ” αποκριθεί, δεν σας ξέρω από που είσθε» (Λουκάς ΙΓ 25), και θα Του αραδιάζουν τα προσόντα τους… Είμαι Ορθόδοξος, είμαι Ευαγγελικός, πήγαινα στην Εκκλησία, δεν έκλεψα, δεν έβλαψα… αλλά η πόρτα δεν θ” ανοίγει.

Εκεί είναι που γνωρίζει και κάτι που δεν το είχε γνωρίσει στην γη, σε τι ανάγκη βρίσκεται αυτός που είναι σε στέρηση, και πόσο ωφέλιμος μπορεί να του σταθεί αυτός που έχει. Είδατε πολλές φορές, επειδή σε μας δεν λείπει τίποτα, νομίζομε ότι έτσι αισθάνεται και ο ανήμπορος, και αυτός που δεν έχει. Και ενώ ο άλλος καίγεται, εμείς αδιαφορούμε.

Τι άραγε να ήταν εκείνη η φλόγα που τον έκαιγε; Δεν ξέρομε ακριβώς, μια άποψη θ” αναφέρομε: Η ψυχή του σαρκικού ανθρώπου, δηλαδή του ανθρώπου που είναι μακρυά απ” τον Χριστό, προσπαθεί να χορτάσει τις επιθυμίες της με σαρκικά, με υλικά πράγματα. Επειδή αυτά όμως δεν μπορούν να της δώσουν εκείνο τον τέλειο και μόνιμο χορτασμό που ποθεί, μένει πάντα διψασμένη και ζητά πιο πολλά και πιο πολλά. Τελικά φθάνουν τούτα τα υλικά πράγματα να γίνουν η ίδια η ζωή της, όπως τα ναρκωτικά στον ναρκομανή. Σαν ο άνθρωπος πεθάνει, όλα τούτα μένουν πίσω, και προχωρεί η ψυχή γυμνή. Οι επιθυμίες όπως διαμορφώθηκαν εδώ στην γη υπάρχουν, τα αντικείμενο να ικανοποιηθούν δεν υπάρχει πλέον. Τούτο είναι φρικτό, τρόμος για την ψυχή, είναι φωτιά που καίει. Είναι σαν τον ναρκομανή που του στέρησαν τα ναρκωτικά, σαν τον τραγουδιστή που έχασε την φωνήν του, σαν τον πατέρα που έχασε τον μοναχογυιό του.

Και τότε μεσ” την αγωνία του κράζει από μακρυά: «Πάτερα Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λάζαρον να βουτήξη την άκρη του δακτύλου του και να δροσίση την γλώσσαν μου, διότι υποφέρω μέσα σ” αυτήν την φλόγα».

Ψίχουλα απ” το τραπέζι του γύρευε ο Λάζαρος να χορτάσει την πείνα του, σταγόνες νερού απ” το δάκτυλο του Λαζάρου ζητά τώρα τούτος για να δροσίσει την γλώσσα του.

Η απάντηση του Αβραάμ πιο σπαρακτική απ” την δική του, γιατί ο Αβραάμ γνωρίζει πιο καλά απ” αυτόν πόσο τραγική είναι και θα μείνει η θέση του.

«Δεν μπορώ», του λέγει», για δύο λόγους»:

α) «Υπάρχει ένας πνευματικός νόμος, ένας νόμος της δικαιοσύνης, που δεν μπορώ να τον παραβιάσω. Τούτος ο νόμος λέγει ότι «ότι έκανες θα λάβεις».

«Για θυμήσου». Ο Θεός σου εμπιστεύτηκε αγαθά, χρόνο, υγεία στην γη, τα κράτησες μόνον για τον εαυτόν σου. Δεν φρόντισες να εξομαλύνεις την διαφορά με τον Λάζαρο. Δεν έδειξες έλεος στον Λάζαρο, δεν υπάρχει τώρα έλεος για σενα.

β) Αλλά και να μπορούσε να γίνει κάποια μικρή παραχώρηση σε τούτο τον νόμο, δεν μπορώ να σου προσφέρω τίποτα, γιατί είναι φυσικώς αδύνατον. Μια «Άβυσσος», χωρίζει του δύο τόπους, και κανείς δεν μπορεί να την περάσει. Τούτη η «Άβυσσος» δηλώνει ακριβώς την αμετάθετη απόφαση του Θεού: «Είναι αποφασισμένον στους ανθρώπους μια φορά να πεθάνουν, μετά δε από αυτό έρχεται κρίσις». Ούτε άλλη ευκαιρία, ούτε μνημόσυνα (Εβραίους Θ 27).

Ας σταθούμε λίγο στην απάντηση του Αβραάμ γιατί δίνει την λύση σ” ένα μεγάλο ερωτηματικό που απασχολεί πολλούς: «Παιδί μου θυμήσου ,ότι συ απήλαυσες τα αγαθά σου εις την ζωήν σου όπως και ο Λάζαρος τα κακά. Τώρα όμως αυτός εδώ παρηγορείται και συ υποφέρεις.» Τι σημαίνει αυτό; Ο Θεός δοκιμάζει και διαπαιδαγωγεί την ψυχή, όσο τούτη βρίσκεται στην γη, με χαρές και με λύπες. Για τον καθένα χρησιμοποιεί ένα ορισμένο ποσόν απ” αυτά τα δύο. Και τούτο για να καθορίσει το αιώνιον μέλλον του ανθρώπου. Δηλαδή δεν είναι πιο άτυχοι οι πτωχοί από τους πλουσίους, ή οι άρρωστοι από του υγιείς, ή οι αποτυχημένοι από τους επιτυχημένους. Απλώς ο Θεός χρησιμοποιεί διαφορετικά μέσα για να τους δοκιμάσει και να τους παιδαγωγήσει. Τούτοι δεν διαφέρουν σε τίποτα μεταξύ τους, όπως σε τίποτα δεν διαφέρει ένας ανίατα παράλυτος που κάνει την θεραπεία του βυθισμένος σε λάσπες μέσα στα ιαματικά λουτρά, από έναν καρκινοπαθή που κάνει τις ακτινοβολίες του καθισμένος σ” ένα πολυτελές δωμάτιο νοσοκομείου.

Σαν ο πλούσιος κατάλαβε ότι για τον εαυτόν του δεν γίνεται τίποτα, τον κατέλαβε οδύνη για τα πέντε αδέλφια του, που ζούσαν με την ίδια νοοτροπία μ” αυτόν. Και αυτοί κινδυνεύουν να έλθουν στον ίδιο τόπο.

Να λοιπόν η κατάσταση των νεκρών, όπως μας την αποκαλύπτει ο Κύριος με τούτη την παραβολή.

Φως για τον Άδη όπου πηγαίνουν οι ψυχές, έχουμε και στο Α’ Πέτρου Γ. Διαβάζουμε τα εδάφια 19,20: «Εν πνεύματι πορευθείς, εκήρυξε και εις τα εν φυλακή πνεύματα, τα οποία άλλοτε είχαν απειθήσει, όταν ο Θεός επερίμενε με υπομονήν, κατά τας ημέρας του Νώε, ενώ κατεσκευάζετο η κιβωτός, εις την οποίαν ολίγοι, δηλαδή οκτώ ψυχαί, επέρασαν ασφαλείς δια μέσου του νερού».

Πρώτο συμπέρασμα απ” αυτό το εδάφιο: Οι ψυχές δεν πεθαίνουν. Πεθαίνοντας, πάνε σε κάποιο τόπο, φυλακή τον ονομάζει εδώ. Είναι ένας τόπος που δεν υπάρχουν υλικά σώματα, και ο Κύριος σαν πνεύμα πήγε εκεί. Εκεί ζουν εν πλήρει συνειδήσει, αφού μπορούν και ακούν κηρύγματα.

Αυτό τον τόπο τον ονομάζει «φυλακή», που σημαίνει «περιορισμός». Εκεί βασιλεύει ο θάνατος, έχοντας τις ψυχές δεμένες στα δεσμά του.

Πορευθείς»: Τούτη η λέξη μας οδηγεί να δεχθούμε ότι ο Άδης μπορεί να είναι και υλικός τόπος. Τον αναφέρει όμως και σαν «Παράδεισο», γιατί στον ληστή είπε: «Αλήθεια σου λέγω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο» (Λουκάς ΚΓ 43). Ίσως να πρόκειται για τον ίδιο τόπο, τον «κόλπο του Αβραάμ«, ο οποίος, με την ανάληψη Του, να υψώθηκε μαζί Του στον ουρανό.

“Εχομε και μια άλλη αναφορά για την κάθοδο του Κυρίου στον Άδη. Αναφέρεται στις Πράξεις Β 23-28.

Ίσως σ” αυτή την φυλακή ν” αναφέρεται και το Ησαϊας ΜΒ7, που λέγει για το σκοπό της αποστολής του Κυρίου: «Δια ν” ανοίξης τους οφθαλμούς των τυφλών, να εκβάλης τους δεσμίους εκ των δεσμών, τους καθημένους εν σκότει εκ του οίκου της φυλακής».

Στον Άδη δεν μπορούν ν’ αποκατασταθούν εκκρεμότητες τούτης της ζωής, γιατί μας λέγει στο Εβραίους Θ27: «Είναι αποφασισμένον εις τους ανθρώπους άπαξ να αποθάνωσι, μετά δε τούτο είναι κρίσις».

Η άβυσσος που χώριζε τον πλούσιο από τον Λάζαρο δείχνει ότι δεν υπάρχει άλλη ευκαιρία. Ο πλούσιος θα ήθελε να φύγει από εκείνο το μέρος, αλλά πλέον δεν μπορούσε να γίνει τίποτα.

Για το πως είναι οι ψυχές στον Άδη, μας δίνεται μια εικόνα στο Ησαϊας ΙΔ9-17, όπου περιγράφεται η υποδοχή που κάνουν στον βασιλιά της Βαβυλώνας οι άλλοι πεθαμένοι.

Οι ψυχές ελευθερώθηκαν όταν νικήθηκε η αμαρτία και μαζί της ο θάνατος στον σταυρό, (ίσως οι άγιοι του Θεού πριν τον ερχομό του Χριστού). Γι” αυτό και τότε έγινε αμέσως μια πρώτη ανάσταση (Ματθαίος ΚΖ52). Αυτή ήταν μια απόδειξη ότι είχε νικηθεί ο θάνατος.

Όλοι εκεί (στον κόλπο του Αβραάμ), ανέμεναν την εμφάνιση του Χριστού Να θυμηθούμε τα λόγια του Κυρίου στους Ιουδαίους: «Ο Αβραάμ ο πατέρας σας είχε αγαλλίαση να δει την ημέρα την δικήν μου. Και είδε, και εχάρηκε» (Ιωάννης Η 56). Τούτο σημαίνει ότι όλοι αυτοί παρακολουθούσαν τα συμβαίνοντα στην γη.

Στον Ιούδα 6 μας αναφέρει και για μια άλλη φυλακή: «Και αγγέλους, οι οποίοι δεν εκράτησαν το υπούργημά των, αλλά άφησαν τον τόπον της διαμονής των, τους έχει κρατήσει με αιώνια δεσμά εις το σκοτάδι δια να κριθούν την μεγάλην Ημέραν».

Στον Άδη τώρα πάνε όλες οι ψυχές, που δεν έχουν δεχθεί το απολυτρωτικό έργο του Χριστού. Εκεί πήγαν και οι άνθρωποι του Θεού πριν τον Χριστό. Στον Μωϋσή π.χ., όταν επρόκειτο να πεθάνει, του είπε ο Θεός, «θα προστεθείς και συ στους πατέρες σου«. Ο δρόμος προς τον ουρανό άνοιξε, αφού πρώτα τακτοποιήθηκε το ζήτημα της αμαρτίας στον σταυρό.

Στον Άδη πήγε ο Κύριος με τον ληστή. Το ένα μέρος του Άδη, ο «κόλπος του Αβραάμ», θα πρέπει να υψώθηκε κάποτε στον ουρανό, πιθανόν μετά την ολοκλήρωση του έργου σωτηρίας μας. Τούτο μπορούμε να συμπεράνωμε από το ότι ο Κύριος υπεσχέθη στον μετανοημένον ληστή ότι θα τον έπαιρνε μαζί Του στον Παράδεισο, τον Παράδεισο όπου αργότερα ηρπάγη ο Παύλος, και που τον βρήκε να είναι τότε στον τρίτο ουρανό (Β’ Κορ. ΙΒ1-6). Ενώ ο Κύριος, όπως μας είπε στο Α’ Πέτρου Γ19,20, αμέσως μετά τον θάνατο Του, και για ένα τριήμερο, κατέβηκε στον Άδη. Στον ληστήν είχε υποσχεθεί ότι, «…σήμερον θέλεις είσθαι μετ’ εμού εν τω παραδείσω» (Λουκάς ΚΓ43).

Στο Ιωάννης Ε24-29 μας αναφέρεται:

«Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντι με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν. Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται. Ώσπερ γαρ ο πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και τω υιώ ζωήν έχειν εν εαυτώ. Και εξουσίαν έδωκεν αυτώ και κρίσιν ποιείν, ότι Υιός ανθρώπου εστι. Μη θαυμάζετε τούτο. Ότι έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού, και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως.»

Εδώ δίνεται η απάντηση στο ερώτημα: Ποιό είναι το αιώνιο μέλλον του ανθρώπου, τι τον περιμένει σαν κλείσει τα μάτια; Δύο πράγματα μας λέγει αυτό που διαβάσαμε, ή η «αιώνια ζωή», ή η «κρίση», η «καταδίκη», η κόλαση», όπως λέγει αλλού στον Λόγο Του. Αυτοί οι δύο δρόμοι. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχουν κι άλλοι. Άλλοι θέλουν να πιστεύουν στον μηδενισμό, στην ανυπαρξία της ψυχής, η ακόμα και στην μετεμψύχωση. Αλλά ο Λόγος του Θεού είναι σαφής, τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος αναγκαστικά πορεύεται ή τον έναν ή τον άλλον απ” αυτούς τους δύο. Και είναι η πρώτη του ανάγκη, να καθήσει σοβαρά να εξετάσει, ποιόν από τους δύο περιπατεί.

Κι εδώ να προσέξουμε μιά ψευδαίσθηση, που εύκολα μπορεί να μας αποκοιμίσει: Λέμε, θα πάω με τους πολλούς, δεν μπορεί να χαθεί τόσος κόσμος. Αλλά ο Λόγος Του μας το διευκρινίζει: «Πλατειά είναι η πύλη και ευρύχωρος ο δρόμος, που οδηγεί εις την απώλειαν, και πολλοί είναι εκείνοι που μπαίνουν απ” αυτήν. Στενή είναι η πύλη και στενόχωρος ο δρόμος, που οδηγεί εις την ζωήν, και ολίγοι είναι εκείνοι που τον βρίσκουν» (Ματθαίος Ζ13,14). Το να πας λοιπόν εκεί που πάνε οι πολλοί, δεν είναι σημάδι ότι πας καλά, μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο.

Είναι εξαιρετικά κρίσιμες οι ώρες που μας μένουν ακόμα εδώ στη γη. Η απόφαση που θα κανονίσει το αιώνιο μέλλον μας, από δω παίρνεται, σε τούτη τη ζωή, γιατί είναι πάλι ο Λόγος Του που μας λέγει: «Είναι αποφασισμένο εις τους ανθρώπους μια φορά να πεθάνουν, και ύστερα έρχεται κρίση» (Εβραίους Θ27). Σαν φύγεις από δω, μετά τίποτα δεν μπορεί ν” αλλάξει για σένα, ό,τι και να κάνουν οι άλλοι πίσω για την ψυχή σου.

Στον Ψαλμό ΜΘ7-20 μας λέγει ότι με τίποτα δεν εξαγοράζεται η ψυχή μας μετά τον θάνατο.

Να προσέξουμε εκείνο το, «έτσι τα βρήκαμε, έτσι θ” τ” αφήσουμε». Αυτό έχει οδηγήσει μάζες ανθρώπων στην απώλεια. Ο Θεός γι” αυτό μας έδωσε τον νου, να σκεφθούμε, να ερευνήσουμε τούτο που είναι το σπουδαιότερο θέμα στη ζωή μας.

Το ότι μερικοί θα κερδίσουν την αιώνια ζωή, και οι άλλοι θα χάσουν την ψυχή τους, θ’ απολεσθούν, εξηγείται από το γεγονός ότι, άλλο είναι η αθανασία της ψυχής, και άλλο η αιώνια ζωή. Αιώνια ζωή είναι η σύνδεση της ψυχής με τον Θεό. Τότε η ζωή κυλά μέσα της, απ’ την πηγή της. Όποια ψυχή δεν συνδεθεί, υπάρχει, δεν χάνεται, δεν πέφτει στην ανυπαρξία, αλλά είναι βυθισμένη στην αιώνια καταισχύνη, στο σκοτάδι, σε μια κατάσταση που περιγράφεται με την φράση, «μακρυά απ’ τον Θεό».

Που πηγαίνουν οι πιστοί μετά θάνατον

Για το που θα βρεθούν οι πιστοί μετά τον φυσικό τους θάνατο έχομε τις εξής αναφορές στον Λόγο του Θεού:

«Αλλ’, ο Θεός θέλει λυτρώσει την ψυχήν μου εκ χειρός άδου& διότι θέλει με δεχθεί» (Ψαλμός ΜΘ15).

«Δια της συμβουλής σου θέλεις με οδηγήσει, και μετά ταύτα θέλεις με προσλάβει εν δόξη» (Ψαλμός ΟΓ24).

Στο Ιωάννης Η51 ο Κύριος λέγει: «Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Εάν τις φυλάξη τον λόγον μου, θάνατον δεν θέλει ιδεί εις τον αιώνα». Και για τον Ενώχ η Γραφή μας λέει στο Εβραίους ΙΑ5: «Δια πίστεως μετετέθη ο Ενώχ δια να μη ίδη θάνατον, και δεν ευρίσκετο, διότι μετέθεσεν αυτόν ο Θεός& επειδή προ της μεταθέσεως αυτού εμαρτυρήθη ότι ευηρέστησεν εις τον Θεόν». Άρα ο θάνατος του πιστού είναι μια παρόμοια μετάθεση, σαν κι αυτή του Ενώχ.

Στο Εβραίους ΙΒ22,23 μας μιλά για την θριαμβεύουσα εκκλησία στους ουρανούς, όπου πηγαίνουν οι πιστοί, σαν φύγουν απ’ την γη: «Αλλά προσήλθετε εις όρος Σιών, και εις πόλιν Θεού ζώντος, την επουράνιον Ιερουσαλήμ, και εις μυριάδας αγγέλων, εις πανήγυριν και εκκλησίαν πρωτοτόκων καταγεγραμμένων εν τοις ουρανοίς, και εις Θεόν κριτήν πάντων, και εις πνεύματα δικαίων οίτινες έλαβον την τελειότητα».

Στο Αποκάλυψη ΙΔ13 μας λέγει για τους πιστούς που πεθαίνουν εν Κυρίω: «Μακάριοι οι νεκροί οίτινες αποθνήσκουσιν εν Κυρίω από του νυν, Ναι, λέγει το Πνεύμα, δια να αναπαυθώσιν από των κόπων αυτών& και τα έργα αυτών ακολουθούσι με αυτούς».

Η ζωή, λοιπόν, δεν τελειώνει στον τάφο. Διαφορετικά τι έννοια θα είχαν οι υποσχέσεις του Θεού στον Αβραάμ, (Γένεση ΙΕ). Υποσχέσεις που ακόμα δεν τις έχει γευθεί στην πληρότητα τους. (Για παράδειγμα, ακόμα δεν έχει γίνει κληρονόμος του κόσμου). Και οι υποσχέσεις του Θεού δεν μπορεί να μην πραγματοποιηθούν.

Στο Α’ Βασιλέων ΙΑ13 μας αναφέρεται ότι πολλά έκανε ο Θεός χάριν του Δαβίδ, αν και πεθαμένου, που σημαίνει ότι ο Δαβίδ παρακολουθούσε και χαιρόταν με τα όσα έκανε ο Θεός για χάρη του.

Στο όρος, επίσης, της Μεταμόρφωσης, βλέπομε τον Μωυσή και τον Ηλία να συζητούν με τον Κύριο για τα μέλλοντα να συμβούν.

Ρωμαίους ΙΔ9: “Επειδή δια τούτο ο Χριστός και απέθανε και ανέστη και ανέζησε, δια να είναι Κύριος και νεκρών και ζώντων”.

Έχοντας κατά νουν να εξασφαλίσει την ιδιοκτησία των δικών Του, είτε νεκρών, είτε ζωντανών, ο Ιησούς πέθανε και επανέζησε. Διατί, τι είναι ένας αναστημένος, παρα ένας νεκρός που ζει. Έτσι, αφού βασιλεύει ταυτόχρονα πάνω στις δύο περιοχές της ύπαρξης, μέσω των οποίων οι δικοί Του καλούνται να περάσουν, μπορεί να εκπληρώσει τούτη την υπόσχεση σ’ αυτούς: «Κανένας δεν θα τους αποσπάσει από τα χέρια μου», Ιωάννης Ι 28. Ιδέ επίσης Ιωάννη ΙΑ25,26.

Για να καταλάβουμε σωστά αυτά τα λόγια, θα πρέπει να μελετήσουμε το Εφεσίους Δ10, όπου ο απόστολος, μετά που δείχνει προς τον Χριστό, «κατελθόντα στα κατώτερα μέρη» (στην κατοικία των νεκρών), μετά, «ανελθόντα στους υψίστους ουρανούς», προσθέτει: «Ώστε να γεμίσει τα πάντα», πράγμα που σημαίνει, ότι, περνόντας από όλες τις περιοχές της ύπαρξης ο Ίδιος, τις έχει έτσι κερδίσει, ώστε περνόντας απ’ αυτές και μεις με την σειρά μας, σαν πιστοί, ποτέ να μην σταματήσουμε να είμαστε δικοί Του, και να τον έχουμε Κύριο μας.

Ο Παύλος έγραφε στους Φιλιππησίους, «έχω την επιθυμίαν να αναχωρήσω, και να είμαι με τον Χριστόν» (Φιλιππησίους Α 23).

Υπάρχει η σαφής διαβεβαίωση Λόγου του Θεού στο Ρωμαίους Η 38,39: «Διότι είμαι πεπεισμένος, ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε άγγελοι, ούτε αρχαί, ούτε δυνάμεις, τίποτε εις το παρόν, τίποτε εις το μέλλον, τίποτε εις τα ύψη, τίποτε εις τα βάθη, κανένα άλλο δημιούργημα δεν θα μπορέση να μας χωρίση από την αγάπην του Θεού, την οποίαν έδειξε δια του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας».

Στο Β’ Κορ. Ε1-4 ο Παύλος γράφει: «Διότι εξεύρομεν, ότι, εάν η επίγειος οικία του σκηνώματος ημών χαλασθή, έχομεν εκ του Θεού οικοδομήν, οικίαν αχειροποίητον, αιώνιον, εν τοις ουρανοίς. Επειδή εν τούτω στενάζομεν, επιποθούντες να επενδυθώμεν τα κατοικητήριον ημών το ουράνιον& αν, και ενδυθέντες αυτό, δεν θέλωμεν ευρεθή γυμνοί& διότι όσοι είμεθα εν τούτω το σκηνώματι, στενάζομεν υπό το βάρος αυτού& επειδή θέλομεν ουχί να εκδυθώμεν, αλλά να επενδυθώμεν, δια να καταποθή το θνητόν υπό της ζωής». Και στο εδάφιο 8: «Θαρρούμεν δε, και επιθυμούμεν μάλλον να αποδημήσωμεν από του σώματος, και να ενδημήσωμεν προς τον Κύριον»

Στο Ιωάννης ΙΔ1,2 ο Κύριος μας διαβεβαιώνει: «Ας μη ταρασσεται η καρδια σας. Πιστευτε εις τον Θεον, πιστευτε και εις εμε. Εις το σπιτι του Πατερα μου υπαρχουν πολλα μερη διαμονης. Αν δεν υπηρχαν θα σας το ελεγα. Πηγαινω να σας ετοιμασω τοπον.»

Εδώ μας εξηγει με ποιον τροπο θα ξανασμειξουμε. Επι του παροντος φευγει για να ετοιμασει για μας τοπο στον ουρανο (εδ.2). Μετα θα επιστρεψει κοντα μας για να μας μεταφερει εκει (εδ.3).

Ο Ιησους εξηγει οτι το σπιτι του Πατερα, στο οποιον επιστρεφει, ειναι αρκετα πλατυ να μας δεχθει ολους, και πολλους αλλους μαζι τους. Η εικονα ειναι παρμενη απο κεινα τα τεραστια ανατολιτικα παλατια στα οποια υπαρχει ενα διαμερισμα, οχι μονον για τον ηγεμονα και τον διαδοχο του θρονου, αλλα και για ολους τους γυιους του βασιληα, οσοι και να ειναι.

Υπαρχουν τοσα πολλα μέρη διαμονής, οσοι και οι πιστοι. Ο καθενας θα κατεχει το δικο του διαμερισμα σ” αυτο το αχανες οικοδομημα. Αυτη η ουρανια κατοικια είναι, πανω απ” όλα, το συμβολο μιας πνευματικης καταστασης. Ειναι η πνευματικη εκεινη κατασταση της κοινωνιας με τον Πατερα, της θεσης «υιου» που εχει χορηγηθει στον Χριστο στην θεια δοξα, απ” την οποια Αυτος θα δωσει στους πιστους Του ενα μεριδιο. Αυτη η κατασταση ομως θα πραγματοποιηθει σ” ενα συγκεκριμενο μερος. Ειναι το μερος οπου ο Θεος αποκαλυπτει πιο λαμπρα την παρουσια και την δοξα Του, δηλαδη ο ουρανος.

«Ει δε μη, ειπον αν υμιν. Πορευομαι ετοιμασαι τοπον υμιν.» Η απλουστερη ερμηνεια εδω ειναι η εξης: «Εαν δεν ηταν ετσι, θα σας το ελεγα.» Δηλαδη, «Εαν ο χωρισμος μας επροκειτο να ειναι αιωνιος, θα σας το ειχα ηδη πει. Δεν θα περιμενα εως την τελευταια τουτη στιγμη να σας το αναγγειλω. Πηγαινω να σας ετοιμασω τοπον.»

Αυτος ειναι ο «προδρομος» μας στον ουρανο (Εβραιους ΣΤ20). Ο θανατος Του, σαν η πραξη συμφιλιωσης με τον Θεο, άνοιξε τον δρομο προς τον ουρανο. Η υψωση Του στον ουρανο δημιούργησε γυρω απ” το προσωπο Του μια δοξασμενη κατασταση, στην οποια θα κανει και μας να συμμετεχουμε.

Στην συνεχεια εξηγει τον τροπο που θα γινουν ολα αυτά:

«Και εαν παω και σας ετοιμασω τοπον, παλιν θα ελθω και θα σας παραλαβω μαζι μου, ωστε οπου ειμαι εγω να εισθε και εσεις.» (Εδ.3).

Απαξ και το μερος εξασφαλισθει και προετοιμαστει, αυτοι θα πρεπει να φερθουν εκει. Ειναι ο Ιδιος που επιφορτιζει τον εαυτον Του και με αυτην την υπηρεσιαν.

«Και παραλημψομαι υμας προς εμαυτον». Τουτη η υποσχεση δειχνει ενα γεγονος που θα ειναι το αποτελεσμα της πνευματικης προετοιμασιας του πιστου. Αναφερεται στην εισοδο του πιστου στο σπιτι του Πατερα, κατα το τελος της γηινης του πορειας, ειτε την στιγμη του θανατου του, ειτε σε κεινη της Δευτερης Παρουσιας, εαν αυτος ζει εως εκεινη την ωρα. Προκειται λοιπον για την εισοδο του πιστου στην διαμονη που εχει εξασφαλισθει γι” αυτον υπ” Αυτου του Ιδιου του Ιησου.

Πριν όμως απ’ αυτήν την είσοδο, χρειάζεται η πνευματική προετοιμασία του πιστού εδώ κάτω. Για να συγκατοικησουν στο ιδιο μερος, θα πρεπει να εχουν κοινωνια και στην ιδια πνευματικη κατασταση. Γι’ αυτό ο Κύριος έρχεται από τώρα και κατοικεί δια του Αγίου Πνεύματος μέσα μας, για να προετοιμάσει γι’ αυτή την επανένωση.

«Προς εμαυτον»: Κοντα Του, θα τον σφιγγει στην αγκαλια Του, καθως θα τον παραλαμβανει για να ειναι αιωνια μαζι (Ιδε και ΙΒ32). Υπαρχει μια απειρη τρυφεροτης σ” αυτες τις τελευταιες λεξεις. Ειναι ο Ιδιος ο Κυριος που φαινεται ν” αγαλλια και να προσβλεπει σ” αυτη την στιγμη, η οποια θα βαλλει ενα τελος σ” ολους τους χωρισμους: «ινα οπου ειμι εγω και υμεις ητε».(Ιδε και το ΙΖ24). Ήταν και το αίτημα της προσευχής Του: «Πατέρα, εκείνους που μου έδωκες, θέλω, όπου είμαι εγώ, να είναι και εκείνοι μαζί μου» (Ιωάννης ΙΖ24).

Μια περίπτωση εφαρμογής τούτης της υπόσχεσης την διαβάζομε στο ΠράξειςΖ54-59: «Ακούοντες δε ταύτα κατεκόπτοντο τας καρδίας αυτών, και έτριζον τους οδόντας κατ’ αυτού. Ο δε Στέφανος πλήρης ων Πνεύματος Αγίου, ατενίσας εις τον ουρανόν, είδε την δόξαν του Θεού, και τον Ιησούν ιστάμενον εκ δεξιών του Θεού, και είπεν, Ιδού, θεωρώ τους ουρανούς ανεωγμένους, και τον Υιόν του ανθρώπου ιστάμενον εκ δεξιών του Θεού…Και ελιθοβόλουν τον Στέφανον επικαλούμενον και λέγοντα, Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμα μου».

Ο Λάζαρος, στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, «εφέρθη υπό των αγγέλων».

Στον ψαλμό ΚΓ4 μας λέγει: «Και εν κοιλάδι σκιάς θανάτου εάν περιπατήσω, δεν θέλω φοβηθή κακόν. Διότι συ είσαι μετ’ εμού…». Δεν υπάρχει περίπτωση να εγκαταλείψει τους δικούς Του στις ωδίνες του θανάτου, στην ώρα εκείνη που ο άνθρωπος σαλεύεται, που δεν έχει από πουθενά να πιαστεί. Για τον Ίδιο τον Κύριο, όταν θα πήγαινε στην χώρα του θανάτου, είχε προφητεύσει ο Δαβίδ στον ψαλμό ΙΣΤ8: «Έβλεπον τον Κύριον ενώπιον μου διαπαντός διότι είναι εκ δεξιών μου, δια να μη σαλευθώ» Ο θάνατος είναι σάλεμα. Αν υπάρχει μια ώρα στην ζωή του ανθρώπου που νοιώθει την μοναξιά σ’ ολο της το βάρος και την αδυναμία του, είναι η ώρα του θανάτου. Εκεί είσαι απελπιστικά μόνος. Κανένα στήριγμα. Όλα τούτα εδώ της γης, πρόσωπα και πράγματα, στέκονται εκεί δίπλα σου, ανίσχυρα να σου προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια. Τότε ο πιστός θα καταλάβει την σημασία της υπόσχεσης, «θα έλθω και θα σας παραλάβω».

Το ερώτημα τώρα είναι: Όντας κοντά Του, και μέχρι να ξαναέρθουμε μαζί Του στην γη να βασιλεύσουμε, πως θα είμαστε; Πως θα περάσει αυτό το μεσοδιάστημα;

Αν θεωρήσομε ότι εκείνη η ζωή δεν είναι παρά μια φυσική προέκταση αυτής που τώρα ζουν οι πιστοί, φθάνεις στο συμπέρασμα, και βάσει των ανωτέρω που αναφέραμε, ότι: Η δική Του καρδιά θα κτυπά μέσα μας. Οι δικοί Του πόθοι θα μας δονούν. Τι δικό Του έργο θα μας απασχολεί. Και τούτο το έργο είναι έργο αρχιερέως. Εάν η κεφαλή έχει τούτο σαν έργο, το σώμα δεν μπορεί να έχει άλλο. Η κατάσταση που ανήκει στην κεφαλή, ανήκει και στο σώμα. Τούτα τα δύο δεν χωρίζουν.

Άλλωστε το έχει δηλώσει: «Το Άγιο Πνεύμα εκ του εμού θέλει λάβει, και αναγγείλει προς εσάς» (Ιωάννης ΙΣΤ14). Θα παίρνει ό,τι είναι δικό μου, την ζωή μου, τους πόθους μου, τις χαρές μου, το λειτούργημα μου, και θα σας το δίνει. Δηλαδή, εμένα θα αναπαράγει μέσα σας. Είναι αυτό που έχει αρχίσει να γίνεται εδώ κάτω με μας, και που εκεί θα βρει την ολοκλήρωση του. Η ζωή η δική Του, η αναστημένη, θα έχει κυλήσει στην πληρότητα της μέσα μας.

Είναι μια θέση που μας την έχει δώσει ήδη από τώρα στην γη, πόσο μάλλον στον ουρανό: Διαβάζομε στο Εφεσίους Β6: «Και συνανέστησε, και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις δια Ιησού Χριστού». Τούτη η ζωή που ζούμε εδώ κάτω, με τις άγιες της δραστηριότητες, δεν είναι παρά σκιά εκείνης που θα συνεχίσουμε μαζί Του στον ουρανό. Η μία συνέχεια της άλλης, αλλά σε διαφορετικό φως η κάθε μία.

Οι πιστοί, λοιπόν, του Κυρίου πηγαίνουν στην παρουσία Του, όπου, εν πλήρει συνειδήσει, συμμετέχουν ενεργά στα δρώμενα. Πηγαίνουν εις το ουράνιο αγιαστήριο, όπου θα μείνουν μέχρι της επιφανείας του Κυρίου.

Διαβάζομε μερικές αναφορές, πάνω σ’ αυτό το θέμα, από την Αποκάλυψη, που βεβαιώνουν τούτη την θέση:

Στο Αποκάλυψη Ζ9-17 οι ερχόμενοι απ’ την μεγάλη θλίψη βρίσκονται εμπρός στον θρόνο του Θεού και του Αρνίου δοξολογούντες.

Στο Αποκάλυψη ΙΒ10-12 η φωνή που ακούσθηκε εξηγούσε γεγονότα του ουρανού, συγκεκριμένα, την κατάριψη του Διαβόλου. Τούτη η φωνή δίνει την ταυτότητα της με τούτη την φράση: «κατερίφθη ο κατήγορος των αδελφών ημών», που σημαίνει ότι προέρχεται από ανθρώπους στον ουρανό, ενήμερους του τι γίνεται εκεί πάνω.

Στο Αποκάλυψη ΙΕ2-4 βλέπομε τους πιστούς που νίκησαν το θηρίο, (μπορούμε να πούμε ότι και εμείς είμαστε, γιατί το θηρίο πολεμά την Εκκλησία από τότε που ιδρύθηκε, Α’ Ιωάννη Β18,19), να δοξολογούν τον Θεό για τα έργα Του, τα όσα έχει κάνει και τα μελλοντικά.

Στο Αποκάλυψη ΙΘ 1-8 τους βλέπομε να είναι ενήμεροι ότι κρίθηκε η πόρνη, η Βαβυλώνα στην γη, και ότι επλησίασε ο γάμος του αρνίου.

Αποκάλυψη ΣΤ9,10: «Και ότε ήνοιξε την πέμπτην σφραγίδα, είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού, και δια την μαρτυρίαν την οποίαν είχον. Και έκραζον μετά φωνής μεγάλης, λέγοντες, Έως πότε, ω Δέσποτα άγιε και αληθινέ, δεν κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών από των κατοικούντων επί της γης;». Εδώ τους βλέπομε, πλήρως ενήμερους για την εξέλιξη των πραγμάτων της γης, να υποβάλουν αιτήματα για απονομή δικαιοσύνης.

Αποκάλυψη Δ4: « Και κύκλω του θρόνου ήσαν θρόνοι εικοσιτέσσαρες.. Και επί τους θρόνους είδον καθημένους του εικοσιτέσσαρας πρεσβυτέρους, ενδεδυμένους ιμάτια λευκά. Και είχον επί τας κεφαλάς αυτών στεφάνους χρυσούς.»

Αποκάλυψη Δ10,11: «Οι εικοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι θέλουσι πέσει ενώπιον του καθημένου επί του θρόνου, και θέλουσι προσκυνήσει τον ζώντα εις τους αιώνας των αιώνων, και θέλουσι βάλει τους στεφάνους αυτών ενώπιον του θρόνου, λέγοντες, Άξιος είσαι, Κύριε, να λάβης την δόξαν και την τιμήν και την δύναμιν. Διότι συ έκτισας τα πάντα, και δια το θέλημα σου υπάρχουσι και εκτίσθησαν».

Αποκάλυψη Ε4,5: «Και εγώ έκλαιον πολλά, ότι ουδείς ευρέθη άξιος να ανοίξη και να αναγνώση το βιβλίον, ούτε να βλέπη αυτό. Και εις εκ των πρεσβυτέρων μοι λέγει, Μη κλαίε. Ιδού, υπερίσχυσεν ο λέων όστις είναι εκ της φυλής του Ιούδα, η ρίζα του Δαβίδ, να ανοίξη το βιβλίον, και να λύση τας επτά σφραγίδας αυτού».

Αποκάλυψη Ε8-10: «Και ότε έλαβε το βιβλίον, τα τέσσερα ζώα και οι εικοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι έπεσον ενώπιον του Αρνίου, έχοντες έκαστος κιθάρας, και φιάλας χρυσάς πλήρεις θυμιαμάτων, αίτινες είναι οι προσευχαί των αγίων. Και ψάλλουσιν νέαν ωδήν, λέγοντες, Άξιος είσαι να λάβης το βιβλίον, και να ανοίξης τας σφραγίδας αυτού. Διότι εσφάγης και ηγόρασας ημάς εις τον Θεόν δια του αίματος σου, εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους. Και έκαμες ημάς εις τον Θεόν ημών βασιλείς και ιερείς. Και θέλομεν βασιλεύσει επί της γης».

Πρώτα να διευκρινήσουμε ποιοί είναι αυτοί οι πρεσβύτεροι. Από το «εσφάγης και ηγόρασας ημάς» φαίνεται καθαρά ότι είναι όντα της γης, άνθρωποι. Επίσης από το ότι φοράνε στεφάνια νίκης, κάτι που δεν φορούν οι άγγελοι. Και το λευκό ένδυμα πάντα συμβολίζει το ένδυμα της δικαιοσύνης, που ο Κύριος δίνει σε όσους δεχθούν το λυτρωτικό έργο Του. Το όνομα επίσης «πρεσβύτεροι», σαν διακονία, μας παραπέμπει στην Εκκλησία.

Να σημειώσουμε ότι μέχρι το ΙΘ11 αυτοί οι πρεσβύτεροι αναφέρονται επανειλημμένως. Από το σημείο όμως εκείνο και έπειτα παύουν απότομα να μνημονεύονται στις σκηνές του ουρανού. Η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι, μια και αντιπροσωπεύουν την Εκκλησία, λόγω της καθόδου στην γη του Κυρίου, Αποκάλυψη ΙΘ11, συνοδεύουν τον Κύριο παντού, μέχρι την στιγμή που τους δίδονται θρόνοι (Αποκάλυψη Κ4), οπότε και ξαναφαίνεται η Εκκλησία στο προσκήνιο, στον ουρανό. Στο Αποκάλυψη Ζ11 τους ξεχωρίζει σαφώς απ’ τους αγγέλους, («Και πάντες οι άγγελοι ίσταντο κύκλω του θρόνου και των πρεσβυτέρων…»).

Ο Δαβίδ είχε χωρίσει τους Λευίτες σε 24 πατριές, (Α’ Χρονικών ΚΔ7-19). Αυτές οι 24 πατριές αποτελούσαν την ολότητα του ιερατείου της Παλαιάς Διαθήκης. Στην Καινή Διαθήκη όλοι είναι ιερείς, Α’ Πέτρου Β9, Αποκάλυψη Α6. Το πιο πιθανόν, τούτοι οι 24 πρεσβύτεροι να αντιπροσωπεύουν την ολότητα της εκκλησίας, (ίσως 12 από τον Ισραήλ, 12 από τα Έθνη).

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

Η ιερατεία που οι πιστοί έχουν στην γη, συνεχίζεται στον ουρανό, όπως και το λειτούργημα του βασιλιά. («Και έκαμες ημάς εις τον Θεόν ημών βασιλείς και ιερείς», λένε οι πρεσβύτεροι). Ένα μέρος της ιερατείας είναι η προσευχή. Άλλωστε μας το αναφέρει ειδικά, («έχοντες έκαστος κιθάρας, και φιάλας χρυσάς πλήρεις θυμιαμάτων, αίτινες είναι οι προσευχαί των αγίων»).

Στο Α’ Πέτρο Β5 θα πει, «Και σεις, ως λίθοι ζώντες, οικοδομείσθε οίκος πνευματικός, ιεράτευμα άγιον, δια να προσφέρητε πνευματικάς θυσίας ευπροσδέκτους εις τον Θεόν δια Ιησού Χριστού». Με απλά λόγια, το λειτούργημα του ιερέα που ασκούμε εδώ οι πιστοί, θα συνεχιστεί απαράλλακτα στον ουρανό, αλλά σε άλλες πλέον διαστάσεις, και κάτω από άλλο φως. Εκεί η δραστηριότητα μας, όχι μόνον δεν θα σταματήσει, (δεν μηδενιζόμαστε πεθαίνοντας), αλλά θα ξεχειλίζει καθαρή πλέον, άγια και δοξασμένη, στην παρουσία του Θεού.

Ότι είναι ενήμεροι των σχεδίων του Θεού, το βλέπομε και από το ότι απαντούν στην απορία του Ιωάννη, για το ποιος θ’ ανοίξει το βιβλίο της βουλής του Θεού. Επίσης λύνουν και μια άλλη απορία του Ιωάννη στο Αποκάλυψη Ζ13,14.

Από το Αποκάλυψη Ε8 φαίνεται να ξεχωρίζεται το έργο της λατρείας και δοξολογίας τους, από το έργο της προσευχής τους, έτσι που μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η προσευχή τους δεν είναι μια απλή δοξολογία, αλλά η προσευχή ενός ιερέα (μεσιτεία, ευχαριστία, αιτήματα).

Δεν έχουν ατομικά προβλήματα, αιτήματα, βάρη. Στο Αποκάλυψη ΙΔ13 μας λέει ότι είναι σε ανάπαυση, όσον αφορά τα φορτία της γης και της σάρκας. Αυτοί είναι ήδη στην δόξα, οπότε είναι ολοκληρωτικά αποροφημένοι στην λατρεία του προσώπου του Θεού, συμμετέχοντας ενεργά στα δρώμενα στον ουρανόν, απ’ όπου ξεκινούν όλα τα δρώμενα επί της γης. Κάνουν κάτι που εμείς εδώ κάτω το κάνουμε ατελώς, και δυστυχώς μερικές φορές σαν πάρεργο.

Μα και οι προσευχές τους θα είναι πραγματικά «στο όνομα Του», για την δόξα Του και μόνον, κάτι που ατελώς κάνουμε εμείς οι πιστοί Του εδώ στη γη.

Από τα ανωτέρω φαίνεται ότι υπάρχει συνέχεια τούτης της άγιας ζωής που έχουμε αρχίσει, αλλά στην τέλεια καθαρότητα της παρουσίας Του πλέον. Εκεί δεν θα υπάρχει τίποτα το σαρκικό που θα μολύνει την δραστηριότητα μας, τίποτα από όλα τούτα που δημιουργούν μέριμνες και περισπασμούς εδώ κάτω.

Εκεί, στην παρουσία Του, είναι και οι άνθρωποι του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης. Να θυμηθούμε την απάντηση του Κυρίου στους Σαδδουκαίους που αρνιόταν την ανάσταση: Ματθαίος ΚΒ 31-32: «Όσον αφορά δε την ανάστασιν των νεκρών, δεν εδιαβάσατε εκείνο, το οποίον σας είπε ο Θεός, «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ;» Δεν είναι ο Θεός, Θεός νεκρών αλλά ζώντων».

Τούτα τα λόγια του Θεού ο Κύριος τα έχει πάρει από το Έξοδος Γ 16, εκεί που ο Θεός μίλησε στον Μωϋσή, στην καιομένη βάτο.

Ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, και ο Ιακώβ είχαν πεθάνει προ πολλού. Αλλά οι ψυχές τους ζούσαν. Γι” αυτό και ο Ίδιος ο Θεός ονομάζει τον εαυτόν Του, Θεό τους. Τώρα αυτοί, και όλοι οι άλλοι οι άνθρωποι του Θεού, περιμένουν να πάρουν τα σώματα της ανάστασης.

Στο Ιωάννης Η56 ο Κύριος λέγει στους Ιουδαίους: «Ο Αβραάμ ο πατήρ σας είχεν αγαλλίασιν να ίδη την ημέραν την εμήν. Και είδε, και εχάρη». Εδώ ο Κύριος μας σηκώνει το πέπλο του αοράτου κόσμου, για τον οποίον μόνον Αυτός έχει γνώση, και μας αποκαλύπτει ότι οι ευρισκόμενοι στον Παράδεισο (στην παρουσία του Θεού), έχουν γνώση για την εξέλιξη των σχεδίων του Θεού στην γη. Ο Αβραάμ είδε τον ερχομό του Κυρίου. Ο Μωυσής και ο Ηλίας, στην μεταμόρφωση, ήσαν ενήμεροι για τις περιστάσεις της γηίνης ζωής του Ιησού, τις οποίες και συζητούσαν μαζί Του, («Οίτινες φανέντες εν δόξη, έλεγον τον θάνατον αυτού, τον οποίον έμελλε να εκπληρώση εν Ιερουσαλήμ» (Λουκάς Θ31).

Το πως βέβαια, τα γεγονότα τούτου του κόσμου γίνονται αισθητά σε εκείνους που ζουν στον κόλπο του Θεού, δεν το γνωρίζομε. Ο Κύριος απλώς βεβαιώνει εδώ το γεγονός.

Και όχι απλά έχουν γνώση, αλλά και τα ζουν συναισθηματικά («είδε, και εχάρη»).

Ο Δανιήλ στο Η13 αναφέρει: «Τότε ήκουσα αγίου τινος λαλούντος. Και άλλος άγιος έλεγε προς τον δείνα λαλούντα, Έως πότε θέλει διαρκεί η όρασις η περί της παντοτεινής θυσίας…Και είπε προς εμέ, έως δύο χιλιάδων και τριακοσίων ημερονυκτίων& τότε το αγιαστήριον θέλει καθαρισθή».

Εάν αυτά τα πρόσωπα δεν είναι άγγελοι, τότε θα πρόκειται περί αγίων της Παλαιάς Διαθήκης, που είναι ενήμεροι των σχεδίων του Θεού. Ίσως όμως να πρόκειται περί αγγέλων, γιατί ο Δανιήλ δεν τους αναφέρει ειδικά για να τους διαχωρίσομε.

Να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις για την ζωή μας μετά τον φυσικό θάνατο:

Στην μεταμόρφωση οι απόστολοι γνώρισαν ότι οι δύο επισκέπτες απ’ τον ουρανό ήσαν ο Μωυσής και ο Ηλίας. Ίσως να τους μίλησε με τα ονόματα τους ο Κύριος κατά την διάρκεια της συζήτησης. Αυτοί που εισέρχονται στην δόξα θα πρέπει να φέρουν κάτι που γίνονται γνωστοί και διαχωρίζονται. Να θυμηθούμε ότι στο Αποκάλυψη Γ17 ο Λόγος του Θεού μιλά για κάποιο καινούργιο όνομα, που θα πάρουν οι νικητές της πίστης, σαν εισέλθουν στην δόξα. Εκεί πάνω θα έχουμε όνομα. Και αν σκεφθούμε ότι το όνομα μας είναι η εικόνα που έχουν οι άλλοι για το πρόσωπο μας μέσα τους, σημαίνει ότι εκεί θα γνωριζόμαστε προσωπικά, και δεν θα είμαστε απλά μονάδες ενός συνόλου.

Στο Λουκά ΙΣΤ ο Κύριος, στο συμπέρασμα Του της παραβολής του κακού οικονόμου, ανοίγει μια από τις κουρτίνες του αοράτου κόσμου, για να δούμε τι συμβαίνει με αυτούς που φεύγουν από τούτη την ζωή. Διαβάζουμε στο εδάφιο 9: «Και εγώ σας λέγω, «κάνετε φίλους δια τους εαυτούς σας χρησιμοποιούντες τον άδικο μαμωνάν, δια να σας δεχθούν εις τας αιωνίους σκηνάς, όταν πεθάνετε».

«Αντί για θησαύρισμα ή απόλαυση», μας παραγγέλει ο Κύριος, «μια τακτική που δεν θα σας ωφελήσει σε τίποτα, όταν βρεθείτε πτωχοί και γυμνοί στην άλλη πλευρά του τάφου, σπεύσατε να κάνετε ό,τι έκανε και τούτος ο άδικος οικονόμος με τους ανθρώπους που γνώριζε, τους ανθρώπους της δικής του κατηγορίας. Χρησιμοποιείστε τ” αγαθά του Θεού να κάνετε προσωπικούς φίλους, μέσα απ” τους ομοίους σας, απ” αυτούς που ανήκουν σαν εσάς στην σφαίρα του φωτός. Μετασχηματείστε τούτα τα αγαθά, που θα σας τα στερήσει ο θάνατος, σε δεσμούς αγάπης, που δεν θα τους χάσετε ποτέ, «κάνετε φίλους δια τους εαυτούς σας, δια να σας δεχθούν εις τα αιωνίους σκηνάς, όταν πεθάνετε».

«Φίλους». Εννοεί πιστούς σαν και εμάς, που τους βοηθάμε εδώ στην γη, και πεθαίνοντας θα τους συναντήσωμε στον ουρανό. Εάν έχουν φύγει πρώτοι, ο Κύριος μας λέγει ότι αυτοί θα μας υποδεχθούν εκεί πάνω.

Το κείμενο αναφέρει «δέξωνται υμάς εις τας αιωνίους σκηνάς».

Η λέξη «δέξωνται«, «να σας δεχθούν», είναι το δύσκολο σημείο στην εξήγηση τούτης της παραβολής. Δεν πρέπει να είναι μόνο μια απλή υποδοχή του πιστού που πεθαίνοντας ανεβαίνει στον ουρανό.

Η αγάπη του Χριστού που ασκείται στην πράξη, ενώνει ηθικά αυτόν που την προσφέρει με αυτόν που την δέχεται (όπως η αγάπη του Θεού μας ενώνει ηθικά μαζί Του). Αν εδώ στην γη ένας πλούσιος, αλλά ακόμα ατελής πνευματικά αδελφός, βοηθήσει έναν πτωχό αδερφό του, τούτος ο τελευταίος με την προσευχή του, με την ευγνωμοσύνη του, με τα καλά του λόγια, μπορεί να του ανταποδώσει πολύ περισσότερα, στην πνευματική σφαίρα, να του κάνει μια πνευματική προσφορά απείρως μεγαλύτερη από την υλική που δέχθηκε, να τον ωθήσει πνευματικά. Μήπως τούτη η ανταπόδοση συνεχίζεται και στον ουρανό, στις αιώνιες σκηνές, στο σπίτι του Πατέρα, όπου θα ξανασμίξουν; Δεδομένον ότι εκεί πάνω ο καθένας όταν πάει θα κατέχει το μέτρο της πνευματικής κατάστασης που είχε φθάσει εδώ κάτω.

Ίσως εδώ έχει εφαρμογή το Λουκάς ΙΔ 13,14: « Αλλ” όταν κάνεις δεξίωσιν, κάλεσε πτωχούς, ανάπηρους, χωλούς, τυφλούς και θα είσαι ευτυχής διότι δεν έχουν τα μέσα να σου το ανταποδώσουν. Θα λάβης όμως την ανταπόδοσίν σου κατά την ανάσταση των δικαίων». Μη ξεχνάμε άλλωστε και τούτα τα εδάφια: «Εκείνος που ελεεί πτωχό, δανείζει τον Κύριο». «Εφόσον το έχετε κάνει σ” έναν απ” αυτούς τους αδελφούς μου τους ελαχίστους το έχετε κάνει σε Μένα». Είναι ο ίδιος ο Κύριος, ο ίδιος ο Θεός που γίνεται οφειλέτης μας, όταν εμείς βοηθούμε αυτούς που είναι αντικείμενο της αγάπης Του. Και τέτοιοι φίλοι θα ήταν άχρηστοι την ώρα του θανάτου μας;

Μήπως απ” το άλλο μέρος ο Κύριος θεωρεί με τούτη την παραβολή ότι οι ελεημοσύνες, τα καλά έργα κάποιου του δίνουν αξία στα μάτια του Θεού, και του εξασφαλίζουν την είσοδο στον ουρανό, χωρίς να χρειασθεί η μετάνοια και η πίστη στο έργο του Ιησού Χριστού; Όχι, καθόλου. Γιατί αν π.χ. κάποιος, έχοντας ξένα χρήματα, μοιράσει κάμποσα στους πτωχούς, θα του αναγνωρισθεί κάτι για λογαριασμό του; Έδωσε τίποτα δικό του; Τα έργα αγάπης μεταξύ των πιστών εξασφαλίζουν φίλους και βοηθούς εκείνη την μεγάλη στιγμή που θα περάσωμε στην απέναντι όχθη. Τούτο μας είπε ο Κύριος με την παραβολή. Μίλησε για υποδοχή, όχι για είσοδο.

Εδώ ο Κύριος μας μιλά και για κάτι άλλο, για το «αληθινό» αγαθό, αυτό που γίνεται «δικό μας». Ποιό είναι αυτό; Τα υλικά αγαθά, τα χρήματα; Όχι. Αυτά μας είπε, είναι «ξένα», χώρια ότι μπορεί να μην είναι πάντα πηγή καλού, αλλά να γίνουν πηγή κακού. Τούτο το αγαθό το ονομάζει «αληθινό», πραγματικά καλό για μας, πράγμα που σημαίνει ότι ποτέ δεν μπορεί να προκύψει σε εμάς κακό εξ αιτίας του. Επίσης είναι και «δικό μας», που σημαίνει ότι δεν θα το χάσωμε ποτέ από αιτίες έξω από μας, ούτε από τον θάνατο.

Ποιό να είναι άραγε αυτό;

Ο Κύριος στο Ματθαίο ΚΕ 34 λέγει: «Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε την βασιλείαν, η οποία είναι ετοιμασμένη για σας από τον καιρό της δημιουργίας του κόσμου». Αυτής της βασιλείας ήδη δίνει προκαταβολή από τούτη την ζωή. Διαβάζομε το Λουκά ΙΖ 21: «Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας». Εις τα Εφεσίους Α 13,14 διαβάζομε: «Και σεις, αφού ακούσατε τον λόγον της αληθείας, το χαρμόσυνον άγγελμα της σωτηρίας σας, και το επιστέψατε, ενωθήκατε με τον Χριστό και εσφραγισθήκατε με το Πνεύμα το Άγιον, που υποσχέθηκε ο Θεός και το οποίο είναι ο αρραβών (προκαταβολή) της κληρονομίας μας μέχρι της απολυτρώσεως του λαού που ο Θεός απέκτησε προς έπαινον της δόξης Του».

Τι κάνει το Άγιο Πνεύμα μέσα μας; Μορφώνει τον χαρακτήρα του Χριστού. Παράγει τους καρπούς Του – τους γνωρίζομε, αγάπη, χαρά κ.λ.π. – ολοκληρώνοντας έτσι την προσωπικότητά μας. Ο πλούτος του χαρακτήρα του Θεού, η αγάπη, η σοφία, η δύναμη, η υπομονή, η μακροθυμία Του κ.λ.π. έρχονται δια του Αγίου Πνεύματος και μορφώνουν τον χαρακτήρα μας. Τούτος είναι ο αληθινός μας πλούτος, το αιώνιο αγαθό μας, η κληρονομιά που δεν θα την χάσουμε ποτέ, ο καινούργιος άνθρωπος μέσα μας, που κτίζεται δια Αγίου Πνεύματος, και με την δική μας ολοπρόθυμη συμμετοχή, σύμφωνα ακριβώς με την εικόνα του Χριστού. Είναι κάτι που συνδέεται αναπόσπατα με μας, είναι το συμπλήρωμα ή η εξέλιξη, μπορούμε να πούμε της ύπαρξής μας. Θα τον έχωμε αιώνια, δεν θα μας τον αφαιρέσει ο θάνατος, όπως τ” άλλα τ” αγαθά, και θα είναι πηγή καλού για μας, ακριβώς όπως ο διεφθαρμένος εσωτερικός άνθρωπος είναι πηγή κακού για έναν άνθρωπο του κόσμου. Σ” έναν τέτοιον άνθρωπο ο Θεός κατοικεί μέσα του, και όταν ο Θεός είναι μέσα σου, έχεις τα πάντα.

Θα πάρουμε, λοιπόν, σαν φύγουμε, τον χαρακτήρα που έχει μορφωθεί μέσα μας, αυτή είναι η κληρονομιά μας. Είναι το συμπλήρωμα, η εξέλιξη της ύπαρξης μας, ο εσωτερικός μας άνθρωπος που έχει μορφωθεί. Γι’ αυτό άλλωστε μας εδόθηκε και το δώρο της ελεύθερης εκλογής, να μπορούμε από τους εαυτούς μας, σύροντας ελεύθερες αποφάσεις, να δημιουργούμε τους εαυτούς μας, με την βοήθεια του Θεού.

Στο Α’ Θεσσαλονικείς Β19 ο Παύλος λέγει: «Διότι τις η ελπίς ημών, ή η χαρά, ή ο στέφανος της καυχήσεως& ή ουχί και σεις έμπροσθεν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν τη παρουσία αυτού;», που σημαίνει ότι οι γνωριμίες που έχομε εδώ στην γη θα παραμείνουν, και ο ένας θα είναι καύχημα για τον άλλον στην παρουσία του Κυρίου. Το ίδιο αναφέρει και στο Β’ Κορινθίους Α14: «Καθώς και μας εγνωρίσατε κατά μέρος, ότι είμεθα καύχημα σε σας, καθώς σεις εις ημάς, εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού». Και τους Φιλιππησίους τους ονομάζει «χαρά και στέφανον του» (Φιλιππησίους Δ1).

Ειδικά, για την στιγμή του θανάτου του πιστού, έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις που όχι μόνο το μάτι του ετοιμοθανάτου πιστού λάμπει με μια ουράνια λαμπρότητα, αλλά ακούγεται και να συζητά με αγαπητά πρόσωπα που έχουν φύγει πριν απ” αυτόν στο ουράνιο σπίτι. Είναι η ώρα που του ανοίγεται η πύλη, και ο ουρανός και η γη, την λίγη ώρα που τούτη μένει ανοιχτή, για να περάσει ο πιστός μέσα, επικοινωνούν. Έτσι ακριβώς έγινε και στην προσευχή του Κυρίου στην μεταμόρφωση Του. Ο ουρανός ήλθε κάτω, και η γη υψώθηκε. Οι δυο σφαίρες ακούμπησαν.

Και αν πάμε λίγο παραπέρα και κάνουμε την ερωτηση: Σαν εκπληρωθουν ολα οσα ο Θεος εχει ορισει για την ιστορια, και τελειωσει η ιστορια, ποια θα ειναι η θεση μας, τι θα κανωμε εμεις σ” ολη την αιωνιοτητα?

Απαντηση: Θα ειμαστε διπλα στον Υιο βλεποντας, και ως εκ τουτου συμμετεχοντας στην δοξα Του. Θα ειμαστε το αιωνιο αντικειμενο της αγαπης του Θεου. Αν σκεφθουμε ποσο μεγαλα πραγματα κανει η ανθρωπινη αγαπη για να ευαρεστησει το αντικειμενο της, ενας νεος π.χ. για την αγαπημενη του, το μυαλο μας σταματα αν προσπαθησει να σκεφτει το τι μπορει να κανει η θεια αγαπη για το αντικειμενο της. Μην παμε παραπερα. Ειναι «εκεινα που ματι δεν ειδε και αυτι δεν ακουσε και νους ανθρωπου δεν συνελαβε, εκεινα που ετοιμασε ο Θεος δι” αυτους που τον αγαπουν.» (Α Κορ. Β9). Ας το σκεφτουμε, εχομε γινει το αντικειμενο της ευαρεσκειας, της αγαπης του Θεου!

ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΖΩΗΣ – Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ιώβ ΙΔ5,6: «Επειδή αι ημέραι αυτού είναι προσδιορισμέναι, ο αριθμός των μηνών αυτού ευρίσκεται παρά σοι, και συ έθεσας τα όρια αυτού, και δεν δύναται να υπερβή αυτά& απόστρεψον απ’ αυτού, δια να ησυχάση, εωσού χαίρων εκπληρώση ως μισθωτός την ημέραν αυτού».

Στο Αποκάλυψη Θ6 μας λέγει: «Και εν ταις ημέραις εκείναις θέλουσι ζητήσει οι άνθρωποι τον θάνατον, και δεν θέλουσιν ευρεί αυτόν& και θέλουσιν επιθυμήσει να αποθάνωσι, και ο θάνατος θέλει φεύγει απ’ αυτών». Δηλαδή, ο θάνατος δεν είναι στα χέρια των ανθρώπων.

Για την ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής έχομε τούτες τις αναφορές της Βίβλου: «Φωνή λέγουσα, Φώνησον& και είπε, Τι να φωνήσω; Πάσα σαρξ είναι χόρτος, και πάσα η δόξα αυτής ως άνθος του αγρού. Ο χόρτος εξηράνθη, το άνθος εμαράνθη& διότι το πνεύμα Κυρίου έπνευσεν επ’ αυτό& ο χόρτος τη αληθεία είναι ο λαός. Ο χόρτος εξηράνθη, το άνθος εμαράνθη& ο λόγος όμως του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα» (Ησαϊας Μ6-8). Στον Ψαλμό ΡΒ11 θα μας πει: «Αι ημέραι μου παρέρχονται ως σκιά, και εγώ εξηράνθην ως χόρτος». Στον δε Ψαλμό ΡΓ15,16: «Του ανθρώπου αι ημέραι είναι ως χόρτος& ως το άνθος του αγρού, ούτως ανθεί& διότι διέρχεται ο άνεμος επ’ αυτού, και δεν υπάρχει πλέον& και ο τόπος αυτού δεν γνωρίζει αυτό πλέον». (Ποιος θυμάται τις παπαρουνίτσες που σκόρπιζαν απλόχερα την ομορφιά τους πριν λίγες μέρες; Έτσι είναι η ανθρώπινη ζωή.)

Ο Δαβίδ προσευχόμενος επεσήμανε μια αλήθεια: «Διότι είμεθα ξένοι ενώπιον σου, και πάροικοι, καθώς πάντες οι πατέρες ημών& αι ημέραι ημών επί της γης είναι ως σκιά, και μονιμότης δεν υπάρχει» (Α’ Χρον. ΚΘ15).

Πολλά για την ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής αναφέρουν οι Ψαλμοί 39, 49, 90.

«Τις άνθρωπος θέλει ζήσει, και δεν θέλει ιδεί θάνατον& τις θέλει λυτρώσει την ψυχήν αυτού εκ της χειρός του άδου;» (Ψαλμός ΠΘ48).

Στην Ελληνική μυθολογία αναφέρεται ότι η Ηώ (Αυγή), κόρη του Δία, ερωτεύθηκε έναν θνητό, τον Τίθορο. Ζήτησε με επιμονή από τον πατέρα της να της τον κάνει αθάνατο. Και τελικά ο Δίας εκάμφηκε, και τον έκανε αθάνατο, αλλά όχι και αγέραστο. Σαν πέρασαν τα χρόνια, ο Τίθορος έγινε ένας γέρος πολυλογάς, τόσο βαρετός και ενοχλητικός για την Ηώ, που δεν ήξερε πώς να τον ξεφορτωθεί, γιατί εν τω μεταξύ είχε γίνει αθάνατος. Παρεκάλεσε, λοιπόν, τον πατέρα της, και αυτός τον έκανε τζίτζικα.

Τι δράμα θα ήταν η ζωή μας εάν είχαμε την αθανασία στην παρούσα κατάσταση μας της αμαρτίας και της φθοράς. Εάν αυτά τα 70, 80 χρόνια καταντούν έτσι αυτό το σώμα, που θα το καταντούσε η αθανασία!

Η ΖΩΗ (Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ)

Η Ζωή (Αριστομένης Προβελέγγιος)

Ανέβηκα το βράδυ στο βουνό – μέσα σ’ αρώματα κι αγία γαλήνη – ο ήλιος κλίνει – σε πορφυρένιας λάμψεως ωκεανό. – Σωπαίνει γύρω η πλάσις όλη: λόγγοι και λαγκαδιές κι ουράνιοι θόλοι. – Αλλά σαν ταραγμένης θάλασσας βοή – υπόκωφη ανεβαίνει κάτω από την πόλη – είν’ η ζωή!

Είναι η ζωή! Το μέγα μυστικό στην πλάση. – Ανθρώπου νους δεν έφθασεν, ούτε θα φθάσει – ν’ ανακαλύψει την πρωτόγονη πηγή, – που τρέχει αστείρευτη, θαυματουργή, – απ’ της αιωνιότητας τα σκότη, απ’ της δημιουργίας την ορμή την πρώτη.

Τον πρώτο σπόρο της ζωής ποια χέρια – τον έχουνε σκορπίσει μες στ’ αστέρια; – Μες του Παντός την έκταση την τόση, – μες τον αφάνταστο των άστρων πληθυσμό, – ποια να τον έχει πρωτονοιώσει – τον άγιο της ζωής παλμό;

Φθείρετ’ η σφαίρα μας, άστρα αφανίζονται, – ήλιοι παγώνουν και σκοτίζονται. – Μα της ζωής η δύναμη η θαυμαστή, μέσα στο χάος μαγικά χυμένη, – μες στον αστάθμητον αιθέρα ριζωμένη, – ποτέ δεν χάνεται, ποτέ δεν θα σβηστεί.

Δυνάμεις δύο μες τους αιώνες κυριεύουν, – κι ανίκητες κι οι δυό παλεύουν: – ο άγριος γίγαντας ο χρόνος, που κρημνίζει – τα πάντα στην ορμητική του την ροή, – κι η μάγισσα η πεντάμορφη, η Ζωή, που μες του χρόνου τα ρημάδια ανθίζει – κι ολόδροση και χαρωπή,

με τα λουλούδια της τ’ αμάραντα στολίζει – του χρόνου την μορφή την σκυθρωπή… – Ασύληπτη μυριόστομη ιαχή, – σαν θάλασσας μεγάλης ταραχή, – σαν θάλασσας που τρικυμίζεται, – από την πόλιν ανεβαίνει και σκορπίζεται.

Και μες από τον βόγγο εκείνο – θαρρώ πως διακρίνω – γέλια, τραγούδια, κλάματα και στεναγμούς, – φωνές χαράς και πόνου γογγυσμούς, – βλαστήμιες και κατάρες και κραυγές οργής, – ανάμικτα όλα, κι όλα αδελφωμένα, – σε μιαν απέραντη αρμονία ταιριασμένα, – στην πολυσύνθετη αρμονία της ζωής.

Ο Ψαλμός ΡΔ είναι ένας ύμνος στο μεγαλείο του Δημιουργού μας, όπως αποκαλύπτεται μέσα από τα έργα Του της Δημιουργίας. Η Δημιουργία, καθώς την αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, δεν φέρει μόνον την σφραγίδα της ομορφιάς, του απείρου, της δύναμης, αλλά και της σοφίας, της αρμονίας, της τάξης, της βαθειάς σύνδεσης. Παντού και για όλα ένας σκοπός, ένα νόημα, τίποτα αφημένο στην τύχη του. Τούτη η διαπίστωση κάνει τον Ψαλμωδό ν” αναφωνήσει στο τέλος με έκσταση: «Πόσον μεγάλα τα έργα σου, Κύριε: Τα πάντα εν σοφία εποίησας» (εδάφιο 24). Τα πάντα. Όλα όπως τα βλέπεις γύρω σου διαποτισμένα με ζωή.

Για την ζωή να μιλήσουμε σήμερα.

«Ζωή», τι είναι άραγε η ζωή; Ποιός την καταλαβαίνει; Ποιός την έχει δει; Την ζωή την παίρνουμε σαν γεγονός. Διαπιστώνουμε την αρχή της, την ανάπτυξη της, το τέλος της, αλλά δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε.

Όπου να κυττάξεις γύρω σου, παντού η ζωή αποκαλύπτει τον εαυτόν της, αλλά και παντού κρύβεται απ” την θέα. Όλα τα στοιχεία, ο αέρας, το νερό, η θάλασσα, η γη, είναι διαποτισμένα με ζωή. Ζώα, φυτά, έντομα, μικροοργανισμοί. Πάρτε μια σταγόνα στάσιμου νερού, και βάλτε την στο μικροσκόπιο. Σύντομα θα έχετε ανακαλύψει έναν πληθυσμό μονοκυττάρων οργανισμών, όσος περίπου είναι και εκείνος των ανθρώπων που περπατούν πάνω στη γη.

Και εάν περιορισθούμε στον άνθρωπο, τι διαφορετικά συστήματα ζωής βρίσκουμε σ” αυτό το μοναδικό δημιούργημα! Η ζωή των αισθήσεων, η ζωή της διανόησης, η ζωή των συναισθημάτων και των επιθυμιών, η ζωή της καρδιάς και της θέλησης. Προχωρήστε απ” το άτομο στην οικογένεια, στην κοινωνία, – νέες φλόγες ξεπηδούν απ” την κεντρική εστία της ζωής. Βιομηχανική και εμπορική ζωή, η ζωή της πολιτικής, της τέχνης, της επιστήμης, της ηθικής, της θρησκείας! Το να προσπαθήσουμε να δώσουμε μια περιγραφή στην ζωή, μοιάζει πραγματικά σαν να θέλουμε να μετρήσουμε το άπειρο.

Είπαμε ότι για όλα υπάρχει σκοπός και νόημα. Άραγε μπορούμε να βρούμε μια σειρά, να ξεχωρίσουμε ένα σχέδιο, έναν σκοπό, μέσα σ” αυτή την άπειρη ποικιλία της ζωής; Να βρούμε από που ξεκίνησε και που πρόκειται να καταλήξει η ζωή;

Κάποιος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ο Πρωταγόρας, είπε: «Ο άνθρωπος είναι το μέτρο για το κάθε τι», και δεν είχε άδικο, διότι ο άνθρωπος είναι ο σκοπός της Δημιουργίας. Δηλαδή, με άλλα λόγια, εάν θέλεις ν” ανακαλύψεις το μυστήριο της ανάπτυξης της ζωής, μελέτησε τον άνθρωπο. Στον άνθρωπο συγκεφαλαιώνεται η ανάπτυξη της ζωής μέχρι τώρα, και ο άνθρωπος είναι το πιθανό σημείο αφετηρίας όλων των μελλοντικών της αποκαλύψεων. Ας προσπαθήσουμε και μεις να βρούμε στον άνθρωπο το κλειδί του αινίγματος της ζωής.

Και πρώτα, τι είναι ο άνθρωπος;

Κατά την Αγία Γραφή, ο άνθρωπος είναι ένα σύνθετο ον, φτειαγμένο από δύο στοιχεία αντιθέτου φύσης και προέλευσης. Όσον αφορά το σώμα του, έχει σχηματισθεί απ” το χώμα της γης. Αλλά μέσα σ” αυτό το σώμα, εκεί υπάρχει μια πνοή ζωής, που την εμφύσησε ο Ίδιος ο Θεός. «Ο Θεός», λέγει το βιβλίο της Γένεσης, «εσχημάτισε τον άνθρωπο από το χώμα της γης, και εμφύσησε εις τους μυκτήρας του την πνοή της ζωής» (Γένεση Β7). Και απ” αυτά τα δύο στοιχεία προέκυψε ένα ον, που η Γραφή το ονομάζει, «ψυχή ζώσα» – «Ο πρώτος άνθρωπος ο Αδάμ έγινε ψυχή ζώσα» (Α” Κορ. ΙΕ45).

Αυτό είναι ό,τι μας διδάσκει η Γραφή για το τι είναι ο άνθρωπος.

Τώρα η δική μας παρατήρηση. Τι βρίσκω εγώ καθώς παρατηρώ τον εαυτόν μου και τους συνανθρώπους μου;

Πρώτα, κάτι που βλέπουν οι άλλοι, δηλαδή, το σώμα. Δεύτερον, κάτι που, χρησιμοποιόντας το υλικό μάτι σαν παράθυρο, βλέπει τους άλλους, αλλά το ίδιο μένει αόρατο. Και όχι μόνον βλέπει, αλλά και συλλογίζεται πάνω σε ό,τι έχει δει, και αποφασίζει, και ενεργεί, και αντιδρά. Είναι η ψυχή.

Τέλος, βρίσκω μέσα στον εαυτόν μου κάτι ακόμα, που είναι υψηλότερης φύσης, ένα όργανο με το οποίο μπορώ να διεισδύσω πέραν των όσων βλέπω, ή είναι δυνατόν να δω, είναι αυτό μέσω του οποίου μπορώ να έλθω σε κατ” ευθείαν κοινωνία με τον άπειρο Δημιουργό όλων αυτών των θαυμάτων, – είναι το όργανο της λατρείας που είναι μέσα μου, η αίσθηση του Θείου, το «πνεύμα». «Ο Θεός τον οποίον λατρεύω δια του πνεύματος μου», γράφει ο Παύλος στους Ρωμαίους (Α9).

Σώμα, ψυχή, και πνεύμα, – τρία στοιχεία, με τρία συστήματα ζωής, και παρόλα αυτά ένα πρόσωπο, – αυτός είναι ο άνθρωπος.

Κατά την διάρκεια της πορείας μας εδώ στη γη, το «εγώ» μας, η προσωπικότητα μας, ταυτίζεται με την ψυχή, κατοικεί σ” αυτή, αυτή έχει την κεντρική θέση στην ζωή του ανθρώπου. Τα άλλα δύο στοιχεία φαίνονται να είναι όργανα της, που έχουν σκοπό να την συνδέουν με τους δύο κόσμους, το σώμα με τον υλικό κόσμο κάτω, με την γη, το πνεύμα με τον υψηλότερο, τον Θείο κόσμο.

Στον Εκκλησιαστή, στο ΙΒ7 λέγει: «Και επιστρέψει το χώμα εις την γην, καθώς ήτο, και το πνεύμα επιστρέψη εις τον Θεόν, όστις έδωκεν αυτό». Τούτο το εδάφιο συνήθως το εφαρμόζουν κατά την ώρα που ο άνθρωπος πεθαίνει. Δεν είναι όμως έτσι. Το σώμα του ανθρώπου, σε κάθε στιγμή, επιστρέφει στη γη απ” την οποία ελήφθη, να βρει σ” αυτή την τροφή για τις δυνάμεις του, και τα υλικά για τις δραστηριότητες του. Αντίστοιχα, την κάθε στιγμή, το πνεύμα επιστρέφει στον Θεό, που το έδωσε, να ενωθεί μ” Αυτόν και να πάρει απ” Αυτόν, για να ικανοποιηθούν οι βαθύτερες εσωτερικές μας επιθυμίες (επιθυμία για εσωτερική ειρήνη, πληρότητα, αγιότητα κ.λ.π.).

Βλέπομε λοιπόν την ανθρώπινη ψυχή να περιφέρεται μεταξύ δύο κόσμων, του κόσμου της ύλης και του κόσμου του πνεύματος, και να επικοινωνεί μ” αυτούς, με την βοήθεια αυτών των δύο οργάνων, του σώματος και του πνεύματος, που την συνδέουν αντίστοιχα μαζί τους. Είναι δε έτσι φτειαγμένη, ώστε μέσω αυτής, να γίνονται οι ανταλλαγές μεταξύ αυτών των δύο κόσμων, ο ένας να παίρνει από τον άλλον, και να δίνει στον άλλον, (ο ουρανός να δίνει ζωή, και η γη λατρεία, δοξολογία). Έτσι εργάζεται την πραγματοποίηση του ουρανού πάνω στη γη, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, την μεταμόρφωση της γης σε ουρανό. Θαυμαστός ο ρόλος της ανθρώπινης ψυχής!

Απ” την στιγμή της γέννησης του, ο άνθρωπος κατέχει μέσα του σαν αρχή, σαν δυνατότητα, τρία είδη ζωής, τα οποία κάνουν την εμφάνιση τους προοδευτικά. Να τα δούμε:

Πρώτα έρχεται η «φυσική», η σωματική ζωή, το φαγητό και ο ύπνος του μωρού. Ένα μικρό ζωάκι που μεγαλώνει.

Μετά από μερικές εβδομάδες, σε τούτη την φυσική ζωή, εκεί διακρίνεται κάποια μέρα στο πρόσωπο του μωρού, εκείνο το πρώτο χαμόγελο ουράνιας γλυκύτητας, που αποκαλύπτει στην μητέρα, καθώς αυτή γέρνει επάνω του, την ψυχή, η οποία αφυπνίζεται βαθμιαία, καθώς έρχεται σε επαφή με την δική της. Από την αρχή αυτή η ψυχή ήταν εκεί, αλλά σε λανθάνουσα κατάσταση. Τώρα έχει αρχίσει ν” αναπτύσσεται, και προοδευτικά θα ξεδιπλώσει όλον τον πλούτο που κρύβει μέσα της. Εμφανίσθηκε, λοιπόν, το δεύτερο είδος ζωής στο οποίο προχωρά ο άνθρωπος, η ψυχική ζωή, η ζωή της ψυχής.

Τέλος, μετά από ένα διάστημα που μπορεί να είναι μερικά χρόνια, όταν έχει ήδη ανάψει η λάμπα της νοημοσύνης, όταν η πηγή της θέλησης έχει τεθεί σε λειτουργία, κάποιο βραδυνό ίσως, μετά από μια μέρα ευτυχίας, ή μετά από μια ώρα που ένοιωσε έντονα την στοργή πάνω στα γόνατα την μητέρας του, εκεί που είναι έτοιμο να το πάρει ο ύπνος, το παιδί αισθάνεται την καρδιά του ν” ανοίγει σε μια αγάπη πλουσιώτερη και καθαρώτερη από εκείνην με την οποία αγκαλιάζει όλα τα όντα που του είναι γνωστά, ακόμα και τους ίδιους τους γονείς του. Πάνω από τον πατέρα, που μόλις το έχει σφίξει στην αγκαλιά του, και την μητέρα, που ακόμα του δίνει τα τελευταία της φιλιά, τα μάτια του βλέπουν τον Πατέρα του πατέρα του, τον αόρατο Φίλο της μητέρας του. Και, κλείνοντας τα μάτια, μουρμουρίζει, «Σ” ευχαριστώ Θεέ μου!». Είναι η πνευματική ζωή, που μόλις έχει αφυπνισθεί. Το πνεύμα, αυτό το όργανο του Θεού μέσα μας, έχει βρει το αντικείμενο του.

Εάν στο μέλλον η ενέργεια του δεν εμποδισθεί, και το πνεύμα αφεθεί ελεύθερο να αναπτυχθεί σε δύναμη κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να κυβερνά την ζωή της ψυχής, η οποία όπως είδαμε έχει ήδη από προηγούμενα αρχίσει, και εάν η ψυχή, με την σειρά της, πετύχει να πάρει την διακυβέρνηση πάνω στην σωματική ζωή, της οποίας η ανάπτυξη έχει ήδη προχωρήσει αρκετά, πάνω στο σώμα και τις επιθυμίες του, τότε εκεί μια θεία τάξη θα βασιλεύει στην ζωή του ανθρώπου, και αυτός θα προχωρά απρόσκοπτα προς τον στόχο που του έχει τάξει ο Δημιουργός του. Αλλά μπήκε η αμαρτία, και η φλόγα της ζωής του Πνεύματος που πάει ν’ ανάψει, γρήγορα σβύνει, ο άνθρωπος πεθαίνει πνευματικά.

Αυτό το θέαμα δεν έχει εμφανισθεί παρά μόνον μια φορά πάνω στη γη, στη ζωή εκείνου του Παιδιού, για το οποίον ελέχθη: «Το δε παιδίον ηύξανε (σωματικά) και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ” αυτό» (Λουκάς Β40). Το σώμα να υποτάσσεται στην ψυχή, και η ψυχή στο πνεύμα, να η αρμονία, η δύναμη, η υγεία, η ευημερία, η πληρότητα, η τελειότητα, η αληθινή πραγματικότητα της ανθρωπίνης ύπαρξης.

Σώμα, λοιπόν, ψυχή και πνεύμα, να ο άνθρωπος. Τρία στοιχεία, τρία διαφορετικά είδη ζωής.

Η ζωή, τώρα, του καθενός απ” αυτά τα τρία στοιχεία, έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Να τα δούμε.

Το σώμα «είναι». Γεννιέται, μεγαλώνει, αποσυντίθεται, χωρίς η θέληση μας να έχει σοβαρή συμμετοχή σ” αυτή την διαδικασία. Η φυσική ζωή δεν κυβερνά τις ενέργειες της, απλά ξεχύνεται εμπρός, χωρίς να είναι η ίδια ο κύριος της. Είναι μια περιουσία, ένα κεφάλαιο, που περιμένει τον ιδιοκτήτη του.

Αυτός ο αναμενόμενος ιδιοκτήτης είναι η ψυχή. Το ιδαίτερο χαρακτηριστικό της ψυχής, σαν την συγκρίνεις με το σώμα, είναι ότι αυτή έχει συνειδητότητα, έχει επίγνωση του εαυτού της, και αυτοκυβερνιέται, μέσω της νοημοσύνης και της ελεύθερης θέλησης με τις οποίες είναι προικισμένη. Όσο και αν την πολιορκούν τα σαρκικά ένστικτα και οι τυφλές ορμές, αυτή δεν κυβερνιέται απ” αυτά, παρά μόνον όσο η θέληση της τους ανοίγει δρόμο. Αν θέλει, μπορεί ν” αντισταθεί και να τα υποτάξει, εν ονόματι ενός υψηλοτέρου νόμου. Το ζώο που δεν έχει ψυχή, δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Είναι τα ένστικτα και οι σαρκικές επιθυμίες που το κυβερνάνε απόλυτα.

Για την ψυχή δεν μπορούμε να πούμε, όπως για το σώμα, ότι απλά «είναι», αλλά ότι αυτή είναι ό,τι θέλει να είναι, γίνεται εκείνο που αυτή αποφασίζει για τον εαυτόν της να γίνει. Έχει δοθεί στην ψυχή ένα προνόμιο, να είναι η ίδια κύριος του εαυτού της, ν” αποφασίζει γι” αυτόν. Της έχει δοθεί αυτό το ύψιστο αγαθό, η ελευθερία.

Γιατί όμως να της χορηγήθηκε αυτό το προνόμιο; Για να αυτοϊκανοποιείται; Για να κρατήσει τον εαυτόν της για τον εαυτόν της, στην στενότητα και την ακαμψία του εγωισμού; Όχι. Αυτό το προνόμιο της εδόθηκε για έναν λόγο. Για να μπορεί να προσφερθεί ελεύθερα, θεληματικά, μέσα απ” την ενεργεια, απ” το έργο της αγάπης. Αυτή όμως την υψηλότερη πράξη, δεν μπορεί να την επιτελέσει, παρά μόνον με την βοήθεια του πνεύματος.

Ανακεφαλαιώνουμε μέχρι εδώ: Το χαρακτηριστικό της ζωής του σώματος, της φυσικής ζωής, είναι η ύπαρξη, απλά, ότι υπάρχει. Της ζωής της ψυχής; Η αυτοκυβερνησία, η ελευθερία. Να διαθέτει όπως θέλει τον εαυτόν της. Και το χαρακτηριστικό της ζωής του πνεύματος; Η αυτοϋποταγή. Κάτω από την κυριαρχία του Αγίου Πνεύματος, που έρχεται από τον ουρανό να ενωθεί με το πνεύμα του ανθρώπου, και η οποία κυριαρχία του εξασφαλίζει την κυριαρχία πάνω στην ψυχή, και μέσω αυτής πάνω στο σώμα, εκεί έρχεται φυσιολογικά μια στιγμή που ο άνθρωπος κραυγάζει: «Ω Θεέ με έχεις ελευθερώσει. Μπορώ, είτε να ζήσω για τον εαυτόν μου, ή να παραδώσω τον εαυτόν μου σε κάποιον κύριο. Δεν θα κάμω ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Προσφέρω τον εαυτόν μου σε Σένα, που είσαι καλλίτερος απ” τον εαυτόν μου, που είσαι πάνω από κάθε τι. Δέξου από τούδε την ελεύθερη μου θέληση, σαν όργανο της δικής Σου. Μια ιερή φωτιά αγάπης με κάνει υπηρέτη Σου, και, για χάρη Σου, υπηρέτη όλων των αδελφών μου». Από αυτή την στιγμή η πνευματική ζωή όχι μόνον υφίσταται, αλλά βασιλεύει πάνω απ” όλα στον άνθρωπο.

Ύπαρξη, ελευθερία, άγια αγάπη, αυτά είναι τα χαρακτηριστικά των τριών ειδών ζωής, που κατέχομε, τουλάχιστον σαν δυνατότητα. Η αύξηση και η ανάπτυξη αυτών των τριών, συνθέτουν το όλο της ανθρώπινης ζωής.

Πάνω από την απλή ύπαρξη, υπάρχει η ελεύθερη ύπαρξη. Πάνω από την ελευθερία, υπάρχει ένα ακόμα είδος ζωής που έχει τούτο το χαρακτηριστικό: Διαθέτει ολοκληρωτικά τον εαυτόν της στο βωμό της αγάπης. Να υπάρχει τίποτα ανώτερο, κάποια άλλη ανώτερη μορφή ζωής, πάνω απ” αυτή; Δεν μπορούμε να φαντασθούμε τίποτα άλλο, τολμάμε να πούμε πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Γιατί; Διότι ο Θεός είναι αγάπη.

Να λοιπόν, που μελετόντας τον άνθρωπο, βρήκαμε μια άκρη, μια σειρά, ανακαλύψαμε κατά κάποιον τρόπο το μυστικό της ανάπτυξης της ζωής: Η ζωή εμφανίζεται σε τρεις μορφές, σε τρία διαδοχικά στάδια, απ” το κατώτερο στο ανώτερο. Η ζωή της απλής ύπαρξης, της ελευθερίας, της ολοκληρωτικής προσφοράς στην αγάπη. Και τα τρία αυτά είδη ζωής τα είδαμε συνοψισμένα στον άνθρωπο.

Αν ρίξουμε τώρα μια ματιά στον πλανήτη μας, στην ιστορία του, την πριν, την τωρινή, αυτήν που πρόκειται να έλθει, και εδώ θα δούμε τούτα τα τρία είδη ζωής, διαδοχικά, το καθένα να εργάζεται για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες, που θα βοηθήσουν το επόμενο να έλθει στο προσκήνιο (φύση – άνθρωπος – εκκλησία).

Αυτή την σειρά έβαλε, «Ο Θεός ο μέγας, ο ισχυρός, ο Κύριος των δυνάμεων, ο μέγας εν βουλή, και δυνατός εν έργοις» (Ιερεμίας ΛΒ18,19).

Τι να ευχηθούμε; Να μας ανοίξει ο Θεός τον νου, και με την βοήθεια της Γραφής ν” ανέβουμε στην κορυφή του βουνού, και από κει να δούμε τα πράγματα κάτω. Να υψωθούμε στην θέα του Θεού. Πόσο πλατύς φαίνεται ο ορίζοντας από κει ψηλά! Τούτος ο δρόμος της ζωής, που από δω χαμηλά όπως τον βλέπουμε εμείς, νομίζουμε ότι τελειώνει στην στροφή, εκεί, από ψηλά, βλέπεις να έχει μια θαυμαστή συνέχεια. Σε τούτον τον λαβύρινθο, το μωσαϊκό της ζωής, καθώς προχωράνε οι αιώνες, τα χρόνια, οι γενιές, ένα ένα κομματάκι μπαίνει στην θέση του, σαν το πάζλ, για να φανεί σε λίγο εκείνη η πανέμορφη εικόνα, που την συνέλαβε αυτός ο νους, «ο μέγας εν βουλή και δυνατός εν έργοις«.

Υπάρχει ένα μεγαλειώδες σχέδιο που εκτυλίσσεται, και αγκαλιάζει και την ατομική μας ζωή, αλλά και την ζωή του πλανήτη μας, του Σύμπαντος. Όλα υπακούουν και συγκλίνουν σ” έναν σκοπό, σ” ένα τέρμα. Τον έχει ορίσει Αυτός που κάποτε ο Λόγος Του τα έφερε όλα απ” την ανυπαρξία στην ύπαρξη.

Ρωμαίους Η19: «Διότι η μεγάλη προσδοκία της κτίσεως προσμένει την φανέρωσιν των υιών του Θεού». Α” Κορινθίους ΙΕ24,28: «Ύστερα θέλει είσθαι το τέλος…ο Θεός έχει γίνει τα πάντα εν πάσι». Αποκάλυψη ΚΑ3,4: «Ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και θέλει σκηνώσει μετ” αυτών, και αυτοί θέλουσι είσθαι λαοί αυτού, και αυτός ο Θεός θέλει είσθαι μετ” αυτών Θεός αυτών. Και θέλει εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος δεν θέλει υπάρχει πλέον, ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος δεν θέλουσι υπάρχει πλέον. Διότι τα πρώτα παρήλθον.» Όλα αυτά τα «πρώτα«, που τώρα περνάμε, δεν είναι παρά η προετοιμασία για τούτα τα «έσχατα».

Όλη η κτίση είναι τώρα σαν σε ωδίνες, για να γεννηθούν τούτα τα «έσχατα«. Και μέσα εδώ, σ” αυτή την μεγαλειώδη διαδικασία, σ” αυτό το απέραντο έργο, εσύ και γω είμαστε πρωταγωνιστές, τώρα, αλλά και τότε. Τώρα, σαν μαχητές του Θεού, στο έργο της εγκαθίδρυσης της βασιλείας Του. Τότε, τότε θα έρθουν για σένα και για μένα, «Εκείνα τα οποία οφθαλμός δεν είδε, και ωτίον δεν ήκουσε, και εις καρδίαν ανθρώπου δεν ανέβησαν, τα οποία ο Θεός ητοίμασεν εις τους αγαπώντας αυτόν» (Α” Κορινθίους Β9). Άξιος ο εργάτης του μισθού του.

Ναι, η ζωή τώρα αξίζει, γιατί υπάρχει ένας σκοπός γι” αυτή. Ένας σκοπός που τον όρισε Εκείνος, στην αγάπη του Οποίου οφείλουμε, την ύπαρξη μας, την συντήρηση μας στην ζωή, την σωτηρία μας, τα πάντα μας.

«Πόσο μεγάλα τα έργα σου Κύριε: Τα πάντα εν σοφία εποίησες».

«Ο Θεός που εδημιούργησε τον κόσμον και όλα όσα είναι εις τον κόσμον, και ο οποίος είναι Κύριος του ουρανού και της γης…αυτός είναι που δίνει εις όλους ζωήν και πνοήν και τα πάντα» (Πράξεις ΙΖ24-26). Και όπως είπαμε, αφού Αυτός είναι που εδημιούργησε την ζωή, Αυτός έχει ορίσει και τον σκοπό της, το που είναι να καταλήξει η ζωή, το που θα οδηγήσει όλη αυτή η κατάσταση στην οποία εμείς οι άνθρωποι είμαστε πρωταγωνιστές. Είναι Αυτός που έγραψε την ιστορία, και την καθοδηγεί να φθάσει στο τέρμα που της έχει ορίσει.

Για την ζωή θα μιλήσουμε και σήμερα. Την προηγούμενη φορά την είδαμε να εμφανίζεται στον άνθρωπο σε τρεις διαδοχικές μορφές. Πρώτα η φυσική ζωή. Ξεκινά ο άνθρωπος ένα ζωάκι, που απλώς υπάρχει και το καθοδηγούν τα ένστικτα του. Το μωρό που δεν κάνει τίποτα άλλο, από το να τρώει και να κοιμάται. Λίγο μετά αφυπνίζεται η ψυχή, και ξεκινά η ψυχική ζωή, μια ζωή που έχει σαν χαρακτηριστικό την ελευθερία, διαθέτει όπως αυτή θέλει τον εαυτόν της. Και τέλος η ανώτερη, η πνευματική ζωή. Χαρακτηριστικό τούτης της τελευταίας, η ολοκληρωτική προσφορά του εαυτού της στην αγάπη. Είμαστε σώμα, ψυχή, πνεύμα. Έχομε, λοιπόν, σωματική, ψυχική, πνευματική ζωή. Σκοπός του πρώτου είδους ζωής, να οδηγήσει το δεύτερο, και των δύο μαζί πλέον, να οδηγήσουν στο τρίτο, όπου είναι και η ολοκλήρωση μας. Τούτο το τρίτο βέβαια μπορεί να μη το γευθεί ποτέ του ο άνθρωπος.

Είχαμε πει επίσης ότι «ο άνθρωπος είναι το μέτρο για το κάθε τι». Γνωρίζοντας τον άνθρωπο, γνωρίζεις και όλα τ” άλλα, γιατί αυτός είναι ο σκοπός, ο στόχος της Δημιουργίας.

Να δούμε τώρα εάν αυτή η ταξινόμηση που κάναμε για την εμφάνιση και ανάπτυξη της ζωής στον άνθρωπο, μας βοηθά να ερμηνεύσουμε την σειρά και την ανάπτυξη της ζωής στον πλανήτη μας.

Στον άνθρωπο πρώτα εμφανίζεται η φυσική ζωή, σαν σημείο αφετηρίας για τα δύο μετέπειτα στάδια. Το ίδιο ακριβώς και στη γη μας, το πρώτο που εμφανίσθηκε ήταν μια απέραντη και άφθονη ανάπτυξη οργανικής ζωής, φυτικής και ζωικής.

Κατά την διάρκεια αυτών των ημερών δημιουργίας, που μπορεί να είναι αιώνες, πάνω στον πλανήτη μας δεν βρίσκουμε τίποτα άλλο, παρά την ασυνείδητη ανάπτυξη του φυτού, και τα τυφλά ένστικτα του ζώου, την αχαλίνωτη βασιλεία της σαρκικής, της φυσικής ζωής. Δεν βρίσκουμε τίποτα άλλο, παρά φυσική γέννηση, ζωή και θάνατο. Κανένα δημιούργημα με συνείδηση του σκοπού της ύπαρξης του, ή, σε κάποιο βαθμό, υπεύθυνο για τις πράξεις του. Η ηθική ζωή δεν έχει εμφανισθεί ακόμα. Είναι το μωρό, που ακόμα η ψυχή του δεν έχει αφυπνισθεί.

Όλη αυτή η περίοδος ήταν πάνω στον πλανήτη μας μια προετοιμασία για την εμφάνιση του επομένου είδους ζωής.

Και πράγματι κάποτε, μετά απ” αυτή την προετοιμασία, εμφανίζεται ξαφνικά πάνω στη γη το ον εκείνο που πρόκειται ν” αναπτύξει εν τω μέσω της φύσης, μια ζωή ανεξάρτητη απ” την φύση, ο άνθρωπος. Είναι η ψυχή της Δημιουργίας, που τώρα αφυπνίζεται, και αρχίζει την ανάπτυξη της. Θυμόσαστε, το μωρό που κάποτε έσκασε το πρώτο χαμόγελο, σημάδι ότι άρχισε ν” αφυπνίζεται η ψυχή.

Ο άνθρωπος, καθώς εμφανίζεται στην σκηνή του κόσμου, εγκαινιάζει, μέσω μιας υψηλότερης ζωής με την οποία είναι προικισμένος, ένα καινούργιο κεφάλαιο, ένα άλλο είδος ζωής. Με την εμφάνιση του ανθρώπου, η φύση φθάνει στο σημείο ανάπαυσης της, τώρα αρχίζει η ιστορία. Οι βίαιες κρίσεις στην φύση, που προηγήθηκαν της άφιξης του, (οι αναστατώσεις στον φλοιό της γης, οι μεταβολές στο κλίμα, οι εξαφανίσεις των γιγαντιαίων ζώων κ.λ.π.), βαθμιαία σταματούν. Η παρουσία αυτού του δημιουργήματος, που ανήκει σ” έναν υψηλότερο κόσμο, φαίνεται να έχει σαν αποτέλεσμα να έλθει ειρήνη στο θέατρο, στο οποίο είναι καλεσμένο να πρωταγωνιστήσει. Μερικές μόνον επί μέρους αναστατώσεις, όπως σεισμοί, εκρήξεις ηφαιστείων, και μια κρίση μοναδικής φύσης, ο κατακλυσμός, αυτές μόνον θυμίζουν τις αναστατώσεις μέσω των οποίων η ζωή έχει προχωρήσει στον δρόμο της έως αυτή την ώρα.

Εις το μέσον μιας φύσης, οι δυνάμεις της οποίας είναι από τώρα και στο εξής κάτω από πειθαρχία, ο άνθρωπος αρχίζει το δικό του έργο. Βλέπει, παρατηρεί τον κόσμο. Αισθάνεται τον εαυτόν του σαν κάτι ξεχωριστό απ” αυτόν. Διεκδικεί τα δικαιώματα του σαν ο κληρονόμος αυτής της όμορφης περιοχής, και προσπαθεί να την κατακτήσει με την γνώση και την εργασία του. «Εργάζεται και φυλάττει τον κήπο», μας λέγει η Γραφή. Διακρίνει μεταξύ διαφόρων αντικειμένων, και ασκεί τις διανοητικές του δυνάμεις να τους δώσει ονόματα. Θέτει εμπρός του στόχους, και βρίσκει μέσα να τους επιτύχει. Τροποποιεί πράγματα σε συμφωνία με τις επιθυμίες και τις ανάγκες του. Αναπτύσσει τις ανεξάντλητες πηγές της διάνοιας και της θέλησης του. Ταυτόχρονα ξυπνούν τα αισθήματα του. Η καρδιά του ανοίγει στην γλυκειά στοργή της οικογενειακής ζωής, και στις καθαρές απολαύσεις της φύσης. Είναι η ζωή της ψυχής που τώρα ξεκινά πάνω στον πλανήτη μας. Αλλά ποιό θα είναι το τέλος της;

Η προίκα που του δόθηκε σαν ξεκίνησε ο άνθρωπος, προδιαγράφει και τον σκοπό για τον οποίον δημιουργήθηκε. Του δόθηκε η διάνοια, ο νους, ένα όργανο με το οποίο μπορεί να κάνει δικά του τα μυστικά της παγκόσμιας γνώσης. Του δόθηκε και η ελεύθερη θέληση, με την οποία κατέχει την δύναμη να γίνει άγιος, όπως ο Θεός είναι άγιος, και έτσι, μέσω αυτού, εν τη ελευθερία του, να γίνει συνεργάτης του Θεού στο έργο του καλού, που είναι ο σκοπός της Δημιουργίας, πράκτορας της παντοδύναμης θέλησης του Θεού.

Αυτός είναι ο στόχος που έχει τεθεί εξ αρχής για τον άνθρωπο, να φθάσει ψηλά, και ψηλά πάνω απ” αυτόν είναι ο Θεός. Να γίνει συνεργάτης του Θεού, λοιπόν, όντας σε κοινωνία αγάπης μαζί Του. Γι” αυτό άλλωστε τον έκανε «κατ” εικόνα δική του και ομοίωση«.

Για να φθάσει όμως εδώ, είναι αναγκαίο να παραδώσει, να παραχωρήσει ελεύθερα τον εαυτόν του. Αλλά για να παραχωρήσει τον εαυτόν του, θα πρέπει να είναι ο κύριος του εαυτού του, θα πρέπει, πρώτα απ” όλα, να κατακτήσει τον εαυτόν του, να τον ορίζει. Πως μπορεί να δώσεις κάτι που δεν το ορίζεις.

Το ερώτημα εδώ είναι, ποιός είναι ο εχθρός που έχει να υπερνικήσει, από ποιόν κινδυνεύει η ελευθερία του; Ποιός είναι εκείνος που θα τον εμπόδιζε να διαθέσει ελεύθερα τον εαυτόν του;

Είναι κοινή αντίληψη, όσο και αν δεν λέγεται, ότι το εμπόδιο στην αυτοκυβερνησία μας, στην ελευθερία μας, είναι ο Θεός και ο νόμος Του. Και είναι γι” αυτόν τον λόγο που ο άνθρωπος προσπαθεί ν” απαλλαχθεί, ή εν πάσει περιπτώσει να βγάλει απ” την σκέψη του τον Θεό. Η αιτία που έκανε τον άσωτο της παραβολής να φύγει από το σπίτι του.

Αυτό όμως είναι η βαθύτερη από τις πλάνες. Ο κίνδυνος που απειλεί την ελευθερία μας δεν είναι ο Θεός, είναι η δύναμη της κατώτερης φύσης μας, είναι η δύναμη των σαρκικών μας επιθυμιών, των ενστίκτων μας. Να ο αληθινός εχθρός της ελευθερίας μας. Εάν η θέληση υποχωρήσει, εάν υποταχθεί στην σαρκική επιθυμία, ο άνθρωπος δεν είναι πλέον κύριος του εαυτού του, γίνεται, σαν το ζώο, σκλάβος της φύσης. Και εάν τα ένστικτα του είναι καλοκάγαθα, θα εξομοιωθεί μ” ένα καλοκάγαθο πρόβατο, εάν είναι απάνθρωπα, σκληρά, μ” έναν άγριο λύκο, πράγμα που είναι το ίδιο, ζώο και στις δύο περιπτώσεις.

Δημιουργημένοι λοιπόν ελεύθεροι, θα πρέπει να γίνουμε τέτοιοι στην πράξη, με συνεχείς νίκες της θέλησης μας πάνω στα τυφλά ένστικτα της φύσης μας, πάνω στις επιθυμίες της σάρκας μας. Είναι μια σειρά από μάχες που καλούμεθα να δώσουμε. Και η κάθε μία απ” αυτές τις μάχες είναι μια πράξη αυταπάρνησης.

Για να κερδίσουμε αυτές τις νίκες, η θέληση μας χρειάζεται ένα στήριγμα, ένα βοήθημα, να κρατηθεί από κει στις μάχες της για την κυριαρχία πάνω στον εαυτόν μας. Και τούτο το στήριγμα είναι ο νόμος, η αίσθηση του καθήκοντος.

Ήταν αναπόφευκτο για την πρόοδο του, για το προχώρημα του, να τοποθετηθεί ο άνθρωπος σε μια κατάσταση σύγκρουσης, μεταξύ του τι είναι σωστό και του τι είναι ευχάριστο, μεταξύ του τι πρέπει και του τι μου αρέσει. Είναι μια θέση, ταυτόχρονα, επικίνδυνη αλλά και ένδοξη. Μόνο έτσι θα γινόταν στην πράξη ό,τι ήταν προορισμένος να γίνει, ένα ον ελεύθερο, να μπορεί στην συνέχεια να διαθέσει τον εαυτόν του στον Θεό και στο έργο Του.

Εάν δεν φερόταν σ” αυτή την σύγκρουση, ο άνθρωπος θα υπέκυπτε, χωρίς καν να το καταλάβαινε, στις φυσικές του κλίσεις, και η ελευθερία του θα χανόταν για πάντα.

Αυτή είναι η έννοια εκείνης της πρωταρχικής δοκιμασίας στην οποίαν υπεβλήθη ο άνθρωπος. Εκείνο το, «μη φας απ” τον καρπό του δένδρου», ήταν η προστασία της ελευθερίας μας, ήταν το σχολείο που μας περνούσε ο Θείος Εκπαιδευτής μας, για να υψωθούμε ψηλά, ελεύθεροι, πάνω από τις επιθυμίες της κατώτερης φύσης μας.

Τι κρίση ήταν εδώ! Εάν η θέληση μας, υποστηριζομένη από την αίσθηση του καθήκοντος, απ” τον νόμο που κείνη την ώρα μας είχε δώσει ο Θεός, θριάμβευε πάνω στην κατώτερη φύση μας, πάνω στην σαρκική επιθυμία, στα ένστικτα, θα υψωνόταν ψηλά ελεύθερη, και θα έβλεπε τώρα ν” ανοίγεται εμπρός της μια σειρά νέων συγκρούσεων, για πιό ένδοξες νίκες, κάτι σαν αυτές του Κυρίου με τους πειρασμούς στην έρημο, μέχρι που θα έπαιρνε απόλυτα στην εξουσία της τον εαυτόν της.

Σας θυμίζει τίποτα τούτο αδέλφια; Είναι η πορεία του πιστού μετά την αναγέννηση του, η πορεία του αγιασμού, η μάχη του να κατακτήσει τον εαυτόν του για να τον κάνει μια ελεύθερη προσφορά στον Θεό. «Σας παρακαλώ αδελφοί», έγραφε ο Παύλος στους Ρωμαίους, «να προσφέρετε τους εαυτούς σας σαν θυσίαν ζωντανή και αγίαν, ευάρεστη στον Θεό, αυτή είναι η λογική σας λατρεία» (Ρωμαίους ΙΒ1). Είναι ο δρόμος που περπάτησε ο Ιησούς Χριστός για μας, εδώ στη γη. Είναι η εξ αρχής φυσιολογική μας πορεία, απ” όπου ξέπεσε ο Αδάμ, και όλοι μας κατόπιν του. Είναι εκείνο που τόσο συχνά επαναλάμβανε ο Κύριος, «Όποιος θέλει να σώσει την ζωή του θα την χάσει, και όποιος την χάσει για μένα εις ζωήν αιώνιον θα την κερδίσει».

Εάν όμως τότε θριάμβευε η φυσική κλίση, η επιθυμία, η θέληση του ανθρώπου θα γινόταν δούλη, και κάτω απ” την κυριαρχία τώρα πλέον της σάρκας, θα έπεφτε χαμηλώτερα και χαμηλώτερα. Ήταν ο σκοπός για τον οποίον δημιουργήθηκε ο άνθρωπος, που έκανε απαραίτητη τούτη την κρίση, τούτη την δοκιμασία.

Η Βίβλος, είναι η μόνη πηγή απ” όπου μαθαίνουμε για τον πρώτο πειρασμό και τις συνέπειες του. Ειδικά τούτες τις συνέπειες, και η Βίβλος να μη μας έλεγε τίποτα, ο καθένας μας τις γνωρίζει βαθειά, απ” την οδυνηρή εμπειρία της ηθικής σκλαβιάς μέσα στην οποία είμαστε βυθισμένοι. Ποιός από μας δεν έχει προσπαθήσει, πολλές φορές, να σηκώσει τις αλυσσίδες του εγωισμού και της φιλαυτίας στις οποίες είναι δεμένη η ελεύθερη θέληση του, με κανένα άλλο αποτέλεσμα, παρά να τον κάνει, αυτή η προσπάθεια, να συνειδητοποιήσει πιό καθαρά το βάρος τους; Ποιός από μας δεν έχει συχνά ακούσει την ομολογία του Παύλου, «Είμαι σαρκικός, πουλημένος στην αμαρτία…δεν κάνω το καλό που θέλω, αλλά το κακό που δεν θέλω, αυτό κάνω», να βγαίνει από τα βάθη της συντριμμένης του καρδιάς; Ποιός από μας δεν έχει βγάλει τον αναστεναγμό, με τον οποίον τελειώνει αυτή η θλιβερή περιγραφή της ζωής του Αποστόλου, πριν αυτός ελευθερωθεί, «Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ! Ποιός θα με ελευθερώσει από το σώμα αυτό του θανάτου;» Ρωμαίους Ζ14,19,24).

Αυτή η παγκόσμια εμπειρία δείχνει καθαρά ποιό ήταν το αποτέλεσμα αυτής της μεγάλης δοκιμασίας, με την οποία άνοιξε το δρόμο της η ανθρώπινη ιστορία. Η φυσική κλίση, η σαρκική επιθυμία θριάμβευσε πάνω στο καθήκον, και η θέληση έγινε σκλάβος της. Πως να παραδώσει τον εαυτόν του τώρα, για να εκπληρώσει τον υψηλώτερο σκοπό για τον οποίον υπάρχει; Έπαψε πλέον να τον ορίζει.

Έπεσε λοιπόν η ανθρωπότητα στην αρχή της πορείας της, έχασε τον σωστό προσανατολισμό της, σαν το τραίνο που ξέφυγε απ” τις ράγες του. Δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης. Ο Θεός θα έπρεπε να την είχε εξαλείψει. Τούτο όμως θα σήμαινε υποχώρηση, ήττα, στην παρουσία του εχθρού, αποτυχία του Θείου σχεδίου. Και δεν την εξάλειψε ο Θεός. Έτσι όπως ήταν πεσμένη, εργάσθηκε για να την οδηγήσει να ξαναβρεί τον χαμένο της δρόμο.

Μιλόντας για τον Θεό Λόγο, τον Ιησού Χριστό, ο Ιωάννης στην εισαγωγή του Ευαγγελίου του, λέγει: «Εν αρχή υπήρχεν ο Λόγος, και ο Λόγος ήτο προς τον Θεόν, και Θεός ήτο ο Λόγος. Αυτός υπήρχε εν αρχή προς τον Θεόν. Όλα έγιναν δι” αυτού, και χωρίς αυτόν τίποτε δεν έγινε από όσα έχουν γίνει. Μέσα σ” αυτόν υπήρχε ζωή, και η ζωή ήτο το φως των ανθρώπων». Και συνεχίζει λίγο πιό κάτω: «Το φως το αληθινόν, το οποίον φωτίζει κάθε άνθρωπον, ήρχετο εις τον κόσμον. Εις τον κόσμον ήτο, και ο κόσμος δι” αυτού έγινε, αλλ” ο κόσμος δεν τον ανεγνώρισε«. Πριν έλθει εδώ κάτω με ένα σώμα σαν το δικό μας, ήταν στον κόσμο, ήταν ανάμεσα μας. Σαν έφερε την Δημιουργία στην ύπαρξη, συνδέθηκε μαζί της, και άρχισε να της διοχετεύει ζωή και φως, για να συντηρηθεί, ν” αναπτυχθεί, να κινηθεί προς τα εμπρός, προς τον σκοπό που της είχε τάξει. Τι είναι το φως; Είναι η αίσθηση του τι είναι καλό, του τι είναι η αλήθεια.

Και μετά την πτώση δεν έπαψε, λοιπόν, να φωτίζει τους ανθρώπους, συνέχισε να τους αποκαλύπτει τον σκοπό και τον δρόμο να φθάσουν εκεί. Τους μιλούσε με την Δημιουργία, τους μιλούσε με την συνείδηση, σχετικά με τον άνθρωπο, τον Θεό, και τις σχέσεις αυτών των δύο. Αυτό το φως, αυτή η αίσθηση του ωραίου, του αληθινού, του δικαίου, που τόσο έλαμψε στους αρχαίους Έλληνες, και φώτισε στην συνέχεια και εξευγένισε όλη την ανθρωπότητα, εκεί έχει την πηγή του.

Ο Θεός άνοιξε στον πεσμένον άνθρωπο ένα μονοπάτι ανάπτυξης για τις διάφορες ικανότητες του, όπως θα είχε κάνει και για τον άνθρωπο νικητή. Ο άνθρωπος επρόκειτο να μάθει να γνωρίζει τον εαυτόν του, και να διαθέτει τον εαυτόν του, στην διεφθαρμένη ατμόσφαιρα της αμαρτίας, ακριβώς όπως θα είχε κάνει και στην καθαρή ατμόσφαιρα της αγνότητας. Και τούτο μπορούσε ακόμη να το κάνει γιατί η νοημοσύνη του, παρόλο σκοτεινιασμένη, δεν ήταν ολοκληρωτικά εκμηδενισμένη. Και η ελευθερία του, παρόλο δεσμευμένη, δεν ήταν ολοκληρωτικά χαμένη. Η υψηλή κλήση του ανθρώπου, και τώρα στην κατάσταση της πτώσης δεν έχει αλλάξει. Η βαθύτερη έννοια της ανθρώπινης ιστορίας, απ” την εποχή του Αδάμ, είναι τούτη: Η ανθρωπότητα που αναζητά τον εαυτόν της. Η ίδια και αν ο άνθρωπος δεν έπεφτε.

Αν έλεγε κάποιος, πές μου την κεντρική ιδέα της ιστορίας της ανθρωπότητας με μια εικόνα, πιστεύω δεν θα υπήρχε πιό αντιπροσωπευτική, απ” αυτή του κυνικού φιλόσοφου Διογένη, που μέρα μεσημέρι, ψάχνει με το φανάρι του, να βρει τον πραγματικό άνθρωπο. Η ανθρωπότητα που ψάχνει να βρει τον εαυτόν της, και να κυριαρχήσει πάνω σ” αυτόν, για να τον διαθέσει για κάτι υψηλότερο. Η ιδέα της προόδου, της εξέλιξης, χαραγμένη μέσα μας, δύναμη που μας κινεί. Να γιατί ο άνθρωπος δεν ησυχάζει. Δεν ησυχάζει γιατί του έχει χαράξει μέσα του ο Δημιουργός του την βαθειά επιθυμία να φθάσει ψηλά, πολύ ψηλά, να συναντηθεί κάποτε μαζί Του, και να γίνει πραγματική εικόνα Του.

Πόσο ευχαριστούμε αυτόν τον Πάνσοφο Νου που συνέλαβε ένα τέτοιο σχέδιο. Εκστατικοί στεκόμαστε καθώς βλέπουμε να μετασχηματίζει τις τόσες δυσκολίες που δημιούργησε η κακή δική μας χρήση εκείνου του τραγικού, αλλά και ένδοξου προνομίου της ελευθερίας που μας έχει προικίσει, σε μέσα για να επιτευχθεί αυτός ο θαυμάσιος στόχος. Πόσο ευχαριστούμε εκείνη την καρδιά, την ασύληπτα ευαίσθητη, εκείνη την άπειρη αγάπη, που θέλησε να μοιρασθεί τον πλούτο της δόξας της μαζί μας, που θέλησε να μας κάνει εικόνες δικές της. Αυτή είναι αληθινή αγάπη, να μοιράζεσαι, μ” εκείνον που αγαπάς, όλα όσα έχεις.

Ναι, τώρα που Τον γνωρίζω απ” τον Λόγο του, που αρχίζω να καταλαβαίνω τα σχέδια Του, τον τρόπο που ενεργεί, Τον ευχαριστώ για το κάθε τι στη ζωή μου, για τα καλά και για τα κακά, γιατί Εκείνος, μόνον Εκείνος ξέρει τι είναι αληθινά καλό για μένα, και δεν θα σταματήσει να το εργάζεται, μέχρι να μου το δώσει να το γευθώ ολοκληρωμένο.

Θα ήθελα μόνο ένα να Του ζητήσω: Να με μάθει να Τον εμπιστεύομαι, να αφήνομαι ολοκληρωτικά στα χέρια Του, να φθάσει κάποτε και η δική μου καρδιά να κράξει, «Ξέρω σε ποιόν επίστευσα».

Γράφει ο Λόγος του Θεού, μιλώντας για την ανάσταση των σωμάτων μας, «Ου πρώτον το πνευματικόν (σώμα), αλλά το ψυχικόν, έπειτα το πνευματικόν» (Α” Κορινθίους ΙΕ46). Τα πράγματα, όπως τα δημιούργησε ο Θεός, έχουν μια θαυμαστή σειρά, μια τέλεια αρμονία. Μιλάμε για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της ζωής. Την είδαμε στον άνθρωπο ν” ακολουθεί τρία διαδοχικά στάδια. Πρώτα η φυσική ζωή, το μωρό που μόνο τρώει και κοιμάται. Σαν προχωρήσει λίγο, νάτη η ψυχική ζωή, αρχίζει ν” αναπτύσσει τις δυνάμεις της, για να προετοιμάσει για την πνευματική ζωή.

Ίδια ακριβώς πορεία είναι και αυτή της Δημιουργίας εδώ στη γη. Πρώτα εμφανίσθηκε η φυσική ζωή, τα ζώα και τα φυτά. Η ζωή του ενστίκτου, το βασίλειο της σάρκας. Σαν ετοιμάστηκε ο δρόμος, εμφανίστηκε η ψυχή της κτίσης, ο άνθρωπος. Πάνω στον πλανήτη μας άρχισε ν” αναπτύσσει τις δυνάμεις και τα χαρίσματα της η ψυχική ζωή. Χαρακτηριστικό τούτης της ζωής, η ελευθερία. Που ήταν να καταλήξει τούτη η ζωή; Ένας πολύ υψηλός στόχος της είχε ορισθεί, να γινόταν πνευματική ζωή. Χαρακτηριστικό τούτης της τελευταίας, η ελεύθερη και ολοκληρωτική παράδοση του εαυτού της στο έργο του καλού, της αγάπης, που είναι ο σκοπός της Δημιουργίας.

Τα πράγματα όμως φάνηκαν προς στιγμή να μην οδηγούνται προς τα εκεί. Αντί ο άνθρωπος να κατακτήσει τον εαυτόν του, για να μπορέσει να τον διαθέσει ελεύθερα, δουλώθηκε στην κατώτερη φύση του, στις επιθυμίες της σάρκας του. Ήταν τότε στον πρώτο πειρασμό, τότε που η αμαρτία μπήκε στην ζωή του.

Δεν εγκατέλειψε όμως ο Θεός το έργο Του. Άνοιξε δρόμο στον άνθρωπο ν” αναπτύξει τις δυνάμεις της ψυχής του, τις ικανότητες του, τα χαρίσματα με τα οποία τον είχε προικίσει. Ο άνθρωπος επρόκειτο τώρα να μάθει να γνωρίζει και να διαθέτει τον εαυτόν του στην διεφθαρμένη πλέον ατμόσφαιρα της αμαρτίας.

Σαράντα αιώνες συγκεκριμένα, δόθηκαν στο ψυχικό ανθρώπινο γένος για να μάθει να καταλαβαίνει τον εαυτόν του (το «γνώθι σεαυτόν»), την ηθική του αδυναμία. Να αναγνωρίσει σ” αυτό το σκληρό σχολείο ότι δεν μπορεί να ξεφύγει με δικές του δυνάμεις από τούτη την θλιβερή του κατάσταση, και ότι για να υψωθεί προς μία υψηλότερη ζωή, την πνευματική, χρειάζεται χάρη από τον ουρανό.

Προηγουμένως είχαμε μιλήσει για το πνεύμα, σαν το όργανο της ψυχής, που την υψώνει και την φέρνει σε κοινωνία με τον Θείο κόσμο. Ανάμεσα, τώρα, στα έθνη της γης, υπήρξε, απ” την αρχαιότητα, ένα έθνος, που έπαιξε για την υπόλοιπη ανθρωπότητα, τον ρόλο που παίζει το πνεύμα στον άνθρωπο.

Ενώ όλα τ” άλλα έθνη ασκούσαν τις δυνάμεις της ψυχής τους για ν” αναπτυχθούν στην καλλιέργεια της γης, στις τέχνες, στο εμπόριο, στην μόρφωση, στην επέκταση, τούτο το έθνος έλαβε την υψηλότερη αποστολή ν” αναπτύξει τις πνευματικές επιθυμίες, που υψώνουν τον άνθρωπο πάνω απ” τον εαυτόν του και τον κόσμο. Τούτο το έθνος ξεχωρίζει μέσα σ” όλη την ψυχική ανθρωπότητα από μια θρησκευτικά τάση, που αναπτύσσεται μόνον σ” αυτό, και που το κάνει έναν ξένο πάνω στη γη. Το κυριώτερο ενδιαφέρον αυτού του έθνους δεν είναι ούτε η κατάκτηση, ούτε η βιομηχανία, ούτε η επιστήμη, ούτε οι τέχνες, ούτε ακόμα η δικαιοσύνη, στην καθαρά ανθρώπινη έννοια αυτής της λέξης. Εκείνο που καταλαμβάνει το κέντρο της ζωής του είναι η λατρεία του Θεού, αυτή η απαίτηση του Θεού από τον άνθρωπο, που θα πραγματοποιηθεί πλήρως πάνω στη γη, στην ερχομένη τάξη πραγμάτων.

Οι σοφοί αυτού του έθνους είναι οι προφήτες, οι καλλιτέχνες του είναι οι ψαλμωδοί, οι ήρωες του εργάζονται σαν αντιπρόσωποι του Υψίστου. Τούτα τα πρόσωπα υψωνόταν από καιρού εις καιρόν, για ν” αφυπνίσουν στην καρδιά του έθνους εκείνον τον ουρανόσταλτον πόθο, του να υψωθούν στον Θεό, του να γεμίσουν με το Πνεύμα του Θεού. Τούτος ο πόθος είναι η κεντρική δύναμη της ζωής αυτού του έθνους, ένας πόθος που, χωρίς την βοήθεια τούτων των προσώπων, που σήκωνε κατά καιρούς ο Θεός, σύντομα θα έσβυνε μέσα τους. Τούτοι οι θείοι αγγελιοφόροι είναι για τον Ισραήλ, ακριβώς ό,τι ο Ισραήλ ο ίδιος έχει σαν αποστολή να είναι για το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος, το πνεύμα μέσα στην ψυχική ζωή του ανθρώπου, το μέσον που θα τον υψώσει προς τον Θεό.

Έτσι, ενώ ο Θεός «υπέφερε όλα τα άλλα έθνη να περπατούν στους δρόμους τους» (Πράξεις ΙΔ16), για να τους κάνει να μάθουν δια πείρας ότι είναι ανίκανοι να φθάσουν το απόλυτο καλό, τοποθέτησε τον Ισραήλ κάτω απ” τον ζυγό μιάς εκπαίδευσης, ευγενικής αλλά ταυτόχρονα και σκληρής, για να τον κρατήσει μακρυά από την πλήρη υποταγή στην σάρκα. Τον εκπαίδευσε με την προφητεία και τον νόμο. Η προφητεία είναι γι” αυτό το έθνος σαν το σπηρούνι που κάνει το πολεμικό άλογο να ξεχυθεί εμπρός, ενώ ο νόμος είναι σαν το χαλινάρι που το αναχαιτίζει στις ορμές του, εν όψει ενός υψηλοτέρου στόχου που του έχει τάξει.

Και στα ειδωλολατρικά έθνη βέβαια έδωσε κάτι ανάλογο, είναι η συνείδηση μέσα τους, «ένας νόμος γραμμένος στην καρδιά τους» (Ρωμαίους Β15). Χάραξε και μέσα τους, αλλά και στην καρδιά της Δημιουργίας, τον πόθο να υψωθεί ψηλά, στην τέλεια ελευθερία, στον Δημιουργό. Ή όπως λέγει στο Ρωμαίους Η21, φύτευσε σ” όλη την πλάση την ελπίδα ότι θα «ελευθερωθή από την δουλείαν εις την φθοράν, δια να μπη εις την ένδοξη ελευθερία των παιδιών του Θεού».

Έξω όμως από τον Ισραήλ, όλες οι προσπάθειες των ανθρώπων να υψωθούν προς τον Θεό, προς την τέλεια ελευθερία, είναι χωρίς αποτέλεσμα. Μόνον στον Ισραήλ επιτυγχάνεται πραγματικό αποτέλεσμα, με την βοήθεια του Νόμου και της Προφητείας, με τα μέσα αυτά της Θείας εκπαίδευσης. Με τον Ισραήλ και τον κόσμο είναι η ίδια διαφορά σαν εκείνη μεταξύ ενός αναπήρου, κάτω από ιατρική φροντίδα, και ενός ιδίου που δεν φροντίζεται καθόλου. Ο Ισραήλ είναι το όργανο που ο Θεός ο Ίδιος εκπαίδευσε, για την ανάπτυξη και άσκηση της πνευματικής αίσθησης στην αρχαία ανθρωπότητα. Αυτό συνιστά την άμεση προετοιμασία για τον μελλοντικό ερχομό της πνευματικής ζωής. Ενώ τα Έθνη, αφειμένα στον εαυτόν τους, δεν είναι παρά μια αρνητική και έμμεση προετοιμασία γι” αυτή.

Ας υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος δεν αμάρτανε. Τότε το αποτέλεσμα αυτών των 4.000 χρόνων προετοιμασίας θα ήταν μια ανθρωπότητα που θα είχε κατανόηση και κυριαρχία πάνω στον εαυτόν της, τόσο πλήρη, ώστε να είναι σε θέση να τον παραδώσει στον Θεό, να ρίξει στα πόδια Του το στέμμα της ελευθερίας που θα είχε αποκτηθεί δια της αγιότητας. Και ο Θεός με την σειρά Του θ” ανταποκρινόταν σ” αυτή την υποταγή, δια της δωρεάς του Πνεύματος Του.

Η αμαρτία δεν έχει ματαιώσει απόλυτα αυτό το αποτέλεσμα, αλλά έχει διαφοροποιήσει βαθειά την μορφή κάτω απ” την οποία είναι να φθασθεί. Μέσω της μακριάς εμπειρίας της αμαρτωλότητας της, η ανθρωπότητα έχει καταλάβει την ανικανότητα της να πραγματοποιήσει τον ύψιστο σκοπό της, να φθάσει το απόλυτο καλό, να βρει, δηλαδή, τον Θεό και να ενωθεί μ” Αυτόν. Έχει όμως ποθήσει, στα πρόσωπα των ευγενεστέρων απ” τους αντιπροσώπους της, γι” αυτή την ένδοξη ολοκλήρωση. Έχει ικετεύσει στα γόνατα, εκείνη την Θεία βοήθεια, της οποίας τόσο βαθειά αισθάνθηκε την ανάγκη. Κραύγασε με το στόμα του Ησαϊα: «Είθε να έσχιζες τους ουρανούς και να κατέβαινες» (Ησαϊας ΞΔ1). Και με το στόμα εκείνης της νεαρής Ιουδαίας, σαν αντιπροσώπου της, απάντησε στην Θεία κλήση: «Ιδού η δούλη του Κυρίου. Ας γίνει κατά τον λόγο του» (Λουκάς Α38).

Αυτή η έντονη επιθυμία, και αυτή η θαρραλέα αυτοπαράδοση, καρπός του επί μακρόν έργου του Πνεύματος του Θεού στον Ισραήλ, ήταν οι σπόροι της ερχόμενης εποχής – της τρίτης φάσης της ιστορίας της ζωής. Το νέο γεγονός που έκανε τότε την εμφάνιση του – η σύσταση της Εκκλησίας, φανέρωσε τον ερχομό μιάς καινούργιας εποχής, εκείνης της ζωή του Πνεύματος πάνω στη γη μας.

Ο Ιησούς Χριστός ονομάζεται «δεύτερος Αδάμ«, και «έσχατος Αδάμ» (Α” Κορ. ΙΕ45,47). Με την εμφάνιση του πρώτου Αδάμ εγκαινιάζεται, μετά την φυσική ζωή, η ζωή της ψυχής πάνω στον πλανήτη μας. Με τον δεύτερο Αδάμ, τον Ιησού Χριστό, εγκαινιάζεται, μετά την ψυχική ζωή, η ζωή του Πνεύματος. Ο Αδάμ ήταν μια «ψυχή ζώσα«, τοποθετημένος απ” τον Θεό να κυβερνήσει την φυσική δημιουργία. Ο Ιησούς Χριστός, το «ζωοποιούν Πνεύμα«, έρχεται απ” τον ουρανό να ηρεμήσει τις θύελλες της ανθρώπινης ψυχής, να φέρει τάξη και αρμονία στην άσκηση των ικανοτήτων μας, και στην ατομική μας ζωή, οικογενειακή, και κοινωνική. Να κάνει την γαλήνη της Θείας τάξης να βασιλεύσει.

Αυτός ο δεύτερος Αδάμ είναι επίσης και ο τελευταίος Αδάμ. Δεν υπάρχει, μετά απ” Αυτόν, κάτι υψηλότερο ν” αναζητήσουμε, Αυτός είναι το τέλειο. «Εκείνη η αιώνια ζωή που ήταν με τον Πατέρα, απεκαλύφθη σε μας» (Α” Ιωάννη Α2).

Πως αυτή η υπερτάτη ζωή έκανε την εμφάνιση της εδώ κάτω; Πως αναπτύχθηκε μέσα σ” έναν άνθρωπο; Πως μετέδωσε τον εαυτόν της στο ανθρώπινο γένος;

Ήταν κάτω από περιστάσεις της πιό βαθειάς ταπείνωσης, που ο ερχομός της ζωής του Πνεύματος έλαβε χώρα εδώ στη γη, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Μια φάτνη δέχθηκε το Μωρό στο Οποίο περιείχετο κατ” ουσίαν εκείνος ο θησαυρός. Ένα ξυλουργείο ήταν ο μάρτυρας των έργων του Παιδιού που μεγάλωνε. Μέσω του βαπτίσματος, του συμβόλου της καθαρότητας και του θανάτου, Αυτός πέρασε απ” την νιότη στην ωριμότητα του άνδρα. Και ήταν εκεί στο βάπτισμα Του, που Αυτός εισήλθε στην υψηλότερη εκείνη σφαίρα, την οποία, είχε σαν αποστολή, να την ανοίξει σε όλους τους άλλους, εκεί Του ανοίχτηκε ο ουρανός. Ένα ανώγειο, οι πόρτες του κλεισμένες απ” τον φόβο, ήταν, στην συνέχεια, το κέντρο απ” όπου η καινούργια ζωή ξεχύθηκε, την ημέρα της Πεντηκοστής, μέσω των γενιών και των αιώνων.

Αυτή η καινούργια ζωή δεν μεγάλωσε παρά βαθμιαία, ακόμα και εις Αυτόν ο οποίος ήταν ο πρώτος της θεματοφύλακας, και ο οποίος είναι για πάντα η αιωνία της αρχή, η αιωνία της πηγή. Απόλυτα κύριος του εαυτού Του, προσέφερε ελεύθερα το Θείο Του πρόσωπο, με την ενσάρκωση. Αλλά άπαξ και έγινε άνθρωπος, μπήκε και Αυτός, σαν όλους τους άλλους ανθρώπους, κάτω απ” τον νόμο της ηθικής προόδου. Και για να κερδίσει την κυριαρχία πάνω στον εαυτόν Του, ώστε να Τον προσφέρει, ακόμα και Αυτός είχε ν” αρχίσει υποτάσσοντας τον εαυτόν Του. Αυτό ήταν το έργο Του κατά την διάρκεια των 30 χρόνων, που πέρασε στην αφάνεια στην Ναζαρέτ.

Από το μέρος της ζωής Του που μας είναι γνωστό, είναι εύκολο να επιχειρηματολογήσουμε ότι, τα μέρη αυτής της ζωής που μας είναι άγνωστα, δεν ήταν ελεύθερα από οδυνηρές δοκιμασίες. Έτσι κάποτε έφθασε στον χρόνο της ηθικής Του ωριμότητας, ήταν στην ηλικία των 30 χρόνων.

Τότε άρχισε να ακούγεται και η φωνή του Ιωάννη του Βαπτιστή, που καλούσε τον κόσμο να καθαρισθεί δια του βαπτίσματος, και να προετοιμασθεί για τον επικείμενο ερχομό της Βασιλείας του Θεού. Ο Ιησούς, συμμετέχοντας σ” αυτόν τον άγιο τύπο μαζί με τον λαό Του, έφερε εδώ ό,τι είχε αποκτήσει, ή μάλλον ό,τι είχε γίνει στο δικό Του πρόσωπο, μέσα απ” όλη την ανάπτυξη που προηγήθηκε πάνω Του. Το πρόσωπο που παρουσιάσθηκε στον Ιωάννη να βαπτισθεί, ήταν, ο ψυχικός άνθρωπος πλήρης, εκεί που προοριζόταν να φθάσει ο Αδάμ, απόλυτα ώριμος διανοητικά και ηθικά. Ήταν ο καθαρός και ζωντανός ναός για τον οποίον έψαχνε το Άγιο Πνεύμα, ώστε να μπορέσει εκεί μέσα να κατέβει στην ανθρωπότητα. Τον κατάλαβε και ο Ιωάννης, ίσως απ” την προσευχή που έκανε πριν βαπτισθεί, γι” αυτό Του είπε, «εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα, όχι εσύ από μένα».

Και κατά την στιγμή που ο Ιησούς κατέβηκε στον Ιορδάνη να δεχθεί ο Ίδιος, με τον δικό Του τρόπο, την αφιέρωση Του στην Βασιλεία του Θεού, και σαν άνοιξαν τα βάθη της καρδιάς του, και η προσευχή του υψώθηκε στον Ουρανό, ο Ουρανός απάντησε. Το Πνεύμα του Θεού κατέβηκε χωρίς μέτρο πάνω σ” αυτή την μοναδική ύπαρξη, της οποίας αποστολή ήταν να το μεταδώσει στο ανθρώπινο γένος.

Αμέσως μετά, κάτω από την ώθηση του Αγίου Πνεύματος, με τον Οποίον η θέληση Του μόλις είχε ταυτισθεί, ο Ιησούς έκανε τον εαυτόν Του μια προσφορά, πρώτα στον Θεό, με την νίκη Του πάνω στον πειρασμό στην έρημο. Μετά στον Ισραήλ, με την γηίνη Του διακονία. Τέλος, στο ανθρώπινο γένος, με την εξιλεωτική Του θυσία. Έτσι πραγματοποίησε την πλέον γεναιόδωρη, την πλέον πλήρη πράξη αυτοπαράδοσης, που επιτελέσθηκε ποτέ από ανθρωπίνη ύπαρξη, ή που μπορεί να συλληφθεί ποτέ στο μυαλό. Προσεφέρθηκε απόλυτα σε κείνο που είναι το υψηλότερο, και ταυτόχρονα σε κείνο που είναι το πιό άθλιο, το πιό βδελυκτό, στον Θεό, και στον χειρότερο των αμαρτωλών.

Να η ανθρώπινη ζωή καθώς την βλέπουμε στον Ιησού, να την πραγματοποιεί στο πρόσωπο του, μετά την Θεία πράξη της κένωσης Του. Είναι εκείνη η πνευματική ζωή, της οποίας την αίσθηση, την επιθυμία, αλλά και την ικανότητα να την πραγματοποιήσει τα κατέχει εκ φύσεως η ανθρώπινη ψυχή. Δεν πετυχαίνει όμως ποτέ της να την πραγματοποιήσει, παρά μόνον μετά τον γάμο της με το Άγιο Πνεύμα. Είναι αυτή ακριβώς η ζωή η οποία πρώτα ολοκληρώθηκε στον Χριστό, και που στην συνέχεια το Πνεύμα την μεταδίδει στον άνθρωπο μέσα στον οποίον κατοικεί.

Μετά που την έχει πραγματοποιήσει, τούτη την υψηλώτερη μορφή ζωής, ο Ιησούς, επανυψώθηκε στην δόξα Του, όχι για να εγκαταλείψει την ανθρωπότητα στον εαυτόν της, και να μην της αφήσει τίποτα περισσότερο από μια γλυκειά και καθαρή ανάμνηση, αλλά για να εργασθεί να την υψώσει στον εαυτόν Του, εκχύνοντας επάνω της, από την δική Του δοξασμένη ύπαρξη, εκείνη την τέλεια ζωή, την οποία ο Ίδιος πραγματοποιήσε εδώ κάτω, «Σύμφωνα με την εξουσίαν που του έδωκες επί όλων των ανθρώπων, δια να δώση ζωήν αιώνιον εις τον καθένα από εκείνους που του έδωκες» (Ιωάννης ΙΖ20). Ορατό αποτέλεσμα τούτης της έκχυσης της πνευματικής ζωής, είναι η Εκκλησία, «το σώμα του Χριστού» (Εφ. Α23).

Η εξιλέωση, η επανόρθωση που ολοκληρώθηκε από τον Χριστό, δίνει σε όλους το δικαίωμα στην Θεία συγχώρηση. Και αφού επιτευχθεί έτσι η Θεία συγνώμη, δίνεται στον καθέναν ένα νέο δικαίωμα, το δικαίωμα στην κατοχή του Πνεύματος. Από την ημέρα της Πεντηκοστής ο Ιησούς δεν έχει ποτέ σταματήσει να χορηγεί αυτή την υψίστη χάρη, στον καθένα που θα Του το ζητήσει. Αφού μας διέθεσε την γηίνη Του ζωή μέσα απ” την διακονία Του, αφού έχυσε για μας το αίμα Του στον θάνατο Του πάνω στον σταυρό, τώρα, δια του Πνεύματος Του, μας κάνει μετόχους στην δοξασμένη του κατάσταση, μας χαρίζει το δοξασμένο Του πρόσωπο. Η Θεία Κοινωνία, (το δείπνο του Κυρίου), είναι η ορατή έκφραση αυτού του υπερτάτου δώρου.

Ο καθένας μας έχει λάβει σαν δώρο τούτη την γήινη ζωή, αποκλειστικά και μόνον για να φθάσει σ” αυτόν τον υψηλότερο προορισμό – να λάβει, μέσω του Πνεύματος, την μόνη που αξίζει πραγματικά το όνομα «ζωή», την πνευματική ζωή. Εάν οι ψυχές μας προικισθήκανε με ελευθερία και νοημοσύνη, είναι για να μπορέσουν να γίνουν εθελοντικά οι κατοικίες και οι πράκτορες του Αγίου Πνεύματος, και, μέσω Αυτού, του Ιησού Χριστού δοξασμένου. Εάν υπάρχει μέσα μας ένας άνθρωπος, είναι για να μπορεί αυτός ο άνθρωπος να φανεί στην ομοιότητα του Ανθρώπου – Θεού, («Συμμόρφους προς την εικόνα του Υιού Του, ώστε Αυτός να είναι πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών», Ρωμαίους Η29, «Κληρονόμοι του Θεού, και συγκληρονόμοι του Ιησού Χριστού»).

Το να μην δεχθούμε, το να περιφρονήσουμε, αυτή την ζωή του ουράνιου Χριστού, για να κρατήσουμε την δική μας ψυχική ζωή, ισοδυναμεί σαν να άνοιγαν οι πόρτες ενός παλατιού εμπρός μας, και μεις να διαλέγαμε να κλειστούμε σε μια φυλακή. Είναι μια πράξη αυτοκτονίας του πλέον ανοήτου και απανθρώπου είδους. Το να παραδώσουμε τους εαυτούς μας στο Πνεύμα, είναι το να βρούμε τους εαυτούς μας. Και, στην παρουσία Του, το να κρατήσουμε τους εαυτούς μας για τους εαυτούς μας, είναι το να χαθούμε. Ο Ιησούς το είπε μ” εκείνα τα λόγια που συχνά τα επαναλάμβανε, και τα οποία εκφράζουν τον πλέον βαθύ νόμο της κάθε ζωής που είναι αληθινά ανθρώπινη: «Όποιος θελήσει να σώσει την ζωή του θα την χάσει, και όποιος θα χάσει την ζωή του για χάρη μου, θα την βρει», (Ματθαίος ΙΣΤ25).

Με το έργο του Ιησού Χριστού ο Θεός μας πρόσφερε το δώρο της υιοθεσίας. Όσοι έχουν δεχθεί προσωπικά αυτό το έργο, έχουν γίνει «τέκνα Θεού». Γι” αυτούς λέγει στο Ρωμαίους Η17: «Ει δε τέκνα, και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν».

«Είπερ συμπάσχωμεν»: Με τούτες τις λέξεις γίνεται αντιληπτό ότι για τα παιδιά του Θεού παραμένει ακόμα να περπατηθή ένας δρόμος παθημάτων, σε κοινωνία με τον Χριστό, και ότι η εποχή της δόξας δεν θ” ανοίξη γι” αυτούς, παρά μετά από αυτή την οδυνηρή παρένθεση.

Για τούτη την οδυνηρή παρένθεση, συνεχίζει ο Παύλος στο Ρωμαίους Η18: «Φρονώ ότι τα παθήματα του παρόντος καιρού δεν έχουν καμμίαν αξίαν συγκρινόμενα με την δόξαν που μέλλει να αποκαλυφθή σ” εμάς».

Ο «παρών καιρός» δεν έχει να προσφέρει, λοιπόν, παρά παθήματα. Παθήματα που προκύπτουν από σωματικές ασθένειες, απ” τις ανάγκες της ζωής, από την έχθρα των ανθρώπων γύρω μας, αλλά και από τις μάχες που χάνουμε μερικές φορές απ” την αμαρτία. Ο Παύλος που υπέστη περισσότερον από τον καθένα παθήματα, τα ονομάζει, Β” Κορ. Δ17, «στιγμιαία ελαφρά θλίψη», σε αντίθεση με το «αιώνιο βάρος δόξης» που βλέπει εμπρός του.

Τούτη η δόξα πρόκειται ν” αποκαλυφθή. Άρα ήδη είναι. Και πράγματι υπάρχει, όχι μόνον στο σχέδιο του Θεού το αποφασισμένο για μας, αλλά επίσης και στο πρόσωπο του Χριστού δοξασμένου, με την εμφάνιση του Οποίου θα φανή και αυτή ορατά.

Τούτη η δόξα θα φανεί «εις ημάς»: Μέσα μας, και για μας. Δεν είναι μόνο η μεταμόρφωση μας, αλλά επίσης και η ορατή Παρουσία του Ιδίου του Κυρίου, και η μεταμόρφωση της οικουμένης.

Και δεν είναι μόνον εμείς που περιμένουμε με λαχτάρα τούτη την ένδοξη κατάσταση.

Εδάφιο 19

«Η γαρ αποκαραδοκία της κτίσεως την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται».

«Η πλάσις αναμένει με λαχτάρα την αποκάλυψιν των υιών του Θεού».

Είναι με τούτες τις δύο λέξεις, «αποκαραδοκία», «απεκδέχεται», που περιγράφεται ζωντανά η κατάσταση της κτίσης που υποφέρει, και η οποία στρέφει το κεφάλι, με ανυπόμονη ματιά, στο μέλλον που πρόκειται να έλθη.

«Αποκαραδοκία»: Από + κάρα + δοκέω = Περιμένω με το κεφάλι σηκωμένο και τα μάτια καρφωμένα σε κείνο το σημείο του ορίζοντα, απ” το οποίο πρόκειται να έλθη αυτό που περιμένω.

«Απεκδέχεται»: Από + εκ + δέχομαι = Παίρνω κάτι από τα χέρια κάποιου, ο οποίος τα εκτείνει σε μένα από μακρυά.

Στο Ματθαίος ΙΘ28, ο Κύριος ομιλεί για την παλιγεννεσία, την παγκόσμια ανανέωση, η οποία πρόκειται να λάβη χώρα. Στο Πράξεις Γ21 αναγγέλεται η αποκατάσταση των πάντων. Το Αποκάλυψη ΚΑ1 κάνει λόγο για νέα γη και ο νέο ουρανό που θα υποκαταστήσουν τα παρόντα. Γι” αυτή την παγκόσμια ανανέωση, στους έσχατους καιρούς, κάνει πολλές αναφορές και η Παλαιά Διαθήκη (Ησαϊας ΙΑ1 κ.λ.π., ΞΕ17, Ψαλμός ΡΒ26,27, ΡΔ34). Και αυτά όλα ξεκινούν από το γεγονός της πτώσης του ανθρώπου, στην οποίαν ενεπλέχθη και η φύση. Φύση και άνθρωπος, μαζί στην πτώση, μαζί και στην επανόρθωση.

Η ώρα της μεταμόρφωσης ονομάζεται η ώρα της «αποκάλυψης των υιών του Θεού». Και επεξηγεί στο Κολοσσαείς Γ4: «Όταν ο Χριστός, η ζωή μας φανερωθή, τότε και μεις θα φανερωθούμε μαζί του με δόξα». Η εμφάνιση των υιών του Θεού στην αληθινή τους αγιασμένη κατάσταση, θα σπάση τα δεσμά της κατάρας, τα οποία ακόμα, έως αυτή την ώρα, κρατούν την κτίση δεμένη (ιδέ Ματθαίος ΙΓ43, Α” Ιωανν. Γ2). Τούτους προσμένει με ανυπομονησία και η ίδια η φύση, γιατί ξέρει πως, για να τους δεχθή, θα φορέση την πιο όμορφη φορεσιά της.

Συνεχίζει στο Ρωμαίους Η20-22

«Διότι η πλάσις υποτάχθηκε στην ματαιότητα, όχι θεληματικά, αλλά εξ αιτίας εκείνου που την υπέταξε, με την ελπίδα ότι και αυτή η πλάσις θα ελευθερωθή από την δουλείαν εις την φθοράν, δια να μπη εις την ελευθερία της δόξης των παιδιών του Θεού. Γνωρίζομεν ότι όλη η πλάσις συστενάζει και συμπάσχει μέχρι σήμερα.»

Η «ματαιότητα» στην οποία η κτίση είναι τώρα υποτεταγμένη, είναι η κατάσταση αδυναμίας που βασιλεύει τώρα πάνω στη γη μας. Παντού τα μάτια μας συναντούν εικόνες θανάτου και αποσύνθεσης. Η μάστιγγα της ακαρπίας, οι ασθένειες, η μανία των στοιχείων της φύσης, τα καταστρεπτικά ένστικτα των ζώων, οι ίδιοι οι νόμοι που κυβερνούν την φύση, το κάθε τι της δίνει μια σκοτεινή απόχρωση. Τούτη η βασιλεία του θανάτου που κυριαρχεί στο κάθε τι απ” την στιγμή που γεννιέται, δεν μπορεί να είναι η φυσιολογική κατάσταση ενός κόσμου που δημιουργήθηκε απ” τον Θεό. Η φύση υποφέρει από μια κατάρα, για την οποίαν δεν φταίει αυτή.

Μέσα όμως σ” αυτά τα παθήματα που της επεβλήθηκαν, χωρίς να φταίει, κατέχει ένα είδος προαισθήματος της μελλοντικής της απελευθέρωσης, «επ” ελπίδι», θα μας πει ο Λόγος του Θεού,«ότι και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού».

Να προσέξουμε κάτι εδώ: Ο Λόγος του Θεού δεν λέγει πως η φύση θα συμμετέχει στην δόξα, αλλά μόνον στην ελευθερία της δόξης των παιδιών του Θεού. Η ελευθερία είναι ένα απ” τα στοιχεία εκείνης της ένδοξης τους κατάστασης, και είναι η μόνη στην οποία μπορεί να συμμετάσχει και η φύση. Μέσα σε τούτη την ελευθερία περιέχεται η ανεμπόδιστη ανάπτυξη όλων των δυνάμεων της ζωής, της ομορφιάς, και της τελειότητας, με τις οποίες θα προικισθή αυτή η νέα φύση.

Εδάφιο 22

«Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν.»

Είναι κάτι που βλέπομε καθημερινά ολόγυρα μας. Μια κραυγή παγκοσμίων παθημάτων, μια θλιβερή θέα ανεβαίνει συνεχώς απ” όλη την ζωή της φύσης. Και είναι ειδικά οι ποιητές, της κάθε εποχής, που έχουν πιάσει αυτόν τον απέραντο στεναγμό, και του έχουν δώσει έκφραση στα ποιήματα τους. Κάποιος έχει κάνει τούτη την παρατήρηση: «Στην πιο όμορφη ανοιξιάτικη ημέρα, ενώ η φύση δείχνει όλα τα θέλγητρα της, ενώ η καρδιά μεθά από θαυμασμό, και όμως εκεί, μια μελαγχολία ρίχνει τον ίσκιο της».

«Συστενάζει»: Όλα τα όντα της συμμετέχουν σ” αυτόν τον κοινόν στεναγμό.

Αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο από στεναγμός. Υπάρχει αγωνιώδης προσπάθεια, υπάρχει ωδίνη («συνωδίνει«). Φαίνεται, σαν τούτη η φύση να φέρει μέσα της το σπέρμα μιας πιο τέλειας φύσης, και να αισθάνεται στην μήτρα της το ξεπήδημα μιας νέας οικουμένης.

Η περιοχή βέβαια του πνεύματος έχει ήδη αρχίσει ν” ανανεώνεται, διότι άρχισε να διεισδύεται από το Άγιο Πνεύμα, την Πεντηκοστή και μετά. Η περιοχή όμως της φύσης έχει παραμείνει έως τώρα έξω απ” αυτή την ανανεωτική ενέργεια.

Η σχέση του ανθρώπου με την φύση είναι πολύ βαθειά. Η πτώση του έφερε την πτώση της. Είναι όπως το μπουμπούκι που έπεσε απ” το κλαδί, και το άφησε άκαρπο. Όπως είπε και κάποιος, «Η φύση, με την μελαγχολική της ομορφιά, μοιάζει με νύφη η οποία, κατά την στιγμή ακριβώς που ήταν έτοιμη για τον γάμο, είδε τον γαμβρό να πεθαίνη, την ημέρα ακριβώς του γάμου. Στέκεται ακόμα με το στέμμα και το νυφικό, αλλά με τα μάτια γεμάτα δάκρυα.» Οι αρχαίοι στοχαστές μιλούσαν για μια «ψυχή» του κόσμου. Η «ψυχή» του κόσμου είναι ο άνθρωπος, όπως συμπεραίνουμε απ” την Βίβλο. Είναι ο Θεός που τον όρισε κυρίαρχο στον κόσμο, μικρό δημιουργό, στην δική Του εικόνα, μέσα σ” αυτόν.

Εδάφιο 23

«Και όχι μόνον αυτή, αλλά και εμείς οι ίδιοι, που έχομεν την απαρχήν του Πνεύματος, στενάζομεν μέσα μας καθώς περιμένομεν την υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν του σώματος μας.»

Δεν είναι μόνον η φύση που στενάζει. Είμαστε και μεις οι πιστοί, οι οποίοι, με την κατοχή του Πνεύματος, έχομε ήδη εισέλθει, όσον αφορά τον εσωτερικό μας άνθρωπο, στον καινούργιο κόσμο. Και μεις ακόμα στενάζομε μέσα μας, διότι υπάρχει ένα μέρος της ύπαρξης μας, ο εξωτερικός άνθρωπος, το σώμα μας, που ακόμα δεν απολαμβάνει αυτό το προνόμιο.

«Στενάζομεν μέσα μας καθώς περιμένομεν την υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν του σώματος μας.»

Ποιά να είναι αυτή η απολύτρωση του σώματος μας, που ο Λόγος του Θεού την ονομάζει και υιοθεσία;

Μήπως το ότι θα απελευθερωθούμε από το σώμα μας; Όχι. Ο Παύλος λέγει στο Β” Κορινθίους Ε4: «Εμείς που είμαστε εις το σώμα αυτό, στενάζομεν κάτω από το βάρος του, όχι διότι θέλομεν να το αποβάλωμεν, αλλά να φορέσωμεν επένδυμα, δια να καταποθή το θνητόν από την ζωήν». Δεν θέλομε να χάσουμε τούτο το σώμα που μας έδωσε ο Θεός, δεν θέλομε να το βάλουμε σ” έναν τάφο, να μεταμορφωθεί θέλομε, να ελευθερωθεί απ” την φθορά.

Εδώ να κάνουμε μια παρένθεση, και να θυμηθούμε, λίγο περιληπτικά, τα κύρια σημεία της μελέτης που είχαμε κάνει, γύρω απ” την εμφάνιση και την ανάπτυξη της ζωής στον πλανήτη μας. Να δούμε, τούτα που αναφέραμε εδώ, πως μπορούμε να τα τοποθετήσουμε εκεί μέσα.

Σε κείνη την μελέτη είχαμε πει ότι, κατά την διάρκεια των αμέτρητων αιώνων, η φυσική ζωή έχει επιδείξει ελεύθερα τον εαυτόν της στην φύση. Στον Αδάμ σχηματίστηκε μια γέφυρα μεταξύ αυτής της πρώτης μορφής ύπαρξης, και μιας νέας που εμφανίστηκε, πιό εξαίρετης, εκείνης της ελεύθερης ψυχής. Φορέας της ο άνθρωπος. Κατά την διάρκεια σαράντα αιώνων, αυτή η τελευταία μορφή προχώρησε την εξέλιξη της στο ανθρώπινο γένος της αρχαιότητας. Τότε, τέλος, ήλθε ο Ιησούς Χριστός, με τον Οποίον έγινε η μετάβαση από την ψυχική ζωή σε μία ακόμα πιό τέλεια – εκείνη του Αγίου Πνεύματος στην ανθρώπινη ψυχή. Για δύο χιλιάδες χρόνια, η φλόγα αυτής της πνευματικής ζωής καίει στην Εκκλησία, και μεταδίδεται προς κάθε κατεύθυνση, οπουδήποτε βρίσκει, στο ανθρώπινο γένος, το υλικό που χρειάζεται για ν” αναπτυχθεί. Να έχουμε τώρα φθάσει στο τέρμα, όσον αφορά την εξέλιξη της ζωής; Μάλλον, διότι καμμία υψηλότερη μορφή ζωής από κείνη που ο Ιησούς πραγματοποίησε στον εαυτόν Του, και την οποία μεταδίδει σε μας από τον ουρανό, δεν μπορεί να συλληφθεί στο μυαλό. Είναι η πνευματική ζωή, η ζωή της ελεύθερης προσφοράς του εαυτού της ολοκληρωτικά στο καλό, στην αγάπη. Και αν σκεφθούμε ότι η ουσία του Θείου χαρακτήρα είναι η αγιότητα, το καλό, η αγάπη, και από δω έπεται ότι δεν υπάρχει τίποτα υψηλότερο απ” αυτή τη ζωή.

Αλλά, ακόμη και αν ήταν έτσι, ο κύκλος δεν θα έκλεινε. Καμμία ανάπτυξη, οποιαδήποτε κι αν είναι, δεν συμπληρώνεται έως ότου, έχοντας φθάσει στο στάδιο που ολοκληρώνεται, δεν ξαναγυρίζει πάλι στην αρχή της, για να την υψώσει κι αυτή στο ίδιο επίπεδο. Υπάρχει ένα γνωμικό: «Το μέλλον δεν είναι παρά μια επιστροφή στο παρελθόν».

Φθάνοντας στην κορυφή της πνευματικής ζωής, δεν είναι με ματιά περιφρόνησης που ο άνθρωπος στρέφεται πίσω, ν” αντικρύσει τα κατώτερα στάδια ύπαρξης μέσα απ” τα οποία έχει ανέβει. Ακόμα και η απλή φυσική ζωή με την οποία άρχισε, τότε που ξεκίνησε στην κούνια σαν ένα μικρό ζωάκι, που δεν ήξερε παρά να τρώει και να κοιμάται, δεν του εμπνέει κανένα αίσθημα ντροπής, γιατί κι αυτή φέρνει την σφραγίδα της Θείας σοφίας. Περιφρόνηση για το σώμα δεν είναι σημάδι μιάς αληθινής και υγιούς πνευματικότητας.

Ο Ιησούς, σαν ελευθερώθηκε από το σώμα Του δια του θανάτου, δεν το άφησε ξεχασμένο πίσω. Το πήρε απ” τον τάφο, και το επανέφερε στη ζωή με την Ανάσταση. Ακόμα και στην Ανάληψη, στην επανείσοδο Του στην αρχική ζωή της Θεότητας, δεν το απέβαλε, αλλά το μεταμόρφωσε, και το έκανε κατάλληλο να γίνει το όργανο της Παντοδυναμίας, και εκείνης της Θείας ζωής, στην οποία Αυτός επρόκειτο να εισέλθει. «Εν αυτώ κατοικεί όλο το πλήρωμα της Θεότητας σωματικώς», μας λέγει στο Κολοσσαείς Β9. Ίσως, ένας απ” τους σκοπούς της Μεταμόρφωσης ήταν να μας δοθεί μια εικόνα, μια πρόγευση αυτού του μυστηρίου της δόξας. Όπως κανείς δεν μπορεί ν” αντικρύσει ασυγκίνητος την κούνια, μέσα στην οποία τα μάτια του πρωτοείδαν το φως, έτσι το παιδί του Θεού, έχοντας φθάσει στην κατάσταση της αγιότητας, δεν θα περιφρονήσει ποτέ το σώμα στο οποίο πρωτοαφυπνίστηκε η ψυχή του στο φως της ατομικής συνείδησης, και στο οποίο, σε μια μεταγενέστερη περίοδο, το πνεύμα του έγινε συμμέτοχος της ουράνιας ζωής. Ακόμα και εδώ κάτω, όταν το Άγιο Πνεύμα κάνει ναό Του το ανθρώπινο σώμα, δεν εξευγενίζει τα χαρακτηριστικά του; Δεν φωτίζει την έκφραση του, δεν ανανεώνει την δύναμη του που φθίνει, και δεν στηρίζει την αδυναμία του;

Στο ανθρώπινο σώμα τώρα, περιέχεται ένα σπέρμα, που αρχίζει να μεγαλώνει μέσω της ένωσης του με το Άγιο Πνεύμα, εν μέσω ακριβώς της αποσύνθεσης του. Έτσι θα σχηματισθεί εκείνο το νέο όργανο του πνεύματος, που η Γραφή το ονομάζει «πνευματικό σώμα», αυτό που θα εμφανισθεί με την ανάσταση.

Κατά τον ίδιο τρόπο που το γήινο μας σώμα εδώ κάτω είναι το όργανο της ψυχής, η οποία είναι η έδρα της προσωπικότητας μας, έτσι το πνευματικό σώμα θα είναι το όργανο του πνεύματος, όταν αυτό θα έχει γίνει η προσωπική μας ζωή. «Υπάρχει», λέει ο Παύλος, «ένα ψυχικό σώμα (που ζει μαζί με μια ψυχή και την υπηρετεί), και υπάρχει ένα πνευματικό σώμα», (που υπηρετεί σαν όργανο στο πνεύμα), Α” Κορ. ΙΕ44.

Τώρα, εάν, ενεργόντας πάνω σ” αυτό το θνητό σώμα, το Άγια Πνεύμο ήδη κατά καιρούς εργάζεται θαυμάσια εδώ στη γη, τι θα κάνει με το νέο σώμα, το αριστούργημα Του! Ο Παύλος συγκρίνει το παρόν μας σώμα μ” έναν «γυμνό σπόρο», και το μελλοντικό μας σώμα με το φυτό, τέλειο σε μορφή και χρώμα, που ξεπηδά απ” αυτόν τον ατελή, τον «γυμνό» σπόρο, που ρίχθηκε στην γη. Πόσο μεγαλειώδης, λοιπόν, θα είναι η δόξα και η ζωτικότητα αυτού του πνευματικού σώματος!

Αλλά αυτό δεν είναι το όλο. Το μελλοντικό μας σώμα είναι το κέντρο μιάς φύσης που θα έχει ανανεωθεί και δοξασθεί, ελεύθερη απ” τον νόμο της φθοράς και του θανάτου. Το ιδανικό προς το οποίο ενστικτωδώς στρέφεται ο πόθος, όχι μόνον των ανθρώπων, αλλά, όπως λέγει ο Παύλος, όλων των δημιουργημάτων, θα πραγματοποιηθεί. Η φύση, αφού η δύναμη του Πνεύματος την πάρει σαν συνεργάτη της, θα γίνει το ένδοξο θέατρο της δραστηριότητας και των αρετών του καινούργιου της κυρίου, του πνευματικού σώματος.

Η ύλη δεν είναι αναγκαστικά η φυλακή του πνεύματος, ούτε είναι εμπόδιο στις λειτουργίες του. Το βλέπουμε αυτό στα επιδέξια χέρια του καλλιτέχνη. Τι αριστουργήματα, θαυμαστά σε μορφή, σε χρώμα, σε έκφραση, μπορεί να δημιουργήσει από απλά υλικά! Το βλέπουμε και στο στο όργανο δια του οποίου πραγματοποιεί τέτοια θαυμαστά αποτελέσματα, στο χέρι. Και η τέχνη δεν είναι παρά μια πρόγευση εκείνης της δόξας, η οποία πρόκειται κάποια μέρα να γίνει το στέμμα και το μεγαλείο της αγιότητας.

Να συνοψίσουμε ό,τι έχουμε πει. Στο θέατρο της κτίσης, πρώτα ασκήθηκε η μη συνειδητή ζωή, ένας σκλάβος στις αισθήσεις και στα ένστικτα. Σαν άνοιξε, στην συνέχεια, η αυλαία της ιστορίας, η ανθρώπινη ψυχή άρχισε να επιδεικνύει τα πλούτη της ζωή, ενσυνείδητης και ελεύθερης. Μέσα στην Εκκλησία, (αντιλαμβανόμενοι αυτή την λέξη στην πλέον πνευματική της έννοια), εκεί μεγάλωσε, και έχει από τότε αναπτυχθεί, κάτι καινούργιο, – η ζωή της άγιας αγάπης, που πραγματοποιήθηκε από τον Ιησού Χριστό, και δι” Αυτού μεταδόθηκε σε μας. Τέλος, αυτή η τέλεια ζωή, θεία στην ουσία της, ανθρωπίνη στη μορφή της, θα απλωθεί και θ” ακτινοβολεί μέσω της ύλης, που θα είναι και αυτή τότε δοξασμένη. Αυτό είναι ένα γενικό περίγραμμα της ανάπτυξης της ζωής, καθώς μπορούμε να το συλλάβουμε, προσαρμόζοντας τις παρατηρήσεις μας των γεγονότων προς τις αποκαλύψεις της Γραφής.

Πως μπορούμε να μην αντικρύσουμε με θαυμασμό, αυτό το σχέδιο, που συνελήφθη πριν γίνει ο χρόνος, και του οποίου το μεγαλειώδες αποτέλεσμα πρόκειται να φέρει τον χρόνο πίσω στην αιωνιότητα; Πως μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε εδώ την σκέψη Εκείνου ο οποίος είναι «Θαυμαστός εν βουλή, και μεγάλος εν συνέσει» (Ησαϊας ΚΗ29); Πως μπορούμε ν” αντισταθούμε να κραυγάσουμε μαζί με τον Ψαλμωδό, «Κύριε, πόσο μεγάλα είναι τα έργα σου, πόσο βαθειά είναι η βουλή σου;»

Ο Παύλος έχει συνοψίσει τούτο το θείο σχέδιο σ” αυτές τις λίγες λέξεις, που είναι το κλειδί στο μυστήριο της ιστορίας του ανθρώπου: «ΠΡΩΤΑ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ, ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ», Α” Κορ. ΙΕ46.

Η ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Το ανθρώπινο γένος θ’ αναστηθεί σε τρεις φάσεις, θα έχομε τρεις αναστάσεις. Η πρώτη ήδη έγινε, είναι του Ιδίου του Χριστού: “Αλλά τώρα ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών& έγεινεν απαρχή των κεκοιμημένων” (Α’ Κορ. ΙΕ20). Για την συνέχεια, θα μας πει στο Αποκάλυψη Κ5,6: “Και έζησαν και εβασίλευσαν μετά του Χριστού τα χίλια έτη. Οι δε λοιποί των νεκρών δεν ανέζησαν εωσού πληρωθώσι τα χίλια έτη& αύτη είναι η ανάστασις η πρώτη. Μακάριος και άγιος όστις έχει μέρος εις την πρώτην ανάστασιν”. Άρα πρόκειται ν’ ακολουθήσουν δύο ακόμα αναστάσεις.

Στο Α’ Κορ. ΙΕ23 αναφέρει: «Έκαστος δε (θα αναστηθεί) εν τω ιδίω τάγματι (με την σειρά του). Απαρχή Χριστός, έπειτα οι Χριστού εν τη παρουσία αυτού».

Ας τις δούμε τις τρεις αναστάσεις:

1. Η ανάσταση του Χριστού

Πρώτος, ο Χριστός. Είναι Αυτός που ανοίγει τον δρόμο στην ζωή της δόξας. Ανασταίνεται σαν «απαρχή», πρώτος γι’ αυτούς που θ’ ακολουθήσουν.

Στην ανάσταση του Χριστού απάστραψε γιά πρώτη φορά η νίκη, που πριν λίγο είχε κερδηθεί ενάντια στον θάνατο. Και η πρώτη αυτή λεία που αποσπάστηκε απ” αυτόν τον τύραννο, είναι η εγγύηση της μελλοντικής απελευθέρωσης και ανάστασης όλης της ανθρωπότητας που δικαιώθηκε. Αφού αναστήθηκε ο Χριστός, θ’ αναστηθούν και οι άλλοι που Τον ακολουθούν. Η Εκκλησία θα είναι ο μεγαλοπρεπής θερισμός, απαρχή του οποίου υπήρξε ο αναστημένος Ιησούς. Η πλέρια αφθαρσία, ηθική και φυσική, θα στεφανώσει το έργο, που η ηρωική αγάπη του Χριστού ολοκλήρωσε.

«Διότι επειδή διά μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, διά μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάσταση των νεκρών…Ω θάνατε! Που είναι το κεντρί σου; Ω Άδη, που ναι σου η νίκη;…Το κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία. Η δύναμις της αμαρτίας είναι ο νόμος…Ευχαριστούμε τον Θεό, που μας δίνει την νίκη διά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Α” Κορ. ΙΕ21, 55-57).

Τούτο το έργο, που το ολοκλήρωσε μιά γιά πάντα στον εαυτόν Του, το αναπαράγει τώρα διά του Πνεύματος Του σ” όλους τους πιστούς, αφού το έκανε δυνατό γι” αυτούς μέσω του εξιλασμού και της συγνώμης, που πέτυχε γι’ αυτούς. Τι είναι τα σπόρια στο στάχυ παρά η επανεμφάνιση εκείνου του πρώτου σπόρου, που σπάρθηκε, που θάφτηκε, μυστηριωδώς πολλαπλασιασμένου. Αυτά τα σπόρια είναι οι πιστοί.

2. Η πρώτη ανάσταση (των πιστών μόνον)

«Έπειτα οι Χριστού εν τη παρουσία αυτού» (Α’ Κορ. ΙΕ23).Εδώ έχομε την δεύτερη τάξη των αναστημένων. Είναι η ίδια ιδέα που εξεφράσθη με την εικόνα της απαρχής της συγκομιδής.

Για τούτη την ανάσταση έχομε τις εξής αναφορές στον Λόγο του Θεού:

Α’ Θεσσαλονικείς Δ16,17: «Επειδή αυτός ο Κύριος θέλει καταβή απ’ ουρανού με κέλευσμα, με φωνήν αρχαγγέλου, και με σάλπιγγα Θεού, και οι αποθανόντες εν Χριστώ θέλουσιν αναστηθή πρώτον& έπειτα ημείς οι ζώντες όσοι απομένομεν, θέλομεν αρπαχθή μετ’ αυτών εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις τον αέρα& και ούτω θέλομεν είσθαι πάντοτε μετά του Κυρίου». Εδώ μας αναφέρεται ότι τόσο οι πεθαμένοι πιστοί, όσο και όσοι ζουν εκείνοι την ώρα θα πάρουν τα σώματα της ανάστασης. Η Παρουσία θα συνοδεύεται από την ανάσταση των πιστών, και μόνον των πιστών.

Α’ Κορ. ΙΕ 51,52

«Προσέξατε, σας λέγω ένα μυστήριον: Δεν θα πεθάνωμε όλοι, αλλά όλοι θα μεταβληθούμε, σε μιά στιγμή, σε μιά ματιά, κατά την τελευταίαν σάλπιγγα. Διότι θα σαλπίσει η σάλπιγγα, και οι νεκροί θα αναστηθούν χωρίς να υπόκεινται πλέον εις φθοράν και εμείς θα μεταβληθούμε».

Τι λέγει εδώ ο Λόγος του Θεού: Δεν θα πεθάνωμε όλοι, – θα υπάρχουν πιστοί που θα ζουν όταν έλθει ο Κύριος, – αλλά όλοι θα μετασχηματισθούν: Οι ζώντες πιστοί διά μεταμορφώσεως, οι αποθανόντες διά αναστάσεως. Διότι είναι αδύνατον να εισέλθουν στο βασίλειο της δόξης με αυτό το γήινο σώμα, που υπόκειται στην φθορά.

Με το σάλπισμα, μας λέγει ο Λόγος του Θεού, θα γίνουν ταυτόχρονα δύο ενέργειες, η αποκατάσταση των πεθαμένων πιστών, και η μεταμόρφωση των ζώντων πιστών.

Α’ Κορ. ΙΕ53,54

«Διότι πρέπει αυτό που είναι φθαρτόν να ενδυθή την αφθαρσίαν και αυτό που είναι θνητόν να ενδυθή την αθανασίαν. Και όταν αυτό που είναι φθαρτόν ενδυθή την αφθαρσίαν και αυτό που είναι θνητόν ενδυθή την αθανασίαν, τότε θα εκπληρωθεί ο λόγος που είναι γραμμένος: Καταβροχθίσθηκε ο θάνατος και ενικήθηκε».

Αποκάλυψη Κ4,5,6: “Και είδον τας ψυχάς των πεπελεκισμένων δια την μαρτυρίαν του Ιησού, και δια τον λόγον του Θεού, και οίτινες δεν προσκύνησαν το θηρίον, ούτε την εικόνα αυτού& και δεν έλαβον τα χάραγμα επί το μέτωπον αυτών και επί την χείρα αυτών& και έζησαν και εβασίλευσαν μετά του Χριστού τα χίλια έτη. Οι δε λοιποί των νεκρών δεν ανέζησαν εωσού πληρωθώσι τα χίλια έτη& αύτη είναι η ανάστασις η πρώτη. Μακάριος και άγιος όστις έχει μέρος εις την πρώτην ανάστασιν”.

Κατά τον καιρό της Παρουσίας, οι άγιοι, οι μάρτυρες, και γενικά όλοι εκείνοι που αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στα έργα του Θηρίου, ανασταίνονται, και τους δίδονται θρόνοι γιά κρίση (Αποκάλυψη Κ4). Εδώ προβάλλεται η αντίρρηση ότι αναφέρονται μόνον εκείνοι οι μάρτυρες και πιστοί, που έχουν ξεπεράσει την δοκιμασία της βασιλείας του Αντιχρίστου, και όχι εκείνοι που έχουν πολεμήσει και νικήσει κατά την διάρκεια της όλης πορείας της ιστορίας της Εκκλησίας. Λησμονιέται όμως ότι, κατά την άποψη της Καινής Διαθήκης, αυτή η τελευταία κρίση είναι πολύ κοντά στους αποστολικούς χρόνους. Είναι η «τελευταία ώρα» που λέγει ο Ιωάννης (Α” Ιωάννου Β18). «Το μυστήριο της ανομίας ήδη ενεργείται», λέγει ο Παύλος, μιλόντας γιά το έργο του ανθρώπου της αμαρτίας. Άρα αυτή η τελευταία κρίση δεν είναι παρά το αποκορύφωμα της κρίσης, που είχε ήδη αρχίσει από τότε. Οι πιστοί των αιώνων που έχουν ακολουθήσει, συμπεριλαμβάνονται λοιπόν σιωπηρά σε κείνους που αναφέρονται στην περιγραφή της Αποκάλυψης.

Γι’ αυτή την ανάσταση μας μιλά και ο Κύριος στο Ιωάννης ΣΤ40: “Και τούτο είναι το θέλημα του πέμψαντος με, πας όστις βλέπει τον Υιόν και πιστεύει εις αυτόν, να έχη ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα”.

Εδώ θ’ αναστηθούν μόνον «οι του Χριστού» (Α’ Κορ. ΙΕ23). Στο, «οι του Χριστού», δεν μπορούμε να συμπεριλάβουμε όλους όσους ομολογούν το όνομα του Χριστού, την Χριστιανωσύνη γενικά. Ο Παύλος εξηγεί αρκετά καθαρά τι αντιλαμβάνεται με το «όντες του Χριστού», όταν λέγει, Ρωμαίους Η9: «Εάν κάποιος δεν έχει το Πνεύμα του Χριστού, δεν είναι δικός Του«. Στο Κολοσσαείς Γ4 ο ίδιος πάλι λέγει: «Όταν ο Χριστός, η ζωή μας φανερωθεί, τότε και μεις θα φανερωθούμε με Αυτόν εν δόξει«, που δείχνει ότι, μόνον όσοι έχουν κάνει τον Χριστό ζωή τους, μόνον αυτοί θα έχουν συμμετοχή σ’ αυτή την δοξασμένη Του εμφάνιση, με σώμα ανάστασης σαν το δικό Του.

Ο Παύλος πάλι λέγει στο Φιλιππ. Γ11: «Με την ελπίδα να φθάσω εις την εξανάστασιν των νεκρών«. Εδώ δεν μιλά για την δεύτερη ανάσταση, διότι εκεί θα έχουν μέρος όλοι. Μιλά για την πρώτη ανάσταση, στην οποία μόνον αληθινοί πιστοί θα λάβουν μέρος. Και φέρνει στον νουν του την συνεχή προσπάθεια, διά της οποίας μόνης μπορεί να φθάσει σ” εκείνον τον επιθυμητό στόχο. Διότι, γιά να τον φθάσει, είναι αναγκαίο, σύμφωνα με το Β” Κορ. Ζ1, «να καθαρίσωμεν τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμόν σαρκός και πνεύματος», και, «να τελειοποιηθούμε στην αγιωσύνη με φόβο Θεού». Τέτοιος, σύμφωνα με τον Παύλο, είναι ο χαρακτήρας «εκείνων που είναι του Χριστού«, και οι οποίοι θα σχηματίσουν την δεύτερη σειρά στην ομάδα των αναστημένων. Δεν θα είναι λοιπόν όλοι εκείνοι που φέρουν το όνομα του Χριστιανού.

Στο Ρωμαίους Η11 λέγει: «Εάν δε κατοική εν υμίν το Πνεύμα του αναστήσαντος τον Ιησούν εκ νεκρών, ο αναστήσας τον Χριστόν εκ νεκρών θέλει ζωοποιήσει και τα θνητά σώματα υμών, δια του Πνεύματος αυτού του κατοικούντος εν υμίν».

Εκείνο το σώμα στο οποίο έχει κατοικήσει το Πνεύμα του Θεού, όπως κατοίκησε και σ’ αυτό του Ιησού, θα κριθεί άξιο της ιδίας τιμής σαν το σώμα του Ιησού. Εκείνο το σώμα θ’ αναστήσει στην πρώτη ανάσταση. Άρα, η παρουσία του Αγίου Πνεύματος εις τον πιστόν είναι η εγγύηση μιάς ενδόξου ανάστασης για το σώμα του.

Ειδικώτερα, στο Α’ Κορ ΣΤ15 θα μας πει: «Δεν ξέρετε ότι τα σώματα σας είναι μέλη του Χριστού; Να πάρω λοιπόν τα μέλη του Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης; Μη γένοιτο.»

Και στα εδάφια 19,20: «Ή δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που είναι μέσα σας, και το οποίον έχετε από τον Θεόν και δεν ανήκετε εις τους εαυτούς σας; Έχετε αγορασθή αντί τιμήματος. Δοξάσατε λοιπόν τον Θεόν δια του σώματος σας και δια του πνεύματος σας, τα οποία ανήκουν εις τον Θεόν». Σύμφωνα μ’ αυτά τα εδάφια, το ν” αρνηθείς αυτόν τον προορισμό, να είσαι δηλαδή ναός και όργανο του Αγίου Πνεύματος, δια του γεγονότος της πορνείας, είναι το να εκθέτεις τον εαυτόν σου στο να χάσει αυτή την ανάσταση.

Με τούτη την πρώτη ανάσταση των πιστών, θα λάβει χώρα μιά πρώτη διαίρεση στην Εκκλησία& θα διαχωρισθούν τα γνήσια μέλη της από τα μη γνήσια. Αυτό θα είναι το πρελούδιο της παγκόσμιας τελικής κρίσης.

3. Η δεύτερη ανάσταση (καθολική ανάσταση)

Η δεύτερη ανάσταση θα λάβει χώρα στο τέλος της χιλιετίας. Τότε θα γίνει το γεγονός που αναφέρει στο Α’ Κορ. ΙΕ 26: «Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος».

Εδώ είναι η ολοκλήρωση της βασιλείας και της κρίσης που ασκείται από τον Χριστό πάνω στις δυνάμεις που αντιτίθεται στον Θεό. Ο θάνατος είναι απρόσωπος, αναμφίβολλα, αλλά η βασιλεία του, παρόλα αυτά, προσβάλλει την Θεία δόξα, και μετά που οι προσωπικές δυνάμεις έχουν καταργηθεί (Α’ Κορ. ΙΕ24,25). Αυτή η σκοτεινή δύναμη του θανάτου πρέπει να καταστραφεί, ώστε η δόξα του Θεού να μπορέσει να λάμψει ελεύθερα μέσα σ” όλη την περιοχή της ύπαρξης. Αυτή η κρίση του θανάτου συνίσταται σε δύο πράξεις. Πρώτα, όλα τα όντα που έχουν γίνει θύματα του πρέπει να διασωθούν απ” αυτόν. Αυτό είναι που θα πραγματοποιηθεί από την τελική και παγκόσμια ανάσταση, η οποία θα φέρει στο φως την τρίτη τάξη των αναστημένων. Μετά, ο θάνατος δεν θα πρέπει να έχει πλέον δύναμη να κάνει καινούργια θύματα. Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα της ιδίας της ανάστασης, η οποία, μετασχηματίζοντας τα φθαρτά σώματα σε άφθαρτα, θα τα θέσει γιά πάντα πέραν από κει που μπορεί να φθάσει ο θάνατος.

Στο. A’ Koρ. IE12-28 περιέχεται η ιδέα της παγκόσμιας ανάστασης, που περιλαμβάνει πιστούς και απίστους. Η πλήρης νίκη πάνω στον θάνατο που ανηγγέλθη στο εδάφιο 26, δεν μπορεί παρά να δώσει μιά ανάσταση που επεκτείνεται σ” όλα τα θύματα του θανάτου, χωρίς εξαίρεση. Εδώ έχουμε και τα λόγια του Παύλου, στο Πράξεις ΚΔ15 «…μέλλει να γίνει ανάστασις των νεκρών, τόσον των δικαίων, όσον και των αδίκων». Ο Παύλος διδάσκει μιά ανάσταση γιά ζωή, και μιά ανάσταση γιά καταδίκη, σύμφωνα με την κατηγορηματική δήλωση του Κυρίου που αναφέρεται στο Ιωάννης Ε28,29, και στο Αποκάλυψη Κ12-14. Η επιστροφή στην πληρότητα της προσωπικής ύπαρξης, διά της αναστάσεως του σώματος, είναι η αναγκαία προϋπόθεση της κρίσης στην περίπτωση και των δύο.

Υπάρχουν δύο ομιλίες του Ιησού, στο Ευαγγέλιο του Λουκά, που αποδεικνύουν πως Αυτός δίδασκε την ίδια ακριβώς πραγματικότητα. Στο ΙΔ14 λέγει: «Θα λάβεις την ανταπόδοσιν σου κατά την ανάστασιν των δικαίων». Αυτή η έκφραση δεν έχει καμμία έννοια, εκτός εάν αντιπαρατεθεί με μιά άλλη ανάσταση, εκείνη των αδίκων. Στο Λουκά Κ35: «Εκείνοι που εκρίθησαν άξιοι να κερδήσουν τον κόσμον εκείνον και την ανάστασιν εκ νεκρών«. Αυτή η έκφραση φέρνει σε αντίθεση την πρώτη ανάσταση (εκείνη των δικαίων), με την ανάσταση των νεκρών γενικά. Τέλος, βρίσκουμε την ίδια διάκριση στο Αποκάλυψη Κ6: «Μακάριος και άγιος εκείνος που συμμετέχει εις την πρώτην ανάστασιν».

Σαφή αναφορά για την δεύτερη, την καθολική ανάσταση, μας δίνει το Αποκάλυψη Κ10-15: «Και ο Διάβολος ο πλανών αυτούς ερρίφθη εις την λίμνην του πυρός και του θείου, όπυ είναι το θηρίον και ο ψευδοπροφήτης. Και θέλουσι βασανίζεσθαι ημέρα και νύκτα, εις τους αιώνας των αιώνων…Και είδον τους νεκρούς μικρούς και μεγάλους, ισταμένους ενώπιον του Θεού, και τα βιβλία ηνοίχθησαν. Και βιβλίο άλλο ηνοίχθη, το οποίον είναι της ζωής. Και εκρίθησαν οι νεκροί εκ των γεγραμμένων εν τοις βιβλίοις κατά τα έργα αυτών. Και έδωκεν η θάλασσα τους εν αυτή νεκρούς, και ο θάνατος και ο άδης έδωκαν τους εν αυτοίς νεκρούς. Και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών. Και ο θάνατος και ο άδης ερρίφθησαν εις την λίμνην του πυρός. Ούτος είναι ο δεύτερος θάνατος. Και όστις δεν ευρέθη γεγραμμένος εν τω βιβλίω της ζωής, ερρίφθη εις την λίμνην του πυρός».

ΠΩΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ο Λόγος του Θεού, στην Α’ Ιωάννου Γ2 λέγει: «Όταν φανερωθή, θέλομεν είσθαι όμοιοι με αυτόν& διότι θέλομεν ιδεί αυτόν καθώς είναι». Στο Φιλιππησίους Γ21: «Όστις θέλει μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών, ώστε να γείνη σύμμορφον με το σώμα της δόξης αυτού, κατά την ενέργειαν δια της οποίας δύναται και να υποτάξη τα πάντα εις εαυτόν».

Διαβάζουμε το Ιωάννης ΣΤ 47-50: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω, εκείνος που πιστεύει σε με έχει ζωήν αιώνιον. Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής. Οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα εις την έρημο και πέθαναν. Αυτός είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανόν, δια να φάγη ο άνθρωπος από αυτόν και να μη πεθάνει». Και στο εδάφιο 54 τονίζει με έμφαση: «Κι εγώ θα τον αναστήσω την εσχάτην ημέρα«. Εκείνο που θα μεταδώσει, λοιπόν, στον πιστό που θα Τον «πιεί» και θα Τον «τρώγει», δεν είναι μόνο τούτη η άγια ζωή, που έζησε Αυτός εδώ στη γη. Θα του μεταδώσει την πλήρη Του ζωή, φυσική και πνευματική, όλη Του την προσωπικότητα, και το αναστημένο Του σώμα. Θα γίνουμε κατά πάντα όμοιοι μ” Αυτόν.

Θα γίνει ότι και με τον σπόρο του σταριού. Τα σπόρια στο στάχυ δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η επανεμφάνιση του σπόρου από τον οποίον προέκυψε το στάχυ, μυστηριωδώς πολλαπλασιασμένου. Οι πιστοί, αγιασμένοι, και αναστημένοι απ” τους νεκρούς, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η επαναπαραγωγή, σε χιλιάδες ζωντανά αντίτυπα του δοξασμένου Χριστού, εκείνου του πρώτου σπόρου απ” τον οποίον φύτρωσε το στάχυ, καθόλα όμοιοι μ” Αυτόν. «Και καθώς εφορέσαμε την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου» (Α” Κορινθίους ΙΕ49). Όλα μέσα μας και γύρω μας εργάζονται αυτόν τον σκοπό, να μας φθάσουν εκεί. Το σώμα λοιπόν του αναστημένου Κυρίου, μπορεί να μας βοηθήσει να πάρομε μια ιδέα και για τα δικά μας σώματα της ανάστασης, μια και θα είναι ακριβώς ίδια.

Να μελετήσομε μια απ’ τις εμφανίσεις Του μετά την ανάσταση, απ’ την περιγραφή του Λουκά:

«Ενώ δε έλεγαν αυτά, ο Ιησούς ο ίδιος εστάθηκε εις το μέσον και τους λέγει, «Ειρήνη υμίν». Καταληφθέντες δε από τρόμον και φόβον, ενόμιζαν ότι βλέπουν φάντασμα. Αλλ” αυτός τους είπε, «Γιατί είστε ταραγμένοι γιατί ανεβαίνουν σκέψεις στις καρδιές σας; Ιδέτε τα χέρια μια και τα πόδια μου. Είμαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφίστε με και ιδέτε. Ένα φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ». Και όταν είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια του και τα πόδια του. Επειδη από την χαράν τους ακόμη δεν επίστευαν και ήσαν κατάπληκτοι τους είπε, «Έχετε τίποτε φαγώσιμο εδώ;» Του έδωκαν ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και κηρύθρα από μέλι, αυτός τα επήρε και έφαγε μπροστά τους», (Λουκάς ΚΔ36-43).

Η εμφάνιση του Κυρίου είναι υπερφυσική, όπως και η εξαφάνισή Του απ” τους δύο στους Εμμαούς. Ο Ιωάννης μας αναφέρει, ότι όταν εμφανίσθηκε ανάμεσά τους, οι πόρτες ήσαν κλειστές. Το σώμα του Κυρίου ήταν στην πορεία του δοξασμού, και Τον υπήκουε πιο ελεύθερα τώρα. (Το δικό μας δεν μας υπακούει όπου θέλουμε, π.χ. θέλω, αλλά δεν μπορώ να πετάξω).

Όλοι νόμισαν ότι ήταν φάντασμα, δηλαδή η ψυχή του Κυρίου που ήλθε από τον Άδη, με ορατή μορφή, αλλά χωρίς σώμα.

Ήταν όμως ο Ίδιος ο Κύριος με το υλικό Του σώμα. Τους καλεί να το διαπιστώσουν και μόνοι τους, να Τον ψηλαφήσουν. Φαινόντουσαν οι πληγές στα χέρια και στα πόδια. Τους ζητά να Του δώσουν να φάγει. Του δίνουν και τρώγει εμπρός τους. Ήταν ο ίδιος μέσα στο σώμα Του που αναστήθηκε.

Eδώ γεννιέται μια ερώτηση. Όταν θ” αναστηθούμε θα τρώμε; Αφού ο Κύριος αναστημένος έφαγε, θα πρέπει και εμείς να τρώμε. Πρέπει να προσέξωμε κάτι εδώ: Το σώμα του Κυρίου δεν ήταν ακόμα στην δοξασμένη Του κατάσταση, αλλά σε μια μεταβατική, ήταν στην πορεία προς την τέλεια κατάσταση, η οποία δεν έλαβε χώρα παρά στην ανάληψή Του. Γι” αυτό και στην Μαρία που πήγε να Τον αγκαλιάσει της είπε: «Μη μ” εγγίζεις, διότι δεν ανέβηκα ακόμα εις τον Πατέρα μου» (Ιωάννης Κ17). Ήταν γήϊνο σώμα στην πορεία του ν” ανέβει, να δοξασθεί. Πως γίνεται αυτή η διαδικασία, δεν γνωρίζουμε, γνωρίζουμε μόνον που καταλήγει.

Γενικώτερα να πούμε ότι ο Ιησους, με την ανάσταση Του, εισηλθε στην σφαιρα της αφθαρσιας. Γι” αυτο και το σωμα Του αρχιζε να παιρνει μια μεταμορφωση, αποτελεσμα της οποιας ηταν να μην Τον αναγνωριζουν.

Η Ανασταση ηταν η εισοδος Του σε μια υψηλοτερη κατασταση υπαρξης, αλλ” αυτη η κατασταση δεν ηταν ακομα η τελεια. Χρειαζοταν ακομα μια θεια ενεργεια, η Αναληψη, που θα Τον εισηγαγε στην κατασταση της τελικης Του δοξας.

Οταν συναντησε την Μαρια ο Κυριος της ειπε, «Δεν ανεβηκα αλλα ανεβαινω…» Το διαστημα μεταξυ της Αναστασης και της Αναληψης ηταν μια περιοδος μετασχηματισμου στο σωμα του Κυριου. Ειχε πραγματι ανακτησει το προηγουμενο σωμα Του, που 33 τωρα χρονια Τον ειχε υπηρετησει σαν οργανο στην γηινη ζωη Του, αλλα λογω της αλλαγης που ειχε γινει στην προσωπικη Του θεση, αυτο το σωμα ηταν υποκειμενο τωρα σε νεες συνθηκες υπαρξης. Δεν ειχε βεβαια ακομα γινει το «πνευματικο σωμα», που μας αναφερεται στο Κορινθιους ΙΕ, αλλα το πνευμα το κινουσε τωρα πιο ελευθερα, ειχε γινει ηδη πειθηνιο οργανο στην θεληση. Ετσι εξηγουνται οι αιφνιδιες εμφανισεις και εξαφανισεις του, το οτι εμπαινε μεσ” απο κλειστες πορτες κ.λ.π. Για παράδειγμα, απο την φραση «Ηλθεν ο Ιησους και εστη», του Ιωάννης Κ19-20, καταλαβαινομε οτι δεν προκειται για μια κανονικη εισοδο, αλλα για μια αιφνιδια εμφανιση αναμεσα τους. Στο εδαφιο 26, οταν εμφανισθηκε για τον Θωμα, μας αναφερεται ειδικα οτι οι πορτες ησαν κλειστες. Από το Α’ Θεσσ. Δ17 συμπεραίνομε επίσης ότι δεν ίσχύει ο νόμος της βαρύτητας για τα σώματα της ανάστασης, γιατί κατά την αρπαγή, σαν ακουσθεί το σάλπισμα, θα υψωθούν ελεύθερα, προς συνάντηση του Κυρίου στον αέρα.

Κατι αλλο επισης που μας αποκαλυπτεται απ” αυτα που διαβαζομε ειναι οτι ο Κυριος ετρωγε. Αλλα δεν ετρωγε απο πεινα. Το φαγητο Του δεν ηταν το αποτελεσμα μιας αναγκης. Το εκανε γιατι επιθυμουσε να δειξη οτι μπορουσε να φαγει, δηλαδη, οτι το σωμα Του ηταν πραγματικο, οτι δεν ηταν ενα πνευμα η ενα φαντασμα. Εδώ όμως θα πρέπει ν’ αναφέρομε το Α’ Κορ. ΣΤ13: «Τα φαγητά είναι για την κοιλιά, και η κοιλιά για τα φαγητά. Ο Θεός θα καταργήσει και αυτήν και εκείνα». Δεν θα υπάρχουν τροφές, θα καταργηθεί η κοιλιά. Ο Κύριος όμως μετά την ανάσταση, έφαγε.

Ειδικώτερα, το «ανεβαινω» του Ιωάννης Κ17-18, που ειπε ο Κυριος στην Μαρια, δηλωνει μια παρουσα ανυψωση της θεσης Του, η οποια δεν ειναι ακομα η Αναληψη. Τουτο το ρημα, αν το δουμε σε συνδυασμο μ” αυτα που συνεβησαν στην συνεχεια, μας οδηγεί στο συμπερασμα οτι, απ” την Ανασταση μεχρι την Αναληψη Του, υπηρξε μια βαθμιαια υψωση, μια βαθμιαια μεταμορφωση στο σωμα του Ιησου, καθως τουτο υψωνοταν προς την δοξα. Στην διαρκεια αυτης της περιοδου, ο Κυριος δεν ηταν ουτε με τους μαθητας, ζοντας μαζι τους την γηινη υπαρξη, αλλα ουτε και με τον Πατερα στην κατασταση της δοξας. Ζουσε μια κατασταση σωματικης και πνευματικης αλλαγης, που δηλωνεται ακριβως απ” την λεξη «ανεβαινω». Τελικα η Αναληψη ολοκληρωσε αυτο που η Ανασταση ειχε αρχισει.

Υπαρχουν τρεις αποφασιστικοι σταθμοι, τρια θαυματα στην αναπτυξη της φυσης οπως την εδημιουργησε ο Θεος. 1) Η εμφανιση της υλης. 2) Η εμφανιση της ζωης στην υλη. 3) Η εμφανιση της συνειδησης και της ελευθερας θελησης στην σφαιρα της ζωης. Υπαρχουν τρεις αποφασιστικοι σταθμοι, τρια θαυματα στην ιστορια του Κυριου μας. 1) Ο ερχομος Του στην σαρκα, η εισοδος Του στην υλικη υπαρξη. 2) Η πραγματοποιηση της ζωης της αγιας κοινωνιας με τον Θεο σ” αυτην την σωματικη υπαρξη. 3) Η ανυψωση αυτης της ζωης στην ελευθερια της θειας ζωης μεσω της Αναστασης και της Αναληψης.

Πολλές πληροφορίες για το σώμα της ανάστασης μας δίνει το Α’ Κορ ΙΕ 35-49.

Και πρώτα απ” όλα δύο ερωτήσεις:

Εδάφιο 35

«Αλλά θα ερωτήση κάποιος: «Πως ανασταίνονται οι νεκροί; Με τι είδους σώμα έρχονται;»

Ο απόστολος απαντά στην πρώτη ερώτηση στο εδάφιο 36:

Εδάφιο 36

«Ανόητε, εκείνο που εσύ σπέρνεις, δεν παίρνει ζωήν, εάν δεν πεθάνη πρώτα«.

Ο θάνατος του σπόρου, η προϋπόθεση της επιστροφής του στην ζωή, συνίσταται στην αποσύνθεση του υλικού περιβλήματος, κάτω απ” την ενέργεια της υγρασίας της γης, και της θερμότητας. Είναι μ” αυτή την διαδικασία της καταστροφής, που το ανεπαίσθητο σπέρμα ζωής που κατοικεί μέσα του, και το οποίο κανενός ανατόμου νυστέρι δεν μπορεί να φθάσει, ελευθερώνεται.

Αναλογικά καθώς λαμβάνει χώρα η σήψη των υλικών στοιχείων, αυτή η δύναμη ξυπνά και δείχνει τον εαυτόν της διά της ταυτοχρόνου εμφάνισης, σε αντίθετες κατευθύνσεις, των δύο ζωτικών βλασταριών, του στελέχους και της ρίζας, τα πρώτα ίχνη του νέου οργανισμού που προετοιμάζεται να εμφανισθεί. Τέτοια είναι η απάντηση που δίδεται απ” την φύση στην πρώτη ερώτηση που υψώνεται: Πως γίνεται η ανασταση; Μέσω του ιδίου του θανάτου! Μέσω διάλυσης: Τέτοιος είναι ο τρόπος! Ό,τι φαίνεται να είναι εμπόδιο, είναι τελικά το μέσον. Αυτός είναι ο νόμος που φανερώνει η φύση, και που ικανοποιεί τον κοινόν νουν γιά την λύση του προβλήματος.

Ο απόστολος, απαντόντας έτσι, αποφεύγει δύο σκοπέλους, εμπρός στους οποίους, εκείνοι που παίρνουν αυτή την ερώτηση ελαφρά, κινδυνεύουν να ναυαγήσουν. Ο ένας συνίσταται στο να προσδιορίσεις το αναστημένο σώμα με το παρόν σώμα, ως εάν το πρώτο πρέπει να σχηματισθεί διά της επανένωσης όλων των υλικών μορίων, από τα οποία συνετίθετο το δεύτερο. Ποιός θα μπορούσε να θεωρήσει μιά μεγαλόπρεπη βελανιδιά, ή μιά μηλιά με την ανοιξιάτικη ομορφιά της, σαν την υλική επαναποκατάσταση του βελανιδιού, ή του κουκουτσιού απ” το οποίο ξεπήδησαν;

Ο άλλος, αντιθέτως, συνίσταται στο να θεωρήσεις ότι δεν υπάρχει καμμία σύνδεση μεταξύ των δύο σωμάτων, ως εάν το σώμα της ανάστασης ήταν μιά καινούργια δημιουργία, χωρίς οργανική σχέση με το προηγούμενο σώμα. Σ” αυτή την περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε πλέον γιά ανάσταση. Στην πραγματικότητα ο θάνατος δεν θα κατανικιόταν, θα κρατούσε την λεία του. Ο Θεός, απλά, θα έκανε κάτι νέο απ” την πλευρά Του.

Στο Ιωάννη ΙΒ24 ο Κύριος χρησιμοποιεί μια όμοια εικόνα, αυτή του σπόρου του σίτου, εφαρμόζοντας την, όμως εδώ, στον πνευματικό θάνατο και ανάσταση.

Ο απόστολος απαντά την δεύτερη ερώτηση, τι σώμα θα προκύψει απ’ την ανάσταση, στα εδάφια 37-40. Και πρώτα συνοπτικά, εδάφια 37,38.

Εδάφια 37,38

«Και εκείνο που σπέρνεις, δεν είναι το σώμα που θα φυτρώση αλλά γυμνός σπόρος, είτε σιταριού είτε άλλου από τους λοιπούς σπόρους. Και ο Θεός του δίνει σώμα της εκλογής του και εις κάθε σπόρον δικό του σώμα».

«Ό,τι σπείρεις, δεν σπείρεις το σώμα που πρόκειται να φυτρώσει».

Η έκφραση, «γυμνός σπόρος«, αντιπαραθέτει σιωπηρά τον σπόρο απογυμνωμένον από κάθε κάλυμμα ή στολίδι, μ” εκείνον τον πλούτο οργάνων (φύλλα, κλάδους, άνθη), που σχηματίζει την ομορφιά του ανεπτυγμένου φυτού. Κάνοντας χρήση αυτής της έκφρασης, ο απόστολος θέλει να δείξει την γύμνεια του ανθρωπίνου σώματος, όταν θάβεται στην γη.

Εδάφιο 38. Στην γύμνεια του σπόρου που εναποτίθεται στην γη, ο απόστολος αντιπαραθέτει την δημιουργική δύναμη του Θεού, η οποία σύντομα χορηγεί, με την ταφή του σπόρου, το σώμα που έχει καθορισθεί στο είδος του, δημιουργόντας το βλαστάρι του φυτού, το οποίον πρόκειται να υπηρετήσει σαν όργανο του.

Λέγοντας, «καθώς ηθέλησε«, και όχι, «καθώς θέλει», ο Παύλος σίγουρα αναφέρεται στον νόμο της βλάστησης που έθεσε ο Θεός, γιά κάθε φυτό, κατά τον χρόνο της δημιουργίας. Αυτή η Θεία βούληση παραμένει στα ενδόμυχα της μεταβαλλομένης φύσης, και ρυθμίζει προκαταβολικά το αποτέλεσμα της ενέργειας του σπορέα. Είναι φανερό πόσο λάθος είναι να ισχυρίζονται ότι η Γραφή δεν γνωρίζει τίποτα γιά την σταθερότητα των νόμων της φύσης. Ο συγγραφέας που, μιλόντας γιά όλα τα είδη των φυτών, έγραψε, Γένεση Α11: «Φέροντα καρπό κατά το είδος τους», είχε ήδη αντιληφθεί αυτό το θεμελιώδες γεγονός. Έτσι οι εκαντοτάδες χιλιάδες είδη φυτών απ” τα οποία συντίθεται το φυτικό βασίλειο, είναι όλα οργανωμένα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε σ” αυτή την άπειρη ποικιλία σπόρων, εκεί αντιστοιχεί μιά ακριβώς όμοια ποικιλία οργανισμών.

Μα έχει ο Θεός την δυνατότητα να δώσει στον καθέναν ένα τελείως διαφορετικό σώμα, απ” αυτό που τώρα θα πεθάνει; Ο Λόγος Του μας προσκαλεί να ρίξωμε μιά ματιά γύρω μας:

Εδάφιο 39

«Δεν είναι κάθε σάρκα η ιδία σάρκα, αλλ” άλλη είναι η σάρκα των ανθρώπων, άλλη η σάρκα των κτηνών, άλλη των ψαριών, άλλη των πτηνών».

Αυτές οι 4 κατηγορίες που μας ανάφερε ανήκουν στην ομάδα των γηίνων όντων. Υπάρχει όμως και μιά υψηλότερη ομάδα, είναι η ομάδα των επουρανίων σωμάτων. Αυτά διαφέρουν ως προς τα γήινα και κατά την ουσία, και κατά το μεγαλείο, την δόξα.

Εδάφιο 40

«Υπάρχουν σώματα επουράνια και σώματα επίγεια. Αλλ” άλλη είναι η λαμπρότης των επουρανίων, άλλη των γηίνων».

Η γήινη φύση παρουσιάζει ένα λαμπρό θέαμα με την ποικιλία των οργανισμών της. Αλλά ένα πιό λαμπρό θέαμα παρουσιάζει ο ουρανός με τα αναρίθμητα άστρα του. Είναι σώματα που διαφέρουν από τα γήινα ως προς την ουσία τους, υπερέχουν δε απ” αυτά ως προς την λαμπρότητα τους.

Το καθένα έχει την δική του λαμπρότητα, που την ακτινοβολεί προς τα έξω: Τα λουλούδια την έχουν στην ποικιλία των μορφών, των αρωμάτων και των χρωμάτων τους. Τα ζώα στην ευκινησία, την χάρη ή την δύναμη. Ο άνθρωπος στην ευγένεια της συμπεριφοράς του, στην φρεσκάδα του προσώπου του, στην λάμψη των ματιών του. Αλλά πόσο πιό μεγάλη είναι η λαμπρότης των ουρανίων σωμάτων που φωτίζει την γη!

Εδάφιο 41

«Άλλη είναι η λαμπρότης του ηλίου, άλλη της σελήνης και άλλη η λαμπρότης των αστέρων, διότι αστέρι από αστέρι διαφέρει κατά την λαμψιν».

Ακόμα και στην περίπτωση των όντων που έχουν τόσο μεγάλη φυσική ομοιότητα (στην ουσία και την μορφή), εάν τα παρατηρήσουμε με κάποια προσοχή, ανακαλύπτομε διαφορές μεταξύ τους, που μαρτυρούν για τα άπειρα πλούτη του Θείου έργου, και την απεριόριστη ακτίνα της δύναμης Του. Τι διαφορά μεταξύ της ζωογόνου λαμπρότητας του ηλίου σε μιά καθαρή ημέρα, και του απαλού φεγγαρόφωτος! Μεταξύ της γαλήνιας ομορφιάς του φεγγαριού, και των παιγνιδιάρικων σπινθηρισμών των άστρων! Αλλά και στα ίδια τα άστρα, πόσες διαφορές μεταξύ τους σαν τα κυττάς με τηλεσκόπιο!

Άνοιξε τα μάτια σου, και καθώς βλέπεις τόσο πολλές διαφορετικές λαμπρότητες να λάμπουν στους ουρανούς, τότε θα σταματήσεις να ρωτάς, «Με τι σώμα θ” αναστηθούν;», σαν να έχει όρια η δύναμη του Θεού. Θα καταλάβεις πόσο άπειρες είναι οι πηγές της Θείας δύναμης. Άρα έχει την δύναμη να δώσει στους εκλεκτούς Του ένα σώμα τελείως διαφορετικό απ” το γήινο τους σώμα.

Ίσως, αναφέροντας αυτές τις διαφορές στην λαμπρότητα, να θέλει ο Λόγος του Θεού να μας υποδηλώσει και την διαφορά στην δόξα που θα υπάρχει μεταξύ των σωμάτων των αναστημένων, ανάλογα με τον βαθμό της ηθικής τελειότητας που θα έχουν φθάσει.

Και τώρα η διαφορά στην φύση μεταξύ του παρόντος και του σώματος της ανάστασης:

Εδάφια 42,43

«Ούτω και η ανάστασις των νεκρών, σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία. Σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη. Σπείρεται εν ασθενεία, εγείρεται εν δυνάμει».

«Έτσι είναι και με την ανάστασιν των νεκρών. Εκείνο που σπέρνεται είναι φθαρτόν, εκείνο που ανασταίνεται άφθαρτον. Σπέρνεται άδοξον, ανασταίνεται ένδοξον, σπέρνεται εις κατάστασιν αδυναμίας, ανασταίνεται εις κατάστασιν δυνάμεως».

Η δεύτερη ερώτηση που είχε τεθεί ήταν: «Τι είδους σώμα θα προκύψει απ” την ανάσταση;» Εδώ είναι η απάντηση: Το καινούργιο σώμα της ανάστασης δεν θα είναι η επανεμφάνιση του σώματος που πέθανε, αλλά θα έχει τα χαρακτηριστικά ενός εντελώς αντιθέτου είδους.

Εδώ βλέπομε τον Λόγο του Θεού να συγκρίνει την γήινη ζωή μας με τον καιρό της σποράς, και την αιωνιότητα με τον καιρό της συγκομιδής. Γιά να υπάρξει συγκομιδή, πρέπει να υπάρξει πρώτα σπορά, πρέπει πρώτα δηλαδή να εμφανισθεί, να υπάρξει τούτο το γήινο σώμα.

Τέσσερις είναι οι φάσεις, τα στάδια, γιά να ολοκληρωθεί τούτη η σπορά. Τούτες τις φάσεις ο Λόγος του Θεού τις ονομάζει «σπορές».

α) Όλα ξεκινάνε εκείνη ακριβώς την στιγμή που αυτή η «πνοή ζωής», η «ψυχή» μεταβιβάζεται και εγκαθίσταται μέσα στο φυσικό σπέρμα, που πρόκειται τώρα ν” αρχίσει την ανάπτυξη του, γιά να γίνει το υλικό όργανο που θα την υπηρετήσει, καθώς αυτή σε λίγο θα κάνει την εμφάνιση της μέσα στον υλικό κόσμο. Είναι η πρώτη σπορά, που αναφέρεται στο εδάφιο 44: «Σπείρεται σώμα ψυχικόν«.

β) Η δεύτερη φάση, «σπορά» όπως μας την ονομάζει ο Λόγος του Θεού, είναι η στιγμή της γέννησης του βρέφους: «Σπέρνεται εις κατάστασιν αδυναμίας«. Ολοκληρωτική αδυναμία καθώς το βρέφος εισέρχεται στην ζωή. Εάν άλλοι δεν το φροντίσουν, δεν θα προχωρήσει στην ζωή.

γ) «Σπείρεται εν ατιμία», «σπείρεται άδοξον«. Στο Φιλιππησίους Γ21 το ονομάζει, «το σώμα της ταπεινώσεως μας«. Είναι, καθώς μεγαλώνει και ωριμάζει στην γη, αγκαλιά με τα βάσανα, που ήδη εργάζονται την αποσύνθεση του. Έχει μέσα του όλα εκείνα τα στοιχεία που θα το ταπεινώσουν και θα το μαράνουν, αφού λάμψει γιά λίγο.

δ) Τέλος, «σπείρεται εν φθορά«. Λίγο πριν αρχίσει η σήψη, ενταφιάζεται στην γη. (Αυτό που λέμε θάνατο, και θρηνούμε, δεν είναι παρά η ολοκλήρωση της σποράς. – Κλαίει ο γεωργός που σπέρνει, γιατί έχασε τον σπόρο;)

Εδώ ολοκληρώθηκε η σπορά. Άρχισε με την πρώτη εμφάνιση της ύπαρξης, τέλειωσε με την παράδοση αυτού του σώματος στην γη.

Τι θα προκύψει τώρα απ” την συγκομιδή; Ας το δούμε αναλυτικά:

α) «Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία»: Δηλαδή, το σώμα που θα προκύψει απ” την ανάσταση είναι απηλλαγμένο από αρρώστειες, φθορά, μαρασμό και θάνατο.

β) «Σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη«: Είναι απηλλαγμένο απ” τις καθημερινές αδυναμίες του παρόντος σώματος, και ακτινοβολεί με την λαμπρότητα της τέλειας ζωής.

γ) «Σπείρεται εν ασθενεία, εγείρεται εν δυνάμει»: Είναι προικισμένο με απεριόριστη δύναμη να ενεργεί.

Όλες τούτες οι διαφορές οφείλονται στην διαφορά ακριβώς της ουσίας μεταξύ των δύο αυτών σωμάτων. Το μεν πρώτον είναι σώμα «ψυχικόν«, το δεύτερο, «πνευματικόν«. Ας δούμε τι εννοεί ο Λόγος του Θεού με αυτούς τους δύο όρους:

Εδάφιον 44

«Σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. Έστι σώμα ψυχικόν, και έστι σώμα πνευματικόν».

«Σπέρνεται σώμα ψυχικόν, ανασταίνεται σώμα πνευματικόν. Υπάρχει σώμα ψυχικόν, υπάρχει και σώμα πνευματικόν».

«Σώμα ψυχικόν«: Είναι ένα σώμα, που δεν είναι της ιδίας ουσίας με την ψυχή – γιατί τότε θα ταυτιζόταν με την ψυχή – αλλά που σχηματίζεται υπό και γιά μιά ψυχή, και έχει σαν προορισμό να την υπηρετήσει σαν όργανο.

«Σώμα πνευματικόν«: Είναι και αυτό ένα σώμα, που δεν είναι της ιδίας ουσίας με το πνεύμα (δεν είναι πνευματικής φύσης) – γιατί τότε δεν θα μιλούσαμε γιά σώμα – αλλά ένα σώμα που σχηματίζεται από και γι” αυτή την βασική αρχή ζωής, που είναι το πνεύμα, και που θα είναι τέλεια κατάλληλο γιά την υπηρεσία αυτού του πνεύματος.

Όπως η ψυχή δεν δημιουργεί την ουσία του ζωικού σώματος μέσα στο οποίον κατοικεί, αλλά την βρίσκει ήδη προετοιμασμένη σ” έναν οργανισμό που υπάρχει από πριν (το σπέρμα), έτσι και το πνεύμα δεν δημιουργεί το πνευματικό σώμα. Εάν το δημιουργούσε από μόνο του, δεν θα υπήρχε καμμία συνέχεια μεταξύ αυτού του πνευματικού σώματος, και του γηίνου που σπέρνεται γιά να φυτρώσει το προηγούμενο. Αλλά τί κάνει: Παίρνει ένα σπέρμα, ένα «κάτι», που απελευθερώνεται από το παρόν σώμα, και το αναγκάζει ν” ανοίξει, να ξεκινήσει, όπως η ψυχή αναγκάζει το σπέρμα, ευθύς ως ενωθεί μαζί του, ν” αρχίσει την ανάπτυξη του. Με μιά διαφορά όμως. Τούτο το σπέρμα, κάτω από την ένωση του με το πνεύμα, δεν επιστρέφει πάλι στον κύκλο της προηγουμένης του ύπαρξης, όπως γίνεται στην γέννηση των φυτών και των ζώων (σπόρος-φυτό-σπόρος-φυτό), αλλά αρχίζει έναν τρόπο ύπαρξης απείρως ανώτερο από τον παλαιό.

Ο νόμος των όντων που ανήκουν στην φύση είναι να περιστραφούν ομοιόμορφα στον ίδιο κύκλο. Το προνόμιο της πνευματικής ύπαρξης είναι να ξεπεράσει, να σπάσει αυτόν τον σιδερένιο κύκλο, και να υψωθεί απ” την φυσική φάση, σε μιά ψηλότερη σφαίρα. Το φυσικό στάδιο γιά μιά πνευματική ύπαρξη δεν είναι παρά το μέσον γιά να φθάσει σε κείνη την υψηλότερη σφαίρα, που είναι ο αντικειμενικός της σκοπός, ο στόχος της. Να η διαφορά του ζώου από τον άνθρωπο. Το ζώο έχει σαν σκοπό να γυρίζει γύρω απ” αυτόν τον κύκλο της φυσικής κατάστασης, απλώς ν” αναπαράγεται. Γιά τον άνθρωπο, τούτη η φυσική κατάσταση είναι απλώς το σκαλοπάτι ν” ανέβει πιό ψηλά, σε μιά άλλη σφαίρα.

Έχουμε ψυχικά όντα με ψυχικά σώματα, και πνευματικά όντα με πνευματικά σώματα. Τούτες οι δύο κατηγορίες έχουν τελείως διαφορετικό τρόπο ύπαρξης.

Η ψυχή είναι απλώς μιά πνοή ζωής προικισμένη με ένα ορισμένο μέτρο δύναμης, ικανή να παίρνει υλική ουσία που είναι στην διάθεση της, και να την μετατρέπει σε όργανο της (το σώμα), γιά μιά ορισμένη περίοδο χρόνου, έως την στιγμή που αυτό πλέον δεν προσφέρεται γιά να το χρησιμοποιήσει.

Το χαρακτηριστικό του «πνεύματος» είναι ότι κατέχει μιά ζωή που συνεχώς ανανεώνεται, κατά την διάρκεια που ενεργεί και μεταδίδεται, (π.χ. όσο προσφέρεις έργο αγάπης θεϊκής, τόσο ανανεώνεσαι, παρόλο που προσφέρεις). Ας θυμηθούμε τα λόγια του Κυρίου στην Σαμαρείτισσα: «Εκείνος όμως που θα πιή από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω, θα γίνη μιά εσωτερική πηγή νερού που θα αναβρύη εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάννης Δ14).

Σε μιά νέα κατάσταση πραγμάτων που θα έλθει, το πνεύμα, αφού βγάλει μέσα απ” το γήινο σώμα ένα όργανο προσαρμοσμένο στην φύση του, θα ανανεώνει αιωνίως την δύναμη και την δόξα του.

Το γήινο σώμα πολύ συχνά είναι γιά την ψυχή που κατοικεί μέσα του φορτίο και εμπόδιο. Το πνευματικό σώμα όμως θα είναι ένα πειθήνιο όργανο στο πνεύμα, που θα εκπληροί τις επιθυμίες και τις σκέψεις του με ανεξάντλητη δύναμη ενεργείας, όπως και τώρα βλέπομε τον καλλιτέχνη να χρησιμοποιεί με θαυμαστή ελευθερία τα δάκτυλα του, ή τις φωνητικές του χορδές, δίνοντας μας έτσι μιά εικόνα, έστω και πολύ πτωχή, της τέλειας πνευματικοποίησης του σώματος.

Η ύλη κάτω από την ενέργεια του πνεύματος υψώνεται και αυτή σε μιά θαυμαστή κατάσταση. Γιά να καταλάβουμε τι μπορεί να είναι η πνευματοποιηθείσα ύλη, ας θεωρήσουμε το ανθρώπινο μάτι, εκείνον τον ζωντανό καθρέπτη στον οποίον εκφράζονται, μ” έναν τρόπο τόσο ζωντανό και δυνατό, όλα τα συναισθήματα της ψυχής. Να ένα μικρό παράδειγμα των δυνατοτήτων της ύλης. Το αναστημένο, επίσης, σώμα του Κυρίου μας μας δίνει μιά ιδέα. Ούτε ο χρόνος, ούτε τα φυσικά εμπόδια το περιόριζαν.

Έτσι παίρνουμε μιά ιδέα της δόξας ενός αναστημένου σώματος. Παραπέρα δεν μπορούμε να πάμε. Ένα «πνευματικό σώμα», που είναι το αναστημένο σώμα, είναι ένα από εκείνα τα πράγματα που «μάτι ανθρώπου δεν είδε, αυτί δεν άκουσε, και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκαν, και τα οποία ο Θεός ετοίμασε γι” αυτούς που αγαπά».

Να διευκρινήσουμε εδώ ότι το «πνεύμα«, η μελλοντική βασική αρχή της ζωής του σώματος, δεν είναι κατ” ευθείαν το Πνεύμα του Θεού. Είναι το πνεύμα, το ανώτερο στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά που ενεργεί σε ένωση με το Άγιο Πνεύμα. Ο άνθρωπος αποτελείται από το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα, που είναι το όργανο της ψυχής μέσω του οποίου αντιλαμβάνεται και επικοινωνεί με τον Θείο κόσμο.

«Υπάρχει», λοιπόν, «σώμα ψυχικόν, υπάρχει και σώμα πνευματικόν«. Γιά να υποστηρίξει τούτη την θέση, γιά την ύπαρξη αυτών των δύο ειδών σωμάτων, ο Παύλος ανατρέχει, που αλλού, στην Γραφή.

Εδάφιο 45

«Ούτω και γέγραπται, εγένετο ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν. Ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν».

«Έτσι είναι και γραμμένον: Έγινε ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, ον ζωντανό. Ο τελευταίος Αδάμ πνεύμα που δίνει ζωήν».

«Εγένετο«: Πρώτα πλασθηκε η μορφή με πηλό, μετά τούτο το σώμα έλαβε την μετάδοση της Θείας πνοής, και έτσι έλαβε την μορφή της ύπαρξης, που είχε προορισθεί προσωρινά γι” αυτόν. Έτσι ξεκίνησε ο άνθρωπος, στην πρώτη την προσωρινή του κατάσταση, «ψυχή ζώσα». Είναι η ψυχική κατάσταση, ένα όριο που από μόνος του δεν μπορεί να το ξεπεράσει. Τούτη η ψυχική κατάσταση είναι απλώς η αφετηρία. Χρειάζεται όμως πάλιν μιά δημιουργική ενέργεια εκ μέρους του Θεού, γιά να προχωρήσει στην δεύτερη, την πνευματική κατάσταση, που είναι ο στόχος, να γίνει δηλαδή ο τελικός, ο έσχατος άνθρωπος.

(Εδώ να πούμε και τούτο: Πριν έλθει στην ύπαρξη η ψυχή, είναι εν δυνάμει στο ανδρικό σπέρμα, όπως σ’ ένα σπόρο σταριού περιέχοντα όλα τα μελλοντικά σπόρια. Υπήρχε εν δυνάμει στην ψυχή του πρώτου ανθρώπου, και μεταδίδεται μαζί με την ουσία του σώματος. Ο Λευί ήταν στην οσφύ του πατέρα του Αβραάμ, έτσι έδωσε δέκατο στον Μελχισεδέκ.

Η ψυχή φέρει μέσα της μια δύναμη να γεννά και ν’ αναπαράγεται, που έχει προέλευση την ευλογία του Θεού: «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» (;)).

Κατά την άποψη της Γένεσης, λοιπόν, η έκφραση «ψυχή ζώσα«, δηλώνει, το τέλος, τον στόχο της πρώτης δημιουργίας του ανθρώπου. Κατά την άποψη όμως των όσων μελετάμε εδώ, είναι απλώς το πρώτο στάδιο, απλώς ένα στάδιο αναμονής.

«Εγένετο», λοιπόν, «ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν«, και σταμάτησε εκεί. Έχομε όμως και συνέχεια: «Ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν«. «Έσχατος Αδάμ» είναι ο Ιησούς Χριστός.

Γιατί Τον ονομάζει Αδάμ; Γιατί σαν τον Αδάμ είναι και Αυτός αρχηγός γένους ανθρώπων. Και γιατί Τον ονομάζει «έσχατον»; Γιατί αποστολή Του είναι να φέρει την ανθρωπότητα στο τελευταίο, στο έσχατο της στάδιο.

Ο πρώτος Αδάμ, ακολουθόντας μιά διαδικασία, «εγένετο εις ψυχήν ζώσαν«. Ο έσχατος Αδάμ, ακολουθόντας πάλιν μιά διαδικασία, «εγένετο εις πνεύμα ζωοποιούν«. Και οι δύο αυτές είναι ανθρώπινες καταστάσεις. Η δεύτερη είναι η τέλεια, ο στόχος, που ευθύς ως εμφανίστηκε εδώ κάτω ανάμεσα μας, άρχισε να την πραγματοποιεί εις τον εαυτόν του ο έσχατος Αδάμ. Εκεί τώρα έχει φθάσει. Είναι ο άνθρωπος φτασμένος στην τελική του κατάσταση, που ονομάζεται «πνεύμα ζωοποιούν«. Ξεκίνησε από «ψυχή ζώσα«, εκεί που βρίσκονται τώρα οι άλλοι άνθρωποι, οι απόγονοι του Αδάμ.

Εδώ έχουμε τον όρον «πνεύμα ζωοποιούν», σε αντιπαράθεση με τον όρο «ψυχή ζώσα». Τι να δηλώνει άραγε; «Πνεύμα ζωοποιούν» δηλώνει, όπως και το «ψυχή ζώσα«, μιά ύπαρξη που ζει, αλλά επί πλέον είναι ικανή να δίδει ζωήν. Μιά ύπαρξη που ενώ συνεχώς ανανεώνεται από μόνη της, ταυτόχρονα μεταδίδει και ζωή σε κείνο το οποίο διεισδύει: «Μιά πηγή ύδατος αναβλύζοντος εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάννης Δ14). Και μιά πηγή νερού, όχι μόνον δεν αδειάζει, αλλά συνεχώς ξεχυλά και ποτίζει, ζωογονόντας ό,τι είναι γύρω της. Αν μπορούμε να το πούμε έτσι, η ψυχή είναι το αντικείμενο, η έδρα της ζωής. Το πνεύμα είναι η πηγή της ζωής. Να θυμηθούμε αυτό που λέγει ο Κύριος στο Ιωάννης ΣΤ63: «Το Πνεύμα είναι εκείνο που δίνει ζωή«. Αυτή είναι η ουσία του πνεύματος.

Εδώ, στο συγκεκριμένο κείμενο που μελετάμε, λέγοντας «ζωοποιούν«, ο Λόγος του Θεού εννοεί την ενέργεια εκείνη του πνεύματος πάνω στο σώμα, το οποίον το υπηρετεί σαν όργανο του. Δεν εννοεί την πνευματική ζωή που μεταδίδει το πνεύμα. Να τι ακριβώς γίνεται: Η ψυχή κρατά γιά ορισμένον χρόνο ζωντανό το σώμα, οδηγόντας το και κινόντας το. Το πνεύμα κάνει κάτι περισσότερο: Το ζωοποιεί, μεταδίδοντας του συνεχώς και γιά πάντα καινούργια δύναμη και νειότη.

Άραγε, πότε, σε ποιό σημείο της ζωής Του ο Κύριος έφθασε να γίνει «πνεύμα ζωοποιούν»; Κατ” αρχάς το ρήμα «εγένετο» μας οδηγεί να συμπεράνωμε ότι επρόκειτο γιά μιά ολόκληρη διαδικασία, και όχι γιά κάτι που έγινε με μιάς, αυτομάτως.

Απ” την στιγμή της ενσάρκωσης άρχισε μέσα στον Κύριο η αυξανομένη και ζωοποιούσα ενέργεια του Πνεύματος πάνω στο σώμα. Αυτή η ενέργεια ανεστάλη γιά λίγο με την θεληματική υποταγή Του στην δύναμη του θανάτου, γιά να ξεσπάση ένδοξα κατά την ανάσταση Του. Και εδώ όμως μέχρι ενός ορισμένου μέτρου, γιατί οι εμφανίσεις Του αμέσως μετά την ανάσταση αποδεικνύουν ότι ακόμα το σώμα Του έφερνε στοιχεία του ψυχικού σώματος, αν και ήταν ήδη, μέχρι έναν ορισμένον βαθμό, μεταμορφωμένο.

Αυτή η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε στην Ανάληψη Του. Εκεί φόρεσε το «πνευματικό σώμα», με το οποίον εμφανίσθηκε στον Παύλο, στον δρόμο προς την Δαμασκό. Διαβάζουμε το Ρωμαίους Η11: «Εάν το Πνεύμα εκείνου, ο οποίος ανέστησε τον Ιησούν εκ νεκρών, κατοική μέσα σας, τότε εκείνος που ανέστησε τον Ιησούν εκ νεκρών, θα δώση ζωήν και εις τα θνητά σώματα σας διά του Πνεύματος Του που κατοικεί μέσα μας».

Υπάρχει, λοιπόν, ένα άλλο σώμα, τελείως διαφορετικό απ” το γήινο σώμα, τούτο και σύντομα θα φορέσουμε.

Εδώ όμως έρχεται, πολύ φυσιολογικά, μιά ερώτηση: Αφού ο Θεός θέλει στο κάθε τι να κάνει το τέλειο, γιατί άρχισε με την ψυχική κατάσταση, και καθυστέρησε τόσο πολύ να χορηγήσει την πνευματική κατάσταση, που είναι η ανώτερη, η τέλεια;

Υπάρχει ένας νόμος που καθόρισε την σειρά που ακολούθησε ο Θεός – ο Θεός πάντα ενεργεί σε συμφωνία με τους νόμους που ο Ίδιος έχει θεσπίσει. Ο Παύλος στην συνέχεια, περιορίζεται να μας αναφέρει αυτή την σειρά, χωρίς να την εξηγεί.

Εδάφιο 46

«Αλλ” ου πρώτον το πνευματικόν, αλλά το ψυχικόν, έπειτα το πνευματικόν»

«Δεν είναι όμως πρώτον το πνευματικόν αλλά το ψυχικόν, έπειτα το πνευματικόν».

Υπάρχει ένας γενικός κανόνας, πρώτα το ψυχικό, το φυσικό, μετά το πνευματικό. Τούτος ο κανόνας έχει εφαρμογή και στο σώμα. Πρώτα το ψυχικό, μετά το πνευματικό.

Εδάφιο 47

«Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού».

«Ο πρώτος άνθρωπος επλάσθηκε από την γην, γήινος, ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι από τον ουρανόν».

Στην ψυχική κατάσταση που πρέπει να έλθει πρώτη, εκεί αντιστοιχεί το γήινο σώμα του πρώτου ανθρώπου.

Στην πνευματική κατάσταση, που έρχεται δεύτερη, εκεί αντιστοιχεί το ουράνιο σώμα του δευτέρου Αδάμ. Γιατί αυτό; Γιατί το σώμα θα πρέπει αναγκαστικά να είναι προσαρμοσμένο στον τρόπο ζωής αυτού του οποίου αποτελεί όργανο.

Πότε ο Κύριος απέκτησε αυτό το ουράνιο σώμα; Στην ανάληψη Του. Μέχρι τότε είχε κι Αυτός εδώ στην γη το γήινο σώμα, που είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται. (Το ότι ακόμα δεν είχε πάρει το πνευματικό σώμα, αλλά ευρισκόταν σε μιά ενδιάμεση κατάσταση, φαίνεται απ” αυτό που είπε στην Μαρία την Μαγδαληνή μετά την ανάσταση: «Μη με εγγίζεις, διότι δεν ανέβηκα ακόμη εις τον Πατέρα μου…ειπέ προς αυτούς, αναβαίνω…») (Ιωάννης Κ17).

Με αυτό, το πνευματικό σώμα πρόκειται να εμφανισθεί στην Παρουσία Του.

Πότε και μεις θα πάρωμε αυτό το ουράνιο σώμα; Διαβάζομε στο Φιλ. Γ20,21: «Η πατρίδα όμως η δική μας είναι εις τους ουρανούς, απ” όπου περιμένομεν Σωτήρα τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος θα μεταμορφώση το σώμα της ταπείνωσης μας (ταπεινό σώμα), ώστε να λάβη την ίδια μορφή προς το ένδοξον σώμα του, με την δύναμιν με την οποίαν δύναται και να υποτάξη τα πάντα εις τον εαυτόν του».

Βλέπομεν λοιπόν, όσον αφορά τους επικεφαλής των δύο ομάδων της ανθρωπότητας, πρώτα ήλθε ο γήινος, ο φυσικός, ο ψυχικός, μετά ο επουράνιος, ο πνευματικός. Είναι εφαρμογή του γενικού κανόνα που μας ανέφερε το εδάφιο 46: «Πρώτα το ψυχικό, μετά το πνευματικό«. Το ίδιο ισχύει και γιά τις δύο ανθρωπότητες που προέρχονται απ” αυτούς:

Εδάφιο 48

«Οίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι.»

«Όπως ήτο εκείνος ο γήινος άνθρωπος, τέτοιοι είναι οι γήινοι, και όπως είναι ο επουράνιος, τέτοιοι είναι και οι επουράνιοι».

Το κάθε ένα από τα δύο γένη της ανθρωπότητας φέρει ακριβώς τα χαρακτηριστικά του επί κεφαλής, απ” τον οποίον προήλθε. Επομένως:

Εδάφιο 49

«Και καθώς εφορέσαμε την εικόνα του χοϊκού, φορέσομεν και την εικόνα του επουρανίου».

«Και όπως εφορέσαμεν την εικόνα του γηίνου, θα φορέσωμεν και την εικόνα του επουρανίου».

Αυτό θα γίνει σε συμφωνία με τον κανόνα: «Πρώτα το ψυχικό, μετά το πνευματικό».

Πότε θα γίνει αυτό; Κατά την Παρουσία του Κυρίου. Εκεί θα διαχωρισθεί το Αδαμικό μας παρελθόν, απ” το Μεσσιανικό μας μέλλον.

Σε όλη την γήινη ζωή μας, ακόμα και μετά την μεταστροφή μας στον Χριστό, φέρωμε έως το τέλος την εικόνα του ανθρώπου που ελήφθη απ” το χώμα, όπως ακριβώς δημιουργήθηκε απ” την αρχή. Όταν ο Κύριος εμφανισθεί, θα αποβάλλωμε αυτή την κληρονομιά. Λέγει στο Α’ Ιωάννη Γ2: «Αγαπητοί, τώρα είμεθα τέκνα Θεού και έτι δεν εφανερώθη τι θέλομεν είσθαι& εξεύρομεν όμως, ότι, όταν φανερωθή, θέλομεν είσθαι όμοιοι με αυτόν& διότι θέλομεν ιδεί αυτόν καθώς είναι». Εκείνη την θαυμαστή ώρα, από γυιοί και κληρονόμοι του Αδάμ, θα γίνομε γυιοί και κληρονόμοι του Θεού, επομένως ακριβώς όμοιοι με τον Κύριο, θα φορέσουμε το δικό Του ουράνιο σώμα, (κάτι που ήδη έχει αρχίσει να γίνεται – τότε αυτός ο μετασχηματισμός θ” αγκαλιάσει όλη μας την ύπαρξη).

Έτσι ο Λόγος του Θεού μας έχει απαντήσει σε δύο ερωτήσεις, όσον αφορά την ελπίδα της ανάστασης: α) Πως θα πραγματοποιηθεί αφού το σώμα μετά τον θάνατο θα έχει αποσυντεθεί; Απάντηση: Ακριβώς μέσω αυτού του θανάτου και της αποσύνθεσης.

β) Με τι σώμα θα εμφανισθούν οι αναστημένοι; Απάντηση: Με ένα σώμα ακριβώς όμοιο με αυτό που ο Κύριος έχει τώρα. Ένα σώμα κατάλληλο στην νέα κατάσταση ύπαρξης που θα βρεθούν, όπως τούτο που έχουν τώρα είναι κατάλληλο να τους υπηρετεί στην παρούσα τους κατάσταση.

Μένει τώρα το θέμα γιά τους πιστούς που θα βρεθούν ζωντανοί όταν ο Κύριος εμφανισθεί. Τι θα γίνει μ” αυτούς; Αυτό θα μας αναπτύξουν τα εδάφια 50-52.

Εδάφιον 50

«Τούτο δε φημί αδελφοί, ότι σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύναται, ουδέ η φθορά την αφθαρσίαν κληρονομεί».

«Σας λέγω τούτο, αδελφοί: Ότι σάρκα και αίμα δεν μπορούν να κληρονομήσουν την βασιλείαν του Θεού, ούτε η φθορά κληρονομεί την αφθαρσίαν».

Τούτο είναι μιά βασική αλήθεια, ένας γενικός νόμος. Εδώ θα βρούμε την απάντηση στην νέα μας ερώτηση, «τι θα γίνει με τους πιστούς που θα ζουν κατά την παρουσία του Κυρίου;»

«Σαρξ και αίμα»: Είναι τούτος ο ψυχικός οργανισμός, τούτο το φυσικό σώμα, που έχομε τώρα. Το «σάρκα» αναφέρεται στην ουσία του. Το «αίμα» αναφέρεται στην ζωή που το κινεί. Ο Λόγος του Θεού μας λέγει ότι η έδρα της ζωής είναι το αίμα.

Εκείνο που μας λέγει εδώ είναι, ότι δεν είναι δυνατόν να συμμετέχουμε σε κείνη την τέλεια κατάσταση πραγμάτων που ονομάζεται «Βασιλεία του Θεού«, ντυμένοι μ” ένα σώμα τέτοιας φύσης. Γιατί: α) Ένα τέτοιο σώμα θα ήταν κάλυμμα που θα μας εμπόδιζε να δούμε το πρόσωπο του Θεού.

β) Θα είναι αδύνατο να αντέξει τέτοιες συγκινήσεις, και γενικά τις νέες καταστάσεις.

γ) Θα είναι ακατάλληλο, πολύ «βαρύ», γιά να εκτελέσει τα έργα που πρόκειται να κάνωμε σ” αυτή την νέα κατάσταση.

«Ουδέ η φθορά κληρονομεί την αφθαρσία».

«Φθορά«, δηλώνει την σάρκα και το αίμα, στα οποία έχει ήδη αρχίσει η αποσύνθεση. Έτσι, ενώ η πρώτη πρόταση, «σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύναται», φαίνεται ν” αναφέρεται σε πιστούς, ζωντανούς κατά την Παρουσία, τούτη η δεύτερη στους πεθαμένους πιστούς. Όπως οι πρώτοι δεν μπορούν να κληρονομήσουν την Βασιλεία του Θεού, όσο φέρουν αυτό το σώμα, έτσι και τούτοι, όσο είναι κάτω από την εξουσία της φθοράς, δηλαδή, όσο δεν ανασταίνονται.

Συμπέρασμα λοιπόν: Τούτο το σώμα είτε ζωντανό, είτε μετά την αποσύνθεση του λόγω θανάτου, είναι αδύνατον να κληρονομήσει την Βασιλείαν του Θεού. Γιά να γίνει τούτο, θα πρέπει πρώτα να μεταμορφωθεί. Αυτό ακριβώς αναπτύσσεται στα επόμενα εδάφια:

Εδάφια 51,52

«Ιδού μυστήριον υμίν λέγω. Πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτει σάλπιγγι. Σαλπίσει γαρ και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι και ημείς αλλαγησόμεθα».

«Προσέξατε, σας λέγω ένα μυστήριον: Δεν θα πεθάνωμε όλοι, αλλά όλοι θα μεταβληθούμε, σε μιά στιγμή, σε μιά ματιά, κατά την τελευταίαν σάλπιγγα. Διότι θα σαλπίσει η σάλπιγγα, και οι νεκροί θα αναστηθούν χωρίς να υπόκεινται πλέον εις φθοράν και εμείς θα μεταβληθούμε».

Ας το διαβάσωμε και από την Α” Θεσσ. Δ15-17: «Διότι σας λέγωμεν επί τη βάσει του λόγου του Κυρίου τα εξής, ότι εμείς οι ζώντες που θα παραμείνωμεν μέχρι της ελεύσεως του Κυρίου, δεν θα φθάσωμεν πρωτύτερα από εκείνους που κοιμήθηκαν, διότι αυτός ο Κύριος με παράγγελμα, με φωνήν αρχαγγέλου και με σάλπιγγα Θεού θα κατεβή από τον ουρανόν και πρώτα οι νεκροί εν Χριστώ θα αναστηθούν, έπειτα εμείς όσοι ζούμε, οι οποίοι απομένομεν, θα αρπαχθούμε μαζί με αυτούς μέσα σε νεφέλες προς προϋπάντησιν του Κυρίου εις τον αέρα, και έτσι θα είμεθα πάντοτε με τον Κύριο».

Τι λέγει εδώ ο Λόγος του Θεού: Δεν θα πεθάνωμε όλοι, – θα υπάρχουν πιστοί που θα ζουν όταν έλθει ο Κύριος, – αλλά όλοι θα απαιτηθεί να μετασχηματισθούν: Οι ζώντες πιστοί διά μεταμορφώσεως, οι αποθανόντες διά αναστάσεως. Διότι είναι αδύνατον να εισέλθουν στο βασίλειο της δόξης με αυτό το γήινο σώμα, που υπόκειται στην φθορά.

Με το σάλπισμα, μας λέγει ο Λόγος του Θεού, θα γίνουν ταυτόχρονα δύο ενέργειες, η αποκατάσταση των πεθαμένων πιστών, και η μεταμόρφωση των ζώντων πιστών.

Εδάφια 53,54

«Δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν. Όταν δε το φθαρτόν τούτο ενδύσηται αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσηται αθανασίαν, τότε γενήσεται ο λόγος ο γεγραμμένος, κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος».

«Διότι πρέπει αυτό που είναι φθαρτόν να ενδυθή την αφθαρσίαν και αυτό που είναι θνητόν να ενδυθή την αθανασίαν. Και όταν αυτό που είναι φθαρτόν ενδυθή την αφθαρσίαν και αυτό που είναι θνητόν ενδυθή την αθανασίαν, τότε θα εκπληρωθεί ο λόγος που είναι γραμμένος: Καταβροχθίσθηκε ο θάνατος και ενικήθηκε».

Όπως βλέπουμε εδώ, το καινούργιο σώμα δεν είναι παρά μιά συνέχεια του παλαιού. Η ψυχής μας, αυτό το αιώνιο στοιχείο, αλλάζει κάλυμμα. Το παλαιό, το φθαρτό φεύγει, και την θέση του παίρνει ένα άφθαρτο, αθάνατο. Και τούτο γίνεται σε μιά στιγμή χρόνου, με μιά ενέργεια της Θείας παντοδυναμίας.

Πως ξέρομε ότι θα γίνει; Είναι γραμμένο στην Γραφή. Δεν μπορεί να μην γίνει αυτό που λέγει η Γραφή: «Τότε γενήσεται ο λόγος ο γεγραμμένος«. Είναι γραμμένο στο Ησαϊα ΚΕ8. Ο προφήτης λέγει ότι, άπαξ και έλθει η Βασιλεία του Θεού, τότε όλα τα μέλη της, ζωντανοί και πεθαμένοι, θα υψωθούν μαζί στην ουράνια σφαίρα της αθανασίας. Την περιμένομε αυτή την στιγμή.

«Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος«: Δηλαδή, η ζωή απερρόφησε, καταβρόχθισε, κατενίκησε γιά πάντα τον εχθρό της τον θάνατο. Τίποτα πλέον στην ύπαρξη μας δεν θα μπορεί να το αγγίξει η φθορά. Θα υπάρχει μιά τέλεια εσωτερική ανθηρότης, δύναμη ζωής, που θα αποκλείει κάθε δυνατότητα εξωτερικής αποσύνθεσης.

Για το σώμα της ανάστασης έχομε και τις εξής αναφορές:

Ματθαίος ΙΓ43: «Τότε οι δίκαιοι θέλουσιν εκλάμψει ως ο ήλιος, εν τη βασιλεία του Πατρός αυτών». Το σώμα της ανάστασης θα έχει λάμψη.

Δανιήλ ΙΒ3: «Και οι συνετοί θέλουσιν εκλάμψει ως η λαμπρότης του στερεώματος. Και οι επιστρέφοντες πολλούς εις δικαιοσύνην, ως οι αστέρες, εις τους αιώνας των αιώνων».

Στην βασιλεία θα μοιρασθεί μαζί μας την δόξαν Του (Ιωάννης ΙΖ22).

Το σώμα της ανάστασης δεν θα προκαλεί βάρος, δεν θα το τυραννούν οι αρρώστειες, ούτε θα γίνεται αιτία πειρασμών για την ψυχή μας. Θα ενεργεί δε κατά την απόλυτη επιθυμία της θέλησης.

Μια ένδειξη για το πώς θα είναι το σώμα της ανάστασης μπορούμε να πάρουμε από το πώς ήταν το σώμα του Κυρίου κατά την μεταμόρφωση Του, πάνω στο όρος. Ο Λουκάς λέγει: «Άλλαξε η όψη του προσωπου Του», ο Ματθαίος: «Έλαμψε το πρόσωπόν Του όπως ο ήλιος». «Τα δε ρούχα του έγιναν λευκά όπως το φως». Ο Λουκάς λέγει: «Λευκά απαστράπτοντα«.

Στην συζήτηση με τους Σαδδουκαίους ο Κύριος είπε, (Ματθαίος ΚΒ 30):

«Διότι κατά την ανάστασιν ούτε νυμφεύονται ούτε παντρεύονται, αλλ” είναι όπως οι άγγελοι εις τον ουρανόν».

«Νυμφεύονται» οι άνδρες. «Υπανδρεύονται» οι γυναίκες. Στον Λουκά Κ34-36 ο Λόγος του Θεού συμπληρώνει: «Οι άνθρωποι του κόσμου τούτου νυμφεύονται και υπανδρεύονται, αλλ” εκείνοι που εκρίθησαν άξιοι να κερδίσουν τον κόσμον εκείνον και την ανάστασιν εκ νεκρών, ούτε νυμφεύονται ούτε υπανδρεύονται, ούτε είναι δυνατόν να πεθάνουν πλέον, διότι είναι ίσοι προς τους αγγέλους και είναι υιοί του Θεού, εφ” όσον είναι συμμέτοχοι της αναστάσεως» .

Ο Κύριος εδώ προφανώς μιλά για την ανάσταση των πιστών, την «ανάσταση των δικαίων«, όπως αναφέρει στο ΙΔ14.

Ο γάμος υπάρχει για να αναπληρώσει αυτούς που πεθαίνουν, μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός στο τραπέζι του γάμου, μέχρι να γεμίσει ο οίκος του Θεού. Τούτη η δημιουργία άπαξ και επιτελέσει τον σκοπό της, και δώσει όσους απαιτούνται, δεν υπάρχει πια ανάγκη για αναπαραγωγή.

Ο Κύριος δεν λέγει ότι οι άνθρωποι που θα δοξασθούν θα γίνουν άγγελοι – άγγελοι και άνθρωποι ανήκουν σε δύο διαφορετικές φύσεις, η μία δεν μπορεί να μετασχηματισθεί στην άλλη – αλλά ότι αυτοί θα γίνουν ίσοι με τους αγγέλους, και τούτο σε δύο σημεία, δεν θα πεθαίνουν, δεν θα παντρεύονται.

Τους αναστημένους ο Κύριος τους καλεί «υιούς του Θεού«, και το εξηγεί λέγοντας ότι είναι «υιοί της ανάστασης«. Οι άνθρωποι πάνω στην γη είναι γυιοί ο ένας του άλλου. Ο κάθε αναστημένος όμως είναι κατ” ευθείαν γυιός του Θεού, διότι το νέο σώμα του είναι ένα άμεσο έργο της Θείας παντοδυναμίας.

Τα αναστημένα σώματα δεν διαιρούνται σε φύλλα, άνδρες και γυναίκες. Εκεί θα είμαστε χωρίς φύλο, όπως οι άγγελοι.

Για την φύση του αναστημένου σώματος να πούμε και τούτο: Σαν τρυπησαν το σώμα του Κυρίου στον σταυρό, ο Ιωαννης ειδε να τρεχει αιμα και νερο απ” την πληγη. Γενικα οταν τρυπας ενα νεκρο σωμα, δεν βγαινει υγρο, εκτος εαν τρυπηθει καποιο απ” τα μεγαλα αγγεια. Αλλα και τοτε βγαινει ενα μαυρισμενο αιμα, καλυμμενο μ” ενα στρωμα ορου. Ο Ιωαννης ομως μας λεγει καθαρα οτι ειδε αιμα και νερο. Εαν δεν ειναι το υγρο που αναφεραμε προηγουμενως, και ειναι ετσι ακριβως οπως το αναφερει ο Ιωαννης, τοτε προκειται για ενα φαινομενο ανεξηγητο ιατρικως. Ισως κατι συνεβη εξω απ” τους φυσικους νομους. Ισως και να συνδεεται με την εξαιρετικη φυση ενος σωματος, που δεν το ειχε ποτε μολυνει η αμαρτια, και το οποιο εκινειτο εμπρος τωρα, προς την ανασταση, χωρις να εχει περασει μεσ” απ” την σηψη, η δαδικασια της οποιας αρχιζει την στιγμη του θανατου. Το σωμα ομως του Ιησου ειχε παρει ενα μονοπατι διαφορετικο απο κεινο του θανατου. Ειχε παρει το μονοπατι της δοξας. Ο «Αγιος του Θεου», στην απολυτη εννοια της λεξης, ητο εξω απ” την φθορα. Οπως ακριβως το αναφερει και στον Ψαλμο ΙΣΤ10, «Δεν θελεις εγκαταλειψει την ψυχη μου εν τω Αδη, ουδε θελεις αφησει τον Οσιον σου να ιδη διαφθοραν.» Ενω για τον καθε ανθρωπο, η στιγμη του θανατου του ειναι το ξεκινημα της αποσυνθεσης του σωματος, για τον Αγιο του Θεου ηταν το ξεκινημα της αποκαταστασης της ζωης σε τουτο το σωμα που ειχε εδω στην γη.

ΠΩΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Όταν κάποιος κοιμάται, είναι σαν να υπάρχει μια προσωρινή αποσύνδεση της ψυχής με το σώμα του. Και αρκεί κάποιος να φωνάξει, και αυτά τα δύο επανασυνδέονται. Όπως ο ανθρώπινος λόγος έχει την δυνατότητα να επανασυνδέσει αυτά τα δύο στον ύπνο, έτσι και ο Λόγος του Κυρίου έχει την δύναμη να αποκαταστήσει την διακοπείσα σύνδεση μεταξύ ψυχής και σώματος στον ύπνο του θανάτου.

Αυτό ακριβώς έγινε, για παράδειγμα, εκεί στο δωμάτιο της κόρης του Ιαείρου, σαν όλοι βγήκαν έξω, ήταν τότε που στάθηκαν αντιμέτωποι η ζωή και ο θάνατος. Και η ζωή είπε μόνον ένα λόγο, «κορίτσι σήκω επάνω», και ο θάνατος νικημένος έδωσε πίσω το θύμα του, το ωχρό πρόσωπο άρχισε να ροδίζει πάλι, (Λουκάς Ζ11-17).

Είναι και τούτη η σκηνή το προοίμιο και η εγγύηση της μεγάλης εκείνης ώρας που θα σημάνει κάποτε για όλη την ανθρωπότητα. Όπως τώρα εδώ έτσι και τότε, ο ίδιος λόγος θα ακουσθεί, έτσι απλά όπως ακούσθηκε και τώρα: «Άνθρωποι σηκωθείτε», και τα μνημεία θ” ανοίξουν, και η θάλασσα θα δώσει τους νεκρούς της, και ο Άδης και ο θάνατος θα δώσουν τους νεκρούς των (Αποκάλυψη Κ). Είναι η ώρα της γενικής ανάστασης. Θα μπορέσει να το κάνει; Ναι, γιατί ο Λόγος του Θεού λέγει γι” Αυτόν: «Καθώς ο Πατέρας σηκώνει τους νεκρούς και τους δίνει ζωή, έτσι και ο Υιός, ο Ιησούς Χριστός, σε όσους θέλει δίνει ζωή».

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΕ ΜΑΣ

Σύμφωνα με το Α’ Κορινθίους ΙΕ1-34, αν αρνηθούμε την δυνατότητα της ανάστασης του σώματος, τότε η ανάσταση του Χριστού, κατά την άποψη του Παύλου, πέφτει. Και εάν πέσει η ανάσταση του Χριστού γκρεμίζεται και όλο το οικοδόμημα της σωτηρίας μας. Αφού ο εγγυητής δεν βγήκε από την φυλακή, «είμαστε ακόμα στις αμαρτίες μας», δεν έχομε σωθεί. Και μια τέτοια αθανασία είναι πραγματικά να σε τρομάζει. Άρα, αφού είμαστε ακόμα στις αμαρτίες μας, εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε σωματικά, κοινωνία με τον ζώντα Χριστό πέραν του τάφου, δεν είναι δυνατή. Οπότε βασανιζόμαστε ν” αποκτήσωμε και να φέρωμε στην κατοχή άλλων μιά σωτηρία, που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί; Τότε είναι καλλίτερα ν” απολαύσωμε την ζωή ειρηνικά, έως ότου αποσυρθεί από μας.

Στο Ρωμαίους Δ25 θα μας πει: «Ος παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών».

«Ο οποίος παραδόθηκε εις θάνατον για τα παραπτώματα μας και αναστήθηκε δια την δικαίωσιν μας.»

«Ος παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών». Ίσως εδώ ο Παύλος με το «παρεδόθη» να θέλει να μας θυμίση την περιγραφή του υπηρέτη του Ιεχοβά, που αναφέρη ο Ησαϊας στο ΝΓ: «Η ψυχή του παρεδόθη εις θάνατον» (εδ. 12). Αυτός που παραδίδει, σύμφωνα με το Ρωμαίους Η32, είναι ο Ίδιος ο Θεός: «Ο οποίος δεν ελυπήθη τον υιόν του αλλά τον παρέδωσε για όλους εμάς.» Ο Απόστολος στο Γ25 μας έχει πει για ποιόν σκοπό ήταν αναγκαία αυτή η πράξη. Ήταν ανάγκη να αποκαλυφθεί φανερά η δικαιοσύνη του Θεού. Ο κάθε αμαρτωλός έπρεπε να φερθεί σε μια θέση τέτοια που να πει: «Κύττα τι μου άξιζε»! Έτσι αποκαλύφθηκε η δικαιοσύνη, και έγινε δυνατή η συγνώμη.

«Και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών». Κατά τον ίδιον τρόπον όπως ο Ιησούς πέθανε λόγω των παραπτωμάτων μας, λόγω δηλαδή της καταδίκης που μας άξιζε, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπον ανεστήθη λόγω της δικαίωσης μας που πραγματοποιήθηκε. Η αμαρτία μας Τον είχε οδηγήσει στον θάνατο. Η δικαίωση μας Τον ανέστησε. Πως όμως έτσι;

Άπαξ και επιτελέσθηκε η εξιλέωση των παραβάσεων μας με τον θάνατο Του, και αναγνωρίσθηκε το δίκηο της δικαιοσύνης του Θεού, ο Θεός θα μπορούσε τώρα ν” αναγγείλει την συλλογική απαλλαγή των μελλόντων να πιστεύσουν, και το έκανε. Μια απόφαση δικαίωσης υπέρ του ενόχου ανθρώπου αναγγέλθηκε πάνω στο αίμα της θυσίας. Η καταδίκη εξαλείφθηκε. Τώρα, εμπρός σ” αυτό το γεγονός, θα πρέπει αναγκαστικά να επιτελεσθεί μια αντίστοιχη αλλαγή στο πρόσωπο του Ιδίου του Χριστού. Δια του ιδίου νόμου της ενότητας δια του οποίου η καταδίκη μας Τον είχε οδηγήσει στον σταυρό, η δικαίωση μας πρέπει να μετασχηματίσει τον θάνατο Του σε ζωή. Όταν ο οφειλέτης αποδεικνύεται αφερέγγυος, ο εγγυητής του ρίχνεται μαζί του στην φυλακή. Αλλ” ευθύς ως αυτός ο τελευταίος καταφέρνει να πληρώσει το χρέος, ο οφειλέτης ελευθερώνεται νόμιμα, και μαζί του ελευθερώνεται και ο εγγυητής του, μια και αυτός δεν βαρύνεται με δικό του χρέος. Τέτοιος είναι ο δεσμός της ενότητας που σχηματίσθηκε απ” το σχέδιο του Θεού μεταξύ μας και του Χριστού. Το μέλλον μας είναι κυριολεκτικά συνυφασμένο με το δικό Του: Εμείς αμαρτάνομε, Αυτός πεθαίνει. Εμείς δικαιωνόμαστε, Αυτός ξαναζεί. Έτσι εξηγείται και το Α” Κορινθίους ΙΕ17: «Εάν δε ο Χριστός δεν έχει αναστηθή…ευρίσκεσθε ακόμα μέσα στις αμαρτίες σας.» Όσο ο εγγυητής είναι στην φυλακή, το χρέος δεν είναι πληρωμένο. Το άμεσο αποτέλεσμα της πληρωμής θα ήταν η αποφυλάκιση του. Ακριβώς το ίδιο, αν ο Ιησούς δεν ανασταινόταν, θα αγνοούσαμε αν το χρέος μας είχε εξοφληθεί, μάλλον θα είμασταν σίγουροι ότι δεν είχε. Η ανάσταση Του είναι η απόδειξη της δικαίωσης μας, μόνον και μόνον διότι είναι το αναγκαστικό αποτέλεσμα αυτής. Εάν στον νεκρό Χριστό η ανθρωπότητα χάνεται καταδικασμένη, στον αναστημένο Χριστό εμφανίζεται απαλλαγμένη από το χρέος της.

(Η άλλη ερμηνεία θα ήταν, «Ο οποίος παραδόθηκε για να απομακρύνη τα παραπτώματα μας και αναστήθηκε για να εξασφαλίσει την δικαίωση μας.»)

Και τώρα ποιό είναι το μέρος της πίστης της δικής μας σε σχέση με την ανάσταση, όταν αντιλαμβανόμαστε αυτή την τελευταία όπως αναπτύχθηκε πιο πάνω; Είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό της πίστης του Αβραάμ σε σχέση με την Θεία υπόσχεση. Ακούγοντας την υπόσχεση, ο Αβραάμ σταμάτησε να θεωρεί τον εαυτόν του όπως φαινόταν στα μάτια του, και άρχισε να τον βλέπει έτσι όπως τον έκανε η υπόσχεση. Έτσι και με την ανάσταση του Ιησού, άπαξ και αυτό το γεγονός επιτελέσθηκε, δεν πρέπει πλέον να δούμε τους εαυτούς μας όπως τούτοι παρουσιάζονται στην δική μας θέα, στη δική μας αντίληψη, αλλά όπως τούτο το γεγονός μας αποκαλύπτει ότι είμαστε, δικαιωμένοι. Και τούτο διότι αυτή η ανάσταση είναι η ενσάρκωση της δικαίωσης μας. Εάν ο θάνατος Του είναι η πληρωμή του χρέους μας, η ανάσταση Του είναι η βεβαίωση αυτής της πληρωμής.

Η δική Του ανάσταση είναι εγγύηση και για την δική μας. Το εγγυάται ο τρόπος σωτηρίας μας, που είναι η ένωση μαζί Του.

Το θεμελιο ολης της Χριστιανοσυνης ειναι η ανασταση του Ιησου Χριστου, ειναι αυτος ο ταφος που βρεθηκε αδειος. Ηταν ο πρωτος ταφος στην ιστορια της ανθρωποτητας που δεν μπορεσε να κρατησει το σωμα που ενταφιασθηκε εκει μεσα, γιατι τουτο αναστηθηκε. Και αφου αναστηθηκε ενα σωμα, τουτο ειναι εγγυηση και υποσχεση οτι θ” αναστηθουν και τα αλλα. Ο θανατος ενικηθηκε. Τουτος ο αδειος ταφος, αυτο ακριβως αποδεικνυει, την ηττα του θανατου.

Ας δούμε αναλυτικά, τι έρχεται σαν συνέπεια, αν αρνηθούμε την ανάσταση του Χριστού από το Α’ Κορ. ΙΕ 17,18:

«Εάν δε ο Χριστός δεν έχη αναστηθή, δεν έχει καμμίαν αξίαν η πίστις σας. Ευρίσκεσθε ακόμη μέσα εις τας αμαρτίας σας. Άρα και εκείνοι που επέθαναν με πίστιν εις τον Χριστόν, έχουν χαθή».

Αρνήσου την ανάσταση του Χριστού, και δεν υπάρχει πλέον σωτηρία εν Αυτώ.

Η λέξη «ματαία» δηλώνει την ματαιότητα του πράγματος από την άποψη των αποτελεσμάτων του, το άχρηστον του. Πίστη στην ανάσταση, που δεν βασίζεται σ” ένα πραγματικό γεγονός («κενή«), δεν μπορεί να προμηθεύσει γιά τον πιστό την σωτηρία που αναμένει («ματαία«). Η καταδίκη δεν μπορεί ν” απομακρυνθεί, παρά μόνον από τον εξιλαστήριον θάνατο του Ιησού, και ο εξιλασμός δεν θα είχε ποτέ λάβει χώρα, εάν το θύμα που τον επετέλεσε δεν είχε αποκατασταθεί στην ζωή. Όσο ο εγγυητής είναι μέσα στην φυλακή, θα πρέπει να εξαχθεί ως συμπέρασμα, ότι το χρέος δεν είναι πληρωμένο. Εάν λοιπόν ο Χριστός δεν άφησε την φυλακή του θανάτου, η δικαίωση μας δεν επετεύχθη με τον θάνατο Του. Και εμείς είμαστε ακόμη, εμείς οι πιστοί, όσο και οι άλλοι, καταδικασμένοι. Κάποιος, πολύ σωστά σημείωσε: «Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει το δόγμα της Γραφής, το σχετικό με την ανάσταση, εκτός εάν έχει καθαρά παρούσα στο μυαλό του την βαθειά και αδιάσπαστη σχέση που υπάρχει μεταξύ αμαρτίας και θανάτου.» Χριστός νεκρός, χωρίς ανάσταση, θα ήταν ένας καταδικασμένος, όχι ένας δικαιωμένος Χριστός. Πως θα μπορούσε τότε να δικαιώσει άλλους; Εξ αυτού, εκεί ακολουθεί αμέσως η καταστροφική συνέπεια που εξάγεται στο εδάφιο 18: Ο αιώνιος θάνατος εκείνων, που τους έχουν δει να πεθαίνουν ειρηνικά εις την πίστη του Χριστού.

Εδάφια 20-22

«Αλλά ο Χριστός πραγματικά αναστήθηκε εκ νεκρών, η πρώτη συγκομιδή των πεθαμένων. Επειδή διά μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, διά μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάστασις των νεκρών. Καθώς εν τω Αδάμ όλοι πεθαίνουν, έτσι και εν τω Χριστώ όλοι θα ζωοποιηθούν».

Οι λέξεις, «αλλά τώρα«, είναι, πράγματι, η κραυγή της απελευθέρωσης, μετά τον εφιάλτη μέσα στον οποίον είχε ο απόστολος φέρει τους αναγνώστες του, ανοίγοντας στην θέα τους την άβυσσο στην οποία θα βυθιζόμαστε με την άρνηση της ανάστασης.

Οι λέξεις «εκ νεκρών«, θα ήταν αρκετές να δείξουν ότι ο Παύλος σκέφτεται γιά την σωματική ανάσταση, διότι πνευματικώς, ο Χριστός ποτέ δεν ήταν μεταξύ των νεκρών.

«Απαρχή»: «Αναστήθηκε σαν απαρχή», και όχι να παραμείνει μόνον στην κατάσταση Του της δόξας. Ο Χριστός αναστημένος είναι, γιά το πλήθος των πιστών που θα αναστηθούν κατά την δική Του έλευση, ό,τι ένα ώριμο στάχυ, μαζεμμένο με το χέρι, είναι για την όλη συγκομιδή. Υπάρχει σ” αυτή την έκφραση μιά μακρυνή θύμιση της τελετής στην οποία ο απόστολος είχε, σαν Ιουδαίος, τόσο συχνά λάβει μέρος, στην προσφορά στον ναό του πρώτου χειρόβολου του χρόνου, σαν τον πρώτο καρπό της συγκομιδής. Αυτή η γιορτή ελάμβανε χώρα, κάθε χρόνο, την επομένη μετά το Πάσχα, την 16ην Νισσάν. Ο Κύριος αναστήθηκε το πρωί της 16ης Νισσάν.

Ο όρος «απαρχή» δικαιολογείται στο εδάφιο 21 («γαρ«).

Εδάφιον 21

«Διότι επειδή διά μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, διά μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάστασις των νεκρών«.

Στην έκφραση «απαρχή» υπενοείτο σιωπηρά η ιδέα μιάς κοινωνίας φύσης μεταξύ του Χριστού και ημών. Και τούτο διότι το στάχυ που συλλέγεται σαν απαρχή, είναι όμοιο (σιτηρό) σαν όλα τα υπόλοιπα. Αυτή είναι η ιδέα που ο απόστολος αναπτύσσει σ” αυτό το εδάφιο. Καθώς ήταν εξ αιτίας ενός μέλους της ανθρωπίνης οικογένειας που αυτή κτυπήθηκε με θάνατο, έτσι είναι υπό ενός μέλους της οικογένειας, που αυτή πρέπει να επιτύχει την ανάσταση. Ο Παύλος διακηρύσσει τούτη την ιδέα εδώ με εντυπωσιακή επιβλητικότητα. Διακηρύσσει ότι ο θάνατος και η ανάσταση είναι ανθρώπινα γεγονότα, δηλαδή, η αιτία τους ανήκει στον ίδιο τον άνθρωπο. Η ιδέα δεν είναι ακριβώς η ίδια σαν εκείνη που εκφράζεται στο Ρωμαίους Ε12, παρόλο που είναι στενά συνδεδεμένη με αυτή. Στην αναφορά της Ρωμαίους, η έμφαση είναι στο «εις«, σε αντίθεση με τους «πολλούς«: Ο ένας που ενέπλεξε τους πολλούς στον θάνατο του, και ο ένας που τους περιέκλεισε στην σωτηρία Του. Εδώ δεν υπάρχει κανένας «εις». Η έμφαση είναι πάνω στο «ανθρώπου«. Είναι η αληθινά «ανθρωπίνη» προέλευση αυτών των δύο αντιθέτων φάσεων στην ύπαρξη της ανθρωπότητας, που ο Παύλος επιθυμεί να φέρει στο φως. Υπό ανθρώπου επεβλήθη στους ανθρώπους υποταγή στον θάνατο. Υπό ανθρώπου, εκεί πρέπει να έλθει σ” αυτούς η δύναμη της ανάστασης πάλιν. Είναι γιά τον άνθρωπο να επανορθώσει το κακό που έγινε υπό του ανθρώπου.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ησαϊας ΚΣΤ19: «Οι νεκροί σου θέλουσι ζήσει, μετά του νεκρού σώματος μου θέλουσι αναστηθή. Εξεγέρθητε και ψάλλατε, σεις οι κατοικούντες εν τω χώματι& διότι η δρόσος σου είναι ως η δρόσος των χόρτων, και η γη θέλει εκρίψει τους νεκρούς».

Στον Ψαλμό ΙΖ15 ο Δαβίδ λέγει: «Εγώ δε εν δικαιοσύνη (δικαιωμένος) θέλω ιδεί το πρόσωπον σου& θέλω χορτασθή από της θεωρίας σου, όταν εξεγερθώ».

Στον Δανιήλ ο Κύριος είπε: «Αλλά συ ύπαγε, έως του τέλους& και θέλεις αναπαυθή, και θέλεις σταθή εν τω κλήρω σου εις το τέλος των ημερών» (ΙΒ13).`Ο κλήρος του Δανιήλ στο τέλος των ημερών είναι, προφανώς, ανάσταση προς ζωή.

Ο Ιώβ, σ’ ένα ξέσπασμα ελπίδας, είπε τούτα τα λόγια για την ανάσταση του σώματος: «Διότι εξεύρω ότι ζη ο Λυτρωτής μου, και θέλει εγερθή εν τοις εσχάτοις καιροίς επί της γης& και αφού μετά το δέρμα μου το σώμα τούτο φθαρή, πάλιν με την σάρκα μου θέλω ιδεί τον Θεόν& τον οποίον αυτός εγώ θέλω ιδεί, και θέλουσι θεωρήσει οι οφθαλμοί μου, και ουχί άλλος…» (ΙΘ25-27).

Προφητεία για την ανάσταση υπάρχει και στο Δανιήλ ΙΒ2: «Και πολλοί εκ των κοιμωμένων εν τω χώματι της γης θέλουσιν εξεγερθή, οι μεν εις αιώνιον ζωήν, οι δε εις ονειδισμόν και εις καταισχύνην αιώνιον». Εδώ όμως δεν γίνεται διαχωρισμός για τις 2 αναστάσεις, (μεσολαβούν 1000 χρόνια). Ο Δανιήλ λέγει «πολλοί» ενώ ο Κύριος στο Ιωάννης Ε28,29 «πάντες οι εν τοις μνημείοις». Το «πολλοί» του Δανιήλ μπορεί ν’ αναφέρεται στην πρώτη ανάσταση, αυτή των δικαίων.

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ – Η ΚΟΛΑΣΗ

Για τα αναστημένα σώματα των αμαρτωλών, και για το χώρο όπου θα βρεθούν, έχουμε τις εξής αναφορές:

Ματθαίος Ε29: «…Διότι σε συμφέρει να χαθή εν των μελών σου, και να μη ριφθή όλον το σώμα σου εις την γέεναν».

Το «Γέενα» παράγεται από το γε που σημαίνει κοιλάδα και εννόμ, δηλαδή κοιλάδα του Εννόμ. Ήταν μια εύφορη κοιλάδα, νότια της Ιερουσαλήμ, όπου κατά την περίοδο της θρησκευτικής τους κατάπτωσης, έστησαν το άγαλμα του Μολόχ (σε μορφή μοσχαριού), όπου προσέφεραν σαν θυσία τα παιδιά τους, καίγοντας τα πάνω σε φωτιά που την κρατούσαν άσβεστη (Β’ Χρον. ΚΗ3, ΛΓ6). Γι’ αυτό τον λόγο η κοιλάδα έγινε προφητικό σύμβολο κρίσεως (Ιερεμίας Ζ31,32), και αλληγορική έκφραση του τόπου της κόλασης, του αιωνίου κατοικητηρίου όλων των απίστων, του Διαβόλου, του θηρίου, του ψευδοπροφήτη, του θανάτου, του άδη (Αποκάλυψη Κ10,14), και των αγγέλων που αμάρτησαν (Β’ Πέτρου 2-4). Αργότερα την έκαναν σκουπιδότοπο, όπου έκαιγε συνεχώς φωτιά.

Η φωτιά επιφέρει τους πιο φοβερούς πόνους, ίσως γι’ αυτό και να επελέγη σαν σύμβολο της κόλασης. Θα ειναι αιώνια μαζί με τον Διάβολο, αφού τον Διάβολο υπηρέτησαν. Στο Αποκάλυψη Κ13β,14,15 ειδικώτερα μας λέγει: «Και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών. Και ο θάνατος και ο άδης ερρίφθησαν εις την λίμνην του πυρός. Ούτος είναι ο δεύτερος θάνατος. Και όστις δεν ευρέθη γεγραμμένος εν τω βιβλίω της ζωής, ερρίφθη εις την λίμνην του πυρός».

Ματθαίος Ι28: «Φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα να απολέση εν τη γεένη». Εδώ υπονοείται η ανάσταση όλων. Το σώμα της ανάστασης που θα πάρουν και αυτοί που θα καταδικασθούν, και που θα είναι αθάνατο – διότι ο θάνατος θα έχει καταργηθεί, θα οδηγηθεί και αυτό, αφού θα έχει ενωθεί με την ψυχή, στην γέεννα.

Ματθαίος ΙΗ 8,9: «Εάν το χέρι σου ή το πόδι σου σε σκανδαλίζη, κόψε το και ρίξε το μακρυά. Είναι καλύτερα για σένα να μπης εις την ζωήν κουλός ή κουτσός παρά να έχης δύο χέρια ή δύο πόδια και να σε ρίξουν στην αιωνία φωτιά. Και εάν το μάτι σου σε σκανδαλίζη, βγάλε το και ρίξε το μακρυά. Είναι καλύτερα για σένα να μπης μονόφθαλμος εις την ζωήν παρά να έχης δύο μάτια και να σε ρίξουν εις την πυρίνην γέενναν».

Στην ζωή του καθενός μας ανοίγονται δύο δρόμοι, που οδηγούν σε δύο διαφορετικά τέρματα, όπως μας αναφέρει εδώ ο Λόγος του Θεού. Το ένα είναι να «μπης στην ζωή». Το άλλο είναι να καταλήξεις στην «αιώνια φωτιά», ή «πύρινη γέενα» όπως ονομάζει εδώ ο Λόγος του Θεού την κόλαση.

Τι θα είναι εκεί; Φρίττεις και να το σκεφθείς. Ο Θεός χρησιμοποιόντας την γλώσσα μας, την ονομάζει «φωτιά». Μια φωτιά στην οποία θα φλέγεται η ψυχή. Να είναι οι τύψεις και οι ενοχές της συνείδησης που θα βασανίζουν; Να είναι η οδυνηρή διαπίστωση για την ευκαιρία που χάθηκε για πάντα; Να είναι το σκοτάδι, το σβύσιμο κάθε ελπίδας, που θα τυλίξει την ψυχή, σαν τούτη βρεθεί σε μια περιοχή που δεν διεισδύει καμμιά Θεία ακτίνα; Να είναι οι επιθυμίες που φούντωσαν εδώ στην γη μέσα στην ψυχή, και που φεύγοντας, άφησε πίσω τα αντικείμενα που τις ικανοποιούσαν (πρόσωπα, σπίτια, ποτά, λεφτά, ταξίδια κ.λ.π.), και έμεινε η ψυχή να φλέγεται μ” αυτές, χωρίς να μπορεί να τις ικανοποιήσει, όπως με τον ναρκομανή που του πήραν ξαφνικά τα ναρκωτικά; Τι να είναι άραγε; Και να σκεφθείς ότι τούτη η κατάσταση παραμένει αιώνια, και δεν αλλάζει με τίποτα.

Εδώ να αναφέρομε και το Ματθαίος ΚΕ41-46: «…Φύγετε απ’ εμέ οι καταραμένοι, στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμασθεί δια τον διάβολον και τους αγγέλους του…Και αυτοί θα μεταβούν εις κόλασιν αιώνιον…».

Να προσέξουμε το «εις κόλασιν αιώνιον…». Δεν μιλά για ανυπαρξία.

Ματθαίος Η12: «Οι δε υιοί της βασιλείας (ο Ισραήλ) θέλουσιν εκβληθή εις το σκότος το εξώτερον. Εκεί θέλει είσθαι ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων».

Ματθαίος ΙΓ41,42: «Θέλει αποστείλει ο Υιός του ανθρώπου τους αγγέλους αυτού, και θέλουσι συλλέξει εκ της βασιλείας αυτού πάντα τα σκάνδαλα, και τους πράττοντας την ανομίαν. Και θέλουσι ρίψει αυτούς εις την κάμινον του πυρός. Εκεί θέλει είσθαι ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων».

Ιδέ και ΜατθαίοΚΔ45-51, ΚΕ29.

«Σκότος το εξώτερον»: Είναι η περιοχή όπου δεν φθάνει καμμία ακτίνα της παρουσίας του Θεού. Να θυμηθούμε το φοβερό τρίωρο στον σταυρό, όταν ο Πατέρας απέστρεψε το πρόσωπο του από τον Κύριο. Τι σκοτάδι! Σκοτείνιασε και η φύση. Αν σκεφθούμε ότι σε τούτο τον κόσμο εκείνο που δίνει ακόμα χαρά, φως, ελπίδα, είναι η παρουσία του Θεού, φρίκη σε πιάνει να σκεφθείς πως θα ήταν τα πράγματα χωρίς αυτή την παρουσία. Σκοτάδι ηθικό, και φυσικό. Πως θα ήταν η γη μας αν θα έσβυνε ο ήλιος της!

«Κλαυθμός και τρυγμός των οδόντων», είναι το σύμβολο της μεγίστης φρίκης, οδύνης και αγωνίας.

Έχομε μια αναφορά για την κόλαση και στο Δανιήλ ΙΒ2: «Και πολλοί εκ των κοιμωμένων εν τω χώματι της γης θέλουσιν εξεγερθή, οι μεν εις αιώνιον ζωήν, οι δε εις ονειδισμόν και εις καταισχύνην αιώνιον». Αιώνια ντροπή για την θέση που πήρε ο άνθρωπος, αιώνιες τύψεις. Αυτά βέβαια αναφέρονται για μετά την ανάσταση.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ – ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η ομάδα εκείνη που απέριπτε την ανάσταση ήταν οι Σαδδουκαίοι, πρόδρομοι των σημερινών αρνητών. Οι Σαδδουκαίοι δεν μπορούσαν να διανοηθούν την ύπαρξη του πνεύματος ανεξάρτητα από εκείνη του σώματος. Απ” την εκμηδένιση του τελευταίου, εκεί ακολουθούσε λοιπόν η εκμηδένιση του προηγουμένου. Δεν ήταν δύσκολο για τους Σαδδουκαίους να γελοιοποιήσουν το δόγμα, ειδικά εάν ήταν αντιληπτό κατά τον χονδροειδή τρόπο κατά τον οποίον εδιδάσκετο υπό των Ραββίνων, οι οποίοι εθεωρούσαν την ανάσταση σαν μιά επανόρθωση, καθαρή και απλή, του παρόντος σώματος, διά της επανένωσης των υλικών στοιχείων από τα οποία συνετίθετο. Αυτό αποδεικνύεται από πολυάριθμες αναφορές στο Ταλμούδ. Και ήταν πιθανώς αυτή η άποψη στην οποίαν οι Σαδδουκαίοι έλαβαν θέση, γιά να γελοιοποιήσουν αυτή την πίστη. Όπως είναι επίσης παρουσιάζοντας την ανάσταση κατ” αυτόν τον τρόπον, που οι χλευαστές των ημερών μας δείχνουν τον σαρκασμό τους.

Συγκεκριμένα οι Σαδδουκαίοι αρνιόταν την ανάσταση του σώματος, την αθανασία της ψυχής, και κάθε κρίση μετά τον θάνατον. Όχι ότι απέρριπταν την Παλαιά Διαθήκη, αλλά διότι δεν εύρισκαν εκεί να διδάσκεται αρκετά καθαρά το θέμα της αθανασίας της ψυχής, (στα βιβλία του Μωϋσή, γιατί στα προφητικά βιβλία απέδιδαν δευτερεύουσα σημασία).

Να δούμε το σχετικό περιστατικό:

«Μερικοί από τους Σαδδουκαίους, οι οποίοι λέγουν ότι δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών, τον επλησίασαν και τον ερώτησαν, «Διδάσκαλε ο Μωϋσής μας άφησε γραπτήν εντολήν ότι εάν ο αδελφός κάποιου έχη γυναίκα και πεθάνει άτεκνος, οφείλει ο αδελφός του να πάρει την γυναίκα και να γεννήση απόγονον του αδελφού του. Υπήρχαν λοιπόν επτά αδελφοί. Ο πρώτος επήρε γυναίκα και πέθανε άτεκνος. Ο δεύτερος επήρε την γυναίκα αλλά πέθανε και αυτός άτεκνος. Επίσης την επήρε ο τρίτος, και κατά τον ίδιο τρόπο και οι επτά δεν άφησαν παιδιά και πέθαναν. Τελευταία από όλους επέθανε και η γυναίκα. Κατά την ανάστασιν λοιπόν ποίου απ” αυτούς θα είναι σύζυγος; Διότι και οι επτά την είχαν σύζυγον». (Λουκάς Κ 27-33).

Ξεκινόντας από τα βιβλία του Μωϋσή, Δευτερονόμιο ΚΕ5, Γένεση ΛΗ, ζητούν να γελοιοποιήσουν την ιδέα της ανάστασης.

Η απάντηση του Κυρίου:

«Ο Ιησούς τους απεκρίθη, «Οι άνθρωποι του κόσμου τούτου νυμφεύονται και υπανδρεύονται, αλλ” εκείνοι που εκρίθησαν άξιοι να κερδίσουν τον κόσμον εκείνον και την ανάστασιν εκ νεκρών, ούτε νυμφεύονται ούτε υπανδρεύονται, ούτε είναι δυνατόν να πεθάνουν πλέον, διότι είναι ίσοι προς τους αγγέλους και είναι υιοί του Θεού, εφ” όσον είναι συμμέτοχοι της αναστάσεως. Ότι θα αναστηθούν οι νεκροί, το έκανε γνωστόν και ο Μωϋσής εις το μέρος περί της βάτου, όπου λέγει δια τον Κύριον ότι είναι ο Θεός του Αβραάμκαι Θεός του Ισαάκ, και Θεός του Ιακώβ. Ο Θεός δεν είναι θεός νεκρών αλλά ζώντων. Γι” αυτόν όλοι είναι ζωντανοί». Μερικοί από τους γραμματείς απεκρίθησαν, «Διδάσκαλε, καλά είπες». Και δεν ετολμούσαν πλέον να τον ερωτήσουν δια τίποτε.» (Εδ. 34-40).

Ο Κύριος εδώ προφανώς μιλά για την ανάσταση των πιστών, την «ανάσταση των δικαίων«, όπως αναφέρει στο ΙΔ14.

Όταν ο Θεός εμίλησε στον Μωϋσή, τότε στην βάτο, είχαν περάσει πολλές γενιές αφ” ότου είχαν πεθάνει οι τρείς πατριάρχες, και όμως ο Θεός ονομάζει τον εαυτόν Του Θεό τους. Ο Θεός δεν μπορεί να είναι Θεός όντων που δεν υπάρχουν. Άρα όλοι τούτοι ζουν «ως προς Αυτόν» (σε αντίθεση «ως προς εμάς», που είναι σαν μην υπάρχουν).

«Πάντες γαρ αυτώ ζώσιν«, όλοι, όχι μόνον οι τρείς πατριάρχες.

Όπως αναφέρουν οι Ματθαίος και Μάρκος, πριν τους απαντήσει ο Κύριος τους επέπληξε με αυστηρότητα για τούτη τους την άγνοια, «Πλανάσθε επειδή δεν γνωρίζετε τας γραφάς ούτε την δύναμιν του Θεού».

Η ανάσταση του Χριστού είναι η εγγύηση και για την δική μας ανάσταση. Όπου η κεφαλή και το σώμα. Και ό,τι ανήκει στην κεφαλή, ανήκει και στο σώμα. Ο Κύριος αναστήθηκε σαν απαρχή για μας που Τον ακολουθούμε: «Αλλά τώρα ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών. Έγεινεν απαρχή των κεκοιμημένων», Α’ Κορ. ΙΕ20.

Στο Α’ Κορ. ΙΕ12 θα μας πει: «Εάν λοιπόν ο Χριστός κυρύττεται ότι αναστήθηκε εκ νεκρών, πως λέγουν μερικοί μεταξύ σας ότι δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών;»

Εδώ έχει τεθεί η ερώτηση, γιατί αρνούμενοι την ανάσταση των νεκρών, αρνούμεθα και την ανάσταση του Χριστού; Η βάση του επιχειρήματος εδώ του Παύλου είναι ένα γεγονός που αναφέρεται στην ουσία της Χριστιανικής σωτηρίας. Η νέα μας ζωή, που πηγάζει από την ένωση με τον Χριστό, δεν είναι τίποτα άλλο από την συμμετοχή στην ζωή Του. Η σωτηρία λοιπόν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μας διαφορετικά απ” ότι πραγματοποιήθηκε σ” Αυτόν. Εάν στην ουράνια ζωή στην οποία Αυτός έχει εισέλθει, εκεί ανήκει η κατοχή ενός αναστημένου και δοξασμένου σώματος, το ίδιο πρέπει να είναι και με μας. Η δόξα μας, όντας η δική Του δόξα, που Αυτός μεταδίδει σε μας, πρέπει να είναι ομογενής με την δική Του.

Την ανάσταση μας την διακηρύττει ρητά ο Λόγος του Θεού. Διαβάζομε το Α’ Κορ. ΙΕ22: «Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται». Kαι κείνοι που θ’ αναστηθούν για καταδίκη, και αυτοί επίσης θ” αναστηθούν «εν Χριστώ». Η κρίση στην οποία θα υποβληθούν, στην καθαρή και τέλεια συνείδηση της προσωπικότητας τους, θα φέρει στο φως τις αμαρτίες τους γενικά, ειδικώτερα όμως την απιστία τους στον Κύριο, και την απόρριψη της αμνηστείας που τους προσεφέρθη εν Αυτώ. Στο Ιωάννη Ε28,29 μας αναφέρεται η ανάσταση όλων, («πάντες οι εν τοις μνημείοις»), διά της δυνάμεως του Υιού του ανθρώπου, είτε γιά καταδίκη είτε γιά ζωή.

Στο Α’ Κορ ΣΤ13,14 διαβάζομε: «Τα φαγητά είναι για την κοιλιά, και η κοιλιά για τα φαγητά. Ο Θεός θα καταργήσει και αυτήν και εκείνα. Αλλά το σώμα δεν είναι για την πορνείαν, είναι δια τον Κύριον και ο Κύριος δια το σώμα. Ο δε Θεός και τον Κύριον ανέστησε και εμάς θα αναστήση δια της δυνάμεως του».

Σε συνέπεια αυτής της υψηλής σχέσης που μας συνδέει τώρα με τον Κύριο, το σώμα του πιστού δεν θα απολεσθεί. Καθώς ο Θεός ανέστησε τον Χριστό, θα αναστήσει επίσης το σώμα που έχει γίνει εδώ κάτω η ιδιοκτησία και το εξαγιασμένο όργανο του Χριστού. Ο απόστολος λέγει, «Και ημάς εξεγερεί», και έτσι χαρακτηριστικά ταυτίζει την προσωπικότητα μας με το σώμα, που πρόκειται να είναι το αιώνιο της όργανο. Η ιδέα της μελλοντικής ανάστασης αυτού του γηίνου σώματος, όμοιο με κείνο στο οποίο έζησε ο Χριστός, είναι προσαρμοσμένη να μας εντυπώσει τον σεβασμό που οφείλεται στο μελλοντικό όργανο της δοξασμένης μας προσωπικότητας.

Ρωμαίους Η23: «…Και ημείς στενάζομεν εν εαυτοίς, περιμένοντες την υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν του σώματος ημών».

Λέγοντας, «απολύτρωση του σώματος μας», ο Παύλος, κατά κανέναν τρόπο δεν εννοεί την απελευθέρωση από το σώμα μας. Είναι το ίδιο μας το σώμα που πρόκειται να ελευθερωθεί από την παρούσα φθορά. Από το Β’ Κορ. Ε4 βλέπομε ότι ο Παύλος επιθυμούσε, όχι να ξεντυθεί, αλλά να ντυθεί επάνω, δηλαδή, να πάρει το δοξασμένο του σώμα, με την δύναμη του οποίου θα καταποθεί το παρόν θνητό του σώμα. Είναι δια της μεταμόρφωσης του σώματος μόνον, που θα γίνωμε πλήρως «υιοί Θεού».

Στην αγιότητα του πνεύματος περιμένομε να προστεθούν και η δόξα και η τελειότητα του σώματος.

Η ανάσταση δεν θ’ αλλάξει το γεγονός του θανάτου σ’ εκείνο της ζωής, αλλά θα μετασχηματίσει την φύση του σώματος, το οποίον από θνητό θα γίνει άφθαρτο, Α’ Κορ. ΙΕ43,44.

Ιωάννης Ε28,29: «Μη θαυμάζετε τούτο. Διότι έρχεται ώρα, καθ’ ην πάντες οι εν τοις μνημείοις θέλουσιν ακούσει την φωνήν αυτού. Και θέλουσιν εξέλθει οι πράξαντες τα αγαθά εις ανάστασιν ζωής. Οι δε πράξαντες τα φαύλα, εις ανάστασιν κρίσεως».

Δι’ ανθρώπου η ανάσταση όλου του ανθρωπίνου γένους, όπως δι’ ανθρώπου ο θάνατος. Πρώτα γίνεται η πνευματική ανάσταση, μετά η σωματική. Κάποτε όλοι θ’ ακούσουν την φωνή Του και θ’ αναστηθούν, προς ζωήν, ή προς καταδίκη.

Η τελική ανάσταση είναι προϋπόθεση για την τελική κρίση. Για να κριθούν οι άνθρωποι θα πρέπει ν’ αναζήσουν στην πλήρη τους συνείδηση, στην πλήρη τους προσωπικότητα. Και τούτο προϋποθέτει την επανόρθωση του σώματος τους.

Στην Μάρθα, την αδελφή του Λαζάρου, ο Κύριος είπε: (Ιωάννης IA25,26) «Εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ” εμέ, και αν πεθάνει θα ζήσει, και όποιος ζη και πιστεύει σ” εμέ, δεν θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύεις αυτό;».

Η Μάρθα θεωρούσε την ανάσταση σαν ένα φυσικό γεγονός, που θα συμβεί κάποτε στο μέλλον.

Ο Ιησούς την οδηγεί στην αλήθεια: «Η ανάσταση», της λέγει, «είναι ένα πρόσωπο, είμαι Εγώ. Όποιος έχει εμένα, έχει την ανάσταση».

Η νίκη πάνω στον θάνατο είναι ένα ηθικό έργο, μια προσωπική πράξη, που ολοκλήρωσε ο Ιησούς, και μπορεί να την προσφέρει όποτε Αυτός ευαρεστείται, ακόμα και σήμερα εάν το επιθυμεί. Απλώς θα κάνει να ακουστεί η φωνή Του, και τα μνημεία θα ανοίξουν (Ιωανν. Ε 28, 29). Η ανάσταση του Λαζάρου, ή της κόρης του Ιαείρου, ή του γυιού της χήρας στην Ναϊν είναι προοίμιο, αλλά και η εγγύηση εκείνης της μεγάλης ώρας, που θα σημάνει κάποτε γιά την ανθρωπότητα. Όπως και εδώ, έτσι και τότε, ο ίδιος λόγος θ” ακουσθεί, έτσι απλά, όπως ακούσθηκε και τώρα: «Άνθρωποι σηκωθείτε», και τα μνημεία θ” ανοίξουν, και η θάλασσα θα δώσει τους νεκρούς της, και ο Άδης και ο θάνατος θα δώσουν τους νεκρούς τους. Είναι η ώρα της γενικής ανάστασης. Το είπε ο Ίδιος: «Μη θαυμάζετε γι” αυτό. Διότι έρχεται ώρα, κατά την οποίαν όλοι που είναι στα μνήματα θ” ακούσουν την φωνήν του. Και θα εξέλθουν αυτοί που κάνανε τα αγαθά εις ανάστασιν ζωής. Αυτοί που κάνανε τα κακά εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιωάννης Ε28,30).

Θα μπορέσει να το κάνει; Ναι, γιατί ο Λόγος του Θεού λέγει γι” Αυτόν: «Καθώς ο Πατέρας σηκώνει τους νεκρούς και τους δίνει ζωή, έτσι και ο Υιός σε όσους θέλει δίνει ζωή» (Ιωάννης Ε21). Αυτός είναι η πηγή της ζωής. Στο Ε 26 μας είχε πει: «Διότι όπως ο Πατέρας έχει μέσα του ζωήν, έτσι έδωκε και εις τον Υιόν να έχει μέσα του ζωήν». Δηλαδή έχει μέσα Του μια πηγή που συνέχεια αναβλύζει ζωή. Το πως τώρα αυτή η ζωή περνά από τον Ίδιο στους ανθρώπους, το εξήγησε στο εδ. ΣΤ 51: «Εγώ είμαι ο άρτος ο ζωντανός, που κατέβηκε από τον ουρανόν. Εάν φάγη κανείς από τον άρτον αυτόν, θα ζήσει αιωνίως». Δηλαδή όποιος Τον φάγει – που σημαίνει, εμπιστευθεί τα λόγια Του, η ζωή θα κυλήσει μέσα του, και δεν θα πεθάνει ποτέ. Είναι αυτό που λέγει η Γραφή: «Ο άνθρωπος δεν θα ζήσει μόνον με ψωμί, αλλά με κάθε λόγον ο οποίος εξέρχεται από το στόμα του Θεού» (Ματθ. Δ 4).

Έτσι λοιπόν, «Όποιος πιστεύει εις Αυτόν«, που σημαίνει: «Όποιος επικοινωνεί με την πηγή της ζωής», θα αντλεί, θα παίρνει συνεχώς ζωή, και θα εξακολουθεί να ζει στην γαλήνια λαμπρότητα της ζωής που δίνει η παρουσία του Χριστού, και μετά απ” αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν «φυσικό θάνατο».

Όποιος πιστεύει σ” Αυτόν δεν θα γευθεί ποτέ του θάνατο, δεν θα αποκοπεί ποτέ του από την πηγή της ζωής, κάτι που θα υποστούν όλοι όσοι τώρα δεν Τον πιστεύουν.

Από εκεί και πέρα, όποτε ο Ιησούς το επιθυμήσει, όποτε είναι θέλημα του Πατέρα, με έναν Του λόγο, θα τους φέρει πάλι στην ενσώματη κατάσταση, θα τους αναστήσει.

Να το δούμε πιο αναλυτικά. Διαβάζομε το Ιωάννης ΣΤ54:. «Εκεινος που τρωγει την σαρκα μου και πινει το αιμα μου εχει ζωην αιωνιον και εγω θα τον αναστησω την εσχατην ημεραν».

Στο εδαφιο 53 τους το ειπε αρνητικα: «Εαν δεν με φατε και δεν με πιητε δεν εχετε ζωην». Εδω τους το τονιζει και θετικα. Τους συμπληρωνει ομως και κατι αλλο. Το δοξασμενο οριο που θα φθασει αυτη η ζωη, που εχει ηδη αρχισει να κυλα μεσα στους πιστους, θα ειναι η ανασταση των σωματων τους. Ετσι η πνευματικη τους ανασταση θα ακολουθηθει απ” την σωματικη. Ειναι η τεταρτη φορα σ” αυτο το κεφαλαιο που ο Ιησους υποσχεται την σωματικη ανασταση των πιστων, σαν ολοκληρωση της σωτηριας που Αυτος φερει στο ανθρωπινο γενος. Η φυση ανορθωμενη και δοξασμενη ειναι η ολοκληρωση της νικης, που κερδηθηκε απ” την Θεια χαρη πανω στην αμαρτια.

Ο,τι συνεβη με τον Κυριο μας, το ιδιο ακριβως θα συμβει και με μας. Τουτο ακριβως το σωμα, που καποτε θα εναποθεσωμε στον ταφο, εχει μεσα του το σπερμα, που μια μερα, σαν θα ελθει ο καταλληλος καιρος που εχει ορισει ο Θεος, θα γονιμοποιηθει με τον Λογο Του, και θα φερει στην υπαρξη το καινουργιο μας σωμα της αναστασης. Λεγει στους Φιλιππησιους Γ21-22, «Η πατριδα ομως η δικη μας ειναι στους ουρανους, απ” οπου και περιμενομεν σωτηρα τον Κυριον Ιησου Χριστον, ο οποιος και θα μεταμορφωσει το σωμα της ταπεινωσης μας, ωστε να λαβει την ιδια μορφη με το σωμα της δοξας αυτου, συμφωνα με την ενεργεια που μπορει να υποταξει τα παντα εις τον εαυτον του.» Τουτο το ιδιο σωμα ειναι, το φθαρτο και θνητο, που θα ντυθει αφθαρσια και αθανασια. Και για οσους ζουν εκεινη την στιγμη, θα γινει δια μεταμορφωσεως. Για οσους εχουν πεθανει, θα γινει δι” αναστασεως.

Να διευκρινισωμε παλιν τουτο το σημειο: Το σώμα της ανάστασης δεν ειναι μια καινουργια Δημιουργια, ειναι η παλαια, που σαν νικηθηκε ο θανατος, ελευθερωνεται, και υψωνεται σε μια αλλη υψηλοτερη κατασταση. Δεν απετυχε η πρωτη Δημιουργια του Θεου, ωστε ν” απαιτηθει μια καινουργια στην θεση της. Απλα, με το εργο του Ιησου Χριστου, απεκατεσταθη η πρωτη, και προχωρα τωρα στον δρομο της εξελιξης, που της ειχε ορισει εξ αρχης ο Θεος.

ΜατθαίοςΚΖ52,53: «Και τα μνημεία ηνοίχθησαν, και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ανέστησαν. Και εξελθόντες εκ των μνημείων μετά την ανάστασιν αυτού, εισήλθον εια την αγίαν πόλιν, και ενεφανίσθησαν εις πολλούς».

Η ανάσταση αυτή, είναι ένας πρώτος καρπός της νίκης πάνω στον θάνατο, που έφερε ο θάνατος του Ιησού. Προεικόνιση και εγγύηση της ανάστασης των πιστών, και της καθολικής ανάστασης που περιμένομε.

Ένα άλλο εδάφιο που μας μιλά για την βεβαιότητα της ανάστασης είναι το Α’ Θεσσαλ. Δ14: «Διότι εάν πιστεύωμεν ότι ο Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού θέλει φέρει μετ’ αυτού».

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΑ (Από τα Α’ Κορινθίους ΙΕ, Λουκάς ΚΓ)

– Η ανάσταση του Χριστού είναι ένα γεγονός ιστορικά βεβαιωμένο, που είχε προλεχθεί με λεπτομέρειες απ” την Γραφή.

– Η ανάσταση του Χριστού έχει σαν αναπόσπαστη της συνέχεια την ανάσταση των πιστών, γιατί τούτοι αποτελούν το σώμα του Χριστού, και όπου είναι η κεφαλή, και ό,τι κατάσταση απολαμβάνει η κεφαλή, το ίδιο ακριβώς πρέπει να γίνεται και με το σώμα. Τούτα τα δύο δεν είναι δυνατόν να χωρίσουν. Αυτή είναι και η ουσία της εν Χριστώ σωτηρίας, η αναπόσπαστη ένωση με τον Χριστό.

– Η βάση της Χριστιανωσύνης, το αντικείμενο της πίστης και της ελπίδας μας, είναι ακριβώς η ανάσταση του Χριστού. Ο Θεός Τον ανέστησε, Τον έβγαλε απ” την φυλακή του θανάτου, γιατί απεδέχθη την εξόφληση του χρέους των αμαρτιών επάνω στον σταυρό. Εάν ο Κύριος παρέμενε κάτω απ” τα δεσμά του θανάτου, θα παρέμενε και το χρέος μας, και μεις θα είμασταν αιώνια καταδικασμένοι.

Σε μιά τέτοια περίπτωση δεν θα είχαν κανένα νόημα όλα αυτά που υποφέρουμε χάριν του Χριστού: «Ας φάμε και ας πιούμε γιατί αύριο πεθαίνουμε«.

– Ο Χριστός όμως αναστήθηκε, σαν η πρώτη συγκομιδή απ” τους πεθαμένους. Μετά απ” Αυτόν, με μιά ορισμένη σειρά, θ” αναστηθεί και όλη η ανθρωπότητα.

– Ο θάνατος και η ανάσταση είναι καθαρά ανθρώπινη υπόθεση. Όπως ο θάνατος ήλθε διά της ανυπακοής του ενός, έτσι και η ανάσταση ήλθε διά της υπακοής του ενός.

Αδάμ και Χριστός είναι οι δύο γενάρχες της ανθρωπότητας, οι δύο κεφαλές της. Ο καθένας μεταδίδει την κληρονομιά του σ” αυτούς που τον ακολουθούν, που έχουν κοινωνία μαζί του. Ο Αδάμ, ο σαρκικός, τον θάνατο στους σαρκικούς. Ο Χριστός, ο πνευματικός, την ζωή την αιώνια στους πνευματικούς.

Σωτηρία σημαίνει να φύγεις απ” την ομάδα του Αδάμ, και να μπεις στην ομάδα του Χριστού, να «αναγεννηθείς», όπως το είπε ο Κύριος.

– Όπως ο Αδάμ έγινε η αιτία του θανάτου γιά όλο το ανθρώπινο γένος, έτσι και ο Χριστός έγινε η αιτία της ανάστασης γιά όλο το ανθρώπινο γένος πάλιν. Τούτη η ανάσταση θα γίνει όμως με την εξής σειρά: Πρώτος αναστήθηκε ο Χριστός. Στην Παρουσία του Χριστού θα αναστηθούν όλοι όσοι Του ανήκουν πραγματικά, και μόνον αυτοί. Στο τέλος της Βασιλείας Του θα γίνει η παγκόσμια ανάσταση.

– Αν δούμε τα γεγονότα από ιστορικής άποψης, μπορούμε να διαχωρίσουμε τις εξής περιόδους:

α) Η παρούσα περίοδος της χάρης.

β) Η Βασιλεία του Χριστού που εγκαινιάζεται με την ορατή παρουσία Του, και την ανάσταση των πιστών Του. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Ιησούς Χριστός, με την εξουσία που Του έδωσε ο Θεός Πατέρας, θα υποτάξει όλες τις δυνάμεις και τα πρόσωπα που αντιτίθενται στο Θείο θέλημα. Τελευταίος εχθρός υποτάσσεται ο θάνατος.

γ) Αφού ο θάνατος θα έχει υποταχθεί, θα αναστηθούν όλοι. Θα γίνει η τελική κρίση. Τότε θα επικρατήσει ειρήνη στο Σύμπαν. Ο Υιός θα επιστρέψει την εξουσία που του έδωσε ο Πατέρας γιά να πραγματοποιήσει τούτο το έργο. Ο Θεός είναι πλέον «τα πάντα εν πασιν«. Τούτη η ώρα ονομάζεται «τέλος» στην ιστορία.

– Ποιά θα είναι η θέση των πιστών τότε; Ο Ιησούς Χριστός θα τους έχει φθάσει στο ύψος του δικού Του αναστήματος, θα τους έχει φέρει σε τέλεια κοινωνία με τον Θεό. Τούτα τα όντα θα είναι οι ζωντανές και τέλειες αποκαλύψεις του Ιδίου του Θεού στο Σύμπαν, καθώς Αυτός θα ενεργεί μέσω αυτών. Κάτι παρόμοιο όπως ο Ιησούς Χριστός ήταν η ζωντανή αποκάλυψη του Θεού εδώ στην γη, ασκόντας μιά αναλλοίωτη και άγια δραστηριότητα αγάπης. Τούτος είναι ο σκοπός της ιστορίας και της ύπαρξης του ανθρώπου.

Τώρα μερικές συνοπτικές σκέψεις πάνω στο ίδιο το γεγονός της ανάστασης:

– Πως γίνεται η ανάσταση: Μέσω ακριβώς του θανάτου. Παράδειγμα ο σπόρος, που γιά να βγει η ζωή από μέσα του, πρέπει πρώτα να πεθάνει.

– Στην ανάσταση θα ξαναμαζευθούν τα υλικά στοιχεία να ξαναφτειάξουν το ίδιο σώμα; Όχι. Το καινούργιο σώμα διαφέρει απ” το παλιό, όσο η βελανιδιά απ” το βελανίδι απ” όπου φύτρωσε. Ο Θεός που έφτειαξε όλη αυτή την ποικιλία των σωμάτων γύρω μας, έχει την δύναμη να φτειάξει ένα τέτοιο ένδοξο σώμα.

– Ποιές θα είναι οι ιδιότητες του σώματος της ανάστασης; Θα είναι απαλλαγμένο από αρρώστειες, φθορά, μαρασμό και θάνατο.

Θα ακτινοβολεί την λαμπρότητα της τέλειας ζωής.

Θα είναι πτοικισμένο με απεριόριστη δύναμη να ενεργεί.

Θα είναι ένα πνευματικό σώμα, ένα σώμα δηλαδή κατάλληλο να υπηρετεί το πνεύμα, που θα είναι τότε η βασική αρχή της ζωής μας. (Τούτο που έχουμε τώρα είναι ψυχικό σώμα, κατάλληλο να υπηρετήσει την πνοή ζωής, την ψυχή, που κατοικεί μέσα του).

Τούτο το νέο σώμα θα ανανεώνεται αιωνίως σε δύναμη και δόξα και νιότη, διά του πνεύματος μας, του οποίου θα είναι το όργανο.

Δεν θ” αποτελεί πλέον εμπόδιο και φορτίο, όπως συχνά γίνεται με τούτο το σώμα. Το πνευματικό σώμα θα είναι ένα πειθήνιο όργανο στο πνεύμα μας, και θα εκπληροί τις επιθυμίες και τις σκέψεις του με ανεξάντλητη δύναμη ενεργείας.

– Ο Θεός, πλάθοντας τον άνθρωπο, τον προόριζε να φθάσει σ” αυτόν τον ανώτερο τρόπο ζωής. Τον έπλασε «ψυχή ζώσα«, προικισμένον με ελευθερία. Κάνοντας χρήση αυτής της ελευθερίας, θα έπρεπε να προσφέρει τούτη την φυσική ζωή στο θέλημα του Θεού, γιά να την πάρει πίσω μεταμορφωμένη σε ένα ανώτερο είδος ζωής, την πνευματική ζωή, να γίνει, όπως μας είπε εδώ, «πνεύμα ζωοποιούν».

Ο Αδάμ δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει απ” την αφετηρία. Το έκανε όμως ο Χριστός. Ξεκινόντας από «ψυχή ζώσα«, και προσφέροντας τούτη την φυσική ζωή που είχε, συνεχώς στο Θείο θέλημα, έγινε «πνεύμα ζωοποιούν«, έφθασε, δηλαδή, στην τελική, στην τέλεια κατάσταση γιά την οποίαν ο Θεός προόριζε τον άνθρωπο. Εκεί οδηγεί, με την βοήθεια Του, όλους τους δικούς Του.

– Ήδη οι δικοί Του έχουν αφήσει την αφετηρία, την ψυχική κατάσταση, και προχωρούν στην πνευματική. Κατά την Παρουσία του Κυρίου θ” αλλαγεί και το σώμα τους. Τότε οι μεν πεθαμένοι πιστοί θ” αναστηθούν, οι δε ζωντανοί θα μεταμορφωθούν. Τούτο το γεγονός θα γίνει ευθύς ως ακουστεί κάποια ουράνια σάλπιγγα. Είναι το γεγονός της αρπαγής, όπως μας το αναφέρει ο Λόγος του Θεού.

Τελειώνοντας το κεφάλαιο, ο Λόγος του Θεού μας εξήγησε, ότι ο θάνατος στήριξε την βασιλεία του σε δύο θεμέλια. Τον νόμο και την αμαρτία. Τούτα τα δύο θεμέλια σύντριψε ο Κύριος με το έργο Του εδώ στην γη. Την μεν αμαρτία την κατενίκησε, το δε νόμο τον εξεπλήρωσε. Έτσι γκρεμίσθηκε η αυτοκρατορία του θανάτου, και όσοι οικειοποιούνται διά πίστεως το έργο του Ιησού Χριστού, ελευθερώνονται από τα δεσμά του.

Να όλη μας η ιστορία.

Μια περίληψη των γεγονότων της ανάστασης του Κυρίου απ’ το Λουκάς ΚΓ:

Το μεσημέρι της Παρασκευής (= προετοιμασία), δεκατέσσερις Nisan, σταυρώθηκε. Προς το τέλος της ημέρας, και πριν αρχίσει το Σάββατο, που εκείνη την χρονιά συνέπιπτε με το Πάσχα, ετάφη.

Όλα γίνονται σε απόλυτη συμφωνία με τις συμβολικές πράξεις που είχε ορίσει ο Θεός, για να προαναγγείλει και προετοιμάσει για τούτο το γεγονός:

α) Ο Ιησούς πεθαίνει το απόγευμα της δεκάτης τετάρτης, ακριβώς την στιγμή που το πασχαλινό αρνί σφαζόταν στον ναό.

β) Αναπαύεται στον τάφο την δεκάτη πέμπτη πού ήταν διπλά Σαββατική ημέρα, δηλαδή ημέρα αναπαύσεως. Ήταν και Σάββατο, η ιερή ημέρα της εβδομάδας, και η πρώτη ημέρα της γιορτής του Πάσχα. Τούτο το Σάββατο, που είναι το τελευταίο Σάββατο της Παλαιάς Διαθήκης, διαιρεί την πρώτη Δημιουργία που τώρα τελειώνει, απ” την δεύτερη που μόλις αρχίζει.

γ) Την επομένη, δεκαέξι του Nisan, ο Κύριος ανασταίνεται. Είναι ακριβώς η ημέρα, που στον ναό προσφερόταν τα πρώτα χειρόβολα, οι πρώτοι καρποί της συγκομιδής. Είναι ακριβώς ο πρώτος καρπός της ανάστασης.

Εδώ ας θυμηθούμε δύο εδάφια από τον λόγο του Θεού: «Ο Πασχαλινός αμνός μας, ο Χριστός, για μας εθυσιάσθηκε» (Α” Κορινθίους Ε 7).

Χρονολογικά ο Κύριος θα πρέπει να γεννήθηκε το 3-4 π.χ. Βαπτίστηκε εις το τραντακοστό έτος της ηλικίας Του, δηλαδή το 26-27 μ.χ. Η δημόσια διακονία Του διήρκησε περίπου δυόμισυ χρόνια, και σταυρώθηκε το 30 μ.χ. Σταυρώθηκε την Παρασκευή 14 Nisan (7 Απριλίου) του έτους 30.

Εκείνος, ο πρώτος καρπός της ανάστασης. Δείγμα ότι το έργο της απολύτρωσης που προσέφερε έγινε αποδεκτό από τον Θεό. Ο εγγυητής που βγήκε από την φυλακή. Στην συνέχεια ανασταίνει πνευματικά όσους μετανοούν και πιστεύουν σ” Αυτόν. Μένει η τελική ανάσταση των σωμάτων, πρώτα των δικών Του, μετά όλων των άλλων, και η ανανέωση της φύσης. Το πρώτο γεγονός έγινε, το δεύτερο ήδη το γευόμαστε, το τρίτο και το τέταρτο τα περιμένομε.

Η ανάσταση επανόρθωσε την ανθρωπότητα στο πρόσωπο εκείνου από τα μέλη της, ο οποίος με την άγια Του ζωή και τον εξιλεωτικό Του θάνατο, νίκησε τους δύο εχθρούς της – τον νόμο που την καταδίκαζε λόγω αμαρτίας, και τον θάνατο που την κατέλαβε λόγω της καταδίκης του νόμου (Α’ Κορ. ΙΕ56).

Καθώς αυτή η ανθρωπότητα επαναποκαθίσταται στο πρόσωπο του Χριστού με το γεγονός της ανάστασης Του, η ανάληψη του την υψώνει στο πλήρες της ύψος. Εδώ πραγματοποιεί τον προορισμό της, οποίος απ’ αρχής ήταν να υπηρετήσει σαν ένα ελεύθερο όργανο το έργο του απείρου Θεού.

Top