Ανάλυσ. προς Ρωμαίους

Επιστολή προς Ρωμαίους

Τα παρόντα σχόλια βασίζονται στο βιβλίο Commentary on Romans του F. Godet.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Την Επιστολή προς Ρωμαίους ο Παύλος την έγραψε στην Κόρινθο, λίγο πριν φύγει για την Ιερουσαλήμ, τον Μάρτιο του 59.
Η επιστολή απευθυνόταν στην Εκκλησία της Ρώμης, γενικώτερα ομως απευθύνεται σ” όλους εκείνους που πλησιάζουν τον Θεό με μια καρδιά, που όπως την περιγράφει ο Κύριος στην Επί του Όρους Ομιλία, «πεινά και διψά για δικαιοσύνη». Το θέμα που πραγματεύεται η Επιστολή προς Ρωμαίους είναι τούτο ακριβώς, η προσφορά της «δικαιοσύνης» του Θεού στον άνθρωπο, που προσπαθόντας να κάνει το καλό, που προσπαθόντας να πλησιάσει τον Θεό με το νόμο της δικής του δικαιοσύνης, βρίσκει τον εαυτόν του τελείως γυμνό και ανίκανο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1

Εδάφια 1,2
«Παύλος δούλος Ιησού Χριστού, κλητός απόστολος, αφωρισμένος εις ευαγγέλιον Θεού ο προεπηγγείλατο δια των προφητών αυτού εν γραφαίς αγίαις.»
«Ο Παύλος δούλος Ιησού Χριστού, καλεσμένος απόστολος, ξεχωρισμένος δια την υπηρεσίαν του ευαγγελίου του Θεού, το οποίον είχε από πριν υποσχεθή ο Θεός δια των προφητών του εις τας αγίας γραφάς».

Σε τούτα τα εδάφια ο Παύλος συστήνει τον εαυτόν του και το έργο του στους παραλήπτες της επιστολής του.
Να τα δούμε ένα ένα.
«Παύλος, δούλος Ιησού Χριστού». Οι δούλοι, στην εποχή που ο Παύλος έγραφε την επιστολή, ήταν πρόσωπα που ανήκαν, ήσαν ιδιοκτησία κάποιου, τον οποίον και υπηρετούσαν υποχρεωτικά.
Άρα ο Παύλος που τους στέλνει αυτή την επιστολή, τους την στέλνει σαν δούλος, σαν υπηρέτης κάποιου που τον έχει επιφορτίσει μ” ένα ειδικό έργο.
Ποιό είναι το αφεντικό του Παύλου; «Δούλος Ιησού Χριστού». Ο Ιησούς Χριστός.
Στην συνέχεια, αναφέρει το ειδικό έργο που του έχει αναθέσει ο Ιησούς Χριστός: «Κλητός απόστολος, αφωρισμένος εις ευαγγέλιον Θεού». Η ειδική υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον Παύλο ήταν αυτή του «Αποστόλου».
Ο Κύριος έχει ορίσει τις διακονίες, τις υπηρεσίες στην Εκκλησία Του, που υπηρετούν την οικοδόμηση της. Οι ποιμένες και οι δάσκαλοι π.χ. την τελειοποιούν, οι ευαγγελιστές την επεκτείνουν. Η αποστολικότητα είναι μια ειδική υπηρεσία, που ανατέθηκε μια μόνο φορά σε 13 άτομα, στους 12 μαθητές του Κυρίου και στον Παύλο.
Ποιό ήταν το ειδικό έργο των Αποστόλων; Να θεμελιώσουν την Εκκλησία. Εις τούτο βοηθήθηκαν και από τους προφήτες των πρώτων χρόνων της Εκκλησίας. Λέγει ο Λόγος του Θεού στην Εφεσίους Β20: «Έχετε οικοδομηθεί επάνω εις το θεμέλιο των αποστόλων και των προφητών, του οποίου ο Ιησούς Χριστός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος.» Ό,τι οι άλλοι εργάτες του έργου οικοδομούν, το οικοδομούν πάνω στο θεμέλιο που έβαλαν αυτοί οι 13, οι Απόστολοι. “Ο,τι κτίζεται πάνω σε άλλο θεμέλιο, δεν αναγνωρίζεται σαν γνήσιο. Αυτό ήταν και το κριτήριο π.χ. να συνταχθεί ο κανόνας των βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Από τα πολλά συγγράματα που υπήρχαν, ξεχώρισαν σαν κατ” ευθείαν Θεία αποκάλυψη ό,τι ήταν αποστολικής προελεύσεως.
Η υπηρεσία του Αποστόλου είναι (ήταν) η πλέον υψηλή διακονία στην Εκκλησία του Χριστού. Ένας τέτοιος ήταν και ο Παύλος. Και είχε ειδική κλήση απ” τον Θεό γι” αυτή την αποστολή, γι” αυτό λέγει: «Κλητός απόστολος», δηλαδή, «καλεσμένος να είναι απόστολος». Όλοι γνωρίζομε με τι ειδικό τρόπο τον κάλεσε στην υπηρεσία Του ο Κύριος (Πράξεις Θ).
Στην επιστολή προς Εφεσίους, στο Δ11, ο Λόγος του Θεού κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των διαφόρων διακονιών που όρισε ο Κύριος: «Και τα δώρα του ήσαν: Μερικοί να είναι απόστολοι, άλλοι προφήται, άλλοι ευαγγελισταί, άλλοι ποιμένες και διδάσκαλοι, προς τον σκοπόν να καταρτίσουν τους αγίους, δια το έργον της υπηρεσίας, δια την οικοδομήν του σώματος του Χριστού.»
Ο Παύλος λοιπόν γράφει στους Ρωμαίους με την εξουσία που του δίνει η υπηρεσία που του είχε αναθέσει ο Θεός: Ήταν «κλητός απόστολος αφωρισμένος εις ευαγγέλιον Θεού».
«Αφωρισμένος». Την εξήγηση τούτης της λέξης μπορούμε να την πάρωμε από τους Γαλάτας Α15, που συνδέεται στενά με το εδάφιο που μελετάμε: «Ότε δε ευδόκησεν ο Θεός ο αφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και καλέσας δια της χάριτος αυτού» («Όταν όμως ευδόκησεν ο Θεός, ο οποίος με εξεχώρισε από την κοιλιά της μητέρας μου, και με εκάλεσε δια της χάριτος του…»).
Ο Παύλος ήταν εσωτερικά πεπεισμένος ότι είχε ξεχωρισθεί απ” την αρχή της ύπαρξης του, να είναι ο κήρυκας ενός μηνύματος χάρης απ” τον Θεό στο ανθρώπινο γένος. Σαν τέτοιος λοιπόν απευθύνεται στην Εκκλησία της Ρώμης. Όλα στην ζωή του Παύλου τα είχε φέρει έτσι ο Θεός για να τον προετοιμάσει γι” αυτό το μέγα έργο. Να προσέξωμε, δεν λέγει «προορισμένος», που θα μας οδηγούσε στην έννοια του απολύτου προορισμού, αλλά «αφωρισμένος», δηλαδή «ξεχωρισμένος».
Ένα μήνυμα είχε εμπιστευθεί λοιπόν ο Θεός στον Παύλο και στους Αποστόλους να φέρουν στους ανθρώπους, το Ευαγγέλιο της σωτηρίας. Και τούτο το μήνυμα δεν έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό. Είχε προετοιμασθεί και αναγγελθεί από πολύ πριν: «Ο προεπειγγείλατο δια των προφητών αυτού εν γραφαίς αγίαις» («Το οποίον είχε από πριν υποσχεθεί ο Θεός δια των προφητών του εις τας αγίας γραφάς»). Το είχε υποσχεθεί ο Θεός και είχε φροντίσει μέσω των προφητών Του να γραφεί στην Αγία Γραφή, στο βιβλίο του Θεού, ότι κάποτε το κήρυγμα τούτο του Ευαγγελίου θα ακουγόταν στο ανθρώπινο γένος. Από δω καταλαβαίνομε τι αποφασιστικής σπουδαιότητας είναι τούτο το κήρυγμα στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Στην συνέχεια ο Παύλος δηλώνει, μ” έναν συνοπτικό τρόπο, το θέμα του αποστολικού του κηρύγματος:

Εδάφια 3,4
«Περί του υιού αυτού, του γενομένου εκ σπέρματος Δαυείδ κατά σάρκα, του ορισθέντος υιού Θεού εν δυνάμει κατά το πνεύμα της αγιωσύνης εξ αναστάσεως νεκρών, Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών».
«Περί του υιού του, ο οποίος από ανθρωπίνης πλευράς, εγεννήθηκε από το γένος του Δαυίδ, διακηρύχθηκε δε υιός του Θεού με δύναμιν κατά το πνεύμα της αγιωσύνης δια της αναστάσεως του εκ νεκρών, δηλαδή περί του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.»

Ποιό είναι λοιπόν το θέμα του του Ευαγγελίου που κηρύττει ο Παύλος; Είναι, «Ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, που ήλθε σαν άνθρωπος στον κόσμο».
«Περί του υιού αυτού» λοιπόν, «του γενομένου εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα». «Κατά σάρκα», δηλαδή σαν άνθρωπος, ο Υιός του Θεού ήλθε στην ανθρώπινη οικογένεια απ” την γενηά του Δαυίδ, απ” τους απογόνους αυτού του βασιληά.
Τι κληρονόμησε από κεί; Δύο πράγματα. Το πρώτο είναι αυτό που φέρουν κληρονομικά οι άνθρωποι σαν γεννιώνται: Σώμα, ψυχή και πνεύμα. Ο άνθρωπος, μας λέγει ο Λόγος του Θεού, αποτελείται από αυτά τα τρία, διαβάζομε για παράδειγμα στην Α. Θεσσαλονικείς Ε23, «Αυτός δε ο Θεός της ειρήνης είθε να σας αγιάση ολοκλήρως. Και να διατηρηθή ολόκληρον το πνεύμα σας, και η ψυχή, και το σώμα, αμέπτως εν τη παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».
Το δεύτερο που κληρονόμησε ήταν ο Ιουδαϊκός χαρακτήρας, και ειδικώτερα ο βασιλικός Ιουδαϊκός χαρακτήρας, που έρεε στην Δαυιδική βασιλική γενηά. Απ” αυτή τη γενιά καταγόταν και ο Ιωσήφ και η Μαρία.
Ο Κύριος μας εδώ στη γη ήταν και στην εμφάνιση, αλλά και στην γενικώτερη συγκρότηση της ανθρωπίνης Του υπόστασης Ιουδαίος. Έμοιαζε π.χ. στην μορφή σαν Ιουδαίος, και όχι σαν κάποιος από του βόρειους λαούς, είχε τις Ιουδαϊκές κλίσεις και επιθυμίες, τα Ιουδαϊκά όνειρα απασχολούσαν τη σκέψη Του. Όλα αυτά κληρονομικά.
Ο Ιωάννης στον πρόλογο του, στο εδάφιο 12, λέγει ακριβώς τα ίδια με την φράση, «Και ο λόγος σαρξ εγένετο».
«Σαρξ εγένετο» απ” την Μαρία μόνον, με θαυματουργική γέννηση δια της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος. Δεν μεσολάβησε ανδρικό σπέρμα, και έτσι δεν κληρονόμησε την αμαρτία σαν τους άλλους απογόνους του Αδάμ. Τούτη ήταν και η μόνη Του διαφορά από όλους εμάς.
Αυτά όσον αφορά την ανθρωπίνη φύση Του. Ο Ιησούς δεν έπαυε όμως πάντα να είναι ο Υιός του Θεού. Λέγει ο Παύλος στην συνέχεια: «Του ορισθέντος υιού Θεού εν δυνάμει κατά το πνεύμα της αγιωσύνης εξ αναστάσεως νεκρών.» «Ορισθέντος» σημαίνει «καθιερωθέντος», «αναγνωρισθέντος». Πάντα ήταν, όπως είπαμε, ο Υιός του Θεού. Απλά ο Θεός μετά την ενσάρκωσή Του Τον απεκατέστησε, με την ανθρωπίνη φύση Του τώρα, στην αρχική Του θέση.
Τούτη η σκέψη του Παύλου ταιριάζει μ” εκείνη της προσευχής του Κυρίου την παραμονή του θανάτου Του: «Πατέρα, δόξασε με με την δόξα που είχα μαζί σου πριν γείνη ο κόσμος» (Ιωάννης ΙΖ5). Ο Ιησούς πάντα ήταν ο «Υιός». Στην βάπτιση Του, μέσω της αποκάλυψης του Πατέρα, ανέκτησε την συνείδηση της θέσης Του σαν Υιός. Απ” την ανάσταση Του και μετά άρχισε ν” αποκαθίσταται, σαν άνθρωπος όμως τώρα, πάλιν σ” αυτή την θέση.
Πόσο λεπτά είναι εκλεγμένες οι δύο λέξεις, «γενομένου» κατά σάρκα, και «ορισθέντος» υιού Θεού !
Εδώ λοιπόν στην γη δεν έπαυσε να είναι ο Υιός του Θεού. Αλλά φορούσε αυτό το ταπεινό ανθρώπινο ένδυμα. Το ερώτημα είναι τώρα, πως αναγνωρίσθηκε ότι όντως ήταν αυτός, ο υιός του Θεού; Αναγνωρίσθηκε, όπως μας λέγει ο Παύλος: «Εν δυνάμει», δηλαδή μ” έναν δυνατό, εκπληκτικό, θριαμβευτικό τρόπο, μ” έναν τρόπο στον οποίον εφανερώθηκε εντυπωσιακά η δύναμη του Θεού. Ο ίδιος λέγει στο Ρωμαίους ΣΤ4: «Ο Χριστός ανεστήθη απ” τους νεκρούς δια της δόξης του Πατρός». Σ” όλη Του την ζωή, στα θαύματα Του, και πιό πολύ στην ανάσταση Του, η δόξα και η δύναμη του Θεού φανερωνόταν να ενεργεί εντυπωσιακά επάνω Του. Όλα αυτά έδειχναν ότι πίσω απ” αυτό το πρόσωπο ενεργούσε ο Θεός, ότι υπήρχε μια στενή σχέση, μια σχέση υιού προς πατέρα μεταξύ αυτού του προσώπου και του Θεού. Τούτο το πρόσωπο απευθυνόμενο στον Θεό σαν πατέρα Του ζητούσε, και ο Θεός αμέσως Του απαντούσε, ενεργόντας θαυμαστά πράγματα μέσω Αυτού.
«Του ορισθέντος υιού Θεού εν δυνάμει κατά το πνεύμα της αγιωσύνης εξ αναστάσεως νεκρών». Ήταν το μεγαλύτερο θαύμα που εργάσθηκε ο Θεός επάνω Του, η ανάσταση Του από τους νεκρούς. Τούτο το θαύμα όχι μόνον Τον απέδειξε σαν Υιό του Θεού, αλλά και Τον ύψωσε πάλι σ” αυτή τη θέση, που είχε αφήσει για να γίνει «υιός του Δαβίδ», άνθρωπος δηλαδή.
Να σταθούμε λίγο στην ανάσταση Του, και να μελετήσουμε τι σημαίνει τούτη η φράση, «κατά πνεύμα αγιωσύνης εξ αναστάσεως νεκρών».
Ο Ιησούς Χριστός στην ανθρώπινη ζωή εισήλθε με μια απλή γέννηση. Αλλά από κει και μετά άνοιγε συνεχώς τον εαυτόν Του στην επίδραση του Αγίου Πνεύματος, και η ανθρώπινη φύση Του ελάμβανε, αναλογικά καθώς αναπτυσσόταν, την σφραγίδα της απόλυτης αφιέρωσης στο θέλημα του Θεού – δηλαδή της αγιότητας. Σαν «υιός Δαβίδ», σαν άνθρωπος δηλαδή, άφησε το πνεύμα της αγιοσύνης, της απόλυτης δηλαδή αφιέρωσης στον Θεό, να βασιλεύση επάνω Του. Το χαρακτηριστικό αυτής της μοναδικής ανθρώπινης ζωής ήταν τούτο, ήταν μια ζωή που θυσίαζε καθημερινά όλες τις νόμιμες ανθρώπινες επιθυμίες, προκειμένου να κάνει το θέλημα του Θεού, όπου τούτο φυσικά το απαιτούσε. Είναι ακριβώς αυτό που αναφέρει το Εβραίους Θ14: «Ο οποίος, δια του αιωνίου Πνεύματος, πρόσφερε τον εαυτόν του άμωμον θυσίαν εις τον Θεόν».
Αποτέλεσμα τώρα της απόλυτης αγιότητας Του, που όπως είπαμε ήταν καρπός της διείσδυσης της πνοής του Αγίου Πνεύματος σ” όλη Του την ύπαρξη, ήταν να μην γευθεί αποσύνθεση στον θάνατο Του. Εκεί πραγματοποιήθηκε σ” Αυτόν αυτό που αναφέρει ο Ψαλμωδός στον Ψαλμό ΙΣΤ 10: «Δεν θ” αφήσεις τον όσιον σου να ίδη διαφθοράν». Η τέλεια αγιότης αποκλείει την φυσική διάλυση. Η φυσική απόρροια, η κατάληξη μιας τέτοιας ζωής, είναι λοιπόν η ανάσταση. Αυτό είναι εκείνο που εκφράζει η πρόθεση «κατά»: «Εξ αναστάσεως νεκρών κατά το πνεύμα της αγιωσύνης.» Αναστήθηκε γιατί έζησε μια απόλυτα άγια ζωή. Η φθορά και ο θάνατος είναι μόνον αποτέλεσμα της αμαρτίας.
Άρα το εδάφιο μπορούμε να το αποδώσωμε κάπως έτσι: «Αυτός διακηρύχθηκε Υιός Θεού μ” έναν εντυπωσιακό, μ” έναν δυνατό τρόπο (εν δυνάμει) δια της αναστάσεως του απ” τους νεκρούς, σύμφωνα με το πνεύμα της αγιοσύνης, στο οποίο άνοιξε απόλυτα τον εαυτόν του, και το οποίο είχε βασιλεύσει μέσα του, σ” όλη του την ύπαρξη, και στο σώμα του.»
Στο Ρωμαίους Η11 ο Απόστολος εφαρμόζει τον ίδιο νόμο, την ίδια αρχή, και στην ανάσταση των πιστών όταν λέγει, «Εάν το Πνεύμα Εκείνου, ο οποίος ανέστησε τον Ιησούν εκ νεκρών, κατοική μέσα σας, τότε, εκείνος που ανέστησε τον Ιησούν εκ νεκρών, θα δώση ζωήν και εις τα θνητά σας σώματα δια του Πνεύματος του που κατοικεί μέσα σας». Άνθρωπος στον οποίον δεν κατοικεί μέσα το Πνεύμα, ας μη περιμένει και ανάσταση (προς ζωήν, εννοείται). Και το Πνεύμα θα φύγει από μέσα μας όταν συνεχώς Το λυπούμε, και επιμένουμε να μη Το αφήνουμε να μας διοικήσει. Δεν είναι παρά μόνον δια του Πνεύματος που μπορούμε να θανατώνουμε τις πράξεις του σώματος, και έτσι να ζήσουμε, όπως λέγει στο Ρωμαίους Η13. Αμαρτία και ανάσταση προς ζωή, δεν πηγαίνει. «Εάν ζήτε κατά σάρκα, μέλλετε να αποθάνετε», μας λέγει στο Ρωμαίους Η12.
Συνοψίζομε τα παραπάνω:
Ο Κύριος σαν ήλθε εδώ στην γη γεννήθηκε Ιουδαίος, και ειδικώτερα μέλος της γενιάς του Δαβίδ. Ζώντας την ζωή της απόλυτης αφιέρωσης στον Θεό, εμπνεόμενος, δηλαδή, σ” όλη Του την δραστηριότητα από το πνεύμα της αγιωσύνης, πέτυχε την ανάσταση Του, μπήκε δηλαδή σε μια υψηλότερη μορφή ύπαρξης. Και έπρεπε να μπει εκεί, για να είναι σε θέση να επιτελέση το έργο που περιγράφεται στο εδάφιο που ακολουθεί αμέσως.
Η ανάσταση Του λοιπόν Τον εισήγαγε στην ένδοξη κατάσταση του «Υιού», και Τον διεκήρυξε σαν τέτοιον.
Ο Ιησούς άφησε στον τάφο την ειδική σχέση που είχε με το Ιουδαϊκό Έθνος, και ειδικώτερα με την οικογένεια του Δαβίδ. Εκεί ελευθερώθηκε από αυτά τα περιτυλίγματα, δεσμά θα λέγαμε, που είχε ταπεινά φορέσει κατά την διάρκεια της γηίνης Του ζωής. Στο Ρωμαίους ΙΕ8 μας λέγει χαρακτηριστικά, είχε γίνει «διάκονος της περιτομής», υπηρέτης δηλαδή των Ιουδαίων. Με την ανάσταση Του, μια θαυμαστή μεταμόρφωση και απελευθέρωση έλαβαν χώρα στο πρόσωπο Του. Έχοντας τώρα την θεία κατάσταση, μπορούσε από δω και στο εξής να εισέλθει σε σύνδεση με όλο το ανθρώπινο γένος, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει όσο ενεργούσε σαν «Υιός Δαβίδ». Να θυμηθούμε τα λόγια Του στο Ματθαίο ΙΕ24: «Δεν είμαι σταλμένος παρά εις τα πρόβατα τα χαμένα της γενεάς του Ισραήλ», και δεν μπορούσε να πάει παραπέρα. Να θυμηθούμε και την σκηνή με τους Έλληνες, τότε στον Ναό. Πόσο θα ήθελε ν” αγκαλιάση και αυτούς, αλλά έτσι όπως ήταν τότε δεν μπορούσε. Για να περάσει λοιπόν από την κατάσταση του «υιού του Δαβίδ» σε κείνη του «Υιού του Θεού», υπήρχε ανάγκη να πεθάνει και ν” αναστηθεί.
Πριν περάσει τώρα στο θέμα της κλήσης των Εθνών, που είναι ο άμεσος καρπός αυτής της μεταμόρφωσης στο πρόσωπο του Χριστού, την οποίαν μεταμόρφωση την εργάσθηκε η ανάσταση Του, ο Παύλος συνοψίζει σε τρείς όρους την ανάλυση του προσώπου που μόλις ανέφερε: «Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών».
«Ιησούς» είναι το προσωπικό όνομα, που δηλώνει αυτό το ιστορικό πρόσωπο, αυτό που πήρε τούτες τις δύο μορφές ύπαρξης.
«Χριστός», Μεσσίας στα Εβραϊκά, είναι τίτλος που δηλώνει την αποστολή Του, «Χρισμένος» απ” τον Θεό Σωτήρας και Κύριος των πάντων.
«Κύριος», δηλώνει την θέση Του: Ο αντιπρόσωπος της Θείας κυριαρχίας. Λέγει στην Φιλιππησίους Β9-11: «Δια τούτο και ο Θεός τον υπερύψωσε και του εχάρισε όνομα το ανώτερον από κάθε άλλο όνομα, ώστε, εις το όνομα του Ιησού, να κάμψη κάθε γόνυ των επουρανίων και των επιγείων και των καταχθονίων, και κάθε γλώσσα να ομολογήση ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος εις δόξαν του Θεού Πατρός.» Όταν ο Παύλος λέγει «Κύριος ημών», σκέπτεται όλους εκείνους που δια πίστεως έχουν δεχθεί την κυριαρχία του Ιησού επάνω τους.
Γιατί άραγε ο Παύλος να γράφει εδώ, στην αρχή της επιστολής του, τούτες τις διευκρινίσεις για το πρόσωπο του Κυρίου (αυτές που αναφέρονται στα εδάφια 3 και 4) ; Θα το καταλάβωμε αν μεταφερθούμε στην τότε εποχή, και φέρουμε στον νου τα εξής:
Ο Παύλος, γράφοντας στους Ρωμαίους, απευθυνόταν σε Εθνικούς πιστούς, όχι Ιουδαίους. Όντας εδώ στην γη, ο Κύριος, και φορώντας την φόρμα της Ιουδαϊκής εθνικότητας ήταν, όπως είπαμε, δεσμευμένος απ” τις θεοκρατικές υποχρεώσεις τούτου του λαού, και δεν μπορούσε να έλθει σε σχέση, σε κοινωνία με τα Έθνη. Ήταν κάτι απαγορευμένο για έναν Ιουδαίο. Nα θυμηθούμε την αντίδραση που συνάντησε ο Πέτρος σαν πλησίασε τον εθνικό Κορνήλιο, να του φέρη το μήνυμα του Ευαγγελίου. Γι” αυτό και ο Κύριος είχε περιορισθεί να μαζέψει μόνον τα πρόβατα τα χαμένα απ” τον οίκο Ισραήλ. Με το θάνατο όμως και την ανάσταση Του ελευθερώθηκε απ” τους Ιουδαϊκούς δεσμούς, και έχοντας τώρα πάρει τις θείες ιδιότητες του Υιού του Θεού, μπορεί να επικοινωνήσει χωρίς περιορισμούς πλέον με τα Έθνη, μέσω ενός αποστολικού έργου θεμελιωμένου ειδικά γι” αυτούς. Και είναι απ” αυτή την νέα Του θέση που έχει αποστείλει τον Παύλο στα Έθνη, και από δω ο Παύλος ορμώμενος τους γράφει.

Εδάφια 5,6
«Δι” ου ελάβομεν χάριν και αποστολήν εις υπακοήν πίστεως εν πάσι τοις έθνεσιν υπέρ του ονόματος αυτού, εν οις εστέ και υμείς κλητοί Ιησού Χριστού».
«Δια του οποίου ελάβομε χάριν και αποστολήν, να κηρύξωμεν υπακοήν εις την πίστιν εις όλα τα Έθνη χάριν του ονόματος του, μεταξύ των οποίων είσθε και σεις καλεσμένοι του Ιησού Χριστού».

«Δι” ου ελάβομεν χάριν και αποστολήν». Είναι απ” την ουράνια Του δόξα, και απ” την κατάσταση Του σαν Υιός του Θεού, που ο Χριστός εθεμελίωσε την νέα αποστολικότητα προς τα Έθνη, έργο στο οποίον εκάλεσε και τον Παύλο. Γράφοντας στους Γαλάτας, στο Α1, ο ίδιος λέγει: «Παύλος, απόστολος εντεταλμένος όχι από ανθρώπους ούτε δι” ανθρώπου, αλλά δια του Ιησού Χριστού και του Θεού Πατρός…»
Δύο πράγματα είχε λάβει ο Παύλος απ” τον Χριστόν, «χάριν και αποστολήν». Με την χάρη κέρδισε την προσωπική του σωτηρία. Του δόθηκε όμως και μια αποστολή. Ποιά; Να κηρύξει την «υπακοή πίστεως».
«Υπακοήν πίστεως» σημαίνει, «Υπακοή που συνίσταται σ” αυτήν την ιδία την πίστη». Δια της πίστης ο άνθρωπος εκτελεί μια πράξη υπακοής στην Θεία αποκάλυψη, που ζητά απ” αυτόν υποταγή και συνεργασία. Γι” αυτό και η άρνηση της πίστης καλείται στο Ι 3 «ουχ υπετάγησαν» (δεν έδωσαν την υπακοή στην οποίαν οδηγεί η πίστη). Η πίστη στην ουσία της είναι μια πράξη υπακοής.
Και ποιός είναι ο χώρος όπου έχει κληθεί να εκτελέσει τούτη την αποστολή του ο Παύλος; «Εν πάσι τοις Έθνεσιν». Εδώ εννοεί όλους τους μη Ιουδαίους.
Και που θα κατευθύνεται η «υπακοή πίστεως» την οποίαν ο Παύλος έχει σαν αποστολή να κηρύξη «εν πάσιν τοις Έθνεσιν»; Που θα κατευθύνει την πίστη των ανθρώπων, ποιό αντικείμενο έχει σαν αποστολή να την καλέσει ν” αγκαλιάσει; «Υπέρ του ονόματος αυτού». Αυτό το όνομα τους καλεί να πιστέψουν.
Ο Παύλος δεν ξεχνά ότι αυτός είναι ο ύψιστος στόχος της αποστολικότητας του, να υψώσει την δόξα εκείνου του ονόματος επεκτείνοντας την σφαίρα ενεργείας Του, και αυξάνοντας τον αριθμό εκείνων που θα Τον δεχθούν σαν προσωπικό τους Σωτήρα και Κύριο.
Τούτα τα λόγια του ακούγονται σαν μια ηχώ του μηνύματος που του έστειλε ο Ιησούς μέσω του Ανανία, τότε στην Δαμασκό, «Αυτός είναι όργανον εκλογής μου, δια να φέρει το όνομα μου ενώπιον Εθνών και βασιλέων και των Ισραηλιτών» (Πρ. Θ15).
Μεγαλειώδες το έργο που είχε ανατεθεί στον Παύλο. Μέχρι τώρα το όνομα του Θεού, το Βασίλειο του Θεού, έμενε κλεισμένο μέσα στο Ιουδαϊκό περικάλυμμα. Ήταν η ώρα που έσπαγε αυτό το κάλυμμα, για ν” απλώσει η δόξα του ονόματος Του, και η Βασιλεία Του να φθάσει έως τα πέρατα της γης. Εδώ ο Παύλος στάθηκε το κύριο όργανο του Θεού, απόστολος στα Έθνη. Γι” αυτό ειδικά το έργο τον κάλεσε ο Θεός.
Όσο για τους Ρωμαίους:
«Εν οις εστέ και υμείς κλητοί Ιησού Χριστού». Ανάμεσα στους άλλους Εθνικούς περιλαμβάνονται και οι Ρωμαίοι, άρα μια και είναι απ” τους Εθνικούς, ανήκουν στον αποστολικό αγρό του Παύλου, γι” αυτό και τους γράφει. Όπως τώρα ο Παύλος είναι «κλητός απόστολος του Ιησού Χριστού» (εδ. 1), έτσι και οι Ρωμαίοι είναι «κλητοί», καλεσμένοι στην πίστη απ” τον Ιησού Χριστό. Ο Ίδιος που ενήργησε και έκανε τον Παύλο απόστολο γι” αυτούς, ο Ίδιος ενήργησε να κληθούν και αυτοί στην πίστη.
Να πούμε δυό λόγια γι” αυτό το «κλητοί Ιησού Χριστού», για την «κλήση», το κάλεσμα του Ιησού Χριστού στον άνθρωπο. Τούτη η κλήση γίνεται με μια εξωτερική πρόσκληση δια του κηρύγματος, και με μια ταυτόχρονη εσωτερική έλξη δια του Αγίου Πνεύματος. Τούτη η διπλή κλήση ποτέ δεν είναι εκβιαστική, είναι απλώς μια έλξη, και πάντα η προσκόλληση στην πίστη παραμένει μια πράξη ελευθερίας του ατόμου. Eιδικά γι” αυτή την εσωτερική έλξη να θυμηθούμε αυτά που αναφέρει στο Ιωάννη ΣΤ44: «Κανένας δεν μπορεί να έλθη σε μένα, εάν δεν τον ελκύση ο Πατέρας που με έστειλε…Είναι γραμμένον στους προφήτες, «Και όλοι θα είναι διδακτοί του Θεού».
Με αυτό το «κλητοί» που αναφέρει ο Παύλος για τους Ρωμαίους υπονοείται ότι τούτοι ήσαν ήδη μέλη της Εκκλησίας του Χριστού.
Από ιστορικής άποψης να προσθέσωμε ότι η πλειονότης της Εκκλησίας της Ρώμης απετελείτο, στις μέρες του Παύλου, από Εθνικούς. Άρα τούτη η Εκκλησία έπεφτε στην περιοχή του.

Εδάφιο 7
«Πάσι τοις ούσιν εν Ρώμη αγαπητοίς Θεού, κλητοίς αγίοις. Χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού Πατρός ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού».
«Γράφω σε όλους που βρίσκονται εις την Ρώμην, τους αγαπητούς του Θεού, τους καλεσμένους αγίους. Χάρις να είναι σε σας και ειρήνη από τον Θεόν τον Πατέρα μας και τον Κύριον Ιησούν Χριστόν».

«Αγαπητούς του Θεού». Σύμφωνα με το Ιωάννη Γ16 («Έτσι ο Θεός αγάπησε …») όλοι οι άνθρωποι αγαπιώνται απ” τον Θεό. Διαφέρει όμως η αγάπη του Θεού για τον αμαρτωλό, απ” αυτή για τον πιστό. Για τον αμαρτωλό η αγάπη του Θεού είναι οίκτος, ευσπλαγχνία, αυτό που νοιώθει κάποιος στην θέα ενός βαθειά δυστυχισμένου. Τούτη η αγάπη όμως για τον αμαρτωλό που συμφιλιώθηκε μαζί Του, για τον πιστό, γίνεται μια βαθειά αγάπη, σαν εκείνη του πατέρα προς το παιδί.
Εδώ είναι και το πρώτο κοινό σημείο του Αποστόλου με τους αναγνώστες του, είναι όλοι τους αντικείμενα της ιδίας αγάπης. Αυτός ο δεσμός δυναμώνει και από έναν άλλον: Είναι το κοινό εσωτερικό έργο μέσα σε όλους, που έχει εκπηγάσει απ” αυτή την αγάπη, είναι η αφιέρωση τους στον Θεό, η αγιότης: «Κλητοίς αγίοις».
«Κλητοίς αγίοις». Εκείνο που εννοεί εδώ ο Παύλος είναι ότι αυτοί είναι άγιοι, ξεχωρισμένοι, δηλαδή, για τον Θεό, και ο λόγος που κατέχουν αυτόν τον τίτλο εμπρός στον Θεό, είναι διότι ο Χριστός τους έχει τιμήσει με την κλήση Του. Καλόντας τους, άλλους τους έσυρε έξω απ” τα μολύσματα της ειδωλολατρείας, άλλους τους έσυρε έξω απ” τον Ιουδαϊσμό, απ” την εξωτερική αφιέρωση (αγιότητα) του παλαιού λαού του Θεού, στην πνευματική αφιέρωση του νέου λαού Του.
Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη η αφιέρωση στον Θεό ερχόταν κληρονομικά, την στιγμή που ο Ιουδαίος έκανε το εξωτερικό σημάδι της περιτομής. Σύμφωνα με την νέα οικονομία όμως, αφιέρωση είναι πρώτα απ” όλα η αφιέρωση της θέλησης, και έτσι όλης της ζωής. Περνά από μέσα προς τα έξω, και όχι από έξω προς τα μέσα. Αυτή είναι η πραγματική αφιέρωση, η πραγματική αγιότητα.
Δύο πράγματα εύχεται ο Παύλος στους αναγνώστες της επιστολής του: «Χάρις να είναι σε σας και ειρήνη από τον Θεόν τον Πατέρα μας και τον Κύριον Ιησούν Χριστόν».
«Χάρις», δηλώνει την αγάπη του Θεού που αποκαλύπτεται με την μορφή της συγνώμης προς τον αμαρτωλό.
«Ειρήνη», είναι το αίσθημα της βαθειάς ηρεμίας και εσωτερικής ησυχίας που μεταδίδεται στην καρδιά, όταν τούτη συμφιλιωθεί με τον Θεό.
Θα μπορούσε να πει κάποιος, αφού πιο πάνω ανεγνώρισε ο Παύλος ότι οι πιστοί αναγνώστες της επιστολής του είναι «αγαπητοί του Θεού», η χάρη και η ειρήνη δεν θα είναι επάνω τους; Γιατί το εύχεται επιπρόσθετα εδώ; Ναι, τις είχαν, αλλά ό,τι έχει ο πιστός θα πρέπει να διατηρείται και να αυξάνεται καθημερινά με νέες πράξεις πίστης και με την προσευχή. Είναι αυτό που είπε ο Κύριος, «Όποιος έχει θα του δοθεί…»
Και από που ο Παύλος ζητά ν” αποκομίσει τούτες τις δύο ευλογίες για τους πιστούς της Ρώμης; Από τον Θεό σαν «Πατέρα», και από τον Ιησού Χριστό σαν «Κύριο», σαν κεφαλή της Εκκλησίας. Στην Αποκάλυψη ο Λόγος του Θεού λέγει ότι η σωτηρία εκπηγάζει από τον θρόνο του Θεού και του Aρνίου. Να προσέξωμε, δεν λέγει εδώ ο Παύλος, «Από τον Θεό Πατέρα μέσω του Ιησού Χριστού», σαν να είχε κατά νουν μια πηγή και ένα κανάλι. Στον νου του έχει δύο πηγές. Η αγάπη του Θεού και η αγάπη του Χριστού είναι δύο διακεκριμένες μεταξύ τους αγάπες. Η μία είναι η αγάπη ενός Πατέρα, η άλλη είναι η αγάπη ενός Αδελφού. Ο Χριστός έχει δική του αγάπη (χάρη) (Ρωμαίους Ε15), δική Του θέληση (Ιωάννης Ε21), και ανεξάρτητη πηγή ζωής μέσα Του (Ιωάννης Ε26).
Εδώ ο Παύλος τελειώνει την προσφώνηση στους αναγνώστες της επιστολής του. Στην συνέχεια, στα εδάφια 8-15, τους γράφει για το από μακρού ενδιαφέρον του για τους Χριστιανούς της Ρώμης:

Εδάφιο 8
«Πρώτον μεν ευχαριστώ τω Θεώ μου δια Ιησού Χριστού υπέρ πάντων υμών, ότι η πίστις υμών καταγγέλλεται εν όλω τω κόσμω».
«Εν πρώτοις ευχαριστώ τον Θεόν μου δια του Ιησού Χριστού για όλους σας, διότι η πίστις σας διαλαλείται εις όλον τον κόσμον».

Ο Απόστολος γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πιο γνήσια απόδειξη ειλικρινούς αγάπης απ” την προσευχή για τον άλλον. Έτσι τοποθετεί την προσευχή γι” αυτούς πρώτη.
«Ευχαριστώ τον Θεόν μου». Δεν λέγει «τον Θεόν», αλλά τον «Θεόν μου». Σε κείνο το «μου» συνοψίζει όλες τις προσωπικές του εμπειρίες της πατρικής βοήθειας του Θεού, στις διάφορες περιστάσεις της ζωής του, και ειδικά σε κείνες του έργου του. Είναι μια προσωπική αποκάλυψη που κάνει ο Θεός ειδικά σε κάθε παιδί Του, γι” αυτό και κάθε παιδί Του Τον ονομάζει με πλήρη συναίσθηση «ο Θεός μου», «ο Πατέρας μου». Eίναι σαν τον ήλιο, που είναι για όλους, αλλά και ο καθένας μπορεί να τον έχει προσωπικά. Να θυμηθούμε απ” την Παλαιά Διαθήκη την φράση «Ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ».
Να σημειώσωμε ότι την ευχαριστία του ο Παύλος την παρουσιάζει στον Θεό Πατέρα μέσω του Ιησού Χριστού («δια Ιησού Χριστού») σαν κεφαλή της Εκκλησίας, και ειδικώτερα δική του.
Και δεν κρύβει την χαρά του γι” αυτούς. Ποιά είναι η αιτία της χαράς του; Είναι «ότι η πίστις τους διαλαλείται εις όλον τον κόσμον.» Δεν είναι μόνον το ότι πιστεύουν, αλλά και το ότι η πίστη τους ακούγεται παντού, πολλοί κάτοικοι της Ρώμης έχουν έλθει στον Χριστό, και αυτό ανοίγει δρόμο για το Ευαγγέλιο και σε άλλες χώρες. Μη ξεχνάμε, η Ρώμη τότε ήταν η πρωτεύουσα του κόσμου, το σταυροδρόμι των λαών.

Εδάφια 9,10
«Μάρτυς γαρ μου εστίν ο Θεός, ω λατρεύω εν τω πνεύματι μου εν τω ευαγγελίω του υιού αυτού, ως αδιαλείπτως μνείαν υμών ποιούμαι, πάντοτε επί των προσευχών μου δεόμενος ει πως ήδη ποτέ ευοδωθήσομαι εν τω θελήματι του Θεού ελθείν προς υμάς.»
«Μάρτυς μου είναι ο Θεός, τον οποίον υπηρετώ με το πνεύμα μου εις το ευαγγέλιον του Υιού του, ότι σας ενθυμούμαι χωρίς διακοπήν, και πάντοτε παρακαλώ εις τας προσευχάς μου, μήπως, με το θέλημα του Θεού, θα έχω την ευτυχίαν επί τέλους να έλθω σε σας.»

«Ω λατρεύω εν τω πνεύματι μου εν τω ευαγγελίω του υιού αυτού.» Το πνεύμα είναι το όργανο δια του οποίου η ψυχή επικοινωνεί με τον Θείο κόσμο. Σύμφωνα με το Α” Θεσσαλονικείς Ε23 είναι ένα απ” τα τρία στοιχεία της ανθρωπίνης υπόστασης. Το πνεύμα του ανθρώπου ζωοποιείται σαν διεισδυθεί από το Πνεύμα του Θεού (όπως το ηλεκτρικό ρεύμα ενεργοποιεί τις ηλεκτρικές συσκευές).
Εκείνο που λέγει εδώ ο Παύλος είναι ότι μέσα στο πνεύμα του, στο πιο βαθύ μέρος της ύπαρξης του, λατρεύει, υπηρετεί τον Θεό στο θέμα του Ευαγγελίου. Είναι το έργο που κάνει στα γόνατα, στην προσευχή, για την πρόοδο του Ευαγγελίου. Τούτο είναι μια συνεχής λατρεία προς τον Θεόν.
Συγκεκριμένο αίτημα της προσευχής του: «Μήπως με το θέλημα του Θεού, ευοδωθώ να έλθω προς εσάς». Να μου φέρει δηλαδή ο Θεός ευνοϊκές περιστάσεις να έλθω προς εσάς. Σκοπός του; Το εξηγεί παρακάτω, η πρόοδος του Ευαγγελίου μεταξύ τους.
Από όσα διαβάζουμε μέχρι εδώ, και από όσα θα δούμε στη συνέχεια, ο Παύλος ζούσε για έναν σκοπό, για το έργο που του είχε εμπιστευθεί ο Θεός. Ο εαυτός του και οι προσωπικές του ανάγκες έχουν εξαφανισθεί τελείως από την σκέψη του και την προσευχή του, και αν κάπου αναφαίνονται, είναι μόνο για να εξυπηρετηθεί το έργο του.
Συνεχίζει γράφοντας στους Ρωμαίους:

Εδάφια 11,12
«Επιποθώ γαρ ιδείν υμάς, ίνα τι μεταδώ χάρισμα υμίν πνευματικόν εις το στηριχθήναι υμάς, τούτο δε εστι συμπαρακληθήναι εν υμίν δια της εν αλλήλοις πίστεως υμών τε και εμού.»
«Διότι έχω ζωηράν επιθυμίαν να σας ιδώ, δια να σας μεταδώσω χάρισμα πνευματικόν, ώστε να στηριχθήτε, δηλαδή (για να μιλήσω καλλίτερα) να ενθαρρυνθούμε μαζί, όταν θα είμαι μεταξύ σας, δια της αμοιβαίας πίστεως, της δικής σας και της δικής μου».

Ο Απόστολος είχε λάβει από τον Θεό πλούτο χαρισμάτων (π.χ. είχε θείες αποκαλύψεις). Αισθανόταν βαθειά την ανάγκη να τα μεταδώσει και σε άλλους, και ειδικά σε μια Εκκλησία τόσο μεγάλη σαν και αυτή της Ρώμης, για να τους βοηθήσει στην πνευματική τους πρόοδο.
«Χάρισμα» είναι μια συγκεκριμένη αποκάλυψη χάρης. Το επίθετο «πνευματικό» δηλώνει την φύση και την πηγή του χαρίσματος που αυτός ελπίζει να μεταδώσει στους πιστούς της Ρώμης. Ο Απόστολος ελπίζει ότι μ” αυτή τους την κοινωνία θα λάβουν μια αύξηση της Θείας δύναμης μέσα τους.
Και με πόση ταπείνωση, δεν λέγει «να σας στηρίξω», αλλά κατ” ευθείαν στο αποτέλεσμα, «εις το στηριχθήναι υμάς». Είναι ο Θεός που θα τους στηρίξει, όχι αυτός.
Το «στηριχθήναι» σημαίνει να βοηθήσεις κάποιον να περπατά σταθερά στον δρόμο που ήδη είναι.
Να προσέξωμε στην συνέχεια πόσο στ” αλήθεια ταπεινός είναι ο Παύλος, και ταυτόχρονα πόσο λεπτός στους τρόπους του: «Ώστε να στηριχθήτε, δηλαδή να ενθαρρυνθούμε μαζί (συμπαρακληθήναι)». Ούτε στιγμή δεν αφήνει να νομισθεί ότι αυτός μόνον θα δώσει, γι” αυτό σπεύδει να συμπληρώσει ότι και αυτός θα ωφεληθεί απ” αυτούς, και αυτός θα πάρει από την κοινωνία τους, και αυτός θα στηριχθεί. Το «Εις το στηριχθήναι υμάς, τούτο δε εστί συμπαρακληθήναι εν υμίν», θα μπορούσαμε λοιπόν να το αποδώσωμε κάπως έτσι: «Με τον σκοπό ώστε σεις να ενθαρρυνθείτε. Και για να μιλήσω πιο σωστά, να ενθαρρυνθώ και εγώ μαζί σας.»
Γι” αυτούς χρησιμοποιεί το «στηριχθήναι», για τον εαυτόν του το «συμπαρακληθήναι». Ποιά θα ήταν η παρηγοριά, η στήριξη του Παύλου; Θα του έφευγε κάποιο αίσθημα απογοήτευσης, και ίσως φόβου για το έργο του, σαν τους έβλεπε, σαν έβλεπε την πρόοδο του Ευαγγελίου ανάμεσα τους. Και πράγματι, διαβάζομε στο Πράξεις ΚΗ15, όταν μετά το ναυάγιο έφθασε στην Ρώμη, και κατέβηκαν οι αδελφοί να τον προϋπαντήσουν, «όταν ο Παύλος τους είδε ευχαρίστησε τον Θεόν και έλαβε θάρρος». Δυνάμωσε όταν βρέθηκε αναμεταξύ τους, με μόνον την παρουσία τους.
Γενικά στον εργάτη του Θεού, η δυνάμωση των άλλων με το έργο του, φέρει και την δική του δυνάμωση. Πάντα παίρνεις το μερίδιο σου απ” την δύναμη που μεταδίδεις.
Και πως θα ενισχυθεί ο ένας με τον άλλον; «Δια της αμοιβαίας πίστεως, της δικής σας, και της δικής μου». Είναι η κοινή τους πίστη που θα τους δυναμώσει. Σαν διηγηθούν ο ένας στον άλλον τα θαυμάσια που έκανε ο Θεός σε απάντηση της πίστης τους.
Αλλά δεν είναι μόνον ότι θέλει να μεταδώσει νέα δύναμη στους Χριστιανούς της Ρώμης ενισχύοντας και την δική του. Θέλει επίσης να βοηθήσει και στην αύξηση της Εκκλησίας της. Δεν έρχεται μόνον σαν χριστιανός επισκέπτης, έρχεται και σαν Απόστολος. Αυτό εξηγεί στην συνέχεια, στα εδάφια 13-15.

Εδάφια 13-14
«Ου θέλω δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, ότι πολλάκις προεθέμην ελθείν προς υμάς, και εκωλύθην άχρι του δεύρο, ίνα τινά καρπόν σχω και εν υμίν καθώς και εν τοις λοιποίς Έθνεσιν. Έλλησι τε και βαρβάροις, σοφοίς τε και ανοήτοις οφειλέτης ειμί».
«Δεν θέλω να αγνοήτε αδελφοί, ότι πολλές φορές είχα την πρόθεσιν να έλθω σε σας, αλλά μέχρι σήμερα εμποδίσθηκα, δια να έχω κάποιον καρπόν και μεταξύ σας καθώς και μεταξύ των λοιπών Εθνικών. Εις τους Έλληνας και τους μη Έλληνας, εις τους σοφούς και τους αμορφώτους είμαι χρεώστης».

Ήδη ο Παύλος ήταν 20 χρόνια Απόστολος όταν έγραφε την επιστολή. Και όλους τους θεωρεί χρεώστες του. Τους οφείλει την ζωή του, το πρόσωπο του, λόγω της χάρης που του δόθηκε, και του αξιώματος που έχει λάβει (Εδάφιο 5). Κάθε χάρισμα που μας δίνει ο Θεός επιθέτει αυτομάτως επάνω μας και μια υποχρέωση, ένα χρέος προς τους άλλους, να τους υπηρετήσουμε μ” αυτό. Γι” αυτόν τον σκοπό άλλωστε μας το έδωσε.

Εδάφιον 15
«Ούτω το κατ” εμέ πρόθυμον και υμίν τοις εν Ρώμη ευαγγελίσασθαι».
«Γι” αυτό, όσον εξαρτάται από εμέ, είμαι πρόθυμος να κηρύξω το Ευαγγέλιον και σε σας που βρίσκεσθε εις την Ρώμην».

Στην θέα του είναι όλη η πόλη, όχι η Εκκλησία μόνον, γιατί εκεί δεν χρειάζεται ευαγγελισμός.

Εδάφιο 16
«Ου γαρ επαισχύνομαι το Ευαγγέλιον του Χριστού. Δύναμις γαρ Θεού εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι, Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι».
«Διότι δεν εντρέπομαι το Ευαγγέλιον του Χριστού. Είναι δύναμις του Θεού προς σωτηρίαν δια κάθε άνθρωπον που πιστεύει, δια τον Ιουδαίον πρώτα και επίσης δια τον Έλληνα».

Οι μακρυές καθυστερήσεις που είχαν εμποδίσει την επίσκεψη του Αποστόλου εις την Ρώμην δεν προήλθαν, όπως μπορεί να νομισθεί, από κάποια ενδόμυχη ανησυχία ή φόβο του, ότι ίσως δεν θα μπορούσε να σταθεί σαν κήρυκας του λόγου σ” αυτό το μέρος. Στο περιεχόμενο ακριβώς του Ευαγγελίου υπάρχει ένα μεγαλείο και μια δύναμη, που υψώνουν τον άνθρωπο που είναι επιφορτισμένος με το κήρυγμα του, πάνω από τέτοιου είδους συναισθήματα.
Μπορεί, πράγματι, να είναι γεμάτος φόβο και τρόμο σαν αρχίζει να παραδίδει ένα τέτοιο μήνυμα, όπως γράφει και στην Α. Κορινθίους Β3. Αλλά είναι ακριβώς το ίδιο το μήνυμα που σαν ακούγεται τον σηκώνει και του δίνει τόλμη, οπουδήποτε και αν ακούγεται. Είναι η φύση του μηνύματος τέτοια.
Και γιατί ο Απόστολος δεν εντρέπεται ένα τέτοιο κήρυγμα; Διότι το Ευαγγέλιον «είναι δύναμις Θεού προς σωτηρίαν δια κάθε άνθρωπον που πιστεύει», είναι το ισχυρό χέρι του Θεού που σώζει τον κόσμο απ” την απώλεια. Το ανθρώπινο γένος είναι πράγματι στον βυθό μιας αβύσσου. Το κήρυγμα του Ευαγγελίου είναι η δύναμη από πάνω που τον βγάζει έξω. Ο κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη σωτηρίας, και το Ευαγγέλιο είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να τον σώσει. Δεν είναι λοιπόν καθόλου ντροπή να είσαι το όργανο μιας τέτοιας δύναμης.
Το Ευαγγέλιο είναι «δύναμη» γιατί μπορεί να κάνει κάτι, δεν είναι απλά λόγια που δεν φέρνουν αποτέλεσμα, φιλοσοφίες, θεωρείες. Και είναι «δύναμη Θεού» γιατί μπορεί να κάνει τα πάντα, όλα όσα υπόσχεται.
«Είναι δύναμις Θεού προς σωτηρίαν». Σωτηρία είναι η κεντρική λέξη του Ευαγγελίου. Είναι η πρωταρχική ανάγκη του κάθε ανθρώπου. Ο κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη να σωθεί. Η ψυχή του έχει άμεση ανάγκη να ελευθερωθεί από ένα κακό, απ” τον αιώνιο όλεθρο στον οποίον οδηγείται. Δεν είναι όμως μόνο αυτό η σωτηρία του. Σαν σωθεί, παίρνει και μια ευλογία. Ποιά είναι αυτή; Η αιώνια ζωή σε κοινωνία με τον Θεό. Η απελευθέρωση από την αιώνια απώλεια, και η συμμετοχή στην αιώνια ζωή, σε κοινωνία με τον Θεό, να τι είναι η σωτηρία για τον άνθρωπο, να τι προσφέρει σ” αυτόν το Ευαγγέλιο.
Και τούτη τη σωτηρία το Ευαγγέλιο μπορεί να την εργασθεί σε κάθε άνθρωπο, φτάνει να εκπληρώνεται μια προϋπόθεση εκ μέρους του. Ποιά είναι αυτή; Είναι η πίστη του ανθρώπου: «Δια κάθε άνθρωπον που πιστεύει».
Να το προσέξουμε αυτό: Η λύτρωση που προσφέρει το Ευαγγέλιο είναι παγκόσμια, «δια κάθε άνθρωπο», σε όποια φυλή, σε όποιο θρήσκευμα και αν ανήκει αυτός, ό,τι και να έχει κάνει. Φτάνει να τηρείται η προϋπόθεση: Να «πιστεύει». Θαυμάζουμε την σοφία του Θεού. Οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση έβαζε, η σωτηρία θα έπαυε να είναι παγκόσμια, κάποιους θα εξαιρούσε. Αν έβαζε π.χ. το μέγεθος της προσφοράς και των καλών έργων, θα ευνοούσε τους πλουσίους, και θα εξαιρούσε τους πτωχούς, που δεν έχουν την δυνατότητα να προσφέρουν. Εάν έβαζε την γνώση ή κάποια προσωπική αξία, θα εξαιρούσε τους αμόρφωτους, ή όλους εκείνους που στερούνται τούτης της αξίας. Σαν μόνη προϋπόθεση έβαλε την πίστη του ανθρώπου, ν” απλώσει δηλαδή τούτος το χέρι της καρδιάς, και να πάρει το δώρο που του προσφέρει ο Θεός. Να δεχθεί την σωτηρία, έτσι όπως του προσφέρεται με το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Τέτοια είναι ακριβώς η πίστη για την οποία μας μιλά εδώ ο Λόγος του Θεού. Και τούτη την πίστη μπορεί να την έχει ο κάθε άνθρωπος, ο κάθε ένας μπορεί ν” απλώσει το χέρι για να πάρει το δώρο. Και το χέρι ο άνθρωπος μπορεί να το απλώσει ελεύθερα, αν αυτός το θέλει. Τίποτα δεν τον αναγκάζει. Η πίστη σαν προϋπόθεση για την σωτηρία, είναι και η μόνη που σέβεται την προσωπική ελευθερία του ανθρώπου. Όποια άλλη προϋπόθεση και αν έβαζε, θα είχε, έστω και στο ελάχιστο, το στοιχείο του εξαναγκασμού μέσα της.
Να λοιπόν τα δύο χαρακτηριστικά της εν Χριστώ σωτηρίας που προσφέρει το Ευαγγέλιο: α) Είναι παγκόσμια. β) Σέβεται απόλυτα την προσωπική ελευθερία του ανθρώπου: «Δια κάθε άνθρωπο που πιστεύει».
Ας το ξαναπούμε τούτο: Η πίστη, έτσι όπως την ζητά εδώ ο Λόγος του Θεού, είναι κάτι το εξαιρετικά απλό, και έτσι που να μην μειώνεται στο ελάχιστο το ελεύθερον της σωτηρίας. Ο Θεός λέγει, «Σου δίνω». Η καρδιά απαντά, «Το δέχομαι». Τέτοια είναι η πίστη. Είναι μια πράξη αποδοχής, ενεργητικής όμως αποδοχής. Δεν προσφέρει τίποτα, απλά παίρνει ό,τι ο Θεός δίνει. Είναι το «χέρι της καρδιάς». Και, όπως είπαμε, ο καθένας μπορεί να το απλώση.
Αν όμως εξετάσεις την πράξη της πίστης στο βάθος της, θα δεις ότι συμμετέχει το όλον της ανθρώπινης προσωπικότητας. Ο νους, η αντίληψη διακρίνει την ευλογία που προσφέρεται μέσα στην Θεία υπόσχεση. Η θέληση υψώνεται κατόπιν της, και η εμπιστοσύνη της καρδιάς παραδίδεται στην υπόσχεση, και έτσι εξασφαλίζεται η ευλογία που προσφέρει ο Θεός.
«Δια κάθε άνθρωπο που πιστεύει, δια τον Ιουδαίον πρώτα και επίσης δια τον Έλληνα». Λέγοντας «Έλληνα», ο Παύλος εννοεί όλο τον Εθνικό, τον ειδωλολατρικό κόσμο. Στην εποχή του ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε δύο αντίπαλες θρησκευτικές κοινωνίες, τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς. Ο Θεός από παλαιά είχε μαζέψει έναν λαό, ήταν όλοι αυτοί που καταγόταν απ” τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Τώρα όμως μαζεύεται ένας καινούργιος λαός. Είναι όλοι εκείνοι που προχωρούν στην προσωπική πράξη της πίστης, αδιάφορα σε ποιό έθνος ανήκουν. Η διάκριση του κόσμου σε Ιουδαίους και Εθνικούς (ειδωλολάτρες), τώρα καταργείται.
«Δια τον Ιουδαίον πρώτα». Το «πρώτα» δεν δηλώνει κάποια προτίμηση στους Ιουδαίους, αλλά την προτεραιότητα στον χρόνο που ανήκε στον Ισραήλ σαν συνέπεια της όλης ιστορίας του.
Ήταν ένα δικαίωμα που το είχε αναγνωρίσει ο Θεός κάνοντας τον Ιησού να γεννηθεί στο μέσον αυτού του λαού. Και ο Ίδιος ο Ιησούς το είχε σεβαστεί, περιορίζοντας τον εαυτόν Του, κατά την διάρκεια της γηίνης Του ζωής, να μαζέψει πρώτα τα χαμένα πρόβατα του οίκου Ισραήλ. Και τους Αποστόλους Του στην συνέχεια τους διέταξε ν” αρχίσουν τον ευαγγελισμό του κόσμου απ” την Ιερουσαλήμ και την Ιουδαία, Πράξεις Α8. Ο Πέτρος και οι 11 παρέμειναν αυστηρά πιστοί σ” αυτό, καθώς αποδεικνύεται απ” το πρώτο μέρος των Πράξεων, κεφάλαια 2-12. Και ο Παύλος είχε υποταγεί σ” αυτό, αρχίζοντας το κήρυγμα του Ευαγγελίου απ” την συναγωγή, σε κάθε εθνική πόλη που πήγαινε.
Και πράγματι, τούτο το δικαίωμα της χρονικής προτεραιότητας βασιζόταν στον προορισμό του Ισραήλ να γίνει ο απόστολος των Εθνών, ανάμεσα στα οποία ζούσε. Ήταν για τους Ιουδαίους πιστούς να μεταστρέψουν τον κόσμο. Γι” αυτό χρειαζόταν να είναι οι πρώτοι που θα ευαγγελισθούν.
Στην συνέχεια, ο Απόστολος θα μας εξηγήσει γιατί το Ευαγγέλιο μπορεί πράγματι να είναι η «σωτηρία του κόσμου» που προσφέρεται σε όλους που πιστεύουν. Αυτό είναι το θέμα του εδαφίου 17. Το Ευαγγέλιον είναι σωτηρία διότι προσφέρει την δικαίωση εκ μέρους του Θεού.

Εδάφιον 17
«Δικαιοσύνη γαρ Θεού εν αυτώ αποκαλύπτεται εκ πίστεως εις πίστιν, καθώς γέγραπται, «ο δε δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται».
«Διότι εις αυτό φανερώνεται δικαίωσις εκ μέρους του Θεού, από πίστιν εις πίστιν, όπως είναι γραμμένον: «Εκείνος που δικαιώνεται δια της πίστεως θα ζήσει».

Ο Παύλος εξηγεί εδώ πως εργάζεται, πως ενεργεί αυτή «η δύναμη προς σωτηρία» που σώζει τον πιστεύοντα: Τον δικαιώνει. Αυτή είναι η θεμελιώδης ιδέα όλης της επιστολής.
Τι να εννοεί άραγε λέγοντας «Δικαιοσύνη Θεού», που μας αποκαλύπτεται στο Ευαγγέλιο; Μήπως την γνωστή ιδιότητα του Θείου χαρακτήρα; Όχι, γιατί αυτή δεν χρειάστηκε να την αποκαλύψει το Ευαγγέλιο. Ήταν και από πριν καθαρά αποκεκαλυμμένη από τον νόμο. Άρα για άλλη δικαιοσύνη μιλά εδώ ο Παύλος. Τα λόγια της προφητείας που αναφέρει αμέσως μετά, «Ο δε δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται», δείχνουν ότι αυτή η «δικαιοσύνη» που αποκαλύπτεται «εν αυτώ», στο Ευαγγέλιο δηλαδή, είναι μια κατάσταση του ανθρώπου, και όχι ένα χαρακτηριστικό του Θεού. Να θυμηθούμε αυτό που είπε στα πλήθη ο Κύριος στην Επί του Όρους Ομιλία: «Εάν δεν περισεύσει η δικαιοσύνη σας απ” αυτή των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε στην βασιλεία των ουρανών».
Σε τι να συνίσταται, ποιά να είναι αυτή η κατάσταση;
Ο όρος «δικαιοσύνη», όταν αναφέρεται στον άνθρωπο, όπως εδώ, κατά γράμμα δηλώνει την ηθική θέση στην οποία βρίσκεται ένας άνθρωπος, όταν έχει εκπληρώσει στην εντέλεια όλες του τις υποχρεώσεις. Τότε λέμε, «αυτός είναι δίκαιος».
Εδώ όμως μας μιλά ποιό ειδικά για «δικαιοσύνη Θεού, που αποκαλύπτεται στο Ευαγγέλιο». Ποιά να είναι αυτή; Αυτή είναι η σχέση προς τον Θεόν στην οποίαν ένας άνθρωπος θα τοποθετιόταν φυσιολογικά με την δικαιοσύνη του, εάν καθ” υπόθεσιν ήταν δίκαιος, εάν εκτελούσε όλο τον νόμο. Τούτο όμως δεν μπορεί ο άνθρωπος να το κάνει. Τελικά τούτη τη θέση του τη δίνει ο Θεός, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μόνο και μόνο λόγω της πίστης του, γιατί απλώνει το χέρι της πίστης και την παίρνει.
Το ρήμα «δικαιώνω» σημαίνει, δηλώνω, διακηρύττω κάποιον δίκαιο (Ιδέ Ρωμ. Β13, Γ4, Γ20, Α. Κορ. Δ4, Λουκ. Ζ29,35, ΙΣΤ15). Ποτέ δεν σημαίνει «κάνω κάποιον δίκαιο» με «εσωτερική μετάδοση δικαιοσύνης». Λέμε, «ο Θεός με δικαίωσε», και σημαίνει, ο Θεός με θεωρεί δίκαιο, με διακηρύττει δίκαιο, λέγει: «Αυτός είναι δίκαιος απέναντι μου», «είναι εντάξει απέναντι μου», άσχετα τι πραγματικά είμαι εγώ.
Όταν ο Θεός αναγνωρίζει, διακηρύττει κάποιον «δίκαιον» ενώπιον Του του απονέμει δύο χάρες: Θεωρεί και μεταχειρίζεται από δω και πέρα αυτόν τον άνθρωπο, α) Σαν να μην είχε ποτέ διαπράξει κανένα κακό, και β) Σαν να είχε εκτελέσει κάθε καλό που ο Θεός θα μπορούσε να περιμένει απ” αυτόν.
Όταν στη Γραφή μιλάμε για την «δικαίωση” του ανθρώπου, ή για την «δικαιοσύνη» του, εννοούμε τούτη την απόφαση του Θεού που θέτει τον άνθρωπο σ” αυτή την προνομιακή σχέση μαζί Του. Δυνάμει αυτής της απόφασης, ο άνθρωπος έχει από τούδε την δικαιοσύνη του Θεού με το μέρος του, και όχι εναντίον του.
Τούτη η «δικαιοσύνη» είναι κάτι που «αποκαλύπτεται», δηλαδή προσφέρεται στον άνθρωπο δια του Ευαγγελίου, απλώνει δηλαδή αυτός το χέρι της πίστης, την παίρνει, και την κάνει δική του. Δεν είναι κάτι που «μεταδίδεται» εσωτερικά δια της δωρεάς του Πνεύματος. Δεν είναι το Άγιο Πνεύμα που θα κάνει τον άνθρωπο δίκαιο. Την δικαιοσύνη ο Θεός την προσφέρει στον άνθρωπο με το κήρυγμα του Ευαγγελίου, και αυτός μπορεί να τη κάνει δική του μέσα σε μια στιγμή, με την πίστη του, έτσι όπως εγώ απλώνω το χέρι και παίρνω την φέτα ψωμί που μου δίνεις. Και για να πάμε στη συνέχεια, στον άνθρωπο που πήρε μ” αυτόν τον τρόπο την δικαιοσύνη του, ο Θεός, βάσει υπόσχεσης Του, θα του στείλει αμέσως το Πνεύμα, και Αυτό θ” αρχίσει να μεταδίδει τη ζωή του Χριστού μέσα του.
Η «δικαίωση» είναι η προϋπόθεση της εισόδου στην κατάσταση της σωτηρίας εδώ κάτω. Η μετάδοση της ζωής του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος είναι η προϋπόθεση της εισόδου στην κατάσταση της δόξας εκεί πάνω. Και η σειρά είναι πάντα αυτή: Πρώτα θ” απομακρυνθεί η καταδίκη, και μετά θα έλθει η πνευματική ζωή μέσα μας. Πρώτα θα συμφιλιωθούμε με τον Θεό, πρώτα ο Θεός θα μας διακηρύξει δίκαιους απέναντι Του, και μετά θα μας αναγεννήσει. Πρώτα ο Θεός διακηρύττει τον άνθρωπο «δίκαιο», και μετά τον κάνει τέτοιο. Ποτέ δεν μπορεί να γίνει το αντίθετο. Όπως φαίνεται καθαρά εδώ, και θα το δούμε ακόμα ποιό καθαρά στη συνέχεια, στο θέμα της δικαίωσης, όλα εξαρτιόνται από την προσφορά του Θεού, και τίποτα απ” την προσπάθεια του ανθρώπου.
Στο Δ3 ο Παύλος δικαιολογεί τούτο το δόγμα «της δικαιοσύνης του Θεού εκ πίστεως εις πίστιν» με τα λόγια του Μωυσή, «Επίστευσε δε Αβραάμ τω Θεώ, και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην», δηλαδή του λογαριάστηκε σαν το ισοδύναμο μιας δίκαιης και άμεμπτης ζωής, μόνο και μόνο γιατί πίστεψε, και ας ήταν αυτός που ήταν.
Το εδάφιο 17 είναι από τα βασικώτερα της Γραφής. Ας το μελετήσωμε λέξη προς λέξη:
«Δικαιοσύνη γαρ Θεού εν αυτώ αποκαλύπτεται εκ πίστεως εις πίστιν, καθώς γέγραπται, «ο δε δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται».
«Δικαιοσύνη Θεού»: Είναι η μια δικαίωση για τον άνθρωπο, που έχει τον Θεό σαν πρωτεργάτη. Ο Θεός την ετοιμάζει και την προσφέρει. Στο Φιλιππησίους Γ9 το λέγει πιο καθαρά: «Η δικαίωση που έρχεται από τον Θεό». Το αντίθετο θα ήταν η «δικαιοσύνη ανθρώπου», μια δικαίωση, δηλαδή, που την επεξεργάζεται μόνος του ο άνθρωπος, με τα έργα του, με την αξία του.
Τώρα, μια δικαιοσύνη που την ετοιμάζει και την προσφέρει ο Θεός, σίγουρα ανταποκρίνεται στην ουσία Του, και δεν μπορεί παρά να είναι αποδεκτή απ” Αυτόν, είναι έτσι όπως την θέλει Αυτός.
Τούτη η δικαιοσύνη «αποκαλύπτεται», δηλαδή, ενώ μέχρι τώρα ήταν κρυμμένη, τώρα έρχεται στο φως. Ποιός την φέρνει στο φως; Από που, με τι μέσον αποκαλύπτεται; «Εν αυτώ», δηλαδή εις το Ευαγγέλιο, εις το Ευαγγελικό κήρυγμα. Είναι μ” αυτό το κήρυγμα που η «δικαιοσύνη του Θεού», η δικαιοσύνη που έφτειαξε ο Θεός, να το πούμε έτσι, και την προσφέρει στον καθένα, αποκαλύπτεται καθημερινά στον κόσμο.
Η συνέχεια τώρα: «Δικαιοσύνη γαρ Θεού εν αυτώ αποκαλύπτεται εκ πίστεως εις πίστιν». «Εκ πίστεως εις πίστιν». Τι να σημαίνει αυτό;
Πρώτα το «εκ πίστεως»: Η «δικαιοσύνη του Θεού αποκαλύπτεται» μέσω του κηρύγματος του Ευαγγελίου ως προκύπτουσα «εκ πίστεως», κατά την έννοια ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ίδια η πίστη που λογαριάζεται στον άνθρωπο σαν δικαιοσύνη. Πιο απλά: Όποιος πιστεύει, δικαιώνεται απο τον Θεό. Αυτό σημαίνει το «εκ πίστεως».
Το «εις την πίστιν» τώρα; Αυτό σημαίνει ότι, το «όργανον» δια του οποίου το κάθε άτομο μπορεί προσωπικά να οικειοποιηθεί, να κάνη δική του μια τέτοια δικαίωση, είναι παρομοίως η πίστη.
Με απλά λόγια, εκείνο που θέλει να πει με τούτη την έκφραση («εκ πίστεως εις πίστιν») είναι ότι, σ” αυτή την «δικαιοσύνη», η πίστη είναι το παν, απολύτως το παν. Στην ουσία τούτη η «δικαιοσύνη» είναι η ίδια η πίστη. Και ο καθένας την οικειοποιείται, την κάνει δική του, δια πίστεως.
Την ίδια έκφραση την συναντάμε, κάπως διαφορετικά διατυπωμένη, αλλά με το ίδιο ακριβώς νόημα, και σε άλλα εδάφια, π.χ. «Δικαίωσις εκ μέρους του Θεού δια πίστεως εις τον Ιησούν Χριστόν δι” όλους και εις όλους που πιστεύουν» (Ρωμ. Γ22). «Δια να δοθή εις τους πιστεύοντας η υπόσχεσις βάσει της πίστεως εις τον Ιησούν Χριστόν» (Γαλ. Γ22). Και στο Φιλιππησίους Γ9: «Έχοντας δικαίωσιν προερχομένην όχι από την τήρησιν του νόμου, αλλά εκείνη που δίδεται δια της πίστεως εις τον Χριστόν, την δικαίωσιν που έρχεται από τον Θεόν βάσει της πίστεως.»
Εδώ θα πρέπει να προσέξουμε, να μην θεωρήσουμε ότι η πίστη που παίρνει την δικαίωση έχει κάποια αξία, και ότι η δικαίωση της δίδεται σαν αμοιβή. Εκείνο που δικαιώνει είναι μόνον το αντικείμενο της πίστης, ο Ιησούς Χριστός και το έργο Του. Η πίστη απλώς φέρνει τούτο το αντικείμενο στην κατοχή του ανθρώπου. Με την πίστη μου, απλά, κάνω δικό μου εκείνο που αγωνίστηκε και πέτυχε ο Ιησούς Χριστός. Είναι το χέρι που παίρνει το δώρο. Και το δώρο δεν είναι αμοιβή, επειδή άπλωσες το χέρι. Δεν είσαι υποχρεωμένος απέναντι στον ζητιάνο επειδή απλώνει το χέρι. Το απλωμένο του χέρι δεν είναι κάποια προσφορά που σου κάνει, την οποία και θα πρέπει ν” αμείψεις. Θέλεις και του δίνεις, και αυτός δεν θα πάρει ποτέ το δώρο σου, παρά μόνον σαν απλώσει το χέρι.
Τούτη η δικαιοσύνη που ο Θεός αποκαλύπτει, και προσφέρει στον άνθρωπο μέσω του Ευαγγελίου, λογαριάζοντας γι” αυτό τον σκοπό μόνον την πίστη του, και τίποτα άλλο, και την οποία ο άνθρωπος την παίρνει με την πίστη του (μου το αποκάλυψε ο Θεός, μου το προσφέρει, το παίρνω, τούτη τη στιγμή γίνεται δικό μου, τόσο απλά, χωρίς τίποτα άλλο), είναι μια από τις βασικώτερες αλήθειες του Ευαγγελίου. Και ο Απόστολος είναι τόσο πεπεισμένος για την ενότητα που υπάρχει μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, ώστε δεν μπορεί να δηλώσει μια απ” τις μεγάλες αλήθειες του Ευαγγελίου, χωρίς ν” αναφέρει ένα εδάφιο απ” την Παλαιά Διαθήκη προς υποστήριξη της. Είναι ένα εδάφιο απ” τον Αββακούμ, το Β4, που έχει προφανώς παίξει έναν σπουδαίο ρόλο και στην δική του ζωή. Το αναφέρει και στο Γαλάτας Γ11: «Ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται».
Ο προφήτης Αββακούμ αντιπαραθέτει σε τούτο το εδάφιο καθέναν που υπερηφανεύεται βασιζόμενος στην δική του δύναμη, με τον ταπεινόν Ισραηλίτη που θέτει την εμπιστοσύνη του στον Θεό μόνον. Ο πρώτος, όπως αναφέρει ο προφήτης θ” αφανισθεί. O δεύτερος, ο οποίος μόνος είναι δίκαιος στα μάτια του Θεού, θα ζήσει. Σαν πίστη εδώ εννοεί την πίστη του ανθρώπου στον Θεόν του.
«Ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται»: Για να ζήσεις, για να κερδίσεις τη ζωή, θα πρέπει να ενωθείς με τη πηγή της ζωής, με τον Θεό. Τούτο δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο σαν τακτοποιηθείς απέναντι Του, σαν «δικαιωθείς», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο της Γραφής. Και ο άνθρωπος δικαιώνεται, όπως είδαμε προηγουμένως, με μόνο τη πίστη του. Να γιατί, «Ο δίκαιος θα ζήσει δια πίστεως», δια της οποίας και έχει γίνει δίκαιος.
Μέσα στη λέξη «ζήσεται», «θα ζήσει», περιλαμβάνονται δύο ευλογίες: α) Απελευθέρωση απ” τον αιώνιο θάνατο, και β) Κατοχή της αιώνιας ζωής. Είναι ακριβώς η ιδέα της «σωτηρίας» του εδαφίου 16.
Στην συνέχεια, έως το κεφάλαιο 5, ο Παύλος αναπτύσσει το θέμα της «δικαιοσύνης δια πίστεως». Τούτο τo κομμάτι μπορούμε να το χωρίσωμε σε τρείς μεγάλες ενότητες: Κεφάλαια Α18-Γ20, η περιγραφή της παγκόσμιας καταδίκης. Κεφάλαια Γ21-Ε11, η περιγραφή της παγκόσμιας δικαίωσης. Εδάφια Ε12-21, η μεγάλη αντίθεση μεταξύ του Αδάμ και του Χριστού.
Καθώς θα δούμε σε ότι ακολουθεί, ο Απόστολος, πριν αρχίσει να εκθέτει το μέγα θέμα «της δικαίωσης δια πίστεως», προετοιμάζει τον δρόμο γι” αυτό, αποκαλύπτοντας στην ανθρώπινη ζωή τις αιτίες γι” αυτόν τον τόσο ασυνήθη, και κατά τον ανθρώπινο νουν «αφύσικο» τρόπο σωτηρίας. Εάν το Ευαγγέλιο αποκαλύπτει την «δικαιοσύνη του Θεού», είναι διότι εκεί μέσα υπάρχει και μια άλλη αποκάλυψη, η αποκάλυψη της «οργής του Θεού», η οποία, εάν δεν προσφερόταν η «δικαιοσύνη του Θεού», θα αφάνιζε όλο το ανθρώπινο γένος.

Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΕΘΝΗ. Ρωμαίους Α18-32.

Εδάφιο 18
«Αποκαλύπτεται γαρ οργή Θεού απ” ουρανου επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων των την αλήθειαν εν αδικία κατεχόντων».
«Διότι η οργή του Θεού φανερώνεται από τον ουρανόν εναντίον κάθε ασεβείας και κακίας ανθρώπων, οι οποίοι δια της κακίας των καταπνίγουν την αλήθειαν».

Συνηθίζει ο Παύλος, όταν ξεκινά ένα καινούργιο θέμα, στο πρώτο εδάφιο να περιλαμβάνει ανακεφαλαιωτικά όλες τις ιδέες που αναπτύσσονται στην συνέχεια. Η μελέτη λοιπόν τούτου του εδαφίου, θα είναι μια πρώτη ανάλυση όλου του τμήματος που ακολουθεί.
«Αποκαλύπτεται γαρ οργή Θεού». «Γαρ», «διότι»: Υπάρχει μια αποκάλυψη δικαίωσης μέσα στο Ευαγγέλιο, «διότι» υπάρχει μέσα σ” αυτό και μια αποκάλυψη οργής πάνω σ” όλον τον κόσμο. Και τούτη η «δικαίωση» («σωτηρία», εδ. 16) είναι αναγκαία για να σώσει τον κόσμο απ” τις συνέπειες αυτής της οργής.
«Οργή Θεού». Οργίζεται ο άγιος Θεός απέναντι μας; Ναι. Αλλά από την ιδέα της «οργής», όταν αναφέρεται στον Θεό, θα πρέπει βεβαίως να εξαιρέσωμε όλα εκείνα τα στοιχεία που μολύνουν την ανθρώπινη οργή, την προσωπική πικρία για παράδειγμα, και την ηθική αναστάτωση, που δίνουν στις εκδηλώσεις τούτης της οργής τον χαρακτήρα της εκδίκησης. Στον Θεό όταν οργίζεται, δεν υπάρχει μέσα Του η διάθεση προς εκδίκηση για ατομιστικούς λόγους, όπως υπάρχει σε μας.
Στον Θεό, που είναι το ίδιο το καλό, η οργή εμφανίζεται σαν η άγια αποδοκιμασία του κακού, και η σταθερή απόφαση να το καταστρέψει. Ο Θεός οργίζεται απέναντι στο κακό, και δεν μπορεί να το ανεχθεί. Εμείς συνήθως οργιζόμαστε όταν κάτι βλάπτει το άτομο μας, τα συμφέροντα μας. Εδώ γίνεται συνήθως ένα λάθος. Λένε ότι ο Θεός οργίζεται μόνον απέναντι στο κακό σαν πράξη, και όχι απέναντι στον άνθρωπο που το κάνει, αυτόν τον αγαπά, τις πράξεις του μισεί. Κατά τη Γραφή όμως αυτή η αντίληψη είναι λάθος. Στο μέτρο που ο άνθρωπος σταματά ν” αντιτίθεται στο κακό, και εθελοντικά ταυτίζεται μαζί του, τότε γίνεται και αυτός ο ίδιος το αντικείμενο της οργής του Θεού, και υφίσταται όλες τις συνέπειες της. Αυτό, δηλαδή, που λένε, ότι ο Θεός μισεί την αμαρτία, αλλά αγαπά τον αμαρτωλό, είναι σωστό μέχρι μόνον έναν βαθμό.
Και η οργή του Θεού αποκαλύπτεται «απ” ουρανού». Ο «ουρανός» εδώ δηλώνει την αόρατη κατοικία του Θεού, την έδρα της τέλειας τάξης, απ” όπου εκπηγάζει κάθε φανέρωση δικαιοσύνης πάνω στην γη, κάθε νικηφόρα πάλη του καλού ενάντια στο κακό.
Ο ορατός ουρανός, το κανονικό της κίνησης των άστρων, η καθαρή λάμψη τους που μοιάζει με ζωή, όλο αυτό το μεγαλειώδες θέαμα, έχει πάντα συνδεθεί στην συνείδηση του ανθρώπου με την αισθητή παρουσία της Θείας τάξης. Είναι υπό την επήρεια αυτής της αίσθησης, που ο άσωτος υιός κραυγάζει, «Πατέρα αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιον σου».
«Αποκαλύπτεται γαρ οργή Θεού απ” ουρανού επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων». Τι να εννοεί ο Παύλος λέγοντας «ασέβεια», και τι λέγοντας «αδικία»;
Όπως θα δούμε στη συνέχεια, με την λέξη «ασέβεια» δηλώνει όλες τις κακίες στην θρησκευτική σφαίρα, για παράδειγμα, την άρνηση λατρείας και ευχαριστίας στον Θεό. Και με την λέξη «αδικία», όλες εκείνες που ανήκουν στην ηθική περιοχή, και ειδικώτερα, όπως θα μας εξηγήσει στο εδάφιο 28, την άρνηση του ανθρώπου να γνωρίσει το ηθικό καλό, που προέρχεται από τον Θεό.
Και ένα άλλο να παρατηρήσωμε: Ο Απόστολος δεν λέγει «ανθρώπων» αόριστα, αλλά ειδικά, «ανθρώπων των την αλήθειαν εν αδικία κατεχόντων», «ανθρώπων που καταπνίγουν την αλήθεια δια της αδικίας». Εναντίον αυτών αποκαλύπτεται «οργή Θεού». Ποιοί να είναι αυτοί; Όπως θα δούμε στη συνέχεια, όλος ο ειδωλολατρικός κόσμος.
Το Ευαγγέλιο, λοιπόν, μας αποκαλύπτει ότι υπάρχει οργή Θεού επάνω σε κάθε ασέβεια και κακία των ανθρώπων, και ειδικά ενάντια «Των την αλήθειαν εν αδικία κατεχόντων», ενάντια εκείνων που άδικα, παράνομα, καταπνίγουν την αλήθεια που τους έχει εμπιστευθεί ο Θεός.
Μια πρώτη ερώτηση είναι εδώ, ποιά είναι αυτή η «αλήθεια» που, σαν την πήραν απ” τον Θεό, την κατέπνιξαν; Τα εδάφια 19 και 20 αποδεικνύουν ότι είναι η γνώση του προσώπου και του χαρακτήρα του Θεού που μεταδόθηκε στην συνείδηση του ανθρώπου. Τούτη την αλήθεια, σαν την έλαβε ο άνθρωπος, την εμπόδισε να διαχυθεί στον νου του σαν φως να τον φωτίσει, και στην συμπεριφορά του να την καθοδηγήσει σαν άγια εξουσία και δίκαιος κανόνας.
Και τούτο, λέγει, το έκαναν «Εν αδικία», (επίρρημα), «άδικα», «άνομα». Και πράγματι είναι άδικο, παράνομο, διαστροφή, το να παραλύσεις την επίδραση της αλήθειας στην καρδιά και στην ζωή κάποιου.
Εναντίον αυτών των ανθρώπων, που κατέπνιξαν την αλήθεια που τους έχει δώσει ο Θεός, δηλαδή, εναντίον της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων, «Αποκαλύπτεται γαρ οργή Θεού απ” ουρανού».
Τι είδους αποκαλύψεις της οργής του Θεού να εννοεί εδώ ο Παύλος; Μήπως εννοεί την κρίση της συνείδησης μέσα στον άνθρωπο; Όχι, γιατί μιλά για ένα φανερό γεγονός, ορατό σε όλους. Άλλοι θεώρησαν ότι είναι το ίδιο το κήρυγμα του Ευαγγελίου που αποκαλύπτει τούτη την οργή του Θεού, είναι απλά η ενημέρωση μας ότι ο Θεός είναι οργισμένος εναντίον μας. Άλλοι ότι αναφέρεται στο ξέσπασμα της οργής του Θεού στην τελική κρίση. Τούτο όμως δεν συμβιβάζεται με τον ενεστώτα «αποκαλύπτεται» – τώρα αποκαλύπτεται, όχι «θα αποκαλυφθεί».
“Αλλοι, σαν «οργή Θεού που αποκαλύπτεται απ” ουρανού», θεωρούν το πλήθος των δεινών που συνεχώς συνθλίβουν την αμαρτωλή ανθρωπότητα. Αλλά η συνέχεια της ανάπτυξης του θέματος δεν βοηθά ούτε αυτή την εξήγηση.
Ποιά είναι ακριβώς αυτή η οργή, που ήδη είναι αποκαλυμμένη, φανερή, πάνω στους ανθρώπους, θα μας την πει ο Παύλος αμέσως στην συνέχεια.
Στο εδάφιο 24 για παράδειγμα, μας αναφέρει μια Θεία τιμωρία, που είναι τώρα πάνω στους ανθρώπους, απόδειξη της οργής του Θεού εναντίον τους. Ποιά είναι αυτή; Τους παρέδωσε, μας αναφέρει, στη δύναμη των ακαθάρτων τους πόθων. Το ίδιο μας ξανααναφέρει στο εδάφιο 26, και για μια τρίτη φορά στο εδάφιο 28: «Τους παρέδωσε ο Θεός εις ανάξιον νουν», σε ανόητο νου. Θα τα δούμε όμως στη σειρά, σαν φθάσουμε εκεί.
Να δούμε τώρα αναλυτικά, ποιά είναι η αλήθεια που απεκάλυψε ο Θεός στον άνθρωπο, και αυτός την κατέπνιξε.

Εδάφια 19,20
«Διότι το γνωστόν του Θεού φανερόν εστιν εν αυτοίς. Ο γαρ Θεός αυτοίς εφανέρωσε. Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, η τε αϊδιος αυτού δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτούς αναπολογήτους».
«Διότι ό,τι είναι δυνατόν να γίνει γνωστόν περί του Θεού, τους είναι φανερόν, επειδή ο Θεός τους το εφανέρωσε. Διότι αι αόρατοι ιδιότητες του, δηλαδή η αιωνία δύναμις του και η θεότης του, βλέπονται καθαρά, αφ” ότου εδημιουργήθηκε ο κόσμος, γινόμεναι νοηταί δια μέσου των δημιουργημάτων, ώστε να είναι οι άνθρωποι αναπολόγητοι.»

Η «αλήθεια» για την οποία ο Παύλος επιθυμούσε να μιλήσει στο εδάφιο 18, ήταν εκείνη της αποκάλυψης του προσώπου και του χαρακτήρα του Θεού, που Αυτός έχει δώσει στους ανθρώπους. Άρα οι άνθρωποι κατέπνιξαν την αλήθεια, «διότι» η αλήθεια τους έχει αποκαλυφθεί, και την άλλαξαν σε ψέμμα (εδ. 21-23,25).
«Το γνωστόν του Θεού φανερόν εστιν εν αυτοίς»: «Ό,τι μπορεί να γίνει γνωστόν για τον Θεό, χωρίς την βοήθεια μιας ασυνήθους αποκάλυψης, είναι καθαρά αποκεκαλυμμένο μέσα τους». Ένα φως εδόθηκε στην συνείδηση και τον νου τους, και αυτό το φως εφανέρωσε την ύπαρξη και τον χαρακτήρα του Θείου Όντος.
Και γιατί είναι «φανερόν εν αυτοίς»; Διότι «ο Θεός αυτοίς εφανέρωσε». Είναι ο Ίδιος ο Θεός που τους το έχει αποκαλύψει μέσα τους
Ο Θεός δεν γνωρίζεται όπως γνωρίζονται όλα τ” άλλα γύρω μας. Όταν Αυτός γίνεται γνωστός, είναι γιατί ο Ίδιος δίνει τον εαυτόν Του να γίνει γνωστός. Η γνώση που τα όντα έχουν γι” Αυτόν είναι μια προσφορά από μέρους Του.
Το εδάφιο 20 εξηγεί τα εξωτερικά μέσα δια των οποίων Αυτός εργάσθηκε αυτή την αποκάλυψη του εαυτού Του στην συνείδηση των ανθρώπων: «Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται». Είναι λοιπόν με τα έργα Του στην φύση που αποκαλύπτει τον εαυτόν Του.
Με τον όρο «αόρατα» ο Απόστολος δηλώνει την ουσία του Θεού, και τα πολλαπλά χαρακτηριστικά που την διακρίνουν (την σοφία, την δύναμη, την αιωνιότητα Του κ.λ.π.). Τα συνοψίζει στην συνέχεια σ” αυτούς τους δύο όρους, «αϊδιος δύναμις και θειότης».
Η δύναμη Του είναι εκείνη που, πρώτα απ” όλα, καθηλώνει τον άνθρωπο, καθώς το θέαμα της φύσης παρουσιάζεται από μόνο του στην θέα του.
Τώρα, μέσα στον άνθρωπο, ο Θεός έχει φυτεύσει ορισμένες αρχές, βάσει των οποίων τούτος λειτουργεί. Μια απ” αυτές είναι η αρχή της αιτιότητας. Όταν ο άνθρωπος δει κάτι, ένα έργο, ένα αποτέλεσμα, αμέσως ο νους του τρέχει να βρει την αιτία, ποιός και γιατί το έφτειαξε. Έτσι λοιπόν, σ” αυτό το απέραντο αποτέλεσμα, σ” αυτό το απέραντο έργο, που έχει διαρκώς εμπρός στα μάτια του, βλέπει την αποκάλυψη μιας μεγάλης αιτίας, κάποιος τα φτειαξε όλα αυτά, σκέφτεται, και για κάποιο σκοπό. Και έτσι ο Ύψιστος αποκαλύπτεται σ” αυτόν. Το πρώτο που του αποκαλύπτεται είναι η δύναμη Του.
Καθώς τώρα κυττά και εμβαθύνει γύρω του, παρατηρεί ότι για όλα υπάρχει κάποιος σκοπός, κάτι εξυπηρετούν, ο ήλιος θερμαίνει και φωτίζει, το νερό συντηρεί τη ζωή, οι εποχές βοηθούν τα δένδρα να καρπίζουν. Αναγνωρίζει, λοιπόν, ότι δίπλα σ” αυτή τη δύναμη ενεργεί και άπειρη σοφία, νοημοσύνη, που έχει τάξει για το κάθε τι τον σκοπό του, που τα κρατά όλα σε τάξη. Και καθώς όλα είναι έτσι βαλμένα για να τον συντηρούν στη ζωή, για να ικανοποιούν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του, καταλαβαίνει ότι δίπλα σ” αυτή τη δύναμη και την σοφία, ενεργεί και καλωσύνη. Υπάρχει κάποιος που τον φροντίζει. Έτσι αποκαλύπτεται στον νου του, αυτό που ο Παύλος εδώ ονομάζει «θειότητα» του ανωτάτου Όντος. Αν θέλαμε να ορίσουμε τι είναι η «θειότητα» του Θεού, θα λέγαμε ότι είναι το άθροισμα των χαρακτηριστικών, των ικανοτήτων, δυνάμει των οποίων το ανώτατο αυτό Όν έχει δημιουργήσει, οργανώσει, και συντηρεί έναν τέτοιο κόσμο.
Το επίθετο «αϊδιος» σημαίνει «αιώνιος» ( από το «αεί»), και αναφέρεται ειδικά στο «δύναμις». Και πράγματι μόνον η δύναμη του Θεού χρειάζεται να προσδιορισθεί έτσι, για να ξεχωρισθεί από κείνο το πλήθος των δευτερογενών δυνάμεων και αιτιών που παρατηρούνται στην φύση. Όλες τούτες είναι αποτέλεσμα προηγουμένων αιτιών. Η πρώτη αιτία όμως, απ” την οποία ξεκινά όλη αυτή η σειρά αιτιών και αποτελεσμάτων είναι «αιώνια», «αυτοϋπάρχουσα», δηλαδή η ίδια είναι η αιτία του εαυτού της.
Αυτά λοιπόν τα «αόρατα» πράγματα, που ανήκουν στην ουσία του Θεού, έχουν αποκαλυφθεί εξωτερικά, και έχουν γίνει ορατά «τοις ποιήμασι», δηλαδή, δια των έργων του Θεού στην φύση. Και από πότε αυτό; «Από κτίσεως κόσμου». Αφετηρία λοιπόν γι” αυτή την αποκάλυψη, που ακόμα διαρκεί, είναι η αρχή της Δημιουργίας. Από την αρχή της Δημιουργίας μέχρι σήμερα, ο Θεός διαρκώς αποκαλύπτει τον εαυτόν Του στα δημιουργήματα Του κατ” αυτόν τον τρόπο.
Και για μεν τα ζώα και τα φυτά, «καθοράται», απλώς βλέπουν τα έργα Του. Δεν είναι το ίδιο για τον άνθρωπο. Για τον άνθρωπο, «νοούμενα καθοράται». Βλέπει και αυτός με το μάτι, αλλά ταυτόχρονα με τον νου και την συνείδηση «νοεί», αντιλαμβάνεται. Απ” την θέα του έργου, ανέρχεται στη θέα αυτού που το κατασκεύασε.
Αυτή η ιδέα μιας παγκόσμιας αποκάλυψης του Θεού εμφανίζεται πάλιν στις ομιλίες του Παύλου στα Λύστρα και την Αθήνα (Πράξεις ΙΔ17, ΙΖ27,28). Το ίδιο επίσης και στην Α. Κορ. Α21, και στην επιστολή μας στο Γ29 («Δεν είναι ο Θεός, Θεός επίσης των Εθνικών;»). Τούτη η θέση του Παύλου βασίζεται στην ιδέα μιας αρχικής αποκάλυψης του Θεού, που απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους.
Οι τελευταίες λέξεις του εδαφίου 20 δείχνουν τον σκοπό αυτής της παγκόσμιας αποκάλυψης: «Εις το είναι αυτούς αναπολογήτους».
Τούτες οι λέξεις ξαφνιάζουν, τρομάζουν. Θα μπορούσε ο Θεός να είχε αποκαλύψει τον εαυτόν Του στα Έθνη, μόνον και μόνον για να έχει μια αιτία για την καταδίκη με την οποίαν τα επισκέπτεται; Εάν όμως σταθούμε και αντιληφθούμε καλά την σκέψη του Παύλου, τούτη η αλήθεια δεν έχει τίποτα το αποκρουστικό μέσα της. Εκείνο που εννοεί ο Παύλος είναι: «Εάν μετά, που έχουν τόσο καθαρά φωτισθεί, θα έπεφταν σε σφάλμα όσον αφορά τον χαρακτήρα και την ύπαρξη του Θεού, να είναι πλέον χωρίς δικαιολογία».
Ο πρώτος στόχος του Δημιουργού είναι να κάνει τον εαυτόν Του γνωστό στην Δημιουργία Του. Αλλ” εάν μέσω δικού του σφάλματος ο άνθρωπος έφθασε ν” απομακρυνθεί απ” αυτό το φως, αυτός δεν θα έπρεπε να είναι σε θέση να κατηγορήση τον Θεό για το σκοτάδι μέσα στο οποίο ο ίδιος έχει βυθίσει τον εαυτόν του. Λίγο πιο ελεύθερα, θα μπορούσαμε να το πούμε κάπως έτσι: «Σε περίπτωση παραστρατήματος, ο άνθρωπος να μην είναι σε θέση να επικαλεσθεί άγνοια σαν πρόφαση. Γι” αυτό ο Θεός του απεκαλύφθη τόσο καθαρά».
Τα εδάφια 19 και 20 εξήγησαν την λέξη «αλήθεια» του εδαφίου 18. Τα εδάφια 21-23 στην συνέχεια εξηγούν την φράση «κατέπνιξαν την αλήθεια» του ιδίου εδαφίου.

Εδάφιον 21
«Διότι γνόντες τον Θεόν ουχ ως Θεόν εδόξασαν ή ευχαρίστησαν, αλλ” εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία».
«Διότι ενώ εγνώρισαν τον Θεόν, δεν τον ετίμησαν ως Θεόν ούτε καν τον ευχαρίστησαν, αλλά με τας σκέψεις των παρεδόθησαν εις μάταια πράγματα και εσκοτίσθηκε η ανόητη καρδιά τους».

Εκείνο το «Διότι» σημαίνει: «Ναι, είναι αναπολόγητοι απ” το γεγονός ότι, ενώ εγνώρισαν τον Θεό…»
Πως μπορεί όμως ο Απόστολος να λέγει ότι τα Έθνη «εγνώρισαν» τον Θεό; Το εδάφιο 19 μας είπε ότι ο Θεός τους αποκαλύπτεται στα μάτια, στον νου και στην συνείδηση, με τα έργα στην Δημιουργία. Η ίδια η ειδωλολατρεία είναι η απόδειξη ότι το ανθρώπινο μυαλό έχει όντως συλλάβει την ιδέα του Θεού.
Μόνο, αυτό που συνέβη είναι ότι, τούτη η αποκάλυψη του Θεού μέσ” τον άνθρωπο δεν πέρασε απ” την παθητική στην ενεργητική της μορφή. Ο Θεός του την έδωσε, και του την δίνει συνέχεια. Ο άνθρωπος όμως συγκράτησε τον εαυτόν του σαν την δέχθηκε. Δεν κύτταξε να την αδράξη, και να την ερευνήσει στη συνέχεια από μόνος του. Αν το έκανε, θα υψωνόταν τότε από φως σε φως. Ο Θεός θα του έδινε ποιό πολλές και ποιό πολλές αποκαλύψεις του προσώπου Του, σαν απάντηση στην επιθυμία της καρδιάς του να Τον γνωρίσει. Τότε θα ίσχυε εκείνος ο τρόπος του να γνωρίσεις τον Θεό «δια της σοφίας», για τον οποίον ομιλεί ο Παύλος στο Α. Κορ. Α21 («Επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν δια της σοφίας…»). Αντί ν” ανοίξει ο άνθρωπος τον εαυτόν του στην ενέργεια του φωτός, μέσα στο οποίο τον έλουσε ο Θεός, και συνέχεια τον λούζει, θέλησε να κρατηθεί μακρυά απ” αυτό, απέσυρε απ” αυτό την καρδιά του και την θέληση του. Αντί ν” αναπτύξει την αλήθεια, την κατέπνιξε. Και για να μη το ξεχνάμε, «αλήθεια» εδώ είναι η αποκάλυψη του προσώπου και του χαρακτήρα Του, που ο Θεός έδωσε, και συνέχεια δίνει στον άνθρωπο.
Ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο με τον νου, την σκέψη. Ο ύψιστος στόχος του νου είναι τούτος: Να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού ελεύθερα, καθώς Αυτός υψώνει το ανάστημα Του, και αποκαλύπτεται μέσ” απ” την Δημιουργία Του. Τούτος είναι ο κύριος στόχος του νου, αλλά και της καρδιάς του ανθρώπου: Από την θέα του έργου, της Δημιουργίας, που έχει συνεχώς εμπρός στα μάτια του, να σύρει την θέα του Θείου Όντος που το κατασκεύασε, να συμπεράνει για τις τελειότητες Του, και η καρδιά να ξεσπάσει σε δοξολογία, να «δοξάσει τον Θεό ως Θεό», όπως μας λέγει εδώ ο λόγος Του. Και χωρίς νου θα μπορούσαμε να ζήσουμε, όπως ζουν και τα ζώα. Να γιατί, κυρίως, μας έδωσε τον νου.
Αλλά και αν δεν κατάφερνε ο άνθρωπος με τον νου του να σκεφθεί και να συμπεράνει για τον Θεό, καθώς Τον βλέπει με τα υλικά του μάτια ν” αποκαλύπτεται στην Δημιουργία, η καρδιά του έχει τουλάχιστον ένα άλλον στόχο να εκπληρώσει: Να «ευχαριστήσει». Και ένα νήπιο ακόμα, που τόσο λίγο καταλαβαίνει, δεν είναι που λέγει ευχαριστώ σ” αυτόν που του κάνει ένα δώρο; Τι είναι γύρω μας που δεν το παίρνουμε δώρο απ” τον Δημιουργό μας (το νερό, το οξυγόνο, τις τροφές, τα πάντα). Αλλά και αυτή η εκδήλωση τιμής, σεβασμού, δεν εδόθη όπως και η άλλη, «ουχ εδόξασαν ή ευχαρίστησαν», «Δεν εδόξασαν, ούτε τουλάχιστον ευχαρίστησαν».
«Διότι γνόντες τον Θεόν ουχ ως Θεόν εδόξασαν ή ευχαρίστησαν.»
Ο άνθρωπος τώρα δεν θα μπορούσε να μείνει στάσιμος. Μη περπατόντας εμπρός στον δρόμο της γνώσης και της λατρείας του Θεού, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να εκτραπεί σ” ένα εσφαλμένο μονοπάτι, αυτό της «ασέβειας», που ανεφέρθη στο εδάφιο 18. Αφού ο νους του δεν έβαλε εμπρός του τον Θεό σαν το ύψιστο αντικείμενο της δραστηριότητας του, να Τον ερευνήσει και να Τον γνωρίσει, «εματαιώθηκε» μας λέγει ο Λόγος του Θεού, «αλλ” εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών». Υποβαθμίστηκε να εργάζεται στο «μάταιο», στο ψεύτικο, και όχι στη περιοχή της αλήθειας. Γέμισε το Σύμπαν με χίμαιρες και πλάσματα της φαντασίας του – είναι όλες εκείνες οι ανωφελείς, οι μάταιες δημιουργίες της μυθολογίας, όλα εκείνα τα πρόσωπα που έπλασε η φαντασία του, οι θεοί, οι ημίθεοι, τα οποία και ελάτρευσε.
Ο όρος «εματαιώθησαν» προφανώς υπαινίσσεται την λέξη «μάταια», το όνομα που δινόταν στα είδωλα απ” τους Ιουδαίους (Πρ. ΙΔ15, Λευιτ. ΙΖ7 κ.λ.π.).
Μαζί όμως με τα λάθη της λογικής, του νου, χέρι χέρι πήγε και η διαφθορά, η συσκότιση της καρδιάς: «Και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία». Και τούτα ακριβώς τα λάθη του νου είναι ταυτόχρονα η αιτία και το αποτέλεσμα της συσκότισης της καρδιάς.
Λέγοντας «καρδιά» η Αγία Γραφή, δηλώνει το κέντρο, την έδρα της προσωπικής ζωής, εκείνη την εσωτερική δύναμη που καθορίζει και την δραστηριότητα του νου, και την κατεύθυνση της θέλησης. Είναι, πως λέμε, «Νοιώθω μέσα μου, στη καρδιά μου, να κάνω αυτό».
Η καρδιά του ανθρώπου αρνήθηκε και αρνείται να ευχαριστήσει τον Θεό «ως Θεό», όπως μας είπε το εδάφιο 21. Έτσι έχασε, απογυμνώθηκε από το αληθινό αντικείμενο λατρείας της, (ο Θεός την έπλασε να έχει Αυτόν σαν αντικείμενο λατρείας της, να κατευθύνεται συνεχώς προς Αυτόν). Αποτέλεσμα: «Εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία», γέμισε με σκοτεινές εμπνεύσεις, με σκοτεινές επιθυμίες. Αυτές είναι οι παράνομες σαρκικές επιθυμίες, που ξεσηκώνονται μέσα της απ” την εγωϊστική αγάπη για το δημιούργημα και για τον εαυτόν της. Στον θρόνο της ανέβασε τον εαυτόν της και τα δημιουργήματα γύρω της (αστέρια, ζώα, χωράφια, άψυχα πράγματα, ανθρώπους), αυτά στράφηκε να λατρεύει, και όχι τον Δημιουργό της.
Να κάνουμε μέχρι εδώ μια μικρή ανακεφαλαίωση, βάζοντας τα πράγματα με την σειρά:
«Διότι γνόντες τον Θεόν ουχ ως Θεόν εδόξασαν ή ευχαρίστησαν, αλλ” εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία».
Από που ξεκίνησαν όλα; Απ” το ότι η καρδιά του ανθρώπου φάνηκε «ασύνετη» απ” την αρχή. Που φαίνεται αυτό; Απ” τη στάση της απέναντι στον Θεό. Το εδάφιο 21 μας είπε ότι, ενώ εγνώρισε τον Θεό μέσα απ” τη Δημιουργία Του, με τη βοήθεια των αισθήσεων, του νου και της συνείδησης, με τα οποία την προίκισε ο Θεός, όχι μόνον δεν Τον εδόξασε, αλλά ούτε καν Τον ευχαρίστησε. Αποτέλεσμα: «Εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία». Τούτο ήλθε σαν φυσικός νόμος επάνω τους, στο βάθος όμως, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, είναι και μια απονομή Θείας δικαιοσύνης. Τι ακριβώς τους συνέβη, το διαβάζουμε στη συνέχεια:

Εδάφια 22,23
«Φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν, και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών».
«Ενώ έλεγαν ότι είναι σοφοί, έγιναν μωροί και αντάλλαξαν την λαμπρότητα του αφθάρτου Θεού με το ομοίωμα της μορφής φθαρτού ανθρώπου και πτηνών και τετραπόδων και ερπετών».

Η ματαιότητα της σκέψης έφθασε στο επίπεδο της μωρίας. Τι πράγματι είναι ο Πολυθεϊσμός, παρά ένα είδος μονίμου ψευδαίσθησης, ένα ομαδικό παραλήρημα, μια δαιμονική κατοχή σε μεγάλη κλίμακα. Mε λύπη θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι, ο ίδιος πολυθεϊσμός υπάρχει και σήμερα, και στον κατ” όνομα χριστιανικό κόσμο, με άλλαγμένα μόνο τα ονόματα.
Και αυτή η διανοητική ανωμαλία είχε φθάσει τότε στο ύψιστο της σημείο, ακριβώς μεταξύ εκείνων των ανθρώπων οι οποίοι, περισσότερο από άλλους, αξίωναν ότι είναι σοφοί.
Όταν λέγει «φάσκοντες είναι σοφοί», ο Παύλος δεν σκοπεύει να στιγματίσει ολοκληρωτικά την αρχαία φιλοσοφία. Εκείνο που εννοεί είναι ότι, όλος αυτός ο μόχθος των σοφών δεν εμπόδισε τα πλέον πολιτισμένα Έθνη, Αιγυπτίους, Έλληνες, Ρωμαίους, από του να είναι ταυτόχρονα οι πλέον ειδωλολάτρες της αρχαιότητας. Η λαϊκή φαντασία σε τούτα τα Έθνη, που υπηρετήθηκε από ιερείς και ποιητές, δεν επέτρεψε τις προσπάθειες των σοφών να διαλύσουν αυτό το παραλήρημα.
Συμβαίνει πάντα σαν κανόνας, όταν το καλό παραλείπεται, εκεί πάντα έρχεται στο μέρος του το κακό, να πάρει την θέση του. Τούτο συνέβηκε και στο νου και στη καρδιά του ανθρώπου. Ο νους αρνήθηκε τη λατρεία στον Θεό («ουχ εδόξασαν»). Τούτο τον οδήγησε στη ματαιότητα («εματαιώθησαν»), και τελικά σε πλήρη αποξένωση απ” την αλήθεια, σε ανοησία («εμωράνθησαν»).
Αναφορικά τώρα με την καρδιά, η αχαριστία της («ουχ ευχαρίστησαν») πρώτα την οδήγησε στο σκοτάδι, («εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία»), και τελικά, όπως περιγράφεται στο δεύτερο μέρος του εδαφίου 23, σε τερατώδη και εξευτελιστικό φετιχισμό (σε λατρεία, δηλαδή, αψύχων αντικειμένων, στα οποία αποδίδουν υπερφυσική δύναμη, όπως εικόνες, φυλαχτά κ.λ.π., και για τα οποία διακατέχονται από ένα δεισιδαιμονικό φόβο). Το διαβάζουμε στο εδάφιο 23:
«Και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών». Η αχάριστη καρδιά του ανθρώπου δεν σταμάτησε μόνο στο να μην ευχαριστήσει τον Θεό, αλλά Τον υποβάθμισε, Τον υποτίμησε «αλλάζοντας την δόξαν Του».
Η «δόξα του Θεού» είναι το μεγαλείο, η λαμπρότης που ξεχύνουν στην καρδιά των δημιουργημάτων Του εκείνων, τα οποία έχει προικίσει με νου, με λογική (άγγελοι, άνθρωποι), οι τελειότητες Του, καθώς τούτες αποκαλύπτονται γύρω τους και μέσα τους. Έτσι σχηματίζεται μέσα στον νου τους μια λαμπρή εικόνα του Θεού, που είναι το ιδεώδες του καλού.
Τούτη η εικόνα είναι διαρκώς εμπρός τους. Τι την έκαναν; Το λέγει στην συνέχεια: Ενώ είχαν στην κατοχή τους την εικόνα του Θείου Προσώπου, την έντυσαν έτσι ώστε να γίνει όμοια «με εικόνα φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών». Θα ήταν καλλίτερα ν” αδιαφορούσαν και να μην την πείραζαν. Τότε δεν θα υπήρχε μια τόσο μεγάλη προσβολή. Αλλά φυλάκισαν την θεία δόξα σε μορφές εξευτελιστικές και παράλογες γι” Αυτήν. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι εδημιούργησαν θεούς, με πάθη, με αδυναμίες σαν τις δικές μας. Οι Αιγύπτιοι και οι άλλοι βάρβαροι λαοί έδωσαν στην θεότητα μορφή ζώων. Και σήμερα στην Ινδία λατρεύουν την αγελάδα, ή οι άθεοι την ύλη, απ” όπου λένε ξεκίνησε όλη η Δημιουργία. Σαν ξεκινάνε τους Ολυμπιακούς αγώνες, οι σύγχρονες ιέρειες προσεύχονται στην Ολυμπία στον θεό Ήλιο.
Να θυμηθούμε πάλι το εδάφιο 18, που είναι και η συνόψιση των όσων αναπτύσσει ο Παύλος στη συνέχεια αυτού του εδαφίου: «Διότι η οργή του Θεού φανερώνεται από τον ουρανόν εναντίον κάθε ασεβείας και αδικίας ανθρώπων, οι οποίοι άδικα, παράνομα, καταπνίγουν την αλήθειαν».
Μέχρι εδώ ο Απόστολος έχει αναπτύξει δύο απ” τα βασικά θέματα τούτου του εδαφίου, το θέμα «αλήθεια», και το θέμα «κατάπνιξη της αλήθειας». Η «αλήθεια» είναι η αποκάλυψη του εαυτού Του που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο. Και η αμαρτία του ανθρώπου συνίσταται σε τούτο, ότι κατέπνιξε τούτη την αποκάλυψη, την «αλήθεια». Μένει τώρα ν” αναπτυχθεί το τρίτο θέμα του εδαφίου 18, η τρομερή αποκάλυψη της «οργής του Θεού» πάνω σ” αυτή την ανθρώπινη ασέβεια απέναντι στον Θεό.

Εδάφια 24, 25
«Διό και παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εν ταις επιθυμίαις των καρδιών αυτών εις ακαθαρσίαν του ατιμάζεσθαι τα σώματα αυτών εν αυτοίς, οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εν τω ψεύδει, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα, ος εστιν ευλογητός εις τους αιώνας αμήν»
«Δια τούτο, τους παρέδωκε ο Θεός με τας επιθυμίας των καρδιών τους εις ακαθαρσίαν, ώστε ν” ατιμάζουν τα σώματα τους μεταξύ τους. Αντήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού με το ψεύδος και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν αντί του Δημιουργού, ο οποίος είναι ευλογητός αιωνίως.»

«Διό», «δια τούτο», λόγω της αμαρτίας που μόλις περιεγράφη. Αμάρτησαν, «δια τούτο» ο Θεός τους τιμώρησε. Αμάρτησαν υποβαθμίζοντας τον Θεό, γι” αυτό και ο Θεός τους υποβάθμισε («Διό και»). Ποιά είναι η τιμωρία τους; «Τους παρέδωκε ο Θεός με τας επιθυμίας των καρδιών τους εις ακαθαρσίαν, ώστε ν” ατιμάζουν τα σώματα τους μεταξύ τους». Τους παρέδωκε σε κάποιο κακό. Εδώ όμως να προσέξουμε:
Η λέξη «παρέδωκεν» δεν δηλώνει ότι ο Θεός τους «έσπρωξε» προς το κακό, για να τιμωρήσει την αμαρτία που είχαν διαπράξει. Η αγιότης του Θεού δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Ο Θεός δεν οδηγεί κανέναν στο κακό. Ο Ιάκωβος λέγει στην Επιστολή του, στα Α13,14: «Κανένας, όταν πειράζεται, ας μη λέει ότι: Από τον Θεό πειράζομαι. Επειδή, ο Θεός είναι απείραστος κακών, κι αυτός δεν πειράζει κανέναν. Πειράζεται, όμως, κάθε ένας, από τη δική του επιθυμία, καθώς παρασύρεται και δελεάζεται.» Τι να σημαίνει όμως εκείνο το «παρέδωκεν», τι άραγε έκανε εδώ ο Θεός; Απλά, ο Θεός απέσυρε το χέρι Του. Σταμάτησε να κρατά την βάρκα, καθώς αυτή παρασυρόταν απ” το ρεύμα του ποταμού. Είναι το ίδιο ακριβώς που λέγει ο Απόστολος στο Πράξεις ΙΔ16: «Εις τας παρελθούσας γενεάς άφησε τα Έθνη ν” ακολουθούν τον δικό τους δρόμο», μη κάνοντας γι” αυτούς ό,τι ουδέποτε εσταμάτησε να κάνει για τον λαό Του Ισραήλ. Αυτούς τους τελευταίους, και στις μεγαλύτερες πτώσεις τους, και στις μεγαλύτερες προσβολές που Του έκαναν, δεν τους άφησε, γιατί μ” αυτούς σαν όργανα, εργαζόταν την σωτηρία όλων των λαών. Τους άλλους τους άφησε να τραβούν τους δρόμους τους, παρόλο, που όπως μας λέγει στο Πράξεις ΙΔ17: «Δεν άφησε χωρίς να δίνει μαρτυρία για τον εαυτόν του, αγαθοποιώντας, δίνοντας μας από τον ουρανό βροχές και καρποφόρες εποχές, γεμίζοντας με τροφή και ευφροσύνη τις καρδιές μας.»
Ο Θεός λοιπόν, σαν οι άνθρωποι ηθελημένα κατέπνιξαν την αλήθεια, την αποκάλυψη, δηλαδή, που τους είχε δώσει για το πρόσωπο Του, σταμάτησε να τους κρατά, άφησε να τους παρασύρει το ρεύμα του κακού στο οποίο μόνοι τους είχαν παραδοθεί. Είναι το ίδιο ακριβώς που αναφέρεται και στο Γένεση ΣΤ3, «Δεν θέλει καταμείνει πάντοτε το πνεύμα μου μετά του ανθρώπου». Τούτη είναι η τιμωρία τους, τούτο είναι το ξέσπασμα της οργής του Θεού επάνω τους.
Μα, κάποιος μπορεί να ρωτήσει εδώ, πως μπορεί να ενεργεί έτσι ο Θεός, ο Θεός που είναι αγάπη; Πως συμβιβάζεται τούτος ο τρόπος ενεργείας με την ηθική τελειότητα του Θεού;
Η απάντηση είναι: Όταν ο άνθρωπος έχει φθάσει έναν ορισμένον βαθμό διαφθοράς, η μόνη λύση για θεραπεία που έχει απομείνει είναι το ξεχείλισμα τούτης του της διαφθοράς. Είναι το μόνο που έχει απομείνει για να φέρεις το αποτέλεσμα που όλες οι προηγούμενες νουθεσίες, εκκλήσεις και τιμωρίες απέτυχαν να φέρουν, να οδηγήσεις δηλαδή τον άνθρωπο στο σωτηριακό βήμα της μετάνοιας. Να θυμηθούμε τον πατέρα του ασώτου. Σε μια δεδομένη στιγμή άφησε τον γυιό του να φύγει, δίδοντας του ακόμα και ένα μέρος απ” την περιουσία. Τελικά, μ” αυτό τον τρόπο τον έσωσε.
Να δούμε αναλυτικά τη τιμωρία τους:
«Παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εν ταις επιθυμίαις των καρδιών αυτών εις ακαθαρσίαν».
Στην καρδιά υπάρχουν ένοχοι πόθοι, παράνομες επιθυμίες. Ο Θεός την εγκαταλείπει στην δύναμη τους, και τότε αρχίζει εκείνη η πτώση, που τελειώνει στις πλέον εξευτελιστικές για τον άνθρωπο ακαθαρσίες.
«Του ατιμάζεσθαι τα σώματα αυτών εν αυτοίς». «Να ατιμάζουν τα σώματα τους μεταξύ τους». Να προσέξωμε, όχι απλά ν” ατιμάζονται (παθητικά), αλλά ν” ατιμάζουν οι ίδιοι τα σώματα τους, μεταξύ τους. Είναι μια καταδίκη: «Με έχετε εξευτελίσει; Σας παραδίδω και εγώ στην ακαθαρσία του να ατιμαζόσαστε αναμεταξύ σας.» Και τούτη η πληγή έγινε από τότε έμφυτη στην ίδια τους την φύση. Είναι μια σφραγίδα προστυχιάς και αισχρότητας που από τότε φέρουν στο μέτωπο τους.
Η ποινή είναι τόσο βαρειά, που ο Παύλος διακόπτει για λίγο, για να θυμίσει πάλι την αμαρτία που την έφερε, και να δείξει έτσι ότι όντως της αξίζει:
«Οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εν τω ψεύδει, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα». «Οι οποίοι αντήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού με το ψεύδος και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν αντί του Δημιουργού, ο οποίος είναι ευλογητός αιωνίως.» Τι «μετήλλαξαν»;
«Την αλήθειαν του Θεού»: Την αληθινή ιδέα της ύπαρξης Του και των χαρακτηριστικών Του, μια ιδέα η οποία θα έπρεπε να είχε παραχθεί μέσα τους απ” την αποκάλυψη του εαυτού Του που έχει δώσει, μια ιδέα που αντιστοιχεί σε μια τόσο μεγάλη και φανερή πραγματικότητα που υπάρχει γύρω μας. Και σε τι την «μετήλλαξαν» αυτή τη λαμπρή εικόνα που ο Θεός τους έχει δώσει για τον εαυτόν Του;
«Εν τω ψεύδει». «Ψεύδος» εδώ είναι τα είδωλα, εκείνη η αναξιοπρεπής και χυδαία μάσκα με την οποίαν οι Εθνικοί έντυσαν την εικόνα του τέλειου Θεού. Πως την πήραν, πως την έκαναν!
«Και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα». Εδώ η προσβολή φθάνει στο απώγειο της. Μετά που γελοιοποίησαν τον Θεό με μια εικόνα ανάξια Του, κάνουν αυτή την εικόνα τώρα αντικείμενο του σεβασμού τους και της λατρείας τους. Το «εσεβάσθηκαν» αναφέρεται στην ειδωλολατρική ζωή γενικά. Το «ελάτρευσαν» σε συγκεκριμένες πράξεις λατρείας.
Και κλείνει ο Παύλος με μια βαθειά εκδήλωση σεβασμού, μια δοξολογία, θέλοντας έτσι να ξεπλύνει κάπως την ντροπή στο Θεό απ” την ειδωλολατρεία του ανθρώπου: «Ος εστιν ευλογητός εις τους αιώνας».
«Ευλογητός»: Αυτός που ευλογείται. Ακριβώς επειδή Αυτός έπρεπε να είναι έτσι, είναι και θα είναι έτσι, όποια στάση και αν ακολουθήσει ο Εθνικός κόσμος απέναντι Του.
Ο όρος «εις τους αιώνας», αντιπαραθέτει την αιώνια δόξα του Θεού με την εφήμερη τιμή προς τα είδωλα, ή και τις προσωρινές προσβολές που τώρα γίνονται στο πρόσωπο Του.
«Αμήν», απ” το Εβραϊκό «aman». Σημαίνει «σταθερό», «χωρίς διακυμάνσεις», «αληθές». Είναι μια επιφώνηση που έχει σαν σκοπό να σκορπίσει με την προσδοκία της, όλες τις ομίχλες που ακόμα υφίστανται στην συνείδηση του ανθρώπου, και σκοτεινιάζουν την «αλήθεια» που διακηρύχθηκε πιο πάνω.
Το εδάφιο 25, όπως είπαμε, είναι μια παρένθεση που μπήκε απ” τον Παύλο, λόγω της ανάγκης που αισθάνθηκε η καρδιά του να δικαιολογήση ακόμα μια φορά την δριμύτητα μιας τέτοιας ποινής που έπεσε πάνω στους ανθρώπους για την ασέβεια τους.
Τώρα συνεχίζει την αναφορά του στην ποινή, που άρχισε στο εδάφιο 24. Και όπως θα δούμε, αυτή την φορά προχωρά έως το τέλος. Δεν συστέλλεται να γράψει καμμιά λεπτομέρεια, όσο βαρειά και αν είναι, λεπτομέρεια κατάλληλη να δείξει την αντίδραση του Θεού στην προσβολή που έχει γίνει στη μεγαλειότητα Του. Στο εδάφιο 24 μας είχε πει: «Διό και παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εν ταις επιθυμίαις των καρδιών αυτών εις ακαθαρσίαν του ατιμάζεσθαι τα σώματα αυτών εν αυτοίς,» Και συνεχίζει:

Εδάφια 26,27
«Δια τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας. Αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν, ομοίως τε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους, άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν εαυτοίς απολαμβάνοντες.»
«Δια τούτο τους παρέδωσε ο Θεός εις πάθη ατιμωτικά, διότι και οι γυναίκες τους αντήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν με την αφύσικην και οι άνδρες αφού άφησαν την φυσικήν χρήσιν της γυναικός, άναψαν από τας ορέξεις τους μεταξύ τους, ώστε ασελγούν άνδρες με άνδρες, απολαμβάνοντες έτσι ο ένας από τον άλλον την ανταμοιβή της πλάνης των που τους άξιζε.»

Η εικόνα που μας δίνει εδώ ο Παύλος, για τις διαστροφές που επικρατούσαν τότε στην ειδωλολατρική κοινωνία, βεβαιώνεται σ” όλα τα σημεία της απ” τις αισχρές λεπτομέρειες που περιέχονται στα έργα των Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων.
Διαβάζοντας τούτη την περιγραφή, κάποιος διερωτάται, πως μπορεί ο Παύλος να δίνει τέτοιου είδους λεπτομέρειες. Το κάνει γιατί θέλει να μας περιγράψει την Θεία οργή που έπεσε πάνω στον Εθνικό κόσμο, (στο εδάφιο 27 μας μιλά για «αντιμισθία», για πληρωμή που τους πλήρωσε ο Θεός για όσα έκαναν, («Τέτοιον που κάνατε τον Θεόν σας, τέτοιον θα κάνετε τον εαυτόν σας»). Ήταν μια δίκαιη ανταμοιβή εκ μέρους του Θεού, («ην έδει», «την οποίαν έπρεπε»). Ήταν θέμα δικαιοσύνης, δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Ας προσέξουμε και την αντιστοιχία: Στο εδάφιο 25 μας είπε ότι οι άνθρωποι «μετήλλαξαν την αλήθεια του Θεού εν τω ψεύδει». Σαν αποτέλεσμα, η Θεία δικαιοσύνη τους «παρέδωκεν εις πάθη ατιμίας», που τους οδήγησαν να «μεταλλάξουν» και αυτοί την φυσική χρήση των οργάνων αναπαραγωγής σε παρά φύσιν. Οι Άγγλοι τον όρο «μεταλάσσω» τον αποδίδουν με το «Travesty», που το ερμηνεύουν, «παραποιώ κάτι για να το γελοιοποιήσω». Από δω βγήκε και ο σχετικός όρος.
«Την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν εαυτοίς απολαμβάνοντες». «Απολαμβάνοντες έτσι ο ένας από τον άλλον την ανταμοιβή της πλάνης των που τους άξιζε».
Τούτο να το διευκρινίσουμε πάλι. Η «πλάνη» δεν είναι το ότι έχουν ζητήσει ικανοποίηση σε τέτοιες αναισχυντίες. Η «πλάνη» είναι το εθελοντικό ψέμμα της ειδωλολατρείας, είναι το ότι «μετάλλαξαν την αληθινή εικόνα, που τους έχει δώσει ο Θεός για τον εαυτόν Του, σε ψεύδος» (εδάφιο 25), είναι η «κατάπνιξη της αλήθειας» του εδαφίου 18. Όλα τ” άλλα, οι διαστροφές που περιγράφονται εδώ, ήλθαν σαν «αντιμισθία», σαν μια δίκαιη ανταπόδοση επάνω τους. Και εκείνο το «εν εαυτοίς» δείχνει ακόμα μια φορά το βάθος τούτης της πληγής, την φέρουν αναμεταξύ τους, είναι ορατή στα μάτια όλων.
Το ηθικό αίσθημα μέσα στον άνθρωπο ξεκινά απ” την σύλληψη της ιδέας του άγιου Θεού. Αν εγκαταλείψεις τούτη την ιδέα, εάν βγάλεις από την σκέψη σου τον άγιο Θεό, παραλύεις και τούτο το αίσθημα. Τιμώντας τον Θεό, εξευγενίζομε τους εαυτούς μας. Απορρίπτοντας Τον, καταστρέφομε αλάνθαστα τους εαυτούς μας. Τέτοια είναι η σχέση μεταξύ της ειδωλολατρείας και της ηθικής διαφθοράς. Σταμάτησαν να τιμούν τον Θεό, ξέπεσαν ηθικά, εξαχρειωθήκανε, τα πάθη τους τους οδήγησαν σε αναίσχυντες πράξεις. Έτσι εξηγείται και σήμερα η ηθική εξαθλίωση των λαών που έζησαν σε καθεστώτα αθεϊας. Ανεξάρτητη ηθική έξω απ” τον Θεό δεν υπάρχει.
Να θυμηθούμε πάλι το εδάφιο 18 απ” όπου ξεκίνησε τούτη η ανάπτυξη: «Αποκαλύπτεται γαρ οργή Θεού απ” ουρανου επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων των την αλήθειαν εν αδικία κατεχόντων».
«Διότι η οργή του Θεού φανερώνεται από τον ουρανόν εναντίον κάθε ασεβείας και κακίας ανθρώπων, οι οποίοι δια της κακίας των καταπνίγουν την αλήθειαν».
Μέχρι εδώ ο Παύλος έχει περιγράψει την «ασέβεια» του Εθνικού κόσμου, δηλαδή την ειδωλολατρεία, και την τιμωρία της, δηλαδή τις διαστροφές. Τώρα περιγράφει την άλλη πλευρά της αμαρτίας τους, την «αδικία», και την τιμωρία της, το ξεχείλισμα των τερατωδών κακιών που διαπράτονται απο τον έναν ενάντια στον άλλον, και που απειλούν να καταπνίξουν την κοινωνία.

Εδάφιο 28
«Και καθώς ουκ εδοκίμασαν τον Θεόν έχειν εν επιγνώσει, παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις αδόκιμον νουν, ποιείν τα μη καθήκοντα».
«Και επειδή δεν έκριναν άξιον λόγου το να έχουν ορθήν γνώσιν δια τον Θεόν, τους παρέδωσε ο Θεός εις ανάξιον νουν, ώστε να κάνουν εκείνα που δεν αρμόζει.»

«Ουκ εδοκίμασαν τον Θεόν έχειν εν επιγνώσει». «Τον Θεόν έχειν εν επιγνώσει», σημαίνει, να κρατάς ζωντανή μέσα σου την θέα του άγιου Θεού, έτσι ώστε η θέληση Του να ρυθμίζει την όλη σου συμπεριφορά. Αυτό είναι που αρνήθηκαν τα Έθνη να κάνουν. Σταμάτησαν να θεώνται, να βλέπουν τον Θεόν και την θέληση Του, δεν θέλησαν να οδηγηθούν από τη σκέψη, τον νου του Θεού. Ως εκ τούτου, σαν τιμωρία, σαν «αντιμισθία»:
«Παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις αδόκιμον νουν». Αφού «ουκ εδοκίμασαν», ο Θεός τους παρέδωκε σε «αδόκιμο νουν». Έχοντας αρνηθεί ν” αναγνωρίσουν τον Θεό, έχασαν την αίσθηση του τι είναι ηθικά καλό. Αυτή η απώλεια με όλες της τις συνέπειες, είναι μια κρίση επάνω τους, όπως ήταν και τα αφύσικα πάθη που περιγράφηκαν πιο πάνω.
Να δούμε που τους οδήγησε αυτός ο «αδόκιμος νους», ο «ανάξιος νους», στον οποίον τους παρέδωσε ο Θεός. Τέτοιος είναι ο νους του ανθρώπου μακρυά από το φως του Θεού. Και ο Θεός τους εγκατέλειψε σ” έναν τέτοιο νου, αυτό σημαίνει το «παρέδωκεν».

Εδάφιο 29α
«Πεπληρωμένους πάση αδικία, πορνεία πονηρία πλεονεξία κακία».
«Γεμάτοι από κάθε αδικίαν, πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξία, κακίαν».

«Πάση αδικία»: Περιλαμβάνει συλλογικά όλη την αρίθμηση που ακολουθεί.
«Πονηρία», είναι το κακό ένστικτο της καρδιάς.
«Κακία» είναι η εκ προθέσεως κακία, όταν ευχαριστείται κάποιος να βλάπτει, να κάνει το κακό.
«Πλεονεξία», από το πλέον + έχω, είναι η επιθυμία να έχεις και άλλο, το πάθος κυρίως για λεφτά, που δεν έχει ενδοιασμούς ν” αρπάξει την περιουσίαν του γείτονα του για να αυξήσει την δική του.
Τούτη η πρώτη ομάδα αναφέρεται σε αδικίες που διαπράττονται ενάντια στην ιδιοκτησία κυρίως του συνανθρώπου μας.

Εδάφιο 29β
«Μεστούς φθόνου φόνου έριδος δόλου κακοηθείας».
«Γεμάτοι φθόνον, φόνον, έριδα, δόλον κακοήθειαν».

Τούτοι οι πέντε όροι σχηματίζουν πάλι μια ομάδα, που περικλείει τις αδικίες εκείνες δια των οποίων βλάπτεται το πρόσωπο του συνανθρώπου μας.
Τον φθόνο τον έχει δίπλα στον φόνο, γιατί όπως φαίνεται και απ” το παράδειγμα του Κάϊν, ο φθόνος συχνά οδηγεί στον φόνον.

Εδάφιο 30α
«Ψιθυριστάς, καταλάλους, θεοστυγείς, υβριστάς, υπερηφάνους, αλαζόνας».
«Ψιθυρισταί, συκοφάνται, εχθροί του Θεού, υβρισταί, υπερήφανοι, αλαζόνες».

Οι διαθέσεις της καρδιάς που εκφράζονται στους έξι όρους αυτής της ομάδας είναι εκείνες που έχουν σαν κέντρο τους την υπερηφάνεια.
«Ψιθυριστής» είναι αυτός που χύνει το δηλητήριο του ενάντια στον συνάνθρωπο του, ψιθυρίζοντας στ” αυτί των άλλων.
«Κατάλαλος» είναι αυτός που δυσφημίζει δημόσια.
«Θεοστυγής» είναι αυτός που μισεί τον Θεόν. Είναι η υψίστη εκδήλωση υπερηφανείας, είναι όταν κάποιος δεν μπορεί ν” ανεχθεί την σκέψη αυτού του Όντος, σαν ανωτέρου και κριτού.
«Υβριστής». Στην ύβριν, στην αυθάδεια απέναντι στον Θεό, εκεί φυσιολογικά ενώνεται και η αυθάδεια, η υβρις προς τους ανθρώπους.
«Υπερήφανος» από το υπέρ + φαίνομαι. Δηλώνει τον άνθρωπο ο οποίος, από ένα αίσθημα δικής του υπεροχής, θεωρεί τους άλλους αφ” υψηλού.
«Αλαζών». Είναι αυτός που ζητά να ελκύσει τον θαυμασμό, αξιώνοντας πλεονεκτήματα που στην πραγματικότητα δεν έχει.

Εδάφια 30β, 31
«Εφευρετάς κακών, γονεύσιν απειθείς, ασυνέτους, ασυνθέτους, αστόργους, ασπόνδους, ανελεήμονας.»
«Εφευρεταί κακών, απειθείς εις τους γονείς, ανόητοι, άστατοι, άστοργοι, σκληροί, ανελεήμονες».

Τούτη η τελευταία ομάδα αναφέρεται στην απώλεια όλων των φυσικών αισθημάτων της ανθρώπινης ψυχής, της στοργής των παιδιών προς τους γονείς, της τρυφερότητας, της συμπόνοιας. Περιλαμβάνει έξη όρους:
«Εφευρέτης κακών». Είναι αυτός που περνά την ζωή του σκεπτόμενος το κακό που πρέπει να κάνει στους άλλους. Είναι όπως ο Αντίοχος ο Επιφανής, που ο συγγραφέας του Β. Μακκαβαίων (Ζ31) τον ονομάζει «πάσης κακίας ευρετή». Άνθρωποι μιας τέτιας πάστας έχουν αρχίσει συνήθως να επιδεικνύουν τον κακό τους χαρακτήρα στον χώρο της οικογένειας τους, είναι πρώτα απ” όλα «γονεύσιν απειθείς».
«Ασύνετος», ο ανίκανος να προσηλώσει το αυτί του σε σοφές συμβουλές.
«Ασύνθετος» είναι εκείνος που χωρίς ενδοιασμούς καταπατά τις συμφωνίες τις οποίες έχει συνάψει, είναι όπως λέμε, αυτός που δεν έχει «μπέσσα».
«Άστοργος», από το «στέργειν». Είναι αυτός που καταπατά και τα αισθήματα ακόμα της φυσικής στοργής, όπως μια μητέρα που εκθέτει ή σκοτώνει το παιδί της, ένας πατέρας που εγκαταλείπει την οικογένεια του, ή ένα παιδι που αμελεί τους ηλικιωμένους του γονείς.
Το «άσπονδος» είναι το ίδιο περίπου με το «ασύνθετος».
Και το «ανελεήμων» είναι περίπου το ίδιο με το «άστοργος», αλλά με μια πιο γενική έννοια, τούτο πηγαίνει πιο πέρα απ” τα αισθήματα στοργής μέσα στον οικογενειακό κύκλο. Τούτη η λέξη φέρει στο μυαλό τα πλήθη των μεγάλων πόλεων, που έτρεχαν στα αμφιθέατρα να δουν τις μάχες των μονομάχων, το αίμα και την αγωνία του θανάτου του μονομάχου που νικήθηκε. Τούτο είναι ένα παράδειγμα της ανείπωτης σκληρότητας στην οποίαν είχε βυθισθεί ο Εθνικός κόσμος. Που θα είχαμε καταλήξει εάν μια αναγεννητική πνοή δεν είχε πνεύσει πάνω στο ανθρώπινο γένος τούτη την κρίσιμη στιγμή!
Τούτη ειδικά η τελευταία ομάδα δεν περιέχει κακίες, αδικίες που εξηγούνται από έναν απλό φυσικό εγωϊσμό. Είναι αφύσικες κακίες, όπως αφύσικες ήταν και οι διαστροφές που περιγράφηκαν πιο πάνω. Και εκεί, όπως και εδώ, μπορεί να εξηγηθούν μόνο σαν μια Θεία κρίση, σαν μια τιμωρία επάνω τους. Είναι η εγκατάλειψη του ανθρώπου απ” τον Θεό σε «αδόκιμο νου» (εδ.28), σ” έναν νου χωρίς ικανότητα διάκρισης, για το ποιό είναι καλό, και ποιό είναι κακό, ποιό συμφέρον, και ποιό ζημία.
Βαρειά η κρίση που έχει πέσει επάνω τους. Ο Θεός τους αποκάλυψε το ηθικό καλό, και αυτοί αντισταθήκανε σ” αυτή την αποκάλυψη. Τούτη η κρίση είναι ποινή γι” αυτή τους την αντίσταση. Το εδάφιο 32, στη συνέχεια, μας διευκρινίζει, πως αντισταθήκανε, τι ακριβώς κάνανε.

Εδάφιο 32
«Οίτινες το δικαίωμα του Θεού επιγνόντες, ότι οι τα τοιαύτα πράσσοντες άξιοι θανάτου εισίν, ου μόνον αυτό ποιούσιν, αλλά συνευδοκούσι τοις πράσσουσι».
«Οι οποίοι, αν και εγνώρισαν τον νόμον του Θεού, ότι εκείνοι που κάνουν τέτοια πράγματα είναι άξιοι θανάτου, όχι μόνον τα κάνουν αλλά και επιδοκιμάζουν εκείνους που τα κάνουν.»

Με άλλα λόγια, «τους άξιζε να παραδοθούν σε «αδόκιμο νου», που τους οδήγησε σ” αυτόν τον κατακλυσμό της αμαρτίας, αυτοί που είχαν ενεργήσει έτσι προς τον Θεό, όταν τους απεκάλυψε την θέλησή Του. Αυτοί που κατέπνιξαν την αίσθηση της ηθικής αλήθειας που τους είχε αποκαλυφθεί.»
«Οίτινες το δικαίωμα του Θεού επιγνόντες». Ποιό είναι αυτό, «το δικαίωμα του Θεού» που το γνώριζαν καλά; Είναι ό,τι ο Θεός έχει θεσπίσει σαν δίκαιο. Και εδώ εν προκειμένω ότι, «οι τα τοιαύτα πράσσοντες άξιοι θανάτου εισίν». Γνωρίζουν τον νόμο του Θεού ότι, γι” αυτά που κάνουν τους αξίζει θάνατος. Και όμως, «όχι μόνον τα κάνουν, αλλά και επιδοκιμάζουν εκείνους που τα κάνουν».
Το ερώτημα είναι, πως το γνώρισαν, πως έχουν βαθειά γνώση αυτού του θείου νόμου;
Απάντηση: Είναι ο Ίδιος ο Θεός που τους έχει δώσει καθαρή διάκριση γι” αυτόν Του τον νόμο, ότι θα τρυγήσουν, δηλαδή, κακές συνέπειες απ” αυτή τους τη στάση. Ο Θεός, μαζί με το θρησκευτικό φως, έχει δώσει μέσα τους και ηθικό φως. Έχει ο Ίδιος εντυπώσει στις καρδιές τους τούτο τον νόμο, ότι για το κακό που κάνουν θα τιμωρηθούν. Τούτο όλοι το ξέρουν. Τι εκκλήσεις για το δίκαιο του Θεού δεν βρίσκομε στα γραπτά των Εθνικών ιστορικών και φιλοσόφων! Τι περιγραφές στους ποιητές τους για την ποινή των κακών στον Τάρταρο! Που το γνώρισαν αυτοί; Είναι γραμμένο μέσα μας, στον καθένα. Όλοι ξέρουν ότι το κακό θα τιμωρηθεί, δεν χρειάζεται να τους διδάξει κάποιος.
Λέγοντας, «άξιοι θανάτου», εδώ δεν εννοεί τους φονείς, και σαν θάνατο δεν εννοεί τον θάνατο που επιβάλλουν τα ανθρώπινα δικαστήρια. Έχει ευρύτερη εφαρμογή. Σαν «θάνατο» εδώ δηλώνει τον θάνατο όπως τον επιβάλλει ο Θεός, τους πόνους του Άδη, που και οι Εθνικοί επίσης τους γνώριζαν.
«Ου μόνον αυτό ποιούσιν, αλλά συνευδοκούσι τοις πράσσουσι».
«Οχι μόνον τα κάνουν αλλά και επιδοκιμάζουν εκείνους που τα κάνουν.»
Εδώ είναι ο «ασύνετος νους», στον οποίον ο Θεός έχει παραδώσει τους ανθρώπους, στην πλέον του διεστραμμένη φανέρωση: Όχι μόνον κάνουν το κακό, αλλά επιδοκιμάζουν, επευφημούν αυτούς που το κάνουν! Κατηγορούν τον Καλιγούλα, τον Νέρωνα, σαν διεστραμμένους, σαν τέρατα. Δεν είχαν βρει όμως τούτοι οι δύο θαυμαστές, συνηγόρους, πλήθη πάντα έτοιμα να τους προσφέρουν θυμίαμα;
Το «ου μόνον» σωστά μας οδηγεί να καταλάβουμε ότι υπάρχει περισσότερη ενοχή στο να επιδοκιμάζεις εν πλήρει συνειδήσει το κακό που διεπράχθη από άλλους, από του να το διαπράττεις ο ίδιος κάτω απ” την ώθηση και την τύφλα του πάθους. Κάνοντας αυτό έχεις φθάσει στο τελευταίο στάδιο της ηθικής διαφθοράς.
Να συνοψίσουμε τα όσα ο Απόστολος μας ανέπτυξε στα εδάφια 18-32. Να ξαναδιαβάσουμε το εδάφιο 18, ανάλυση του οποίου είναι τούτα τα εδάφια: «Αποκαλύπτεται γαρ οργή Θεού απ” ουρανου επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων των την αλήθειαν εν αδικία κατεχόντων».
«Διότι η οργή του Θεού φανερώνεται από τον ουρανόν εναντίον κάθε ασεβείας και κακίας ανθρώπων, οι οποίοι δια της κακίας των καταπνίγουν την αλήθειαν».
Τούτο το τραγικό γεγονός, της οργής του Θεού πάνω στους ανθρώπους, αναπτύσσεται σε δύο απόψεις. Πρώτα από θρησκευτικής άποψης: Ο άνθρωπος καταπνίγει την διαίσθηση, την ενόραση του Θείου Όντος, που ο Ίδιος ο Θεός του έχει δώσει για τον εαυτόν Του, και ντύνει τον Θεό στην μορφή ενός ειδώλου. Η ποινή που έρχεται σαν συνέπεια είναι, η υποβάθμιση του από τερατώδεις διαστροφές. Οι διαστροφές λοιπόν είναι αποτέλεσμα, τιμωρία επάνω του. Μάταιες λοιπόν οι συμβουλές μας και οι προσπάθειες μας να διορθώσουμε εκεί τα πράγματα. Να σηκώσω την τιμωρία που ο Θεός του έχει βάλει; Αλλού θα στρέψω την προσοχή μου, σε τι τον οδήγησε να φτάσει εκεί. Εάν έστω και λίγο διευκόλυνα τον άσωτο όταν ήταν μέσα στη κρίση του, όταν τρυγούσε τους πικρούς καρπούς της επιλογής του, κακό θα του έκανα. Ίσως, εάν τον οδηγούσα σε κάποιο προσωρινή ανακούφιση, και να μη γύριζε πίσω. Ναι, τους ανθρώπους δεν έχουμε να τους συμβουλεύσουμε για τίποτα άλλο (μη κάνεις εκείνο, μη το άλλο, τούτο δεν είναι για καλό σου, προσπάθησε τούτο, κόψε το άλλο, και όλες οι γνωστές συμβουλές που συνήθως λέγονται), παρά μόνο να επιστρέψουν στον Θεό. Τότε θα σηκωθεί η οργή, η κατάρα που βαρύνει επάνω τους, και όλα θα τακτοποιηθούν.
Μετά, τούτο το θέμα της οργής του Θεού, αναπτύσσεται από ηθικής άποψης: Ο άνθρωπος καταπνίγει το φως της συνείδησης. Σαν ποινή εδώ διαστρεβλώνεται τόσο η ηθική του διάκριση, που αυτός βάζει την σφραγίδα της επιδοκιμασίας του σ” όλες τις κακοήθειες που θα έπρεπε να είχε καταδικάσει και εμποδίσει. Τούτη είναι η χειρότερη των διαφθορών, αυτή της συνείδησης.
Έτσι, εξηγήθηκε η μεγάλη σκέψη του εδαφίου 18: Η οργή του Θεού που έχει πέσει πάνω στον Εθνικό κόσμο για να τιμωρήσει το εθελοντικό σκοτείνιασμα της θρησκευτικής αίσθησης («ασέβεια»), και της ηθικής αίσθησης («αδικία»), που είχαν αφυπνισθεί μέσ” τον άνθρωπο απ” την αρχέγονη αποκάλυψη του Θεού. Ο Θεός έχει δώσει εξ αρχής στον άνθρωπο, και θρησκευτικό φως να Τον γνωρίσει, και ηθικό φως να κάνει το καλό. Τούτα τα έχει εντυπώσει, τα έχει χαράξει στη καρδιά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2

Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΠΙΚΡΕΜΜΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΙΟΥΔΑΪΚΟ ΚΟΣΜΟ

Εν μέσω αυτής της πλημμύρας μολύνσεων και κακιών στην οποία είναι βυθισμένη η Εθνική (ειδωλολατρική) κοινωνία, ο Απόστολος βλέπει έναν, που, σαν δικαστής, απ” το ύψος της δικαστικής του έδρας, ρίχνει ένα βλοσυρό βλέμμα πάνω στην διεφθαρμένη μάζα, καταδικάζοντας το κακό που βασιλεύει μέσα της, και επιδοκιμάζοντας την οργή του Θεού που την τιμωρεί. Είναι σ” αυτό το νέο πρόσωπο που του απευθύνεται με τα επόμενα λόγια:

Εδάφιο 1
«Διό αναπολόγητος ει, ω άνθρωπε πας ο κρίνων. Εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις. Τα γαρ αυτά πράσσεις ο κρίνων».
«Δια τούτο είσαι αναπολόγητος, ω άνθρωπε, όποιος κι” αν είσαι συ που κρίνεις, διότι κρίνοντας τον άλλον, κατακρίνεις τον εαυτόν σου, εφ” όσον κάνεις τα ίδια συ που κατακρίνεις.»

Σε ποιόν άραγε ν” απευθύνεται ο Απόστολος; Θα μας το πει στο εδάφιο 17: «Αλλ” εάν εσύ ονομάζεσαι Ιουδαίος».
Το κεφάλαιον Β, όπως θα δούμε, είναι το παράλληλο των εδαφίων 18-32 του κεφαλαίου Α. Είναι η δίκη των Ιουδαίων, μετά από κείνη του Εθνικού κόσμου. Και τα πρώτα δύο εδάφια είναι το θέμα της.
Ο Απόστολος ακολουθεί την εξής σειρά: Στο πρώτο μέρος, εδάφια 1-16, εκθέτει την αρχή της αμεροληψίας στην κρίση του Θεού. Στο δεύτερο, εδάφια 17-29, την εφαρμόζει κατ” ευθείαν στους Ιουδαίους.
Το πρώτο μέρος περιέχει την ανάπτυξη τριών ιδεών: 1) Οι χάρες που δόθηκαν σ” αυτον τον λαό επ” ουδενί δημιουργούν βάση για εξαίρεση απ” την κρίση, αντίθετα καθιστούν βαρύτερη την ευθύνη αυτού που τις έλαβε, εδάφια 1-5. 2) Η Θεία απόφαση βασίζεται στα «έργα», εδάφια 6-12, 3) Και όχι στην «γνώση», εδάφια 13-16.
Ξαναδιαβάζουμε το εδάφιο 1: «Δια τούτο είσαι αναπολόγητος, ω άνθρωπε, όποιος κι” αν είσαι συ που κρίνεις, διότι κρίνοντας τον άλλον, κατακρίνεις τον εαυτόν σου, εφ” όσον κάνεις τα ίδια συ που κατακρίνεις.»
Τούτο το εδάφιο μπορεί να συνδεθεί πιο ειδικά με το προηγούμενο εδάφιο 32, που αναφερόταν στον ειδωλολατρικό κόσμο: «Οι οποίοι, αν και εγνώρισαν τον νόμο του Θεού, ότι εκείνοι που κάνουν τέτοια πράγματα είναι άξιοι θανάτου, όχι μόνον τα κάνουν αλλά και επιδοκιμάζουν εκείνους που τα κάνουν.» Πράγματι, εάν είναι εγκληματικό το να επιδοκιμάζεις την αμαρτία των άλλων αμαρτάνοντας και συ ο ίδιος, πόσο πιο ασυγχώρητο είναι το να καταδικάζεις την αμαρτία των άλλων, ενώ ενώνεσαι και συ σ” αυτήν! Εδώ πρόκειται για μια κατάφωρη υποκρισία, που είναι ό,τι χειρότερο. Κρίνοντας, ο δικαστής δεν κάνει τίποτα άλλο, παρά να καταδικάζει τις δικές του πράξεις. Αυτό έκανε ο Ιουδαίος, και γι” αυτό ο Παύλος του λέγει εδώ ότι είναι «αναπολόγητος». «Είσαι αναπολόγητος που κρίνεις, διότι κρίνοντας τον άλλον, κατακρίνεις τον εαυτόν σου, εφ” όσον κάνεις τα ίδια και συ που κατακρίνεις.» Οι Ιουδαίοι, όπως γνωρίζομε, συνήθιζαν να ονομάζουν τους Εθνικούς, «αμαρτωλούς», Γαλάτας Β15.

Εδάφιο 2
«Οίδαμεν δε ότι το κρίμα του Θεού εστι κατά αλήθειαν επί τους τοιαύτα πράσσοντας».
«Γνωρίζομεν δε ότι η κρίσις του Θεού επέρχεται δικαίως εις εκείνους που κάνουν τέτοια πράγματα.» (Δηλαδή, σαν και εκείνα που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο 32, και στα προηγούμενα).

Τούτη είναι μια γενική αλήθεια, που ο κάθε απλός νους, που είναι ελεύθερος από προκαταλήψεις, την γνωρίζει. Είναι μια αλήθεια χαραγμένη απ” τον Θεό μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Αυτό το επισημαίνει ο Παύλος στους Ιουδαίους, γιατί τούτοι οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν απ” την ιδέα ότι εκείνη την ημέρα, την ημέρα της κρίσης, θ” απολάμβαναν ορισμένες απαλλαγές λόγω της καθαρώτερης θρησκείας τους, και της κατά πολύ υψηλότερης θέσης που κατείχαν έναντι των άλλων Εθνών. Μέσα στην Ιουδαϊκή συνείδηση υπήρχε ένα εμπόδιο στο να δεχθεί τούτη την αρχή της αμεροληψίας στην κρίση του Θεού. Ο Παύλος το γνώριζε καλά, και είναι αυτό που στην συνέχεια εργάζεται ν” απομακρύνει. Τους λέγει λοιπόν:

Εδάφιο 3
«Λογίζη δε τούτο, ω άνθρωπε ο κρίνων τους τα τοιαύτα πράσσοντας και ποιών αυτά, ότι συ εκφεύξη το κρίμα του Θεού;»
«Φαντάζεσαι, ω άνθρωπε, συ που κρίνεις εκείνους που κάνουν τέτοια πράγματα και κάνεις τα ίδια , ότι συ θα αποφύγεις την κρίση του Θεού;»

Η λέξη «λογίζη» περιγράφει καλά τους εσφαλμένους υπολογισμούς, δια των οποίων οι Ιουδαίοι έπειθαν τους εαυτούς τους ότι θα ξέφευγαν την κρίση με την οποίαν ο Θεός θα επισκεπτόταν τους Εθνικούς. Ήταν ένα Ιουδαϊκό αξίωμα: «Κάθε περιτμημένος έχει μέρος στην βασιλεία που πρόκειται να έλθει». Αλλά τούτο ήταν ένας εσφαλμένος υπολογισμός, που προερχόταν από μια άσχημη ηθική κατάσταση, κρυμμένη στα βάθη της καρδιάς. Τούτη την κατάσταση είναι που σύρει στο φως ο Παύλος, σε ό,τι ακολουθεί. Συνεχίζει στα εδάφια 4,5:

Εδάφια 4,5
«Ή του πλούτου της χρηστότητος αυτού και της ανοχής και της μακροθυμίας καταφρονείς, αγνοών ότι το χρηστόν του Θεού εις μετάνοιαν σε άγει; Κατά δε την σκληρότητα σου και αμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως δικαιοκρισίας του Θεού».
«Ή καταφρονείς τον πλούτον της καλωσύνης του και την ανοχήν και την μακροθυμίαν του και δεν αναγνωρίζεις ότι η καλωσύνη του Θεού σε οδηγεί εις μετάνοιαν; Ανάλογα δε προς την σκληρότητα σου και αμετανόητη καρδιά σου επισωρεύεις δια τον εαυτόν σου οργήν, κατά την ημέρα της οργής και της αποκαλύψεως της δικαίας κρίσεως του Θεού».

«Ή…καταφρονείς»: «Ή ακόμη καταφρονείς». Εκείνο που θέλει να τους πει, έτσι όπως το έχει διατυπώσει, είναι ότι εδώ, δεν είναι μια απλή ψευδαίσθηση, κάτι που το νομίζουν λάθος, εδώ υπάρχει ηθελημένη περιφρόνηση. Εδώ, ο τρόπος με τον οποίον σκέπτονται, δεν είναι απλά ανοησία, είναι ασέβεια απέναντι στον Θεό.
Έτσι όπως σκέπτονται να τι καταφρονούν:
α) «Τον πλούτο της χρηστότητος του Θεού». Το πλούτο της καλωσύνης του Θεού απέναντι τους. Εδώ είναι όλα εκείνα τα ευεργετήματα του Θεού στον Ισραήλ κατά το παρελθόν: Εκείνη η ειδική εκλογή, εκείνες οι αλεπάλληλες αποκαλύψεις, η συνεχής Του φροντίδα, τέλος, η αποστολή του Μεσσία, και γενικά όλα εκείνα που συνιστούσαν την προνομιακή θέση που ο Ισραήλ είχε απολαύσει για τόσα πολλά χρόνια.
β) Καταφρονούσαν την «ανοχή» του Θεού. Ο όρος «ανοχή» δηλώνει το αίσθημα που ξυπνά μέσα στην καρδιά του δωρητή, όταν η καλωσύνη του αντιμετωπίζεται με αχαριστία. Ο Παύλος έχει αναμφίβολλα κατά νου τον φόνο του Μεσσία, στον οποίον η Θεία δικαιοσύνη θα έπρεπε να είχε απαντήσει με την άμεση καταστροφή του Έθνους. Ο Θεός όμως τους ανεχόταν ακόμα όταν ο Παύλος τους έγραφε την επιστολή.
γ) Καταφρονούσαν την «μακροθυμία» του Θεού. Mέχρι την ώρα που ο Παύλος έγραφε την Επιστολή, ο Θεός μακροθυμούσε και δεν κατέστρεφε αυτόν τον λαό, παρ” όλα τα 30 συνεχή έτη αντίστασης στις εκκλήσεις Του μέσω του Αποστολικού κηρύγματος, και παρ” όλα τα εγκλήματα τέτοια, όπως ο φόνος του Στεφάνου και του Ιακώβου (Πράξεις 7, 12).
Και τούτη η καταφρόνηση φαίνεται από το γεγονός ότι, όσο ο Θεός δείχνεται καλός, υπομονετικός, τόσο η υπερηφάνεια του Ισραήλ φαίνεται ν” αυξάνει, και τόσο το έθνος δείχνεται εχθρικό προς το Ευαγγέλιο.
«Ή του πλούτου της χρηστότητος αυτού και της ανοχής και της μακροθυμίας καταφρονείς, αγνοών ότι το χρηστόν του Θεού εις μετάνοιαν σε άγει;»
«Ή καταφρονείς τον πλούτον της καλωσύνης του και την ανοχήν και την μακροθυμίαν του και δεν αναγνωρίζεις ότι η καλωσύνη του Θεού σε οδηγεί εις μετάνοιαν;»
Τούτη η καταφρόνηση, αποτέλεσμα της απιστίας τους, της πονηρής τους καρδιάς, τους οδηγούσε σε μια εθελοντική άγνοια. Δεν βλέπανε, ούτε φρόντιζαν να δουν ότι: «Το χρηστόν του Θεού εις μετάνοιαν σε άγει;» «Ότι η καλωσύνη του Θεού σε οδηγεί εις μετάνοιαν;»
«Το χρηστόν του Θεού»: Ό,τι είναι καλό, τρυφερό, ευεργετικό στον Θεό. Είναι από το ρήμα χράομαι, που κατά λέξη σημαίνει, «ό,τι μπορεί κάποιος να χησιμοποιήσει απ” τον Θεό».
Τούτο το «χρηστόν» του Θεού, τούτη η καλωσύνη του, «εις μετάνοιαν σε άγει», ασκεί , δηλαδή, μια έλξη, ωθεί, οδηγεί τον άνθρωπο σε μετάνοια.
Εδώ να σημειώσουμε ότι δεν λέγει π.χ. «αναγκάζει τον άνθρωπο σε μετάνοια», αλλά «άγει», τον οδηγεί, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος κατέχει μια δύναμη μέσα του που μπορεί να παραδοθεί ή να αντισταθεί σ” αυτή την έλξη του Θεού. Εάν δεν θα μπορούσε να της αντισταθεί, πως θα μπορούσαν οι Ιουδαίοι να κατηγορηθούν για την αμαρτία που κάνουν αυτήν ακριβώς την ώρα;
«Μετάνοια» είναι η πράξη δια της οποίας ο άνθρωπος αλλάζει εντελώς την όλην του τοποθέτηση, και επανέρχεται σε προηγουμένη του θέση.
«Κατά δε την σκληρότητα σου και αμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως δικαιοκρισίας του Θεού.»
«Ανάλογα δε προς την σκληρότητα σου και αμετανόητη καρδιά σου επισωρεύεις δια τον εαυτόν σου οργήν, κατά την ημέρα της οργής και της αποκαλύψεως της δικαίας κρίσεως του Θεού».
Ήταν ο συνήθης τρόπος της Ιουδαϊκής συμπεριφοράς, ν” ανταποκρίνεται στα καλέσματα του Θεού με σκληρή και αμετανόητη καρδιά, αντί να οδηγείται σε μετάνοια. Είναι αυτό που τους είπε ο Στέφανος: «Σκληροτράχηλοι με απερίτμητη καρδιά και αυτιά, σεις πάντοτε αντιτίθεσθε προς το Πνεύμα το Άγιον, όπως οι πρόγονοι σας έτσι και εσείς.» (Πράξεις Ζ51).
Αλλά δεν είναι μόνο ότι η καλωσύνη και αυτές οι χάρες του Θεού απέναντι τους πήγαν χαμένες. Δεν είναι μόνο ότι δεν έφεραν το καλό σ” αυτούς, δεν τους οδήγησαν σε μετάνοια προς σωτηρία. Τελικά έφεραν και το κακό επάνω τους. Διότι, κάθε χάρη που ποδοπατιέται, προσθέτει και κάτι στον «θησαυρό της οργής», που ήδη κρέμμεται πάνω απ” τα κεφάλια αυτού του αμετανοήτου κόσμου: «Ανάλογα δε προς την σκληρότητα σου και αμετανόητη καρδιά σου επισωρεύεις δια τον εαυτόν σου οργήν, κατά την ημέρα της οργής και της αποκαλύψεως της δικαίας κρίσεως του Θεού».
«Οργή» αναγγέλεται εδώ πάνω στους Ιουδαίους, όπως στο Α19 πάνω στα Έθνη. Υπάρχει μόνον αυτή η διαφορά, ότι μεταξύ των Εθνικών ο κεραυνός της Θείας οργής έχει ήδη πέσει, τον μελετήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ενώ η θύελλα ακόμα μαζεύεται για τους Ιουδαίους, («Κατά την ημέρα της αποκαλύψεως», που σημαίνει πως δεν είχε ακόμα αποκαλυφθεί. Μιλάμε πάντα για την εποχή που ο Παύλος έγραφε την Επιστολή). Ο χρόνος που θα ξεσπάσει επάνω τους ονομάζεται η «ημέρα της οργής».
Τώρα ποιά να είναι εκείνη η «ημέρα της οργής και της αποκαλύψεως της δικαίας κρίσεως του Θεού»; Γι” αυτόν τον λαό είναι η ημέρα της μεγάλης εθνικής τους καταστροφής, που είχε προλεχθεί από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, και από τον Κύριο (Ματθαίος Γ10, Λουκάς ΙΑ50,51). Και τούτη η ημέρα ήρθε 10 χρόνια αργότερα, μετά που ο Παύλος έγραφε αυτά τα λόγια. Εδώ όμως, κατ” επέκταση, συμπεριλαμβάνεται και η τελική κρίση την εσχάτη ημέρα, που θα γίνει ατομικά για τον καθέναν.
Εκείνη την ημέρα όλοι θα κριθούν με «δικαιοκρισία», με «δίκαια κρίση». Τούτη η λέξη διαλύει προκαταβολικά κάθε ψευδαίσθηση που μπορεί να τρέφει κάποιος, ότι εκείνη την φοβερή ημέρα της κρίσης θα κριθεί προνομιακά, γιατί ανήκε εδώ ή εκεί, γιατί έφερε τούτο ή το άλλο όνομα, κάτι που συνέβαινε με τους Ιουδαίους, οι οποίοι έτρεφαν ψευδαισθήσεις ότι θα διέφευγαν την κρίση, λόγω των προνομίων που τους είχε δώσει ο Θεός, να τους καλέσει σαν λαό Του. Να θυμηθούμε την έκπληξη του Νικοδήμου, όταν ο Κύριος του εξήγησε τον σωστό τρόπο του να εισέλθει κάποιος στην Βασιλεία των ουρανών, γκρεμίζοντας του με μιάς το οικοδόμημα πάνω στο οποίο αυτοί βασιζόντουσαν. Να θυμηθούμε και την έκπληξη του πλουσίου στον Άδη, στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, που παρόλο τέκνο του Αβραάμ, δεν οδηγήθηκε τελικά στον κόλπο του Αβραάμ.
Τούτη η λέξη («δικαιοκρισία») περιέχει και το θέμα της ανάπτυξης που ακολουθεί αμέσως μετά. Η «δικαιοκρισία» του Θεού, (το «κρίμα κατ” αλήθειαν» του εδαφίου 2), θα βασισθεί αποκλειστικά στην ηθική ζωή του κάθε ατόμου, εδάφια 6-12, όχι στο εξωτερικό γεγονός ότι κάποιος κατέχει και ακούει τον νόμο, εδάφια 13-16.

Εδάφιο 6
«Ος αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού».
«Ο οποίος θα αποδώσει εις τον καθέναν σύμφωνα με τα έργα του».

Εκείνη την ημέρα δεν θα ληφθεί υπ” όψιν τίποτα το εξωτερικό, παρά αποκλειστικά μόνον οι προθέσεις της καρδιάς, η πηγή απ” όπου ξεκίνησαν οι ηθικές ενέργειες του ανθρώπου.
Εδώ γεννιέται μια μεγάλη απορία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο ο Απόστολος μας είπε ότι η δικαίωση είναι δια πίστεως, όχι από έργα. Εδώ μας λέγει ότι εκείνη, την τελική ημέρα της κρίσης, ο Θεός θ” αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του; Πως μπορούν να συμβιβασθούν τούτα τα δύο;
Μερικοί πιστεύουν ότι στην κρίση οι ηθικές ατέλειες των πιστών θα καλυφθούν από την πίστη τους. Τούτο θα μετέτρεπε όμως την πίστη σ” ένα κάλυμμα ν” αμαρτάνεις με ατιμωρησία: «Αφού θα σωθώ δια πίστεως, δεν έχει τόση σημασία αν αμαρτάνω καμμιά φορά. Η πίστη μου θα καλύψει τις αμαρτίες μου», θα μπορούσε να πει κάποιος. Αλλά τι «δικαιοκρισία» θα ήταν τότε!
Άλλοι λένε πως, αυτό που λέγει εδώ ο Παύλος, αυτή η αρχή, είναι καθαρά υποθετική. Θα ήταν η αρχή που θα εφήρμοζε ο Θεός εάν δεν είχε μεσολαβήσει η απολύτρωση. Αλλ” ο μέλλων «αποδώσει» δεν είναι υποθετικός, (αν ήταν έτσι θα έγραφε το αντίστοιχο του «θα απέδιδε»). Πέραν αυτού, η «κρίση σύμφωνα με τα έργα», μαρτυρείται και αλλού, τόσο από τον Παύλο (Ρωμ. ΙΔ12, Β. Κορ. Ε10, Γαλ. ΣΤ6), όσο και από τον Ίδιο τον Κύριο (Ιωάννης Ε28,29, Ματθαίος ΙΒ36,37 κ.λ.π.), καθώς επίσης και από άλλα γραπτά της Καινής Διαθήκης (Αποκ. Κ13 κ.λ.π.).
Η απάντηση εδώ είναι ότι η δικαίωση δια πίστεως έχει εφαρμογή μόνον στον χρόνο που εισέρχεται κάποιος στην σωτηρία που προσφέρει ο Θεός, μέσω της ελεύθερης συγγνώμης για την αμαρτία. Δεν έχει όμως εφαρμογή κατά την ώρα της κρίσης. Όταν ο Θεός δέχεται τον αμαρτωλό κατά την στιγμή της μεταστροφής του, δεν του ζητά τίποτα άλλο παρά πίστη. Αλλά από κείνη την στιγμή και μετά ο πιστός εισέρχεται σε μιά ολοκληρωτικά καινούργια ευθύνη. Ο Θεός του ζητά, σαν αποδέκτη της χάρης Του, τους καρπούς αυτής της χάρης. Αυτό φαίνεται καθαρά απ” την παραβολή των ταλάντων. Ο Κύριος εμπιστεύεται την χάρη Του ελεύθερα, δωρεάν. Αλλ” απ” την στιγμή που δίνει αυτή την χάρη, περιμένει απ” τον άνθρωπο που την πήρε, τους καρπούς της. Τούτο μας βοηθά να το καταλάβουμε επίσης και η παραβολή του κακού οφειλέτη. Το συμπέρασμα που βγαίνει απ” αυτή την παραβολή είναι ότι, ο συγχωρημένος αμαρτωλός, που αρνείται να συγχωρήσει τον συνάνθρωπον του, ξανατοποθετείται ο ίδιος πάλι κάτω από τον νόμο της δικαιοσύνης, του αφαιρείται η χάρη, και ξαναμπαίνει κάτω από το βάρος του χρέους του. Η πίστη δεν είναι το θλιβερό προνόμιο να μπορείς ν” αμαρτάνεις με ατιμωρησία, αλλά είναι το μέσον να ελευθερωθείς από την αμαρτία, και να ενεργείς άγια. Και αν αυτός ο καρπός ζωής δεν παράγεται, είναι νεκρή, και θα δηλωθεί σαν μάταιη, άχρηστη: «Κάθε δένδρο που δεν κάνει καρπό κόβεται, και ρίχνεται στην φωτιά» (Ματθ. Γ10). Το λέγει τόσο καθαρά και στο Α” Κορινθίους ΣΤ9: «Δεν ξέρετε ότι οι άδικοι δεν θα κληρονομήσουν την βασιλείαν του Θεού;». Το λέγει και στο Γαλάτας ΣΤ7: «Μη πλανάσθε, ο Θεός δεν εμπαίζεται. Εκείνο που θα σπείρη ο άνθρωπος, αυτό και θα θερίση». Το λέγει και σε πολλά άλλα σημεία στον Λόγο του Θεού, απευθυνόμενος πάντα σε πιστούς.
Βασική αρχή, λοιπόν: Ο Θεός » θα αποδώσει εις τον καθέναν σύμφωνα με τα έργα του».
Τα δύο ακόλουθα εδάφια θα μας εξηγήσουν εκείνο το «θα αποδώσει».

Εδάφια 7,8
«Τοις μεν καθ΄υπομονήν έργου αγαθού δόξαν και τιμή και αφθαρσίαν ζητούσι ζωήν αιώνιον, τοις δε εξ εριθείας, και απειθούσι μεν τη αληθεία, πειθομένοις δε τη αδικία, θυμός και οργή»
«Εις εκείνους που με συνεχή υπομονή στο να κάνουν το καλό, επιζητούν δόξαν και τιμή και αφθαρσίαν, θα αποδώση ζωήν αιώνιον, εις εκείνους όμως που είναι εγωισταί και απειθούν εις την αλήθειαν, υπακούουν δε εις την αδικίαν θα επέλθη θυμός και οργή».

Οι Ιουδαίοι διαιρούσαν τους ανθρώπους σε περιτμημένους, και επομένως σωσμένους, και απεριτμήτους, και επομένως καταδικασμένους. Εδώ σε τούτα τα εδάφια παρουσιάζεται μια νέα ταξινόμηση. Και τούτη η ταξινόμηση χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες. Κριτήριο όμως εδώ λαμβάνεται ο ηθικός σκοπός απ” τον οποίον κινείται κάποιος, το γιατί κάνει αυτά που κάνει, το κίνητρο του, το που σκοπεύει.
Πρώτη κατηγορία: «Οι μεν καθ΄ υπομονήν έργου αγαθού δόξαν και τιμή και αφθαρσίαν ζητούσι».
«Εκείνοι που με συνεχή υπομονή στο να κάνουν το καλό, επιζητούν δόξαν και τιμή και αφθαρσίαν».
Υπάρχουν ψυχές, άσχετα απ” τις συνθήκες μέσα στις οποίες βρίσκονται, που στοχεύουν το ιδανικό που περιγράφεται εδώ. Έχουν βάλει σαν στόχο στη ζωή τους, επιζητούν «δόξαν και τιμή και αφθαρσίαν». Να μελετήσουμε αναλυτικά τούτο το ιδανικό τους:
«Επιζητούν δόξα», δηλαδή μια ζωή χωρίς κηλίδα ή αδυναμία, μια ζωή λαμπρή πέρα για πέρα, με την Θεία λαμπρότητα της αγιότητας και της δύναμης.
«Επιζητούν τιμή», δηλαδή την επιδοκιμασία του Θεού σε ό,τι κάνουν, πράγμα που αποτελεί την αιώνια τιμή.
«Επιζητούν αφθαρσίαν», δηλαδή να απομακρύνουν την φθορά απ” την ζωή τους.
Καθώς θεωρούν τούτο το ιδανικό τους, γοητευμένοι απ” την ομορφιά του, υψώνονται απ” αυτό πάνω από γήϊνες φιλοδοξίες, και σαρκικές ικανοποιήσεις. Τούτοι είναι οι άνθρωποι που παρουσιάζονται με την εικόνα του εμπόρου που ζητά «καλούς μαργαρίτες». Γι” αυτούς το πιο πολύτιμο είναι εκείνος ο μαργαρίτης της ανυπολόγιστης αξίας, η «αιώνια ζωή».
Και πως επιζητούν, πως αγωνίζονται να φθάσουν τούτο το ιδανικό τους; «Καθ” υπομονήν έργου αγαθού», «Με συνεχή υπομονή στο να κάνουν το καλό».
Η ιδέα της «συνεχούς υπομονής» τονίζεται με έμφαση. Εδώ δεν πρόκειται για σποραδικές ηθικές προσπάθειες. Πρόκειται για μια επίμονη, συνεχή προσπάθεια για να ξεπερασθούν τα μεγάλα ηθικά εμπόδια που θα συναντηθούν σ” αυτό το μονοπάτι. Εμπόδια από μέσα απ” τον ίδιο τον άνθρωπο, εμπόδια απ” το στενό και το πλατύτερο του περιβάλλον. Είναι μια προσπάθεια, που για να την αναλάβει κάποιος, προϋποθέτει επίμονη αγάπη για το καλό, και σταθερή απόφαση για να το πραγματοποιήσει.
Αλλά πάλι, κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Μήπως με τούτα που λέγει εδώ ο Παύλος, κηρύττει σωτηρία δια των έργων του ανθρώπου, και όχι δια της πίστης του στον Χριστό, όπως εκήρυξε προηγουμένως;
Η απάντηση είναι η εξής: Εκείνο που βεβαιώνει με τούτα τα λόγια ο Απόστολος είναι ότι, κανένας δεν θα μπορέσει να σωθεί, παρά μόνον σαν κάνει το καλό. Δεν μας αναφέρει όμως εδώ το μέσον που θα μας βοηθήσει να κάνουμε το καλό. Γιατί, όπως θα πει ο ίδιος ποιό κάτω, μπορεί η καρδιά να φλέγεται απ” την επιθυμία για το καλό, αλλά της λείπει η δύναμη να το κάνει.
Θεωρεί όμως δεδομένο ότι ο άνθρωπος που εμπνέεται απ” αυτή την διαρκή επιθυμία δεν θ” αποτύχει, τώρα, ή κάποια άλλη ώρα στο ταξίδι της ζωής, να συναντήσει το μέσον που θα τον βοηθήσει να φτάσει σ” ένα τέρμα τόσο άγιο και ένδοξο. Αυτό το μέσον είναι η πίστη στον Χριστό, μια αλήθεια την οποία επιφυλάσσεται ν” αποδείξη σ” ένα μεταγενέστερο στάδιο.
«Αυτός που κάνει την αλήθεια», είπε ο Κύριος, κάτω απ” την ίδια έννοια, «έρχεται στο φως», ευθύς ως του παρουσιασθεί (Ιωάνν. Γ21). Είναι ο Ίδιος ο Θεός που έχει αναλάβει να τον οδηγήσει εκεί, στον Χριστό (Ιωάννης ΣΤ37-45). Η αγάπη για το καλό, που είναι ο στόχος της ζωής του, θα τον οδηγήσει τότε ν” αγκαλιάσει τον Χριστό, που είναι το ιδεώδες, η ενσάρκωση του καλού. Έχοντας Τον τώρα αγκαλιάσει, θα βρει σ” Αυτόν την δύναμη για να κάνει το καλό, την οποίαν και έψαχνε. Η επιθυμία για το καλό προεξοφλεί την αποδοχή του Ευαγγελίου.
«Εις εκείνους, λοιπόν, που με συνεχή υπομονή στο να κάνουν το καλό, επιζητούν δόξαν και τιμή και αφθαρσίαν, θα αποδώση ζωήν αιώνιον, Η «αιώνια ζωή» είναι η δοξασμένη κατάληξη αυτής της μακριάς και κοπιώδους πρακτικής άσκησης του καλού.
Αντιπροσωπευτικά δείγματα τούτης της κατηγορίας ανθρώπων ήταν ο ίδιος ο Παύλος, και ο εθνικός Κορνήλιος (Πράξεις Ι).
H άλλη τάξη ανθρώπων περιγράφεται στο εδάφιο 8:
«Τοις δε εξ εριθείας, και απειθούσι μεν τη αληθεία, πειθομένοις δε τη αδικία, θυμός και οργή»
«Εις εκείνους όμως που είναι εγωισταί και απειθούν εις την αλήθειαν, υπακούουν δε εις την αδικίαν θα επέλθη θυμός και οργή».
Τούτη η τάξη ανθρώπων περιλαμβάνει εκείνους που έχουν τούτα τα δύο χαρακτηριστικά: α) Είναι «εξ εριθείας». β) «Απειθούν εις την αλήθεια, και υπακούουν εις την αδικίαν». Να τα δούμε ένα ένα:
«Οι εξ εριθείας»: Είναι εκείνοι που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του πνεύματος της εγωιστικής φιλοδοξίας και ραδιουργίας.
«Απειθούν εις την αλήθεια, και υπακούουν εις την αδικίαν»: Λέγοντας «αλήθεια» ο Παύλος, εννοεί την αλήθεια που αποκαλύπτει το Ευαγγέλιο.
Σαν αντίθετο της «αλήθειας» βλέπομε εδώ να μη βάζει το «ψέμμα», αλλά την «αδικία.» «Απειθούν εις την αλήθεια, και υπακούουν – όχι στο ψέμμα, αλλά -στην αδικία». Με τούτη τη λέξη «αδικία» εδώ δηλώνει τα εγωϊστικά πάθη, τις μάταιες φιλοδοξίες, τις παράλογες προκαταλήψεις, που οδηγούν έναν άνθρωπο να κλείσει τα μάτια του στο φως, όταν τούτο του παρουσιάζεται, και έτσι να οδηγηθεί στην απιστία. Είναι η αδικία που οδηγεί σ” αυτό το αποτέλεσμα, όπως ακριβώς η ηθική ακεραιότης οδηγεί στην πίστη, όπως είδαμε προηγουμένως.
Ο Κύριος αναπτύσσει ακριβώς την ιδία σκέψη στο Ιωάννη Γ19,20. Να θυμηθούμε τι είπε εκεί: «Η καταδίκη συνίσταται εις τούτο: ότι το φως έχει έλθει εις τον κόσμον αλλ” οι άνθρωποι αγάπησαν μάλλον το σκοτάδι παρά το φως, επειδή τα έργα τους ήσαν πονηρά. Όποιος κάνει το κακόν μισεί το φως και δεν έρχεται εις το φως, δια να μη γίνουν φανερά τα έργα του. Αλλ” όποιος ακολουθεί την αλήθειαν έρχεται εις το φως, δια να γίνη φανερόν ότι τα έργα του έχουν γίνει κατά Θεόν». Με απλά λόγια: Η αγάπη για το καλό, αυτή μόνο είναι που οδηγεί τον άνθρωπο σε πίστη στον Χριστό, όπως η αγάπη για το κακό τον οδηγεί σε απιστία.
Γι” αυτή την δεύτερη κατηγορία ανθρώπων, λοιπόν, «θυμός και οργή». Τούτοι είναι κάτω απ” τον θυμό και την οργή του Θεού.
Και αν κάποιος ρωτούσε, ποιά είναι η διαφορά μεταξύ του «θυμού» και της «οργής», θα μπορούσαμε να τα ξεχωρίσουμε ως εξής: «Θυμός», είναι το εσωτερικό συναίσθημα της ψυχής. «Οργή», είναι η εξωτερίκευση του με το βλέμμα, με τα λόγια, με καταδικαστική απόφαση, με τιμωρία.

Εδάφια 9,10
«Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν, Ιουδαίου τε πρώτον και Έλληνος. Δόξα δε και τιμή και ειρήνη παντί τω εργαζομένω το αγαθόν, Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι».
«Θλίψις και στενοχωρία δια κάθε κακοποιόν, δια τον Ιουδαίον πρώτα και επίσης δια τον Έλληνα, δόξα δε και τιμή και ειρήνη δια τον καθένα που κάνει το καλόν, δια τον Ιουδαίον πρώτα και και επίσης δια τον Έλληνα».

«Θλίψη» είναι η ίδια η ποινή (που αντιστοιχεί στην «οργή»). «Στενοχωρία» είναι εκείνη η συστροφή της καρδιάς που την προκαλεί η τιμωρία (τούτη αντιστοιχεί στον «θυμό» του κριτή). Η «ψυχή» εδώ αναφέρεται σαν η έδρα των αισθημάτων.
Εις το Α16 ο Απόστολος μας είπε ότι οι Ιουδαίοι έχουν μια χρονική προτεραιότητα όσον αφορά την σωτηρία. Εδώ μας λέγει ότι η ίδια προτεραιότητα υπάρχει και όσον αφορά την κρίση. Ο Πέτρος στην πρώτη του Επιστολή, στο Δ17, μας αναφέρει ότι η κρίση θ” αρχίσει από τον οίκο του Θεού.
Ίσως εδώ να έχει εφαρμογή και η αρχή που έθεσε ο Κύριος, Λουκάς ΙΒ41-48, σύμφωνα με την οποίαν, όποιος έχει λάβει περισσότερα, έχει και περισσότερη ευθύνη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, εάν έστω ένας επρόκειτο να κριθεί, αυτός θα ήταν ο Ιουδαίος. Αυτή είναι η απάντηση του Αποστόλου στην αξίωση που μπορεί να προβάλλουν οι Ιουδαίοι, ότι θ” αποφύγουν την κρίση του Θεού, εδάφιο 3.
«Δόξα δε και τιμή και ειρήνη παντί τω εργαζομένω το αγαθόν, Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι». Ο όρος «ειρήνη» περιγράφει το υποκειμενικό αίσθημα του σωσμένου κατά τον χρόνον όταν του απονέμονται δόξα και τιμή απ” τον κριτή. Είναι η βαθειά ειρήνη που παράγεται από την απελευθέρωση από την οργή, και την κατοχή της αναλλοίωτης ευλογίας.
Στην συνέχεια, ο Απόστολος θα μας πει ότι μια τέτοια κρίση την κάνει αναγκαία και αναπόφευκτη η αμεροληψία του Θεού. Και τούτη την αμεροληψία του Θεού οι Ιουδαίοι την είχαν γνωρίσει καθαρά σ” όλη την διάρκεια της Παλαιάς Διαθήκης. Η κρίση του Θεού έπεφτε πάνω στο κακό χωρίς καμμία προσωποληψία, και αδιάφορα αν υπήρχε ή όχι νόμος.

Εδάφια 11,12
«Ου γαρ εστι προσωποληψία παρά τω Θεώ. Όσοι γαρ ανόμως ήμαρτον, ανόμως και απολούνται. Και όσοι εν νόμω ήμαρτον, δια νόμου κριθήσονται.»
«Διότι ο Θεός δεν μεροληπτεί. Όσοι αμάρτησαν χωρίς τον νόμον, χωρίς τον νόμον και θα απολεσθούν, και όσοι αμάρτησαν ενώ ήσαν υπό τον νόμον θα κριθούν με τον νόμον.

Η αμεροληψία του Θεού είναι κάτι που τονίζεται συχνά στην Παλαιά Διαθήκη (Δευτ. Ι17, Α. Σαμ. ΙΣΤ7, Β. Χρον. ΙΘ7, Ιώβ ΛΔ19). Επομένως κανένας Ιουδαίος δεν θα μπορούσε να την αμφισβητήσει.
«Παρά τω Θεώ», δηλώνει εκείνη την φωτεινή σφαίρα όπου εκπηγάζουν μόνο δίκαιες αποφάσεις.
Αλλά το ότι ο νόμος δόθηκε σε μερικούς, και δεν δόθηκε σε άλλους, αυτό δεν είναι ασυμβίβαστο με την Θεία αμεροληψία; Όχι, απαντά το εδάφιο 12. Διότι εάν χαθεί ο Εθνικός, δεν θα χαθεί γιατί δεν κατέχει τον νόμο. Τούτος δεν πρόκειται να κριθεί από τον νόμον. Και από την άλλη μεριά, το ότι ο Ιουδαίος κατέχει τον νόμο, τούτο δεν θα τον εξαιρέσει από την τιμωρία, αντίθετα θα κριθεί με βάση τούτο τον νόμο. Έτσι η έλλειψη του νόμου δεν οδηγεί στην απώλεια περισσότερον τον ένα, απ” ότι η κατοχή του σώζει τον άλλον.
Ο αόριστος «ήμαρτον» μας μεταφέρει στην ώρα της κρίσης, τότε που το αποτέλεσμα της ανθρωπίνης ζωής θα εμφανισθεί σαν ένα ολοκληρωμένο γεγονός, εμπρός στον θρόνο του Κριτή.
Όσοι λοιπόν αμάρτησαν, ενώ είχαν τον νόμο, θα κριθούν από τούτον ακριβώς τον νόμο. Ενώ όσοι δεν είχαν τον νόμο, θα απολεσθούν, αλλά χωρίς να κριθούν από τον νόμο. Εδώ σαν νόμος εννοείται ο Μωσαϊκός.
Βλέπουμε δώ τον Παύλο να χρησιμοποιεί δύο διαφορετικά ρήματα, το «απολούνται» για τους Εθνικούς, και το «κριθήσονται» για τους Ιουδαίους. Εκείνο στο οποίο θέλει να δώσει έμφαση, με τούτη την διάκριση που κάνει, είναι ότι οι Ιουδαίοι μόνον, αν μιλήσωμε κυριολεκτικά, θα υποστούν μια κρίση, μια λεπτομερή ανάκριση, δι” εφαρμογής των ειδικών άρθρων του νόμου, του νόμου τον οποίον τους είχε δώσει ο Θεός. Οι Εθνικοί απλά θα χαθούν, σαν συνέπεια της ηθικής τους διαφθοράς, όπως π.χ. η καταστροφή αγκαλιάζει την ζωή του διεστραμμένου, του αλκοολικού, του ανηθίκου, απλά, σαν φυσικό επακόλουθο των πράξεων του.
Ετσι ο Παύλος ανασκεύασε την εσφαλμένη άποψη των Ιουδαίων, ότι δεν θα περάσουν από κρίση, διότι κατέχουν τον νόμο. Όχι μόνον θα περάσουν από κρίση, αλλά θα είναι και οι μόνοι που θα κριθούν (στην αυστηρή έννοια της λέξης).
Είναι προφανές ότι στις δύο προτάσεις τούτου του εδαφίου υπονοείται τούτη η συνέχεια: «…Εκτός εάν γίνει αποδεκτή η δικαίωση που προσφέρεται από το Ευαγγέλιο, και παράγει τους καρπούς της, καρπούς αγιότητας (οπότε η λέξη «ήμαρτον» σταματά να είναι η συνόψιση, και η τελευταία λέξη της γηίνης ζωής)».
Και γιατί δεν μπορεί η κατοχή του νόμου να προφυλάξει τους Ιουδαίους από καταδίκη, καθώς αυτοί φανταζόταν; Η εξήγηση δίνεται στο εδάφιο 13, και η απόδειξη της στα εδάφια 14-16.

Εδάφιο 13
«Ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ” οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται»
«Διότι δεν θα δικαιωθούν ενώπιον του Θεού εκείνοι που ακούουν τον νόμον, αλλά εκείνοι που εφαρμόζουν τον νόμον θα κηρυχθουν δίκαιοι.»

Ο λόγος που χρησιμοποιεί την λέξη «ακροατές» και όχι π.χ. «κάτοχοι», ή «μελετητές», είναι γιατί οι Ιουδαίοι ακούγανε την ανάγνωση του νόμου κάθε Σάββατο στην συναγωγή, και από κει γνώριζαν τον νόμο οι περισσότεροι.
Και αυτό «ενώπιον του Θεού» λέγει ο Παύλος, διότι «ενώπιον των ανθρώπων» ήταν διαφορετικά. Οι Ιουδαίοι εθεωρούσαν ο ένας τον άλλον «δίκαιο» λόγω της κατοχής του νόμου.
Εάν όμως δεχθούμε αυτή τη τελευταία αξίωση σαν βάσιμη, τότε δεν θα υπήρχε αμεροληψία στον Θεό. Και τούτο γιατί η γνώση του νόμου ήταν ένα κληρονομικό πλεονέκτημα των Ιουδαίων, δεν ήταν καρπός ηθικής ενέργειας.
Το «δικαιωθήσονται» σημαίνει ότι την ημέρα της κρίσης θα «αναγνωρισθούν» και θα «δηλωθούν» σαν δίκαιοι. Αυτή η δηλωτική έννοια εμφανίζεται και στην χρήση της πρόθεσης «παρά» («παρά τω Θεώ»), η οποία αναφέρεται σε μια πράξη του Θεού σαν δικαστή (ιδέ και το Α17).
Αλλά εκείνο το «οι ποιηταί του νόμου δικαιοθήσονται» («εκείνοι που εφαρμόζουν τον νόμο θα κηρυχθούν δίκαιοι»), δεν έρχεται πάλι σε αντίθεση με την «σωτηρία δια πίστεως»; Τελικά είναι δια πίστεως η σωτηρία, ή δια της εκτελέσεως του νόμου;
Μερικοί νομίζουν ότι αυτή η ιδέα της δικαίωσης δια της εκπληρώσεως του νόμου διατυπώνεται εδώ κατά έναν καθαρά υποθετικό τρόπο, και δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί (ιδέ και Γ19,20). Ο Παύλος, ισχυρίζονται, δείχνει το θεωρητικό «στάνταρ» της κρίσης, το οποίο, σε συνέπεια της αμαρτίας του ανθρώπου, ουδέποτε θα γνωρίσει μια κατά γράμμα εφαρμογή. Αλλά πως μπορεί σ” αυτή την περίπτωση να εξηγηθεί ο μέλλοντας «δικαιωθήσονται»; Επίσης και η φράση στο εδάφιο 27, «Ο εκ φύσεως απερίτμητος, ο οποίος όμως εφαρμόζει τον νόμο», λέξεις που αναφέρονται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και το εδάφιο Η4, στο οποίο ο Απόστολος υποστηρίζει ότι η απαίτηση του νόμου εκπληρούται στην ζωή του πιστού;
Το σίγουρο εδώ είναι ότι, για να μας αναγνωρίσει και να μας δηλώσει ο Θεός σαν «δίκαιους» εκείνη την ημέρα της κρίσης, θα χρειάζεται τότε να είμαστε πραγματικά «δίκαιοι». Αλλά για να γίνουμε πραγματικά «δίκαιοι» θα πρέπει να έρθουμε σε κοινωνία με τον Θεό, να μας στείλει το Πνεύμα Του. Χωρίς το Πνεύμα του Θεού μέσα μας είναι αδύνατο να πραγματοποιήσουμε δικαιοσύνη. Για να έρθουμε όμως σε κοινωνία με τον Θεό, θα πρέπει να φύγουμε από την σφαίρα της αμαρτίας, που είμαστε, και να έρθουμε στην σφαίρα της δικαιοσύνης Του. Για να έρθει ο άγιος Θεός σε κοινωνία με τον αμαρτωλό άνθρωπο, θα πρέπει να θεωρήσει, να λογαριάσει τούτον τον τελευταίο δίκαιο απέναντι Του. Είναι η πρώτη δικαίωση, που την παίρνει ο άνθρωπος δια πίστεως. Τούτη η πρώτη δικαίωση που του καταλογίζει ο Θεός, λόγω της πίστης του, και που την παίρνει ο άνθρωπος με την πίστη του, είναι η αρχή του έργου σωτηρίας, το μέσον της εισόδου στην κατάσταση της χάρης.
Αλλ” αυτή η αρχική δικαίωση, που αποκαθιστά την κοινωνία μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου, θα πρέπει να οδηγήσει τον τελευταίο στην πραγματική κατοχή της δικαίωσης, δηλαδή στην εκπλήρωση του νόμου. Διαφορετικά αυτή η πρώτη δικαίωση δεν θα μπορέσει να σταθεί στην κρίση (ιδέ και σχόλια πάνω στο εδάφιο 6).
Υπάρχουν λοιπόν δύο δικαιώσεις, η μία αρχική, θεμελιωμένη αποκλειστικά στην πίστη, η άλλη τελική, βασισμένη στην πίστη και στους καρπούς της. Ο Θεός σε δικαιώνει προκαταβολικά, σε λογαριάζει δίκαιο, με τον σκοπό να γίνεις τέτοιος.
Αλλ” εάν, σύμφωνα με το εδάφιο 13, «εκείνοι που εφαρμόζουν τον νόμο θα κηρυχθούν δίκαιοι», τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για θεία αμεροληψία, διότι πως μπορούν τα Έθνη να εκπληρώσουν τον νόμο, στην στιγμή που δεν τον κατέχουν; Τα εδάφια 14, 15 περιέχουν την απάντηση σ” αυτή την αντίρρηση.

Εδάφια 14,15
«Όταν γαρ Έθνη τα μη νόμον έχοντα φύσει τα του νόμου ποιή, ούτοι νόμον μη έχοντες εαυτοίς εισι νόμος, οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών, συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων.»
«Όταν Εθνικοί που δεν έχουν τον νόμον, εφαρμόζουν τας διατάξεις του νόμου εκ φύσεως, τότε, αν και δεν έχουν νόμον, έχουν τον εαυτόν τους δια νόμον, διότι αποδεικνύουν ότι το έργον που ζητεί ο νόμος είναι γραμμένον στις καρδιές τους, συγχρόνως δε μαρτυρει και η συνείδησις των, και οι σκέψεις των μεταξύ των κατηγορούν ή απολογούνται.»

Τι άραγε θέλει να μας πει εδώ ο Παύλος; Εκείνο το «γαρ» («διότι») με το οποίο ξεκινά το εδάφιο, που άραγε να πηγαίνει;
Υπάρχουν 4 βασικοί τρόποι να συνδέσωμε το εδάφιο 14 με ότι προηγείται:
1) Ο πρώτος πηγαίνει πίσω στο εδάφιο 12α: «Τα Έθνη θα χαθούν δίκαια παρ” όλο που δεν έχουν τον νόμο (εδ.12), διότι έχουν έναν νόμο στις καρδιές τους που τον παραβιάζουν εν γνώσει τους (εδ.14)». Αλλά οι τόσες πολλές και σπουδαίες ενδιάμεσες προτάσεις και ιδέες που μεσολαβούν μεταξύ αυτού του εδαφίου και του 12α, καθιστούν αφύσικο να συνδέσωμε το «γαρ» του εδαφίου 14 με την δήλωση του 12α. Πέραν αυτού δεν είναι στις προθέσεις του Παύλου ν” αποδείξη στους Ιουδαίους το δίκαιο της ποινής που θα επιβαλόταν πάνω στους Εθνικούς.
2) Άλλοι συνδέουν το «γαρ» με την αμέσως προηγουμένη πρόταση στο 13β: «Είναι μόνον εκτελεστές του νόμου που μπορούν να δικαιωθούν, διότι αυτός ο κανόνας μπορεί να εφαρμοσθεί ακόμα και στους Εθνικούς, μια και αυτοί επίσης έχουν έναν νόμο χαραγμένον στις καρδιές τους». Η σύνδεση είναι απλή και λογική. Αλλά μπορεί ο Απόστολος να θέλει να πει πράγματι ότι ένας Εθνικός είναι σε θέση να επιτύχει την δικαίωση του υπακούοντας τον νόμο της συνείδησης; Αυτό είναι αδύνατον. Τούτο θα έκανε περιττό το έργο του σταυρού γι” αυτούς.
3) Άλλοι ενώνουν το «γαρ» με το 13β, αλλά κρατούν ταυτόχρονα ότι αυτό το «διότι» θα πραγματοποιηθεί αληθινά: «Οι εκτελεστές του νόμου θα δικαιωθούν, διότι ο Θεός της χάρης θα λάβει υπ” όψιν την σχετική υπακοή του νόμου που απεδόθη απ” τους εθνικούς» (εδώ μπορεί ν” αναφερθεί το Ματθαίος ΚΕ40, Ι41,42), ή «Εκείνα τα έθνη, εν μέρει εκτελεστές του νόμου, σίγουρα θα έλθουν κάποια μέρα στην πίστη του ευαγγελίου, δια της οποίας θα δικαιωθούν πλήρως». Αλλά αυτά είναι σοφιστείες. Τίποτα στο κείμενο δεν επιτρέπει τέτοιες απόψεις. Στο εδάφιο 15 ο Παύλος αποδεικνύει ότι τα έθνη έχουν τον νόμο, αλλά όχι ότι και τον υπακούουν. Και για πίστη στο ευαγγέλιο δεν υπάρχει ούτε λέξη.
4) Η σωστή άποψη θα πρέπει να είναι η εξής: Το «γαρ» αναφέρεται στην γενική ιδέα του εδαφίου 13: «Δεν είναι δια της ακροάσεως του νόμου, όπως οι Ιουδαίοι νομίζουν, αλλά δια της υπακοής, αυτό θα δικαιώσει. Διότι αν το άκουσμα του νόμου ήταν αρκετό, τα Έθνη επίσης θα μπορούσαν ν” αξιώσουν αυτό το πλεονέκτημα, μια και θετικά χαρακτηριστικά στην ηθική τους ζωή μαρτυρούν την ύπαρξη ενός νόμου χαραγμένου στις καρδιές τους, τον οποίον και σποραδικά εφαρμόζουν («όταν…»). Άρα και αυτοί έχουν ένα νόμο που ακούνε. Αν λοιπόν δικαιωνόταν ενώπιον του Θεού αυτοί μόνο που ακούνε τον νόμο, τούτη την δικαίωση θα μπορούσαν να την αξιώσουν και οι Εθνικοί.»
Να μελετήσουμε λέξη προς λέξη τούτα τα εδάφια:
«Όταν γαρ Έθνη τα μη νόμον έχοντα φύσει τα του νόμου ποιή, ούτοι νόμον μη έχοντες εαυτοίς εισι νόμος, οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών, συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων.»
«Όταν Εθνικοί που δεν έχουν τον νόμον, εφαρμόζουν τας διατάξεις του νόμου εκ φύσεως, τότε, αν και δεν έχουν νόμον, έχουν τον εαυτόν τους δια νόμον, διότι αποδεικνύουν ότι το έργον που ζητεί ο νόμος είναι γραμμένον στις καρδιές τους, συγχρόνως δε μαρτυρει και η συνείδησις των, και οι σκέψεις των μεταξύ των κατηγορούν ή απολογούνται.»
«Όταν Εθνικοί που δεν έχουν τον νόμον, εφαρμόζουν τας διατάξεις του νόμου εκ φύσεως: Τούτοι δεν υπακούουν την εντολή σαν εντολή, διότι δεν την έχουν, αλλά εκπληρώνουν το περιεχόμενο της. Για παράδειγμα ο Νεοπτόλεμος στον Φιλοκτήτη, όταν αρνείται να σώσει την Ελλάδα έναντι ενός ψέμματος, ο Σωκράτης, όταν αρνείται να σώσει την ζωήν του δραπετεύοντας από την φυλακή, για να μείνει υπάκουος στις αρχές. Ο ίδιος ο Σοφοκλής ομιλεί γι” αυτούς τους αιώνιους νόμους («οι αεί νόμοι»), και αντιπαραθέτει αυτήν την εωτερική νομοθεσία με τους νόμους των ανθρώπων που διαρκώς αλλάζουν.
«Φύσει τα του νόμου ποιή»: Αυθόρμητα, υπό ενός εμφύτου ηθικού ενστίκτου. Οι Εθνικοί κάνουν εξ ενστίκτου ότι ο Ιουδαίος κάνει σε υπακοή εντολών.
Και τα κάνουν «νόμον μη έχοντες…»: «Μη έχοντες νόμον, αυτοί οι ίδιοι υπηρετούν σαν νόμος στον εαυτόν τους («εαυτοίς εισι νόμος»)». Ή, με άλλα λόγια, «δεν έχουν τον νόμο έτσι γραπτό εξωτερικά, όπως οι Ιουδαίοι, αλλά αποδεικνύουν ότι τον έχουν κατά έναν άλλο τρόπο».
Πως όμως τον έχουν αυτοί τον νόμο;
«Οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών»: «Δείχνουν, αποδεικνύουν με τις πράξεις τους και την εν γένει ηθική συμπεριφορά τους, ότι το έργο του νόμου να είναι γραμμένον στις καρδιές τους» Ο Εθνικός δείχνει σε πολλές περιπτώσεις, ότι μέσ” την καρδιά του είναι γραμμένος ο νόμος, όσον αφορά το περιεχόμενο του. Ό,τι καλό κάνουν, το κάνουν γιατί μια εσωτερική φωνή τους οδηγεί να το κάνουν.
«Οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών»: Ο Παύλος δεν λέγει «το έργον νόμου», κάποιου, δηλαδή, τυχαίου νόμου, αλλά «το έργο του νόμου», του Μωσαϊκού νόμου. Το ηθικό ένστικτο των Εθνικών ταυτίζεται με το περιεχόμενο του Μωσαϊκού νόμου.
Θα πρέπει επίσης να σημειώσωμε ότι η φράση «το έργον του νόμου», δεν δηλώνει απλά μερικές μεμονωμένες πράξεις, σαν εκείνη του εδαφίου 14 («τα του νόμου»). Αγκαλιάζει όλο το περιεχόμενο του νόμου, διότι το εδάφιο 15 δεν αναφέρεται στην τυχαία εκτέλεση μερικών καλών ενεργειών, αλλά στο σύνολο του ηθικού νόμου γραμμένου στην καρδιά.
Στους Ισραηλίτες ο νόμος εδόθηκε χαραγμένος σε λίθινες πλάκες. Εδώ ο νόμος είναι χαραγμένος στην καρδιά. Η καρδιά είναι πάντα στην Γραφή η πηγή των ενστικτωδών αισθημάτων, από τα οποία εκπηγάζουν εκείνες οι παρορμήσεις που κυβερνούν την ενέργεια του νου και της θέλησης. Και είναι σ” αυτή την μορφή της ευγενικής, της υψηλής έμπνευσης, που τούτος ο νόμος εμφανίζεται στον άνθρωπο. Ο κάθε άνθρωπος είναι η έδρα αυτής της υπέροχης, της Θείας νομοθεσίας, τούτο δηλώνει ο πληθυντικός «εν ταις καρδίαις».
Και κλείνει ο Παύλος το εδάφιο με τούτα τα λόγια:
«Συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων.»
«Συγχρόνως δε μαρτυρει και η συνείδησις των, και οι σκέψεις των μεταξύ των κατηγορούν ή απολογούνται.»
Για να κατανοήσωμε τούτες τις τελευταίες προτάσεις του εδαφίου, θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε ότι, σύμφωνα με την σύνδεση του εδαφίου 14 με το εδάφιο 13, ο Απόστολος δεν θέλει απλά να δείξει ότι ο Εθνικός κατέχει τον νόμο. Θέλει να δείξει ότι και αυτός τον ακούει, όπως ο Ιουδαίος τον άκουσε στο Σινά, ή τον ακούει κάθε Σάββατο στην συναγωγή («ακροατές», εδ. 13α).
Η ερώτηση λοιπόν είναι: Ο Εθνικός ακούει αυτόν τον νόμο μέσα του καθαρά, έτσι που να τον διακρίνει; Δίνει λογαριασμό, απολογία, γι” αυτόν στον εαυτόν του; Γιατί εάν δεν ήταν έτσι, θα παρέμενε κατώτερος του Ιουδαίου, ο οποίος έχει τόσο πολύ διαύγεια, συζητά τόσο καθαρά με τον εαυτόν του γύρω από τον νόμο και τις εφαρμογές του, μια και τον έχει γραπτό, εξωτερικά.
Ναι, λέγει ο Λόγος του Θεού. Ο Εθνικός έχει τόση πολλή διαύγεια πάνω σ” αυτό το θέμα, όση και ο Ιουδαίος. Και αυτός συζητά με καθαρότητα πάνω σ” αυτά που τον οδηγεί να κάνει το ηθικό του ένστικτο. Η συνείδηση του έρχεται αμέσως μετά να ενώσει την εγκριτική της μαρτυρία σε κείνη του ηθικού ενστίκτου, το οποίον του έχει υπαγορεύσει μια καλή ενέργεια. Συνήγοροι ακούγονται μέσα του υπέρ και κατά. Εμπρός σ” αυτή την διαδικασία σε τούτο το εσωτερικό δικαστήριο, ωχριούν και αυτές ακόμα οι ποιό πανούργες και λεπτολόγες στρεψοδικείες στα ανθρώπινα δικαστήρια.
Αλλά ας παρακολουθήσουμε, με τα λόγια αυτού του εδαφίου, τι γίνεται μέσα στην καρδιά του Εθνικού, του κάθε ανθρώπου κατ” επέκταση:
Η κάθε ηθική ενέργεια του ανθρώπου ξεκινά από κείνο το φυσικό ένστικτο, εκείνον τον ηθικό νόμο που είναι χαραγμένος στη καρδιά του. Είναι σαν μια εσωτερική ώθηση, «κάνε τούτο». Στη συνέχεια:
«Συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως». Ό,τι η φυσική παρόρμηση υπαγόρευσε χωρίς συλλογισμό, η συνείδηση, μελετόντας το μετά, το αναγνωρίζει σαν καλό ή κακό. Έτσι εξηγείται το «συν» στο συμμαρτυρείν. Η συνείδηση ενώνει την μαρτυρία της σε κείνη της καρδιάς, που υπαγόρευσε την ηθική ενέργεια, σχολιάζοντας την. Έτσι μ” αυτό αποδεικνύει, σαν ένας δεύτερος μάρτυρας, την ύπαρξη του ηθικού νόμου μέσα στον Εθνικό.
Και ο Εθνικός λοιπόν έχει έναν νόμο, μόνο που δεν είναι διακηρυγμένος εξωτερικά και γραπτός, αλλά δεν παύει να ακούγεται και να γίνεται αντιληπτός.
Όταν ο Ιουδαίος ερχόταν στη συναγωγή να διδαχθεί τον νόμο, μετά από κάθε ανάγνωση του νόμου, έλεγε φωναχτά, «αμήν». Τούτη τη συναίνεση, τούτο ακριβώς το «αμήν» το λέγει μέσα στον Εθνικό η συνείδηση του, μετά από κάθε παρόρμηση προς το καλό, που τον οδηγεί το έμφυτο ηθικό του ένστικτο, εκείνος ο ηθικός νόμος που είναι γραμμένος στη καρδιά του.
Να σημειώσουμε ότι η λέξη «συνείδηση», εδώ, και σε άλλα μέρη της Καινής Διαθήκης, χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον νου στην άσκηση της ικανότητας του να διακρίνει μεταξύ καλού και κακού, να διαχωρίζει την αλήθεια από το ψέμμα. Είναι, όπως λέμε, «έχω συνείδηση του τι κάνω», με την έννοια του, «ξέρω τι κάνω, αυτό που κάνω είναι καλό». Δεν χρησιμοποιείται εδώ με την συνήθη έννοια που την ξέρουμε εμείς, αυτή του εσωτερικού ελέγχου. Εδώ χρησιμοποιείται για να εκφράσει ποιό πολύ μια πράξη γνώσης. Ο Θεός έχει προικίσει όλους με την ικανότητα να γνωρίζουν εάν αυτό που τους ώθησε η καρδιά τους να κάνουν είναι καλό ή κακό. Άλλο αν η εμμονή τους στο να κάνουν το κακό τους αμβλύνει σιγά σιγά αυτή τη διάκριση.
Για την «συνείδηση» τώρα στη συνήθη της έννοια χρησιμοποιεί τον όρο «λογισμοί».
«Συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων.»
«Συγχρόνως δε μαρτυρει και η συνείδησις των, και οι σκέψεις των μεταξύ των κατηγορούν ή απολογούνται.»
Τούτο το εδάφιο μας λέγει ότι δεν υπάρχει μόνον «άκουσμα» αυτού του εσωτερικού νόμου, υπάρχει ακόμα και «κρίσις», στήνεται δικαστήριο. Οι Ραββίνοι τότε, προκειμένου να εφαρμόσουν τον νόμο, εξέταζαν κατ” αντιπαράθεση κάθε είδους πράξη, είχαν τους κατηγόρους και τους κατηγορουμένους. Η ψυχή του Εθνικού είναι επίσης μια αρένα συζητήσεων, μια αίθουσα δικαστηρίου.
Το «λογισμοί» δηλώνει κρισεις μιας ηθικής φύσης με τις οποίες οι Εθνικοί διερευνούν τις πράξεις τους, και είτε τις αναγνωρίζουν σαν ένοχες («κατηγορούντων»), ή μερικές φορές (αυτή είναι η έννοια του «ή και») τις διακηρύσσουν αθώες («απολογουμένων»). Συνήθως η φωνή μέσα λέγει, «Αυτό ήταν κακό». Είναι και φορές όμως που αυτή η φωνή αμύνεται, και λέγει, «Όχι, αυτό ήταν καλό»! Έτσι εμπρός σ” αυτόν τον εσωτερικό κώδικα, σ” αυτόν τον εσωτερικό νόμο, οι διάφορες σκέψεις κατηγορούν ή δικαιολογούν μεταξύ τους («μεταξύ αλλήλων»), αποκρίνονται και ανασκευάζουν, ακριβώς όπως οι δικηγόροι χειρίζονται το κείμενο του νόμου εμπρός στην δικαστική έδρα.
Τι λοιπόν αποδεικνύει όλη αυτή η δικαστική διαμάχη που γίνεται εκεί μέσα; Αποδεικνύει ότι, όχι μόνον αυτός ο κώδικας υπάρχει εκεί, αλλά και ότι διαβάζεται, και γίνεται αντιληπτός, μια και η εφαρμογή του δημιουργεί τόσες εσωτερικές συζητήσεις.
Μέσα στην καρδιά λοιπόν του Εθνικού, αυτού του Εθνικού που πριν λίγο μας τον έδειξε ξεπεσμένο στις χειρότερες διαστροφές, υπάρχει ένα πραγματικό δικαστήριο, όπου ακούγονται μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, και μετά παίρνεται η απόφαση του δικαστή. Άρα εκεί μέσα υπάρχει χαραγμένος ο ηθικός νόμος.
Η βασική σκέψη του Παύλου, στο κομμάτι αυτό που μελετάμε, είναι αυτή που εξέθεσε στο εδάφιο 13: «Ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ” οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται»
«Διότι δεν θα δικαιωθούν ενώπιον του Θεού εκείνοι που ακούουν τον νόμον, αλλά εκείνοι που εφαρμόζουν τον νόμον θα κηρυχθουν δίκαιοι.»
Τα εδάφια 14,15 ήταν ένα είδος παρένθεσης, μια επεξήγηση, που σαν σκοπό έχει να δείξη ότι και στους Εθνικούς επίσης θα επιτρεπόταν να πιστεύουν τους εαυτούς τους δικαιωμένους, εάν το όλο που χρειαζόταν γι” αυτό τον σκοπό ήταν να κατέχεις ένα νόμο χωρίς να τον εκτελείς. Γιατί και αυτοί κατέχουν τον ηθικό νόμο, γραμμένο μέσα τους, και τον ακούν καθαρά. Άπαξ και αυτή η εσφαλμένη ιδέα παρεμερίσθη, ο Παύλος ξαναρχίζει την λογική συνέχεια της ομιλίας του στο εδάφιο 16.
«Ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ” οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται»
«Διότι δεν θα δικαιωθούν ενώπιον του Θεού εκείνοι που ακούουν τον νόμον, αλλά εκείνοι που εφαρμόζουν τον νόμον θα κηρυχθουν δίκαιοι.»

Εδάφιο 16
«Εν ημέρα ότε κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων κατά το ευαγγέλιον μου δια Ιησού Χριστού.»
«Όπως θα φανή την ημέραν, όταν, σύμφωνα με το ευαγγέλιον μου, ο Θεός θα κρίνει τα κρυφά των ανθρώπων δια Ιησού Χριστού.»

Σ” αυτή την τελική πρόταση εκφράζεται και συνοψίζεται η ιδέα όλης της προηγουμένης ανάπτυξης (απ” το εδάφιο 6), είναι εκείνη της τελικής κρίσης.
Εκείνη την φοβερή ημέρα ο Θεός θα κρίνει «Τα κρυπτά των ανθρώπων», και όχι τα εξωτερικά έργα, νομικά ή τελετουργικά, στα οποία βασιζόταν οι Ιουδαίοι. Καμμία εξωτερική ευσέβεια ή ηθικότης δεν θα παραπλανήσει το μάτι του Θεού εκείνη την φοβερή ημέρα της αλήθειας. Τότε θα απαιτηθεί αγιότης καρδιάς (ιδέ εδώ και τις φράσεις «ο εν τω κρυπτώ Ιουδαίος», «περιτομή της καρδιάς», εδάφιο 29, καθώς και τα εδάφια Ματθ.Ε20-48, και ΣΤ1-18).
«Δια Ιησού Χριστού». Εάν είναι Αυτός που πρόκειται να προεδρεύσει στo μεγάλo δικαστήριο της τελικής κρίσης, είναι φυσικό να δεχθούμε ότι, όντας τέτοιος όπως μας έκανε γνωστόν τον εαυτόν Του εδώ κάτω στην γη, δεν θα ικανοποιηθεί με μια επίδειξη εξωτερικής δικαιοσύνης. Θα ζητήσει μια αγιότητα σαν και αυτή που πραγματοποίησε ο Ίδιος εδώ κάτω, η οποία, ξεκινόντας από τον καθαγιασμό της καρδιάς, επεκτείνεται πάνω σ” όλη την ζωή…………….
Το δεύτερο μέρος του κεφαλαίου, τα εδάφια 17-29, περιέχει την εφαρμογή των αρχών που εξετέθησαν στο πρώτο. Αφού εκφράσθηκε κατα έναν γενικό και λιγώτερο ή περισσότερο αφηρημένο τρόπο, ο Παύλος απευθύνεται τώρα κατ” ευθείαν στο πρόσωπο που είχε εμπρός του απ” το εδάφιο 1, και τελικά τον δηλώνει με το όνομα του. Είναι ο Ιουδαίος. Όμως προχωρεί ακόμα με την μεγαλύτερη προσοχή, διότι γνωρίζει ότι τραντάζει βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις, προκαταλείψεις που και ο ίδιος για πολύ χρόνο είχε συμμερισθεί. Γι” αυτό στρωνει τον δρόμο σιγά σιγά για το συμπέρασμα που θέλει να φθάσει.
Κατ” αρχάς του απαριθμεί τα πλεονεκτήματα εκείνα για τα οποία καυχάται σαν Ιουδαίος (εδάφια 17-20). Στη συνέχεια, εδάφια 21-24, αντιπαραθέτει σε τούτα τα πλεονεκτήματα τις αμαρτίες της συμπεριφοράς του. Τον καλεί έτσι έμμεσα να βγάλει μόνος του ένα συμπέρασμα για τη τύχη που τον περιμένει. Έτσι συνδέεται εκείνο το «ει δε», «αλλ” εάν», που μοιάζει λίγο ξεκωμένο στην αρχή: «Αλλ” εάν καυχάσαι για όλα αυτά τα πλεονεκτήματα απέναντι των άλλων ανθρώπων, και όμως κάνεις αυτό και αυτό, έτσι που το όνομα του Θεού να βλασφημείται εξ αιτίας σου, ποιά νομίζεις θα είναι η τύχη σου;»
Να μελετήσουμε τα πλεονεκτήματα του.

Εδάφια 17-18
«Ίδε συ Ιουδαίος επονομάζη, και επαναπαύη τω νόμω, και καυχάσαι εν Θεώ, και γινώσκεις το θέλημα, και δοκιμάζεις τα διαφέροντα, κατηχούμενος εκ του νόμου, πέποιθας τε σεαυτόν οδηγόν είναι τυφλών, φως των εν σκότει, παιδευτήν αφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, έχοντα την μόρφωσιν της γνώσεως και της αληθείας εν τω νόμω».
«Αλλ” εάν εσύ ονομάζεσαι Ιουδαίος και αναπαύεσαι εις τον νόμον και καυχάσαι δια τον Θεόν σου, και ξέρης το θέλημα του και διακρίνης το καλόν, διότι διδάσκεσαι από τον νόμον, και είσαι βέβαιος ότι είσαι οδηγός των τυφλών, φως εις εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι, παιδαγωγός των ανοήτων, διδάσκαλος νηπίων, διότι έχεις εις τον νόμον την ουσίαν της γνώσεως και της αληθείας.»

Στο «Ίδε» θα πρέπει από λάθος το «ει» να έχει αντικατασταθεί από το «ι». Θα το διαβάσωμε λοιπόν «ει δε», «αλλ” εάν».
Είναι πάνω σε τούτα τα πλεονεκτήματα που ο Ιουδαίος βασίζει την ικανοποίηση του, καθώς εξετάζει τον εαυτόν του σε σχέση με τους άλλους.
«Ιουδαίος επονομάζη», «ονομάζεσαι Ιουδαίος». Το όνομα «Ιουδαίος» πιθανόν να χρησιμοποιείται εδώ με υπαινιγμό στην ετυμολογική του σημασία: Jehoudah, «ο επαινούμενος», ο «δοξασμένος». Το «επί» στο «επονομάζη» μετατρέπει αυτή την λέξη από απλό όνομα σε τίτλο.
«Και καυχάσαι εν Θεώ», «και καυχάσαι δια τον Θεόν σου». Πέραν του ονόματος, σαν ο «δοξασμένος» του Θεού, ο Ισραήλ κατέχει και ένα μοναδικό δώρο απ” τον Θεό, τον νόμο. Τούτη η απόδειξη της ειδικής χάρης που έλαβε απ” τον Θεό, κάνει τον Θεό Θεό του, σε εξαίρεση απ” όλα τ” άλλα έθνη. Είναι ένα φανερό σημείο της Θείας χάρης πάνω στο οποίο μπορεί ν” αναπαυθεί. Έχει λοιπόν λόγους να «καυχάται εν Θεώ».
Τούτη η ειδική χάρη του έδωσε δύο ικανότητες που διεχώριζαν τον Ιουδαίο από κάθε άλλον άνθρωπο. Ο Ιουδαίος «γνωρίζει» το θέλημα του Θεού, και έτσι κατορθώνει να «διακρίνει» ό,τι σε άλλους είναι συγκεχυμένο. Κάποιος δικαιούται πάντα να υπερηφανεύεται γιατί «γνωρίζει». Όταν όμως «γνωρίζει» εκείνη την απόλυτη και τέλεια θέληση, το Θείο θέλημα, που ορίζει τα πάντα, και κρίνει τα πάντα από τόσο ψηλά, μια τέτοια γνώση είναι ένα ασύγκριτο πλεονέκτημα. Με αυτή την γνώση της Θείας θέλησης ο Ιουδαίος μπορεί να «διακρίνει» και να «δοκιμάζει» και τις πλέον λεπτές πτυχές της ηθικής ζωής.
«Και δοκιμάζεις τα διαφέροντα». «Τα διαφέροντα»: Τα πράγματα που διαφέρουν, δηλαδή, τι είναι καλό, και τι είναι κακό. Ο Απόστολος φαίνεται να υπονοεί εκείνες τις συζητήσεις της νομικής περιπτωσιολογίας στην οποίαν διέπρεπαν τα Ιουδαϊκά σχολεία, όπως εκείνα των δύο κορυφαίων δασκάλων Hillel και Schammai, που με την μεγαλύτερη σοβαρότητα έκαναν δημόσια συζήτηση πάνω στην ερώτηση, εάν ήταν νόμιμο να φας αυγό γεννημένο από κόττα το Σάββατο.
«Κατηχούμενος εκ του νόμου». Το «κατηχούμενος», που σημαίνει «αυτός που διεισδύεται από ήχο», κάνει τον κάθε Ιουδαίο σαν τον νόμο προσωποποιημένον, μια και έχει όλος διεισδυθεί από τον ήχο του νόμου. Με απλά λόγια, έχει διδαχθεί τον νόμο, και συνέχεια τον διδάσκεται.
Απ” αυτή την γνώση του νόμου, του Θείου θελήματος, εκπηγάζει η ικανότητα διάκρισης και διδασκαλίας που ο Ιουδαίος αξιώνει για τον εαυτόν του, έναντι των άλλων ανθρώπων. Τούτη η ικανότητα περιγράφεται στα εδάφια 19 ,20 με μια ελαφρά δόση χλευασμού, θα λέγαμε.

Εδάφια 19,20
«Πέποιθας τε σεαυτόν οδηγόν είναι τυφλών, φως των εν σκότει, παιδευτήν αφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, έχοντα την μόρφωσιν της γνώσεως και της αληθείας εν τω νόμω».
«Και είσαι βέβαιος ότι είσαι οδηγός των τυφλών, φως εις εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι, παιδαγωγός των ανοήτων, διδάσκαλος νηπίων, διότι έχεις εις τον νόμον την ουσίαν της γνώσεως και της αληθείας.»

Να η ηθική θεραπεία στην οποίαν ο Ιουδαίος, σαν ο γεννημένος γιατρός του ανθρωπίνου γένους, υποβάλλει τους ασθενείς του, τους Εθνικούς, μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της ηθικής τους υγείας:
«Είσαι βέβαιος ότι είσαι οδηγός των τυφλών». Πρώτα, λοιπόν, παίρνει τον φτωχό Εθνικό από το χέρι, όπως κάποιος κάνει μ” έναν τυφλό, προσφερόμενος να τον οδηγήσει.
Στην συνέχεια του ανοίγει τα μάτια, διαλύοντας το σκοτάδι του, με το φως της αποκάλυψης που μόνον αυτός έχει, («Είσαι βέβαιος ότι είσαι φως εις εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι»).
Μετά τον ορθώνει, τον καλλιεργεί, όπως θα έκανε κάποιος μ” ένα άτομο που του λείπει ακόμα ο νους («παιδευτής αφρόνων»).
Τέλος, όταν μ” όλη τούτη την φροντίδα τον έχει φέρει στο στάδιο του «νηπίου» (οι Ιουδαίοι για τους προσυλήτους χρησιμοποιούσαν τον όρο «αυτός που δεν μπορεί να μιλήσει ακόμα»), τον εισάγει σιγά σιγά στην πλήρη γνώση της αλήθειας, με το να γίνει ο «δάσκαλος» του, («διδάσκαλος νηπίων»).
Και πως μπορεί και τα κάνει όλα αυτά;
«Έχοντα την μόρφωσιν της γνώσεως και της αληθείας εν τω νόμω». Διότι έχεις εις τον νόμον την ουσίαν της γνώσεως και της αληθείας.»
Ο Ιουδαίος κατέχει στον νόμο την «μόρφωσιν», το ακριβές περίγραμμα, την ακριβή μορφή της γνώσης των πραγμάτων, την αληθινή, δηλαδή, ιδέα που θα έπρεπε να είχε μορφώσει ο κάθε άνθρωπος γι” αυτά. Κατέχει επίσης στο νόμο και την «αλήθεια», δηλαδή την ηθική πραγματικότητα, την ουσία του καλού.
«Γνώση» είναι η υποκειμενική κατοχή της ιδίας της αλήθειας.O Ιουδαίος κατέχει στον νόμο όχι μόνον την ίδια την αλήθεια, αλλά και την ακριβή της μορφή, δια της οποίας μπορεί να μεταδώσει τούτη την αλήθεια και σε άλλους.
Αλλά ενώ έχει όλα αυτά τα πλεονεκτήματα, και είναι υπερήφανος για τον νόμο που κατέχει, να ποιά είναι η συμπεριφορά του, να πως ασκούν οι Ιουδαίοι τον νόμο στην πράξη:

Εδάφια 21-24
«Ο ουν διδάσκων έτερον σεαυτόν ου διδάσκεις; Ο κηρύσσων μη κλέπτειν κλέπτεις; Ο λέγων μη μοιχεύειν μοιχεύεις; Ο βδελυσσόμενος τα είδωλα ιεροσυλείς; Ος εν νόμω καυχάσαι, δια της παραβάσεως του νόμου τον Θεόν ατιμάζεις; Το γαρ όνομα του Θεού δι” υμάς βλασφημείται εν τοις έθνεσι, καθώς γέγραπται.»
«Συ λοιπόν που διδάσκεις τον άλλον, τον εαυτόν σου δεν τον διδάσκεις; Συ που κηρύττεις να μη κλέβη κανείς, κλέβεις; Συ που λέγεις να μη μοιχεύει κανείς, μοιχεύεις; Συ που συχαίνεσαι τα είδωλα, διαπράττεις ιεροσυλίαν; Συ που καυχάσαι δια τον νόμον, ατιμάζεις τον Θεόν με την παράβασιν του νόμου; Εξ αιτίας σας το όνομα του Θεού βλασφημείται μεταξύ των εθνικών, καθώς είναι γραμμένον.»

«Συ που συχαίνεσαι τα είδωλα, διαπράττεις ιεροσυλίαν;» Oι Ιουδαίοι πιθανόν δεν διάρπαζαν τους ειδωλολατρικούς ναούς οι ίδιοι, αλλά έπαιζαν τον ρόλο του κλεπταποδόχου.
«Εξ αιτίας σας το όνομα του Θεού βλασφημείται μεταξύ των εθνικών, καθώς είναι γραμμένον.» Η βλασφημία του ονόματος του Θεού οφειλόταν στην απληστία τους για το κέρδος, στις απάτες και στις υποκρισίες τους, που ήσαν πολύ καλά γνωστές στους Εθνικούς πληθυσμούς, μεταξύ των οποίων ζούσαν.
«Καθώς είναι γραμμένο». Το εδάφιο που υπαινίσσεται είναι το Ησαϊας ΝΒ5 (που μοιάζει με το εδάφιο μας περισσότερο στο γράμμα απ” ότι στην έννοια), και το Ιεζεκιήλ ΛΣΤ 18-24 (που του μοιάζει περισσότερο στην έννοια απ” ότι στο γράμμα).
Ανακεφαλαιώνοντας μέχρι εδώ να πούμε ότι, το συμπέρασμα στο οποίο ο Παύλος θέλει να οδηγήσει τον Ιουδαίο, να βγάλει από μόνος του, εδώ στα εδάφια 17-24, είναι τούτο:
«Τι πλεονέκτημα θα είναι αυτός ο νόμος για σένα, για τον οποίον καυχιέσαι εμπρός στους άλλους, και τον οποίον παραβαίνεις με τέτοια αδιαντροπιά;». Διότι τελικά, σύμφωνα με την αρχή που εξετέθη στο εδάφιο 13, δεν είναι εκείνοι που γνωρίζουν τον νόμο, αλλ” εκείνοι που τον υπακούουν, εκείνοι είναι που θα διακηρυχθούν δίκαιοι απ” την κρίση του Θεού. «Άρα, είναι ολοκληρωτικά άσκοπο για σένα, εάν δεν υπακούς τον νόμο, να βασίζεσαι στην περιτομή σου για να δικαιώσεις τον εαυτόν σου». Ένας ανυπάκουος Ιουδαίος δεν είναι καλλίτερος εμπρός στον Θεό από έναν Εθνικό, και ένας υπάκουος Εθνικός γίνεται στα μάτια του Θεού ένας αληθινός Ιουδαίος. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα των εδαφίων 25-29 στην συνέχεια./P>

Εδάφια 25-27
«Περιτομή μεν γαρ ωφελεί, εάν νόμον πράσσεις. Εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν. Εάν ουν η ακροβυστία τα δικαιώματα του νόμου φυλάσση, ουχί η ακροβυστία αυτού εις περιτομήν λογισθήσεται; Και κρινεί η εκ φύσεως ακροβυστία, τον νόμον τελούσα, σε τον δια γράμματος και περιτομής παραβάτην νόμου.»
«Η περιτομή ωφελεί, εάν εφαρμόζεις τον νόμον. Εάν όμως παραβαίνεις τον νόμον, η περιτομή σου είναι σαν να μην είχε γίνει. Έτσι και αν ο απερίτμητος φυλάττη τας διατάξεις του νόμου, δεν θα θεωρηθή σαν να είχε περιτμηθεί; Και θα καταδικάση ο εκ φύσεως απερίτμητος, ο οποίος όμως εφαρμόζει τον νόμον, σε, ο οποίος παρά τον γραπτόν νόμον και την περιτομήν είσαι παραβάτης του νόμου.»

Το αξίωμα των ραββίνων ήταν, «Όλοι οι περιτμημένοι έχουν μέρος στην βασιλεία που πρόκειται να έλθει». Κατ” αυτούς, έφτανε το να είσαι Ιουδαίος, για να είσαι βέβαιος για την σωτηρία. Αλλά η περιτομή της σάρκας είχε δοθεί στον Ισραήλ για να τους οδηγήσει στην περιτομή της καρδιάς, τους είχε δοθεί σαν ένας αρραβώνας με την αγιότητα, και όχι σαν καταφύγιο από την κρίση στην περίπτωση ανυπακοής και ηθικής μόλυνσης.
«Εάν παραβαίνεις τον νόμο, η περιτομή σου έχει γίνει ακροβυστία»: «Έχει γίνει και παραμένει από τούδε ακροβυστία στα μάτια του Θεού, του δίκαιου κριτή. Δηλαδή, είναι σαν να μην έχει γίνει. Στα μάτια του Θεού είσαι σαν Εθνικός».
Τα εδάφια 26,27 περιγράφουν την αντίθετη περίπτωση. Ο Θεός, τον υπάκουο Εθνικό, τον θεωρεί σαν αληθινό Ιουδαίο: «Εάν ουν η ακροβυστία τα δικαιώματα του νόμου φυλάσση, ουχί η ακροβυστία αυτού εις περιτομήν λογισθήσεται; Και κρινεί η εκ φύσεως ακροβυστία, τον νόμον τελούσα, σε τον δια γράμματος και περιτομής παραβάτην νόμου.»
«Έτσι και αν ο απερίτμητος φυλάττη τας διατάξεις του νόμου, δεν θα θεωρηθή σαν να είχε περιτμηθεί; Και θα καταδικάση ο εκ φύσεως απερίτμητος, ο οποίος όμως εφαρμόζει τον νόμον, σε, ο οποίος παρά τον γραπτόν νόμον και την περιτομήν είσαι παραβάτης του νόμου.»
«Τα δικαιώματα του νόμου φυλάσσει». Ο Απόστολος δεν μιλά εδώ, όπως στα εδάφια 14,15, για μια απλή σποραδική υπακοή των καθηκόντων απέναντι στον νόμο. Μιλά για ακριβή τήρηση όλων όσα ο νόμος επιτάσσει. «Δικαίωμα» του νόμου είναι όλα όσα ο νόμος δηλώνει σαν δίκαια.
Αλλά, ποιούς άραγε Εθνικούς εννοεί εδώ ο Παύλος; Υπάρχουν Εθνικοί που να τηρούν ακριβώς τον νόμο, έτσι που στην κρίση του Θεού να θεωρούνται σαν αληθινοί Ιουδαίοι;
Θα το καταλάβουμε, αν διαβάσουμε το Η4: «Δια να εκπληρωθή η απαίτηση του νόμου σε μας, εις τους οποίους η ζωή δεν είναι υπό την εξουσία της σάρκας, αλλά υπό την οδηγία του Πνεύματος». Άρα μιλα για Εθνικούς, που το Ευαγγέλιο τους έχει οδηγήσει σε πίστη στον Χριστό, και που οδηγούνται από το Άγιο Πνεύμα. Τούτοι, παρόλο που είναι απερίτμητοι, εκπληρούν τον νόμο, με την βοήθεια του Πνεύματος του Θεού που έχουν μέσα τους, και έτσι γίνονται οι αληθινοί Ισραηλίτες, «ο Ισραήλ του Θεού», όπως λέγει στο Γαλάτας ΣΤ 16.
Ο μέλλων «λογισθήσεται» μας μεταφέρει στην ώρα της κρίσης, όταν ο Θεός, για να διακηρύξει κάποιον δίκαιο, θα απαιτήσει να είναι και στην πραγματικότητα τέτοιος.
«Και θα καταδικάση ο εκ φύσεως απερίτμητος, ο οποίος όμως εφαρμόζει τον νόμον, σε, ο οποίος παρά τον γραπτόν νόμον και την περιτομήν είσαι παραβάτης του νόμου.»
Η σκέψη είναι ανάλογη με το Λουκά ΙΑ31,32, και Ματθαίο ΙΒ41,42, παρόλο που η περίπτωση είναι διαφορετική. Εκεί είναι Εθνικοί που καταδικάζουν τους Ιουδαίους με το παράδειγμα της μετανοίας τους, και της αγάπης τους για την αλήθεια. Εδώ είναι χριστιανός Εθνικής προέλευσης, που καταδικάζει τους Ιουδαίους με την εκπλήρωση που κάνει του νόμου.
«Η εκ φύσεως ακροβυστία, τον νόμον τελούσα». «Τον νόμον τελούσα»: Πρόκειται για μια φράση που εκφράζει πραγματική και πιστή εκπλήρωση του νόμου. Και σύμφωνα με το Ρωμαίους ΙΓ10, τούτη η πραγματική και πιστή εκπλήρωση του νόμου δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η αγάπη που το Ευαγγέλιο βάζει στην καρδιά του πιστού.
Και κρινεί η εκ φύσεως ακροβυστία, τον νόμον τελούσα, σε τον δια γράμματος και περιτομής παραβάτην νόμου.» «Τον δια γράμματος και περιτομής παραβάτην νόμου.» «Εσένα που παραβαίνεις τον νόμο εν πλήρει κατοχή του γράμματος και της περιτομής».
Αυτή η διπλή υποκατάσταση και θεώρηση του ανυπάκουου Ιουδαίου σαν Εθνικού, και του υπάκουου Εθνικού σαν αληθινού Ιουδαίου, απέναντι στην κρίση του Θεού, εξηγείται και δικαιολογείται στα εδάφια 28 και 29.

Εδάφια 28,29
«Ου γαρ ο εν τω φανερώ Ιουδαίος εστιν, ουδέ η εν τω φανερώ εν σαρκί περιτομή, αλλ” ο εν τω κρυπτώ Ιουδαίος, και περιτομή καρδίας εν πνεύματι, ου γράμματι, ου ο έπαινος ουκ εξ ανθρώπων, αλλ” εκ του Θεού».
«Διότι δεν είναι Ιουδαίος εκείνος που είναι εις την εξωτερικήν εμφάνισιν Ιουδαίος, ούτε είναι περιτομή πραγματική εκείνη που είναι εξωτερική, εις την σάρκα. Πραγματικός Ιουδαίος είναι εκείνος που είναι εις το εσωτερικόν του Ιουδαίος και πραγματική περιτομή είναι η της καρδιάς, ζήτημα πνεύματος και όχι γράμματος. Ένας τέτοιος παίρνει έπαινον όχι από τους ανθρώπους αλλ” από τον Θεόν».

Τούτη η αρχή που θέτει εδώ ο Παύλος ήταν και η βάση της θεολογίας των προφητών (ιδέ π.χ. Λευιτ. ΚΣΤ41, Δευτ. Ι16, Ιερεμίας Δ14, Ιεζεκιήλ ΜΔ9), και εδώ είναι που βασίζεται ο Παύλος για ν” αναπτύξει το θέμα του.
Πράγματι, απ” όλη την Παλαιά Διαθήκη προκύπτει μια βασική αρχή, ότι ο Θεός βλέπει «στην καρδιά» (Α. Σαμουήλ ΙΣΤ7). Και ο ίδιος ο Παύλος, μας είπε στο εδάφιο 16, ότι κατά την ημέρα της κρίσης υπό του Ιησού Χριστού, είναι τα «κρυφά» των ανθρώπων που θα αποτελέσουν την βάση της καταδικαστικής Του απόφασης.
Ποιά να είναι εκείνη η «περιτομή καρδίας εν πνεύματι»; Είναι η περιτομή που καθαρίζει την καρδιά. Το «εν πνεύματι» δηλώνει το μέσον: Υπό του Αγίου Πνεύματος. Το Πνεύμα είναι που δίνει την δύναμη η οποία, μεταστρέφοντας τα αισθήματα της καρδιάς, παράγει αληθινόν εσωτερικό καθαρισμό. Τούτη η περιτομή της καρδιάς δεν μπορεί να γίνει «εν γράμματι», με την εξωτερική, δηλαδή, την τυπική τήρηση του νόμου. Το «γράμμα» είναι ένας εξωτερικός κανόνας που δεν αλλάζει ούτε την καρδιά ούτε την θέληση (ιδέ και το Ζ6).
«Ου ο έπαινος ουκ εξ ανθρώπων, αλλ” εκ του Θεού».
«Ένας τέτοιος παίρνει έπαινον όχι από τους ανθρώπους αλλ” από τον Θεόν».
Ο Θεός που διαβάζει την καρδιά, είναι μόνον Αυτός σε θέση να απονείμη δίκαια τον τίτλο «Ιουδαίος», στην αληθινή έννοια της λέξης, («παινεμένος», «δοξασμένος»). Η ιδέα του επαίνου που έρχεται απ” τον Θεό αντιπαρατίθεται σ” όλες εκείνες τις καυχήσεις της Ιουδαϊκής ματαιοδοξίας, που αναφέρονται με λεπτομέρεια στα εδάφια 17-20.
Τούτο που λέγει εδώ ο Παύλος είναι ακριβώς το ίδιο που είπε ο Κύριος στο Ματθαίος Η11,12: «Πολλοί θα έλθουν απ” την Ανατολή και την Δύση και θα καθήσουν εις το τραπέζι μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ εις την βασιλείαν των ουρανών, ενώ τα παιδιά της βασιλείας θα ριφθούν έξω εις το σκοτάδι»!
Στην αλήθεια τώρα που ανέπτυξε πιο πάνω ο Απόστολος, δέχεται ότι μπορεί να υπάρξει μια ακόμα αντίρρηση: Εάν ο αμαρτωλός Ιουδαίος βρίσκει τον εαυτόν του στην ίδια θέση, όσον αφορά την οργή του Θεού, με τον αμαρτωλό Εθνικό, τι μένει τότε για το προνόμιο που η Θεία εκλογή φαινόταν να του εξασφαλίζει; Εξακολουθεί να έχει όντως κάποιο προνόμιο;
Πριν προχωρήσει παρα πέρα, και σύρει το γενικό συμπέρασμα που ακολουθεί απ” τα δύο προηγηθέντα χωρία, Α18-32 και Β1-29, (όπου εξήγησε ότι και τα Έθνη και οι Ιουδαίοι είναι κάτω από την Θεία οργή), ο Παύλος αισθάνεται την ανάγκη να προλάβη και να διευκρινίσει αυτή την αντίρρηση. Αυτός είναι ακριβώς ο στόχος του επομένου τμήματος που ακολουθεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3

TO IOYΔΑΪΚΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΔΕΝ ΥΠΟΝΟΕΙ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ (Γ1-8).
Η σειρά σκέψης σ” αυτό το κομμάτι, ένα από τα πλέον δύσκολα στην επιστολή, έχει ως ακολούθως:
1. Εάν ο Ιουδαίος αναμφίβολλα κρίνεται, όπως οι Εθνικοί, τι πλεονέκτημα έχει ως προς αυτούς; Απάντηση: Το πλεονέκτημα του είναι η κατοχή των Θείων λόγων (εδ. 1,2).
2. Αλλ” εάν αυτή η κατοχή δεν έχει πραγματοποιήσει τον σκοπό που επρόκειτο να υπηρετήσει (να οδηγήσει, δηλαδή, τον Ισραήλ σε πίστη στον Μεσσία, που τους έστειλε ο Θεός), δεν καταργείται η αξιοπιστία του Θεού ως προς αυτόν τον λαό; Δεν απέτυχε το σχέδιο Του, αφού ο λαός που ετοίμαζε όλα αυτά τα χρόνια, τελικά Τον απέρριψε; Απάντηση: Κατά κανέναν τρόπο. Αντίθετα ο Θεός θα δοξασθεί απ” αυτό, απ” τη πτώση τους, από την απιστία τους (εδ. 3,4).
3. Εάν όμως τώρα ο Θεός χρησιμοποιεί την ανθρώπινη πτώση, την ανθρώπινη αμαρτία να δοξάση τον εαυτόν Του, πως γίνεται τότε να κάνει τους αμαρτωλούς αντικείμενο της οργής Του; Γιατί να οργίζεται μαζί τους, αφού, τελικά, τη δόξα Του υπηρετούν και αυτοί; Απάντηση: Αυτό που ο Θεός αποκομίζει από την αμαρτία του ανθρώπου, δεν Τον εμποδίζει από του να τιμωρεί τους αμαρτωλούς. Αυτά τα δύο συμβιβάζονται, όπως θα δούμε και στην ανάπτυξη που ακολουθεί. Άλλωστε, εάν ήταν έτσι, δεν θα μιλούσε ποτέ για τελική κρίση (εδ. 5-8).
Ας δούμε όμως τα πράγματα αναλυτικά:

Εδάφια 1,2
«Τι ουν το περισσόν του Ιουδαίου, ή τις η ωφέλεια της περιτομής; Πολύ κατά πάντα τρόπον. Πρώτον μεν γαρ ότι επιστεύθησαν τα λόγια του Θεού».
«Ποιό λοιπόν το πλεονέκτημα του Ιουδαίου ή ποιά η ωφέλεια της περιτομής; Μεγάλη από κάθε άποψιν. Πρώτον ότι τα λόγια του Θεού εις αυτούς είναι εμπιστευμένα.»

Εάν αυτοί κρίνονται στην ίδια κατηγορία με τους Εθνικούς, όπως ο Απόστολος έχει μόλις δείξει στο κεφάλαιο Β, και ειδικά στα εδάφια 25-29, τι έχουν τότε αυτοί «περισσόν», δηλαδή, περισσότερον από τους Εθνικούς; Κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει απ” ότι προηγείται ότι καταργείται κάθε πλεονέκτημα του Ιουδαίου.
Ο Θεός, τελικά, θα μεταχειριστεί τον λαό που έχει εκλέξει, και σημαδέψει με την σφραγίδα αυτής της εκλογής, με την περιτομή, δηλαδή, ακριβώς όπως και τον υπόλοιπο κόσμο;
Αυτή η αντίρρηση είναι η ίδια, σαν εκείνη που θα μπορούσε να υψωθεί στις μέρες μας, από έναν κατ” όνομα Χριστιανό, εάν, όταν ερχόταν πρόσωπο προς πρόσωπο με την καταδικαστική απόφαση του Θεού, θα ρωτούσε, τι πλεονέκτημα του δίνει η θρησκεία του και το βάπτισμα του, αφού τελικά δεν τον σώζει από την καταδίκη;
Το εδάφιο 2 μας λέγει ότι, παρ” όλο που ο Ιουδαίος δεν εξαιρείται απ” την κρίση, παρ” όλα αυτά έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα, «πολύ κατά πάντα». Το πλεονέκτημα του δεν είναι μόνον «πολύ», πολυάριθμο, αλλά και ποικίλο, εκτείνεται σ” όλους τους τομείς της ζωής («κατά πάντα»).
Απ” αυτά τα πολυάριθμα («πολύ»), και ποικίλα («κατά πάντα») πλεονεκτήματα, αναφέρει μόνον ένα, που του φαίνεται, εάν κάποιος μπορεί να το ονομάσει έτσι, κεντρικό: «Πρώτον μεν γαρ ότι επιστεύθησαν τα λόγια του Θεού».
«Πρώτον». Η έννοια αυτού του «πρώτον» είναι η εξής: «Θα μπορούσα ν” αναφέρω αρκετά πλεονεκτήματα εδώ. Αλλά θα περιοριστώ σε ένα, που είναι στην πρώτη σειρά». Όλα τ” άλλα, που δεν προτίθεται ν” αναφέρει, εκπηγάζουν απ” αυτό.
Αυτό το πλεονέκτημα, που προέχει όλων των άλλων, έτσι που μετά απ” αυτό να μην χρειάζεται ν” αναφέρει και αυτά επιπλέον, είναι η θέση που χορηγήθηκε στους Ιουδαίους να είναι οι θεματοφύλακες των Θείων λόγων, «επιστεύθησαν τα λόγια του Θεού».
«Επιστεύθησαν» (υποκείμενο οι Ιουδαίοι): Εκρίθησαν αξιόπιστοι, ώστε να τους τα εμπιστευθεί. Εκείνο που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός είναι τα Θεία λόγια, δηλαδή, η Παλαιά Διαθήκη. Ο Απόστολος έχει εδώ ειδικώτερα κατά νου τις Μεσσιανικές υποσχέσεις.
Τούτα τα Θεία λόγια είναι η πηγή κάθε ευεργετικής επιρροής, θρησκευτικής και ηθικής, στην εθνική, οικογενειακή και ατομική ζωή των Ισραηλιτών, πλεονεκτήματα που ο Παύλος δεν αναφέρει, περιοριζόμενος μόνον ν” αναφέρει την πηγή τους, για να μην ξεφύγει από το θέμα του.
Αυτή είναι η πρώτη φάση της συζήτησης. Αλλά υψώνεται αμέσως μια αντίρρηση: Δεν έχει αυτό το πλεονέκτημα, της κατοχής των Μεσσιανικών υποσχέσεων, καταστεί άχρηστο απ” την Ισραηλιτική απιστία; Και που τις έχουν αυτές τις υποσχέσεις, σε τι τους ωφέλησαν, αφού τελικά δεν τις πίστεψαν; Εδώ αρχίζει η δεύτερη φάση της συζήτησης.

Εδάφια 3,4
«Τι γαρ ει ηπίστησαν τινές; Μη η απιστία αυτών την πίστιν του Θεού καταργήσει; Μη γένοιτο. Γινέσθω δε ο Θεός αληθής, πας δε άνθρωπος ψεύστης, καθώς γέγραπται, «Όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου και νικήσεις εν τω κρίνεσθαι σε».
«Διότι τι σημασίαν έχει εάν μερικοί έγιναν άπιστοι; Μήπως η απιστία τους μπορεί να καταργήση την αξιοπιστίαν του Θεού; Όχι βέβαια! Ας αναγνωρισθή ότι ο Θεός είναι αληθής, και κάθε άνθρωπος ψεύτης, καθώς είναι γραμμένον, «Διά να αποδειχθής δίκαιος εις τα λόγια σου και να νικήσεις όταν σε κρίνουν.»

«Τι γαρ ει ηπίστησαν τινές; Μη η απιστία αυτών την πίστιν του Θεού καταργήσει;». «Διότι τι θα πούμε; Εάν μερικοί δεν επίστευσαν, θα καταργήσει η δική τους απιστία την αξιοπιστία του Θεού;»
Ποιά να είναι η απιστία των Ιουδαίων, που έχει εδώ υπ” όψιν του ο Παύλος; Πρόκειται για απιστία σ” ένα συγκεκριμένο γεγονός. Είναι η απόρριψη του Ιησού, του Μεσσία τους, και επί πλέον η επίμονη απόρριψη του Αποστολικού κηρύγματος, που Θεός τους χάρισε μετά την ανάληψη του Κυρίου. Η εχθρική συμπεριφορά του Ισραήλ απέναντι στο Ευαγγέλιο, ήταν, στις μέρες που ο Παύλος έγραφε την επιστολή, μια οριστική υπόθεση πλέον.
«Πίστις (Αξιοπιστία) του Θεού»: Αυτή η Θεία τελειότης συνίσταται στην αρμονία μεταξύ των λόγων του Θεού και των έργων Του, ή μεταξύ των ενεργειών Του στο παρελθόν και της μελλοντικής Του συμπεριφοράς.
«Εάν μερικοί δεν επίστευσαν, θα καταργήσει η δική τους απιστία την αξιοπιστία του Θεού;» Βάσει των όσων είπαμε προηγουμένως, τούτη την ερώτηση μπορούμε να την διατυπώσουμε κάπως έτσι: «Μπορεί η Ιουδαϊκή απιστία, αναφορικά με τον Μεσσία, ν” ακυρώσει την αξιοπιστία του Θεού στον λαό Του;». Ή, «Απ” το γεγονός ότι ο Ισραήλ έχει απορρίψει την Μεσσιανική σωτηρία, έπεται ότι ο Θεός δεν θα εκπληρώσει όλες Του τις υποσχέσεις σ” αυτούς στο μέλλον»; «Μη γένοιτο». Κατά κανέναν τρόπο. Η πιστότητα Του θα βρει ένα μέσον, ακριβώς στην ίδια την απιστία του λαού Του, να μεγαλυνθεί από μόνη της. Όπως θα μας αναπτύξει και στο κεφάλαιο ΙΑ, αφού η προσωρινή τους απόρριψη συμβάλλει στην σωτηρία των Εθνικών, θα σωθούν τελικά και αυτοί στα τέλη των ημερών.
Ο Απόστολος αναφωνεί: «Μη γένοιτο (να καταργηθή η αξιοπιστία του Θεού!)». Και σ” αυτή την δυναμική άρνηση προσθέτει την αντίθετη κατάφαση: «Το αντίθετο είναι που θα συμβεί: Αλήθεια, τίποτα άλλο παρά αλήθεια, απ” την πλευρά του Θεού! Κάθε ψέμμα, εάν υπάρχει, απ” την πλευρά του ανθρώπου!». «Μη γένοιτο. Γινέσθω δε ο Θεός αληθής, πας δε άνθρωπος ψεύστης»,
«Γινέσθω»: Η αλήθεια του Θεού «γίνεται», αποκαλύπτεται περισσότερο και περισσότερο στην ιστορία, απ” τα αποτελέσματα που κάθε φορά παράγει.
«Πας δε άνθρωπος ψεύστης». Το «ψεύδος» δηλώνει στην Γραφή εκείνη την εσωτερική κακοπιστία, δια της οποίας η ανθρώπινη καρδιά ανθίσταται στο ηθικό καλό, που της είναι γνωστό και αντιληπτό. Ο Απόστολος εδώ φαίνεται να έχει κατά νου τα λόγια του ψαλμού ΡΙΣΤ 11, «Εγώ είπα εν τη εκπλήξει μου, Πας άνθρωπος είναι ψεύστης». Εκείνο που ο ψαλμωδός είπε μ” ένα αίσθημα πίκρας, ύστερα από μια οδυνηρή προσωπική του εμπειρία, ο Παύλος το αναφέρει, μ” ένα αίσθημα βαθειάς ταπείνωσης, έχοντας κατά νου την αμαρτία του λαού του. Όλοι οι άνθρωποι, Ισραηλίτες και Εθνικοί, είναι ψεύστες, ο Θεός είναι μόνον αληθής.
Η αντίθεση μεταξύ των υποσχέσεων του Θεού και της αλήθειας Του, που φάνηκε προς στιγμήν να προκύπτει απ” το γεγονός της Ισραηλιτικής απιστίας, πρέπει να καταλήξει προς δόξαν της Θείας πιστότητας. Ο Απόστολος εκφράζει αυτό το αναγκαίο αποτέλεσμα μέσω του εδαφίου 6 του ψαλμού ΝΑ, που εγράφη απ” τον Δαβίδ όταν διέπραξε μια απ” τις βαρύτερες αμαρτίες του: «Δια να δικαιωθής εν τοις λόγοις σου και να νικήσεις εν τω κρίνεσθαι σε».
Ανησυχία έχει προκαλέσει αυτό το «όπως αν» (δια να). Ορισμένοι ερμηνευτές το έχουν κάνει ένα απλό «ούτως ώστε», σαν να ήταν ένα αποτέλεσμα αυτό που λέγεται, και όχι ένας στόχος. Το πήραν έτσι για ν” αποφύγουν να κάνουν τον Δαβίδ να λέγει ότι, έχει αμαρτήσει, «για να» δοξασθεί ο Θεός. Είναι κάτι που κατά κανέναν τρόπο δεν μπορεί να εννοεί ο Δαβίδ. Είναι αδιανόητο να κάνει τον Θεό υπεύθυνο, έστω και κατ” ελάχιστον, για την αμαρτία του.
Για να εξηγήσωμε αυτό το «όπως αν» θα πρέπει, απλά, να λάβωμε υπ” όψιν πως εκφράζεται ο Δαβίδ στα προηγούμενα λόγια του. Αν προσέξωμε, δεν λέγει μόνον «αμάρτησα», αλλά «αμάρτησα εις σε», δεν λέγει «έκανα το πονηρόν», αλλά «έκανα το πονηρόν ενώπιον σου». Το «όπως αν» συνδέεται με κείνα τα «εις σε» και «ενώπιον σου», που επιδεινώνουν την ομολογία «αμάρτησα».
Εκείνο που εννοεί ο Δαβίδ είναι: «Ήξερα καθαρά το τι έκανα. Δεν με είχες αφήσει σε άγνοια ότι, όταν αμάρτανα, αμάρτανα ενάντια στο πρόσωπο Σου, το οποίον βλασφημείται με τέτοια κακά έργα. Έκανα ό,τι Εσύ μισείς – ώστε εάν παρ” όλο που το γνώριζα, παρ” όλα αυτά το έκανα, Εσύ είσαι καθαρός πάνω σ” αυτό το θέμα, με είχες καταστήσει πλήρως ενήμερο, η ενοχή ανήκει μόνον σε μένα.»
Το ότι εγνώριζε το Θείο θέλημα ο Δαβίδ το εκφράζει και πιό κατηγορηματικά στο εδάφιο 6 του ψαλμού: «Τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσας μοι» (μετάφραση των Ο”). Ο Θεός είχε συμβουλεύσει και προειδοποιήσει τον Δαβίδ πως αν αμάρτανε, αυτός αμάρτανε, αυτός θα ήταν ο μόνος ένοχος, και δεν θα μπορούσε να κατηγορήση τον Θεό σε τίποτα. Το «όπως αν» έχει λοιπόν την ίδια σχεδόν έννοια με το «ώστε να είναι αναπολόγητοι» του Α20. Αυτή είναι η αναλογία της θέσης μεταξύ του Δαβίδ και του Ισραήλ, που οδηγεί τον Απόστολο ν” αναφέρει εδώ αυτά τα λόγια. Ο Ισραήλ, ο θεματοφύλακας των Θείων λόγων, είχε λάβει σαφείς οδηγίες και προειδοποιηθεί ότι, εάν στην συνέχεια, και παρά τις εξαιρετικές αυτές αποκαλύψεις που του είχαν δοθεί, παραδίδοντας τον εαυτόν τους στο ψέμμα (εθελοντική τύφλωση) των καρδιών τους, έφταναν στο σημείο να μην αναγνωρίσουν τον Μεσσία, δεν θα μπορούσαν να κατηγορήσουν τον Θεό για την απόρριψη τους, αλλά θα εθεωρούντο, και αυτό προς τιμή της Θείας αγιότητας, οι αποκλειστικά ένοχοι για την καταστροφή που θ” ακολουθούσε.
Οι λέξεις: «Όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου» σημαίνουν λοιπόν: «Ώστε ν” αναγνωρισθείς δίκαιος, και όσον αφορά τις προειδοποιήσεις που έχεις δώσει, και όσον αφορά τις καταδικαστικές αποφάσεις που θ” αναγγείλεις (πάνω στον Δαβίδ με το στόμα του Νάθαν, πάνω στον Ισραήλ με την απόρριψη τους)».
«Και νικήσεις εν τω κρίνεσθαι σε». Ο Παύλος έχει προφανώς υπ” όψιν την κρίση και κατηγορία εναντίον της πιστότητας του Θεού, που μπορεί να υψωθεί απ” το γεγονός της απιστίας και της απόρριψης του εκλεγμένου λαού Του.
Αλλ” αυτή ακριβώς η σκέψη, ότι η αλήθεια του Θεού θα μεγαλυνθεί απ” την απιστία του Ισραήλ, ξεσηκώνει μια καινούργια αντίρρηση:

Εδάφια 5,6
«Ει δε η αδικία ημών Θεού δικαιοσύνην συνίστησι, τι ερούμεν; Μη άδικος ο Θεός ο επιφέρων την οργήν; Κατά άνθρωπον λέγω. Μη γένοιτο. Επεί πως κρινεί ο Θεός τον κόσμον;»
«Αλλ” εάν η αδικία μας αναδεικνύη την δικαιοσύνην του Θεού, τι θα συμπεράνωμεν; Μήπως είναι άδικος ο Θεός, όταν επιφέρη την οργήν; Κατά ανθρώπινον τρόπον μιλώ. Όχι βέβαια! Διότι τότε πως θα είναι δυνατόν να κρίνη ο Θεός τον κόσμον;»

Από το «όπως αν» του εδαφίου 4, φαίνεται να βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Θεός θέλει την αμαρτία του ανθρώπου γιατί Του δίνει την ευκαιρία να δοξασθεί. Αλλά σ” αυτή την περίπτωση έχει το δικαίωμα να καταδικάση μια πράξη απ” την οποία αποκομίζει δόξα, και να οργίζεται μ” αυτόν που την διαπράττει;
Αυτή την αντίρρηση μπορεί να την έχει ένας Ιουδαίος, ο οποίος, ακούγοντας τον Παύλο να λέγει ότι η απόρριψη από τον Ισραήλ του Μεσσία θα δοξάση την πιστότητα του Θεού, και θα συμβάλλει στην ολοκλήρωση των σχεδίων Του, θα έκρινε τον Θεό πολύ άδικο που θυμώνει με τον Ισραήλ, λόγω μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Είναι δίκαιο εκ μέρους του Θεού να κρίνει και να καταδικάζει μια πράξη, που την στρέφει τελικά σε δικό Του όφελος; «Αλλ” εάν η αδικία μας αναδεικνύη την δικαιοσύνην του Θεού, τι θα συμπεράνωμεν; Μήπως είναι άδικος ο Θεός, όταν επιφέρη οργήν;»
Αυτός ο όρος, «δικαιοσύνη του Θεού, στην πλέον του γενική έννοια, δηλώνει την τελειότητα δυνάμει της οποίας ο Θεός δεν μπορεί να ενοχοποιηθεί για κανένα λάθος προς κανένα ον. Τώρα ομως φαίνεται ν” αδικεί τον αμαρτωλό, όταν ταυτόχρονα τον καταδικάζει και τον χρησιμοποιεί.
Υπάρχει κάτι που επαναστατεί μέσα σε μια συνείδηση φωτισμένη απ” το Θείο φως, όταν συνδέει το επίθετο «άδικος» με την λέξη «Θεός», ακόμα και υποθετικά. Γι” αυτό και ο Παύλος προσθέτει: «Κατά άνθρωπον λέγω». Λέγοντας «κατά άνθρωπον», θεωρεί τον άνθρωπον αφειμένον στον εαυτόν του και στην δική του λογική, να μιλά με ελαφρότητα και αυθάδεια για τους τρόπους του Θεού.
Και συμπληρώνει ο Παύλος για να δείξει το αδύνατον μιας τέτοιας υπόθεσης:
«Μη γένοιτο. Επεί πως κρινεί ο Θεός τον κόσμο;» : Εάν η ενέργεια του Θεού να βγάλει ένα καλό αποτέλεσμα από ένα κακό έργο, ήταν αρκετή να καταστρέψει το δικαίωμα Του να κρίνει αυτόν που το διέπραξε, η τελική κρίση, για την οποία μας μιλά τόσο καθαρά η Γραφή, θα γινόταν προφανώς αδύνατη. Διότι καθώς ο Θεός πάντα μεταστρέφει σε καλό το κακό που έχουν μηχανευθεί οι άνθρωποι, ο κάθε αμαρτωλός θα μπορούσε να επικαλεσθεί προς υπεράσπιση του τούτο: «Η αμαρτία μου στο κάτω κάτω έχει υπηρετήσει κάποιον καλό σκοπό.»
Καμμία τελική κρίση δεν είναι πλέον δυνατή, εάν οι ευεργετικές συνέπειες της αμαρτίας, Εθνικής ή Ιουδαϊκής, δικαιολογούν τον αμαρτωλό. Αυτή η ιδέα είναι ακριβώς που εκτίθεται στα δύο εδάφια που ακολουθούν.

Εδάφια 7,8
«Ει γαρ η αλήθεια του Θεού εν τω εμώ ψεύσματι επερίσσευσεν εις την δόξαν αυτού, τι έτι καγώ ως αμαρτωλός κρίνομαι, και μη καθώς βλασφημούμεθα και καθώς φασί τινές ημάς λέγειν ότι ποιήσωμεν τα κακά ίνα έλθη τα αγαθά; Ων το κρίμα ένδικον εστι».
«Εάν δια του ψεύδους μου η αλήθεια του Θεού κατεδείχθη μεγάλη προς δόξαν του, γιατί ακόμη κατακρίνομαι ως αμαρτωλός; Και γιατί να μην κάνωμε το κακό δια να έλθη το καλό, όπως μερικοί μας συκοφαντούν ότι τάχα εμείς λέμε; Αυτοί είναι άξιοι της καταδίκης των.»

Εάν ήταν έτσι τα πράγματα, εάν το καλό που τελικά βγάζει ο Θεός και από την αμαρτία, αναιρούσε την ευθύνη αυτού που την διέπραξε, τότε ο κάθε αμαρτωλός θα μπορούσε να έλθει εμπρός στον Κριτή και να Του πει: «Και εγώ με το ψέμμα μου έχω συνεισφέρει στην δόξα Σου». Και θα έπρεπε και αυτός ν” αθωωθεί. Οπότε θα ήταν αδύνατη η τελική κρίση για την οποία μας μιλά καθαρά η Γραφή («Επεί πως κρινεί ο Θεός τον κόσμο;»).
«Ει γαρ η αλήθεια του Θεού εν τω εμώ ψεύσματι επερίσσευσεν εις την δόξαν αυτού, τι έτι καγώ ως αμαρτωλός κρίνομαι, και μη καθώς βλασφημούμεθα και καθώς φασί τινές ημάς λέγειν ότι ποιήσωμεν τα κακά ίνα έλθη τα αγαθά; Ων το κρίμα ένδικον εστι».
Με την φράση, «αλήθεια του Θεού», ο Παύλος επιστρέφει στην αρχή της συζήτησης (εδ. 3 και 4). Εκείνο που τίθεται υπό ερώτηση είναι η ηθική δικαιοσύνη του Θεού. Αντίστοιχα, ο όρος «ψέμμα», μας φέρει πίσω στο «κάθε άνθρωπος είναι ψεύστης» (εδ. 4). Αυτό το ψέμμα συνίσταται σε εθελοντική άγνοια του καλού, στο ν” αποφύγης την υποχρέωση να το κάνεις.
Το ρήμα «επερίσσευσεν» δηλώνει την περίσσεια δόξας που η ηθική τελειότης του Θεού αποκομίζει απ” την ανθρώπινη αμαρτία σε κάθε περίπτωση.
«Έτι»: Ακόμα μετά που ένα τόσο κερδοφόρο αποτέλεσμα έχει προκύψει απ” τις αμαρτίες μου.
«Καγώ»: «Εγώ ο οποίος, όπως και οι λοιποί, έχομε συνεισφέρει στην δόξα Του». Είναι σαν ένας να είδε το όλο πλήθος των αμαρτωλών να εμφανίζεται εμπρός στην δικαστική έδρα, ο ένας κατόπιν του άλλου, και να «πετάνε» αυτή την ίδια ερώτηση κατά πρόσωπο στον Θεό. Η κρίση τότε εκμηδενίζεται.
Ο Απόστολος, ανασκευάζοντας εδώ την αντίρρηση, προχωρά τώρα σ” ένα ακραίο σημείο, εδάφιο 8: «Γιατί να μην πάμε ακόμα παραπέρα; Γιατί, μετά που εκμηδενίσαμε την κρίση, να μην αμαρτάνωμε πιο ελεύθερα, προμηθεύοντας έτσι τον Θεό με περισσότερες ευκαιρίες να κάνει το καλό; Δεν θα είναι η κάθε αμαρτία, το υλικό που θα το μετασχηματίσει σε καθαρό χρυσάφι της δόξας Του;» Και είναι αυτό που τους συκοφαντούν ότι διδάσκουν, («καθώς βλασφημούμεθα και καθώς φασί τινές ημάς λέγειν ότι ποιήσωμεν τα κακά ίνα έλθη τα αγαθά»).
«Βλασφημούμεθα»: Αυτός ο όρος εκλέγεται για να τονίσει ότι, αυτό που τον κατηγορούν ότι διδάσκει, είναι από μόνο του, απ” την φύση του, βλάσφημο.
«Ων το κρίμα ένδικον εστι»,(«των οποίων η καταδίκη είναι άξια)». Εκείνοι που κακόβουλα και εσφαλμένα υψώνουν τέτοιες κατηγορίες ενάντια στο πρόσωπο του, και την διδασκαλία του, εκείνοι οι ίδιοι θα υποστούν την καταδίκη που καλούν πάνω στο κεφάλι του Παύλου. Θα πρέπει εδώ να παρατηρήσωμε ότι ο Απόστολος δεν εκφράζεται έτσι, παρά μόνον αφού έχει ικανοποιήσει όλες τις απαιτήσεις μιας συζήτησης σύμφωνης με την λογική.
Παρατηρήσεις στο τμήμα Γ1-8.
Παρ” όλη την προσωρινή του εφαρμογή στον Ιουδαϊκό κόσμο, αυτό το κομμάτι, που θα βρει την πλήρη του εξήγηση στο κεφάλαιο ΙΑ, έχει μια πραγματική διαρκή αξία. Έχει πάντα ζητηθεί να δικαιολογηθούν τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία, παρουσιάζοντας τα πλεονεκτήματα στα οποία έχουν οδηγήσει υπέρ της ανθρωπότητας. Δεν είναι ένας Ροβεσπιέρος που έχει γίνει άγιος στο όνομα του ωφελιμισμού;
Αλλά για να κάνεις να ισχύσει ένας τέτοιος κανόνας, θα πρέπει ν” αρχίσεις αποδεικνύοντας ότι το χρήσιμο αποτέλεσμα ξεπήδησε απ” αυτό το ίδιο το κακό. Τέτοια είναι η διδασκαλία του Πανθεϊσμού. Ο ζωντανός Θεϊσμός αντιθέτως, διδάσκει ότι αυτή η μεταμόρφωση του κακού έργου σ” έναν μέσον προόδου, είναι το θαύμα της σοφίας και της δύναμης του Θεού, που συνεχώς παίρνει την ανθρώπινη αμαρτία να βγάλει απ” αυτή ένα αποτέλεσμα αντίθετο προς την φύση της. Κατά την πρώτη άποψη, όλη η ανθρώπινη υπευθυνότητα τελειώνει, και η κρίση μηδενίζεται. Κατά την δεύτερη, ο άνθρωπος παραμένει πλήρως υπεύθυνος απέναντι στον Θεό για το κακό έργο, σαν την έκφραση της κακής του θέλησης, και παρά το καλό που ο Θεός ευαρεστείται να βγάλη απ” αυτό.
Ο Απόστολος μέχρι εδώ έχει ζωγραφίσει σε δύο μεγάλες εικόνες την βασιλεία της οργής του Θεού, α) Πάνω στον Εθνικό κόσμο (κεφ. Α), και β) Πάνω στον Ιουδαϊκό κόσμο (κεφ. Β). Στην συνέχεια, προς επικύρωση των όσων έχει πει, αναφέρει τι λέγει η Γραφή πάνω σ” αυτό το θέμα.
Η Γραφή Διακηρύττει το Γεγονός της Παγκόσμιας Καταδίκης. Γ9-20.
Μετά από μια γενική δήλωση πάνω στο θέμα της καταδίκης των Ιουδαίων και των Ελλήνων (Εθνικών) (εδ. 9), που ήδη το έχει αναπτύξει στα προηγούμενα, ο Παύλος αναφέρει τώρα μια σειρά από Γραφικά εδάφια που βεβαιώνουν τούτη την αλήθεια (εδ. 10-18). Μετά προχωρά στο συμπέρασμα (εδ. 19-20).
Εδάφιο 9
«Τι ουν; Προεχόμεθα; Ου πάντως. Προητιασάμεθα γαρ Ιουδαίους τε και Έλληνας πάντας υφ” αμαρτίαν είναι».
«Τι συμπέρασμα λοιπόν βγαίνει; Έχομεν εμείς οι Ιουδαίοι κάλυμμα; Καθόλου, διότι κατηγορήσαμεν ήδη και τους Ιουδαίους και τους Έλληνας ότι είναι όλοι υπό την αμαρτίαν.»
«Προεχόμεθα»: Σημαίνει «έχομε την υπεροχή», αλλά και «καλυπτόμεθα», «προστατευόμεθα». Εδώ η μόνη κατάλληλη έννοια είναι εκείνη του «καλύπτομαι», «βρίσκω καταφύγιο», «“Εχομε εμείς οι Ιουδαίοι κάλυμμα, κάτω απ” το οποίο μπορούμε να θεωρήσωμε τους εαυτούς μας σωσμένους απ” την οργή;»
Ο Απόστολος έχει δείξει ότι ο Ιουδαϊκός κόσμος, καθώς επίσης και ο Εθνικός, είναι κάτω απ” την οργή του Θεού. Έχει δε θέσει στον εαυτόν του και την αντίρρηση: «Αλλά τι γίνεται σ” αυτή την περίπτωση με το Ιουδαϊκό προνόμιο;», και έχει αποδείξει ότι αυτό το προνόμιο, απόλυτα πραγματικό, δεν μπορεί να εμποδίσει την απόρριψη και την κρίση αυτού του λαού. «Τι τότε», αυτός ερωτά, σαν συνέπεια του ό,τι προηγείται, «μπορούμε να πιστεύωμε εμείς οι Ιουδαίοι, ότι έχομε τελικά κάποιο καταφύγιο;» «Κατά κανέναν τρόπο», τέτοια είναι η απάντηση του. «Προητιασάμεθα γαρ Ιουδαίους τε και Έλληνας πάντας υφ” αμαρτίαν είναι». «Διότι κατηγορήσαμεν ήδη και τους Ιουδαίους και τους Έλληνας ότι είναι όλοι υπό την αμαρτίαν.»
Το «προ» πριν το «αιτιάσθαι» θυμίζει στον αναγνώστη τις δύο μεγάλες εικόνες που ο Παύλος έχει μόλις ζωγραφίσει.
«Πάντας υφ” αμαρτίαν είναι». Τούτη η φράση δεν δηλώνει απλά ότι είναι κάτω απ” την ενοχή των αμαρτιών που διέπραξαν, αλλά επίσης ότι είναι κάτω απ” την δύναμη της ιδίας της αμαρτίας, η οποία, σαν αστείρευτη πηγή, συνεχώς κάνει να ξεχειλίζει αυτή η ενοχή. Πράγματι, η οργή του Θεού δεν οφείλεται μόνο στις παραβάσεις που διεπράχθησαν, των οποίων ο χαρακτήρας έχει κάτι το εξωτερικό και τυχαίο. Θεμελιώνεται, πρώτα απ” όλα, πάνω στην μόνιμη κατάσταση αμαρτίας της ανθρωπίνης φύσης, καθώς πρόκειται τώρα να εκτεθή απ” την Γραφή.
Όσο τώρα η Γραφή δεν έχει μιλήσει, ο Παύλος μπορεί να θεωρηθεί σαν ένας απλός κατήγορος. Αλλά ευθύς ως η φωνή αυτού του κριτή ακουσθεί, η περίπτωση θ” αποφασισθή, και η καταδικαστική απόφαση θ” αναγγελθεί. Τα εδάφια 10-18 απαριθμούν, εάν κάποιος μπορεί να το πει έτσι, τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η κρίση. Τα εδάφια 19 και 20 αναφέρουν την καταδικαστική απόφαση.
Ο Παύλος θυμίζει πρώτα στους αναγνώστες του τα γενικά χαρακτηριστικά της ανθρωπίνης διαφθοράς, εδάφια 10-12. Μετά παρουσιάζει δύο ειδικές ομάδες των εκδηλώσεων αυτής της διαφθοράς, εδάφια 13-17. Τέλος, κλείνει αυτή την περιγραφή μ” ένα αποφασιστικό χαρακτηριστικό το οποίο πηγαίνει πίσω, ακριβώς στην πηγή του κακού, εδάφιο 18.

Εδάφια 10-12
«Καθώς γέγραπται ότι ουκ έστι δίκαιος ουδέ εις. Ουκ έστιν ο συνιών, ουκ έστιν ο εκζητών τον Θεόν. Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν. Ουκ έστιν ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός.»
«Καθώς είναι γραμμένον, Δεν υπάρχει δίκαιος, ούτε ένας, δεν υπάρχει κανένας συνετός, δεν υπάρχει κανένας που να ζητή τον Θεόν, όλοι παρεξέκλιναν, συγχρόνως εξηχρειώθησαν, δεν υπάρχει κανένας που να κάνει το καλόν, δεν υπάρχει ούτε ένας.»

Τούτες οι 6 προτάσεις έχουν παρθεί απ” τον ψαλμό ΙΔ1-3. Αυτή η σκιαγράφηση έχει εφαρμογή στον ηθικό χαρακτήρα του ανθρώπου, όσο αυτός παραμένει μακρυά απ” την επίδραση της Θείας ενέργειας.
Το εδάφιο 10 περιέχει την πλέον γενική δήλωση. Οι δύο όροι που ακολουθούν, στο εδάφιο 11, έχουν μια πιο ειδική έννοια. Η πρώτη αναφέρεται στην αντίληψη, στην γνώση του Δημιουργού μέσ” απ” τα έργα Του. Η δεύτερη στην θέληση, την επιθυμία για ένωση μ” αυτό το τέλειο Ον.
Το άρθρο «ο» πριν τις μετοχές («συνιών», «εκζητών») είναι σε συμφωνία με την έννοια του ψαλμού. Ο Θεός παρουσιάζεται σαν να ψάχνει να βρεί εκείνον τον έναν και μοναδικό άνθρωπο, και να μην τον βρίσκει: «Ουκ έστιν ο συνιών, ουκ έστιν ο εκζητών τον Θεόν», ούτε ένας δεν υπάρχει.
Στην περίπτωση τώρα που δεν παράγεται πραγματικό καλό (εκζήτηση του Θεού) μέσα στη καρδιά, αυτή αμέσως πέφτει κάτω απ” την κυριαρχία του κακού. «Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν». «Όλοι παρεξέκλιναν, συγχρόνως εξηχρειώθησαν».
«Εξέκλιναν»: Παρεκτράπησαν σ” έναν κακό δρόμο, διότι εθελοντικά έφυγαν απ” τον καλό (εδ. 11).
«Ηχρειώθησαν»: Έγιναν ανίκανοι για το καλό.
«Ουκ έστιν ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός.»
«Δεν υπάρχει κανένας που να κάνει το καλόν, δεν υπάρχει ούτε ένας.»
Το ανθρώπινο γένος μοιάζει μ” ένα καραβάνι που έχει χάσει τον δρόμο του, και κινείται σε αντίθετη απ” την σωστή κατεύθυνση, και του οποίου τα μέλη δεν μπορούν να κάνουν τίποτα να βοηθήσουν το ένα το άλλο στην κοινή τους δυστυχία.
Στην συνέχεια αρχίζει μια δεύτερη πιο ειδική περιγραφή, εκείνη της ανθρωπίνης διαφθοράς που εκδηλώνεται στα λόγια.

Εδάφια 13,14
«Τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών, ταις γλώσσαις αυτών εδολιούσαν, ιός ασπίδων υπό τα χείλη αυτών. Ων το στόμα αράς και πικρίας γέμει.»
«Τάφος ανοικτός είναι ο λάρυγγας τους, με την γλώσσαν τους ήσαν δόλιοι, φαρμάκι από οχιές είναι κάτω από τα χείλη τους. Το στόμα τους είναι γεμάτο κατάραν και πικρίαν».

Αυτές οι τέσσαρες προτάσεις αναφέρονται στα διάφορα όργανα της ομιλίας, και τα δείχνουν ν” ασκούν όλα τους δύναμη στο να βλάψουν, κάτω απ” την εξουσία της αμαρτίας. Ο λάρυγγας συγκρίνεται μ” έναν τάφο. «Τάφος ανοικτός είναι ο λάρυγγας τους», που θάβει ανθρώπους. Είναι αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη, «Τον έθαψε με τα λόγια του», εννοόντας ότι του έκανε μεγάλο κακό.
Το χαρακτηριστικό που ακολουθεί αντιπαρατίθεται με το προηγούμενο: «Ταις γλώσσαις αυτών εδολιούσαν», «Με την γλώσσαν τους ήσαν δόλιοι». Εδώ πρόκειται για μια γλώσσα όλο γλύκα που σε γοητεύει σαν μελωδικό όργανο, για να σπείρει έτσι, (με δόλο), το κακό. Το «εδολιούσαν» δηλώνει την ενέργεια σαν συνεχώς επαναλαμβανομένη. Τούτα τα λόγια είναι δανεισμένα απ” τον Ψαλμό Ε9, όπου περιγράφεται η συμπεριφορά των εχθρών του Δαβίδ.
Η τρίτη πρόταση είναι παρμένη απ” τον ψαλμό ΡΜ3, που αναφέρεται στο ίδιο θέμα.»Ιός ασπίδων υπό τα χείλη αυτών». «Φαρμάκι από οχιές είναι κάτω από τα χείλη τους». Εκείνο που εννοείται εδώ είναι ότι η συκοφαντία και το ψέμμα που εκστομίζουν τα κακοήθη χείλη, είναι όπως το δηλητήριο που ρίχνει το φίδι.
Η τέταρτη (εδ. 14), περιγράφει την αμαρτία που ξεχύνεται κατά πρόσωπο από ένα στόμα γεμάτο μίσος και πικρία. «Ων το στόμα αράς και πικρίας γέμει.» «Το στόμα τους είναι γεμάτο κατάραν και πικρίαν». Τούτη η πρόταση είναι δανεισμένη απ” τον ψαλμό Ι 7.
Αυτή η εικόνα της ανθρωπίνης διαφθοράς, που εκδηλώνεται από μόνη της με λόγια, συμπληρώνεται στην συνέχεια με την περιγραφή αυτής της ίδιας διαφθοράς καθώς φανερώνεται με έργα, με πράξεις.

Εδάφια 15-18
«Οξείς οι πόδες αυτών εκχέαι αίμα, σύντριμμα και ταλαιπωρία εν ταις οδοίς αυτών, και οδόν ειρήνης ουκ έγνωσαν. Ουκ έστι φόβος Θεού απέναντι των οφθαλμών αυτών»
«Τα πόδια τους τρέχουν γρήγορα για να χύσουν αίμα, καταστροφή και δυστυχία είναι στον δρόμο τους και τον δρόμον της ειρήνης δεν εγνώρισαν. Δεν υπάρχει φόβος Θεού εμπρός στα μάτια τους.»

Απ” αυτές τις τέσσερες προτάσεις οι πρώτες τρείς είναι δανεισμένες απ” τον Ησαϊα ΝΘ7,8, όπου ο προφήτης ομολογεί την διαφθορά του Ισραήλ. Τα «πόδια» σαν το όργανο του περπατήματος, συμβολίζουν την όλη συμπεριφορά του ατόμου. Ο άνθρωπος, για να κάνει το κακό, ενεργεί χωρίς να λογαριάζει τον συνάνθρωπο του, χωρίς καν φόβο που διακινδυνεύει πράγματα δικά του, και ακόμα την υγεία του. Τούτα τα λόγια αναφέρονται και στο Παροιμίες Α16. Καταπιέζει και συντρίβει («σύντριμμα») τον αδελφόν του, και ο ίδιος γεμίζει την ζωή του με ταλαιπωρία. Ο δρόμος που χαράσσεται από μια τέτοια πορεία είναι βρεγμένος με τα δάκρυα των άλλων.
Ειρήνη δεν μπορεί να υπάρχει στην καρδιά τέτοιων ανθρώπων, ούτε στο περιβάλλον τους («και τον δρόμον της ειρήνης δεν εγνώρισαν», εδ. 17).
Και αυτό το ξεχείλισμα της διαφθοράς και των βασάνων προέρχεται από ένα κενό μέσα τους, την απουσία εκείνης της αίσθησης που θα έπρεπε να είχε γεμίσει την καρδιά, «του φόβου του Θεού», («Ουκ έστι φόβος Θεού απέναντι των οφθαλμών αυτών», εδ. 18).
«Φόβος Θεού» στην Παλαιά Διαθήκη είναι η έκφραση για την «ευσέβεια», για εκείνη την διάθεση στον άνθρωπο να έχει πάντα τον Θεό παρόντα στην καρδιά του, το θέλημα Του και την κρίση Του.
Οι λέξεις «απέναντι των οφθαλμών αυτών», δείχνουν ότι ανήκει στον άνθρωπο ελεύθερα να καλέσει στον νου του, ή να καταπνίξει αυτή την εσωτερική θέα του Θεού, από την οποία εξαρτάται και η ηθική του συμπεριφορά.
Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό της διαφθοράς των ανθρώπων, («Ουκ έστι φόβος Θεού απέναντι των οφθαλμών αυτών», εδ. 18), είναι δανεισμένο απ” τον ψαλμό ΛΣΤ1, όπου σημειώνεται η αντίθεση μεταξύ του πιστού και του αμαρτωλού μέσα στον Ισραήλ.
Ζωγραφίζοντας ο Απόστολος αυτή την εικόνα με τα λόγια των προφητών και των ψαλμωδών, δεν εννοεί βέβαια ότι κάθε ένα απ” αυτά τα χαρακτηριστικά είναι εξ ίσου ανεπτυγμένο σε κάθε άνθρωπο. Μερικά, ίσως και τα περισσότερα απ” αυτά, μπορεί να παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση σε πολλούς ανθρώπους. Αλλά όλα υπάρχουν εν σπέρματι στην ατομιστική και σαρκική υπερηφάνεια του «εγώ», οπότε και οι πιό ασήμαντες περιστάσεις μπορεί να τα φέρουν σε ενεργό κατάσταση, όταν ο φόβος του Θεού δεν κυβερνά την καρδιά. Να λοιπόν γιατί η Θεία καταδίκη επικρέμμεται πάνω στο ανθρώπινο γένος.
Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο φθάνει ο Απόστολος, αλλά περιορίζεται να το δηλώσει μόνο για τους Ιουδαίους (εδάφια 19,20). Και τούτο γιατί αυτοί μόνον θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να διαμαρτυρηθούν ενάντια σ” αυτό, και να βγάλουν τους εαυτούς τους έξω απ” αυτή την σκιαγράφηση της ανθρωπίνης διαφθοράς. Θα μπορούσαν ειδικά να πουν ότι πολλά απ” αυτά τα λόγια, δεν αναφέρονται απ” την Γραφή σ” αυτούς, αλλά στους Εθνικούς. Ο Παύλος προβλέπει αυτή την αντίρρηση και φροντίζει να την ανασκευάσει, ούτως ώστε τίποτα να μην μειώση την σαρωτική εφαρμογή της καταδικαστικής απόφασης, που ο Θεός αναγγέλει πάνω στην κατάσταση του ανθρωπίνου γένους.

Εδάφια 19,20
«Οίδαμεν δε ότι όσα ο νόμος λέγει τοις εν τω νόμω λαλεί, ίνα παν στόμα φραγή και υπόδικος γένηται πας ο κόσμος τω Θεώ, διότι εξ έργων νόμου ου δικαιωθήσεται πάσα σαρξ ενώπιον αυτού. Δια γαρ νόμου επίγνωσις αμαρτίας».
«Γνωρίζομεν δε ότι όσα λέγει ο νόμος, τα λέγει εις εκείνους που είναι υπό τον νόμον, δια να βουλωθή κάθε στόμα και όλος ο κόσμος να γίνη υπόδικος εις τον Θεόν, διότι κανείς άνθρωπος δεν θα δικαιωθή εμπρός του επειδή ετήρησε τον νόμον. Ο νόμος φέρει μόνον την συναίσθησιν αμαρτίας».

Με το «οίδαμεν» («γνωρίζομεν»), ο Παύλος περιγράφει κάτι το κοινά γνωστό στους αναγνώστες του. Πράγματι, όταν η Παλαιά Διαθήκη περιγράφει στους Ιουδαίους την διαφθορά των Εθνικών, δεν το κάνει για να τους ξεσηκώσει εναντίον τους, αλλά για να τους επιστήσει την προσοχή ενάντια στις ίδιες αμαρτίες, και να τους προφυλάξει από τις ίδιες κρίσεις. Και τούτο είναι μια απόδειξη ότι ο Θεός είδε στην καρδιά τους τα ίδια σπέρματα διαφθοράς, που αναπόφευκτα θα βλάσταναν, εάν δεν έμεναν πιστοί σ” Αυτόν. Έτσι, ενώ κανένα ίσως από τα αναφερθέντα λόγια να μην αναφέρεται ειδικά σ” αυτούς, όλα, παρ” όλα αυτά, ελέχθησαν γι” αυτούς.
Ο «νόμος» εδώ δηλώνει όλη την Παλαιά Διαθήκη, που ήταν απ” την αρχή της έως το τέλος της ο κανόνας για την Ισραηλιτική ζωή (σύγκρινε Ιωάννη Ι 34, Α Κορ. ΙΔ 21 κ.λ.π.).
Η διαφορά στην έννοια μεταξύ του «λέγειν» και «λαλείν» φαίνεται καθαρά σ” αυτό το εδάφιο – η πρώτη αναφέρεται στο περιεχόμενο του λόγου, ενώ η δεύτερη στο γεγονός της εκστόμισης του.
«Ίνα παν στόμα φραγή…». Δεν υπάρχει λόγος ν” αδυνατίσωμε αυτό το «ίνα» και να το κάνωμε «ώστε». Ο σκοπός όλων αυτών των δηλώσεων που δίνει η Γραφή σχετικά με την διαφθορά του φυσικού ανθρώπου, ήτο πράγματι να κλείση το στόμα κάθε ματαιοδοξίας, σαν εκείνη στην οποία παραδίδεται ένας άνθρωπος που είναι γεμάτος αυτοϊκανοποίηση.
«Παν στόμα»: Ακόμα και τα Ιουδαϊκά στόματα.
«Πας ο κόσμος»: Ιουδαίοι και Εθνικοί.
«Υπόδικος»: Είναι αυτός τον οποίον ο δικαστής έχει κηρύξει ένοχο, και ο οποίος οφείλει ικανοποίηση στον νόμο που έχει παραβεί.
«Υπόδικος…τω Θεώ»: Είναι στα χέρια της δικαιοσύνης του Θεού που όλος ο ένοχος κόσμος πέφτει.
Το «πας ο κόσμος» είναι τόσο αληθές που και η μόνη δυνατή εξαίρεση, εκείνη του Ιουδαϊκού κόσμου, δεν μένει έξω (εδ. 20). Αυτός ο λαός, πράγματι, θα μπορούσε να είχε επικαλεσθεί ένα πλήθος τελετουργικών και ηθικών έργων, εκτελεσμένων επί καθημερινής βάσης, σε υπακοή στον Θείο νόμο. Δεν συνιστούν τέτοια έργα στην περίπτωση τους μια ειδική αξία και δικαίωμα στην χάρη του Θεού; Ο Απόστολος απορρίπτει και μια τέτοια αξίωση: «Διότι εξ έργων νόμου ου δικαιωθήσεται πάσα σαρξ ενώπιον αυτού».
«Ου…πάσα σαρξ»: Κανένα ανθρώπινο δημιούργημα (ιδέ σχόλια στο Α3).
«Έργα νόμου». Τούτη η φράση είναι ένας από τους σπουδαιότερους όρους του λεξιλογίου του Παύλου. Εκφράζει μια απ” τις θεμελιώδεις ιδέες της εμπειρίας του, και της άποψης του για την χριστιανική αλήθεια. Τούτη η φράση συνοψίζει το πρώτο μέρος της ζωής του. Μπορεί να γίνει αντιληπτή κατά δύο τρόπους. Ένα «έργο νόμου» μπορεί να σημαίνει: Ένα έργο συμμορφωμένο ακριβώς προς τον νόμο, σε όλα που ο νόμος επιτάσσει. Μπορεί όμως και να σημαίνει: Ένα τέτοιο έργο που ο άνθρωπος μπορεί να επιτελέσει κάτω από το σύστημα του νόμου, και με τα μέσα μόνον που είναι διαθέσιμα σ” αυτό το σύστημα. Ο Παύλος φαίνεται να χρησιμοποιεί εδώ τούτη την φράση σ” αυτή την δεύτερη της έννοια, να εννοεί, δηλαδή, έργα τέτοια που ο άνθρωπος μπορεί να κάνει, όταν δεν έχει άλλη βοήθεια παρά μόνον τον νόμο – δηλαδή, στην πραγματικότητα, με την δική του δύναμη.
Ο νόμος είναι τέλειος από μόνος του. Αλλά δεν προμηθεύει στον πεσμένο άνθρωπο τα μέσα να εκπληρώσει τις απαιτήσεις του. Ο Παύλος εξηγείται αρκετά καθαρά πάνω σ” αυτό στο Γαλάτας Γ21: «Εάν εδίδετο νόμος, ο οποίος να μπορούσε να ζωοποιήσει, τότε πραγματικά θα προήρχετο εκ του νόμου η δικαίωσις». Με άλλα λόγια, ο νόμος δεν σε κάνει κοινωνό με το Πνεύμα του Θεού, και μέσω Αυτού με την ζωή της αγάπης, που είναι η εκπλήρωση του νόμου (Ρωμ. ΙΓ10). Έργα ειργασμένα σ” αυτή την κατάσταση, παρ” όλη την εξωτερική τους συμμόρφωση με το γράμμα του νόμου, δεν είναι και η πραγματική του εκπλήρωση. Παρ” όλο που είναι σε συμφωνία με το νομικό θέσπισμα, τους λείπει η ηθική προδιάθεση που θα τους έδινε αξία στα μάτια του Θεού. Ο άνθρωπος τα κάνει γιατί του επιβάλλονται, όχι γιατί τον ξεσηκώνει μια πρόθυμη καρδιά. Ο ίδιος ο Παύλος, έως τον χρόνο της μεταστροφής του, εστέναζε πάνω στην θλιβερή αντίθεση που έβλεπε στα έργα του, αντίθεση μεταξύ της εμφάνισης τους και της πραγματικότητας που κρυβόταν πίσω απ” αυτά. Σύγκρινε και την αντίθεση μεταξύ των καταστάσεων που τις ονομάζει «παλαιότητα γράμματος», και «καινότητα πνεύματος», (Ζ6). Δίνει επίσης την εκτίμηση του για τα έργα του νόμου όταν, μετά που λέγει για τον εαυτόν του, πριν την μεταστροφή του, Φιλιππ. Γ6: «Ως προς την δικαιοσύνην του νόμου άμεμπτος», προσθέτει, εδ. 7: «Αλλά αυτά που μου ήσαν κέρδη (όλη αυτή η από ανθρωπίνης άποψης άμεπτη δικαιοσύνη) αυτά τα έχω θεωρήσει ζημία για χάρη του Χριστού».
Απ” αυτό που λέγει εδώ ο Παύλος, συνεπάγεται ότι ο άνθρωπος δεν θα έπρεπε ποτέ να επιχειρήσει να θέσει κανένα έργο, οιονδήποτε και αν είναι, μεταξύ του Θεού και του ιδίου, σαν να του δίνει το δικαίωμα για σωτηρία. Γιατί αν μεν αυτό το έργο είναι ειργασμένο πριν την μεταστροφή του, προερχόμενο απ” την φυσική του ικανότητα, του λείπει το πνεύμα της αληθινής αγάπης, το οποίον μόνον θα το καθιστούσε «καλό» στα μάτια του Θεού. Αν δε έγινε μετά την αναγέννηση του, και είναι αληθινά καλό («έργον αγαθόν», Εφ. Β10), τούτο δεν είναι παρά καρπός του Πνεύματος, και δεν μπορεί να καταλογισθεί υπέρ του ανθρώπου.
Με μια μικρή πρόταση τώρα, («Δια γαρ νόμου επίγνωσις αμαρτίας», «Ο νόμος φέρει μόνον την συναίσθησιν αμαρτίας», εδ. 20β), ο Απόστολος δικαιολογεί την αρχή που έθεσε στο εδάφιο 20α: Ο νόμος εδόθηκε στον αμαρτωλό άνθρωπο όχι για να του προμηθεύσει το μέσον για την δικαίωση του, αλλά για να τον βοηθήσει να διακρίνει την αμαρτία που βασιλεύει επάνω του. Τούτη η σκέψη απλώς αναφέρεται εδώ. Θα αναπτυχθεί αργότερα. Πράγματι ο Παύλος σ” όλο αυτό το κομμάτι θεωρεί την αμαρτία μόνον σαν «ενοχή» που σχηματίζει την βάση της καταδίκης. Μόνο μετά το κεφάλαιο Ζ θα την θεωρήση σαν «δύναμη», στην σχέση της με τον νόμο, και τότε θ” αναπτύξει την σκέψη με την οποία κλείνει τούτο το τμήμα (εδ. 20β).
Κλείνοντας τούτο το μέρος να πούμε και αυτό: Ο Ιουδαϊσμός ζούσε και ακόμα ζει κάτω από μια μεγάλη ψευδαίσθηση, δηλαδή, ότι είναι καλεσμένος να σώσει τον Εθνικό κόσμο, μεταδίδοντας του το νομικό σύστημα που έλαβε μέσω του Μωϋσή. «Μεταδώστε τον νόμο», λέγει ο Παύλος, «και θα έχετε δώσει στον κόσμο όχι το μέσον να καθαρισθεί, αλλά το μέσον να δει καλλίτερα την πραγματική του διαφθορά». Και αυτά για μας είναι πλέον κοινοτοπίες, τετριμμένα πράγματα. Αλλά έγιναν τέτοια μέσω αυτής της επιστολής. Κατά τον χρόνον που γραφόταν η επιστολή, αυτές οι «κοινοτοπίες» υψωνόταν στον ορίζοντα σαν Θείες ακτίνες, που επρόκειτο να φέρουν μια καινούργια ημέρα κάτω στον κόσμο.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΔΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΓΙΑ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Κεφάλαια Γ21-Ε11.

Σ” αυτό το τμήμα, που είναι σε αντιστοιχία με το προηγούμενο, αναπτύσσονται τρεις βασικές ιδέες:
1. Το ιστορικό γεγονός δια του οποίου εξασφαλίσθηκε δια τον κόσμο η δικαίωση δια πίστεως, Γ21-26.
2. Η συμφωνία αυτού του τρόπου δικαίωσης με την αποκάλυψη της Παλαιάς Διαθήκης, Γ27-Δ25.
3. Η βεβαιότης της δικαίωσης, όχι μόνον για το παρόν, αλλά και για όλο το μέλλον, συμπεριλαμβανομένης και της ώρας της τελικής κρίσης, Ε1-11.
Η κεντρική ιδέα αυτού του τμήματος είναι ότι, η καταδίκη που αναγγέλθηκε στο προηγούμενο τμήμα, μπορεί τώρα να εξαλειφθεί με την άφεση αμαρτιών που δίνει ο Θεός.
Το Γεγονός δια του οποίου Αποκτήθηκε για μας η Δικαίωση δια Πίστεως. Γ21-26.
Προηγουμένως ο Παύλος μας έδειξε ότι όλο το ανθρώπινο γένος είναι κάτω απ” την οργή του Θεού. Για να γλυτώσει απ” τον αφανισμό στον οποίον οδηγείται, μόνο μια ενέργεια εκ μέρους του Θεού μπορεί να το σώσει. Τούτο είναι και το θέμα του επομένου χωρίου.

Εδάφια 21, 22α
«Νυνί δε χωρίς νόμου δικαιοσύνη Θεού πεφανέρωται, μαρτυρουμένη υπό του νόμου και των προφητών, δικαιοσύνη δε Θεού δια πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας.»
«Αλλά τώρα ήλθε στο φως δικαίωσις, ανεξαρτήτως νόμου, η οποία μαρτυρείται από τον νόμον και τους προφήτας, δικαίωσις εκ μέρους του Θεού δια της πίστεως εις τον Ιησούν Χριστόν δι” όλους και εις όλους που πιστεύουν.»

«Χωρίς νόμου». Κάτω απ” το παλαιό σύστημα, η δικαίωση ερχόταν στον άνθρωπο μέσ” απ” τα κανάλια του νομικού συστήματος. Η πλήρης του συμμόρφωση με τον νόμο θα τον οδηγούσε σε δικαίωση. Στο νέο, η δικαίωση του δίνεται χωρίς την ελαχίστη συνεργασία αυτού που μπορεί να ονομασθεί «νόμος».
«Δικαιοσύνη Θεού». Είναι η κατάσταση συμφιλίωσης με τον Θεό, στην οποία ο άνθρωπος τοποθετείται δια της απόφασης που τον διακηρύσσει δίκαιο (ιδέ σχόλια στο Α17).
«Πεφανέρωται». Αναφέρεται σ” ένα γεγονός ήδη τελειωμένο, που είναι και το θέμα των εδαφίων 25 ,26. Είναι μέσω αυτού του γεγονότος που η δικαιοσύνη του Θεού, φωτίζεται, γίνεται φανερή, για όλους τους αιώνες.
Αλλ” εάν η συμμόρφωση με το νόμο εξαιρείται από κάθε συνεργασία σ” αυτή την δικαίωση, δεν έπεται ότι τούτη η τελευταία είναι σε αντίθεση με την αποκάλυψη της Παλαιάς Διαθήκης στην διπλή της μορφή, του νόμου και της προφητείας; Όχι. Αυτές οι δύο αποκαλύψεις του Θείου θελήματος, εντολή και υπόσχεση, αν κάποιος τις αντιληφθεί στη σωστή τους έννοια, όχι μόνον δεν αντιτίθενται σ” αυτόν τον νέο τρόπο δικαίωσης, αλλά αντιθέτως, περιέχουν την επιβεβαίωση της δικαίωσης δια πίστεως, καθώς θα δείξη ο Απόστολος στην συνέχεια αυτού του τμήματος, εδάφια 27-Δ25. Ο νόμος, ξεσκεπάζοντας την αμαρτία, ανοίγει το κενό στην καρδιά, που γεμίζεται με την δικαίωση δια πίστεως. Η προφητεία, απ” το άλλο μέρος, συμπληρώνει το έργο της προπαρασκευής που κάνει ο νόμος, δίδοντας την υπόσχεση γι” αυτή την δικαίωση. Έτσι δεν μπορεί να ευρεθεί αντίρρηση μέσα στην παλαιά αποκάλυψη ενάντια στην νέα. Η νέα αποκάλυψη για τον τρόπο δικαίωσης, εκληρώνει την παλαιά, και η παλαιά βεβαιώνει για την νέα. Η νέα αποκάλυψη, λοιπόν, είναι «μαρτυρουμένη υπό του νόμου και των προφητών».

Εδάφιο 22
«Δικαιοσύνη δε Θεού δια πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας. Ου γαρ έστι διαστολή.»
«Δικαίωσις εκ μέρους του Θεού δια της πίστεως εις τον Ιησούν Χριστόν δι” όλους και εις όλους που πιστεύουν. Δεν υπάρχει διάκρισις.»

Η νέα δικαίωση δίδεται χωρίς ν” απαιτείται κανένα έργο νόμου. Ποιό είναι όμως το μέσον δια του οποίου απονέμεται; Το εδάφιο 22 απαντά: Η πίστη στον Ιησού Χριστό.
«Δε». Έχει την θέση του «δηλαδή», «Δικαιοσύνη, δηλαδή, του Θεού».
Η απουσία άρθρου εμπρός στο «δικαιοσύνη» υπηρετεί στο να δείξει την κατηγορία της: «Δικαιοσύνη Θεού»: Μια δικαιοσύνη Θείας προέλευσης, σε αντίθεση με το νομικό σύστημα, στο οποίο η δικαίωση προέρχεται από ανθρώπινα έργα.
Αυτή η δικαίωση χορηγείται στην πίστη, όχι βέβαια λόγω κάποιας αξίας που ενυπάρχει σ” αυτήν – διότι αυτό θα σήμαινε να ξαναπέσωμε πάλιν στα έργα, ακριβώς εκείνο που το νέο σύστημα θέλει να εξαιρέσει – αλλά λόγω του αντικειμένου της πίστης. Και τούτο το αντικείμενο αναφέρεται καθαρά: «Ιησούς Χριστός».
«Δια πίστεως Ιησού Χριστού»: «Δια πίστεως εις τον Ιησού Χριστό». Αν κάνεις κάτι άλλο αντικείμενο στη πίστη σου, πρόσωπο ή θρησκευτικό σύστημα, όσο δυνατή και αν είναι αυτή η πίστη, δεν πρόκειται να σου εξασφαλίσει τη δικαίωση.
Η πίστη, πράγματι, καθώς έχομε δει, παίζει έναν διπλό ρόλο στην δικαίωση. Είναι η διάθεση καρδιάς που αποδέχεται ο Θεός, και την οποία καταλογίζει σαν δικαιοσύνη. Είναι ταυτόχρονα και το όργανο δια του οποίου ο κάθε ένας μπορεί να οικειοποιηθεί, για δικό του προσωπικό όφελος, αυτήν την «δικαίωση δια πίστεως». Η πρώτη της λειτουργία εκφράζεται εδώ με το «δια πίστεως». Η δεύτερη με το «εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας».
«Εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας»: «Όσον αφορά αυτή την δικαίωση, ο Θεός την στέλνει για («εις») σένα που πιστεύεις στον Ιησού Χριστό, και θα μείνη σε σένα(«επί») απ” την στιγμή που πιστεύεις». Το ίδιο ακριβώς λέγει και στο Φιλιππησίους Γ9: «Έχων δικαίωσιν προερχομένην όχι από την τήρησιν του νόμου, αλλά εκείνην που δίδεται δια της πίστεως εις τον Χριστόν, την δικαίωσιν που έρχεται από τον Θεόν βάσει της πίστεως».
Για να διακηρύξει κάποιον δίκαιο ο Θεός, δεν ερωτά πλέον, «Έχεις τηρήσει τον νόμον;», αλλά, «Πιστεύεις εσύ, οιοσδήποτε και αν είσαι, Ιουδαίος ή Εθνικός;».
Εκείνο το «επί πάντας» δείχνει αυτή την δικαίωση σαν ένα δώρο του Θεού, πλήρως ολοκληρωμένο, στην οποία ο άνθρωπος δεν χρειάζεται ν” αγωνισθεί να κάνει τίποτα, όπως έκανε με το παλαιό σύστημα του νόμου.
Το περιεχόμενο αυτών των δύο εδαφίων (21,22), όπως θα δούμε, είναι το θέμα που θ” αναπτυχθεί σ” όλο το κομμάτι που ακολουθεί. Πρώτα όμως το εδάφιο 23 θα μας συνοψίσει το θέμα του προηγουμένου τμήματος, αναφέροντας πάλιν τον λόγο για τον οποίον η κάθε ανθρωπίνη ύπαρξη χρειάζεται την δικαίωση δια πίστεως.

Εδάφια 22β
«Ου γαρ εστι διαστολή. Παντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού».
«Δεν υπάρχει διάκρισις, διότι όλοι αμάρτησαν και υστερούνται της Θείας δόξης».

Αρνούμενος κάθε «διαστολή» (διάκριση), ο Απόστολος εννοεί εδώ ότι δεν υπάρχουν δύο τρόποι δια των οποίων μπορούν να δικαιωθούν οι άνθρωποι, ο ένας εκείνος των έργων, ο άλλος της πίστης. Ο πρώτος είναι κλειστός για όλους, ακόμα και για τους Ιουδαίους, λόγω του γεγονότος της παγκόσμιας καταδίκης, που μόλις έχει δειχθεί. Ο δεύτερος λοιπόν, μόνον αυτός παραμένει ανοικτός.

Εδάφιο 23
«Παντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού».
«Διότι όλοι αμάρτησαν και υστερούνται της Θείας δόξης».

Αυτή η απουσία διαφοράς στον τρόπο δικαίωσης, βασίζεται στην ισότητα όλων αναφορικά με το γεγονός της αμαρτίας.
Στο «ήμαρτον» δεν λογαριάζεται εάν έχουν αμαρτήσει μία ή εκατό φορές. Μια φορά φθάνει να μας στερήσει τον τίτλο του «δικαίου», και δι” αυτού την «δόξαν του Θεού».
«Και»: Και σαν συνέπεια.
Το ρήμα «υστερείσθαι» εκφράζει γενικά την ιδέα του «ελλείματος», που μπορεί να είναι, ή το να παραμείνεις κάτω απ” το φυσιολογικό επίπεδο, ή το να είσαι πίσω απ” τους άλλους. Εκείνο λοιπόν που εννοεί ο Παύλος είναι ότι, όλοι στερούνται, λιγώτερο ή περισσότερο, μιας φυσιολογικής κατάστασης, που την ονομάζει «η δόξα του Θεού».
«Η δόξα του Θεού» εδώ σημαίνει: Η Θεία λαμπρότης που ακτινοβολείται απ” τον Ίδιο τον Θεό, και την οποίαν μεταδίδει σ” όλους που ζουν σε ένωση μαζί Του. Ο Θεός μπορεί να μεταδώσει αυτή την δόξα, διότι την κατέχει ο Ίδιος, ανήκει στην φύση Του. Είχε μεταδώσει μια ακτίνα αυτής της δόξας στον άνθρωπο, όταν τον εδημιούργησε καθαρό και ευτυχισμένον. Και τούτη επρόκειτο ν” ακτινοβολήσει περισσότερο και περισσότερο λαμπρά σ” αυτόν, καθώς θα υψωνόταν απ” την αθωότητα στην αγιότητα. Αμαρτάνοντας ο άνθρωπος έχασε, και ό,τι είχε λάβει απ” αυτήν, και ό,τι επρόκειτο ν” αποκτήση. Ένας εκτοπισμένος βασιλιάς, το στέμμα είχε πέσει απ” το κεφάλι του.
Η επανόρθωση αυτής της κατάστασης δείχνεται στο εδάφιο 24:

Εδάφιο 24
«Δικαιούμενοι δωρεάν τη αυτού χάριτι δια της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού».
«Και παίρνουν την δικαίωσιν δωρεάν με την χάριν του δια της λυτρώσεως, που έγινε δια του Χριστού Ιησού».

«Δικαιούμενοι»: «Όντας επομένως δικαιωμένοι, καθώς μόλις εδηλώσαμε…». Το «δικαιούμενοι», μετοχή ενεστώτα, αναφέρεται για κάθε στιγμή στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, όταν ένας αμαρτωλός πιστέψει.
Στην συνέχεια, αυτή η ιδέα «δικαιούμενοι» προσδιορίζεται σε τρεις κατευθύνσεις. Η μία αφορά τον τρόπο, η άλλη την προέλευση, και η τρίτη τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται.
Ο τρόπος δηλώνεται με το επίρρημα «δωρεάν». Δεν είναι μισθός για κάτι που πρόσφερες, είναι ένα πέρα για πέρα ελεύθερο δώρο.
Η προέλευση αυτού του δώρου είναι «η χάρη του», η ελεύθερη καλή Του θέληση, που Τον προδιαθέτει να απονείμει τούτη τη χάρη προς τον αμαρτωλό άνθρωπο. Δεν υπάρχει κάποια τυφλή αναγκαιότητα εδώ. Είμαστε πρόσωπο προς πρόσωπο με μια γεναιόδωρη έμπνευση της Θείας αγάπης.
Το μέσον είναι η «απολύτρωσις η εν Χριστώ Ιησού».
«Απολύτρωση» σημαίνει μια απελευθέρωση που επετεύχθη με πληρωμή λύτρων.
Ο τίτλος «Χριστός» τίθεται πριν το όνομα «Ιησούς», διότι το κύριο θέμα εδώ είναι το μεσολαβητικό Του λειτούργημα.
Αφού έδωσε τώρα την γενική ιδέα αυτού του έργου, ο Παύλος, σε ότι ακολουθεί, το εκθέτει με περισσότερες λεπτομέρειες, προσδιορίζοντας με περισσότερη ακρίβεια τις έννοιες που μόλις ανέφερε.

Εδάφια 25,26
«Ον προέθετο ο Θεός ιλαστήριον δια της πίστεως εν τω αυτού αίματι, εις ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού δια την πάρεσιν των προγεγονότων αμαρτημάτων εν τη ανοχή του Θεού, προς ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού εν τω νυν καιρώ, εις το είναι αυτόν δίκαιον και δικαιούντα τον εκ πίστεως Ιησού.»
«Τον οποίον ο Θεός προόρισε να είναι, δια μέσου της πίστεως, το όργανον εξιλασμού δια του αίματος του, και τούτο δια να φανή η δικαιοσύνη του Θεού, επειδή είχε παραβλέψει τας αμαρτίας του παρελθόντος, εις την περίοδον της ανοχής του, δια να φανή η δικαιοσύνη του εις τον παρόντα καιρόν, ώστε να είναι δίκαιος και συγχρόνως να δικαιώνη εκείνον που πιστεύει εις τον Ιησούν.»

Δεν είναι χωρίς λόγο που τα δύο αυτά εδάφια έχουν ονομασθεί «το μεδούλι της θεολογίας». Δεν υπάρχει ίσως σ” όλη την Βίβλο ένα χωρίο που να εκθέτει τόσο βαθειά την δικαιοσύνη του Θεού εν Χριστώ. Και ακόμα είναι τόσο σύντομο, που η δήλωση φαίνεται ότι έχει μόλις αρχίσει, όταν όλα έχουν λεχθεί. Μέσα σε τόσο λίγες γραμμές είναι συγκεντρωμένες οι πλέον βαθειές σκέψεις! Είναι, όπως είπε κάποιος, η συνόψιση της Θείας σοφίας.
Σύμφωνα μ” αυτό το χωρίο, είναι ο Ίδιος ο Θεός που θεωρείται σαν ο πρωτεργάτης, ο δημιουργός του όλου έργου της λύτρωσης. Η σωτηρία του κόσμου δεν αποσπάσθηκε λοιπόν απ” Αυτόν, καθώς παρουσιάζεται μερικές φορές, με την μεσολάβηση του Ιησού Χριστού. Η ίδια σκέψη εκφράζεται και αλλού, π.χ. στο Β” Κορ. Ε18: «Όλα δε προέρχονται απ” τον Θεόν, ο οποίος μας συμφιλίωσε με τον εαυτόν του δια του Ιησού Χριστού», και Ιωάννης Γ16: «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκε…» Τούτο το σημείο δεν πρέπει ποτέ να ξεχασθεί στην ιδέα που σχηματίζομε για την εξιλέωση.
«Ον προέθετο ο Θεός ιλαστήριον δια της πίστεως εν τω αυτού αίματι».
«Προέθετο» (Προτίθημι). Μπορεί να δηλώνει είτε, «εκθέτω», «παρουσιάζω δημόσια, στην θέα κάποιων», ή «το θέτω εμπρός μου, στα εσώτερα της σκέψης μου», «αποφασίζω», «σχεδιάζω προκαταβολικά μέσα μου» (από δω βγαίνει και η «πρόθεσις», το αιώνιο δηλαδή σχέδιο του Θεού, Η28, Εφ. Γ11). To κείμενο στην συνέχεια συνηγορεί υπέρ τούτης της δεύτερης ερμηνείας. Η θεμελιώδης ιδέα του χωρίου είναι η αντίθεση μεταξύ του χρόνου της ανοχής του Θεού, στο θέμα της αμαρτίας, και της αποφασιστικής στιγμής, όταν προχωρά να φέρει αμεσως εις πέρας το έργο για την παγκόσμια εξιλέωση. Είναι φυσιολογικό, σ” αυτή την σειρά σκέψεων, να τονίσωμε μ” έμφαση το γεγονός ότι ο Θεός είχε «προείδει» αυτή την τελική στιγμή, και είχε προμηθεύσει στον εαυτόν Του «προκαταβολικά» το θύμα, μέσω του οποίου θα επραγματοποιείτο η εξιλέωση. Πρόκειται λοιπόν εδώ για μια εσωτερική απόφαση του Θεού.
«Ιλαστήριον»: Είναι το μέσον που εξευμενίζει, που εξιλεώνει.
Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσωμε ότι η αγάπη του Θεού που αποκαλύπτεται στο εξιλεωτικό έργο του Ιησού Χριστού προς χάριν των αμαρτωλών, είναι μια αγάπη συμπόνοιας, οίκτου, γιατί ο αμαρτωλός, πρώτα απ” όλα, είναι δυστυχισμένος. Αυτή η αγάπη είναι που οδήγησε τον Θεό να πραγματοποιήσει και το έργο της εξιλέωσης. Άπαξ όμως και η εξιλέωση επετεύχθη, μπορεί τώρα η αγάπη του Θεού να δείξει τον εαυτόν της στην νέα και υψηλότερη μορφή της «βαθειάς ένωσης», της αγάπης πατέρα προς γιό. Όπως είπε κάποιος, «Η Θεία αγάπη αποκαλύπτει τον εαυτόν της στο δώρο του Υιού, ώστε να είναι σε θέση μετά να ξεχυθεί στην καρδιά με το δώρο του Πνεύματος».
«Ον προέθετο ο Θεός ιλαστήριον δια της πίστεως»: «Ο Θεός προέθετο, προόρισε τον Ιησούν προκαταβολικά, σαν το μέσον εξιλέωσης δια πίστεως», που σημαίνει, ότι η αποτελεσματικότης αυτού του μέσου, είχε ορισθεί εξ αρχής απ” την Θεία απόφαση να εξαρτάται από την πίστη του ανθρώπου. Ο Θεός προαιωνίως καθόρισε στην σκέψη Του το μέσον της συγνώμης. Ταυτόχρονα όμως συνομολόγησε με τον εαυτόν Του ότι η προϋπόθεση πάνω στην οποίαν αυτό το μέσον θα μπορούσε να γίνη διαθέσιμο για κάθε άτομο, θα έπρεπε να είναι η πίστη αυτού του ατόμου, τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω. Τούτη η ιδέα είναι βασική. Η υποκειμενική προϋπόθεση της πίστης εισήλθε σαν αναπόσπαστο στοιχείο μέσα σ” αυτήν ακριβώς την απόφαση της αμνηστίας (μέσα στη «πρόθεση» του Θεού). Αυτό είναι που θα βρούμε στην συνέχεια εκπεφρασμένο στις λέξεις «ους προέγνω» (σαν δικούς Του δια πίστεως), Η29.
«Ιλαστήριον δια της πίστεως εν τω αυτού αίματι». Εδώ βλέπομε ότι η ιδέα της «εξιλέωσης» προσδιορίζεται από δύο παράλληλες και αλληλοσυμπληρωνόμενες φράσεις. Η πρώτη, «δια πίστεως», δείχνει την υποκειμενική προϋπόθεση για το κάθε άτομο. Η δεύτερη, «εν τω αίματι του», εκθέτει την ιστορική και αντικειμενική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα του μέσου. Η εξιλέωση δεν λαμβάνει χώρα παρά δια πίστεως εκ μέρους του σωζομένου, και δια αίματος εκ μέρους του Σώζοντος.
Γιατί τώρα χρειάζεται το αίμα για την εξιλέωση:
Σύμφωνα με το Λευιτικό ΙΖ11, η βασική αρχή της ζωής είναι στο αίμα. Το αίμα που χύνεται, είναι η ζωή που εκπνέει. Στον εκ προθέσεως αμαρτωλό τώρα, αξίζει ο θάνατος. Έχοντας χρησιμοποιήσει το δώρο της ζωής να επαναστατήσει ενάντια σε Κείνον από όπου το έχει, (αυτό είναι η αμαρτία: Υπερηφάνεια, επανάσταση ενάντια στον Θεό), είναι ακριβώς αυτό το δώρο που θα πρέπει ν” αφαιρεθή απ” αυτόν. Εξ αυτού η απόφαση, «Κατά την ημέρα που θ” αμαρτήσεις, θα πεθάνεις».
Κάθε πράξη αμαρτίας θα έπρεπε έτσι, κατά την αυστηρή έννοια της δικαιοσύνης, να ακολουθιόταν από θάνατο, τον βίαιο και άμεσο θάνατο αυτού που την διέπραξε. Ο αμαρτωλός τώρα, είναι αληθές, δεν το καταλαβαίνει πλέον αυτό. Διότι η αμαρτία αποχαυνώνει την συνείδηση κατά τον ίδιο χρόνο που διαφθείρει την καρδιά και διαστρέφει την θέληση. Αυτός λοιπόν ο νόμος (ο θάνατος του αμαρτωλού), είναι που θα πρέπει να τεθή στο φως της ημέρας, να γίνει φανερός, πριν η συγνώμη χορηγηθεί, και για να μπορεί να χορηγηθεί. Διαφορετικά η κυριαρχική μεγαλειότης του Θεού από την μια μεριά, και ο εγκληματικός χαρακτήρας του αμαρτωλού απ” την άλλη, θα παρέμεναν καλυμμένα στην συνείδηση του συγχωρημένου αμαρτωλού. Και μια τέτοια συγνώμη, αντί να θέσει το θεμέλιο για την επανόρθωση του, θα ολοκλήρωνε την εξαχρείωση του, και θα είχε σαν επακόλουθο την αιώνια καταστροφή του. Ο αμαρτωλός που θα εσυγχωρείτο χωρίς να γνωρίσει τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης του Θεού, απ” τη μια μεριά, (που είναι αφαίρεση ζωής, χύσιμο αίματος), και τον εγκληματικό χαρακτήρας της πράξης του, απ” την άλλη, θα συνέχιζε τώρα ν” αμαρτάνει τελείως ασύστολα προς ολοκληρωτική καταστροφή του.
Έτσι δικαιολογούνται οι δύο προσδιορισμοί του μέσου της εξιλέωσης που αναφέρονται εδώ από τον Απόστολο, «Εν τω αίματι», και «Δια πίστεως», με άλλους όρους: α) Η κρίση του Θεού πάνω στην αμαρτία δια της εκχύσεως «αίματος», και β) Η αποδοχή και προσχώρηση του ενόχου σ” αυτή την κρίση «δια πίστεως». Τα λόγια του Αποστόλου μπορούν επομένως να παραφρασθούν ως εξής: «Ο Ιησούς Χριστός, τον οποίον ο Θεός προέθετο σαν το μέσον εξιλέωσης, με την προϋπόθεση της πίστης εκ μέρους του ανθρώπου, δια της εκχύσεως του αίματος Του».
Η σχέση που κοινά υιοθετείται μεταξύ της εξιλέωσης (της πράξης, δηλαδή, που καθιστά τον Θεό ευμενή απέναντι μας, που αλλάζει τις εχθρικές διαθέσεις Του προς εμάς), και του αίματος, είναι αυτή: Το αίμα του Μεσσία, που χύθηκε σαν ισοδύναμο για εκείνο των αμαρτωλών, είναι η αποζημίωση που προσεφέρθη στην δικαιοσύνη του Θεού, για να εξαγοράση την συγνώμη που χορηγήθηκε από την αγάπη Του. Αλλά θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή η σχέση δεν αναφέρεται καθόλου απ” τον Απόστολο, και ότι ο όρος «ιλάσκεσθαι» δεν περιέχει αναγκαστικά την ιδέα μιας αποζημίωσης, που πληρώνεται στην μορφή ενός ισοδυνάμου ποσού. Η λέξη («εξιλέωση»), δηλώνει γενικά την πράξη, οποιαδήποτε και αν είναι, σε συνέπεια της οποίας ο Θεός, που έδειχνε την οργή Του, οδηγείται τώρα να δείξει την χάρη Του, και να συγχωρήσει. Τούτη η εξιλεωτική πράξη μπορεί να είναι, π.χ., το κλάμμα του μετανοημένου τελώνη, Λουκάς ΙΗ13,14, ή η θυσία μιας συντετριμμένης και μετανοημένης καρδιάς, Ψαλμός ΝΑ17. Στην υπερτάτη και τελική απολύτρωση που έχομε εν Χριστώ, ο τρόπος εξιλέωσης είναι πιο οδυνηρός και αποφασιστικός, ήδη ο Απόστολος μας έχει πει σε τι συνίσταται, στο χύσιμο του αίματος Του. Στη συνέχεια προχωρά, στις λέξεις που ακολουθούν, να εξηγήσει και σε μας το αντικείμενο της, σε τι αποσκοπούσε: «Εις ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού».
Ο όρος «ένδειξις» θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα. Εάν ο Απόστολος είχε υπ” όψιν του μια «πληρωμή», που προσφέρεται στην δικαιοσύνη, σαν «αποζημίωση» για τον θάνατο που οι αμαρτωλοί δικαιούνται αξίως, αυτός μάλλον θα έλεγε, «για την ικανοποίηση της δικαιοσύνης Του», και όχι «Εις ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού».
Εδώ ας αρχίσωμε καθορίζοντας την έννοια της βασικής έκφρασης, «η δικαιοσύνη του Θεού». Τούτη η έκφραση δείχνει μια Θεία ιδιότητα η οποία, επί μακρόν καλυμμένη, ετέθη στο φως της ημέρας, απεκαλύφθη δια του σταυρού.
Ποιά ιδιότητα είναι αυτή; Είναι η δικαιοσύνη, σαν τρόπος ενεργείας, δια του οποίου ο Θεός διαφυλάττει τα δικαιώματα κάθε όντος, και επομένως την τάξη μέσα σ” όλο το ηθικό σύμπαν, ευλογόντας αυτόν που σέβεται αυτή την τάξη, και επισκεπτόμενος με τιμωρία αυτόν που την διαταράσσει.
Η Αγία Γραφή μας λέγει ότι η ουσία του Θεού είναι η απόλυτη αγάπη του καλού, η αγιότης Του (Ησ. ΣΤ3: «Άγιος, άγιος, άγιος…»). Το καλό τώρα είναι η τάξη, η φυσιολογική σχέση ανάμεσα σ” όλα τα ελεύθερα όντα, απ” τον Ίδιο τον Θεό έως το τελευταίο απ” αυτά. Η ιδιότητα της δικαιοσύνης, ενυπάρχουσα αιωνίως στην αγιότητα Του, περνά σε ενεργητική κατάσταση με την εμφάνιση του ελευθέρου δημιουργήματος. Διότι στο γεγονός της ελευθερίας, εκεί περιεκλείεται η δυνατότητα της αταξίας. Και αυτή η δυνατότητα σύντομα έγινε πραγματικότητα. Τα ελεύθερα όντα αμάρτησαν, έφεραν την αταξία, την αδικία. Σ” αυτή τη περίπτωση, η απέχθεια του Θεού για το κακό, η αγιότητα Του, δείχνει τον εαυτόν της στην μορφή της δικαιοσύνης, που διατηρεί την τάξη και προστατεύει το δίκαιο.
Το να διατηρήσεις όμως την τάξη χωρίς να παραβλάψης την ελευθερία, δεν υπάρχει παρά ένα μέσον, και αυτό είναι η τιμωρία. Τιμωρία είναι η τάξη στην αταξία. Είναι η αποκάλυψη της αταξίας στην συνείδηση του αμαρτωλού μέσω των παθημάτων. Είναι επομένως, ή τουλάχιστον μπορεί να είναι, το σημείο αφετηρίας για την επαναποκατάσταση της τάξης, της φυσιολογικής σχέσης των ελευθέρων όντων. Έτσι εξηγείται η ιδέα της «δικαιοσύνης του Θεού», που τόσο συχνά διακηρύσσεται στην Γραφή (Ιωάννης ΙΖ25, Β” Θεσσ. Α5, Β” Τιμ. Δ8, Αποκ. ΙΣΤ5, ΙΘ2,11 κ.λ.π.) και ειδικά στο Ρωμαίους Β5 και συνέχεια, όπου βλέπομε την «δικαιοκρισία του Θεού» να απονέμει μεταξύ των ανθρώπων οργή και θυμό (εδ. 8,9), δόξα και ειρήνη (εδ. 7-10).
Πως όμως ήτο ο σταυρός η «αποκάλυψη της δικαιοσύνης του Θεού»; Κατά δύο τρόπους, τόσο στενά συνδεδεμένους, που αν κάποιος απ” αυτούς ξεχωριζόταν απ” τον άλλον, θα έχανε την αξία του.
α) Απ” το γεγονός ακριβώς των παθημάτων του Ιησού και του αιματηρού Του θανάτου. Ο Θεός εδώ αποκαλύπτεται σαν ένας, ενάντια στον οποίον κανένα δημιούργημα δεν μπορεί να επαναστατήσει, χωρίς να επισύρει επάνω του τον θάνατο. Εάν δεν ελυπήθηκε τον Ίδιο Του το Γιό στην υπόθεση της αμαρτίας, ποιός μπορεί να διανοηθεί ότι θα ξεφύγει απ” την δικαιοσύνη Του, απ” τον θάνατο, εάν επιμείνει στην αμαρτία. Ο σταυρός του Χριστού, να, λοιπόν, η αντικειμενική αποκάλυψη της δικαιοσύνης του Θεού.
β) Αυτή η αποκάλυψη, αυτή η επίδειξη της δικαιοσύνης του Θεού, οπωσδήποτε καταφανής, θα ήταν ελλειπής χωρίς την υποκειμενική, την ηθική αποκάλυψη που την συνοδεύει εκ μέρους του Παθόντος. Ο κάθε αμαρτωλός θα μπορούσε να κληθεί να πεθάνει επάνω σ” έναν σταυρό. Ο Θεός έχει την δύναμη να το κάνει. Αλλά κανένας αμαρτωλός δεν ήτο σε θέση να υποστεί αυτή την τιμωρία όπως την υπέστη ο Ιησούς, αποδεχόμενος δηλαδή αυτή σαν κάτι που Του άξιζε. Αυτό ήτο κάτι που Αυτός μόνον θα μπορούσε να κάνει δυνάμει της αγιότητας Του («Πατέρα δίκαιε, ο κόσμος δεν σ” εγνώρισε, αλλ” εγώ σε γνώρισα» Ιω. ΙΖ25. Γνώριζε τι θέση του Θεού απέναντι στην αμαρτία, και τι ακριβώς ήταν η αμαρτία).
Η ήρεμη και σιωπηλή υποταγή με την οποίαν οδήγησε τον εαυτόν Του στην σφαγή, απεκάλυψε την αντίληψη την οποίαν Αυτός ο Ίδιος εσχημάτισε για την μεγαλειότητα του Θεού, και την κρίση που Αυτός έκανε πάνω στην αμαρτία του κόσμου. Από τον σταυρό Του, εκεί υψώθηκε η πλέον τέλεια υποταγή που προσεφέρθη ποτέ στην δικαιοσύνη του Θεού. Σ” αυτόν λοιπόν τον θάνατο η αμαρτία του ανθρωπίνου γένους εκρίθηκε διπλά, όπως και η δικαιοσύνη του Θεού αποκαλύφθηκε διπλά – απ” το εξωτερικό γεγονός αυτής της οδυνηρής και ατιμωτικής ποινής, και από την εσωτερική πράξη στην συνείδηση του Χριστού, η οποία επεκύρωσε τούτη την ποινή της αμαρτίας στο πρόσωπο Του, σαν κάτι που άξιζε απόλυτα στους ανθρώπους. Ήταν ο μόνος από το γένος μας, που έκρινε και καταδίκασε την αμαρτία, όπως ακριβώς την κρίνει και την καταδικάζει ο Θεός.
Αλλά τώρα, θα τεθεί η ερώτηση, γιατί χρειάσθηκε να «επιδειχθεί η δικαιοσύνη του Θεού»; «Δια την πάρεσιν των προγεγονότων αμαρτημάτων», λέγει ο Παύλος.
Για τέσσερες χιλάδες χρόνια το θέαμα που παρουσιαζόταν απ” το ανθρώπινο γένος στο όλον ηθικό σύμπαν ήτο, να το πούμε έτσι, ένα συνεχές σκάνδαλο. Με εξαίρεση μερικά μεγάλα παραδείγματα κρίσεων, η Θεία δικαιοσύνη φαινόταν ν” αδρανεί. Κάποιος θα μπορούσε ν” αναρωτηθεί αν πράγματι υπήρχε. Οι άνθρωποι εδώ κάτω αμάρταναν, και όμως ζούσαν. Συνέχιζαν ν” αμαρτάνουν, και όμως έφθαναν με ασφάλεια σε βαθειά γηρατειά… Για ποιόν μισθό της αμαρτίας να μιλάμε τότε; Ήτο ακριβώς αυτή η σχετική ατιμωρησία που καθιστούσε αναγκαία μια επίσημη αποκάλυψη της δικαιοσύνης του Θεού.
Το «πάρεσις» είναι από το «παρίεναι», «παραβλέπω». Είναι σχεδόν η ίδια ιδέα με εκείνη που εκφράζεται απ” την λέξη «υπεριδών» («κλείνω τα μάτια σε κάτι») στο Πράξεις ΙΖ30.
Άρα τούτο το χωρίο σημαίνει: «Ο Θεός έκρινε αναγκαίο, λόγω της ατιμωρησίας που τόσο καιρό απολάμβαναν οι μυριάδες των αμαρτωλών, που διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλον πάνω στην γη, ν” αποκαλύψη τελικά την δικαιοσύνη Του με μια εντυπωσιακή πράξη. Και το έκανε τιμωρόντας τον Ιησού με την τιμωρία την οποία άξιζε να υποστεί ο κάθε ένας από εκείνους τους αμαρτωλούς.»
Παράλληλα εδάφια σε τούτο που μελετάμε είναι τα Πράξεις ΙΖ30,31: «Τους χρόνους εκείνους της αγνοίας παρέβλεψε ο Θεός και τώρα παραγγέλει σε όλους τους ανθρώπους παντού να μετανοήσουν, διότι ώρισε ημέραν, κατά την οποίαν μέλλει να κρίνη την οικουμένην με δικαιοσύνην δι” ανδρός, τον οποίον ώρισε.»
Και οι θυσίες που ορίσθηκαν στον Ισραήλ απ” τον Θεό ήταν ήδη μια υποταγή που απεδίδετο στην δικαιοσύνη Του. Αλλ” αυτή η υποταγή δεν ήταν επαρκής, διότι έλειπε σ” αυτές εκείνο που δίνει αξία στην θυσία του Χριστού. Το θύμα εδώ υφίστατο θάνατο, αλλά δεν τον αποδεχόταν. Ήταν παρά τη θέληση του, αντιδρούσε μάλιστα. Αυτός είναι και ο λόγος που ο θάνατος του Μεσσία έκλεισε αναγκαστικά την μακρυά σειρά των Λευιτικών θυσιών, γιατί τώρα η δικαιοσύνη του Θεού απεκαλύφθη πλήρως.
Ίσως εδώ κάποιος ερωτήσει, γιατί ο Παύλος αναφέρει σαν αιτία γι” αυτή την θυσία μόνον τις παρελθούσες, και όχι τις μελλοντικές αμαρτίες του ανθρωπίνου γένους; Ο θάνατος του Ιησού δεν εφαρμόζεται εξ ίσου και σ” αυτές τις τελευταίες; Η απάντηση είναι απλή, θεωρόντας τα πράγματα απ” την πλευρά του Αποστόλου: Η δικαιοσύνη του Θεού, άπαξ και απεκαλύφθη στην θυσία του σταυρού, τούτη η αποκάλυψη της παραμένει. Οτιδήποτε και αν συμβεί, τίποτα δεν μπορεί τώρα πλέον να την εξαλείψει απ” την ιστορία του κόσμου, ούτε απ” την συνείδηση του ανθρωπίνου γένους. Από δω και εις το εξής καμμία ψευδαίσθηση δεν είναι δυνατή. Όλες οι αμαρτίες θα πρέπει ή να συγχωρηθούν ή να κριθούν.
Η επίδειξη της δικαιοσύνης του Θεού που δόθηκε στον κόσμο απ” τον σταυρό του Χριστού στο τέλος της μακράς οικονομίας της «ανεχομένης αμαρτίας», θεμελίωσε μια νέα εποχή, και με την δυνατότητα της συγνώμης που τώρα υπάρχει, εγκαθίδρυσε την αρχή της ριζικής ανανέωσης της ανθρωπότητας.

Εδάφιον 26
«Εν τη ανοχή του Θεού, προς ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού εν τω νυν καιρώ, εις το είναι αυτόν δίκαιον και δικαιούντα τον εκ πίστεως Ιησού.»
«Εις την περίοδον της ανοχής του, δια να φανή η δικαιοσύνη του εις τον παρόντα καιρόν, ώστε να είναι δίκαιος και συγχρόνως να δικαιώνει εκείνον που πιστεύει εις τον Ιησούν».

Οι λέξεις, «εν τω νυν καιρώ», εκφράζουν μια απ” τις σοβαρότερες σκέψεις του εδαφίου. Αποκαλύπτουν την σοβαρότητα της παρούσης εποχής, μετά απ” αυτή την μοναδική αποκάλυψη της δικαιοσύνης του Θεού, που την είχε προαποφασίσει, και κατά μίαν έννοια, την ανέμενε ο Ίδιος ο Θεός για τόσο καιρό. Αν δεν υπήρχε αυτή η πρόβλεψη, η μακρά ανεκτικότης αυτών των σαράντα προηγουμένων αιώνων θα ήταν ηθικά αδύνατη, σύγκρινε το Πράξεις ΙΖ30 αναφορικά με τα Έθνη («Τους χρόνους εκείνους της αγνοίας παρέβλεψε ο Θεός και τώρα παραγγέλει σε όλους τους ανθρώπους παντού να μετανοήσουν»), και το Εβραίους Θ26 («Αλλά τώρα άπαξ εις το τέλος των αιώνων εφανερώθηκε δια να καταργήση την αμαρτία με την θυσία του εαυτού του») αναφορικά με τον Ισραήλ.
Και ποιός ήταν ο σκοπός ο οποίος απαιτούσε τούτη την επίδειξη της δικαιοσύνης αυτόν τον καιρό; Ο Απόστολος απαντά: «Εις το είναι αυτόν δίκαιον και δικαιούντα», δηλαδή, «παραμένοντας δίκαιος, ο Θεός να μπορεί να δικαιώνει». Ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα, ένα πρόβλημα που μόνον η Θεία σοφία θα μπορούσε να το λύσει. Και τούτο το πρόβλημα το εδημιούργησε στον Θεό η αμαρτία του ανθρώπου. Συγκεκριμένα, το πρόβλημα ήταν: Πως θα μπορούσε ο Θεός να παραμένει δίκαιος, ενώ δικαιώνει (διακηρύσσει δίκαιον) τον άνθρωπο που έχει γίνει άδικος. Να διακηρύξεις δίκαιο έναν άδικο, δεν μπορείς να το κάνεις, παρά μόνον μεροληπτόντας, αδικόντας. Πρόβλημα άλυτο από την ανθρώπινη σοφία.
Τούτο το πρόβλημα δεν σταμάτησε τον Θεό από του να προχωρήσει στα σχέδια Του. Είχε επιλύσει τούτη την δυσκολία προκαταβολικά, στην αιωνία Του πρόθεση, πριν δημιουργήσει τον άνθρωπο ελεύθερο. Διαφορετικά τούτη η Δημιουργία θα χαρακτηριζόταν σαν ασύνετη, άσοφη. Ο Θεός είχε στην διάθεση Του, εν Χριστώ («προέθετο», εδάφιο 25, σύγκρινε και Εφεσίους Α3,4), τα μέσα του να είναι ταυτόχρονα «δίκαιος» και «δικαιώνων», δηλαδή να δικαιώνει χωρίς να γίνεται άδικος.
«Εις ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού… εις το είναι αυτόν δίκαιον…». Ένας κριτής που μισεί το κακό, αλλά δεν το κρίνει, δεν είναι δίκαιος. Εάν η δικαιοσύνη του Θεού δεν απεκαλύπτετο, δεν θα υπήρχε. Μη κτυπόντας αμέσως με τον κεραυνό της κρίσης Του τους αμαρτωλούς που είχαν ζήσει στην περίοδο της ανοχής, ο Θεός δεν είχε δείξει τον εαυτόν Του δίκαιο. Εάν συνέχιζε να ενεργεί έτσι επ” άπειρον, το ανθρώπινο γένος και όλο το ηθικό σύμπαν θα είχε βάσιμη αιτία να συμπεράνει ότι Αυτός δεν ήταν δίκαιος.
Είναι φανερό ότι οι λέξεις, «εις το είναι αυτόν δίκαιον», δεν εκφράζουν, αν μιλήσωμε αυστηρά, μια καινούργια ιδέα. Επαναλαμβάνουν, σε μια διαφορετική μορφή, την αιτία δια την επίδειξη της δικαιοσύνης, που ήδη δόθηκε στο εδάφιο 25 στις λέξεις, «λόγω της ανοχής προς τις αμαρτίες που είχαν γίνει πριν». Εάν αυτή η ανοχή που έδειξε ο Θεός δεν είχε τελικά καταλήξει σε μια αποκάλυψη της δικαιοσύνης, η ίδια η δικαιοσύνη θα είχε εκμηδενισθεί, όπως προαναφέραμε.
Η σκέψη είναι όμως υψίστης σπουδαιότητας εδώ, στο τέλος αυτής της ανάπτυξης. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να φαντασθούν, καθώς μπορεί εύκολα να το κάνουν, ειδικά έχοντας εμπρός τους την συγνώμη, ότι η δικαιοσύνη του Θεού κάπου χάνεται μέσα στην χάρη Του, καθώς τούτη προσφέρει το δώρο της δικαίωσης. Υπάρχει σταθερά και αμετακίνητα στην θέληση του Θεού να διατηρήση το δίκαιο και την τάξη στο σύμπαν, δηλαδή την δικαιοσύνη Του, πράγμα που σημαίνει ότι, όσο σίγουρα δικαιώνει αυτούς που πιστεύουν, άλλο τόσο σίγουρα θα κρίνει τους αμετανοήτους.
Εάν ο Θεός δεν έδειχνε τον εαυτόν Του δίκαιο, κατά την στιγμή που δικαιώνει τον άδικο, μέσα σε μια τέτια συγνώμη θα υπήρχε ό,τι θα βύθιζε τους αμαρτωλούς στην πλέον επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Τούτοι οι τελευταίοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να σκεφτούν ότι κάποτε θα έδιναν λογαριασμό. Και η κρίση θα έπεφτε επάνω τους σαν μια τρομερή έκπληξη. Αυτό είναι κάτι που ο Θεός δεν θα μπορούσε ποτέ να το είχε επιθυμήσει, και αυτός είναι ο λόγος που έχει ασκήσει το Θείο προνόμιο της συγνώμης, μόνο μέσω μιας καταφανούς και επίσημης αποκάλυψης της δικαιοσύνης Του. Εάν δεν το είχε κάνει αυτό, αν δεν είχε κάνει τούτη την τόσο φανερή αποκάλυψη, θα ήταν σαν να είχε παραιτηθεί απ” την δικαιοσύνη Του.
Έχοντας τώρα εξασφαλίσει την δικαιοσύνη Του, είναι σε θέση πλέον να δικαιώσει τον άδικο, διότι έχει εν Χριστώ πλέον το μέσον να τον δικαιώσει δίκαια. Ο σταυρός του Χριστού είναι που επαναποκαθιστά την τάξη τοποθετόντας τον καθέναν στην θέση του, τον άγιο Θεό στον θρόνο Του, τον αποστάτη άνθρωπο στο χώμα. Όσο εμείς δεν συμμετέχομε σ” αυτή την υποταγή που απεδόθη στην δικαιοσύνη Του, και η οποία επανορθώνει για το παρελθόν, τούτη δεν ισχύει για μας. Όταν όμως προχωρήσωμε σ” αυτή δια πίστεως Ιησού, ισχύει και για μας, και ο Θεός μπορεί δίκαια να μας συγχωρήσει (αθωώσει). Είναι αυτό ακριβώς που εκφράζεται απ” τις τελευταίες λέξεις του εδαφίου, «δικαιούντα τον εκ πίστεως Ιησού». Δεχόμενος αυτή την αποκάλυψη της Θείας δικαιοσύνης που επετελέσθη εν Ιησού, ο πιστός την κάνει ηθικά δική του. Αποδίδει προσωπική υποταγή στο δικαίωμα που ο Θεός έχει επάνω του. Βλέπει στο πρόσωπο του τον κακούργο που του άξιζε ο θάνατος, και που θα έπρεπε να είχε αποδεχθεί και υποστεί ό,τι ο Ιησούς απεδέχθη και υπέστη. Αναφωνεί σαν εκείνο τον Αφρικανό στην απλή πρωτόγονη γλώσσα του: «Χριστέ, φύγε από κει. Αυτή είναι δική μου θέση.» Η αμαρτία κρίνεται έτσι στην συνείδηση του, όπως εκρίθη στην συνείδηση του Ιησού, όταν ανέβαινε αγόγγυστα στον σταυρό, δηλαδή όπως την κρίνει η αγιότητα του Ιδίου του Θεού, και όπως αυτό ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει από την πάντοτε ατελή μετάνοια ενός αμαρτωλού.
Οικειοποιούμενος για τον εαυτόν του την υποταγή που απεδόθη στην μεγαλειότητα του Θεού από τον εσταυρωμένον, ο πιστός πράγματι σταυρώνεται ο ίδιος στα μάτια του Θεού. Η ηθική τάξη επαναποκαθίσταται, και η κρίση επάνω του μπορεί να πάρει τέλος με μια άφεση αμαρτιών.
Όσον αφορά τώρα τον αμετανόητο αμαρτωλό, που αρνείται στην Θεία μεγαλειότητα την υποταγή που περιέχεται στην πράξη της πίστης στο έργο του Χριστού πάνω στον σταυρό, η αποκάλυψη της δικαιοσύνης του Θεού, που δόθηκε πάνω στον σταυρό, παραμένει σαν η εγγύηση, σαν η απόδειξη, ότι αυτός σίγουρα θα συναντηθεί με τούτη την Θεία ιδιότητα τότε στην κρίση.
«Εκ πίστεως Ιησού»: Ο άνθρωπος σταματά να σύρει την δικαιοσύνη του απ” τον εαυτόν του, και την αποκομίζει ολοκληρωτικά απ” τον Ιησού.
Το εδάφιο 26 κλείνει με το λέξη «Ιησούς». Είναι το όνομα αυτής της ιστορικής προσωπικότητας, στου οποίου την ανείπωτη αγάπη οφείλει το ανθρώπινο γένος τούτη την αιώνια ευλογία.
Η Εξιλέωση
Πάνω στο θέμα της εξιλέωσης υπάρχει πλατειά διαδεδομένη η άποψη ότι ο Θεός ζήτησε την τιμωρία του Χριστού σαν ικανοποίηση στον εαυτόν Του, για να έχει η δικαιοσύνη Του ένα ποσοτικά ισοδύναμο για την τιμωρία που άξιζε στους ανθρώπους. Έχοντας ικανοποιηθεί η δικαιοσύνη Του απ” αυτό το ισοδύναμο, θα επιτρεπόταν τώρα στην Θεία αγάπη να συγχωρήσει.
Αν τα δούμε όμως τα πράγματα έτσι όπως τα εκθέτει εδώ ο Απόστολος, αυτό το ισοδύναμο δεν είχε σαν σκοπό να «ικανοποιήσει» την Θεία δικαιοσύνη, εκτός παρά αποκαλύπτοντας την, και επαναποκαθιστόντας την φυσιολογική σχέση μεταξύ του Θεού και του ενόχου δημιουργήματος. Δια της αμαρτίας ο Θεός έχασε την υπερτάτη θέση στην συνείδηση του δημιουργήματος. Μ” αυτή την επίδειξη της δικαιοσύνης την επαναποκτά. Σε συνέπεια της αμαρτίας το δημιούργημα δεν κατανοεί πλέον και δεν αισθάνεται την βαρύτητα της αποστασίας του. Με αυτή την αποκάλυψη ο Θεός του την κάνει γνωστή, χειροπιαστή. Άρα η θυσία της επανόρθωσης δεν είναι αναγκαστικά το ισοδύναμο της τιμωρίας που επισύρει επάνω του το πλήθος των αμαρτωλών, δεν είναι το «ποσόν» των οφειλομένων παθημάτων.
Απ” το άλλο μέρος, η θυσία της εξιλέωσης δεν είναι μόνο μια αποκάλυψη της αποστασίας του αμαρτωλού στην συνείδηση του. Είναι βασικά και μια επανόρθωση που προσφέρεται στον Ίδιο τον Θεό. Η αγιότης του Θεού θα διαμαρτυρόταν ενάντια κάθε συγνώμης που δεν θα ικανοποιούσε την διπλή προϋπόθεση, του δοξασμού της μεγαλειότητας Του που προσεβλήθη, και της επίδειξης της καταδίκης της αμαρτίας. Και αυτός ο διπλός στόχος επιτυγχάνεται μόνον με την εξιλεωτική θυσία.
Η αναγκαιότητα αυτής της θυσίας προκύπτει απ” την αγιότητα του Θεού, μέσα στην οποία ενυπάρχει η αγάπη και η δικαιοσύνη Του. Δεν προκύπτει μόνον απ” την δικαιοσύνη Του. Θα πρέπει να σημειώσωμε ότι πουθενά ο Απόστολος δεν εκφράζει την ιδέα μιας διαμάχης μεταξύ της δικαιοσύνης και της αγάπης Του, έτσι που να είναι αυτός ο λόγος που απαιτήθηκε η εξιλέωση. Εκείνο που σώζει είναι η χάρη, και σώζει αφού πρώτα επιδειχθεί η δικαιοσύνη, η οποία, στην πράξη της εξιλέωσης, επαναποκαθιστά τον Θεό στην θέση Του, και τον άνθρωπο στην δική του. Τέτοια είναι η προϋπόθεση πάνω στην οποίαν η Θεία αγάπη μπορεί να συγχωρήσει, χωρίς αυτό να οδηγήσει στην τελική εξαχρείωση της συνείδησης του αμαρτωλού, και την αιώνια παγίωση της αμαρτίας του. Πριν συγχωρηθεί ο αμαρτωλός, θα πρέπει να γίνει γνωστή, φανερή, η δικαιοσύνη του Θεού.
Ερευνόντας το θέμα της εξιλέωσης, θα πρέπει να σημειώσωμε ότι εδώ δεν έχομε να κάνωμε τόσο πολύ με τον Θεό στην ουσία Του, όσο με τον Θεό στην σχέση Του με τον ελεύθερο άνθρωπο. Και τούτος ο τελευταίος δεν είναι άγιος για ν” αρχίσεις από εκεί μαζί του. Η χρήση της ελευθερίας του δεν ρυθμίζεται ακόμα απ” την αγάπη. Η ιδιότητα της δικαιοσύνης του Θείου χαρακτήρα, η σταθερή δηλαδή απόφαση του Θεού να διατηρήση την τάξη, μια ιδιότητα που είναι στοιχείο της Θείας αγιότητας, θα πρέπει αναγκαστικά να εμφανισθεί σαν ένας αναγκαίος φρουρός, ευθύς ως η ελευθερία του δημιουργήματος έρχεται στο προσκήνιο, και μ” αυτή η δυνατότητα της αταξίας. Και αυτή η ιδιότητα θα πρέπει να παραμείνει σε ενεργό κατάσταση, όσο διαρκεί η εκπαιδευτική περίοδος της ζωής του δημιουργήματος, δηλαδή έως ότου αυτό φθάσει στην τελειότητα, στην αγάπη. Τότε όλα εκείνα, δίκαιο, νόμος, δικαιοσύνη θα επιστρέψουν στην λανθάνουσα κατάσταση τους. Έως τότε όμως, ο Θεός, σαν φρουρός των ομαλών σχέσεων μεταξύ των ελευθέρων όντων, πρέπει να τηρήση την τάξη δια νόμου, και να ελέγξη δια ποινής κάθε ον, που έχει στραφεί να ποδοπατήσει την εξουσία Του, ή την ελευθερία των ομοίων του.
Το έργο της δικαιοσύνης ανήκει αναγκαστικά στο εκπαιδευτικό και επανορθωτικό έργο του Θεού, χωρίς το οποίο ο κόσμος των ελευθέρων όντων, σύντομα θα κατέληγε στο χάος, και η καλωσύνη, ο στόχος της δημιουργίας, θα εκτοπιζόταν για πάντα. Η θέση του Θεού θ” ανατρεπόταν, και τα δημιουργήματα θα αλληλοκαταστρεφόταν.
Συνήθως θεωρούν την αγάπη σαν την θεμελιώδη ιδιότητα του Θείου χαρακτήρα. Αλλά έτσι είναι δύσκολο να φθάσωμε στην ιδιότητα Του της δικαιοσύνης. Αν διαβάσωμε στον Ησαϊα ΣΤ, το όντα που είναι πιο κοντά στην παρουσία Του, όταν δοξολογούν την τελειότητα Του, κράζουν το ένα προς το άλλο, «Άγιος, Άγιος, Άγιος», και όχι π.χ. «Αγαθός, Αγαθός, Αγαθός», ή «Αγαπών, Αγαπών, Αγαπών». Αγότητα, τέτοια είναι η ουσία του Θεού. Και αγιότητα είναι η απόλυτη αγάπη για το καλό, και η απόλυτη απέχθεια για το κακό. Και από δω δεν είναι δύσκολο να συμπεράνωμε και τα δύο, την αγάπη και την δικαιοσύνη. Αγάπη είναι η αγαθή προαίρεση, η καλωσύνη του Θεού προς όλα τα ελεύθερα όντα, που προορίζονται να πραγματοποιήσουν το καλό. Η δικαιοσύνη απ” το άλλο μέρος είναι η σταθερή πρόθεση του Θεού να διατηρήση την ομαλή σχέση μεταξύ όλων αυτών των όντων, δια των ευλογιών και τιμωριών Του.
Είναι φανερό ότι η δικαιοσύνη περιλαμβάνεται, όχι λιγώτερο απ” την αγάπη, στο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του Θείου χαρακτήρα, την αγιότητα. Και δεν είναι υποτιμητικό για τον Θεό να μιλάμε για δικαιοσύνη Του και δικαιώματα Του. Η άσκηση ενός δικαιώματος είναι ντροπή μόνον όταν το ον που το ασκεί το κάνει για να υπηρετήσει τις απαιτήσεις του εγωισμού του. Αντιθέτως, είναι δόξα σε έναν ο οποίος, σαν τον Θεό, γνωρίζει ότι, κρατόντας την θέση του, τα δικαιώματα του, εξασφαλίζει το καλό για όλους τους άλλους. Ο Θεός, διατηρόντας την υπερτάτη Του θέση, διαφυλάττει για τα δημιουργήματα Του τον πλέον πολύτιμο θησαυρό τους, έναν Θεό άξιο του σεβασμού και της αγάπης τους, εγγυητή της τάξης και της ασφάλειας στο Σύμπαν.
Η Συμφωνία αυτού του Τρόπου Δικαίωσης (δια Πίστεως), με την Αληθινή Έννοια του Νόμου. Εδάφια Γ27-31.
Ο Απόστολος έχει ισχυρισθεί, εδάφιο 21, ότι ο νόμος και οι προφήτες δίνουν μαρτυρία για τον τρόπο δικαίωσης που αποκαλύπτεται στο Ευαγγέλιο. Αυτό το εκθέτει, πρώτα γενικά, απ” το πνεύμα του νόμου, μετά ειδικά, απ” το παράδειγμα του Αβραάμ, στο Γ27-31, και στο κεφάλαιον Δ. Όπως το θέμα του προηγουμένου τμήματος ανεφέρθη στα λόγια των εδαφίων 21 και 22: «Δικαιοσύνη Θεού πεφανέρωται…χωρίς νόμου…δια πίστεως Ιησού Χριστού», έτσι και εκείνο της ανάπτυξης που ακολουθεί ευρίσκεται στα λόγια πάλιν του εδαφίου 21: «Μαρτυρουμένη υπό του νόμου και των προφητών».
Το κομμάτι που θα μελετήσωμε αποδεικνύει την συμφωνία της δικαίωσης δια πίστεως με την Παλαιά Διαθήκη, α) Απ” το ότι και ο Νόμος και το Ευαγγέλιο εξαιρούν εξ ίσου την δικαίωση δια των έργων, εδάφια 27,28, και β) Απ” το ότι μόνον η δικαίωση δια πίστεως εναρμονίζεται με τον Μονοθεϊσμό που είναι η δογματική βάση της όλης Παλαιάς Διαθήκης, εδάφια 29-31.

Εδάφια 27,28
«Που ουν η καύχησις; Εξεκλείσθη. Δια ποίου νόμου; Των έργων; Ουχί, αλλά δια νόμου πίστεως. Λογιζόμεθα ουν πίστει δικαιούσθαι άνθρωπον χωρίς έργων νόμου.»
«Που είναι λοιπόν η καύχησις; Απεκλείσθη. Με ποιόν νόμον; Τον νόμον των έργων; Όχι, αλλά με τον νόμον που απαιτεί πίστιν. Πιστεύωμεν λοιπόν ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται με την πίστιν χωρίς τα έργα του νόμου.»

«Ουν» (λοιπόν): Σε συνέπεια του μεγάλου γεγονότος που έχει αναπτυχθεί (εξιλέωση δια του σταυρικού θανάτου του Ιησού), και του μέσου δικαίωσης που αυτό συνεπάγεται («εκ πίστεως Ιησού») (εδάφια 23-26).
«Καύχησις». Είναι η καύχηση, η αξίωση των Ιουδαίων να δικαιώσουν τους εαυτούς τους με τα δικά τους έργα, αντί ν” αποκομίσουν την δικαιοσύνη τους από το έργο του Χριστού. Αυτή η αξίωση έχει εξαιρεθεί για πάντα από το έργο της απολύτρωσης που περιγράφεται στα εδάφια 24-26. Και για τον άνθρωπο δεν απομένει τίποτα άλλο να κάνει, από του να πάρει την δικαίωση του δια πίστεως.
Τούτη η ερώτηση έχει κάτι το θριαμβευτικό μέσα της. Σύγκρινε κάτι παρόμοιο στο Α” Κορινθίους Α20. Ο Απόστολος μεταχειρίζεται εδώ την αυτοδικαίωση των Ιουδαίων όπως εκεί είχε μεταχειριστεί την σοφία των Ελλήνων. Την ζητά να την βρεί, και εμπρός στον σταυρό αυτή μηδενίζεται.
Τι άραγε οδήγησε τον Παύλο να θέσει μια τέτοια ερώτηση εδώ; Η πρόθεση του σ” αυτά τα λίγα εδάφια είναι, όπως είπαμε, να δείξει την βαθειά αρμονία μεταξύ του Νόμου και του Ευαγγελίου.
Μελετόντας το σύστημα του Νόμου, στα εδάφια 9-20, ο Παύλος είχε δείξει ότι ο Νόμος, το μόνο που μπορεί να κάνει στον άνθρωπο είναι να του δείξει την αμαρτία του, και όχι να του δώσει τη δύναμη να την αποφύγει, τη δύναμη να κάνει το καλό. Άρα στο καθεστώς του Νόμου «φράσσεται κάθε στόμα» που μπορεί να καυχηθεί ότι έκανε τα έργα του Νόμου, εξαιρείται κάθε καύχηση του ανθρώπου ενώπιον του Θεού.
Κάθε καύχηση εξαιρεί και η δικαίωση δια πίστεως, διότι τούτη βασίζεται μόνο στο εξιλεωτικό έργο του Χριστού, κάτι έξω απ” τον άνθρωπο. Άρα Νόμος και δικαίωση δια πίστεως είναι σε πλήρη συμφωνία, μια και τα δύο εξαιρούν ακριβώς την καύχηση του ανθρώπου.
Αντιθέτως, Νόμος και Δικαίωση με τα έργα δεν είναι σε συμφωνία, γιατί, όπως είπαμε προηγουμένως, ο μεν Νόμος εξαιρεί την καύχηση, ενώ η Δικαίωση με τα έργα δίνει βάση για καύχηση.
Είναι αυτά ακριβώς που ο Παύλος εκθέτει με τις ερωτήσεις που αναφέρει εδώ. «Που ουν η καύχησις; Εξεκλείσθη. Δια ποίου νόμου; Των έργων; Ουχί, αλλά δια νόμου πίστεως. Λογιζόμεθα ουν πίστει δικαιούσθαι άνθρωπον χωρίς έργων νόμου.»
«Που είναι λοιπόν η καύχησις; Απεκλείσθη. Με ποιόν νόμον; Τον νόμον των έργων; Όχι, αλλά με τον νόμον που απαιτεί πίστιν. Πιστεύωμεν λοιπόν ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται με την πίστιν χωρίς τα έργα του νόμου.»
Σ” αυτές τις ερωτήσεις ο όρος «νόμος» παίρνεται κατά μίαν γενική έννοια. Τούτη η λέξη χρησιμοποιείται συχνά από τον Παύλο να δηλώσει έναν τρόπο ενεργείας που υποχρεώνεται ν” ακολουθήσει ένα άτομο, έναν κανόνα στον οποίον αυτό υπόκειται, μια αρχή που καθορίζει την συμπεριφορά του. Γενικά η λέξη «νόμος» στην Γραφή δηλώνει μια φόρμουλα, έναν κανόνα που υπηρετεί να ρυθμίσει τις σχέσεις μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου.
Εκείνη λοιπόν η δόξα, η καύχηση, που ο άνθρωπος αποκομίζει απ” την αυτοδικαίωση του, και την οποίαν ο νόμος είχε ήδη αποκλείσει (εδάφια 9-20), έχει τελικά εξαιρεθεί. Έτσι ο νόμος, αποκλείοντας την καύχηση του ανθρώπου, αντικρούει τον κανόνα των έργων που την τροφοδοτεί. Και σ” αυτό είναι σε απόλυτη συμφωνία με τον κανόνα της πίστης, που και αυτός την εξαιρεί τελείως.
Η σχέση τώρα μεταξύ του εδαφίου 28 και του 27 βρίσκεται στην αντίθεση μεταξύ των δύο ιδεών, «καύχησις» και «πίστει δικαιούσθαι»: Εξαιρούμε την καύχηση αναλογικά καθώς βεβαιώνουμε την δικαίωση δια πίστεως.
«Λογιζόμεθα ουν». Το σωστό είναι «λογιζόμεθα γαρ»: «Διότι θεωρούμε», «Υποστηρίζουμε ότι..»
«Πίστει δικαιούσθαι άνθρωπον». «Άνθρωπον»: Οτιδήποτε φέρει το όνομα άνθρωπος, είτε Ιουδαίος είναι αυτός, είτε Εθνικός. Η δικαίωση του είναι μόνον δια πίστεως, και δεν μπορεί να προέρχεται από πουθενά αλλού. Και αν είναι έτσι, τελικά εξαιρείται κάθε καύχηση.
Ο Απόστολος εδώ προσθέτει, «χωρίς έργων νόμου», δηλαδή, χωρίς συμμετοχή σε κανένα από εκείνα τα έργα που είναι ειργασμένα κάτω από το δουλικό και συμφεροντολογικό πνεύμα το οποίον επικρατεί στον κανόνα του νόμου (ιδέ πάνω στο εδάφιο 20).
Να διευκρινίσωμε ότι το θέμα που αναπτύσσεται εδώ δεν είναι ούτε η τελική σωτηρία, ούτε τα έργα σαν καρποί της πίστης («καλά έργα», Εφ. Β10, Τίτο Γ8). Διότι αυτά θα είναι αναγκαία την ημέρα της κρίσης (ιδέ πάνω στο Β13).
Εάν ήταν διαφορετικά, εάν τα έργα του νόμου δεν είχαν εξαιρεθεί απ” την μεγαλειώδη πράξη της εξιλέωσης, που περιγράφεται στα εδάφια 24-26, και απ” τον νόμο της πίστης που περιέχεται σ” αυτή, θα ευρίσκετο ότι ο Θεός προνόησε για την σωτηρία ενός μόνον μέρους του ανθρωπίνου γένους, για τους Ιουδαίους που είχαν τον νόμο, και ξέχασε το υπόλοιπο. Το εν, η μοναδικότης του Θεού, δεν συμβιβάζεται μ” αυτήν την διαφορά στον τρόπο ενεργείας. Ο Θεός είναι ένας και για τους Ιουδαίους και για τους Εθνικούς. Το δόγμα τώρα της μοναδικότητας του Θεού είναι η βάση του Νόμου, και του όλου Ιουδαϊσμού. Άρα και αυτό το σημείο αποδεικνύει την συμφωνία του νόμου με την πίστη (ο Ίδιος Θεός δεν μπορεί να έχει ορίσει δύο διαφορετικούς τρόπους για την δικαίωση των ανθρώπων), εδάφια 29-31:

Εδάφια 29,30
«Ή Ιουδαίων ο Θεός μόνον; Ουχί δε και εθνών; Ναι και εθνών, επείπερ εις ο Θεός ος δικαιώσει περιτομήν εκ πίστεως και ακροβυστίαν δια της πίστεως.»
«Νομίζετε ότι ο Θεός είναι Θεός των Ιουδαίων μόνον; Δεν είναι και των εθνικών; Ναι και των εθνικών, αφού ένας είναι ο Θεός. Αυτός θα δικαιώση τον περιτμημένον δια της πίστεως και τον απερίτμητον δια της πίστεως.»

Τούτη η ερώτηση σκοπό έχει να δείξει ότι η άρνηση αυτού που ανεπτύχθη πιο πάνω, ότι η δικαίωση είναι δια πίστεως, χωρίς τα έργα του νόμου, οδηγεί στην άρνηση του μονοθεϊσμού, που είναι και η βάση του Ιουδαϊσμού.
Στην ερώτηση «Ουχί δε και των εθνών», ο Παύλος θα μπορούσε ν” απαντήσει με βεβαιότητα, «ναι, και των εθνών επίσης», διότι όλη η Παλαιά Διαθήκη οδηγεί σ” αυτό το συμπέρασμα. Οι ψαλμοί δοξολογούν τον Ιεχωβά σαν τον Θεό όλης της γης, εμπρός στον Οποίον όλα τα έθνη περιπατούν με τρόμο (Ψαλμός ΜΣΤ-ΜΗ). Ο Ιερεμίας Τον ονομάζει «Βασιλέα των Εθνών» (Ι 7). Και ο ίδιος ο Απόστολος έχει δείξει στο κεφάλαιο Α την ύπαρξη μιας παγκόσμιας Θείας αποκάλυψης.
Ο μονοθεϊσμός τώρα έχει σαν φυσική του συνέπεια το να αναμένουμε ένα μόνον μέσο δικαίωσης για όλο το ανθρώπινο γένος. Ένας Θεός, ένας τρόπος δικαίωσης για όλους.
Η αρμονία μεταξύ του Μωσαϊκού νόμου και της δικαίωσης δια πίστεως, έχει καταδειχθεί λοιπόν από δυο πλευρές, από δυο απόψεις: α) Απ” την άποψη της παγκόσμιας ταπείνωσης (εξαίρεση κάθε καύχησης), εδ. 27,28. β) Απ” την άποψη της μοναδικότητας του Θεού, που είναι η βάση του Ιουδαϊσμού, αλλά και της Ευαγγελικής παγκοσμιότητας, εδ. 29,30. Μετά απ” αυτά τίποτα πιο φυσικό απ” το συμπέρασμα που βγαίνει στο εδάφιο 31.

Εδάφιο 31
«Νόμον ουν καταργούμεν δια της πίστεως; Μη γένοιτο, αλλά νόμον ιστώμεν.»
«Καταργούμεν λοιπόν τον νόμον δια της πίστεως; Μη γένοιτο, τουναντίον ανορθώνομεν τον νόμον»

Μερικοί ερμηνευτές θεωρούν ότι τα λόγια αυτού του εδαφίου έχουν εφαρμογή στον αγιασμό που εκπηγάζει απ” την πίστη, και δια του οποίου το Ευαγγέλιο πραγματοποιεί τελικά την εκπλήρωση του νόμου. Και τούτη είναι η θέση που θ” αναπτυχθεί στα κεφάλαια ΣΤ-Η. Το εδάφιο όμως 31 συνδέεται με ότι προηγείται με το «ουν», οπότε δεν μπορεί παρά να εκφράζει ένα συμπέρασμα απ” τα εδάφια 27-30. Άλλωστε πως θα εξηγήσωμε το «ουν» στην αρχή του κεφαλαίου Δ; Πως μπορεί ο τρόπος της δικαίωσης του Αβραάμ να έπεται απ” την ιδέα ότι η πίστη οδηγεί στην εκπλήρωση του νόμου;
Η σωστή εξήγηση βγαίνει φυσιολογικά απ” την ερμηνεία των προηγουμένων εδαφίων. Το Ευαγγέλιο του Παύλου κατηγορείτο ότι ακυρώνει τον νόμο, παραμερίζοντας τα έργα του νόμου σαν μέσον δικαίωσης. Ο Παύλος μόλις έχει αποδείξει ότι είναι η διδασκαλία του, αντιθέτως, που εναρμονίζεται με την αληθινή έννοια του νόμου, ενώ η αντίθετη διδασκαλία (η δικαίωση με τα έργα) την ανατρέπει, διατηρόντας την καύχηση του ανθρώπου, κάτι που ο νόμος εννοεί να εκμηδενίσει, και αθετόντας τον Μονοθεϊσμό πάνω στον οποίον βασίζεται ο νόμος.
«Καταργούμε τότε τον νόμον, όπως μας κατηγορούν ότι κάνομε; Αντιθέτως, τον ανορθώνομε.» Αυτό είναι που κάνει ο Παύλος αναφορικά με τον νόμο, τον ανορθώνει, όπως ήτο, δια της δικαίωσης δια πίστεως. Η δικαίωση δια πίστεως, αντί να τον ανατρέπει, διατηρεί πιστά το πνεύμα του στο νέο σύστημα. Είναι ακριβώς αυτό που μόλις τους έχει αναπτύξει.
Αφού τώρα έχει αποδείξει κατά έναν γενικό τρόπο την αρμονία της διδασκαλίας του με την αποκάλυψη της Παλαιάς Διαθήκης, ο Απόστολος χρειάζεται μόνον να βρει στην Παλαιά Διαθήκη κάποιο απόφθεγμα ή κάποιο παράδειγμα, το οποίον θα επικύρωνε την επιχειρηματολογία του στην αντίληψη των Ιουδαίων. Και κάτι τέτοιο υπήρχε. Ήταν γραμμένο απ” το χέρι του ιδίου του νομοθέτη τους, και αναφερόταν σε ότι ήτο, κατά κάποιον τρόπο, το τυπικό παράδειγμα του δικαιωθέντος ανθρώπου στους Ιουδαίους, αναφερόταν στον Αβραάμ. Έτσι το Γένεση ΙΕ6 γίνεται το θέμα της θαυμαστής ανάπτυξης που περιέχεται στο κεφάλαιο Δ. Είναι η ανάπτυξη της «δικαίωσης δια πίστεως», καθώς «μαρτυρείται από τον νόμο και τους προφήτες» (εδ. 21).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4

Πίστη, ο Τρόπος της Δικαίωσης του Αβραάμ. Κεφάλαιον Δ1-25.
Στο πρώτο μέρος αυτού του κεφαλαίου, εδάφια 1-12, ο Απόστολος αποδεικνύει ότι ο Αβραάμ ώφειλε την δικαίωση του στην πίστη του, και μόνον στην πίστη του. Στο δεύτερο, εδάφια 13-16, υποστηρίζει την επιχειρηματολογία του δια του γεγονότος ότι η κληρονομιά του κόσμου, που δόθηκε στον πατριάρχη και τους απογόνους του, του δόθηκε ανεξάρτητα της υπακοής του στον νόμο. Στο τρίτο μέρος, εδάφια 17-22, επισημαίνει ότι εκείνος ακριβώς ο απόγονος στον οποίον αυτή η κληρονομιά επρόκειτο ν” ανήκει (ο Ισαάκ), ήτο και αυτός ένας καρπός πίστεως. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος, εδάφια 23-25, αυτή η περίπτωση του Αβραάμ εφαρμόζεται σε πιστούς του παρόντος χρόνου. Έτσι την δικαίωση, την κληρονομιά, τους κληρονόμους, το κάθε τι, ο Αβραάμ το έλαβε δια πίστεως. Και το ίδιο θα συμβεί με μας, εάν πιστεύωμε σαν αυτόν.

Ο Αβραάμ Εδικαιώθη δια Πίστεως, Εδ. 1-8, και Μόνον δια Πίστεως, εδ. 9-12.

Εδάφια 1,2
«Τι ουν ερούμεν Αβραάμ τον πατέρα ημών ευρηκέναι κατά σάρκα; Ει γαρ Αβραάμ εξ έργων εδικαιώθη, έχει καύχημα, αλλ” ου προς τον Θεόν».
«Τι θα πούμε λοιπόν, ότι επέτυχε ο Αβραάμ, ο πατέρας μας με τα δικά του έργα; Εάν ο Αβραάμ έλαβε δικαίωσιν από τα έργα του, θα έχει λόγον να καυχάται αλλ” όχι ενώπιον του Θεού».

Το εδάφιο 1 περέχει μόνον μια ερώτηση. Ο Απόστολος ερωτά εάν ο Αβραάμ, με δική του ενέργεια, με δικά του έργα, συνείσφερε, εξασφάλισε κάποιο πλεονέκτημα στο θέμα της δικαίωσης.
«Αβραάμ τον πατέρα ημών ευρηκέναι κατά σάρκα». Η έννοια «σαρκικός πατέρας», που δίνεται στις λέξεις «πατέρα…κατά σάρκα», δεν είναι σωστή. Ο όρος «σάρκα» δηλώνει εδώ ανθρωπίνη δραστηριότητα αποκομμένη απ” την επίδραση του Θεού, και επομένως στην φυσική της αδυναμία, όσον αφορά την δικαίωση και την σωτηρία. Η έννοια λοιπόν είναι: «Τι πέτυχε ο Αβραάμ με τα δικά του έργα;» Η λέξη «σάρκα» πιθανώς να εκλέγεται αναφορικά με την περιτομή, η οποία έγινε η σφραγίδα που ξεχώριζε την εκλεγμένη οικογένεια.
«Ο πατήρ ημών». Το «ημών» αναφέρεται στους Χριστιανούς γενικά. Όλο το κεφάλαιο που ακολουθεί έχει σαν σκοπό ν” αποδείξει ότι ο Αβραάμ είναι ο πατέρας των πιστευόντων Εθνικών, όπως επίσης είναι και των πιστευόντων Ιουδαίων.
Ποιά είναι η απάντηση που θα περίμενε ο Παύλος σε τούτη την ερώτηση του; Είναι, καθώς συχνά υποτίθεται, «τίποτα καθόλου». Ίσως όμως και να μην είχε πρόθεση να πάει τόσο μακρυά. Ίσως να θέλει μόνον να πει (σύγκρινε εδάφιο 2), «τίποτα, όσον αφορά την δικαίωση ενώπιον του Θεού». Οπότε δεν εξαιρείται η άποψη ότι ο πατριάρχης, από ανθρωπίνης πλευράς, με τα έργα του, έχει βρει ορισμένα πλεονεκτήματα, όπως πλούτη, υπόληψη στους γύρω του κ.λ.π.
Το εδάφιο 2, πιό ελεύθερα, θα μπορούσαμε να το αποδώσωμε κάπως έτσι: «Ερωτώ αυτό, διότι εάν ο Αβραάμ είχε δικαιωθεί απ” τα έργα του, θα είχε πράγματι κάτι για το οποίον να καυχηθεί. Και επομένως η καύχηση την οποία εδήλωσα ότι αποκλείεται (Γ27), θα επανεμφανιζόταν σαν σωστή και καλή». Ο Παύλος εδώ εξηγεί γιατί απαιτήθηκε να θέσει την ερώτηση του εδαφίου 1.
«Ει γαρ Αβραάμ εξ έργων εδικαιώθη, έχει καύχημα, αλλ” ου προς τον Θεόν». Για να καταλάβωμε τι εννοεί εδώ, θα πρέπει να το αποδώσωμε πιο ελεύθερα κάπως έτσι: «Εάν εδικαιώθηκε ο Αβραάμ απ” τα έργα του, έχει πράγματι σοβαρή αιτία να καυχηθεί. Δεν είναι λίγο να έχεις γίνει ένας Αβραάμ. Κάποιος μπορεί να είναι υπερήφανος που φέρει ένα τέτοιο όνομα. Αλλά όλη αυτή η καύχηση δεν έχει να κάνει τίποτα με τον απολογισμό που έχει να δώσει προς τον Θεό». Το «ου προς τον Θεόν» αντιτίθεται προφανώς σ” ένα αντίστοιχο, «προς τον άνθρωπο», που εννοείται.
Συγκρίνοντας τον εαυτόν του με ανθρώπους λιγώτερο καλούς απ” αυτόν, ο Αβραάμ μπορεί να εύρισκε αιτία να καυχηθεί. Αλλά την στιγμή που έβαζε τον εαυτόν του ενώπιον του Θεού, η δικαιοσύνη του εξαφανιζόταν. Τούτο είναι ακριβώς που δείχνεται στα επόμενα εδάφια.

Εδάφια 3-5
«Τι γαρ η γραφή λέγει; Επίστευσε δε Αβραάμ τω Θεώ, και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην. Τω δε εργαζομένω ο μισθός ου λογίζεται κατά χάριν, αλλά κατά οφείλημα. Τω δε μη εργαζομένω, πιστεύοντι δε επί τον δικαιούντα τον ασεβή λογίζεται η πίστις αυτού εις δικαιοσύνην.»
«Διότι τι λέγει η γραφή; Επίστεψε ο Αβραάμ εις τον Θεόν και αυτό του λογαριάσθηκε προς δικαίωσιν. Αλλ” εις εκείνον που εργάζεται, ο μισθός δεν του λογαριάζεται ως χάρις αλλ” ως οφειλή. Ενώ εις εκείνον που δεν εργάζεται, αλλά πιστεύει εις τον Θεόν που δικαιώνει τον ασεβή, λογαριάζεται η πίστις του προς δικαίωσιν.»

Με τα λόγια του εδαφίου 2 ο Παύλος έδωσε να γίνει αντιληπτό ότι αυτός εγνώριζε την κρίση του Θεού πάνω στα έργα του Αβραάμ. Το εδάφιο 3 εξηγεί πως μπορεί να αποφαίνεται για ένα γεγονός που βρίσκεται πέραν από κει που μπορεί να φθάσει η ανθρωπίνη γνώση. Η Γραφή η ίδια περέχει μια δήλωση όπου αποκαλύπτεται η κρίση του Θεού αναφορικά με τον τρόπο κατά τον οποίον εδικαιώθηκε ο Αβραάμ. Τούτη βρίσκεται στο Γένεση ΙΕ6. Όταν ο Θεός τον προσκάλεσε έξω απ” την σκηνή του την νύκτα, τον οδήγησε να κυττάξει τους ουρανούς, και να μετρήσει, εάν μπορεί, τις μυριάδες των άστρων. Τότε ακούει την υπόσχεση: «Τόσο πολυάριθμο θα είναι το σπέρμα σου». Είναι όμως εκατό χρονών, και δεν είχε παιδιά. Αλλά είναι ο Θεός που μιλά, και αυτό του είναι αρκετό. Επίστευσε εις τον Θεό. Η πίστη συνίσταται στο να κρατήσεις την Θεία υπόσχεση στην θέση της ιδίας της πραγματικότητας. Και τότε συμβαίνει το εξής: Αυτό που ο πιστός έχει κάνει αναφορικά με την υπόσχεση του Θεού, να την θεωρήσει σαν την ίδια την πραγματικότητα, ο Θεός με την σειρά Του το κάνει αναφορικά με την πίστη του, την λογαριάζει για την ίδια του την δικαιοσύνη, σαν να είναι εντάξει απέναντι Του.
Να προσέξωμε ότι δεν λέγει, «επίστευσε στην υπόσχεση του Θεού», αλλά «επίστευσε τω Θεώ». Το αντικείμενο της πίστης του, όταν αγκαλιασε την υπόσχεση, ήταν ο Ίδιος ο Θεός – η αλήθεια Του, η πιστότητα Του, η αγιότητα Του, η αγαθότητα Του, η σοφία Του, η δύναμη Του, η αιωνιότητα Του. Διότι ο Θεός ήτο εξ ολοκλήρου μέσα στην υπόσχεση που προήλθε απ” Αυτόν. Λίγο ενδιαφέρει πράγματι, τι είναι το ειδικό αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται η Θεία αποκάλυψη μια δεδομένη στιγμή. Όλα τα μέρη αυτής της αποκάλυψης δεν σχηματίζουν παρά ένα σύνολο. Κρατηθείς από μια υπόσχεση ο Αβραάμ, κρατιέται με προσδοκία από όλες, διότι τελικά κρατιέται από τον Ίδιο τον Θεό. Από τώρα και στο εξής είναι σε κατοχή ακόμα και εκείνων των υποσχέσεων που θα μπορούσαν ν” αποκαλυφθούν και να πραγματοποιηθούν στο πλέον μακρυνό μέλλον.
Είναι δυνατόν να θεωρήσωμε στον λογαριασμό κάποιου κάτι που κατέχει, ή και ακόμα κάτι που δεν κατέχει. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια απλή πράξη δικαιοσύνης. Στην δεύτερη είναι θέμα χάρης. Τούτη η τελευταία είναι και η περίπτωση του Αβραάμ, μια και ο Θεός λογαριάζει σ” αυτόν την πίστη του για ότι αυτή δεν είναι, για δικαίωση.
Η λέξη «δικαιοσύνη» εδώ δηλώνει την τέλεια υπακοή στο θέλημα του Θεού, δυνάμει της οποίας ο Αβραάμ θα είχε αναγκαστικά διακηρυχθεί δίκαιος απ” τον Θεό, σαν να ήταν τέτοιος πραγματικά. Αλλά καθώς στην πραγματικότητα δεν κατέχει μια τέτια δικαιοσύνη, ο Θεός θέτει στον λογαριασμό του την πίστη του σαν ισοδύναμο.
Γιατί όμως έτσι; Που βασίζεται αυτή η ασύγκριτη αξία που ο Θεός δίνει στην πίστη του; Οπωσδήποτε όχι στην ηθική δύναμη αυτής της ιδίας της πίστης. Η πίστη δεν είναι παρά η απλή αποδοχή κάποιου πράγματος, και θα πέφταμε πάλιν στην σφαίρα των αξιομίσθων έργων, εάν δίναμε κάποια ηθική αξία στην πίστη.
Η άπειρη αξία της πίστης βρίσκεται στο αντικείμενο της, τον Θεό και την αποκάλυψη Του. Αυτό το αντικείμενο είναι η ίδια η ηθική τελειότητα. Το να το πιστέψεις, είναι λοιπόν σαν ν” αρπάξεις τούτη την τελειότητα με μια κίνηση. Δεν είναι παράξενο τώρα που ο Θεός θα πρέπει να στο αναγνωρίσει σαν δικαίωση, όταν κρατάς την τελειότητα. Έχει πολύ σωστά λεχθεί: Η πίστη (στον Θεό) είναι ταυτόχρονα η πλέον ηθική και η πλέον ευτυχής κίνηση.
Στα εδάφια τώρα 4 και 5 ο Παύλος αναλύει αυτό που ανέφερε στο εδάφιο 3: Τω δε εργαζομένω ο μισθός ου λογίζεται κατά χάριν, αλλά κατά οφείλημα. Τω δε μη εργαζομένω, πιστεύοντι δε επί τον δικαιούντα τον ασεβή λογίζεται η πίστις αυτού εις δικαιοσύνην.»
Αλλ” εις εκείνον που εργάζεται, ο μισθός δεν του λογαριάζεται ως χάρις αλλ” ως οφειλή. Ενώ εις εκείνον που δεν εργάζεται, αλλά πιστεύει εις τον Θεόν που δικαιώνει τον ασεβή, λογαριάζεται η πίστις του προς δικαίωσιν.» Τούτη η ανάλυση αποδεικνύει ότι ο Αβραάμ εδικαιώθηκε όχι κατά τον τρόπο ενός ανθρώπου που είχε κάνει έργα (εδ. 4), αλλά κατά τον τρόπο ενός ανθρώπου που δεν τα είχε κάνει (εδ. 5). Και τούτο αποδεικνύει την αλήθεια της φράσης του εδαφίου 2: «Αλλ” ου προς τον Θεόν».
Στον μισθωμένον εργάτη η αμοιβή του λογαριάζεται σαν οφειλή και όχι σαν χάρη. Τώρα, σύμφωνα με τον Μωϋσή, δεν ήταν αυτή η περίπτωση του Αβραάμ. Ο Αβραάμ δεν ήταν λοιπόν ένας από εκείνους που είχαν εκπληρώσει το έργο τους. Από το άλλο μέρος, στον εργάτη (στην ηθική έννοια του όρου) που δεν εργάζεται ικανοποιητικά, και ο οποίος παρ” όλα αυτά θέτει την εμπιστοσύνη του στον Θεό, ο Οποίος συγχωρά, η πίστη του λογαριάζεται για δικαιοσύνη. Σύμφωνα με τον Μωϋσή πάλιν, αυτή ήταν η περίπτωση του Αβραάμ. Άρα και πάλιν έπεται ότι ο Αβραάμ ανήκει σε κείνους που δεν έχουν εκπληρώσει το έργο τους. Αυτά τα δύο αρμονικά συμπεράσματα εκθέτουν και το περιεχόμενο της δήλωσης του Μωϋσή: Η περίπτωση του Αβραάμ είναι η περίπτωση όχι ενός καλού, αλλά ενός κακού εργάτη. Και επειδή αυτός δεν έκανε το έργο του, η πίστη του του λογαριάστηκε σαν έργο.
Ο Παύλος λέγει, «Τον δικαιούντα τον ασεβή». Θα έπρεπε να είχε πει «τον αμαρτωλό». Αλλά διαλέγει αυτόν τον πλέον βαρύ χαρακτηρισμό, ώστε η κάθε κατηγορία αμαρτωλών, ακόμη και οι πλέον εγκληματίες, να πεισθούν ότι και αυτοί μπορούν ν” απολαύσουν αυτό το προνόμιο του να δικαιωθείς δια της πίστεως σου.
Το να καταλογίσης στον πιστεύοντα δικαιοσύνη την οποία δεν κατέχει, είναι ταυτόχρονα το να μην του καταλογίσεις αμαρτίες για τις οποίες είναι ένοχος. Ο Παύλος αισθάνεται την ανάγκη να συμπληρώσει και σ” αυτή την αρνητική πλευρά την παρουσίαση του θέματος της δικαίωσης. Και έτσι στα λόγια του Μωϋσή σχετικά με τον Αβραάμ, προσθέτει κάτι απ” τον Δαβίδ, όπου η δικαίωση πανηγυρίζεται ειδικά εδώ στην μορφή του μη καταλογισμού της αμαρτίας.

Εδάφια 6-8
«Καθάπερ και Δαυείδ λέγει τον μακαρισμόν του ανθρώπου ω ο Θεός λογίζεται δικαιοσύνην, χωρίς έργων. Μακάριοι ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι. Μακάριος ανήρ ω ου μη λογίσηται Κύριος αμαρτίαν».
«Όπως και ο Δαυίδ λέγει δια την ευτυχίαν του ανθρώπου που ο Θεός του λογαριάζει δικαίωσιν, χωρίς έργα: Ευτυχείς είναι εκείνοι των οποίων συγχωρήθησαν αι ανομίαι και των οποίων εσκεπάσθησαν αι αμαρτίαι. Ευτυχής είναι ο άνθρωπος εις τον οποίον ο Θεός δεν θα λογαριάση αμαρτίαν».

Δεν χρειάζεται να υποτεθεί εδώ ότι ο Δαβίδ αναφέρεται σαν ένα δεύτερο παράδειγμα, δίπλα σ” αυτό του Αβραάμ. Η θέση του πατριάρχη είναι μοναδική, και ο Παύλος θα επιστρέψει σ” αυτήν, μετά απ” αυτήν την σύντομη παρεμβολή. Εδώ απλά παραθέτει μερικά λόγια του Δαβίδ, του εμπνευσμένου αυτού ψαλμωδού, που φαίνεται ότι συμπληρώνουν την μαρτυρία του Μωϋσή για τον Αβραάμ.
«Καθάπερ»: Ακριβώς όπως.
Τα λόγια που αναφέρονται είναι ο χαρούμενος ύμνος του δικαιωθέντος αμαρτωλού. Είναι η αρχή του ψαλμού ΛΒ, τον οποίον ο Δαβίδ πιθανώς συνέθεσε μετά που πήρε συγνώμη απ” τον Θεό, για τα απαίσια εγκλήματα στα οποία τον είχε σύρει το πάθος του. Έτσι εξηγούνται και οι εκφράσεις, «οι ανομίες που αφέθηκαν», «οι αμαρτίες που επεκαλύφθησαν», «η αμαρτία που δεν λογίζεται». Εδώ πρόκειται για την αρνητική πλευρά της δικαίωσης, το κακό που απομακρύνει. Στην περίπτωση του Αβραάμ ήταν η θετική της πλευρά, η ευλογία που αυτή παρέχει. Έτσι τα δύο χωρία συμπληρώνουν το ένα το άλλο.
Αφού ολοκληρώνει την παρατήρηση, ο Απόστολος επιστρέφει στο θέμα του. Δεν ήταν, όμως, αρκετό ν” αποδείξει ότι ο Αβραάμ όφειλε την δικαίωση στην πίστη του. Διότι οι υποστηρικτές των έργων θα μπορούσαν να του πουν, «Αληθές. Αλλά μην ξεχνάς ότι ήταν σαν περιτμημένος που ο Αβραάμ επέτυχε να δικαιωθεί δια της πίστεως του». Και έτσι τα έργα που πετάξαμε απ” την πόρτα, ξαναμπαίνουν απ” το παράθυρο. Η απάντηση στην ερώτηση του εδαφίου 1, «Τι ευρηκέναι κατά σάρκα», δεν θα ήταν πλέον «τίποτα», αλλά «το κάθε τι». Διότι αν ήταν λόγω της περιτομής του που ο Θεός του λογάριασε την πίστη του σαν δικαίωση, το κάθε τι θα εξαρτιόταν πλέον απ” αυτόν τον υλικό τύπο, και εκείνοι που δεν τον έχουν θα εξαιρούντο απ” την δικαίωση δια πίστεως.
Το λάθος, το ανυπόστατο αυτής της άποψης, είναι που ο Παύλος δείχνει στο επόμενο χωρίο, όπου αποδεικνύει ότι ο πατριάρχης εδικαιώθηκε δια πίστεως, και μόνον δια πίστεως.

Εδάφια 9,10
«Ο μακαρισμός ουν ούτος επί την περιτομήν ή και επί την ακροβυστίαν; Λέγομεν γαρ ότι ελογίσθη τω Αβραάμ η πίστις εις δικαιοσύνην. Πως ουν ελογίσθη; Εν περιτομή όντι ή εν ακροβυστία; Ουκ εν περιτομή, αλλ” εν ακροβυστία.»
«Ο μακαρισμός αυτός αναφέρεται εις τον περιτμημένον ή εις τον απερίτμητον; Λέγομεν εις τον Αβραάμ λογαριάσθηκε η πίστις προς δικαίωσιν. Πότε λοιπόν του λογαριάσθηκε; Όταν ήταν περιτμημένος ή όταν ήταν απερίτμητος; Όχι όταν ήταν περιτμημένος, αλλ” όταν ήταν απερίτμητος».
«Ο μακαρισμός ουν ούτος επί την περιτομήν ή και επί την ακροβυστίαν;»:

«Ερωτώ τότε αν αυτός ο μακαρισμός του δικαιωθέντος εφαρμόζεται μόνον στον περιτμημένον, ή επίσης και στον απερίτμητο;» Και είναι πράγματι, πάνω σ” αυτό που εξαρτάται το κάθε τι. Διότι στην πρώτη περίπτωση δεν θα είχε απομείνει τρόπος εισόδου στο προνόμιο της δικαίωσης δια πίστεως, παρά εκείνος του να γίνουν Ιουδαίοι. Και αυτό θα ήταν το τέλος του Ευαγγελίου του Παύλου.
«Λέγομεν γαρ ότι ελογίσθη τω Αβραάμ η πίστις εις δικαιοσύνην. Πως ουν ελογίσθη;»: «Διότι τελικά βεβαιούμεν ότι ο Αβραάμ εδικαιώθη δια πίστεως. Πως όμως συνέβη το πράγμα μ” αυτό το πρόσωπο του οποίου το παράδειγμα σχηματίζει τον κανόναν; Πως ήταν αυτός όταν δικαιώθηκε δια πίστεως, περιτμημένος ή απερίτμητος;» Αυτή είναι απλά η έννοια του εδαφίου 10. Το «ουν» που το συνδέει με το εδάφιο 9 εξηγείται έτσι: «Για ν” απαντήσω στην ερώτηση που έχω μόλις θέσει (9α), ας εξετάσωμε λοιπόν («ουν») πως έλαβε χώραν η δικαίωση του Αβραάμ».
Η απάντηση δεν ήταν δύσκολη. Την προμήθευσε η Γένεση, και ήταν κατηγορηματική. Είναι στο κεφάλαιο ΙΕ που βρίσκομε τον Αβραάμ δικαιωμένο δια πίστεως. Και είναι στο κεφάλαιο ΙΖ, μετά από 14 χρόνια περίπου, που παίρνει την εντολή της περιτομής. Ο Απόστολος μπορεί λοιπόν ν” απαντήσει με βεβαιότητα: «Όχι περιτμημένος, αλλά απερίτμητος πήρε την δικαίωση ο Αβραάμ».
Υπήρξε μια περίοδος στην ζωή του Αβραάμ, όταν δια της ακροβυστίας του αντιπροσώπευε τα Έθνη, όπως αργότερα με την περιτομή του έγινε ο αντιπρόσωπος του Ισραήλ. Και ήταν σ” αυτή την πρώτη περίοδο της ζωής του, δηλαδή την Εθνική, που δικαιώθηκε δια πίστεως.

Εδάφια 11,12
«Και σημείον έλαβε περιτομής, σφραγίδα της δικαιοσύνης της πίστεως της εν τη ακροβυστία, εις το είναι αυτόν πατέρα πάντων των πιστευόντων δι” ακροβυστίας, εις το λογισθήναι και αυτοίς την δικαιοσύνην, και πατέρα περιτομής τοις ουκ εκ περιτομής μόνον, αλλά και τοις στοιχούσι τοις ίχνεσι της εν τη ακροβυστία πίστεως του πατρός ημών Αβραάμ».
«Και έλαβε το σημάδι της περιτομής σαν σφραγίδα που επιστοποιούσε την δικαίωσιν του βάσει της πίστεως, που είχε όταν ήταν απερίτμητος. Και έτσι είναι πατέρας όλων που πιστεύουν όταν είναι απερίτμητοι, δια να λογαριασθή και εις αυτούς η πίστις των δια δικαίωσιν, και πατέρας εκείνων εκ των περιτμημένων που δεν αρκούνται μόνον εις την περιτομήν αλλά και βαδίζουν εις τα ίχνη της πίστεως που είχε ο πατέρας μας Αβραάμ, όταν ακόμα ήτο απερίτμητος.»

«Και»: Και σε συνέπεια της δικαίωσης που απέκτησε μ” αυτόν τον τρόπο (δια πίστεως).
Η περιτομή ήταν το υλικό σημάδι της διαθήκης μεταξύ του Θεού και του λαού Του (Γεν. ΙΖ11). Όσον για τον Αβραάμ, μακρυά από του να ήταν η περιτομή η προϋπόθεση της δικαίωσης του, ήταν, αντιθέτως, το σημείο, και επομένως το αποτέλεσμα αυτής.
«Της εν ακροβυστία πίστεως»: Της πίστης που είχε μη όντας ακόμα περιτμημένος.
«Εις το είναι»: Δεν θα πρέπει να το αποδώσωμε μ” ένα απλό «ούτως ώστε». Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι, ο Αβραάμ πιστεύοντας, δεν ήταν ο ίδιος που έθεσε εμπρός του τον σκοπό να γίνει ο πνευματικός πατέρας των Εθνικών που πιστεύουν. Τούτο ήταν η πρόθεση του Θεού απ” την αρχή ακόμα της ιστορίας μας. Τα σχέδια του Θεού επεκτεινόταν και εις τα Έθνη. Το θεοκρατικό κράτος του Ισραήλ δεν ήταν παρά ένα από τα μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Δεν ήταν ο Ίδιος που είχε πει στον Αβραάμ ότι, «Θέλουσιν ευλογηθεί εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης» (Γεν. ΙΒ3);
«Δι” ακροβυστίας»: Των ευρισκομένων εις την κατάσταση της ακροβυστίας.
«Τοις ουκ εκ περιτομής μόνον, αλλά και τοις στοιχούσι τοις ίχνεσι της εν τη ακροβυστία πίστεως του πατρός ημών Αβραάμ»: Μέσα απ” την μάζα του Ιουδαϊκού κόσμου που κατέχουν το σημάδι της περιτομής, διαχωρίζεται καθαρά ένας πολύ στενώτερος κύκλος, εκείνοι που περιπατούν στην πίστη του Αβραάμ, οι Ιουδαίοι δηλαδή, οι οποίοι στην περιτομή προσθέτουν το χαρακτηριστικό της πίστης.
Εδώ, σε τούτα τα δύο εδάφια, βρίσκομε την μεγάλη και υψηλή ιδέα της πνευματικής οικογένειας του Αβραάμ. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν προέρχονται από την σάρκα αλλά από την πίστη. Είναι οι πιστοί όλου του κόσμου, είτε Ιουδαίοι, είτε Εθνικοί.
Αυτή η θέση του πατέρα σε όλο το ανθρώπινο γένος που πιστεύει, που εδόθηκε στον Αβραάμ, είναι ένα θεμελιώδες γεγονός στην Βασιλεία του Θεού. Είναι η πράξη απ” την οποία αρχίζει το κτίσιμο εδώ στην γη αυτού του Βασιλείου, είναι και ο στόχος της κλήσης του πατριάρχη: «Εις το είναι αυτόν πατέρα πάντων των πιστευόντων… και τοις ουκ…» (εδ. 11, 12).
Ο Αβραάμ δεν είναι το πρώτο παράδειγμα της πίστης, διότι είχαν υπάρξει και άλλοι πιστοί πριν απ” αυτόν (Εβρ. ΙΑ). Αλλά είναι μ” αυτόν που εθεμελιώθηκε η κοινότητα της πίστης. Απ” αυτό το σημείο αρχίζει η συνεχής ιστορία της σωτηρίας. Ο Αβραάμ είναι ο κορμός εκείνου του δένδρου, που από τότε βγάζει ρίζες, κλαδιά, και αναπτύσσεται. Διότι ο Αβραάμ δεν είχε πιστεύσει απλά στον Θεό της δημιουργίας. Είχε κρατηθεί δια πίστεως απ” τον Θεό της υπόσχεσης, τον πρωτεργάτη εκείνου του λυτρωτικού έργου, που εμφανίζεται πάνω στην γη σ” αυτήν ακριβώς την πίστη του.
Άπαξ και γίνει σωστά αντιληπτή η ιδέα αυτής της πνευματικής πατρότητας, η καταγωγή απ” τον Αβραάμ, στην φυσική της έννοια, χάνει κάθε σπουδαιότητα στο θέμα της σωτηρίας. Οι προφήτες, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Ιησούς (Ιω. Η), ήσαν όλοι σε συμφωνία κηρύττοντας την αλήθεια την οποίαν αναφέρει εδώ ο Παύλος: Η πίστη είναι που συνιστά την βασική αρχή της ζωής για την οικογένεια του Θεού πάνω στην γη, όπως αντίστοιχα ήταν το αίμα για την φυσική οικογένεια του Αβραάμ. Διότι, πράγματι, αυτή η αρχή είναι η μόνη σε αρμονία με την ηθική ουσία των πραγμάτων, με την φυσιολογική σχέση μεταξύ του Δημιουργού που δίδει την χάρη, και του δημιουργήματος που την αποδέχεται ελεύθερα.
Αλλά εδώ προκύπτει μια ακόμα ερώτηση: Μετά που ο Αβραάμ έλαβε την δικαίωση, έλαβε και ένα άλλο προνόμιο, διακηρύχθηκε μαζί με όλους τους απογόνους του σαν ο μελλοντικός κάτοχος του κόσμου. Αυτοί τώρα οι απόγονοι δεν μπορεί να είναι άλλοι από τους απογόνους του απ” τον Ισαάκ, οι οποίοι κατείχαν την περιτομή και την Χαναάν. Μήπως όμως μ” αυτούς επιστρέφομε πάλιν στις «ιδιαιτερότητες», κάτι που έχει αποκλεισθεί στην περιοχή της «δικαίωσης»; Ο Παύλος προλαβαίνει ν” αποκρούσει και αυτή την αντίρρηση. Είναι σ” αυτή την ερώτηση που αφιερώνει τα επόμενα εδάφια 13-16.

Εδάφια 13-14
«Ου γαρ δια νόμου η επαγγελία τω Αβραάμ ή τω σπέρματι αυτού, το κληρονόμον αυτόν είναι του κόσμου, αλλά δια δικαιοσύνης πίστεως. Ει γαρ οι εκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται η πίστις και κατήργηται η επαγγελία.»
«Διότι δεν έγινε δια νόμου η υπόσχεσις εις τον Αβραάμ ή εις τους απογόνους του, ότι θα ήτο ο κόσμος κληρονομία του, αλλά δια της δικαιώσεως που έλαβε δια πίστεως. Εάν οι κληρονόμοι ήσαν οι εξαρτώμενοι εκ του νόμου, τότε η πίστις δεν έχει αξίαν, και η υπόσχεσις καταργείται.»

Η κληρονομιά του κόσμου, για την οποία μιλά ο Απόστολος, έχει δοθεί στον Αβραάμ και στους απογόνους του ως εξής:
α) Μέσω της υπόσχεσης που δόθηκε στον πατριάρχη για την γη Χαναάν. Από προφητικής και Μεσσιανικής άποψης, που δέσποζε στην ιστορία της πατριαρχικής οικογένειας απ” την αρχή, η γη Χαναάν ήτο το σύμβολο όλης της γης μετά τον εξαγιασμό της. Ήταν το σημείο αφετηρίας γι” αυτόν ακριβώς τον σκοπό.
β) Αρκετές υποσχέσεις ενός άλλου είδους οδηγούν φυσιολογικά στην επέκταση της κατοχής απ” την γη Χαναάν σ” όλο τον κόσμο. Για παράδειγμα τα εδάφια, «Εν σοι θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης» (Γεν. ΙΒ3), «Το σπέρμα σου θα κατέχει την πύλη των εχθρών του» (Γεν. ΚΒ17).
γ) Πάνω όμως απ” όλες αυτές τις ειδικές υποσχέσεις, υπήρχε εκείνη η γενική υπόσχεση του Μεσσιανικού Βασιλείου, η αναγγελία για εκείνον τον απόγονο του Δαβίδ στον οποίον ο Θεός είχε πει: «Θέλω σοι δώσει τα Έθνη κληρονομίαν σου, και ιδιοκτησίαν σου τα πέρατα της γης» (Ψαλμός Β8). Ο Ισραήλ τώρα είναι αχώριστος απ” τον Μεσσία του, και αυτό είναι που τους οδήγησε να δώσουν στις προηγούμενες υποσχέσεις την πλατύτερη και υψηλότερη δυνατή έννοια. Ήταν προς αυτήν την κατεύθυνση που οδηγήθηκε ο Ισραήλ σαν Έθνος. Αλλά το σαρκικό τους πνεύμα είχε δώσει στην παγκόσμια κυριαρχία που ανέμεναν ένα πιο πολύ πολιτικό παρά θρησκευτικό χρώμα. Ο Ιησούς, αντιθέτως, στην Επί του Όρους Ομιλία Του, και αλλού, είχε ερμηνεύσει αυτή την ιδέα της κυριαρχίας πάνω στον κόσμο, με κείνη της ταπεινής αγάπης που κυβερνά υπηρετόντας: «Μακάριοι οι πράοι, διότι αυτοί θα κληρονομήσουν την γη».
Ο Παύλος εδώ δεν εισέρχεται στην ερώτηση, για το πως πρόκειται να εκπληρωθεί η υπόσχεση. Πραγματεύεται μόνον πάνω στην προϋπόθεση βάσει της οποίας πρόκειται να την απολαύσουν. Είναι ο νόμος ή η πίστη ο δρόμος του να εισέλθης στην κατοχή αυτής της Θείας κληρονομιάς, και επομένως, ο λαός του νόμου ή της πίστης οι κληρονόμοι;
Η έννοια των επομένων εδαφίων τώρα είναι: Εάν η κατοχή του κόσμου επρόκειτο να είναι η αμοιβή της υπακοής στον νόμο, τότε η υπόσχεση θα ακυρωνόταν. Τούτο διατυπώνεται στο εδάφιο 14, και αποδεικνύεται στο εδάφιο 15. Το τελικό συμπέρασμα εξάγεται στο εδάφιο 16.

Εδάφιο 14
«Ει γαρ οι εκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται η πίστις και κατήργηται η επαγγελία.»
«Εάν κληρονόμοι ήσαν οι εξαρτώμενοι εκ του νόμου, τότε η πίστις δεν έχει αξίαν και η υπόσχεσις καταργείται».

Εάν, για να κληρονομήσεις τον κόσμο, είναι απόλυτα αναγκαίο να έλθης κάτω απ” την δικαιοδοσία του νόμου, και επομένως να τον υπακούς πιστά – διαφορετικά τι σκοπό θα υπηρετούσε; – τότε όλα τέλειωσαν με μιας, και με την πίστη, και με την υπόσχεση. Με την πίστη, δηλαδή με την ελπίδα εκείνης της τελικής κληρονομιάς, όλα τελειώνουν, μια και η πραγματοποίηση αυτής της προσμονής θα ήταν συνδεδεμένη με μια προϋπόθεση την οποία ο αμαρτωλός άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να εκπληρώσει, την εκτέλεση του νόμου. Η πίστη θα αποστεριόταν έτσι το αντικείμενο της («κεκένωται»). Βάζοντας μια αδύνατη προϋπόθεση, θα παρέλυε το αποτέλεσμα της υπόσχεσης («κατήργηται η επαγγελία»). Απόδειξη και συμπέρασμα τούτου, τα αναφερόμενα στα εδάφια 15,16:

Εδάφια 15,16
«Ο γαρ νόμος οργήν κατεργάζεται. Ου γαρ ουκ έστιν νόμος, ουδέ παράβασις. Δια τούτο εκ πίστεως, ίνα κατά χάριν, εις το είναι βεβαίαν την επαγγελίαν παντί τω σπέρματι, ου τω εκ του νόμου μόνον, αλλά και τω εκ πίστεως Αβραάμ, ος εστί πατήρ πάντων ημών.»
«Διότι ο νόμος δημιουργεί οργήν, αλλ” όπου δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει ούτε παράβασις. Δια τούτο η υπόσχεσις εξαρτάται από την πίστιν, δια να είναι ως δώρον χάριτος και να ισχύει δι” όλους τους απογόνους του Αβραάμ, όχι μόνον δι” εκείνους που εξαρτώνται από τον νόμον, αλλά και δι” εκείνους που έχουν την πίστιν του Αβραάμ, ο οποίος είναι πατέρας όλων μας.»

Η πίστη που στερείται το αντικείμενο της, η υπόσχεση που καταργείται, για εκείνους που είναι κάτω από τον νόμο. Και γιατί όλα αυτά; Απλά, γιατί ο νόμος, όταν δεν εκπληρώνεται, φέρει πάνω στον άνθρωπο την αποδοκιμασία του Θεού, την «οργή», πράγμα που καθιστά αδύνατη την εκ μέρους Του εκπλήρωση της υπόσχεσης. Εδώ σαν «νόμος» εννοείται ο Μωσαϊκός νόμος.
«Ο γαρ νόμος οργήν κατεργάζεται». Εδώ δεν θα ήταν σωστό να ερμηνεύαμε, «Διότι είναι ο νόμος που παράγει την οργή», ως εάν η οργή δεν θα μπορούσε να υπάρξη εκεί που δεν έχει δοθεί νόμος. Το κεφάλαιο Α αποδεικνύει το αντίθετο. Αλλά όπου έχει δοθεί ο νόμος εκεί την παράγει αναπόφευκτα. Η κυριαρχία του εγωισμού, του ατομισμού, στην ανθρώπινη καρδιά θα την οδηγήσει σίγουρα να υπερπηδήσει τον φραγμό που της βάζει ο νόμος, και τούτη η παράβαση θα κάνει σίγουρα την οργή να ξεσπάσει.
«Ου γαρ ουκ έστι νόμος». Το σωστό είναι «ου δε …» που το βρίσκομε σε ορισμένους κώδικες. Η δεύτερη πρόταση του εδαφίου 15 δεν είναι μια απόδειξη, αλλά μια απλή παρατήρηση σε στήριξη της πρώτης. Το «δε» εδώ σημαίνει «και πράγματι». Αυτή η δεύτερη πρόταση είναι λοιπόν ένα είδος παρένθεσης με τον σκοπό να τονίση την βαρύτητα του γεγονότος που δείχνεται στην πρώτη (εδ. 15α): «Γενικά, ένας νόμος δεν μπορεί να είναι το μέσον να κερδίση για μας την χάρη του Θεού. Αντιθέτως, η αποκάλυψη της αμαρτίας, της κακής μας φύσης, αποκτά έναν πολύ βαρύτερο χαρακτήρα μέσω του νόμου, εκείνον της παραβίασης συγκεκριμένης εντολής, της εκ προθέσεως καταπάτησης του Θείου θελήματος, και έτσι αυξάνει την οργή». Άλλη βαρύτητα έχει να κάνει μια αταξία το παιδί σου, και άλλη να κάνει την ίδια αταξία την οποία προηγουμένως του την έχεις απαγορεύσει ρητά. Στην δεύτερη περίπτωση, δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη αταξία, είναι και υπερηφάνεια εκ μέρους του, είναι και το ότι περιφρονεί τις εντολές σου.
«Ου δε ουκ έστιν νόμος, ουδέ παράβασις». Ένας φραγμός δεν μπορεί να υπερπηδηθεί παρά όταν υφίσταται. Έτσι χωρίς νόμον δεν υπάρχει αμαρτία στην μορφή της παραβίασης συγκεκριμένης εντολής.
Εδώ ο «νόμος» λαμβάνεται γενικά, δεν είναι μόνον ο Ιουδαϊκός νόμος. Γι” αυτό και δεν έχει άρθρο εμπρός του. Και οι Εθνικοί έχουν επίσης έναν νόμον (Β14,15), τον οποίον μπορούν να τον υπακούουν ή να τον παραβαίνουν. Στην τελευταία περίπτωση, αυτοί γίνονται αντικείμενα οργής (κεφ. Α), καθώς επίσης και οι Ιουδαίοι, παρ” όλο σ” έναν μικρότερο βαθμό οι πρώτοι.
Εάν λοιπόν η υπόσχεση της κληρονομιάς είναι σοβαρή (και δεν είναι μόνον λόγια), υπάρχει μόνον ένας τρόπος για την εκπλήρωση της, να δοθεί μέσω της πίστης, και όχι του νόμου. Δια τούτο εκ πίστεως, ίνα κατά χάριν, εις το είναι βεβαίαν την επαγγελίαν παντί τω σπέρματι, ου τω εκ του νόμου μόνον, αλλά και τω εκ πίστεως Αβραάμ, ος εστί πατήρ πάντων ημών.»
«Δια τούτο η υπόσχεσις εξαρτάται από την πίστιν, δια να είναι ως δώρον χάριτος και να ισχύει δι” όλους τους απογόνους του Αβραάμ, όχι μόνον δι” εκείνους που εξαρτώνται από τον νόμον, αλλά και δι” εκείνους που έχουν την πίστιν του Αβραάμ, ο οποίος είναι πατέρας όλων μας.»
«Δια τούτο»: Λόγω του καταδικαστικού αποτελέσματος, της οργής, που φέρει ο νόμος. Έδώ υπονοείται, «η υπόσχεση θα εκπληρωθεί», ή «η κληρονομιά θα δοθεί». Και η κληρονομιά, απ” την στιγμή που χορηγείται στην πίστη μόνον, παραμένει ένα δώρο καθαρής χάρης («ίνα κατά χάριν».)
«Εις το είναι». Υπήρχε συγκεκριμένη πρόθεση απ” το μέρος του Θεού, όταν έκανε το δώρο της κληρονομιάς να εξαρτάται μόνον απ” την πίστη. Είναι διότι γνώριζε καλά ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να καταστήση την υπόσχεση «βεβαίαν» (το αντίθετο του «κατήργηται», εδάφιο 14).
Και βεβαίαν για ποιόν; «Παντί τω σπέρματι», για όλο το σπέρμα του Αβραάμ, στην αληθή και πλήρη έννοια του όρου («σε σένα και στο σπέρμα σου»). Μετά του ότι προηγείται, αυτός ο όρος μπορεί να δηλώνει μόνον την πνευματική οικογένεια του πατριάρχη – όλους τους πιστούς, Ιουδαίους και Εθνικούς. Η πίστη όντας η μόνη προϋπόθεση της υπόσχεσης, έπρεπε επίσης να είναι και το μόνο χαρακτηριστικό εκείνων στους οποίους θα πραγματοποιόταν.
Οι λέξεις «βεβαίαν παντί τω σπέρματι», αναπτύσσονται σε ό,τι ακολουθεί. Ο Απόστολος αγκαλιάζει την κάθε μια απ” τις δύο ομάδες που περιέχονται σ” αυτόν τον γενικό όρο: «Βεβαία», λέγει, «ου τω εκ του νόμου μόνον», δηλαδή, όχι μόνον για πιστούς Ιουδαϊκής προέλευσης, που θα χάνανε την κληρονομιά εάν ήταν να εξαρτάται απ” την εκπλήρωση του νόμου, «αλλά και τω εκ πίστεως Αβραάμ», δηλαδή, Χριστιανούς Εθνικής προέλευσης, στους οποίους η υπόσχεση θα σταματούσε να είναι προσιτή, εάν είχε κανονισθεί να εξαρτάται από κάτι άλλο έξω απ” την πίστη.
Οι τελευταίες λέξεις, «ος εστί πατήρ πάντων ημών», συνοψίζουν όλα που έχουν αναπτυχθεί προηγουμένως. Ιουδαίοι και Εθνικοί που πιστεύουν, εμείς όλοι, συμμετέχομε δια πίστεως, όχι μόνον στην δικαίωση, αλλά επίσης και στην μελλοντική κατοχή του κόσμου, διότι το σπέρμα στο οποίο έγινε αυτή η υπόσχεση, ήτο εκείνο της πίστης, όχι αυτό του νόμου. Ο Αβραάμ λοιπόν είναι ο μόνος κορμός απ” τον οποίον ξεκινούν εκείνοι οι δύο κλάδοι που, ενωμένοι μ” αυτόν, σχηματίζουν έναν και τον αυτόν πνευματικό οργανισμό.
Αλλά μετά απ” όλα αυτά, θα μπορούσε ακόμα να παρουσιασθεί ένας Ιουδαίος, και να πει: «Πολύ σωστά όλα αυτά. Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το Θείο σχέδιο, ήταν αναγκαίο να υπάρξη ένας Ισραήλ. Και για να υπάρξη ένας Ισραήλ, έπρεπε να έλθη στον κόσμο ένας Ισαάκ. Αυτός όμως ο γυιός γεννήθηκε στον Αβραάμ κατά τον τρόπο της φυσικής γέννησης. Και τι κοινό έχει τούτος ο τρόπος προέλευσης με την πίστη (να είσαι παιδί του Αβραάμ ως προς την πίστη);» Αν τούτο δεν διευκρινισθεί, στην ερώτηση του εδαφίου 1, «Τι ευρηκέναι Αβραάμ κατά σάρκα», θα μπορούσε κάποιος ν” απαντήσει, «Τον γυιό του τον Ισαάκ, και επομένως τον εκλεκτό λαό, και επομένως το κάθε τι».
Ο Παύλος εισέρχεται σ” αυτό το καινούργιο θέμα και δείχνει ότι η γέννηση του Ισαάκ, όχι λιγώτερο απ” την υπόσχεση της κληρονομιάς και το δώρο της δικαίωσης, ήτο και αυτή αποτέλεσμα της πίστης, σύμφωνα με την Γραφική διήγηση. Έτσι καταδεικνύεται πλήρως ότι ο Αβραάμ δεν βρήκε τίποτα «κατά σάρκα» (εδ. 1). Αυτό είναι το θέμα των εδαφίων 17-21.

Εδάφιο 17
«Καθώς γέγραπται ότι «Πατέρα πολλών εθνών τέθεικα σε», κατέναντι ου επίστευσε Θεού του ζωοποιούντος τους νεκρούς και καλούντος τα μη όντα ως όντα.»
«Καθώς είναι γραμμένον, «Σε έκανα πατέρα πολλών εθνών», ενώπιον του Θεού εις τον οποίον επίστευσε, του Θεού ο οποίος ζωοποιεί τους νεκρούς και καλεί ό,τι δεν υπάρχει σαν να υπήρχεν.»

Αυτό το εδάφιο συνδέεται κατ” ευθείαν με το τέλος του εδαφίου 12, διότι οι τελευταίες λέξεις του εδαφίου 16, «ος εστί πατήρ πάντων ημών», δεν είναι παρά η επανάληψη των τελευταίων λέξεων του εδαφίου 12, «του πατρός ημών Αβραάμ». Τα εδάφια 13-16 είναι κάτι σαν παρένθεση, η απάντηση σε μια προβλεπομένη ερώτηση.
«Πατέρα πολλών εθνών τέθεικα σε». Τούτα τα λόγια είναι παρμένα από το Γένεση ΙΣΤ5. Είναι το Γραφικό κείμενο που βεβαιώνει την γενική πατρότητα του Αβραάμ σε σχέση με όλους τους πιστούς, Ιουδαίους και Εθνικούς, που τόσο επίσημα βεβαιώθηκε στο τέλος του εδαφίου 16.
Αυτά τα Θεία λόγια φαίνονται να είναι σε πλήρη διαφωνία με την πραγματικότητα. «Τέθεικα σε». Πως ο Θεός μπορεί να μιλά για εκείνο που δεν θα πραγματοποιηθεί παρά σε τόσο μακρύ μέλλον, σαν να ήταν ήδη επιτελεσμένο γεγονός; Ο Απόστολος χρησιμοποιεί αυτή την έκφραση για να διεισδύσει στην βαθύτερη ουσία της πίστης του Αβραάμ. Στα μάτια του Θεού ο πατριάρχης είναι ήδη ότι πρόκειται να γίνει. Και ο Αβραάμ τοποθετείται αυτοστιγμεί στη θέα της Θείας σκέψης, εκεί που τον βλέπει ο Θεός ότι είναι. Θεωρεί τον εαυτόν του σαν να είναι ήδη ό,τι ο Θεός δηλώνει ότι αυτός θα γίνει. Αυτό εννοεί η φράση, «κατέναντι ου επίστευσε Θεού» («ενώπιον του Θεού εις τον οποίον επίστευσε»). Στα μάτια του Θεού που μιλούσε με τον Αβραάμ, ο τελευταίος ήτο ήδη καμωμένος πατέρας εκείνων των πολλών εθνών.
Τα δύο χαρακτηριστικά του Θεού στα οποία η πίστη του Αβραάμ προσδέθηκε αυτή την αποφασιστική στιγμή ήταν, η δύναμη Του να «ζωοποιεί», και η δύναμη Του να δημιουργεί». «Κατέναντι ου επίστευσε Θεού του ζωοποιούντος τους νεκρούς και καλούντος τα μη όντα ως όντα.»
«Ενώπιον του Θεού εις τον οποίον επίστευσε, του Θεού ο οποίος ζωοποιεί τους νεκρούς και καλεί ό,τι δεν υπάρχει σαν να υπήρχεν.»
Ήτο, πράγματι, σ” αυτόν τον διπλό χαρακτήρα που ο Θεός παρουσίασε τον εαυτόν Του, όταν του απευθύνθηκε με τις λέξεις, «Σε έχω κάνει – εδώ είναι η βεβαίωση μιας ανάστασης – πατέρα πολλών εθνών – εδώ είναι η υπόσχεση μιας δημιουργίας». Η πίστη δεν φαντάζεται τίποτα αυθαίρετα, δεν δημιουργεί τίποτα από μόνη της. Περιορίζεται στο να παίρνει τον Θεό όπως Αυτός προσφέρει τον εαυτόν Του, αλλά να Τον παίρνει ολοκληρωτικά.
«Του ζωοποιούντος τους νεκρούς». Το εδάφιο 19 δείχνει τι σκεπτόταν ο Απόστολος γράφοντας αυτά. Είναι στο ίδιο το πρόσωπο του πατριάρχη, ήδη εκατονταχρόνου, και της συζύγου του, στην ίδια σχεδόν ηλικία μ” αυτόν, που μια ανάσταση πρέπει να λάβει χώρα, εάν είναι να εκπληρωθή η Θεία υπόσχεση, εάν είναι ν” αποκτήσουν σπέρμα.
«Του καλόντος τα μη όντα ως όντα». Το «καλώ» σημαίνει, προσκαλώ κάποιον να παρουσιασθεί. Ο άνθρωπος καλεί όντα που υπάρχουν. Ο υπηρέτης παρουσιάζεται στην κλήση του κυρίου του. Αλλά ανήκει μόνον στον Θεό να καλέσει να εμφανιστούν όντα που δεν υπάρχουν, σαν να υπάρχουν ήδη. Και είναι έτσι που ο Θεός μιλά στον Αβραάμ για κείνο το πλήθος των μελλοντικών Εθνών που πρόκειται να σχηματίσει απ” τους απογόνους του. Τους καλεί εμπρός στην θέα του Αβραάμ, σαν ένα πλήθος ήδη παρόν, σαν κάτι που ήδη υπάρχει, όπως ο έναστρος ουρανός με τον οποίον τους συγκρίνει, και του λέγει: «Σε έχω κάνει πατέρα αυτού του πλήθους».
Τούτα τα εδάφια μας διδάσκουν καθαρά σε τι συνίσταται η πίστη. Ο Θεός μας δείχνει με την υπόσχεση Του, τι θέλει εμείς να γίνωμε, τι είμαστε ήδη στην θέα Του. Και εμείς, αποσυρόμενοι απ” την τωρινή μας κατάσταση, και παίρνοντας την θέση που η υπόσχεση μας δίδει, απαντούμε: «Ναι, θα είμαι έτσι. Είμαι έτσι.» Είναι ακριβώς ο τρόπος που ανταποκρίθηκε η πίστη του Αβραάμ στην υπόσχεση του Θεού, που του μιλούσε πρόσωπο προς πρόσωπο. Τούτη είναι η αληθινή έννοια της πίστης, που ο Απόστολος ζητά να την παρουσιάσει απλά, αναλύοντας στο βάθος τι έγινε μέσα στην καρδιά του πατριάρχη, κατά τον χρόνο που έκανε εκείνη την πράξη, πάνω στην οποίαν βασίσθηκε το θεμέλιο της Βασιλείας του Θεού στην γη.

Εδάφιο 18
«Ος παρ” ελπίδα επ” ελπίδι επίστευσεν, εις το γενέσθαι αυτόν πατέρα πολλών εθνών κατά το ειρημένον, «Ούτως έσται το σπέρμα σου».
«Αυτός παρά πάσαν ελπίδα επίστεψε με ελπίδα εις το ότι θα γίνη πατέρας πολλών εθνών σύμφωνα προς εκείνο που του είχε λεχθή, «Τόσον πολλοί θα είναι οι απόγονοι σου».

«Παρ” ελπίδα επ” ελπίδι»: Χωρίς να βρεί στην περιοχή των αισθήσεων ή της λογικής το παραμικρό έδαφος για να ελπίσει, παρ” όλα αυτά, με μια προσπάθεια ελπίδας, που προερχόταν από ένα γεγονός που το μάτι δεν είδε, ούτε η λογική εννόησε, επίστευσε τον Θεό και την υπόσχεση Του. Αυτό είναι η αληθινή πίστη, η πίστη στην πράξη, όπως εκφράζεται στο Εβραίους ΙΑ1.
«Επίστευσε επ” ελπίδι». Η πίστη του ξέσπασε στην μορφή της ελπίδας, και αυτό σε μια κατάσταση που δεν έδινε κανένα έδαφος για ελπίδα.
«Εις το γενέσθαι»: Σε τούτες τις λέξεις υπονοείται μια πρόθεση εκ μέρους του Αβραάμ. Αυτός πράγματι επίστευσε με την πρόθεση του να γίνη. Εάν αυτός άδραξε την υπόσχεση με τέτοια ζέση, ήταν σίγουρα «με τον σκοπό να» μπορέση αυτή να πραγματοποιηθεί. Δεν λοιπόν αναγκαίο ν” αποδώσωμε εδώ, αυτή την ιδέα του σκοπού στον Θεό.
Τα ακόλουθα εδάφια αναπτύσσουν τις δύο έννοιες: «Παρ” ελπίδα» (εδ. 19), και «επ” ελπίδι» (εδ. 20,21).

Εδάφια 19,20
«Και μη ασθενήσας τη πίστει ου κατενόησε το εαυτού σώμα ήδη νενεκρωμένον, εκατονταέτης που υπάρχων, και την νέκρωσιν της μήτρας Σάρρας. Εις δε την επαγγελίαν του Θεού ου διεκρίθη τη απιστία, αλλ” ενεδυναμώθη τη πίστει δους δόξαν τω Θεώ».
«Και επειδή δεν εκλονίσθη εις την πίστιν, δεν εσκέφθηκε το σώμα του που ήτο ήδη νεκρωμένον, αφού ήτο περίπου εκατό χρονών, ούτε την νέκραν της μήτρας της Σάρρας. Αλλ” ως προς την υπόσχεσιν του Θεού, δεν έδειξε αμφιβολίας λόγω απιστίας, αλλ” έγινε σταθερώτερος δια της πίστεως, αποδώσας δόξαν εις τον Θεόν.»

Ο Αβραάμ παρουσιάζεται σ” αυτά τα εδάφια τοποθετημένος μεταξύ δύο αντιθέτων δυνάμεων, σε κείνη της όψης, που στρέφει τα μάτια της προς τις εξωτερικές περιστάσεις (εδ.19), και σε κείνη της πίστης, που κρατιέται σταθερά απ” την υπόσχεση (εδ.20). Το «δε» του εδαφίου 20 εκφράζει τον θρίαμβο της πίστης πάνω στην όψη.
«Και μη ασθενήσας τη πίστει ου κατενόησε…»: Το βλέμμα της πίστης, που είχε καρφωθεί στην υπόσχεση, εμπόδισε κάθε άλλο κύτταγμα προς τις εξωτερικές περιστάσεις, που μπορεί να τον είχε κάνει να κλονισθεί, όπως τότε με τον Πέτρο, ο οποίος, όσο κυττούσε τον Ιησού, δεν τον ενδιέφεραν ούτε οι άνεμοι ούτε τα κύματα.
Υπάρχουν όμως και κώδικες που αναφέρουν το «κατενόησε» χωρίς το «ου». Σ” αυτή την περίπτωση η έννοια είναι τελείως διαφορετική: «Μη ασθενήσας στην πίστη, κύτταξε το νεκρωμένο του σώμα…αλλά παρ” όλα αυτά («δε» εδαφίου 20), δεν κλονίσθηκε». Ίσως τούτη η απόδοση να είναι προτιμώτερη, διότι εξηγεί καλλίτερα την αντίθεση που δείχνεται με το «δε» του εδαφίου 20: «Διότι δεν ασθένησε στην πίστη, θεώρησε…αλλά δεν άφησε τον εαυτόν του να κλονισθεί απ” τα βλεπόμενα, όσο απογοητευτικά και αν ήταν».
«Ου διεκρίθη»: Δεν χωρίσθηκε στα δύο, δεν διαιρέθηκε σε δύο ανθρώπους, τον έναν να βεβαιώνει, και τον άλλον ν” αρνείται, τον έναν να ελπίζει και να παραδίνει τον εαυτόν του, και τον άλλον ν” αναμένει να δει: «Αλλά αναφορικά με την υπόσχεση, δεν υπήρξε διαίρεση μέσα του».
«Αλλά»: Αντιπαραθέτει την δύναμη που αντλήθηκε απ” την υπόσχεση, με την αδυναμία που φέρνει η αμφιβολλία.
«Ενεδυναμώθη τη πίστει»: Αναλογικά καθώς είχε προσηλωθεί στην υπόσχεση με σταθερό βλέμμα, στην οποία έθεσε, να το πούμε έτσι, όλο του το είναι, ψυχή και σώμα, διεισδύθηκε από μια νέα δύναμη – είναι η αρχή της πλήρους ανάστασης, στην οποίαν τόλμησε να πιστεύση (εδ. 17).
Το «τη πίστει» συνδέεται με το «δους δόξαν τω Θεώ», «τη πίστει δους δόξαν τω Θεώ». Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε να δοξάσει τον Θεό. Και δεν το έκανε με την υπακοή του. Είναι «τη πίστει» (με την πίστη του), τουλάχιστον, που στην κατάσταση του της αμαρτίας, μπορεί να επιστρέψη στην εκπλήρωση αυτού του ενδόξου προορισμού.
«Δίνω δόξαν στον Θεό», στην Γραφή σημαίνει, δίνω υποταγή, είτε με λόγο, είτε με έργο, στην μια ή την άλλη ιδιότητα του Θεού, ή στην τελειότητα Του γενικά.
Αλλά σε τι άραγε να συνίσταται εδώ αυτή η υποταγή; Ο Απόστολος μας το λέγει στο εδάφιο 21: Είναι η σταθερή πεποίθηση που έτρεφε για την πιστότητα του Θεού, για τον λόγον Του, και την δύναμη Του να τον εκπληρώσει.

Εδάφια 21,22
«Και πληροφορηθείς ότι ο επήγγελται δυνατός εστι και ποιήσαι. Διο ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην.»
«Απολύτως πεπεισμένος ότι είναι δυνατός να εκτελέση εκείνο που έχει υποσχεθή. Δια τούτο και του λογαριάσθηκε η πίστις προς δικαίωσιν.»

Το «πληροφορώ» κατά λέξη σημαίνει, γεμίζω ένα δοχείο έως επάνω. Αυτή η λέξη χρησιμοποιουμένη στην παθητική φωνή αναφέρεται σε άνθρωπο γεμάτον με μια τέτοια πεποίθηση, που δεν αφήνει μέρος στην καρδιά του για την ελαχίστη αμφιβολλία. Είναι το αντίθετο του «διακρίνεσθαι» (να είναι εσωτερικά διαιρεμένος), του εδαφίου 20.
Το «και» στην αρχή του εδαφίου λείπει σε μερικούς κώδικες, και αυτό είναι το σωστό: «Δους δόξαν τω Θεώ πληροφορηθείς…».
Το εδάφιο 22, «Διο ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην», συνοψίζει την όλη ανάπτυξη που αναφέρεται στην πίστη του Αβραάμ, εδάφια 1-21, έτσι που να προετοιμαστεί ο δρόμος για την τελική εφαρμογή, που ο Παύλος έχει κατά νου να κάνει.
«Διό»: Αναφέρεται σε ό,τι έχει μόλις λεχθεί για την εμπιστοσύνη με την οποία ο Αβραάμ κρατήθηκε απ” την υπόσχεση του Θεού, εδάφιο 21. Ο Θεός λογάριασε σε εκείνη την εμπιστοσύνη που Τον δόξασε, την αξία της τέλειας δικαιοσύνης.
«Διο και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην». Τούτα τα λόγια συνδέονται πιο ειδικά με το πρώτο απ” τα τρία θέματα που αναπτύσσονται σ” αυτό το κεφάλαιο, την δικαίωση του Αβραάμ, εδάφια 1-12. Συνοψίζουν όμως ταυτόχρονα και τα δύο άλλα, την κληρονομιά του κόσμου, και την γέννηση του Ισαάκ, τα οποία είναι, να το πούμε έτσι, το συμπλήρωμα του πρώτου. Έτσι εισάγεται το τέταρτο μέρος που περιέχει την εφαρμογή των ανωτέρω στους πιστούς, εδάφια 23-25.

Εδάφια 23,24
«Ουκ εγράφη δε δι” αυτόν μόνον ότι ελογίσθη αυτώ, αλλά και δι” ημάς οις μέλλει λογίζεσθαι, τοις πιστεύουσιν επί τον εγείραντα Ιησούν τον Κύριον ημών εκ νεκρών».
«Δεν εγράφηκε δε μόνον γι” αυτόν ότι του λογαριάσθηκε, αλλά και για μας, εις τους οποίους εις το εξής θα λογαριάζεται, εις όσους δηλαδή πιστεύουν εις τον Θεόν που ανέστησε εκ νεκρών τον Ιησούν τον Κύριον μας.»

«Ουκ εγράφη δι” αυτόν μόνον». Η διήγηση αυτή της Παλαιάς Διαθήκης δεν εγράφηκε απλά για ν” αναφέρει ένα γεγονός της ιστορίας του Αβραάμ, αλλά κυρίως για να διατηρήση την μνήμη ενός συμβάντος, που θα λάμβανε χώρα και σε μας, με την προϋπόθεση της πίστης («τοις πιστεύουσιν»). Κάθε φορά που αυτή η προϋπόθεση θα εκπληρώνεται, ο ίδιος καταλογισμός θα λαμβάνη χώραν. Αυτή είναι η έννοια της λέξης «μέλλει».
Αλλά στην δική μας την περίπτωση ποιό θα είναι το αντικείμενο της πίστης; Τι θα πρέπει να πιστέψουμε εμείς για να μας καταλογισθεί τούτο σαν δικαιοσύνη;
Η πίστη, όπως την θεωρεί η Γραφή, δεν μπορεί παρά να έχει ένα μόνον αντικείμενο. Είτε στην περίπτωση του Αβραάμ, είτε στην δική μας, αυτό το αντικείμενο, πάντα το ίδιο, είναι ο Θεός και η αποκάλυψη Του. Σαν συνέπεια όμως της ασταμάτητης προόδου που λαμβάνει χώρα στο Θείο έργο, ο τρόπος αυτής της αποκάλυψης δεν μπορεί παρά ν” αλλάζει. Στην περίπτωση του Αβραάμ ο Θεός απεκαλύφθη με την υπόσχεση ενός γεγονότος που επρόκειτο να εκπληρωθή. Ο πατριάρχης λοιπόν εχρειάστηκε να πιστέψει με την μορφή της ελπίδας, προσκολλόντας την πίστη του στην Θεία ιδιότητα που θα την πραγματοποιούσε.
Με μας το πράγμα έχει αλλάξει. Εμείς τώρα είμαστε στην παρουσία ενός γεγονότος που ήδη έχει λάβει χώρα, είναι η ανάσταση του Χριστού, όπου επιδείχθηκε η παντοδύναμη χάρη του Θεού. Το αντικείμενο της πίστης είναι λοιπόν διαφορετικό σε μορφή, αλλά σε ουσία το ίδιο, είναι ο Θεός και η αποκάλυψη Του, τότε με λόγο, τώρα με έργο. Τούτα τα δύο γεγονότα, η γέννηση του Ισαάκ και η ανάσταση του Ιησού, αν και τόσο μακρυνά στον χρόνο, είναι οι δύο ακραίοι κρίκοι μιας και της ίδιας αλυσσίδας, το ένα το σημείο αφετηρίας, το άλλο η ολοκλήρωση της ιστορίας της σωτηρίας.
Αλλά δεν πρέπει να φαντασθούμε, επειδή σε μας πέφτει να πιστεύσωμε σ” ένα επιτελεσμένο γεγονός, ότι η πίστη δεν είναι τώρα τίποτα περισσότερο από μια εμπιστοσύνη δοσμένη στην ιστορική πραγματικότητα αυτού του γεγονότος. Ο Απόστολος απομακρύνει αμέσως αυτή την σκέψη όταν λέγει, όχι «Όταν πιστεύωμε στην ανάσταση του Ιησού», αλλά, «Όταν πιστεύωμε στον Θεό που ανέστησε τον Ιησού» (σύγκρινε και Κολοσσαείς Β12: «…δια της πίστεως της ενεργείας του Θεού του εγείραντος αυτόν εκ των νεκρών»). Την εξαιρεί παρόμοια όταν δηλώνει τον Ιησούν τον αναστημένον απ” τους νεκρούς σαν «Κύριον μας», σαν κάποιον δηλαδή που έχει αναστηθεί μ” αυτήν την Θεία ενέργεια, για να πάρει την θέση του αντιπροσώπου της Θείας κυριαρχίας, και ειδικά της κεφαλής του σώματος της Εκκλησίας. Εκεί όμως που το κάνει περισσότερο αντιληπτό είναι στο επόμενο εδάφιο, όπου ξεδιπλώνει το ουσιώδες περιεχόμενο αυτού του υπερτάτου αντικειμένου της πίστης.

Εδάφιο 25
«Ος παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών».
«Ο οποίος παραδόθηκε εις θάνατον για τα παραπτώματα μας και αναστήθηκε δια την δικαίωσιν μας.»

Στον τίτλο, «Κύριος μας», υπάρχει ενσωματωμένη η ιδέα μιας πολύ βαθειάς σχέσης, μιας πολύ βαθειάς ενότητας μεταξύ του Ιησού και εμάς των ιδίων. Αυτή η βαθειά και γεμάτη χάρη ενότητα συνοψίζεται σε δύο συμμετρικές προτάσεις, οι οποίες, με λίγους, καθαρούς και συγκεκριμένους όρους, παρουσιάζουν τις δύο κύριες όψεις της.
«Ος παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών». Ίσως εδώ ο Παύλος με το «παρεδόθη» να θέλει να μας θυμίση την περιγραφή του υπηρέτη του Ιεχοβά, που αναφέρη ο Ησαϊας στο ΝΓ: «Η ψυχή του παρεδόθη εις θάνατον» (εδ. 12). Αυτός που παραδίδει, σύμφωνα με το Ρωμαίους Η32, είναι ο Ίδιος ο Θεός: «Ο οποίος δεν ελυπήθη τον υιόν του αλλά τον παρέδωσε για όλους εμάς.» Ο Απόστολος στο Γ25 μας έχει πει για ποιόν σκοπό ήταν αναγκαία αυτή η πράξη. Ήταν ανάγκη να αποκαλυφθεί φανερά η δικαιοσύνη του Θεού. Ο κάθε αμαρτωλός έπρεπε να φερθεί σε μια θέση τέτοια που να πει: «Κύττα τι μου άξιζε»! Έτσι ικανοποιήθηκε η δικαιοσύνη, και έγινε δυνατή η συγνώμη.
«Και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών». Κατά τον ίδιον τρόπον όπως ο Ιησούς πέθανε λόγω των παραπτωμάτων μας, λόγω δηλαδή της καταδίκης που μας άξιζε, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπον ανεστήθη λόγω της δικαίωσης μας που πραγματοποιήθηκε. Η αμαρτία μας Τον είχε οδηγήσει στον θάνατο. Η δικαίωση μας Τον ανέστησε. Πως όμως έτσι;
Άπαξ και επιτελέσθηκε η εξιλέωση των παραβάσεων μας με τον θάνατο Του, και αναγνωρίσθηκε το δίκηο της δικαιοσύνης του Θεού, ο Θεός θα μπορούσε τώρα ν” αναγγείλει την συλλογική απαλλαγή των μελλόντων να πιστεύσουν, και το έκανε. Μια απόφαση δικαίωσης υπέρ του ενόχου ανθρώπου αναγγέλθηκε πάνω στο αίμα της θυσίας. Η καταδίκη εξαλείφθηκε. Τώρα, εμπρός σ” αυτό το γεγονός, θα πρέπει αναγκαστικά να επιτελεσθεί μια αντίστοιχη αλλαγή στο πρόσωπο του Ιδίου του Χριστού. Δια του ιδίου νόμου της ενότητας δια του οποίου η καταδίκη μας Τον είχε οδηγήσει στον σταυρό, η δικαίωση μας πρέπει να μετασχηματίσει τον θάνατο Του σε ζωή. Όταν ο οφειλέτης αποδεικνύεται αφερέγγυος, ο εγγυητής του ρίχνεται μαζί του στην φυλακή. Αλλ” ευθύς ως αυτός ο τελευταίος καταφέρνει να πληρώσει το χρέος, ο οφειλέτης ελευθερώνεται νόμιμα, και μαζί του ελευθερώνεται και ο εγγυητής του, μια και αυτός δεν βαρύνεται με δικό του χρέος. Τέτοιος είναι ο δεσμός της ενότητας που σχηματίσθηκε απ” το σχέδιο του Θεού μεταξύ μας και του Χριστού. Το μέλλον μας είναι κυριολεκτικά συνυφασμένο με το δικό Του: Εμείς αμαρτάνομε, Αυτός πεθαίνει. Εμείς δικαιωνόμαστε, Αυτός ξαναζεί. Έτσι εξηγείται και το Α” Κορινθίους ΙΕ17: «Εάν δε ο Χριστός δεν έχει αναστηθή…ευρίσκεσθε ακόμα μέσα στις αμαρτίες σας.» Όσο ο εγγυητής είναι στην φυλακή, το χρέος δεν είναι πληρωμένο. Το άμεσο αποτέλεσμα της πληρωμής θα ήταν η αποφυλάκιση του. Ακριβώς το ίδιο, αν ο Ιησούς δεν ανασταινόταν, θα αγνοούσαμε αν το χρέος μας είχε εξοφληθεί, μάλλον θα είμασταν σίγουροι ότι δεν είχε. Η ανάσταση Του είναι η απόδειξη της δικαίωσης μας, μόνον και μόνον διότι είναι το αναγκαστικό αποτέλεσμα αυτής. Εάν στον νεκρό Χριστό η ανθρωπότητα χάνεται καταδικασμένη, στον αναστημένο Χριστό εμφανίζεται απαλλαγμένη από το χρέος της.
(Η άλλη ερμηνεία θα ήταν, «Ο οποίος παραδόθηκε για να απομακρύνη τα παραπτώματα μας και αναστήθηκε για να εξασφαλίσει την δικαίωση μας.»)
Και τώρα ποιό είναι το μέρος της πίστης της δικής μας σε σχέση με την ανάσταση, όταν αντιλαμβανόμαστε αυτή την τελευταία όπως αναπτύχθηκε πιο πάνω; Είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό της πίστης του Αβραάμ σε σχέση με την Θεία υπόσχεση. Ακούγοντας την υπόσχεση, ο Αβραάμ σταμάτησε να θεωρεί τον εαυτόν του όπως φαινόταν στα μάτια του, και άρχισε να τον βλέπει έτσι όπως τον έκανε η υπόσχεση. Έτσι και με την ανάσταση του Ιησού, άπαξ και αυτό το γεγονός επιτελέσθηκε, δεν πρέπει πλέον να δούμε τους εαυτούς μας όπως τούτοι παρουσιάζονται στην δική μας θέα, στη δική μας αντίληψη, αλλά όπως τούτο το γεγονός μας αποκαλύπτει ότι είμαστε, δικαιωμένοι. Και τούτο διότι αυτή η ανάσταση είναι η ενσάρκωση της δικαίωσης μας. Εάν ο θάνατος Του είναι η πληρωμή του χρέους μας, η ανάσταση Του είναι η βεβαίωση αυτής της πληρωμής.
Έτσι τελειώνει η ανάλυση της αρμονίας μεταξύ της αποκάλυψης της Παλαιάς Διαθήκης και της δικαίωσης δια πίστεως, που απεκαλύφθη στο Ευαγγέλιο. Η μεγάλη αλήθεια της δικαίωσης δια πίστεως διατυπώθηκε πρώτα συνοπτικά στο Γ21,22. Στην συνέχεια τοποθετήθηκε στο ιστορικό της θεμέλιο, το έργο του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού, Γ23,26. Μετά βεβαιώθηκε η συμφωνία της με την Παλαιά Διαθήκη, πρώτα με το πνεύμα του νόμου, Γ27-31, μετά με το παράδειγμα του Αβραάμ, Δ1-24.
Εδώ μπορεί ακόμα να υψωθεί μια ερώτηση: Αυτή η δικαίωση δια πίστεως, που μας σώζει επί του παρόντος, ισχύει και για το μέλλον; Μπορεί να είμαστε βέβαιοι για την σωτηρία μας και τότε στην τελική κρίση; Το επόμενο κομμάτι αφιερώνεται στην απάντηση αυτής της τόσο σοβαρής ερώτησης. Έτσι θα ολοκληρωθεί το θέμα της δικαίωσης δια πίστεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5

Η Βεβαιότητα της Τελικής Σωτηρίας γι” Αυτούς που Πιστεύουν. Ε1-11.
Εδώ ο Παύλος στρέφει την προσοχή του στο μέλλον που ανοίγεται εμπρός στην δικαιωμένη ψυχή. Με το που δικαιώθηκε, δεν έφθασε και στον στόχο της. Την περιμένει μια πορεία δοκιμασιών και μαχών. Θα κρατήσει άραγε τούτη η κατάσταση της δικαίωσης έως ότου μπορέσει να πάρει στην κατοχή της την τελειωτική σωτηρία; Η ανησυχία για την Θεία οργή υφίσταται πάντα στα ενδόμυχα της καρδιάς του ανθρώπου. Ένα παράπτωμα αρκεί να την ξυπνήσει. Ποιόν δικαιωμένο δεν τον απασχολεί μερικές φορές η ανήσυχη ερώτηση, «θα ισχύσει άραγε η απόφαση δια της οποίας η πίστη μου μου λογαριάσθηκε για δικαιοσύνη εμπρός στην κρίση;». Ή, «θ” αντέξη τούτη η κατά χάριν σωτηρία, για την οποία τώρα χαίρομαι, στην ημέρα της οργής (εδ. 9);». Το ακόλουθο τμήμα δίνει απάντηση σ” αυτόν τον φόβο που είναι φορές που αναβιώνει μέσα στον πιστό.
Και όπως συχνά κάνει ο Παύλος, το θέμα του όλου τμήματος συνοψίζεται στις πρώτες λέξεις, εδάφια 1,2.

Εδάφια 1,2
«Δικαιωθέντες ουν εκ πίστεως ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι” ου και την προσαγωγήν εσχήκαμεν τη πίστει εις την χάριν ταύτην εν η εστήκαμεν, και καυχώμεθα επ” ελπίδι της δόξης του Θεού.»
«Αφού λοιπόν εδικαιωθήκαμε δια της πίστεως, έχομεν ειρήνην με τον Θεόν δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δια του οποίου έχομεν δια της πίστεως και την είσοδον εις την χάριν αυτήν, εις την οποίαν στεκόμεθα, και καυχώμεθα δια την ελπίδα μας εις την δόξαν του Θεού.»

«Δικαιωθέντες ουν εκ πίστεως ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν»: «Μια και έχομε πετύχει μέσω της πίστης την απόφαση της δικαίωσης μας απ” τον Θεό, βρισκόμαστε, αναφορικά ως προς Αυτόν, σε μια κατάσταση ειρήνης, η οποία εκτοπίζει απ” τον νουν μας τον φόβο της οργής.»
«Δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Μερικοί το εξηγούν ότι αναφέρεται στο έργο της εξιλέωσης που περιεγράφη προηγουμένως. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι, γιατί στο έργο εξιλέωσης αναφέρεται ειδικά το επόμενο εδάφιο 2.
Όταν ο Απόστολος λέγει, «Ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν», εννοεί: Μπορούμε από τώρα να θεωρήσωμε τον Θεό με ολοκληρωτική γαλήνη, όχι μόνον αναφορικά με το παρελθόν, αλλά επίσης και για το μέλλον, και ακόμα για τότε στην κρίση. Διότι, όπως θα μας αναπτύξει και στη συνέχεια, εν Χριστώ έχομεν, πέραν της μεσιτείας του θανάτου Του, δια της οποίας έχομεν ήδη δικαιωθεί («δικαιωθέντες»), και εκείνη της ζωής Του, δια της οποίας και θα διατηρηθούμε σ” αυτή την κατάσταση της σωτηρίας (σύγκρινε τα εδάφια 9,10 που είναι η αυθεντική εξήγηση του «δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»). Όπως είναι στο πρόσωπο του Χριστού που οφείλομε την είσοδο στην χάρη (εδ. 2), είναι το ίδιο το πρόσωπο του Χριστού που μας βεβαιώνει για την ολοκλήρωση της σωτηρίας μας (εδ. 1).
Στο εδάφιο 2 ο Παύλος μας θυμίζει ότι ο Ιησούς, ο οποίος κάνει από τούδε την σωτηρία μας σίγουρη («δια της ζωής του», εδ. 10), είναι ο ίδιος μεσίτης που έχει ήδη εξαγοράσει την δικαίωση μας («δια του θανάτου του»). Έτσι εξηγείται το «δι” ου και».
«Εις την χάριν ταύτην εν η εστήκαμεν». Ο παρακείμενος «εστήκαμεν» δηλώνει: Έχομε τοποθετηθεί σ” αυτή την κατάσταση, και είμαστε συνεχώς σ” αυτή.
«Αλλά και καυχώμεθα επ” ελπίδι της δόξης του Θεού». «Όχι μόνον δεν φοβόμαστε πλέον κανένα κακό απ” το χέρι του Θεού, αλλά αντίθετα, καθώς η σκέψη μας πηγαίνει σ” Αυτόν, στη καρδιά μας υψώνεται γεμάτη χαρά η ελπίδα για κάθε ευλογία απ” Αυτόν.» Είναι το αίσθημα της ασφάλειας που γεννά η προσδοκούμενη χαρά του θριάμβου.
Τούτες οι λέξεις εκφράζουν πιο φανερά ακόμα την σιγουριά του δικαιωμένου ανθρώπου σε σχέση με το μέλλον του. Στην πραγματικότητα, το αντικείμενο αυτής της θριαμβευτικής πεποίθησης είναι η βεβαία ελπίδα της δόξας.
Η φράση, «Η δόξα του Θεού», δηλώνει την ένδοξη κατάσταση που κατέχει ο Ίδιος ο Θεός, και στην οποία πρόκειται να εισάγει τον πιστό (ιδέ πάνω στο Γ23).
Το «καυχάσθαι» είναι η ευλογημένη πεποίθηση, και η ενεργητική (αλλά ταπεινή, Α” Κορ. Α31) ομολογία της βεβαιότητας εν Θεώ.
Αλλά κάποιος θα ρωτήσει τον Απόστολο: Και τα βάσανα, οι δοκιμασίες της ζωής; Αυτά δεν τα λογαριάζεις; Δεν φοβάσαι ότι θα σε κάνουν να χαμηλώσης τον τόνο σου; Όχι, καθόλου. Αυτά το μόνο που θα κάνουν είναι να τροφοδοτήσουν και ν” ανανεώσουν την ελπίδα, που είναι το έδαφος αυτής της καύχησης. Αυτή η απάντηση είναι που περιέχεται και δικαιολογείται στα επόμενα εδάφια.

Εδάφια 3,4
«Ου μόνον δε, αλλά καυχώμεθα εν ταις θλίψεσιν, ειδότες ότι η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα.»
«Όχι μόνον αυτό, αλλά καυχώμεθα και δια τας θλίψεις, διότι γνωρίζομεν ότι η θλίψις παράγει υπομονήν, η δε υπομονή δοκιμασμένον χαρακτήρα, ο δε δοκιμασμένος χαρακτήρας ελπίδα.»

Ο Παύλος κάνει τα ίδια τα βάσανα αιτία για καύχηση. Αυτή η παράξενη σκέψη εξηγείται απ” ό,τι ακολουθεί, διότι αποδεικνύεται ότι είναι τα βάσανα που κάνουν την ελπίδα να ξεσπάσει μ” όλη της την δύναμη. Και είναι αυτό το ξέσπασμα της ελπίδας που οδηγεί στο «καυχάσθαι».
Σαν πρώτο βήμα, η θλίψη κατεργάζεται «υπομονή».
«Υπομονή» είναι από το υπό+μένω, που σημαίνει, είμαι από κάτω και σηκώνω ένα φορτίο (δοκιμασίες, κτυπήματα, οτιδήποτε μπορεί να είναι αυτό).
Η υπομονή με την σειρά της εργάζεται «δοκιμήν». Αυτή είναι η κατάσταση μιας δύναμης ή αρετής που έχει περάσει και αντέξει δοκιμασίες. Λέμε, για παράδειγμα, «αυτός είναι δοκιμασμένης αντοχής», ή «η προσφορά αυτού είναι δοκιμασμένη». Εν προκειμένω, η δύναμη που βγαίνει νικήτρια απ” την μάχη της υπομονής, είναι αναμφίβολλα η πίστη του Χριστιανού, η αξία της οποίας του έχει αποδειχεί τώρα στην πράξη. Είναι ένα του όπλο, του οποίου αυτός γνωρίζει από τούδε την αξία.
Η λέξη «δόκιμος» συχνά δηλώνει, κατά την ίδια έννοια, τον δοκιμασμένον Χριστιανό, τον άνθρωπο που έχει δείξει στην πράξη τι είναι (σύγκρινε ΙΔ18, και το αντίθετο, Α” Κορ. Θ 27).
Όταν τελικά ο πιστός έχει δοκιμάσει την Θεία δύναμη, με την οποία τον γεμίζει η πίστη του εν μέσων των θλίψεων, αισθάνεται την ελπίδα του να υψώνεται. Τίποτα που θα μπορούσε πλέον να του συμβεί στο μέλλον δεν μπορεί να τον τρομάζει. Η προσδοκία της δόξας του ανοίγεται πλησιέστερα και πιο λαμπρά. Πόσοι Χριστιανοί δεν είναι που έχουν δηλώσει ότι ποτέ δεν είχαν γνωρίσει την χαρά της πίστης και την ζωντανή ελπίδα, έως ότου την κέρδισαν μέσω των θλίψεων!
Επειδή, όμως, υπάρχουν και απατηλές ελπίδες, ο Απόστολος προσθέτει ότι αυτή για την οποία ομιλεί (την ελπίδα της δόξας, εδ. 2) δεν κινδυνεύει να διαψευσθεί από τα γεγονότα.

Εδάφιο 5
«Η δε ελπίς ου καταισχύνει, ότι η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν.»
«Η δε ελπίς δεν ντροπιάζει, διότι η αγάπη του Θεού είναι χυμένη στις καρδιές μας δια του Πνεύματος του Αγίου που μας εδόθηκε.»

Σ” αυτό το εδάφιο περιέχεται το κεντρικό νόημα του όλου χωρίου. Απ” το ένα μέρος συνδέεται κατ” ευθείαν με τα δύο πρώτα εδάφια, που λένε: «Δεν αισθανόμαστε πλέον κανέναν φόβο. Αντίθετα, καυχόμεθα εις την ελπίδα της δόξης, μια ελπίδα που γίνεται λαμπρότερη απ” τις θλίψεις». Απ” το άλλο μέρος, αυτό το εδάφιο περιέχει όλα που ακολουθούν. Αυτή η ελπίδα δεν θα διαψευσθεί στο τέλος απ” το γεγονός. Και είναι αυτό, που το δεύτερο μέρος του χωρίου προβαίνει ν” αποδείξη (εδ.6-11).
Η λέξη «καταισχύνει» αναφέρεται στην μη πραγματοποίηση της ελπίδας, όταν σημάνει η ώρα της δόξας. Το υπό ερώτηση ζήτημα εδώ είναι η τρομερή θέση του ανθρώπου που δικαιώθηκε, και ο οποίος, στην ημέρα της κρίσης, θα εύρισκε αιφνίδια τον εαυτόν του πρόσωπο προς πρόσωπο με το ξέσπασμα της οργής του Θεού. Ο Παύλος δηλώνει μια τέτια υπόθεση αδύνατη. Γιατί; Διότι η πηγή της ελπίδας του είναι η αποκάλυψη του Ιδίου του Θεού την οποίαν έχει λάβει, είναι η αγάπη Του της οποίας αυτός είναι τώρα το αντικείμενο. Άρα η αφύπνιση της Θείας οργής εναντίον του, είναι πλέον κάτι που είναι αδύνατον να γίνει. Πως μπορεί ο Θεός να οργισθεί ενάντια σε κείνο που αποδέχεται και αγαπά;
Η «αγάπη του Θεού» δεν μπορεί να δηλώνει εδώ την αγάπη την δική μας για τον Θεό. Είναι η αγάπη του Θεού για μας.
«Εκκέχυται», απ” την καρδιά του Θεού, όπου αυτή η αγάπη έχει την πηγή της, στην δική μας.
Ο παρακείμενος που χρησιμοποιείται εδώ, δηλώνει ότι υπήρξε κάποια στιγμή στο παρελθόν, όταν αυτή η έκχυση αγάπης έλαβε χώρα, και ότι από τότε δεν έχει σταματήσει. Υπήρξε μια πράξη αποκάλυψης εκ μέρους του Θεού στην καρδιά του πιστού, καρπός της οποίας είναι η μόνιμη εντύπωση της αγάπης του Θεού γι” αυτόν, που σχηματίσττηκε μέσα του. Το μέσον αυτής της μετάγγισης της Θείας αγάπης στην καρδιά είναι το Άγιο Πνεύμα. «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν.» Στη Γραφή διαβάζουμε, Α” Κορ. Β10-12, ότι αυτό το Θείο Ον, αφού έχει ερευνήσει τα βάθη του Θεού, τα αποκαλύπτει στο άνθρωπο, στον οποίον μεταδίδει τον εαυτόν του Θεού. Δια του τρόπου αυτού γινόμαστε κοινωνοί των αισθημάτων που διακατέχουν την Θεία καρδιά, ειδικά του αισθήματος το οποίον τρέφει για μας.
Το έργο του Πνεύματος συνίσταται γενικά στο να γκρεμίζει τους φραγμούς μεταξύ όντων, και να τα τοποθετεί σε μια κοινή φωτεινή ατμόσφαιρα, στην οποία ο καθένας ακούει τον κτύπο της καρδιάς του άλλου, σαν να ήταν δική του. Και είναι αυτή η σχέση στην οποία το Πνεύμα φέρνει, όχι μόνον άνθρωπο με άνθρωπο, αλλά και τον άνθρωπο με τον Ίδιο τον Θεό (σύγκρινε και Ιωάννη ΙΔ 19,20).
Το «δοθέντος» μας θυμίζει δύο πράγματα: Την στιγμή όταν ο ίδιος ο ουρανός άνοιξε στον πιστό, και τον αντικειμενικό και τέλειο χαρακτήρα αυτής της εσωτερικής αποκάλυψης. Δεν ήταν μια περίπτωση έξαρσης ή εξημμένης φαντασίας. Ήτο ο Θεός που μετέδωσε τον εαυτόν Του (σύγκρινε και Ιωάννη ΙΔ21 και 23).
Το υπό συζήτηση θέμα εδώ είναι ν” αποδείξη ότι αυτή η ελπίδα της δόξας, της οποίας πηγή είναι η εσωτερική αποκάλυψη της αγάπης του Θεού, δεν θα διαψευσθεί απ” τα γεγονότα την ημέρα της κρίσης. Γι” αυτόν τον σκοπό να τι κάνει ο Απόστολος: Δεν προβάλλει, δεν επικαλείται απλά ένα εξωτερικό γεγονός, ήδη παρελθόν (την θυσία του Κυρίου μας). Διεισδύει στην ουσία εκείνης της εσωτερικής αποκάλυψης της αγάπης του Θεού, για την οποία μόλις μίλησε στο εδάφιο 5. Αναλύει, να το πούμε έτσι, το περιεχόμενο της, και μετασχηματίζοντας αυτό το ανέκφραστο αίσθημα σ” έναν ακριβή συλλογισμό, συνάγει απ” αυτόν το ακόλουθο επιχείρημα, που είναι εκείνο του Ιδίου του Πνεύματος στην καρδιά του πιστού: «Ο Θεός σε αγάπησε όταν ακόμα ήσουν αμαρτωλός, δίδοντας σου μια τέτια απόδειξη αγάπης, που οι άνθρωποι δεν δίνουν ο ένας στον άλλον, όσο και αν σέβονται, όσο και αν θαυμάζουν ο ένας τον άλλον, όσο και αν η αφοσίωση του ενός προς τον άλλον φθάσει στο υπέρτατο της σημείο (εδ. 6-8). Τούτη η αγάπη του Θεού για σένα αποκαλύφθηκε στο γεγονός της λύτρωσης. Αν τώρα σε αγάπησε έτσι ενώ ήσουν εχθρός Του, πόσο πιο βέβαιος πρέπει να είσαι για αυτήν Του την αγάπη τώρα που δεν είσαι πλέον εχθρός αλλά φίλος!». Είναι το συμπέρασμα που αναφέρει στα εδάφια 9,10: «Εάν τότε, που ήσουν ακόμα εχθρός Του, ο Θεός σε βεβαίωσε για μια αγάπη πέραν από κάθε σύγκριση, είναι παράλογο τώρα εσύ, που συμφιλιώθηκες μαζί Του, που δικαιώθηκες, να φοβάσαι ότι θα ξαναπέσεις πάλι κάτω απ” την οργή Του».
Όλη τούτη η λογική επιχειρηματολογία είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί το Άγιο Πνεύμα στην καρδιά του πιστού, και με την οποίαν στηρίζει την ελπίδα του, ακόμα και ανάμεσα σε θλίψεις εδώ στη γη.
Ας το δούμε αναλυτικά:

Εδάφια 6-8
«Έτι γαρ Χριστός όντων ημών ασθενών κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε. Μόλις γαρ υπέρ δικαίου τις αποθανείται. Υπέρ γαρ του αγαθού τάχα τις και τολμά αποθανείν. Συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε.»
«Διότι όταν εμείς είμεθα ακόμη αδύνατοι, ο Χριστός επέθανε κατά τον ωρισμένον καιρόν υπέρ των ασεβών. Διότι μετά δυσκολίας θα πεθάνη κανείς δι” έναν δίκαιον. Δια τον αγαθόν ίσως τολμήση κανείς να πεθάνει. Ο Θεός όμως αποδεικνύει την αγάπην του σε μας με το ότι, ενώ εμείς είμεθα ακόμη αμαρτωλοί, ο Χριστός επέθανε για μας.»

Το «γαρ» μπορούμε να το αποδώσωμε καλλίτερα με το «πράγματι». «Και πράγματι, ο Θεός απέδειξε την αγάπη Του σε μας, όταν ακόμη είμασταν σε μια κατάσταση που μας καθιστούσε τελείως αναξίους ως προς αυτήν.» Η εσωτερική αποκάλυψη της Θείας αγάπης, δια της οποίας το Άγιο Πνεύμα βεβαιώνει τον πιστό ότι η ελπίδα του της δόξας δεν θα διαψευσθεί, πρόκειται εδώ να τεθεί σε πλήρες φως.
Το εδάφιο 6 περιγράφει την θλιβερή κατάσταση στην οποίαν είμασταν, κατά τον χρόνον όταν η Θεία αγάπη απλώθηκε και σε μας. Είμασταν «ασθενείς». Τούτη η λέξη εκφράζει ολοκληρωτική ανικανότητα για το καλό, την έλλειψη κάθε ηθικής ζωής, την έλλειψη κάθε καρποφορίας σε καλά έργα. Δεν ήταν σίγουρα μια κατάσταση που θα μπορούσε να κερδίσει για μας την συμπάθεια της Θείας αγιότητας. Αντιθέτως, το θέαμα ενός γένους βυθισμένου σε τέτοια επαίσχυντη ανικανότητα, της προξενούσε αποστροφή.
«Κατά καιρόν». Ήταν η τελευταία ώρα, η ώρα που η ανεκτικότητα του Θεού είχε φθάσει στα όρια της (Γ26). Εάν ο Θεός δεν συγχωρούσε τότε, έπρεπε να κρίνη. Ίσως όμως και να θέλει να πει μ” αυτές τις λέξεις, ότι τούτη η ώρα ήταν η πιό κατάλληλη για το ανθρώπινο γένος, γιατί έχοντας δοκιμάσει τώρα πλήρως την δυστυχία του, ήταν περισσότερο διατεθειμένο να δεχθεί με πίστη την σωτηρία που του πρόσφερε ο Θεός. Η πρώτη ερμηνεία φαίνεται να είναι πιο κοντά στην σκέψη του Παύλου.
Η ανικανότητα του ανθρωπίνου γένους για το καλό, η ηθική τους ασθένεια, προήλθε απ” τον χωρισμό τους απ” τον Θεό, απ” την θεληματική τους επανάσταση εναντίον Του. Αυτό είναι που ο Απόστολος φανερώνει με τις λέξεις, «υπέρ ασεβών», που δείχνουν την συγκεκριμένη πλευρά της ανθρωπίνης διαστροφής. Η αρρώστεια τους εμπνέει αποστροφή. Η ασέβεια τους προσελκύει οργή. Και ήταν όταν είμασταν βυθισμένοι σ” αυτήν την αποτρόπαια κατάσταση αδυναμίας και ασέβειας, που μας εδόθη η μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης, το ότι ο Χριστός επέθανε για μας, για λογαριασμό μας («υπέρ»).
Για να ρίξη φως σ” αυτόν τον ολοκληρωτικά εξαιρετικό χαρακτήρα της αγάπης που αποκαλύφθηκε στο ανθρώπινο γένος με τον θάνατο του Χριστού, ο Απόστολος συγκρίνει τούτη την ενέργεια του Θεού, με τις ευγενέστερες και σπανιώτερες αποδείξεις αφοσίωσης, που παρουσιάζονται απ” την ιστορία του γένους μας. Και ζητά από μας να μετρήσωμε την απόσταση, που ακόμα χωρίζει αυτές τις πράξεις ηρωισμού απ” την θυσία του Θεού, εδάφια 7,8.
«Μόλις γαρ υπέρ δικαίου τις αποθανείται. Υπέρ γαρ του αγαθού τάχα τις και τολμά αποθανείν. Συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε.»
«Διότι μετά δυσκολίας θα πεθάνη κανείς δι” έναν δίκαιον. Δια τον αγαθόν ίσως τολμήση κανείς να πεθάνει. Ο Θεός όμως αποδεικνύει την αγάπην του σε μας με το ότι, ενώ εμείς είμεθα ακόμη αμαρτωλοί, ο Χριστός επέθανε για μας.»
Στο εδάφιο 7 υποθέτει δύο περιπτώσεις στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, την μια τόσο ασυνήθιστη, που μετά δυσκολίας («μόλις») μπορεί να είναι δυνατή, την άλλη δύσκολα πραγματικά και να την φανταστείς, αλλά που μπορεί να την υποθέση κάποιος («τάχα»).
«Υπέρ του αγαθού». Ίσως το «αγαθό» να είναι εδώ σε γένος ουδέτερο, και να μην εννοεί τον «αγαθό άνθρωπο», αλλά το «αγαθό», έναν άγιο σκοπό δηλαδή. Για παράδειγμα, την εκπλήρωση ενός ιερού καθήκοντος για το οποίο κάποιος θυσιάζει την ζωή του, ή την υπεράσπιση του νόμου, όταν παραμένει πιστός έως θανάτου, ή την απελευθέρωση της πατρίδας, για την οποία τόσοι άνθρωποι έχουν θυσιασθεί, ή το καλό της ανθρωπότητας γενικά, που έχει εμπνεύσει τόσες πράξεις ηρωικής αφοσίωσης.
Δέστε λοιπόν, σε μερικές τελείως ασυνήθιστες περιπτώσεις, που μπορεί να υψωθεί η αφοσίωση του ανθρώπου στις ύψιστες αποκαλύψεις της. Να θυσιάσεις την ζωή σου για έναν του οποίου ο έντιμος χαρακτήρας εμπνέει σεβασμό, δύσκολα! Να θυσιασθείς στον βωμό μιας ιδέας, της οποίας το μεγαλείο ή η αγιότητα σε διακατέχει, ίσως ναί! Και να τώρα η συμπεριφορά του Θεού προς εμάς, τοποθετημένη δίπλα σ” αυτές τις υψηλές πράξεις της ανθρωπίνης αφιέρωσης:
«Συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε.» Αυτό που ο άνθρωπος δύσκολα κάνει για ό,τι αξίζει πιο πολύ θαυμασμού και αγάπης, ο Θεός το έχει κάνει για κείνο που άξιζε μόνον την αγανάκτηση Του και την απέχθεια Του. Εδώ είναι το γεγονός δια του οποίου ο Θεός αποδεικνύει, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, την πραγματικότητα της αγάπης Του.
Ο Απόστολος λέγει, «την εαυτού αγάπην»: Την αγάπη που είναι ιδιάζουσα σ” Αυτόν. Τούτη η έκφραση φέρει σε αντίθεση τον τρόπο αγάπης του Θεού με τον δικό μας. Ο Θεός δεν μπορεί να κυττάξει πάνω απ” Αυτόν, ν” αφιερώσει τον εαυτόν Του σ” ένα όν μεγαλύτερης αξίας απ” Αυτόν, όπως μπορούμε να κάνωμε εμείς. Η αγάπη Του στρέφεται σε κείνο που είναι κάτω απ” Αυτόν (Ησαϊας ΝΖ15), και παίρνει ακόμα τον χαρακτήρα θυσίας για λογαριασμό εκείνου που είναι ολοκληρωτικά ανάξιος Του.
«Ότι…»: Εδώ είναι το γεγονός δια του οποίου ο Θεός έχει αποδείξει τον ιδιαίτερο τρόπο, του πως αγαπά.
Το «έτι» υπονοεί τούτη την ιδέα: Ότι δεν υπήρχε ακόμη στην ανθρωπότητα η ελαχίστη πρόοδος προς το καλό, που θα μπορούσε να εξασφαλίσει γι” αυτήν μια τέτοια αγάπη. Ήταν «ακόμη» βυθισμένη στο κακό (Εφ. Β1-7).
«Χριστός υπέρ ημών απέθανε». Τούτες οι λέξεις, σ” ένα κείμενο όπως αυτό εδώ, υπονοούν την στενή σχέση ουσίας που ενώνει τον Χριστό με τον Πατέρα Θεό. Με τον άνθρωπο που θυσιάζει τον εαυτόν του, ο Παύλος συγκρίνει τον Θεό που θυσιάζει τον Χριστό. Αυτός ο παραλληλισμός δεν θα είχε καμμία έννοια, εκτός εάν η θυσία του Χριστού ήταν για τον Θεό η θυσία του εαυτού Του. Διαφορετικά η θυσία του Θεού θα ήταν κατώτερη από εκείνη του ανθρώπου, ενώ είναι άπειρα ανώτερη απ” αυτήν.
Στα εδάφια 6-8 δείχθηκε ότι ο Θεός μας αγάπησε όντας αμαρτωλούς. Μας αγάπησε όπως εμείς δεν αγαπάμε ό,τι είναι το πλέον εξαίρετο. Το λογικό συμπέρασμα τώρα από τούτο το γεγονός: Εάν κάποιος έχει κάνει το μέγιστο για τους εχθρούς του, πως θα αρνηθεί το ελάχιστο για τους φίλους του; Είναι η κεντρική ιδέα των επομένων εδαφίων.

Εδάφια 9,10
«Πολλώ ουν μάλλον δικαιωθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι” αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού.»
«Πολύ περισσότερον λοιπόν αφού εδικαιωθήκαμε τώρα δια του αίματος του, θα σωθούμε δι” αυτού από την οργήν. Διότι εάν, όταν είμεθα εχθροί, συμφιλιωθήκαμε με τον Θεόν δια του θανάτου του Υιού του, πολύ περισσότερον, αφού συμφιλιωθήκαμε, θα σωθούμε δια της ζωής του.»

Με το «ουν» συμπεραίνεται η αγάπη που πρέπει να ελπίζωμε, απ” την απόδειξη της αγάπης που ήδη ελάβαμε.
«Πολλώ μάλλον»: «Πολύ μάλλον σίγουρα», όχι «πολύ περισσότερον άφθονα».
«Δικαιωθέντες νυν εν τω αίματι αυτού». Τούτες οι λέξεις συνοψίζουν το έργο που έχει ήδη ολοκληρωθεί.
«Σωθησόμεθα δι” αυτού από της οργής». Ποιά να είναι άραγε αυτή η οργή απ” την οποίαν έχομε ακόμα να σωθούμε; Είναι εκείνη που αναφέρεται απ” τον Παύλο, Β5,6, στις λέξεις: «Η ημέρα της οργής και αποκάλυψης της δίκαιας κρίσης του Θεού», η ημέρα όταν «ο Θεός θα αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του» (σύγκρινε Α” Θεσσ. Α10, Β” Θεσσ. Α8). Ο Κύριος μας μιλά, Λουκάς ΙΒ47,48, για την τιμωρία που περιμένει τον υπηρέτη που γνώριζε το θέλημα του κυρίου του και δεν το έκανε: «Θα δαρθεί πολύ», «Σε όποιον δίδεται πολύ θα του ζητηθή περισσότερον».
Τούτα όλα είναι αιτία για σοβαρή επαγρύπνιση εκ μέρους του δικαιωθέντος ανθρώπου, όχι όμως και για φόβο. Ο Παύλος εξηγεί το γιατί: Στον Χριστό δεν βρίσκομε μόνον την εξιλέωση (το αίμα) δια της οποίας μας έχει εισάγει στην κατάσταση της δικαίωσης. Βρίσκομε και το ζωντανό Του πρόσωπο, τώρα δοξασμένο, και επομένως σε θέση να μεσολαβήσει με νέους πλέον τρόπους για λογαριασμό του δικαιωθέντος, και να φέρει σε επιτυχές τέλος το έργο της σωτηρίας, που τόσο καλά άρχισε με αυτόν. Αυτή είναι η έννοια των λέξεων, «σωθησόμεθα δι” αυτού». Εδώ να θυμηθούμε και τα εδάφια, Ρωμαίους Η34: «Ο Χριστός είναι εκείνος που επέθανε, και, ακόμη περισσότερον, αναστήθηκε, ο οποίος είναι εις τα δεξιά του Θεού, ο οποίος μεσιτεύει για μας.» Ιδέ και Γαλάτας Β20, Εβραίους Ζ25, Ιωάννης ΙΔ19. Όταν ο Παύλος λέγει στο εδάφιο 1, «ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν», θα πρέπει να έχει τα μάτια του ήδη στραμμένα στο μέλλον, στην τελική σωτηρία.
Το εδάφιο 10 («Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού.») είναι, αν θέλωμε να ακριβολογήσωμε, μια πιο περιεκτική επανάληψη του θέματος του εδαφίου 9. Ο Παύλος κάνει την αιτιολογία πιο φανερή, α) Προσθέτοντας τον όρο «εχθροί», που καθιστά τον χαρακτήρα της απόδειξης πιο φανερό. β) Υποκαθιστόντας το «δικαιωθέντες» (εδ. 9) με το «συμφιλιωθέντες», που αντιστοιχεί καλλίτερα στην λέξη «εχθροί». γ) Περιγράφοντας τον θάνατο του Ιησού σαν εκείνον του «Υιού του Θεού», πράγμα που παρουσιάζει πιο εντυπωσιακά την αξία τούτου του θανάτου. δ) Εξηγόντας το κάπως αόριστο «δι” αυτού» (εδ. 9), με την πιο ακριβή έκφραση, «δια της ζωής του».
Σε τούτο το εδάφιο δείχνονται τα τρία στάδια της κατάστασης του ανθρώπου: «Εχθροί», «Συμφιλιωθέντες», «Σωθέντες». Η Θεία αγάπη, που μας έφερε απ” το πρώτο στο δεύτερο, είναι σίγουρο ότι θα μας φέρει και από το δεύτερο στο τρίτο.
Οι όροι, «ασθενείς», «ασεβείς», «αμαρτωλοί» (εδ. 6 και 8), συνοψίζονται εδώ στον όρο «εχθροί». Να δηλώνει άραγε τούτη η λέξη την εχθρότητα του ανθρώπου προς τον Θεό, ή εκείνη του Θεού προς τον άνθρωπο; Μισούντες τον Θεό, ή μισούμενοι απ” τον Θεό;
Η πρώτη έννοια θα ήταν προφανώς ανεπαρκής στο κείμενο. Η εχθρότητα πρέπει, πάνω απ” όλα, ν” ανήκει σ” Αυτόν, στον Οποίον αποδίδεται και η «οργή». Το αίμα του Χριστού, μέσω του οποίου έχομε δικαιωθεί, δεν χύθηκε για να εργασθεί μια αλλαγή στις διαθέσεις μας απέναντι στον Θεό, αλλά να φέρει μια αλλαγή στην διάθεση του Θεού απέναντι μας. Διαφορετικά αυτός ο αιματηρός θάνατος θα ήταν μια επίδειξη αγάπης, και όχι δικαιοσύνης (Γ25). Εδώ θα μπορούσε ν” αναφερθεί και το αναφερόμενο στο ΙΑ28, όπου ο όρος «εχθρός του Θεού» αντιπαρατίθεται στον όρο «αγαπητός του Θεού», άρα το «εχθρός του Θεού» δηλώνει κάποιον μη αγαπητό, μισούμενον από τον Θεό. Σύγκρινε και το Εφεσίους Β3, «εκ φύσεως τέκνα οργής».
Απ” την ιδέα της «εχθρότητας», όταν αναφέρεται στον Θεό, θα πρέπει προφανώς να απομακρύνωμε κάθε ακάθαρτη πρόσμειξη, κάθε εγωϊστικό στοιχείο, και να πάρωμε αυτό το μίσος στην έννοια στην οποία ο Ιησούς το αναφέρει για τον μαθητή Του («να μισήσει τον πατέρα, την μητέρα, σύζυγο, παιδιά, ακόμα και την ίδια του την ζωή», Λουκάς ΙΔ26). Πρόκειται για ένα άγιο μίσος, διότι κατευθύνεται μόνον ενάντια σε ό,τι είναι αληθινά μισητό στους εαυτούς μας και στους άλλους, στο κακό, και σε ό,τι οδηγεί σ” αυτό.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσωμε πως δεν είναι σωστή η άποψη ότι, αυτό που μισεί ο Θεός στον αμαρτωλό είναι η αμαρτία, και όχι το πρόσωπο του. Στην φράση «εχθροί του Θεού» βρίσκομε ακριβώς μίσος ενάντια στους αμαρτωλούς, και όχι ενάντια στην αμαρτία, εάν τούτη η φράση ληφθεί στην έννοια της εχθρότητας του Θεού προς τον άνθρωπο.
Η αλήθεια πρέπει να είναι πως ο Θεός, πρώτα απ” όλα, μισεί την αμαρτία στον αμαρτωλό, και ότι ο αμαρτωλός γίνεται το αντικείμενο αυτού του άγιου μίσους, αναλογικά καθώς αυτός ταυτίζεται εθελοντικά με την αμαρτία, και την κάνει βασική αρχή της προσωπικής του ζωής. Αναμφίβολλα, όσο αυτή η ταύτιση δεν έχει φθάσει ακόμα να γίνει ολοκληρωτική, ο αμαρτωλός εξακολουθεί να είναι τον αντικείμενο της Θείας συμπάθειας, τόσο όσο ο Θεός συνεχίζει ακόμα να τον θεωρεί σαν το δημιούργημα Του το προορισμένο για το καλό. Αλλά η συνύπαρξη αυτών των δύο αντιθέτων καταστάσεων, για τις οποίες έχομε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στο ΙΑ28, μπορεί ν” ανήκει μόνον σ” ένα μεταβατικό στάδιο. Κάποια απ” τις δύο τελικά θα επικρατήσει, και θα εκτοπίσει τελείως την άλλη. Ο άνθρωπος θα παραδοθεί πλήρως, ή στο καλό, ή στο κακό.
Θεωρόντας τώρα ότι ο όρος «εχθροί του Θεού» αναφέρεται βασικά στην έχθρα του Θεού προς τον άνθρωπο, λογικό είναι να δεχθούμε ότι εδώ υπονοείται, σαν αποτέλεσμα αυτής της έχθρας, και η εχθρότητα του ανθρώπου προς τον Θεό. Η καρδιά του ανθρώπου πάντα αρνείται ν” αγκαλιάσει το πρόσωπο εκείνο που αρνείται να τον αγκαλιάσει. Και στην κοινή γλώσσα, μέσα στην λέξη «εχθρός» υπονοείται πάντα μια αμοιβαιότητα.
Να επανέλθουμε στο εδάφιο 10:
«Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού.»
«Κατηλλάγημεν τω Θεώ». Όπως με την δικαίωση ο Θεός εξαλείφει κάθε καταδίκη, έτσι με την συμφιλίωση σταματά απ” την οργή Του.
«Δια του θανάτου του Υιού αυτού». Αυτές οι λέξεις εκθέτουν το μέγεθος της θυσίας που έγινε, και μάλιστα για εχθρούς!
Συμπέρασμα: «Πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού.» Εάν ο Θεός (ανθρωπίνως μιλόντας) δεν οπισθοχώρησε στην οδυνηρή θυσία του Υιού Του, και τούτο προς χάριν των εχθρών Του, πως μετά απ” αυτό θ” αρνιόταν σε πρόσωπα, που από τώρα βρίσκονται μέσα στην χάρη Του, συμφιλιωμένα μαζί Του, μια μετάδοση ζωής, που δεν προϋποθέτει τίποτα άλλο, εκτός απ” ό,τι είναι ευχάριστο γι” Αυτόν και για εκείνους που το λαμβάνουν! Εάν δεν δίσταξε στην θυσία, πως τώρα θα διστάξει να δώσει πράγματα που Τον ευχαριστεί να τα δίνει (τη ζωή του Χριστού μέσα μας δια του Πνεύματος). Έτσι αποδεικνύεται η βεβαιότητα της τελικής σωτηρίας (σωτηρία την ημέρα της οργής), προς την οποίαν το κάθε τι έδειχνε απ” τις πρώτες ακόμα λέξεις («ειρήνην έχομεν»).
«Εν τη ζωή αυτού»: Θα σωθούμε μέσω της ζωής Του, απ” την οποία αντλούμε από τούδε την δική μας ζωή, σύγκρινε Η2: «Ο νόμος του πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού με έχει ελευθερώση απ” τον νόμο της αμαρτίας και του θανάτου».
Πράγματι, η δικαίωση δεν είναι το όλο της σωτηρίας. Είναι η είσοδος σ” αυτήν. Εάν η αμαρτία συνέχιζε να βασιλεύει όπως πριν πάνω σε κείνον που δικαιώθηκε, στο τέλος θα εμφανιζόταν πάλι η οργή. «Διότι χωρίς αγιασμό κανένας δεν θα δει τον Κύριο», μας λέγει στο Εβραίους ΙΒ14. Είναι όμως η μεσιτεία της «ζωής» που συμπληρώνει εκείνη του «αίματος», και κάνει σίγουρη την αγιότητα, και δι” αυτής την τελική σωτηρία (ιδέ και τα κεφάλαια ΣΤ-Η, που αναπτύσσουν αυτή την σκέψη, η οποία εδώ απλώς διατυπώνεται σε σύνδεση με την χάρη της δικαίωσης).
Η λέξη «σωθησόμεθα» δηλώνει λοιπόν την σωτηρία στην πλήρη της έννοια – είναι η τελική απόφαση η οποία, μαζί με την δικαίωση, προϋποθέτει και την επανόρθωση της αγιότητας. Ένας άρρωστος δεν σώζεται όταν η παράβαση που έχει προκαλέσει την αρρώστεια του έχει συγχωρηθεί. Χρειάζεται στην συνέχεια και να θεραπευθεί.
Υπάρχει λοιπόν μια απόφαση «αρχικής χάρης» – είναι η «δικαίωση» στην συνήθη έννοια της λέξης – που θεμελιώνεται μόνον στην πίστη. Υπάρχει στην συνέχεια και μια απόφαση «τελικής χάρης», η οποία λαμβάνει υπ” όψιν όχι μόνον την πίστη, αλλά και τους καρπούς της πίστης. Η πρώτη χάρη είναι καρπός του θανάτου του Χριστού. Η δεύτερη εκπηγάζει απ” την συμμετοχή μας στην ζωή Του. Και για τις δύο αυτές χάρες όμως, η πίστη είναι και παραμένει, η μόνη προϋπόθεση της προσωπικής οικειοποίησης τους. Εάν τούτη (η πίστη) δεν αναφέρεται ειδικά στο χωρίο που μελετάμε, είναι διότι τούτο απευθύνεται αποκλειστικά σε πιστούς που ήδη δικαιωθήκανε (εδ. 1).
Η άποψη του Παύλου είναι τελείως αντίθετη με το Καθολικό δόγμα, κάτι το οποίον συμμερίζονται και πολλοί Προτεστάντες, που βασίζουν την δικαίωση πάνω στην «νέα ζωή» που ξυπνά μέσα στον άνθρωπο η πίστη. Στα μάτια του Αποστόλου, η δικαίωση είναι ολοκληρωτικά ανεξάρτητη απ” τον αγιασμό, και προηγείται αυτού. Βασίζεται μόνον στην πίστη στον «θάνατο» του Χριστού. Ο αγιασμός εκπηγάζει απ” την «ζωή» του Χριστού, μέσω του έργου του Αγίου Πνεύματος, στον άνθρωπο που δικαιώθηκε.
Και συνεχίζει ο Παύλος:

Εδάφιο 11
«Ου μόνον δε, αλλά και καυχώμενοι εν τω Θεώ δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι” ου νυν την καταλλαγήν ελάβομεν».
«Όχι μόνον δε θα σωθούμε, αλλά και καυχώμεθα δια τον Θεόν δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δια του οποίου τώρα ελάβαμε την συμφιλίωσιν.»

Η προοδευτική μετάβαση απ” το εδάφιο 10 στο 11 είναι: «Η σωτηρία μας δεν έχει απλά μια αρνητική όψη: Απελευθέρωση απ” την οργή. Ελπίζομε και σε κάτι καλλίτερο: Συμμετοχή στην δόξα». Ήταν μ” αυτή την ιδέα της θριαμβευτικής εισόδου στην δόξα, που ο Απόστολος άρμοζε να στεφανώσει αυτή την όλη έκθεση της δικαίωσης. Διότι τότε είναι που τούτη θα γίνει πλήρης και τελική.
Το «καυχώμενοι» παρουσιάζει μια ερμηνευτική δυσκολία, γιατί κάποιο ρήμα φαίνεται να λείπει εδώ. Οι διάφοροι ερμηνευτές το εχουν αποδώσει με τους εξής τρόπους:
α) Την μετοχή την κάνουν ρήμα: «Καυχώμεθα»: «Και όχι μόνον θα σωθούμε, αλλά καυχώμεθα εν Θεώ, από τώρα, γι” αυτή την βεβαιωθείσα σωτηρία». Εδώ δεν πολυσυμφωνεί η σωτηρία που είναι μελλοντική, με τον ενεστώτα «καυχώμεθα».
β) «Θα σωθούμε, και αυτό όχι μόνον σαν συμφιλιωθέντες, αλλ” επίσης ως καυχώμενοι».
γ) «Πολύ πιο σίγουρα θα σωθούμε (εδ. 10), και αυτό όχι μόνον ως «σωσμένοι», αλλ” ως «καυχώμενοι εν Θεώ».
δ) Μπορούμε να το αποδώσωμε και ως εξής: «Και όταν αυτή η ώρα της σωτηρίας θα έλθη, δεν θα είναι σαν άνθρωποι μόλις και μετά βίας σωσμένοι, σαν εκείνους που σώζονται από ναυάγιο ή από βέβαιο θάνατο, που θα διασχίσωμε το κατώφλι της αιώνιας σωτηρίας. Θα είναι στην θριαμβευτική κατάσταση ανθρώπων, τους οποίους ο Υιός του Θεού έχει στεφανώσει με την δική Του αγιότητα, και τους έχει ανανεώσει στην δική Του ένδοξη εικόνα, και τους οποίους ο Πατέρας έχει ξεχωρίσει με την σφραγίδα της υιοθεσίας, (Η15,29).» Τούτη η τελευταία διατύπωση ίσως να είναι η πιο σωστή.
Το «καυχώμενοι εν τω Θεώ» ήταν προνόμιο των Ιουδαίων μέχρι τώρα (Β17). Ο Παύλος εδώ εφαρμόζει αυτή την έκφραση στον αγιασθέντα Χριστιανό, ο οποίος όχι μόνον δεν έχει τίποτα να φοβάται απ” τον Θεό, αλλά και σαν παιδί Του, είναι επίσης και κληρονόμος Του (Η17). Αλλά αμέσως φροντίζει να καταρρίψη κάθε τι που μπορεί να αντιτίθεται στην ταπεινότητα αυτής της ελπίδας για την μελλοντική δόξα, προσθέτοντας: «Δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Και όταν ακόμη βρίσκεται στην κατοχή της τέλειας αγιότητας, και στο κατώφλι ακόμη της δόξας, θα είναι αδύνατον για τον Χριστιανό να ξεχάσει ότι είναι στον Χριστό που οφείλει όλη την αιώνια δόξα του, καθώς επίσης και την συμφιλίωση του που προηγήθηκε, η οποία άλλωστε ήταν και η προϋπόθεση για την είσοδο σ” αυτή τη δόξα.
Οι τελευταίες λέξεις, «δι” ου νυν την καταλλαγήν ελάβομεν», («δια του οποίου ελάβαμε την συμφιλίωση»), ίσως να τίθενται εδώ για να θυμίσουν στον πιστό σε τι θλιβερή κατάσταση ήταν, και με τι οδυνηρά μέσα χρειάστηκε να διασωθεί απ” αυτή.
«Νυν» («τώρα»). Κλείνοντας, ο Παύλος, αντιπαραθέτει την παρούσα με την μελλοντική κατάσταση: «Μέσω του οποίου έχομε «τώρα ήδη» λάβει την συμφιλίωση, εκείνη την πρώτη εγγύηση της απελευθέρωσης που πρόκειται να έλθει. Αυτός που απέκτησε για μας την πρώτη απ” αυτές τις χάρες δια των παθημάτων Του, και η οποία είναι η προϋπόθεση για όλες τις άλλες, δεν θα αποτύχει να φέρει στην πληρότητα του τούτο το έργο, εάν μένωμε με συνεχή, με επίμονη πίστη, προσκολλημένοι σ” Αυτόν.»
Εδώ κλείνει ο κύκλος. Απ” αυτή την συνοπτική ανάπτυξη δείχθηκε ότι η δικαίωση δια πίστεως περιλαμβάνει τα μέσα τα αναγκαία να μας βεβαιώσουν για την τελική δικαίωση – εκείνη που αναφέρεται στο Β13 – και ακόμα για την τελική δόξα. Έτσι τελικά δείχθηκε ότι η χάρη της δικαίωσης είναι πλήρης.
Μετά τώρα που ο Απόστολος έχει εκθέσει σ” ένα πρώτο τμήμα (Α18-Γ20), την παγκόσμια καταδίκη, σ” ένα δεύτερο (Γ21-Ε11), την παγκόσμια δικαίωση, δεν απομένει τίποτα άλλο να κάνει από το να συγκρίνει αυτά τα δύο, εξετάζοντας μαζί τα δύο σημεία αφετηρίας τους. Αυτό είναι το θέμα του τρίτου τμήματος, με το οποίο κλείνει αυτή η θεμελιώδης ανάπτυξη.
Η Παγκοσμιότητα της Σωτηρίας εν Χριστώ αποδεικνύεται από την Παγκοσμιότητα του Θανάτου εν Αδάμ. Εδάφια Ε12-21.
Η δικαίωση δια πίστεως έχει μόλις εκτεθεί. Το ιστορικό θεμέλιο πάνω στο οποίο βασίζεται, η συμφωνία της με την αποκάλυψη της Παλαιάς Διαθήκης, η βεβαιότητα ότι θ” αντέξει έως το τέλος – όλα αυτά τα σημεία έχουν διευκρινισθεί. Έτσι έχει αναπτυχθεί το μεγαλύτερο μέρος του θέματος που αναφέρεται στα εδάφια Γ21 και 22 («Δικαιοσύνη Θεού δια πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας»). Μένει τώρα μια τελευταία ιδέα ν” αναπτυχθεί, αυτή που αναφέρεται στις λέξεις, «Εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας», δηλαδή η παγκοσμιότητα της δικαίωσης δια πίστεως.
Τα δύο πρόσωπα που συγκρίνονται σε τούτο το κομμάτι, Αδάμ και Χριστός, δεν τίθενται μόνον σε αντιπαράθεση το ένα με το άλλο. Τίθενται και σε λογική σύνδεση, και είναι εδώ που περιέχεται η κεντρική ιδέα αυτού του κομματιού. Μέσα εδώ ο Παύλος ανακαλύπτει, στην έκταση και στην δύναμη της μυστηριώδους καταδίκης που ανηγγέλθη στον Αδάμ, το «Θείο μέτρο» της έκτασης και δύναμης της σωτηρίας που παρεχωρήθη εν Χριστώ. Έτσι αυτό το κομμάτι βρίσκεται να είναι ταυτόχρονα, το αντίστοιχο του πρώτου (του σχετικού με την καταδίκη), και η ολοκλήρωση του δευτέρου (του σχετικού με την δικαίωση).
Μπορούμε να το χωρίσωμε σε τέσσερες παραγράφους:
1. Εδάφια 12-14: Η παγκόσμια διάδοση του θανάτου από το έργο του ενός ανθρώπου.
2. Εδάφια 15-17: Η ανωτερότητα των συντελεστών που υπεισέρχονται στο έργο του Χριστού, εν σχέσει με τον αντίστοιχο συντελεστή που υπεισέρχεται στο έργο του Αδάμ.
3. Εδάφια 18-19: Η βεβαιότητα της ισότητας, αναφορικά με την έκταση και το αποτέλεσμα, μεταξύ του δευτέρου έργου και του πρώτου.
4. Εδάφια 20-21: Ο αληθής ρόλος του νόμου στην περίπτωση του θανάτου και της δικαίωσης.

Εδάφιο 12
«Δια τούτο ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ ω πάντες ήμαρτον.»
«Δια τούτο, όπως δι” ενός ανθρώπου εμπήκε η αμαρτία εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατος, έτσι διαδόθηκε ο θάνατος και εις όλους τους ανθρώπους, επειδή όλοι αμάρτησαν.»

Η λογική σύνδεση μεταξύ αυτού του κομματιού και του προηγουμένου εκφράζεται με το «δια τούτο»: «Μια και, καταδικασμένοι όπως είμασταν όλοι, βρήκαμε συμφιλίωση εν Χριστώ, γι” αυτό υπάρχει μεταξύ της σχέσης μας προς Αυτόν, και της σχέσης μας προς την κεφαλή της φυσικής ανθρωπότητας (τον Αδάμ) η ακόλουθη ομοιότητα («ώσπερ»)».
«Ώσπερ». Την βασική πρόταση θα την βρούμε στο εδάφιο 18. Είναι εκεί πράγματι που τελειώνει η σύγκριση που άρχισε στο εδάφιο 12, («Ως δι ένός παραπτώματος εις πάντας ανθρώπους εις κατάκριμμα, ούτω και δι” ενός δικαιώματος εις πάντας ανθρώπους εις δικαίωσιν ζωής». «Ώστε, καθώς το αποτέλεσμα της παρακοής του ενός ήτο η καταδίκη όλων των ανθρώπων, έτσι και το αποτέλεσμα μιας δικαίας πράξεως ήτο δικαίωσις και ζωή δι” όλους τους ανθρώπους»). Το εδάφιο 12 αφήνει τη σύγκριση ημιτελή («ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος», – και η σύγκριση μένει ημιτελής).
Τα εδάφια 13 και 14 είναι μια επεξήγηση που απαιτείται από τις τελευταίες λέξεις του εδαφίου 12. Το ίδιο, και τα εδάφια 15-17 έχουν παρεμβληθεί σαν σχόλιο στην φράση «Ος εστιν τύπος του μέλλοντος» (τέλος του εδαφίου 14). Δεν είναι λοιπόν παρά στο εδάφιο 18 που ο Απόστολος τελειώνει την σύγκριση που άρχισε.
Το εδάφιο 12 περιγράφει την είσοδο του θανάτου στον κόσμο. «Δια τούτο ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ ω πάντες ήμαρτον.»
«Δια τούτο, όπως δι” ενός ανθρώπου εμπήκε η αμαρτία εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατος, έτσι διαδόθηκε ο θάνατος και εις όλους τους ανθρώπους, επειδή όλοι αμάρτησαν.»
Ο θάνατος ήλθε στον κόσμο «δι” ενός ανθρώπου». Ο Αδάμ εδώ χαρακτηρίζεται, όχι απλά σαν ο πρώτος των αμαρτωλών, αλλά σαν εκείνος που άνοιξε την πόρτα της ανθρώπινης ζωής στην δύναμη της αμαρτίας. Εάν ο Παύλος δεν μιλά για την Εύα, όπως κάνει στο Β” Κορ. ΙΑ3, είναι διότι η πτώση του γένους δεν ήταν αναγκαστικά συνδεδεμένη μ” εκείνη της γυναίκας. Ο Αδάμ μόνος ήτο ο αληθινός εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους, που κατ” εκείνον τον καιρό εμπεριεχόταν σ” αυτόν.
Ο όρος «αμαρτία» θα πρέπει να ληφθή στην μεγαλύτερη του γενικότητα. Ο Απόστολος δεν αναφέρεται εδώ στην «αμαρτία» σαν μια τάση, ή σαν μια πράξη, ατομική ή συλλογική. Εδώ θεωρεί την αμαρτία σαν την βασική αρχή της ανταρσίας, δια της οποίας η ανθρωπίνη θέληση υψώνεται ενάντια στην Θεία, σ” όλες τις διάφορες μορφές της και εκδηλώσεις της.
Σύμφωνα με την Βίβλο η αμαρτία βρίσκεται μόνο στην θέληση, και δεν είναι μια αντικειμενική δύναμη, έξω απ” την θέληση του δημιουργήματος, που ελέγχει την ύπαρξη του.
«Η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος». Η λέξη «εισήλθε» δείχνει την είσοδο μιας αρχής, μιας δύναμης, έως τότε εξωτερικής ως προς τον κόσμο.
Ο Παύλος δέχεται, πάντα σύμφωνα με την Γραφή, την προηγουμένη ύπαρξη του κακού σε μια σφαίρα πέραν απ” την ανθρώπινη. Εάν ερωτηθεί τώρα, πως ένα ον, δημιουργημένο καλό, θα μπορούσε να διαπράξει μια τέτοια πράξη, η απάντηση είναι ότι μια απόφαση σαν και αυτή, δεν υποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη κακού σ” αυτόν που την πήρε και την πραγματοποίησε. Υπάρχει στην ηθική ζωή όχι μόνον μια διαμάχη μεταξύ καλού και κακού, αλλ” επίσης μεταξύ καλού και καλού, κατωτέρου καλού και υψηλοτέρου καλού.
Η πράξη του φαγώματος του καρπού του δένδρου, πάνω στην οποίαν είχε τεθεί η απαγόρευση, δεν ήταν καθόλου παράνομη από μόνη της. Έγινε παράνομη μόνον μέσω της απαγόρευσης. Ο άνθρωπος λοιπόν βρήκε τον εαυτόν του τοποθετημένο – και τέτοια ήταν η αναγκαία προϋπόθεση της ηθικής ανάπτυξης μέσα απ” την οποία έπρεπε να περάσει – μεταξύ της επιθυμίας να φάγει, μιας επιθυμίας αθώας καθ” εαυτήν, αλλά που εκαλείτο να θυσιασθεί, και της Θείας εντολής, που ήταν ασφαλώς καλή. Με την υποκίνηση μιας δύναμης αποστασίας που ήδη υπήρχε, ο άνθρωπος έσυρε από τα βάθη της ελευθερίας του μια απόφαση, δια της οποίας προσεχώρησε στην επιθυμία μάλλον, παρά στο Θείο θέλημα, και έτσι εδημιούργησε σ” όλο του το γένος, που ήταν ακόμα ταυτισμένο με το πρόσωπο του, την μόνιμη ροπή να προτιμά την κλίση (τάση) απ” την υποχρέωση. Καθώς όλο το γένος θα είχε χαθεί μαζί μ” αυτόν, εάν αυτός είχε χαθεί τότε, ήταν εν αυτώ που όλοι κυριεύθηκαν με το στασιαστικό πνεύμα στο οποίον αυτή την ώρα αυτός είχε προσχωρήσει. (Δηλαδή, ναι μεν δεν χάθηκε όλο το γένος, γιατί δεν χάθηκε αυτός τότε, αλλά πρόλαβε και έφερε απογόνους, οι απόγονοι του όμως κληρονόμησαν το στασιαστικό του πνεύμα.).
Πουθενά δεν μας λέγεται όμως ότι οι απόγονοι του είναι ατομικά υπεύθυνοι γι” αυτή την άρρωστη τάση. Είναι αναλογικά καθώς το κάθε άτομο εθελοντικά παραχωρεί τον εαυτόν του σ” αυτή, που γίνεται προσωπικά υπεύθυνο γι” αυτή.
Αλλά συμβιβάζεται με την Θεία τελειότητα ν” αφήσει αυτή την διαδοχή των γενεών, κηλιδωμένη με κακία εξ αρχής, να έλθουν στον κόσμο; Ο Θεός θα μπορούσε σίγουρα να έχει εξολοθρεύσει το διεστραμμένο γένος ήδη απ” το κεφάλι του, απ” την αρχή του, και να το αντικαταστήσει μ” ένα νέο. Αυτό όμως θα ήταν να ομολογούσε τον εαυτόν Του κατανικημένον απ” τον αντίπαλο. Αντίθετα, θα μπορούσε να το αποδεχθεί τέτοιο όπως το είχε κάνει η αμαρτία, και να το αφήσει ν” αναπτυχθεί κατά τον φυσικό τρόπο, κρατόντας το μέσα στην δύναμη Του να το επανορθώσει – και αυτό θα ήταν το να κερδίσει την νίκη στο πεδίο της μάχης όπου φαινόταν ότι νικήθηκε. Η συνείδηση λέγει σε ποιά απ” αυτές τις δύο ενέργειες ο Θεός έπρεπε να δώσει την προτίμηση, και η Γραφή μας διδάσκει ποιά τελικά προτίμησε.
Αλλά το σημείο με το οποίο ο Παύλος θέλει ν” ασχοληθεί εδώ δεν είναι η προέλευση της αμαρτίας, αλλά εκείνη του θανάτου. Και γι” αυτό περνά αμέσως, υπονοόντας το ίδιο ρήμα όπως πριν, στο δεύτερο γεγονός: «Και ο θάνατος δια της αμαρτίας». Ο θάνατος είναι το μνημείο μιας Θείας καταδίκης που έχει πέσει πάνω στο ανθρώπινο γένος.
Ο όρος «θάνατος» χρησιμοποιείται απ” την Γραφή κατά τρείς έννοιες:
1. «Φυσικός» θάνατος, ή χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Σαν συνέπεια αυτού του χωρισμού του σώματος απ” την ψυχή, την αρχή της ζωής του, το σώμα παραδίδεται σε αποσύνθεση.
2. «Πνευματικός» θάνατος, που είναι ο χωρισμός της ψυχής απ” τον Θεό. Σαν συνέπεια αυτού το χωρισμού απ” την αρχή, απ” την πηγή της ζωής της, η ψυχή «φθείρεται μέσα στις επιθυμίες της» (Εφ. Δ22).
3. «Αιώνιος» θάνατος, ή «δεύτερος» θάνατος. Με αυτόν συντελείται στην ανθρωπίνη ύπαρξη η ολοκλήρωση του χωρισμού της απ” τον Θεό, δια του χωρισμού της ψυχής από το πνεύμα, το όργανο που έχει δοθεί στην ψυχή για την σύνδεση της με το θείο. Η ψυχή και το σώμα τότε, στερημένα απ” αυτή την ανωτέρα αρχή, αυτό το έμφυτο στοιχείο της ψυχής, γίνονται βορά του «σκουληκιού που δεν πεθαίνει» (Μάρκος Θ 43-48).
Απ” αυτές τις τρείς έννοιες του θανάτου, η τελευταία δεν ταιριάζει με το χωρίο που μελετάμε, διότι ο δεύτερος θάνατος δεν έρχεται παρά μετά την τελική κρίση.
Η δεύτερη είναι και αυτή εξ ίσου μη εφαρμόσιμη εδώ, διότι η ιδέα του θανάτου θα συνέπιπτε με εκείνη της αμαρτίας, απ” την οποία διαχωρίζεται σ” αυτό ειδικά το χωρίο. Παραμένει λοιπόν μόνον η πρώτη έννοια. Για τούτο βεβαιωνόμαστε, επί πλέον, και απ” τον προφανή υπαινιγμό στην διήγηση της Γένεσης (Β17, Γ19), καθώς επίσης και απ” την εξήγηση που περιέχεται στ” ακόλουθα εδάφια (13 και 14), όπου η λέξη «θάνατος» προφανώς παίρνεται στην κοινά γνωστή της έννοια.
Θα πρέπει να προσθέσωμε όμως, ότι ο θάνατος, ακόμα και όταν παίρνεται απλά σαν φυσικός θάνατος, πάντα υπονοεί μια αφύσικη κατάσταση σε σχέση με τον Θεό.
Αλλά ποιά, σύμφωνα με την άποψη του Αποστόλου, είναι η σχέση μεταξύ αμαρτίας και θανάτου, που περιέχεται στην πρόθεση «δια», («Η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος»);
Μια και ο Θεός είναι η πηγή της ηθικής και φυσικής ζωής, μπορεί να λεχθεί ότι ο θάνατος είναι απλά η φυσική συνέπεια της αμαρτίας, διότι αυτή σπάει τον δεσμό του ανθρώπου με την πηγή της ζωής του. Αλλά στο εδάφιο 16 («Η απόφασις μετά το αμάρτημα του ενός ανθρώπου ήτο απόφασις καταδικαστική») ο Απόστολος κάνει τον θάνατο την συνέπεια της αμαρτίας μέσω μιας κατηγορηματικής καταδικαστικής απόφασης, πράγμα που αποδεικνύει ότι, αν έχωμε εδώ να κάνωμε με μια φυσική συνέπεια, πρόκειται για μια συνέπεια που έχει μέσα της κάτι που έχει επιβληθεί.
Εδώ μπορούν να υψωθούν δύο αντιρρήσεις σ” αυτή την γνώμη, που κάνει τον θάνατο μια συνέπεια μόνο της αμαρτίας. Η πρώτη είναι πως ο Παύλος ο ίδιος λέγει, Α” Κορ. ΙΕ42, ότι το γήινο μας σώμα σπείρεται εν φθορά, αδυναμία και ατιμία, και αυτό διότι είναι ψυχικό. Άρα δεν είναι η αμαρτία, είναι το «είδος της σποράς του» που το οδηγεί τελικά στον θάνατο, δηλαδή, το είδος του καθ” εαυτό είναι θνητό. Λίγο πιο κάτω, εδάφιο 47, υπαινισσόμενος το Γένεση Γ19, προσθέτει ότι ο πρώτος άνθρωπος είναι εκ της γης, γήινος, πράγμα που φαίνεται να κάνει την αποσύνθεση του σώματος του μια φυσική συνέπεια της φύσης του.
Η δεύτερη αντίρρηση είναι η εξής: Πολύ πριν την δημιουργία του ανθρώπου αποδεικνύεται η ύπαρξη του θανάτου στην περιοχή του ζωικού βασιλείου (εάν δεχθούμε, βέβαια, σαν αληθινές τις υποθέσεις της Παλαιοντολογίας, ότι το ζωικό βασίλειο υπήρξε για αιώνες πριν τον άνθρωπο – κάτι που δεν έρχεται σε διαφωνία με την Γραφή. Να δεχθούμε, βέβαια, και την χρονολόγηση που δίνουν στα ευρήματα των σκελετών των ζώων, όπου φαίνεται ότι τούτα πέθαναν πολύ πριν εμφανισθεί ο άνθρωπος, δηλαδή, το 4.000 περίπου π.Χ.). Δεδομένου τώρα ότι το σώμα του ανθρώπου ανήκει στο μεγάλο υποσύνολο των ζωικών οργανισμών, όπου αυτός είναι η κορωνίδα, ο νόμος του θανάτου θα πρέπει να επεκταθεί και στον άνθρωπο, ανεξάρτητα απ” την αμαρτία. Τα λόγια του Παύλου στην επιστολή προς Κορινθίους, καθώς επίσης εκείνα της Γένεσης, (που αναφέραμε πιο πάνω), την έννοια των οποίων χρησιμοποιεί, αποδεικνύουν πέραν από κάθε αμφιβολλία, την φυσική δυνατότητα του θανάτου, όχι και την αναγκαιότητα του όμως. Εάν ο άνθρωπος είχε παραμείνει ενωμένος με τον Θεό, το σώμα του, έστω και αν υπέκειτο φυσιολογικά σε αποσύνθεση, θα μπορούσε να έχει μεταμορφωθεί ένδοξα, χωρίς να περάση μέσ” απ” τον θάνατο και την αποσύνθεση. Η ιδέα του δένδρου της ζωής, καθώς συνήθως εξηγείται, (ότι η ζωή είναι κάτι έξω απ” τον άνθρωπο, που του προσφέρεται), δεν πρέπει να σημαίνει τίποτα άλλο.
Αυτό το προνόμιο της αμέσου μεταμόρφωσης ανήκει τώρα στους πιστούς που θα είναι ζωντανοί στην επιστροφή του Κυρίου μας (Α” Κορ. ΙΕ51,52). Και πιθανόν να ήταν αυτό το είδος της μεταμόρφωσης, που ξεκίνησε να λαμβάνη χώρα στο πρόσωπο του Κυρίου μας, κατά την ώρα της μεταμόρφωσης Του εκεί στο όρος. Αυτό το προνόμιο, προορισμένο για αγίους ανθρώπους, απεσύρθη απ” τους ενόχους ανθρώπους. Τέτοια ήταν η απόφαση που τον παρέδωσε στην αποσύνθεση: «Είσαι χώμα, και στο χώμα θα επιστρέψεις».
Η βασιλεία του θανάτου πάνω στα ζώα αποδεικνύει, όπως είπαμε, ότι ήταν στην φυσική κατάσταση του ανθρώπου να τελειώση σε αποσύνθεση. Παραμένοντας στο επίπεδο του ζώου, λόγω της προτίμησης που δόθηκε απ” αυτόν στην κλίση (τάση), έναντι της ηθικής υποχρέωσης, ο άνθρωπος συνέχισε να υπόκειται σ” αυτόν τον νόμο. Εάν όμως είχε υψωθεί με μια πράξη ηθικής ελευθερίας πάνω από το ζώο, δεν θα είχε να μοιρασθή την τύχη του (ιδέ επίσης πάνω στο Η19-22).
Από την προέλευση της αμαρτίας, και του θανάτου δια της αμαρτίας, ο Απόστολος περνά τώρα σε μια τρίτη ιδέα, την εξάπλωση του θανάτου. Άπαξ και εισήλθε στο ανθρώπινο γένος, ο θάνατος διήλθε, πέρασε σ” όλα τα όντα που το συνθέτουν: «Δια τούτο ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ ω πάντες ήμαρτον.»
«Δια τούτο, όπως δι” ενός ανθρώπου εμπήκε η αμαρτία εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατος, έτσι διαδόθηκε ο θάνατος και εις όλους τους ανθρώπους, επειδή όλοι αμάρτησαν.»
Οι δύο προθέσεις «εις» και «δια» στα δύο ρήματα «εισήλθεν» και «διήλθεν», δείχνουν ακριβώς αυτή την σύνδεση μεταξύ εισόδου και εξάπλωσης. Καθώς το δηλητήριο, άπαξ και καταποθή, διεισδύει σ” όλα τα μέρη του σώματος, έτσι συνέβη και με τον Αδάμ, μέσα στον οποίον περιεχόταν ουσιαστικά όλο το γένος. Δι” αυτού, η ροπή προς αποσύνθεση επέβαλε νικηφόρα τον εαυτόν της πάνω σ” όλα τ” άτομα που επρόκειτο να έλθουν στην ύπαρξη, έτσι που το καθένα απ” αυτά γεννιέται πεθαίνοντας.
Το «ούτως» («και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν»), το αποδίδουν κατά τρείς τρόπους:
α) «Ο θάνατος, έχοντας εισέλθει δι” ενός, απλώθηκε κατά τον ίδιο τρόπο (ούτως)…»
β) «Και έτσι (ούτως), λόγω αυτής της σύνδεσης μεταξύ αμαρτίας και θανάτου, ο θάνατος πέρασε σε όλους.»
γ) «Και άπαξ και εισήλθε (ούτως), κέρδισε ακριβώς με την είσοδο του την δύναμη να περάσει σε όλους». Άπαξ και διάβηκε το κατώφλι, ο εχθρός θα μπορούσε να προσβάλλει άμεσα όλους τους ενοίκους του σπιτιού.
Αλλά γιατί ο Παύλος να προσθέτει τις τελευταίες λέξεις, «εφ ω πάντες ήμαρτον»; Αυτές φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με την ιδέα που εκφράζεται στο πρώτο μέρος του εδαφίου. Με αυτές τις λέξεις μοιάζει ν” αποδίδει τον θάνατο του κάθε ανθρώπου, όχι στην αμαρτία του Αδάμ, αλλά στην δική του.
Οι ερμηνείες που έχουν δοθεί εδώ μπορούν να συνοψισθούν σε τρείς κατηγορίες:
1. Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου προέρχεται αποκλειστικά απ” τις δικές του αμαρτίες.
2. Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου προέρχεται εν μέρει απ” την αμαρτία του Αδάμ, και εν μέρει απ” τις δικές του αμαρτίες.
3. Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου προέρχεται αποκλειστικά μόνον απ” την αμαρτία του Αδάμ.
Η πρώτη εμηνεία είναι αδύνατη για τους εξής λόγους:
α) Το «ούτως» προφανώς δηλώνει ότι το κάθε άτομο πεθαίνει σαν συνέπεια της εισόδου της αμαρτίας, και ως εκ τούτου του θανάτου, μέσα στον κόσμο «δι” ενός ανθρώπου».
β) Αυτή η ιδέα θα ερχόταν σε αντίθεση με τον στόχο ακριβώς του όλου χωρίου, ο οποίος είναι να κάνει τον θάνατο όλων να οφείλεται στον Αδάμ, ακριβώς όπως η δικαίωση όλων βασίζεται στον Χριστό.
γ) Ο θάνατος των νηπίων θα ήταν ανεξήγητος μ” αυτή την ερμηνεία, διότι αυτά δεν μπορεί να έχουν φέρει τον θάνατο επάνω τους με την δική τους ατομική αμαρτία.
Η δεύτερη κατηγορία ερμηνευτών, τροποποιόντας κάπως τούτη την εξήγηση, λέγουν ότι η εξάπλωση του θανάτου στον κόσμο, σαν συνέπεια της αμαρτίας του Αδάμ, έλαβε χώρα μόνον κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, και λόγω μιας δευτερευούσης αιτίας, που είναι οι ειδικές αμαρτίες που διεπράχθησαν από τον κάθε άνθρωπο. Κατ” αυτή την άποψη υπάρχει μια προσωπική πράξη οικειοποίησης στο ζήτημα του θανάτου, η προσωπική αμαρτία, όπως υπάρχει μια αντίστοιχη, η πίστη, στο ζήτημα της σωτηρίας. (Δηλαδή, κατ” αυτή την άποψη, όπως δια πίστεως κάνεις δική σου την σωτηρία, έτσι, δια της προσωπικής σου αμαρτίας κάνεις δικό σου τον θάνατο, που ήλθε στο γένος μας μέσω του Αδάμ). Αλλά δεν μπορεί να δοθεί μια τέτοια ερμηνεία στο «εφ ω». Τούτη η ερμηνεία θ” απαιτούσε το «εφ όσον», ή κάποια άλλη παρόμοια φράση. Μετά, αυτή η έννοια αντιτίθεται στο εδάφιο 16, το οποίον αντιπαραθέτει κατ” ευθείαν την καταδίκη, σαν ένα πράγμα που έχει έλθει «δι ενός», με το δώρο της χάρης, σαν εφαρμοζόμενο στις αμαρτίες των πολλών.
Η τρίτη κατηγορία ερμηνειών μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ομάδες:
1. Εκείνες που παίρνουν το «εφ ω» σαν αναφορική αντωνυμία.
Έτσι π.χ. έχομε τις ερμηνείες:
«Κατά την διάρκεια της ύπαρξης (ή στην παρουσία του οποίου (θανάτου)) όλοι έχουν αμαρτήσει – δηλαδή, όταν ο κάθε άνθρωπος αμάρτανε, η βασιλεία του θανάτου ήταν ήδη εδώ κάτω», πράγμα που αποδεικνύει ότι ο θάνατος δεν ήλθε σαν συνέπεια των επί μέρους αμαρτιών του κάθε ατόμου, αλλά σαν συνέπεια της αμαρτίας του Αδάμ. Ο θάνατος εμφανίζεται εδώ σαν η ορατή απόδειξη της αόρατης κρίσης που επικρέμμεται επάνω στο ανθρώπινο γένος.
2. Ο δεύτερος τρόπος ερμηνείας σ” αυτή την τρίτη κατηγορία παίρνει το «εφ ω» σαν μια συνδετική φράση, «δια το ότι», και την συνδέει με την ιδέα που ακολουθεί: «Δια το ότι όλοι έχουν αμαρτήσει. Πως αμάρτησαν; Μέσω αυτού του ενός ανθρώπου που εισήγαγε την αμαρτία». Εδώ λείπει το «εν Αδάμ», «εφ ω πάντες ήμαρτον εν Αδάμ». Τούτη η ερμηνεία φαίνεται να είναι η πλέον σωστή, και ταιριάζει με το «εφ ω» όπως τούτο χρησιμοποιείται σε άλλα μέρη της Καινής Διαθήκης. (Σύγκρινε και Α” Κορ. ΙΕ22, «ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν»).
Κάποιος θα μπορούσε εδώ να ερωτήσει: Είναι δυνατόν να εξαρτάται η αιώνια τύχη ενός ελευθέρου και νοήμονος ατόμου από μια πράξη στην οποία δεν έχει λάβει κανένα μέρος με την θέληση και την συνείδηση του; Ασφαλώς όχι. Αλλά εδώ η ερώτηση δεν είναι για την αιώνια τύχη των ατόμων. Ο Παύλος εδώ μιλά πάνω απ” όλα για τον φυσικό θάνατο. Τίποτα απ” όλα εκείνα, που ανήκουν στην περιοχή όπου έχομε τον Αδάμ για πατέρα μας, δεν μπορεί να είναι αποφασιστικό για την αιώνια τύχη μας. Η ενότητα των ατόμων με την κεφαλή της πρώτης ανθρωπότητας δεν επεκτείνεται πέραν της περιοχής της φυσικής ζωής. Ό, τι ανήκει στη υψηλότερη ζωή του ανθρώπου, στην πνευματική δηλαδή, και στην αιώνια του ύπαρξη, δεν είναι πλέον ζήτημα του είδους (γένους), αλλά του ατόμου.
Το πλέον αδιαπέραστο μυστήριο στην ζωή της φύσης, (στην φυσική ζωή), είναι η σχέση μεταξύ του ατόμου και του είδους. Και είναι σ” αυτή την περιοχή που ανήκει αυτό που αποκαλύπτεται απ” τις λέξεις: «εφ ω (σ” αυτόν τον έναν άνθρωπο) πάντες ήμαρτον». Ο Αδάμ έλαβε την μοναδική αποστολή ν” αντιπροσωπεύσει το όλο είδος, που έτσι είναι συγκεντρωμένο σ” ένα μεμονωμένο άτομο. Ένα τέτοιο φαινόμενο δεν μπορεί να επαναληφθεί, τουλάχιστον στην περιοχή της φύσης. Η σχέση του καθενός από μας μ” εκείνον τον πρώτο άνθρωπο, που ήταν η ενσάρκωση του ιδίου του γένους μας, έχει κάτι επί πλέον από την σχέση που έχομε με κάθε άλλον συνάνθρωπό μας. Στην αποκάλυψη του έργου σωτηρίας που δόθηκε στον Απόστολο, αυτή η μυστηριώδης σχέση θεωρήθηκε δεδομένη, αλλά δεν εξηγήθηκε, γιατί ανήκει σε μια σφαίρα πάνω στην οποία δεν πέφτει η ακτίνα των αποκαλύψεων. Και είναι στα επόμενα δύο εδάφια, τώρα, που ο Απόστολος κρίνει αναγκαίο να καταδείξει την πραγματικότητα του γεγονότος που μόλις έχει αναγγείλει: Τον θάνατο όλων λόγω της αμαρτίας του ενός.

Εδάφια 13,14
«Άχρι γαρ νόμου αμαρτία ην εν τω κόσμω, αμαρτία δε ουκ ελλογείται μη όντος νόμου. Αλλ” εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωυσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος εστί τύπος του μέλλοντος.»
«Μέχρι της εποχής του νόμου υπήρχε η αμαρτία εις τον κόσμον, αλλά δεν καταλογίζεται αμαρτία εφ” όσον δεν υπάρχει νόμος. Και όμως εβασίλευσε ο θάνατος από του Αδάμ μέχρι του Μωυσέως και εις εκείνους, που δεν αμάρτησαν κατά τρόπον όμοιον με την παράβασιν του Αδάμ, ο οποίος είναι τύπος του μέλλοντος να έλθη.»

Τούτα τα εδάφια κατά κανέναν τρόπο δεν συνηγορούν ότι ο θάνατος του κάθε ατόμου οφείλεται, ολοκληρωτικά ή εν μέρει, στις προσωπικές του αμαρτίες ( οι δύο πρώτες κατηγορίες ερμηνείας του «εφ ω πάντες ήμαρτον»). Εκείνο που θέλει να δείξει εδώ ο Παύλος είναι ο παραλληλισμός: Δικαίωση όλων μέσω του ενός, καταδίκη όλων λόγω του ενός.
Ο θάνατος, όπως μας είπε πιο πάνω, πέρασε επάνω σε όλους, δια το ότι («εφ ω») όλοι αμάρτησαν (εν Αδάμ). Με αυτό κατά νουν, εύκολα αντιλαμβανόμαστε την πορεία της ακόλουθης επιχειρηματολογίας: «Η αμαρτία ήταν σίγουρα στον κόσμο κατ” εκείνον τον καιρό. Εδώ θα μπορούσε κάποιος να μου πει, «ε, τότε, αυτός ήταν ο λόγος που οι άνθρωποι πέθαιναν». Αλλά απαντώ: Η προσωπική αμαρτία δεν λογαριάζεται εάν δεν υπάρχει νόμος, άρα δεν θα μπορούσε να ήταν αυτή η αιτία του θανάτου που γευόταν ο κάθε άνθρωπος. Και όμως, ο θάνατος εβασίλευσε ακόμη και επάνω σε κείνους που δεν είχαν, σαν τον Αδάμ, παραβιάσει έναν συγκεκριμένο νόμο.» Το συμπέρασμα τώρα είναι προφανές: «Όλα αυτά τα άτομα πέθαναν, όχι για δική τους αμαρτία, αλλά λόγω της αμαρτίας του Αδάμ».
Στις μέρες μας σήμερα, θα πρέπει να επιχειρηματολογούμε κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, για να εξηγήσωμε τον θάνατο των μη Χριστιανών και των νηπίων. Αυτοί πεθαίνουν, όχι γιατί έχουν αμαρτήσει προσωπικά, μια και είναι χωρίς νόμο, αλλά διότι όλοι αμάρτησαν εν Αδάμ.
Τούτη η σκέψη είναι σε πλήρη αρμονία με το αντικείμενο αυτού του χωρίου: Όλοι έχοντας καταδικασθεί εν Αδάμ ( καθώς αποδεικνύεται από τον θάνατο όλων), όλοι μπορούν παρόμοια να δικαιωθούν εν Χριστώ.
Έχοντας τώρα εξηγήσει την επιχειρηματολογία σαν σύνολο, ας επιστρέψωμε στις λεπτομέρειες του κειμένου.
«Άχρι γαρ νόμου αμαρτία ην εν τω κόσμω, αμαρτία δε ουκ ελλογείται μη όντος νόμου. Αλλ” εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωυσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος εστί τύπος του μέλλοντος.»
«Μέχρι της εποχής του νόμου υπήρχε η αμαρτία εις τον κόσμον, αλλά δεν καταλογίζεται αμαρτία εφ” όσον δεν υπάρχει νόμος. Και όμως εβασίλευσε ο θάνατος από του Αδάμ μέχρι του Μωυσέως και εις εκείνους, που δεν αμάρτησαν κατά τρόπον όμοιον με την παράβασιν του Αδάμ, ο οποίος είναι τύπος του μέλλοντος να έλθη.»
Το «άχρι νόμου» αναφέρεται στην περίοδο από τον Αδάμ έως τον Μωυσή. Σαν «νόμο» εννοεί έναν νόμο του ιδίου είδους με την εντολή που παρέβηκε ο Αδάμ. Προφανώς ένας τέτοιος είναι ο Μωσαϊκός νόμος.
Το «ελλογείν» είναι από το εν+λογίζειν, που δηλώνει την εγγραφή στο βιβλίο των λογαριασμών. Είναι τελείως αυθαίρετο να εφαρμόσωμε αυτή την λέξη στον προσωπικό καταλογισμό της συνείδησης.
Αλλά μήπως ο Απόστολος τότε διδάσκει το ανεύθυνο των αμαρτωλών, οι οποίοι, οι Εθνικοί, για παράδειγμα, δεν έχουν γραπτό νόμο; Όχι, διότι όλο το βιβλίο της Γένεσης, που περιγράφει την περίοδο μεταξύ Αδάμ και Μωυσή, θα διαμαρτυρόταν ενάντια σε κάτι τέτιο. Το υπό ερώτηση θέμα εδώ είναι ο άμεσος και προσωπικός καταλογισμός, που βασίζεται σε μια προειδοποίηση σαν αυτή: «Κατά την ημέρα που θα φας απ” αυτό θα πεθάνεις.» Η επιβολή της ποινής του θανάτου, σύμφωνα μ” αυτά τα Θεία λόγια, υποθέτουν αναγκαστικά έναν συγκεκριμένον νόμο που παραβιάστηκε, υποθέτουν, αν πάμε πιο βαθειά, μια θεοκρατική διακυβέρνηση που θεσπίσθηκε απ” τον Θεό. Μόνο σε τέτοιες περιστάσεις μπορεί ο παραβάτης του νόμου να φερθεί σε λογοδοσία, να κριθεί άμεσα, και να υποβληθεί, είτε σε θανατική καταδίκη, ή στην υποχρέωση του να κάνη μια εξιλεωτική πράξη, τέτοια όπως μια θυσία (που παίρνει την θέση της ποινής του θανάτου).
Έξω από μια τέτοια διακυβέρνηση, εκεί μπορεί να υπάρξουν άλλες μεγάλες απονομές κρίσης, συλλογικού και πειθαρχικού χαρακτήρα, τέτοιες όπως ο κατακλυσμός, η καταστροφή των Σοδόμων και Γομόρων, η εγκατάλειψη των Εθνών στην διαφθορά τους (κεφ. Α). Αυτές οι απονομές κρίσης είναι πλατειά παιδαγωγικά μέτρα, που ελήφθηκαν αναφορικά με όλο το ανθρώπινο γένος. Δεν έχουν τον χαρακτήρα ατομικών καταδικαστικών αποφάσεων, σαν εκείνες που βασίζονται σε κάποιο άρθρο ενός νόμου που παραβιάσθηκε, από ένα άτομο με πλήρη γνώση τούτου του νόμου. Σύγκρινε εδώ την διαφορά μεταξύ του «απολλούνται» και του «κριθήσονται», Β12.

Εδάφιο 14
«Αλλ” εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωυσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος εστί τύπος του μέλλοντος.»

«Αλλά»: «Αλλά παρ” όλα αυτά».
Η λέξη «βασίλευσε» δηλώνει μια δύναμη που εγκαταστάθηκε σταθερά πάνω στο γένος μας, και βασίζεται στο αμετακίνητο θεμέλιο της Θείας απόφασης που ανηγγέλθη πάνω σ” όλο το γένος.
Σαν «θάνατος» εδώ θεωρείται ο φυσικός θάνατος.
Οι άνθρωποι μεταξύ του Αδάμ και του Μωυσή πέθαιναν, παρ” όλο που δεν υπήρχε νόμος. Αυτός ο καταλογισμός της αμαρτίας του Αδάμ σαν την αιτία του θανάτου σε κάθε άτομο, θα ήταν τελείως ακατανόητος και ασυμβίβαστος με την δικαιοσύνη του Θεού, εάν επερνούσε πέραν της περιοχής της φυσικής ζωής, που είναι σημαδεμένη απ” την μυστηριώδη σχέση μεταξύ του ατόμου και του είδους του. Η συνέχεια θα δείξει ότι ευθύς ως υψωνόμαστε στην περιοχή της πνευματικής ζωής, το άτομο δεν εξαρτάται πλέον απ” αυτή την ενότητα του είδους, αλλά ότι εδώ αυτό κρατά τον αιώνιο προορισμό του στα δικά του χέρια.
«Και επί τους μη αμαρτήσαντας…»: Περικλείει όλο το ανθρώπινο γένος από τον Αδάμ έως τον Μωυσή, χωρίς διάκριση.
«Επί τω ομοιώματι της παραβάσεως του Αδάμ», δηλαδή, παραβιάζοντας, σαν αυτόν, μια συγκεκριμένη απαγόρευση.
Απ” όλη αυτή την συζήτηση φαίνεται καθαρά ότι ο Αδάμ ήταν ο μόνος αίτιος της βασιλείας του θανάτου, και σε τούτο ακριβώς είναι ο αντίποδας Αυτού που επρόκειτο να έλθει, και να είναι η μόνη αρχή ζωής εδώ κάτω. Έτσι είναι εύκολο ν” αντιληφθούμε γιατί ο Απόστολος, μετά που εξηγεί την προέλευση του θανάτου, κλείνει με τις λέξεις «ος εστί τύπος του μέλλοντος», που δηλώνουν το άλλο μέλος του παραλληλισμού. Γι” αυτό και ο Μεσσίας εκαλείτο «ο ερχόμενος».
Η λέξη «τύπος» στην Βιβλική ορολογία δηλώνει (Α» Κορ. Ι 11) ένα γεγονός ή ένα πρόσωπο, που πραγματοποιεί ή ενσαρκώνει έναν νόμο (μια αρχή) της Βασιλείας του Θεού, ο οποίος θα πραγματοποιηθεί κάποτε στον χρόνο, με μια περισσότερο πλήρη και εμφανή μορφή, σ” ένα αντίστοιχο μελλοντικό γεγονός ή πρόσωπο. Ο Αδάμ είναι ο «τύπος» του Μεσσία, τόσο, όσο ο κάθε ένας απ” αυτούς σύρει κατόπιν του όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι, απ” το τι ό ένας υπήρξε για την ανθρωπότητα, μπορούμε να συμπεράνωμε το τι θα είναι γι” αυτήν ο άλλος που θα έλθει.
Εδάφια 15-17
Μελετόντας τούτα τα τρία εδάφια, βλέπομε ν” αποδίδεται κάποια ανωτερότητα ενέργειας,( αποτελεσματικότητας), στο έργο του Χριστού, συγκρινόμενο μ” αυτό του Αδάμ. Γιατί άραγε να διακόπτει ο Απόστολος κατ” αυτόν τον τρόπο την δήλωση της ισότητας μεταξύ των δύο έργων, που άρχισε στο εδάφιο 12; Σε τι να σκοπεύει εδώ;
Τούτα τα τρία εδάφια, που είναι από τα πιο δύσκολα της Καινής Διαθήκης, δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά, παρά μόνον όταν πετύχωμε να τα κάνωμε έναν αναγκαίο σύνδεσμο μέσα σ” όλη αυτή την ανάπτυξη.
Έχομε δει ότι η επιχειρηματολογία του Αποστόλου στοχεύει στο ν” αποδείξει την ισότητα μεταξύ των δύο έργων (του Αδάμ και του Χριστού). Αυτό είναι το κεντρικό νόημα του εδαφίου 12 ( «Δια τούτο ώσπερ…ο θάνατος…εις πάντας ανθρώπους…»), καθώς επίσης και του εδαφίου 18 που το συμπληρώνει («Άρα ουν ως…εις πάντας ανθρώπους…εις δικαίωσιν ζωής»). Απ” αυτή την σύνδεση μεταξύ του εδαφίου 12 με το 18 έπεται ότι η ανάπτυξη του θέματος της υπεροχής στην ενέργεια που ανήκει στο έργο του Χριστού, εδάφια 15-17, πρέπει να είναι ένα λογικό μέσον του να αποδείξη ότι τα δύο έργα είναι τουλάχιστον ίσα όσον αφορά την έκταση και το αποτέλεσμα τους πάνω στο γένος μας. Αυτό είναι και το περιεχόμενο του συμπεράσματος που εκφράζεται στα εδάφια 18 και 19.

Εδάφιο 15
«Αλλ” ουχ ως το παράπτωμα, ούτω και το χάρισμα. Ει γαρ τω του ενός παραπτώματι οι πολλοί απέθανον, πολλώ μάλλον η χάρις του Θεού και η δωρεά εν χάριτι τη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού εις τους πολλούς επερίσσευσε.»
«Αλλά το δώρον της χάριτος δεν είναι όπως το αμάρτημα. Διότι εάν λόγω του αμαρτήματος του ενός επέθαναν οι πολλοί, η χάρις του Θεού και η δωρεά που ήλθε δια της χάριτος του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού ήτο πλέον ή αρκετή δια τους πολλούς.»

Εκείνο που συγκρίνει εδώ ο Απόστολος δεν είναι η περίσσεια των αποτελεσμάτων, αλλά ο βαθμός έκτασης που ανήκει στα δύο έργα, το πόσο πλήθος ανθρώπων έχει την δύναμη να εμπηρεάσει το καθένα απ” αυτά, διότι η έμφαση είναι στον όρο «πολλοί» των δύο πλευρών του παραλληλισμού.
Για να βρει αυτόν τον βαθμό έκτασης, το πόσο, δηλαδή, έχει την δυνατότητα ν” απλωθεί το καθένα απ” αυτά τα δύο έργα μέσα στο γένος μας, πόσο πλήθος να εμπηρεάσει, συγκρίνει τούτους τους δύο συντελεστές: Το «παράπτωμα του ενός», με «την χάριν του Θεού και την δωρεά εν χάριτι την του ενός ανθρώπου». Απ” την σύγκριση μεταξύ αυτών των δύο συντελεστών είναι εύκολο να φθάσωμε σ” αυτό το συμπέρασμα: Εάν απ” τον πρώτο συντελεστή, τόσο ασήμαντον κατά κάποιον τρόπο – το παράπτωμα του ενός! – θα μπορούσε να προκύψη μια ενέργεια που είχε τη δύναμη να ξεχυθεί πάνω σ” όλο το πλήθος του ανθρωπίνου γένους, δεν θα ήταν επόμενο, απ” τους δύο συντελεστές που ενεργούν στην αντίθετη πλευρά, τόσο δυνατοί και πλούσιοι όπως είναι, ότι θα προκύψει μια ενέργεια, η έκταση της οποίας δεν θα είναι λιγώτερη από εκείνη του πρώτου συντελεστή, επομένως θα φθάσει και αυτή να καλύψη όλο εκείνο το πλήθος; Τέτοια είναι η γενική ιδέα αυτού του εδαφίου.
Την προηγουμένη σύγκριση μπορούμε να την απεικονίσωμε με την εξής εικόνα: Εάν μια πολύ αδύνατη πηγή θα μπορούσε να κατακλύση ένα ολόκληρο λειβάδι, δεν θα ήταν λογικό να συμπεράνωμε, ότι μια πολύ πιο μεγάλη πηγή, εάν αναβλύζη πάνω στον ίδιο χώρο, δεν θ” αποτύγχανε να το κατακλύση ολοκληρωτικά;
«Οι πολλοί». Τούτος ο όρος εκλέγεται (αντί του «όλοι») σαν αντίθεση στον «έναν» απ” τον οποίον εξεπήγασε η επίδραση. Το «οι πολλοί» εννοεί την ολότητα του ανθρωπίνου γένους.
Ένα παράπτωμα του ενός, λέγει ο Απόστολος, άρκεσε να φέρει τον θάνατο των πολλών. Τούτο βεβαιώνει την έννοια που έχομε δώσει στην τελευταία πρόταση του εδαφίου 12, «εφ ω πάντες ήμαρτον». Είναι καθαρόν ότι μέσω της αμαρτίας του Αδάμ, και όχι μέσω της δικής τους, είναι που οι άνθρωποι πεθαίνουν.
«Αλλ” ουχ ως το παράπτωμα, ούτω και το χάρισμα. Ει γαρ τω του ενός παραπτώματι οι πολλοί απέθανον, πολλώ μάλλον η χάρις του Θεού και η δωρεά εν χάριτι τη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού εις τους πολλούς επερίσσευσε.»
«Αλλά το δώρον της χάριτος δεν είναι όπως το αμάρτημα. Διότι εάν λόγω του αμαρτήματος του ενός επέθαναν οι πολλοί, η χάρις του Θεού και η δωρεά που ήλθε δια της χάριτος του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού ήτο πλέον ή αρκετή δια τους πολλούς.»
«Ο όρος «χάρισμα», που χρησιμοποιείται στην αρχή του εδαφίου, συνδυάζει τις δύο ιδέες που ο Παύλος τώρα διαχωρίζει, την «χάρη» του Θεού, και την «δωρεάν» δια της οποίας αυτή αποκαλύπτεται, τον Ιησού Χριστό.
Η χάρη είναι η πηγή της σωτηρίας. Τα πλούτη αυτής της πηγής, που δεν είναι άλλη απ” την άπειρη αγάπη του Ιδίου του Θεού, τίθενται σε αντιπαράθεση με την αδυναμία του αντιθέτου συντελεστή, το παράπτωμα του ενός. Αλλά πόσο πιο κτυπητή γίνεται η αντίθεση, όταν στην αγάπη του Θεού προσθέσωμε και το δώρο δια του οποίου φανερώνεται αυτή η αγάπη (ο Ιησούς Χριστός)! Σύγκρινε και το Ιωάννη Γ16.
Η «δωρεά» δηλώνει όχι το πράγμα που δόθηκε («δώρημα», εδ. 16), αλλά την πράξη του δοσίματος.
«Εν χάριτι τη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού»: Η δωρεά που συνίσταται στην χάρη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού.
Η ιδέα της χάρης του Χριστού αναπτύσσεται σε όλο της τον πλούτο στο Β” Κορ. Η9: «Γινώσκετε δε την χάριν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι δι” υμάς επτώχευσε πλούσιος ων, ίνα υμείς τη εκείνου πτωχεία πλουτήσητε.» «Διότι ξέρετε την γεναιοδωρίαν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ότι, προς χάριν σας, αν και ήτο πλούσιος, έγινε πτωχός, δια να γίνετε εσείς πλούσιοι με την πτωχείαν εκείνου.»
Αυτή η σχέση ενότητας και αδελφότητας μεταξύ εμάς των ιδίων και του Χριστού, φαίνεται καθαρά στην φράση, «ενός ανθρώπου». Σύγκρινε τις όμοιες εκφράσεις, Α” Κορ. ΙΕ21: «Δια μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, δια μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάστασις των νεκρών», και Α” Τιμ. Β5: «Και ένας μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Χριστός Ιησούς». Η ενσάρκωση Του έχει σαν αποτέλεσμα της να υψώσει όλο το ανθρώπινο γένος σε μελος της οικογενείας Του.
Το «ενός» προτάσσεται για να θέση σε αντίθεση τον Χριστό, καθώς επίσης και τον Αδάμ, με τους «πολλούς».
«Επερίσσευσε». Ο Χριστός είναι το δοχείο το γεμάτο με χάρη, απ” όπου ξεχειλίζει η σωτηρία πάνω στους «πολλούς». Ο αόριστος δείχνει ένα γεγονός ήδη επιτελεσμένο. Άρα δεν πρόκειται για μια μελλοντική χάρη, αλλά για το έργο της δικαίωσης που αναφέρθηκε στο Γ21. Εάν το παράπτωμα του Αδάμ είχε τόση δύναμη να εμπηρεάση, στην μορφή του θανάτου, όλο το γένος, πολύ περισσότερο θα πρέπει μια χάρη σαν εκείνη του Θεού, και ένα δώρο σαν εκείνο του Ιησού, να είναι ικανά να ενεργήσουν και να εμπηρεάσουν τον ίδιο κύκλο προσώπων, όλο το γένος πάλι!
«Πολλώ μάλλον», σημαίνει, «πολύ περισσότερον σίγουρα», και όχι στην ποσοτική έννοια, «πολύ περισσότερον άφθονα». Ο Απόστολος δεν στοχεύει εδώ να δείξη ότι υπάρχει περισσότερη χάρη εν Χριστώ, απ” ότι υπήρχε θάνατος εν Αδάμ. Εκείνο που θέλει να καταδείξη είναι ότι, εάν μια μικρή αιτία θα μπορούσε να φέρη την καταδικαστική απόφαση του θανάτου επάνω σ” όλο το ανθρώπινο γένος, αυτό το ίδιο γένος θα δοκιμάση στην ολότητα του το ευεργετικό αποτέλεσμα μιας πολύ πιο δυνατής αιτίας.
Η επιχειρηματολογία είναι εξαιρετικά τολμηρή. Είναι σαν να το έθετε έτσι: «Το παράπτωμα του Αδάμ έχει φθάσει και έως εμένα, έχοντας την δύναμη να με υποβάλλει σε θάνατο. Πόσο πιο πολύ σίγουρα η χάρη του Θεού και η δωρεά του Χριστού, συνδυασμένες, έχουν την δύναμη του να φθάσουν και σε μένα και να με σώσουν!»
Μια δεύτερη διαφορά είναι τώρα που αναγγέλεται στην συνέχεια.

Εδάφιο 16
«Και ουχ ως δι” ενός αμαρτήσαντος το δώρημα. Το μεν γαρ κρίμα εξ ενός εις κατάκριμα, το δε χάρισμα εκ πολλών παραπτωμάτων εις δικαίωμα».
«Δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ του αποτελέσματος της αμαρτίας του ενός ανθρώπου και της δωρεάς. Διότι η απόφασις μετά το αμάρτημα του ενός ανθρώπου ήτο απόφασις καταδικαστική, αλλ” η χαριστική πράξις κατόπιν πολλών αμαρτημάτων έφερε δικαίωσιν.»

Στην περίπτωση του Αδάμ, όλο το γένος είναι παθητικά και συλλογικά υποκείμενο στην απόφαση του θανάτου. Στην περίπτωση ομως του Χριστού έχομε να κάνωμε με όντα που αρπάζουν ατομικά και προσωπικά την απόφαση που τους δικαιώνει. Εκεί μια και μόνο καταδίκη που τους αγκαλιάζει όλους μέσω του έργου του ενός. Εδώ μια δικαίωση, συλλογική μεν και αυτή, αλλά οικειοποιουμένη απ” τον καθέναν ατομικά, ενεργητικά, με μια πραξη της ελεύθερης θέλησης του, το οποίον σημαίνει, τόσες προσωπικές δικαιώσεις, όσοι αμαρτωλοί που πιστεύουν. Αν το βασίλειο, λοιπόν, του θανάτου εγκαθιδρύθηκε από την αμαρτία του ενός, και με τους άλλους να παίζουν παθητικό ρόλο, πόσο πιο σίγουρα θα εγκαθιδρυθεί το βασίλειο της ζωής, που ξεκίνησε από δυό πιο δυνατές πηγές, την χάρη του Θεού και την δωρεά του Ιησού Χριστού, τις οποίες οι άλλοι τις δέχονται όχι συλλογικά και παθητικά πλέον, αλλά ατομικά, με μια προσωπική πράξη πίστης. Τούτο σίγουρα θα εγκαθιδρύσει το βασίλειο της ζωής πολύ πιο σταθερά, απ” ότι το βασίλειο του θανάτου εθεμελιώθηκε πάνω στην καταδίκη όλων εν Αδάμ. Τούτη η αντίθεση που αναφέρεται σαν γεγονός στο εδάφιο 16, αποδεικνύεται στο εδάφιο 17, από μια επιχειρηματολογία ολοκληρωτικά όμοια μ” εκείνη του εδαφίου 15.
Στο «Και ουχ ως ενός αμαρτήσαντος το δώρημα» υπονοείται το ρήμα «γίνεται»: «Και αυτό το δώρο δεν γίνεται δι” ενός αμαρτωλού (όπως είχε γίνει η καταδίκη)».
Με το «παράπτωμα του ενός», εδάφιο 15, ο Παύλος έχει αντιπαραθέσει την «χάρη του Θεού και την δωρεά του Ιησού Χριστού». Τώρα, με τον «ένα αμαρτήσαντα» στην πρώτη περίπτωση, αντιπαραθέτει το «πλήθος» των αμαρτωλών που παίρνουν ατομικά τη δικαίωση, στην δεύτερη περίπτωση. Τι διαφορά μεταξύ της δύναμης του σπινθήρα που βάζει φωτιά στο δάσος ανάβοντας ένα ξερό κλαδί, και της δύναμης εκείνου του μέσου που σβύνει την πυρκαϊά, όταν όλα τα δένδρα είναι στις φλόγες, και τα κάνει πάλι να ζήσουν!
«Δώρημα», εδώ είναι το δώρο της δικαίωσης δια του Χριστού, καθώς περιγράφεται στο Γ21-Ε11.
«Κρίμα», είναι η καταδικαστική απόφαση, το αντίθετο του «χάρισμα», της πράξης της χάρης, (στην δεύτερη πρόταση).
«Ενός αμαρτήσαντος»: Ο ένας που διέπραξε την αμαρτία, και του οποίου η αμαρτία είχε γίνει το αντικείμενο κρίσης. Εδώ είναι πάνω στις λέξεις «εξ ενός» που βρίσκεται η έμφαση. Το αντίστοιχο στην δεύτερη πρόταση είναι «εκ πολλών παραπτωμάτων», που μπορεί να μεταφρασθεί είτε «πολλών αμαρτιών», είτε «των αμαρτιών των πολλών».
Αν το πάρουμε στην έννοια του «εκ πολλών αμαρτιών», η κάθε μία από εκείνες τις πολυάριθμες παραβάσεις πρέπει να θεωρηθεί σαν η συνοπτική ένδειξη της πτώσης ενός ατόμου, σε αντίθεση στο «ενός αμαρτήσαντος». Στην δεύτερη περίπτωση («των αμαρτιών των πολλών»), η αντίθεση είναι καθαρώτερη: Το πλήθος των ατόμων εκφράζεται ακριβώς με την αντωνυμία «πολλών».
«Εις κατάκριμα». Πρόκειται για την απόφαση του θανάτου που ανηγγέλθη πάνω στο ανθρώπινο γένος, λόγω του ενός που είχε αμαρτήσει. Διότι αυτός ο ένας περιείχε μέσα του όλο το γένος.
Η αντίθεση σ” αυτό το «κατάκριμα» (απόφαση καταδίκης) εμφανίζεται στο «δικαίωμα» (απόφαση δικαίωσης).
Ποιά άραγε δικαίωση να έχη εδώ κατά νουν ο Παύλος; Την δικαίωση που χορηγείται στον αμαρτωλό την ώρα ακριβώς που πιστεύει, ή την δικαίωση στην απόλυτη της έννοια, καθώς αυτή θ” αναγγελθεί στην ημέρα της κρίσης (Β13); Υπάρχουν λόγοι που μας οδηγούν να δεχθούμε ότι μιλά για την δεύτερη, την τελική δικαίωση (Το εδάφιο 17 π.χ., που συνδέεται με το «γαρ» με το εδάφιο 16, και του οποίου το δεύτερο μέρος αναφέρεται στο πλέον μακρυνό μέλλον («εν ζωή βασιλεύσουσι»), συνηγορεί υπέρ αυτής της άποψης). Είναι τότε που θ” αναγγελθή η τελική απόφαση αθώωσης δια της οποίας τελικά θα ξεφύγωμε απ” την οργή (εδ. 9,10).
Συχνά νομίζεται ότι η έμφαση σ” αυτό το εδάφιο είναι στην ιδέα της αντίθεσης μεταξύ της φύσης των δύο αποτελεσμάτων, της «καταδίκης» και της «δικαίωσης». Δεν είναι όμως έτσι. Η αληθινή αντίθεση είναι εκείνη μεταξύ του «δι” ενός αμαρτήσαντος» (ένας που αμάρτησε), και του «εκ πολλών παραπτωμάτων» (οι αμαρτίες των πολλών). Εκεί, με μια δικαστική απόφαση, ξεπηδά καταδίκη από «έναν που αμάρτησε». Εδώ, με την πράξη της χάρης, «απ” τα παραπτώματα των πολλών», εκεί έρχεται μια δικαίωση. Στην πρώτη περίπτωση, το βασίλειο του θανάτου εγκαθιδρύεται πάνω στην καταδίκη ενός μόνου, που πέρασε στους άλλους συλλογικά και παθητικά. Στην δεύτερη περίπτωση, το βασίλειο της ζωής εγκαθιδρύεται μέσω μια δικαίωσης, συλλογικής μεν, αλλά που την κάνουν δική τους οι πολλοί, όχι παθητικά, ασυνείδητα, αλλά προσωπικά, με μια ελεύθερη πράξη πίστης ο καθένας. Πόσο πιο σίγουρο είναι το δεύτερο βασίλειο μέσα στον καθέναν! Πόσο πιο σίγουρα θα ζήσουν εν Χριστώ, απ” ότι πεθαίνουν εν Αδάμ!
Ερχόμαστε τώρα στο πλέον δύσκολο σημείο του όλου χωρίου, στην σχέση του εδαφίου 17 με ό,τι προηγείται, και την εξήγηση του ιδίου του εδαφίου.

Εδάφιο 17.
«Ει γαρ τω του ενός παραπτώματι ο θάνατος εβασίλευσε δια του ενός, πολλώ μάλλον οι την περισσείαν της χάριτος και της δωρεάς της δικαιοσύνης λαμβάνοντες εν ζωή βασιλεύσουσι δια του ενός Ιησού Χριστού».
«Εάν λοιπόν δια του αμαρτήματος του ενός εβασίλευσε ο θάνατος δια του ενός, τότε πολύ περισσότερον εκείνοι που παίρνουν την υπεράφθονη χάριν και την δικαίωσιν ως δώρον θα βασιλεύσουσιν εις ζωήν δια του ενός Ιησού Χριστού.»

Ο παραλληλισμός μεταξύ Χριστού και Αδάμ ρίχνει τις ρίζες του μέσα σε όλο το προηγούμενο δόγμα που αναφέρεται στην δικαίωση δια πίστεως, Γ21-Ε11. Ο Παύλος είχε αποδείξει, Ε1-11, ότι άπαξ και δικαιωθήκαμε δια του θανάτου του Χριστού, πολύ περισσότερο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι θα σωθούμε και θα δοξασθούμε δια της ζωής Του. Είναι αυτή ακριβώς η ιδέα που σχηματίζει την βάση του δευτέρου μέρους του εδαφίου 17, το οποίον έτσι περιέχει την παράφραση του όρου «δικαίωμα» (απόφαση δικαίωσης), στο τέλος του εδαφίου 16. Η σχέση μεταξύ των εδαφίων 16 και 17 είναι λοιπόν η ακόλουθη:
Δύο γεγονότα εκτίθενται στο εδάφιο 16 παράλληλα το ένα στο άλλο: «Ένας αμαρτωλός», το αντικείμενο της πράξης της καταδίκης – «πολλοί αμαρτωλοί», τα αντικείμενα της πράξης της δικαίωσης.
Η πραγματικότητα του πρώτου απ” αυτά τα γεγονότα κατεδείχθη στα εδάφια 12-14 (ότι ο θάνατος εισήλθε στο γένος μας λόγω της καταδίκης του Αδάμ). Παραμένει να καταδειχθεί εκείνη του δευτέρου. Αυτό είναι το αντικείμενο στο οποίο είναι αφιερωμένο το εδάφιο 17.
Ο τρόπος αιτιολογίας έχει ως ακολούθως: Ο Απόστολος ξεκινά (17α) από το πρώτο γεγονός σαν βέβαιο («δια του αμαρτήματος του ενός εβασίλευσε ο θάνατος δια του ενός»), και μέσω αυτού συμπεραίνει (17β) την ακόμα περισσότερο βέβαιη πραγματικότητα του δευτέρου («τότε πολύ περισσότερον εκείνοι που παίρνουν την υπεράφθονη χάριν και την δικαίωσιν ως δώρον θα βασιλεύσουσιν εις ζωήν δια του ενός Ιησού Χριστού.»)
Το εδάφιο 17 έχει έτσι την λογική του θέση μεταξύ των δύο προτάσεων του εδαφίου 16, να αποδείξη δια της πρώτης την αλήθεια της δευτέρας.
Η έννοια εδώ έχει ως ακολούθως: Εάν μια αδύναμη περίπτωση, η μία αμαρτία (15α), ενός αμαρτωλού (16α), που οι άλλοι δέχονται την επιροή της παθητικά, μπορεί και επιφέρει τον θάνατο κάθε ανθρώπου (17α), πολύ πιο σίγουρα, η πιο δυνατή αιτία (16β), αφομοιωμένη απ” τον καθένα προσωπικά, θα παράγει σ” αυτόν ένα αποτέλεσμα όχι κατώτερο προς το αποτέλεσμα που παρήχθη απ” την πρώτη αιτία (17β). Εάν μια αδύνατη δηλητηριώδης αιτία, που εγώ δέχθηκα την επίδραση της παθητικά, μπόρεσε να παράγει τον θάνατο μου, μια ζωοδότρα αιτία πολύ πιο δυνατή, που εγώ την οικειοποιούμαι ενεργητικά, θα μου δώση πολύ πιο σίγουρα ζωή.
Ας μελετήσωμε τώρα το εδάφιο στις λεπτομέρειες του.
«Τω του ενός παραπτώματι». Βλέπομε ένα ολόκληρο γένος σκλαβωμένο, με τα κεφάλια τους παθητικά γερμένα κάτω απ” το ανελέητο σκήπτρο του θανάτου, μέσω της μεμονωμένης πράξης του ενός. Το «δια του ενός» προστίθεται σαν μια εκ των υστέρων σκέψη, για να δώση έμφαση στην ιδέα της παθητικότητας των ατόμων που υπόκεινται σ” αυτή την σειρά πραγμάτων. Τους βλέπει όλους σαν να περιέχονται μέσα στον έναν, αυτόν που ενήργησε για όλους.
«Ο θάνατος εβασίλευσε». Δηλώνει μια σταθερή σειρά πραγμάτων που θεσπίσθηκε, ενάντια στην οποία κανένα άτομο δεν έχει δυνατότητα αντίστασης. Τίποτα πιο απελπιστικό απ” αυτό το μεγάλο ιστορικό γεγονός της βασιλείας του θανάτου. Και όμως, είναι αυτό ακριβώς το γεγονός, που γίνεται στα μάτια του Αποστόλου μια βασική αρχή της πλέον δυναμικής ενθάρρυνσης και της πλέον δοξασμένης ελπίδας. Διότι αυτή η τρομερή βασιλεία του θανάτου, που εγκαθιδρύθηκε πάνω στο αδύναμο θεμέλιο μιας μόνον αμαρτίας ενός μόνον αμαρτωλού, μπορεί να υπηρετήση σαν ένα μέτρο για την κατά πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα της βασιλείας της ζωής, η οποία θα έλθει στο φως μεταξύ των δικαιωμένων, δια της ελευθέρας αποδοχής του δώρου του Θεού. Αυτή είναι η ιδέα του δευτέρου μέρους του εδαφίου.
Αντί γι” αυτό το απρόσωπο πλήθος που έχει εμπλακεί στην πράξη του ενός μόνον αμαρτωλού, και δι” αυτής στην καταδίκη του, ο Παύλος βλέπει ένα πλήθος μεμονωμένων ατόμων, που οικειοποιούνται, προσωπικά, συνειδητά και ελεύθερα, την πληρότητα του δώρου της δικαίωσης. Και αναρωτιέται, μ” έναν τόνο θριάμβου, εάν μια ένδοξη βασιλεία ζωής δεν θα ξεπηδήσει κάτω απ” αυτές τις συνθήκες, πολύ πιο σίγουρα απ” την απαίσια βασιλεία του θανάτου, που εγκατέστησε τον εαυτόν της πάνω στο αδύναμο θεμέλιο που μόλις αυτός ανέφερε.
«Οι λαμβάνοντες». Είναι η προεξέχουσα έκφραση σ” αυτό το δεύτερο μέρος του εδαφίου. Καθώς εδώ αυτή η λέξη δηλώνει προφανώς την πράξη της πίστης, εκφράζει την ιδέα μιας λήψης, που βασίζεται σε μια ελεύθερη αποδοχή (ιδέ πάνω στο Α17). Οιοσδήποτε τώρα ενώνεται με τον αριθμό εκείνων των αποδεκτών («οι λαμβάνοντες»), θα βασιλεύση εν ζωή.
Το οριστικό άρθρο «οι» παρουσιάζει όλους εκείνους τους αποδέκτες σαν ξεχωριστά πρόσωπα, ικανά, το κάθε ένα ατομικά, να αποδεχθούν ή ν” απορρίψουν ό,τι πρόκειται να αποφασίση την τύχη τους. Δεν είναι πλέον εκείνη η απρόσωπη μάζα που είχε ανυπακούσει και χαθεί μέσα στον έναν. Εδώ συναντάμε πάλιν εκείνους τους «πολλούς» αμαρτωλούς, που αναφέρονται στο εδάφιο 16, οι οποίοι, κάτω απ” το βάρος των προσωπικών τους αμαρτιών, έχουν αποδεχθή για τον εαυτόν τους την πράξη της χάρης, και θα γίνουν, ατομικά ο καθένας, τα αντικείμενα του «δικαιώματος», δηλαδή της απόφασης δικαίωσης.
Τούτοι οι αποδέκτες δεν ανήκουν πλέον στο σύνολο των καταδικασθέντων να πεθάνουν. Ο Παύλος ούτε ακόμα λέγει ότι αυτοί είναι πολυάριθμοι. Η σκέψη του εδώ είναι εστιασμένη σ” αυτό το «κάθε ένας» απ” αυτούς, οιοσδήποτε και αν είναι ο αριθμός τους. Σ” αυτό το γεγονός, λαμβανόμενο από μόνο του, της ατομικής αποδοχής, όσον αφορά την χάρη, υπάρχει μια πλήρης διαφορά θέσεων συγκρινόμενη με την παθητικότητα των ατόμων στην αντίθετη πλευρά. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο γεγονός, που συνδυαζόμενο μ” αυτό, κανει απείρως μεγαλύτερη την δύναμη της αιτίας, στην ιδία πλευρά. Ο Απόστολος το έχει ήδη σημειώσει στο εδάφιο 15. Είναι η «χάρη του Θεού και η δωρεά του Ιησού Χριστού».
Το συμπλήρωμα «της δικαιοσύνης» προστίθεται εδώ, διότι το υπό ερώτηση θέμα είναι η δωρεά που γίνεται αποδεκτή δια πίστεως, και η οποία στην συνέχεια μετασχηματίζεται σε ατομική δικαιοσύνη.
Η σκέψη του Αποστόλου είναι καθαρή: Καθώς το «οι λαμβάνοντες» σχηματίζει μια αντίθεση στο «δια του ενός», έτσι οι εκφράσεις, «η περίσσεια της χάριτος και της δωρεάς της δικαιοσύνης» σχηματίζει μια αντίθεση στο «δια του παραπτώματος του ενός». Όχι μόνον υπάρχει σ” αυτή την πλευρά ατομική οικειοποίηση (εδ. 16), αλλά αυτή η οικειοποίηση βασίζεται και σε μια περισσότερο δυνατή αιτία (εδ. 15).
Έτσι, στο εδάφιο 17 βρίσκομε τις δύο αντιθέσεις που περιγραφήκανε προηγουμένως: «Εάν μια αδύναμη αντικειμενικά αιτία, χωρίς προσωπική οικειοποίηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων, έχει γίνει ικανή να εγκαταστήσει ένα βασίλειο θανάτου, για μεγαλύτερο λόγο, είναι σίγουρο, ότι μια περισσότερο δυνατή αντικειμενικά αιτία, και μια αιτία μάλιστα που τα αποτελέσματα της τα οικειοποιείσαι ατομικά, θα είναι ικανή να εγκαταστήση μια ένδοξη βασιλεία ζωής.»
«Περίσσεια της χάριτος»: Έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το εδάφιο 15, ταυτόχρονα, στην αγάπη του Θεού, και σε κείνη του Ιησού Χριστού.
Η «δωρεά της δικαιοσύνης» είναι εκείνη η δικαίωση που πραγματοποιήθηκε αντικειμενικά εν Χριστώ για τους «πολλούς» (για το ανθρώπινο γένος), και η οποία λαμβάνεται απ” την πίστη του κάθε λήπτη, του κάθε αποδέκτη. Άπαξ και το άδειο δοχείο της ανθρωπίνης καρδιάς γεμίσει, μέσω της πίστης, μ” αυτή την πληρότητα χάρης και δικαίωσης, ο αμαρτωλός υψώνεται στην θέση ενός «βασιλιά εν ζωή».
Αυτή η τελευταία έκφραση σχηματίζει επίσης μια αντίθεση με την ανάλογη έκφραση στην πρώτη πρόταση, «ο θάνατος εβασίλευσε». Ο Απόστολος έχει μια τόσο βαθειά αποκάλυψη των πνευματικών πραγματικοτήτων που δεν του επιτρέπει να πει εδώ «η ζωή θα βασιλεύση»! Ο θάνατος βασιλεύει. Είναι ένας τύρρανος. Αλλά η ζωή δεν βασιλεύει. Δεν έχει υπηκόους. Αυτή κάνει βασιλείς. Σε αντίθεση της ζοφερής κατάστασης που κυριαρχεί σ” ένα βασίλειο σαν αυτό του θανάτου, είναι εδώ τα άτομα τα ίδια τα οποία, μετά που έχουν προσωπικά οικειοποιηθεί την δικαίωση, βασιλεύουν προσωπικά στην φωτεινή περιοχή της ζωής. Γι” αυτό, αντί να πει, «η ζωή θα βασιλεύση», λέγει, «εν ζωή βασιλεύσουσι». Ιδέ πάνω σ” αυτή την βασιλεία τι λέγει ο Παύλος, Δ13, για την «κληρονομιά του κόσμου», και μετά το «καυχώμενοι», Ε11, και τέλος το Η17.
Το «εν ζωή» δεν δηλώνει μια χρονική περίοδο, όπως όταν λέμε, «σε αιώνια ζωή», γιατί τότε θα χρειαζόταν το άρθρο («εν τη ζωή»). Καθώς αυτή η έκφραση τίθεται σε αντίθεση στο «βασιλεία του θανάτου», δηλώνει τον τρόπο ή την φύση της βασιλείας των πιστών. Μια νέα, άγια, ανεξάντλητη και νικηφόρα ζωτικότητα θα διαποτίζη εκείνους τους λήπτες της δικαίωσης, και θα τους κάνει τόσο πολύ βασιλείς. Εάν η συλλογική καταδίκη μπορεί και κάνει τον κάθε έναν απ” αυτούς να υπόκειται στον θάνατο, το συμπέρασμα εδώ θα έπρεπε να είναι ότι, η ατομική τους δικαίωση θα κάνει τον καθέναν απ” αυτούς έναν βασιλιά εν ζωή.
Το «πολλώ μάλλον» σημαίνει «πολύ περισσότερον σίγουρα». Αναντίρρητα, υπάρχει μεγαλύτερη περίσσεια ζωής εν Χριστώ, απ” ότι υπήρχε δύναμη θανάτου εν Αδάμ. Αλλά δεν είναι αυτό που λέγει εδώ ο Παύλος. Δεν στοχεύει να θέση μια αντίθεση ποιότητας μεταξύ «ζωής» και «θανάτου», ή μια αντίθεση ποσότητας (περισσότερον ζωή απ” ότι θάνατος). Είναι ένας μεγαλύτερος βαθμός βεβαιότητας που αυτός διακηρύσσει και καταδεικνύει εδώ. Δικαιωμένοι, θα βασιλεύσωμε ακόμη περισσότερο σίγουρα εν Χριστώ, απ” ότι ως καταδικασθέντες είμαστε νεκροί εν Αδάμ. Η μελλοντική μας δόξα είναι περισσότερο σίγουρη απ” ότι ο θάνατος μας. Διότι μια πιο δυναμική αιτία, και μια αιτία που τα αποτελέσματα της αφομειώνονται ατομικά, θα μας κάνει να ζήσωμε «ακόμα περισσότερο σίγουρα» («πολλώ μάλλον»), απ” ότι η αδύναμη και μη οικειοποιουμένη ατομικά αιτία στην πρώτη περίπτωση, στην περίπτωση του Αδάμ, μας έκανε να πεθάνουμε.
«Δια του ενός Ιησού Χριστού». «Του ενός»: Του μόνου εκείνου ένα, καθώς αντιτίθεται στον άλλον «μόνον έναν», τον Αδάμ, δηλαδή. «Δια του ενός ο οποίος είναι ο Ιησούς Χριστός». Αυτές οι τελευταίες λέξεις μας θυμίζουν ότι Αυτός είναι τον μόνο όργανο της Θείας αγάπης, και ότι εάν οι αποδέκτες έχουν μια δικαίωση να οικειοποιηθούν, είναι μόνον εκείνη την οποίαν Αυτός έχει αποκτήσει γι” αυτούς.
Πάλι, σ” αυτό το σημείο (εδ. 15,16), η αιτιολόγηση του Αποστόλου είναι θαυμαστά θαρραλέα. Είναι σαν κάποιος δικαιωμένος αμαρτωλός να τολμούσε να βρεί, στην δύναμη ακριβώς της σαρκικής επιθυμίας που τον έσυρε μέσα στο κακό, την αναμφισβήτητη απόδειξη της δύναμης, που θα ασκηθεί ακόμα πιο σίγουρα επάνω του, δια της χάρης του Θεού και του Ιησού Χριστού, να τον σώση.
Ας συνοψίσωμε αυτό το χωρίο, μοναδικό καθώς είναι στο είδος του:
Το εδάφιο 15 καταδεικνύει την παγκόσμια ισχύ της δικαίωσης εν Χριστώ. Η επιχειρηματολογία έχει την ακόλουθη σειρά: Εάν μια αιτία τόσο αδύνατη, σαν το μεμονωμένο παράπτωμα του Αδάμ, μπόρεσε και εμπηρέασε έναν κύκλο τόσο μεγάλο, όσον εκείνον του όλου πλήθους του ανθρωπίνου γένους, για μεγαλύτερο λόγο πρέπει μια κατά πολύ πλουσιώτερη αιτία (η διπλή χάρη, του Θεού και του Ιησού Χριστού) να επεκτείνη την ενέργεια της πάνω σ” αυτό το ίδιο πλήθος. Είναι η παγκοσμιότητα του Ευαγγελίου, το «εις πάντας» του εδαφίου Γ22, που αποδεικνύεται απ” αυτήν ακριβώς την παγκοσμιότητα του θανάτου.
Βεβαιωμένη, στο εδάφιο 16, η ατομική αποτελεσματικότητα της δικαίωσης του κάθε πιστού, που επετεύχθη δια του Χριστού, αποδεικνύεται στο εδάφιο 17: Το παράπτωμα του ενός μπορεί και επιφέρει τον θάνατο τόσων ατόμων, οι οποίοι δεν είχαν λάβει προσωπικά μέρος στην πράξη του. Επομένως, και «πολύ περισσότερον σίγουρα», το κάθε ένα από εκείνα τα ίδια άτομα, οικειοποιούμενο προσωπικά μια δύναμη πολύ ανώτερη σε ενέργεια από την προηγουμένη (την δικαίωση που προσφέρει η χάρη του Θεού και του Χριστού), θα γίνη δι” αυτής ένας κάτοχος ζωής.
Εδώ είναι η ατομικότητα του Ευαγγελίου, το «επί πάντας τους πιστεύοντας», του Γ22, πλήρως αποδεικνυόμενο απ” το γεγονός ακριβώς του ατομικού τους θανάτου εν Αδάμ.
Έχομε έτσι φθάσει στην πλήρη ανάπτυξη της έννοιας αυτών των δύο λέξεων, «παντί», και «τω πιστεύοντι», «σε όλους», και «στον καθέναν (πιστεύοντα)», οι οποίες αποκαλύπτουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του Ευαγγελίου, σύμφωνα με το Α16.
Καθώς η επιχειρηματολογία των εδαφίων 12-14 ήταν μια αναγκαία βάση συλλογισμού για εκείνη των εδαφίων 15-17, η τελευταία ήταν μια όχι λιγώτερο αναπόφευκτη βάση συλλογισμού για το συμπέρασμα που τελικά εξάγεται στα εδάφια 18,19. Πράγματι, για να έχη το δικαίωμα ο Απόστολος να βεβαιώση, καθώς κάνει σ” αυτά τα εδάφια, την παγκοσμιότητα του θανάτου εν Αδάμ, θα πρέπει ν” αποδείξη πρώτον, ότι όλοι οι άνθρωποι πέθαναν εν Αδάμ, και όχι μέσω των δικών τους έργων – αυτό είναι το περιεχόμενο των εδαφίων 12-14. Μετά προχωρά να πει ότι, απ” αυτόν τον παγκόσμιο και ατομικό θάνατο εν Αδάμ, εκεί έπεται η βεβαιότητα του παγκόσμιου προορισμού, και της ατομικής εφαρμογής της δικαίωσης εν Χριστώ – αυτό είναι το περιεχόμενο των εδαφίων 15-17.
Παραμένει μόνο να εξάγει το συμπέρασμα, και αυτό είναι: “Ολοι (όσον αφορά την έκταση προορισμού της δικαίωσης), και ο κάθε ένας (δια πίστεως – όσον αφορά τον τρόπο ατομικής οικειοποίησης), δικαιώνονται εν Χριστώ (εδ. 18). Αυτό το συμπέρασμα είναι ταυτόχρονα το δεύτερο και επί μακρόν καθυστερούμενον μέρος της σύγκρισης που άρχισε στο εδάφιο 12, («Ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος…»). Ο Απόστολος δεν θα μπορούσε να το αναφέρει αυτό το συμπέρασμα, παρά μόνον αφού είχε αποκτήσει, (δια της λογικής οδού), το δικαίωμα να το κάνει.

Εδάφιο 18
«Άρα ουν ως δι” ενός παραπτώματος εις πάντας ανθρώπους εις κατάκριμα, ούτω και δι” ενός δικαιώματος εις πάντας ανθρώπους εις δικαίωσιν ζωής».
«Ώστε λοιπόν, καθώς το αποτέλεσμα της παρακοής του ενός ήτο η καταδίκη όλων των ανθρώπων, έτσι και το αποτέλεσμα μιας δικαίας πράξεως ήτο δικαίωσις και ζωή δι” όλους τους ανθρώπους.»

Το εδάφιο 18, όπως είπαμε, είναι η συνέχεια του εδαφίου 12. Το αποτέλεσμα στην πλευρά της δικαίωσης είναι τουλάχιστον ίσο με εκείνο που η ιστορία μαρτυρά για την πλευρά της καταδίκης.
Η πρώτη πρόταση είναι η συνοπτική επανάληψη του εδαφίου 12. Το ρήμα που υπονοείται είναι «απέβη».
«Κατάκριμα» (απόφαση καταδίκης). Δηλώνει την καταδίκη σε θάνατο που έχει πέσει πάνω στο ανθρώπινο γένος, εκείνο το «χώμα είσαι και εις το χώμα θα επιστρέψεις». Εδώ δεν υπάρχει αναφορά στην αιώνια καταδίκη («απώλεια»).
«Δι” ενός δικαιώματος». Πολλοί ερμηνευτές εφαρμόζουν αυτή την έκφραση στην άγια ζωή του Ιησού, η οποία ήταν, απ” την αρχή έως το τέλος της, πράγματι, μια μεγαλειώδης πράξη δικαιοσύνης, ή στον εξιλεωτικό θάνατο Του, σαν το αποκορύφωμα εκείνης της τέλειας ζωής. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν είναι δεκτή, γιατί η έννοια της λέξης «δικαίωμα» δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη που έχει στο εδάφιο 16, «απόφαση δικαίωσης», σαν αντίθεση στην «απόφαση καταδίκης» («κατάκριμα»). Δεν ισχύει επίσης και για τον λόγο ότι, στην ορολογία του Παύλου, είναι ο Θεός και όχι ο Ιησού Χριστός που δικαιώνει (Η33, «Θεός ο δικαιών»).
Με το «εν δικαίωμα» θα πρέπει ν” αντιληφθούμε μια Θεία πράξη. Και τούτη είναι η μία συλλογική πράξη δικαίωσης, η οποία, σαν συνέπεια του θανάτου του Χριστού, έχει αναγγελθεί προς χάριν όλων των αμαρτωλών, και της οποίας, καθώς έχομε δει, Δ25, η ανάσταση του Ιησού ήτο ταυτόχρονα το αποτέλεσμα και η απόδειξη. Είναι πάντα αυτή η ιδία Θεία δήλωση δικαίωσης, που τίθεται σε ισχύ, στην περίπτωση του κάθε αμαρτωλού, καθώς αυτός πιστεύει. Άρα το «δι” ενός δικαιώματος» σημαίνει, «δια μιας πράξης δικαίωσης».
Το ρήμα που υπονοείται και εδώ είναι «απέβη» (παρελθόν, όχι «αποβαίνει», ούτε «θα αποβεί»), διότι το υπό ερώτηση θέμα είναι ένα τετελεσμένο γεγονός.
«Εις δικαίωσιν ζωής». Εκεί οδηγεί αυτή η απόφαση της δικαίωσης. Ο Απόστολος δεν λέγει ότι όλοι θα δικαιωθούν ατομικά, αλλά δηλώνει ότι, δυνάμει της μιας μεγάλης απόφασης που έχει αναγγελθεί, όλοι μπορούν να δικαιωθούν, με την προϋπόθεση της πίστης.
«Εις δικαίωσιν ζωής»: Δικαίωση που παράγει ζωή. Με αυτή την λέξη «ζωή» ο Απόστολος εδώ δηλώνει, πρώτα απ” όλα, πνευματική ζωή (ΣΤ 4,11,23), την επαναποκατάσταση της αγιότητας. Μετά, στο τέλος, την επανόρθωση και τον δοξασμό του ιδίου του σώματος (Η11). Η λέξη έτσι υπονοεί προκαταβολικά το όλο περιεχόμενο του τμήματος που ακολουθεί (κεφ. ΣΤ-Η

Εδάφιο 19
«Ώσπερ γαρ δια της παρακοής του ενός ανθρώπου αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί, ούτω και δια της υπακοής του ενός δίκαιοι κατασταθήσονται οι πολλοί.»
«Διότι όπως δια της παρακοής του ενός ανθρώπου οι πολλοί έγιναν αμαρτωλοί, έτσι και δια της υπακοής του ενός θα λάβουν δικαίωσιν οι πολλοί».

Με την πρώτη ματιά, αυτό το εδάφιο φαίνεται να είναι μια περιττή επανάληψη του προηγουμένου. Κυττόντας το πιο προσεκτικά όμως, βλέπομε, καθώς δείχνει και το «γαρ», ότι έχει σαν σκοπό ν” αναφέρει την ηθική αιτία που προκαλεί τούτα τα δύο γεγονότα (καταδίκη και δικαίωση), που τίθενται παράλληλα το ένα με το άλλο στο εδάφιο 18. Πράγματι, το 19α υπηρετεί να εξηγήσει το 18α, και το 19β το 18β.
Δύο ιστορικά γεγονότα κατευθύνουν την ζωή του ανθρωπίνου γένους (εδ. 18). Η καταδίκη που το σκοτώνει, και η δικαίωση που του δίνει ζωή. Αυτά τα δύο μεγάλα γεγονότα βασίζονται σε δύο ατομικές ηθικές πράξεις: Μια πράξη υπακοής, και μια πράξη ανυπακοής. Η επέκταση τώρα πάνω σε όλους του παραχθέντος αποτελέσματος, και στις δύο περιπτώσεις, μπορεί να εξηγηθεί μόνο κάτω από μια προϋπόθεση, την δυνατότητα ενεργείας, εμπηρεασμού, του ενός πάνω στους πολλούς μέσα στο γένος.
Αυτή η λέξη «παρακοή» δηλώνει την ηθική πράξη η οποία προκάλεσε την απόφαση της καταδίκης (εδ. 18α). Στην περίπτωση του Αδάμ υπήρξε «ακοή». Μια κατηγορηματική απαγόρευση είχε ηχήσει στ” αυτιά του. Αλλ” αυτή η απαγόρευση απέβη γι” αυτόν μάταιη, και σαν να μην υπήρχε («παρακοή»).
«Αμαρτωλοί κατεστάθησαν»: Θεωρήθηκαν σαν αμαρτωλοί (δια της απόφασης του θανάτου που επεβλήθη και πάνω σ” αυτούς, εδ. 18), διότι πράγματι κατεστάθησαν αμαρτωλοί εν Αδάμ (εδ. 19). Οι τελευταίες λέξεις του εδαφίου 12 περιέκλειαν ήδη την ίδια ιδέα. Αυτοί όλοι συμμετείχαν μυστηριωδώς στο παράπτωμα του ενός («εφ ω πάντες ήμαρτον»). Το πρώτο γεγονός, δια του οποίου προέκυψε η ροπή προς την αμαρτία για όλο το ανθρώπινο γένος, βεβαιώνεται στο εδάφιο μας 19.
Στην ανυπακοή του ενός, εκεί αντιτίθεται η υπακοή του ενός. Μερικοί ερμηνευτές αντιλαμβάνονται δι” αυτής της «υπακοής» την εξιλεωτική θυσία του Ιησού. Αλλά όπως στην Λευιτική λατρεία το θύμα χρειαζόταν να είναι χωρίς ελάττωμα, έτσι στην αληθινή εξιλεωτική θυσία, το θύμα χρειαζόταν να είναι χωρίς αμαρτία. Είναι αδύνατον λοιπόν να απομονώσωμε εδώ τον θάνατο του Χριστού απ” την αγία Του ζωή. Και ο όρος «υπακοή» τ” αγκαλιάζει και τα δύο, σύγκρινε Φιλιππ. Β8.
«Δίκαιοι». Πρόκειται για δικαιοσύνη, όχι που την έχεις, αλλά που στην καταλογίζουν, μια κατάσταση που επιτυγχάνεται βάσει μιας δήλωσης (εκ μέρους του Θεού, φυσικά).
«Κατασταθήσονται». Μέλλοντας χρόνος. Αναφέρεται στην τελική δήλωση την ημέρα της κρίσης. Τούτος ο χρόνος είναι εκείνος που περιγράφεται στο Ε9-11.
Το δεύτερο «οι πολλοί» δεν μπορεί να έχει την ιδία έκταση όπως το προηγούμενο «οι πολλοί», γιατί στην πράξη, ενώ η δικαίωση ισχύει για όλους, δεν την οικειοποιούνται όλοι. Την οικειοποιούνται μόνον αυτοί που στο εδάφιο 17 τους ονόμασε «οι λαμβάνοντες», και για τους οποίους είπε, «θα βασιλεύσουν εν ζωή». Αυτός ο μέλλοντας «βασιλεύσουσι», είναι σε στενή σύνδεση με τον μέλλοντα «κατασταθήσονται», διότι η αναγγελία της δικαίωσης (εδ. 19), είναι η προϋπόθεση της «βασιλείας εν ζωή» (εδ. 17).
Στο εδάφιο 20 τώρα στην συνέχεια, δείχνεται συνοπτικά ο ρόλος του νόμου στην θρησκευτική ανάπτυξη του ανθρωπίνου γένους. Το εδάφιο 21 είναι το γενικό συμπέρασμα.

Εδάφιο 20
«Νόμος δε παρεισήλθεν ίνα πλεονάση το παράπτωμα. Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».
«Ο νόμος παρεισέφρυσε δια να πολλαπλασιασθούν οι παραβάσεις, αλλ” όπου επολλαπλασιάσθηκε η αμαρτία, εκεί ξεχείλισε η χάρις».

«Νόμος»: Πρόκειται για τον Μωσαϊκό νόμο. Οι Ιουδαίοι απέδιδαν ειδικά σπουδαίο ρόλο στον νόμο για την ιστορία της ανθρωπότητας. Τον θεωρούσαν, και προσπαθούσαν να τον κάνουν το μέσον εκπαίδευσης και σωτηρίας όλου του κόσμου (Β17-20). Ο Παύλος τους δείχνει ότο ο νόμος δεν παίζει παρά έναν δευτερεύοντα ρόλο. Ο νόμος προσετέθη στην περίοδο της αμαρτίας και του θανάτου, για να προετοιμάση για την εποχή της δικαίωσης και της ζωής.
«Παρεισήλθε»: Το ρήμα εφαρμόζεται για έναν παράγοντα που δεν καταλαμβάνει το εμπρόσθιο μέρος της σκηνής, αλλά εμφανίζεται εκεί για να παίξει μόνον έναν βοηθητικό ρόλο.
Η Μωσαϊκή οικονομία ήταν, πράγματι, μια δευτερεύουσα οικονομία, μια θέσπιση παράλληλη στην οικονομία της αμαρτίας. Ήταν μια ειδική οικονομία, δίπλα στην μεγάλη γενική οικονομία. Μπορεί να συγκριθεί μ” ένα κανάλι, που ρέει δίπλα στο ποτάμι που το τροφοδοτεί.
Και γιατί αυτή η ειδική οικονομία; «Ίνα πλεονάση το παράπτωμα».
Εάν, αντί της λέξης «παράπτωμα» ο Απόστολος είχε πει «παράβασις», η σκέψη του θα ήταν εύκολα αντιληπτή. Διότι αυτός ο ίδιος είχε πει (Δ15): «Όπου δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει παράβαση», δηλαδή, σε κείνη την περίπτωση, η αμαρτία δεν έχει τη μορφή της παραβίασης μιας συγκεκριμένης εντολής. Η έννοια θα ήταν επομένως αυτή: Ο νόμος εδόθηκε στον Ισραήλ ώστε, ειδικά για την πεσμένη ανθρωπότητα, η αμαρτία να πάρει έναν βαρύτερο και πιο σαφή χαρακτήρα, εκείνον της παράβασης, και έτσι ν” αποκαλύψη πλήρως τον βλαβερό της χαρακτήρα, κάτι που θα οδηγούσε και στην θεραπεία της. Αλλ” αυτή η έννοια θ” απαιτούσε την χρήση του όρου «παράβασις».
Ο όρος που έχει επιλεγεί, «παράπτωμα», έχει μια πλατύτερη έννοια (ιδέ πάνω στο εδάφιο 15). Η λέξη, πράγματι, δηλώνει κάθε ειδική πράξη αμαρτίας που διαπράχθηκε κάτω από τον νόμο, ή χωρίς τον νόμο. Αυτή η έννοια είναι, απ” το άλλο μέρος, πιο περιορισμένη από κείνη της λέξης «αμαρτία», που περιλαμβάνει, εκτός από τις εξωτερικές πράξεις, και την διεφθαρμένη εσωτερική διάθεση. Άρα ο Απόστολος δεν θέλει να πει, ότι ο νόμος εδόθηκε για ν” αυξήση την ίδια την αμαρτία. Όχι μόνον η λέξη «αμαρτία» θ” απαιτείτο σ” αυτή την περίπτωση, αλλά και αυτή η σκέψη θα ήταν ασυμβίβαστη με την Θεία αγιότητα.
Η έννοια μάλλον είναι ότι, ο νόμος, παρουσιάζοντας εντολές, δίνει πολύ περισσότερες ευκαιρίες παράβασης. Το κάθε ένα τώρα απ” αυτά τα ειδικά παραπτώματα, όντας ανάγκη να εξιλεωθεί είτε με μια θυσία, είτε με μια ποινή, αποκαλύπτει έτσι πιο καθαρά την ανθρώπινη ενοχή, και η καταδίκη (όπου δεν μεσολαβήση η χάρη), φαίνεται πιο καλά θεμελιωμένη. Ο άνθρωπος δεν γίνεται με τον νόμο αναγκαστικά χειρότερος απ” ότι ήταν πριν. Απλά αποκαλύπτεται το τι ήδη είναι.
Να πάμε όμως λίγο πιο πέρα, για να κατανοήσωμε την πλήρη σκέψη του Αποστόλου. Μέσα σ” όλο αυτό το χωρίο (Εδ. 15,17,18), ο όρος «παράπτωμα» έχει μια ειδική σημασία: «Το παράπτωμα του Αδάμ». Δεν είναι φυσικό εδώ να πάρωμε την λέξη σ” αυτή την συγκεκριμένη της σημασία; Η έννοια τότε θα ήταν ως ακολούθως: Δια του νόμου έχει συμβεί ώστε το παράπτωμα του πρώτου ανθρώπου να πολλαπλασιασθεί, ή κατά μία έννοια, να επαναπαραχθεί το ίδιο μεταξύ των απογόνων του, σ” ένα πλήθος ειδικών πράξεων αμαρτίας, σαν ένας σπόρος που επανεμφανίζεται σε μια συγκομιδή σιτηρών, ομοίων με αυτόν τον ίδιον. Αυτές οι πράξεις αμαρτίας είναι το «παράπτωμα των πολλών», για τις οποίες εμίλησε το εδάφιο 16, και οι οποίες είναι το αντικείμενο της ατομικής δικαίωσης. Και ο στόχος του νόμου, κάνοντας την εκδήλωση, την αποκάλυψη της αμαρτίας άφθονη στον Ισραήλ, σ” αυτή την συγκεκριμένη μορφή (της παράβασης εντολής), ήτο ν” αποδείξη την εσωτερική αρρώστεια (σαν το τεστ κοπώσεως την ασθένεια της καρδιάς), και να προετοιμάση τον δρόμο για την θεραπεία της. Πως όμως; Η συνέχεια θα το εξηγήση.
«Ου δε». Σύμφωνα με ό,τι προηγείται, δεν μπορεί να έχη την έννοια του «οπουδήποτε», σαν τα λόγια που ακολουθούν να είναι ένα αξίωμα γενικής εφαρμογής.
Η σύνδεση μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου μέρους του εδαφίου απαιτεί ώστε η λέξη «ου» να ληφθή σε μια αυστηρά τοπική και περιορισμένη έννοια: «Όπου», δηλαδή στην περιοχή όπου ο νόμος έχει κάνει το έργο του, κάνοντας το παράπτωμα να περισεύση, δηλαδή στον Ισραήλ. Εκείνο βέβαια που έγινε στον Ισραήλ είχε σαν σκοπό να ωφελήση όλον τον κόσμο.
Καθώς ο νόμος, τώρα, έδωσε πιο συχνά ευκαιρία στον Ισραήλ ν” αποδείξη την ατομική του ενοχή, μ” αυτό ακριβώς το μέσο δόθηκε ευκαιρία και στην χάρη, από το άλλο μέρος, να αποκαλύψη τον εαυτόν της κατά έναν τρόπο πιο άφθονο και εξαιρετικό (Β4).
Μεταξύ των αποκαλύψεων του ελέους που αναφέρονται απ” αυτές τις τρείς τελευταίες λέξεις του εδαφίου μας «υπερεπερίσσευσεν η χάρις», δεν μπορούμε παρά να υποθέσωμε ότι ο Απόστολος τοποθετεί πρώτη πρώτη την μεγάλη εξιλεωτική πράξη πάνω στην οποίαν συγκλίνουν όλες οι αμαρτίες του Ισραήλ (Εβρ. Θ15), καθώς στην έκφραση «επλεόνασεν η αμαρτία», φυσιολογικά σκέφτεται το μεγαλύτερο έγκλημα του Ιουδαϊκού λαού, εκείνο στο οποίο συγκεντρώθηκε όλο το επαναστατικό τους πνεύμα, τον φόνο του Μεσσία, την Θεοκτονία, που ήταν και η καταστροφή τους. Έτσι, στις ακόλουθες λέξεις, βλέπομε να παρουσιάζεται στα εκστατικά μάτια του Αποστόλου το πλεονέκτημα που το Θείο έλεος έχει συνάγει απ” αυτό το έγκλημα, κάνοντας το άμεσα το όργανο σωτηρίας για τους ιδίους τους Ισραηλίτες, και για όλο το ανθρώπινο γένος.
Η λέξη «ου» πρέπει έτσι να λάβει μια ακόμη πιο περιορισμένη εφαρμογή από εκείνη που της έχομε ήδη δώσει. Ο Γολγοθάς, το θέατρο όπου η ανθρώπινη αμαρτία επέδειξε τον εαυτόν της όσο πουθενά αλλού, έγινε ταυτόχρονα το μέρος της πλέον εκπληκτικής αποκάλυψης της Θείας χάρης.
«Υπερεπερίσσευσεν»: Η χάρη εξεχείλισε πέραν από κάθε μέτρο, στο άπειρον.

Εδάφιον 21
«Ίνα ώσπερ εβασίλευσεν η αμαρτία εν τω θανάτω, ούτω και η χάρις βασιλεύση δια δικαιοσύνης εις ζωήν αιώνιον δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών.»
«Ώστε, καθώς εβασίλευσε η αμαρτία δια μέσου του θανάτου, έτσι να βασιλεύση και η χάρις δια της δωρεάν δικαιώσεως, με αποτέλεσμα την αιώνιον ζωήν δια του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας».

Αυτό το εδάφιο δηλώνει τον παγκόσμιο στόχο αυτής της Θείας χάρης, που φαινόταν κατά πρώτον ν” αφορά τον Ισραήλ. Ο Παύλος έχει εδώ επιστρέψει στην γενική ιδέα του όλου χωρίου.
Τούτη η υπεραφθονία χάρης, συγνώμης πάνω σ” αυτή την περίσσεια της αμαρτίας στο μέσον του Ιουδαϊκού κόσμου, είχε λοιπόν σαν στόχο της («ίνα») να επιδείξη την χάρη κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να βεβαιώση τον θρίαμβο της πάνω στο βασίλειο της αμαρτίας σ” όλη την γη, και να αντικαταστήση μια οικονομία με μια άλλη.
«Ώσπερ»: Το έργο της χάρης δεν πρέπει να μείνει ούτε σε έκταση ούτε σε αποτελεσματικότητα πίσω από εκείνο της αμαρτίας.
Οι λέξεις «εν τω θανάτω» μας θυμίζουν ότι η βασιλεία της αμαρτίας είναι παρούσα, αποκαλύπτοντας τον εαυτόν της στο χειροπιαστό γεγονός του θανάτου.
Η έννοια, «δια του θανάτου», δεν θα έδινε καμμία καθαρή ιδέα. Δεν είναι η αμαρτία που βασιλεύει δια του θανάτου, είναι ο θάνατος, αντιθέτως, που βασιλεύει δια της αμαρτίας.
Την αντίθεση στο «εν τω θανάτω» την βρίσκομε μεταξύ των δύο όρων, «δια δικαιοσύνης», και «εις ζωήν». «Δικαιοσύνη» εδώ, όπως σ” όλο τούτο το τμήμα του οποίου το παρόν εδάφιο είναι η συνόψιση, είναι η δικαίωση που χορηγείται κατά χάριν απ” τον Θεό στην πίστη (δεν αναφέρεται σε ηθική δικαιοσύνη). Εξ αυτού ο Απόστολος λέγει ότι «η χάρις βασιλεύση δια δικαιοσύνης». Είναι πράγματι μέσα απ” την ελεύθερη δικαίωση που η χάρη εγκαθιστά την βασιλεία της.
Ο στόχος της δικαίωσης είναι «ζωή». Αλλά αυτό το «αιώνια ζωή» δεν αναφέρεται μόνον στην μελλοντική δόξα. Συμπεριλαμβάνει και την αγιότητα η οποία από εδώ και εμπρός θα εκπηγάσει απ” την κατάσταση της δικαίωσης (σύγκρινε ΣΤ4,11,23).
Εάν, τώρα, το «δια δικαιοσύνης» συνοψίζει το μέρος της επιστολής που τέλειωσε μέχρι εδώ, το «εις ζωήν αιώνιον» είναι το θέμα του μέρους που πρόκειται ν” αρχίσει (ΣΤ-Η).
Οι τελευταίες λέξεις, «δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών», είναι η τελική ηχώ της σύγκρισης που ήταν το θέμα αυτού του χωρίου. Να το ξαναπούμε: Δια του παγκοσμίου και ατομικού για τον καθένα γεγονότος του θανάτου, που οφείλεται εις έναν, ο Παύλος θέλησε να καταδείξη την πραγματικότητα της παγκόσμιας και ατομικής για τον καθέναν δικαίωσης που ξεκινά πάλιν από έναν – παγκόσμια όσον αφορά την έκταση του αποτελέσματος της, ατομική λόγω της εφαρμογής της σε κάθε πιστό χωριστά. Και τώρα – έτσι αυτές οι τελευταίες λέξεις φαίνεται να λέγουν – ο Αδάμ πάει πέρασε, ο Χριστός μόνος μένει.
Αδάμ και Χριστός
Μελετόντας το προηγούμενο κομμάτι βλέπομε ότι οι συνέπειες που ο Παύλος συνάγει απ” την ενότητα μας με τον Αδάμ, ανήκουν σε μια ολοκληρωτικά διαφορετική σφαίρα απ” αυτές που πηγάζουν, σύμφωνα μ” αυτόν, απ” την ενότητα μας με τον Χριστό. Με τον Αδάμ είμαστε συνδεδεμένοι μέσω του γεγονότος της γέννησης. Ο κάθε άνθρωπος εμφανίζεται εδώ κάτω, κατά κάποιον τρόπο, σαν ένα μικρό κομμάτι εκείνου του πρώτου ανθρώπου, στον οποίον προσωποποιήθηκε ολόκληρο το γένος. Ο Αδάμ, όπως είπε κάποιος, είναι η «ουσία της φυσικής ανθρωπότητας». Και καθώς η γέννηση, δια της οποίας εμείς προερχόμαστε απ” αυτόν, είναι ένα γεγονός έξω απ” την συνείδηση, και ανεξάρτητο απ” την προσωπική μας θέληση, όλα εκείνα που ανήκουν στην περιοχή αυτής της φυσικής ύπαρξης, δεν μπορεί να έχουν κανέναν άλλον, παρά έναν εκπαιδευτικό και προσωρινό χαρακτήρα. Και ο θάνατος, για τον οποίον ο Παύλος μιλά σ” όλο αυτό το χωρίο, δεν είναι, όπως είδαμε, αιώνια καταδίκη, αλλά ο θάνατος στην συνήθη έννοια της λέξης. Η αμαρτία και η τάση προς το κακό που επικολλήθηκαν επάνω μας σαν παιδιά του Αδάμ, καθώς επίσης και τα ατομικά σφάλματα που μπορούμε να διαπράξωμε σ” αυτή την κατάσταση, μας τοποθετούν αναμφίβολλα σε μια κρίσιμη θέση, αλλά υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να αποφύγωμε την αιώνια καταδίκη. Τούτα όλα, μπορεί να πει κάποιος, πιο πολύ δουλεύουν στο να υψώσουν την αίσθηση της επιτακτικής ανάγκης της σωτηρίας, που είναι έμφυτη σε κάθε ανθρώπινη ψυχή.
Φθάνοντας τώρα στο κατώφλι της άλλης, της ανωτέρας περιοχής, βρίσκομε τους εαυτούς μας πρόσωπο με πρόσωπο με μια νέα και ολοκληρωτικά διαφορετική ενότητα, που μας προσφέρεται εν Χριστώ. Τούτη η ενότητα δεν συνάπτεται δι ενός φυσικού και ασυνειδήτου δεσμού, αλλά δια της ελευθέρας και θεληματικής πράξης της πίστης. Και είναι εδώ μόνον, στο κατώφλι της περιοχής αυτής της νέας ζωής, που οι ερωτήσεις για την αιώνια τύχη του ατόμου υψώνονται και αποφασίζονται. Κάποιος είπε, «Ο Χριστός είναι η Θεία ιδέα της ανθρωπότητας». Και είναι πράγματι αυτή η ιδέα, τέλεια πραγματοποιημένη.
Η πρώτη ανθρωπότητα που δημιουργήθηκε εν Αδάμ, με το χαρακτηριστικό της ελευθερίας της εκλογής, ήταν μόνο οι «χονδρές γραμμές», το περίγραμμα της ανθρωπότητας, καθώς τελικά την προόριζε ο Θεός, και το χαρακτηριστικό της οποίας, καθώς και του Ιδίου του Θεού, είναι η αγιότητα. Ο άνθρωπος ο οποίος δια πίστεως σύρει την δικαίωση και την ζωή του απ” την νέα κεφαλή της ανθρωπότητας, προοδευτικά υψώνεται στο επίπεδο αυτής της κεφαλής, ή όπως λέγει ο Παύλος, «στο τέλειο ανάστημα του Χριστού».
Ο άνθρωπος όμως που αρνείται να συνάψη αυτόν τον δεσμό ενότητας με τον δεύτερο Αδάμ, παραμένει, γι” αυτόν ακριβώς τον λόγο, στην φθαρτή του φύση. Είναι πλέον ο ίδιος υπεύθυνος γι” αυτό, διότι ακριβώς έχει αρνηθεί ν” ανταλλάξη αυτήν για την νέα που του προσεφέρθη, ενώ είναι ταυτόχρονα και υπεύθυνος για τις εθελοντικές παραβάσεις που προσετέθηκαν απ” τον ίδιο σε κείνη του πρώτου του πατέρα. Φθείροντας τώρα τον εαυτόν του περισσότερο και περισσότερο με τις ένοχες επιθυμίες του, προχωρά, λόγω δικού του σφάλματος, σε αιώνια απώλεια, στον δεύτερο θάνατο. Τούτο δεν είναι κάτι που το κληρονομεί απ” τον Αδάμ.
Εδώ έχομε φθάσει στο τέλος του θεμελιώδους μέρους της μελέτης, που σχηματίζει το σώμα της επιστολής. Στο πρώτο τμήμα ο Παύλος έχει καταδείξει την παγκόσμια καταδίκη. Στο δεύτερο, έχει εκθέσει την παγκόσμια δικαίωση δια του Χριστού, που προσφέρεται στην πίστη. Στο τρίτο μέρος έδειξε το γεγονός της καταδίκης όλων εις τον έναν, πράγμα που το κάνει φανερό η βασιλεία του θανάτου πάνω σε όλους. Στην συνέχεια, με λογικά επιχειρήματα, συνάγει την δικαίωση όλων εις τον έναν.
Η ερώτηση που τώρα προκύπτει είναι, εάν ο τρόπος δικαίωσης, καθώς αναπτύχθηκε, μπορεί να εξασφαλίση την ηθική ανανέωση του ανθρωπίνου γένους, και να εξηγήση την θεία καθοδήγηση της ιστορίας μέχρι εδώ, της οποίας είναι και η ολοκλήρωση. Τούτο είναι το θέμα των δύο ακολούθων τμημάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6

ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤ1-Η39
Δια πίστεως στην εξιλεωτική θυσία του Χριστού ο πιστός έχει επιτύχει για τον εαυτόν του μια απόφαση δικαίωσης, δυνάμει της οποίας τώρα στέκεται συμφιλιωμένος με τον Θεό. Μπορεί να χρειάζεται και κάτι περισσότερο για την σωτηρία του; Φαίνεται πως όχι.
Ο προσεκτικός αναγνώστης όμως δεν θα έχει ξεχάσει ότι στο πρώτο μέρος του κεφαλαίου Ε, ο Απόστολος κατηύθυνε την προσοχή μας σε μια μέρα «οργής», μια μέρα κρίσης που πρόκειται να έλθη, και ότι καταπιάστηκε προκαταβολικά με την ερώτηση, εάν η δικαίωση που τώρα αποκτήθηκε, θα κρατήση σε κείνη την τελική και αποφασιστική ημέρα.
Για να απαντήση σ” αυτή την ερώτηση, ανέφερε ένα μέσον σωτηρίας, για το οποίον δεν είχε ακόμη μιλήσει, για την συμμετοχή στην «ζωή του Χριστού». Και ήταν πάνω σ” αυτό το γεγονός, ανηγγελμένο προκαταβολικά (Ε9,10), που αυτός βάσισε την βεβαιότητα ότι η δικαίωση μας θα ισχύσει ακόμα και στην ημέρα της τελικής κρίσης. Όταν είπε εκείνα τα λόγια ο Παύλος, σημάδευε προκαταβολικά την νέα περιοχή, στην οποία από τώρα εισέρχεται, αυτή του αγιασμού.
Για ν” αναπτύξη αυτό το θέμα δεν χρειάζεται να περάσει πέραν απ” τα όρια που χαράχτηκαν στην αρχή, απ” την γενική θέση που εκφράστηκε στο Α17: «Ο δε δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται». Διότι μέσα στο «ζήσεται» περιλαμβάνεται όχι μόνον η χάρη της δικαίωσης, αλλά και εκείνη της νέας ζωής, ή της «αγιότητας». Το να «ζήσεις» δεν είναι απλά να ξανακερδίσης την ειρήνη με τον Θεό μέσω της δικαίωσης. Είναι και το να κατοικείς στο φως της αγιότητας Του, και να ενεργείς σε συνεχή κοινωνία μ” Αυτόν. Στην θεραπεία της ψυχής, η συγνώμη δεν είναι παρά η κρίση απ” την οποία αρχίζει η ανάρρωση. Η επανόρθωση της υγείας είναι ο αγιασμός. Αγιότητα είναι η αληθινή ζωή.
Ποιά να είναι η ακριβής σχέση μεταξύ αυτών των δύο Θείων ευλογιών, δικαίωσης και αγιότητας, που συνιστούν την σωτηρία στην αληθινή της φύση; Η κατανόηση αυτού του κεντρικού σημείου είναι το κλειδί στην Επιστολή προς Ρωμαίους, και ακόμη σε όλο το Ευαγγέλιο.
1. Κατά την άποψη πολλών, η σχέση μεταξύ αυτών των δύο ευλογιών της χάρης θα έπρεπε να εκφρασθεί με ένα «αλλά»: «Αναμφίβολλα είσαι δικαιωμένος δια πίστεως. Αλλά πρόσεχε, κύτταξε να διακόψης την σχέση σου με την αμαρτία, που τώρα σου “χει συγχωρηθεί. Αφοσιώσου με ζήλον στον αγιασμό. Εάν δεν το κάνεις, θα πέσεις πάλι σε καταδίκη». Σύμφωνα μ” αυτή την άποψη εισερχόμαστε εδώ στην περιοχή της «διατήρησης της σωτηρίας». Όπως τίθενται εδώ τα πράγματα, η σωτηρία αποτελείται ουσιωδώς απ” την δικαίωση, και ο αγιασμός εμφανίζεται μόνον σαν η προϋπόθεση να μην την χάσης.
2. Μια άλλη άποψη είναι αυτή που συνδέει ό,τι ακολουθεί με ό,τι προηγείται με ένα «λοιπόν»: «Δικαιωθήκατε δωρεάν. Λοιπόν, παρακινούμενοι από πίστη και ευγνωμοσύνη, ασχολειθείτε τώρα ν” αποκηρύξετε το κακό, και κάνετε ό,τι ευχαριστεί τον Θεό.» Αυτός ο τρόπος αντίληψης της σχέσης μεταξύ δικαίωσης και αγιότητας, είναι εκείνος που ίσως ακολουθείται απ” τους πιο πολλούς αναγνώστες της επιστολής μας σήμερα.
3. Σύμφωνα με άλλους, η σύνδεση που ζητιέται, θα χρειαζόταν, για να εκφρασθεί, ένα «δια» ή «πράγματι»: «Εάν η πίστη σας δικαιώνει καθώς μόλις έδειξα, είναι διότι στην πραγματικότα, δια της μυστικής και προσωπικής ένωσης που αυτή εγκαθιστά μεταξύ σας και του Χριστού, αυτή μόνη έχει την δύναμη να σας αγιάση». Το δώρο της συγνώμης αναβλύζει, σύμφωνα μ” αυτή την άποψη, από εκείνο της αγιότητας, και όχι το αντίστροφο, ή για να το πούμε πιο σωστά, αυτές οι ευλογίες της χάρης συγχέονται η μία με την άλλη. Τούτη η άποψη είναι εκείνη που από την σύνοδο της Τρέντης υψώθηκε σε δόγμα απ” την Καθολική Εκκλησία.
4. Τέλος, άλλοι το εξηγούν χρησιμοποιόντας το «ή μάλλον». Η αμαρτία κατ” αυτούς δεν εμφανίζεται σαν ένα παράπτωμα που εξαλείφεται από μια ελεύθερη συγνώμη. Είναι μια αντικειμενική, μια εξωτερική δύναμη, που μπορεί να συντριβεί απ” την προσωπική ένωση του πιστού με τον Χριστό πεθαμένο και αναστημένο. Η ιδέα της δικαίωσης αποσιωπάται όπως στην προηγουμένη άποψη. Το όλο κατ” αυτούς, που ο Θεός έχει να κάνει για να μας σώση, είναι να μας αγιάση.
Δεν νομίζομε ότι κάποια απ” αυτές τις τέσσερες θέσεις δίνει ακριβώς την αποστολική άποψη. Οι δύο ειδικά τελευταίες έρχονται σε κατ” ευθείαν αντίθεση μ” αυτήν.
Ας τις πάρομε μία μία:
1. Ο αγιασμός είναι κάτι περισσότερο και καλλίτερο από μια περιοριστική και καθαρά αρνητική προϋπόθεση της διατήρησης της κατάστασης της δικαίωσης, άπαξ και την αποκτήσαμε. Είναι μια καινούργια κατάσταση, μέσα στην οποία είναι αναγκαίο να διεισδύσωμε και να προχωρήσωμε, για να κερδίσωμε έτσι την πλήρη σωτηρία. Κάποιος μπορεί να δει, Ι 10, πως ο Απόστολος διαχωρίζει ακριβώς τις δύο ιδέες, της δικαίωσης και της σωτηρίας.
2. Δεν είναι επίσης ακριβές να παρουσιάσωμε τον αγιασμό σαν μια απλή συνέπεια που είναι να προκύψη απ” την δικαίωση. Η σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο γεγονότων είναι πολύ πιο βαθειά. Η αγιότητα δεν είναι μια υποχρέωση που ο πιστός συνάγει απ” την πίστη του. Είναι ένα γεγονός που εξυπακούεται μέσα στην ίδια την δικαίωση, ή μάλλον ένα που απορρέει, καθώς επίσης και η δικαίωση, απ” το αντικείμενο της δικαιώνουσας πίστης, δηλαδή, τον Χριστό πεθαμένο και αναστημένο. Ο πιστός οικειοποιείται αυτόν τον Χριστό σαν την δικαιοσύνη του πρώτα, και μετά σαν την αγιότητα του (Α” Κορ. Α30). Ο δεσμός ένωσης που συνδέει αυτές τις δύο χάρες δεν είναι λοιπόν απλά λογικός ή υποκειμενικός. Είναι ένας δεσμός που εντυπώνεται πολύ βαθειά στην καρδιά του πιστού, και αυτό μόνον διότι έχει μια προηγουμένη πραγματικότητα στο πρόσωπο ακριβώς του Χριστού, του οποίου η αγιότητα, ενώ υπηρετεί να μας δικαιώση, είναι ταυτόχρονα και η αρχή της δικής μας αγιότητας.
3. Η τρίτη άποψη, που βρίσκει στον αγιασμό την αποτελεσματική αιτία της συγνώμης και δικαίωσης, είναι ακριβώς η αντίθετη θέση απ” αυτή του Αποστόλου. Ο Απόστολος εγνώριζε πολύ καλά, από δική του πείρα, την ανθρώπινη καρδιά, για να σκεφθεί να βρει την πίστη για συμφιλίωση πάνω στα ηθικά έργα του ανθρώπου. Χρειαζόμαστε να ελευθερωθούμε από τους εαυτούς μας, όχι να ριχθούμε πάλι πίσω σ” αυτούς. Εάν είχαμε να βασίσωμε την βεβαιότητα της δικαίωσης μας λιγώτερο ή περισσότερο πάνω στον δικό μας αγιασμό, μια και αυτός είναι πάντα ατελής, η καρδιά μας ποτέ δεν θα ελευθερωνόταν ολοκληρωτικά απέναντι του Θεού (ως προς τον φόβο, τις ενοχές, και κείνο το δουλικό πνεύμα), και ποτέ δεν θα γευόταν εκείνη τη υιική εμπιστοσύνη, που είναι από μόνη της η απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε αληθινή ηθική πρόοδο. Η φυσιολογική σειρά στις σχέσεις μας με τον Θεό δεν μπορεί λοιπόν να είναι άλλη απ” αυτή: Πρώτα ανάπαυση στον Θεό μέσω της δικαίωσης. Μετά έρχεται η αγιότητα σαν έργο σε κοινωνία μαζί Του. Η άποψη που μελετάμε, αντιστρέφοντας αυτή την σχέση, τοποθετεί, για να χρησιμοποιήσωμε την κοινή έκφραση, το κάρρο εμπρός απ” το άλογο.
4. Την τετάρτη άποψη την ανατρέπουν τελείως τα όσα έχει πει μέχρι εδώ ο Παύλος (περί πρωταρχικής ανάγκης δικαίωσης κ.λ.π.).
Ο αγιασμός λοιπόν δεν είναι ούτε προϋπόθεση, ούτε απόρροια της δικαίωσης. Ούτε είναι αυτός η αιτία της, και ακόμα λιγώτερο η άρνηση της. Η αληθής σχέση μεταξύ δικαίωσης και Χριστιανικής αγιότητας, καθώς την παρουσιάζει ο Παύλος, φαίνεται να είναι αυτή: Η δικαίωση δια πίστεως είναι το μέσον, και ο αγιασμός ο στόχος. Όσο πιο πολύ διαχωρίζομε αυτά τα δύο Θεία δώρα, τόσο καλλίτερα κατανοούμε τον αληθή δεσμό που τα ενώνει. Ο Θεός είναι ο μόνος καλός. Ως εκ τούτου, το δημιούργημα δεν μπορεί να είναι καλό, παρά στην ένωση μαζί Του. Επομένως, το να βάλης τον άνθρωπο σε μια κατάσταση του ν” αγιάση τον εαυτόν του, είναι αναγκαίο ν” αρχίσης πρώτα συμφιλιώνοντας τον με τον Θεό, και επανατοποθετόντας τον σε σύνδεση μαζί Του. Προς τούτο είναι αναγκαίο να γκρεμισθεί ο τοίχος που τον χωρίζει απ” τον Θεό, η Θεία καταδίκη, που οφείλεται σ” αυτόν τον αμαρτωλό. Άπαξ και μετακινηθεί αυτό το εμπόδιο με την δικαίωση, και επιτελεσθεί η συμφιλίωση, η καρδιά του ανθρώπου ανοίγει ανεπιφύλαχτα στην Θεία χάρη, ο αγωγός για την διοχέτευση της έχει αποφραγεί. Και έτσι το άλλο μέρος, ο Θεός, αρχίζει την μετάδοση της, που είχε διακοπεί απ” την κατάσταση της καταδίκης. Το Άγιο Πνεύμα, το οποίον ο Θεός δεν θα μπορούσε να παραχωρήσει σ” ένα άτομο που ήταν σε πόλεμο μαζί Του, έρχεται να σφραγίση σε τούτη την καρδιά την νέα σχέση που εγκαθίσταται πάνω στην δικαίωση, και να προχωρήσει στο έργο ενός πραγματικού και ελεύθερου εσωτερικού αγιασμού. Τέτοιος ήταν ο στόχος που είχε ο Θεός απ” την αρχή. Αγιότητα είναι η ουσία ακριβώς της σωτηρίας. Η δικαίωση θα πρέπει να θεωρείται σαν η στενή πύλη, μέσω της οποίας εισερχόμεθα στον στενό δρόμο του αγιασμού, ο οποίος οδηγεί στην δόξα.
Και τώρα η βαθειά σύνδεση μεταξύ των δύο μερών της επιστολής, και πιο ειδικά μεταξύ των κεφαλαίων Ε και ΣΤ γίνεται φανερή. Μπορεί να εκφραστεί κάπως έτσι: Όπως δεν δικαιωνόμαστε ο καθένας δια του εαυτού του, αλλά όλοι δια του ενός, «δια του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας» (σύγκρινε Ε11,17,21), έτσι αγιαζόμαστε μεν ο καθένας ατομικά, αλλά όλοι «εν ενί», «εν Ιησού Χριστώ τω Κυρίω μας» (ΣΤ23, Η39).
Η σειρά σκέψης στο επόμενο τμήμα είναι η εξής: Στο πρώτο κομμάτι ο Απόστολος ξεδιπλώνει την νέα αρχή του αγιασμού που εμπεριέχεται στο αντικείμενο ακριβώς της δικαιώνουσας πίστης, τον Ιησού Χριστό, και δείχνει τις συνέπειες αυτής της αρχής, και όσον αφορά την αμαρτία, και όσον αφορά τον νόμο (ΣΤ1-Ζ6).
Στο δεύτερο, ρίχνει μια ματιά πίσω, για να συγκρίνη την ενέργεια αυτής της νέας αρχής, με την ενέργεια της παλαιάς, του νόμου δηλαδή (Ζ7-25).
Στο τρίτο δείχνει προς το Άγιο Πνεύμα, σαν τον Θείο πράκτορα, που κάνει την καινούργια αρχή (την ζωή του Χριστού) να διεισδύσει στην ζωή του πιστού, τον οποίον, μεταμορφώνοντας τον, τον κάνει κατάλληλο να απολαύσει την μελλοντική δόξα, και να πραγματοποιήσει τελικά τον αιώνιο προορισμό του (Η1-39). Όλα αυτά μπορούμε να τα συνοψίσωμε σε τούτα τα τρία: Αγιότητα εν Χριστώ (ΣΤ1-Ζ6), χωρίς νόμο (Ζ7-25), δια του Αγίου Πνεύματος (Η1-39).
Η μεγάλη αντίθεση στην οποία κινείται εδώ η σκέψη του Παύλου, δεν είναι, όπως στο προηγούμενο τμήμα, η αντίθεση μεταξύ «οργής» και «δικαίωσης», αλλά μεταξύ «αμαρτίας» και «αγιότητας», διότι το υπό ερώτηση θέμα εδώ δεν είναι πλέον να εξαλείψεις την αμαρτία σαν ενοχή, αλλά να την κατανικήσης σαν δύναμη, ή ασθένεια.

Η Αρχή του Αγιασμού Εμπεριέχεται στην Δικαίωση δια Πίστεως. ΣΤ1-Ζ6
Το όλο τούτο τμήμα έχει σαν σκοπό να θέση τα θεμέλια του Χριστιανικού αγιασμού. Περιλαμβάνει τρεις ενότητες.
Στην πρώτη (ΣΤ1-14), φανερώνει την νέα αρχή του αγιασμού μέσα στο αντικείμενο ακριβώς της δικαιώνουσας πίστης.
Στη δεύτερη (ΣΤ15-23), εκθέτει την εσωτερική δύναμη που ενυπάρχει σ” αυτή την αρχή, για να ελευθερώσει τον πιστό από την αμαρτία, και να τον υποτάξει στην δικαιοσύνη.
Στη τρίτη (Ζ1-6), ο Παύλος συνάγει απ” τα προηγηθέντα, το δικαίωμα που από τούδε κατέχει ο πιστός να αποκηρύξη την χρήση των προηγουμένων μέσων, δηλαδή του νόμου. Έτσι εγκαθίσταται στερεά η νέα ηθικότητα.

Αγιασμός εν Χριστώ, Πεθαμένω και Αναστημένω. (ΣΤ1-14).
Ο Απόστολος εισάγει αυτό το θέμα με μια υποθετική αντίρρηση που ο ίδιος θέτει πάνω στην δική του διδασκαλία, εδ. 1. Στην συνέχεια δίνει σ” αυτή την αντίρρηση μια συνοπτική απάντηση, εδ. 2, και δικαιολογεί αυτή την απάντηση επικαλούμενος ένα γνωστό και χειροπιαστό γεγονός, το βάπτισμα, εδ. 3,4. Μετά δίνει μια πλήρη και διδακτική ανάπτυξη του περιεχομένου της απάντησης του, εδ. 5-11. Τελικά την εφαρμόζει στην πρακτική ζωή των αναγνωστών του, εδ. 12-14.

Εδάφιο 1
«Τι ουν ερούμεν; Επιμένωμεν τη αμαρτία ίνα η χάρις πλεονάση;»
«Τι θα πούμε λοιπόν; Θα επιμένωμεν στην αμαρτίαν δια να πλεονάση η χάρις;»

«Τι ουν ερούμεν;»: Τι συνέπειες θα σύρωμε από τα προηγούμενα; Μόνο που ο σκοπός του Αποστόλου δεν είναι να σύρη μια αληθινή συνέπεια από την προηγουμένη διδασκαλία, αλλά, απλά, να απορρίψη ένα εσφαλμένο συμπέρασμα, που μπορεί να εξαχθεί από κάποιον, ξένον προς την εμπειρία της πίστης που δικαιώνει.
Τούτη την ερώτηση την συνδέουν συνήθως με την δήλωση του εδαφίου 20, «όπου πολλαπλασιάσθηκε η αμαρτία, εκεί ξεχείλισε η χάρις». Αυτά όμως τα τελευταία λόγια αναφέρονται μόνον στον ρόλο που έπαιζε ο νόμος ανάμεσα στον Ιουδαϊκό κόσμο, ενώ η ερώτηση που τίθεται εδώ έχει παγκόσμια εφαρμογή. Θα πρέπει ο Παύλος να αναφέρεται μάλλον σ” αυτά που λέγει στο εδάφιο 16. Εκεί είχε δείξει, όλα τα παραπτώματα που διαπράχθηκαν απ” τους πολλούς να τακτοποιούνται μέσω μιας πράξης (η θυσία του Χριστού), που οδήγησε σε απόφαση παγκόσμιας δικαίωσης. Και εκείνο που αναρωτιέται εδώ, στο όνομα αυτών που δεν πιστεύουν σε μια τέτοια Θεία πράξη, είναι εάν οι πιστοί δεν θα το εκμεταλευθούν στο πνεύμα της ερώτησης που πρότεινε (να επιμένουν στην αμαρτία για να πλεονάσει η χάρη).
Αλλά και τούτη η σύνδεση θα ήταν ακόμα πολύ στενή. Εάν ληφθή υπ” όψιν η έννοια όλου του προηγουμένου τμήματος, και η δυσφημιστική κατηγορία που είχε ήδη εκφρασθεί εναντίον της διδασκαλίας του Παύλου, εδάφιο Γ8, ερχόμαστε στο συμπέρασμα ότι η ερώτηση αφορά το δόγμα γενικώτερα της δικαίωσης με την χάρη, κεφάλαια Α-Ε.
Όσον αφορά τώρα πιστούς που δικαιωθήκανε κατά τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, είναι φανερό ότι αυτοί ποτέ δεν θα έθεταν το: Θα αμαρτήσω ή δεν θ” αμαρτήσω. Και τούτο γιατί η σφραγίδα της αγιότητας έχει ήδη εντυπωθεί στην εσωτερική και εξωτερική τους ζωή δια του τρόπου της δικαίωσης τους. Και είναι τούτο ακριβώς που ο Απόστολος προχωρά να δείξει, απαντόντας στην προταθείσα αντίρρηση.
Το «επιμενούμεν» είναι λάθος. Το σωστό είναι το «επιμένωμεν» που βρίσκεται σε ορισμένους κώδικες, και σημαίνει, «θα έπρεπε να επιμένωνεν;», «θα έπρεπε να πάρωμε την απόφαση να συνεχίσωμε στην παληά μας κατάσταση αμαρτίας»; Είναι ένας υπολογισμός και τούτος: Όσο πιο πολλές αμαρτίες διαπράττονται, τόσο πιο πολύ υλικό θα βρει η χάρη πάνω στο οποίο θα δείξη τον εαυτόν της.
Η απάντηση είναι συνοπτική και πειστική. Ένα γεγονός έχει λάβει χώρα που καθιστά αυτόν τον υπολογισμό εκ μέρους του πιστού απόλυτα αδύνατον.

Εδάφιο 2
«Μη γένοιτο. Οίτινες απεθάνομεν τη αμαρτία, πως έτι ζήσομεν εν αυτή;»
«Μη γένοιτο. Εμείς που επεθάναμε ως προς την αμαρτίαν, πως μπορούμε να ζούμε ακόμη μέσα σ” αυτήν;»

Ακριβώς όπως ένας νεκρός δεν ξαναζεί, και δεν ξαναρχίζει τις προηγούμενες ασχολίες του, έτσι και ο πιστός δεν μπορεί να επιστρέψει στην παλαιά ζωή της αμαρτίας, διότι και στην δική του περίπτωση έχει υπάρξει ένας θάνατος.
Το «μη γένοιτο» εκφράζει τον αντιφατικό χαρακτήρα του απορριφθέντος ισχυρισμού, καθώς επίσης και μια πεποίθηση για το σφάλμα του.
«Οίτινες»: «Άνθρωποι όπως εμείς». Εμείς έχομε ένα χαρακτηριστικό που εξαιρεί έναν τέτοιον συλλογισμό, είμαστε άτομα που έχουν περάσει μέσ” από θάνατο.
Σε πιο γεγονός ν” αναφέρεται άραγε το «απεθάνομεν»;
Είναι φανερό ότι δεν μπορεί εδώ να γίνεται αναφορά στην καταδίκη που ήλθε επάνω μας λόγω του Αδάμ («νεκροί λογω αμαρτίας»). «Απεθάνομεν τη αμαρτία»: Τούτες οι λέξεις σημαίνουν την απόλυτη διάρρηξη των σχέσεων μας με την αμαρτία, και είναι το αντίθετο του «επιμένωμεν τη αμαρτία», εδάφιο 1.
Αυτό το «απεθάνομεν» γενικά εφαρμόζεται στο βάπτισμα. Αλλά θα δούμε ότι το βάπτισμα είναι η συνέπεια του θανάτου για τον οποίον μιλά ο Παύλος στο εδάφιο 2, και όχι εκείνος ο ίδιος ο θάνατος. Τούτο αποδεικνύεται πρώτα από το «ουν», του εδαφίου 4, μετά από το «εθανατώθητε», Ζ4, – μια έκφραση η οποία, συνοδευομένη απ” τις λέξεις, «δια του σώματος του Χριστού», απομακρύνει κάθε σκέψη να ταυτίσωμε τον θάνατο, στον οποίον υπεβλήθη ο πιστός, με το βάπτισμα του.
Το γεγονός που έχει στο μυαλό του ο Απόστολος είναι μιας καθαρά ηθικής φύσης, και είναι η οικειοποίηση του εξιλεωτικού θανάτου του Κυρίου μας. Η καταδικαστική απόφαση θανάτου με την οποία ο Θεός επεσκέφθη την αμαρτία του κόσμου στον Χριστό, επαναπαράγεται στην συνείδηση του αμαρτωλού. Την στιγμή που αυτός εφαρμόζει την εξιλέωση στον εαυτόν του, (δεχόμενος δια πίστεως την θυσία του Χριστού), τούτο γίνεται εις αυτόν η καταδικαστική απόφαση του θανάτου πάνω στην δική του αμαρτία. Είναι αδύνατον αυτός να οικειοποιηθεί τον Χριστό στον εαυτόν του σαν «πεθαμένο για την αμαρτία του», αν δεν βρει τον εαυτόν του να πεθαίνει, μέσω αυτού του θανάτου που ο Χριστός εδέχθηκε γι” αυτόν, ως προς την ίδια την αμαρτία. Ήτο κάτω απ” αυτήν την εντύπωση που ο πιστός Μπετσουάνα (Αφρικάνικη φυλή που τους κηρύχθηκε το Ευαγγέλιο) φώναξε, «Ο σταυρός του Χριστού με καταδικάζει να είμαι άγιος».
Η δικαιοσύνη του Θεού που ανήγγειλε αυτή την καταδικαστική απόφαση θανάτου πάνω στην αμαρτία του κόσμου, έχει κτυπήσει την αμαρτία στην συνείδηση του κάθε πιστού μ” ένα θανατηφόρο κτύπημα. Ένα παρόμοιο θανατηφόρο κτύπημα έχει δώσει και η στάση του Ιησού, αυτό που έλαβε χώρα στη συνείδηση Του, όταν απεδέχθη και παρεδόθη βάσει αυτής της απόφασης στο μαρτύριο του σταυρού, και στην αγωνία της εγκατάλειψης Του απ” τον Θεό, επικυρώνοντας τούτη την απόφαση με μια ταπεινή υποταγή, εν ονόματι της ανθρωπότητας την οποία Αυτός αντιπροσώπευε. Τέτοιο είναι το απαράμιλλο ηθικό γεγονός το οποίον έχει βάλει ένα τέλος στην προηγουμένη ζωή του κόσμου γενικά, (προσφέροντας τώρα το ξεκίνημα για μια καινούργια ζωή στην ανθρωπότητα), και το οποίον θέτει επίσης ένα τέλος στη ζωή της αμαρτίας σε κάθε πιστό ατομικά. Και τούτο το αποτέλεσμα εξυπακούεται τόσο καθαρά μέσα στο γεγονός της δικαίωσης δια της πίστεως, που ο Παύλος προσφεύγει σ” αυτό σαν ένα γεγονός ήδη γνωστό από τους αναγνώστες του, και αντιληπτό σαν κάτι το φυσικό, («δικαιώθηκες: Άρα πέθανες ως προς την αμαρτία»).
Μερικοί θεωρούν ότι ο «θάνατος ως προς την αμαρτία» εκφράζει απεικονιστικά την πράξη της θέλησης, δια της οποίας ο πιστός αναλαμβάνει για τον εαυτόν του, και υπόσχεται στον Θεό, πάνω στο αίμα της συμφιλίωσης, να αποκηρύξη από τώρα και στο εξής το κακό. Αυτό θα το έκανε μια εσωτερική απόφαση, μια εθελοντική δέσμευση, μια αφιέρωση της καρδιάς. Αλλά ο Παύλος φαίνεται να μιλά για κάτι πιο βαθύ και σταθερό, το οποίον όχι απλά «έπρεπε να είναι», αλλά «είναι». Αυτό φαίνεται καθαρά απ” την παθητική μορφή «εθανατώθητε», Ζ4.
Αυτή η έκφραση αποδεικνύει ότι ο Παύλος σκέφτεται, πάνω από όλα, για μια Θεία πράξη που έχει περάσει σε μας στο πρόσωπο ενός άλλου («δια του σώματος του Χριστού», Z4), αλλά και η οποία έχει το αντίστοιχο της μέσα σε μας, απ” την στιγμή που τη οικειοποιούμεθα δια πίστεως.
Άρα, το υπό συζήτηση θέμα δεν είναι απλά μια «πράξη», αλλά μια «κατάσταση» θέλησης, αποφασισμένη από ένα γεγονός που εκτελέσθηκε χωρίς εμάς, μια κατάσταση απ” την οποία η θέληση μας δεν μπορεί ν” αποσύρει τον εαυτόν της, απ” την στιγμή που η ύπαρξη μας εμπηρεάζεται από την δύναμη της πίστης στον θάνατο του Χριστού για μας.
Μερικοί άλλοι θέλησαν να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα που παράγεται στον πιστό απ” τον θάνατο του Χριστού, σαν ένα γεγονός που έλαβε χώρα μέσα μας άπαξ δια παντός, που από τούδε υπάρχει μέσα μας σύμφωνα σχεδόν με τον τρόπο μιας φυσικής κατάστασης, και σαν κάτι έξω απ” την ίδια μας την θέληση. Αν δεχθούμε αυτή την άποψη μιλάμε τολμηρά για έναν «θάνατο της αμαρτίας», σαν να εννοούσε αυτό ο Παύλος, όταν λέγει, «θάνατος ως προς την αμαρτία». Τούτη η άποψη είναι όμως μια σοβαρή και επικίνδυνη υπερβολή. Η ψευδαίσθηση μιας απόλυτης απελευθέρωσης, που αντανακλούσε στα μάτια τόσων ψυχών διψασμένων για αγιότητα, γρήγορα εξαφανίσθηκε εμπρός στο άγγιγμα της εμπειρίας, αφήνοντας τους σε μια οδυνηρή απογοήτευση, ακόμα και απελπισία.
Ο θάνατος ως προς την αμαρτία, για τον οποίον μιλά ο Απόστολος, είναι αναμφίβολλα μια κατάσταση, αλλά μια κατάσταση της θέλησης, που συνεχίζει μόνον, όσο αυτή κρατεί τον εαυτόν της κάτω από τον έλεγχο του γεγονότος που τον παρήγαγε, και τον παράγει συνεχώς – τον θάνατο του Ιησού. Καθώς κάθε στιγμή ο Ιησούς θα μπορούσε να αποσύρει τον εαυτόν Του απ” τον θάνατο με μια πράξη της δικής Του θέλησης (Ματθ. ΚΣΤ 53), έτσι και ο πιστός, μπορεί την κάθε στιγμή να ελευθερώση την θέληση του απ” την δύναμη της πίστης, και ν” αναλάβει πάλι το νήμα εκείνης της φυσικής ζωής, η οποία ποτέ δεν είναι πλήρως κατεστραμμένη μέσα του.
Εάν ήταν διαφορετικά, εάν ο πιστός θα μπορούσε να εισέλθει στην σφαίρα της απόλυτης αγιότητας, μια νέα πτώση, σαν εκείνη του Αδάμ, θα χρειαζόταν να τον μετακινήσει από εκεί. Εάν ποτέ η αμαρτία είχε ξεριζωθεί ολοκληρωτικά απ” την καρδιά του, η επανεμφάνιση της θα ήταν κάτι σαν την ανάσταση ενός νεκρού.
Πέραν αυτού, σε τι σημείο της Χριστιανικής ζωής θα πρέπει να τοποθετήσωμε ένα τέτοιο ηθικό γεγονός; Μήπως στην στιγμή της μεταστροφής; Η εμπειρία όλων των πιστών αποδεικνύει το αντίθετο. Κανείς δεν μεταμορφώνεται σε απόλυτα άγιο τότε. Σε μια μεταγενέστερη περίοδο μήπως; Η Καινή Διαθήκη δεν μας διδάσκει τίποτα σαν και αυτό. Δεν υπάρχει μέσα σ” αυτή καμμία ειδική αναφορά για μια δεύτερη μεταμόρφωση, εκείνη του αναγεννημένου σ” έναν τέλειο άγιο.
Άρα, σαν συμπέρασμα θα πρέπει να πούμε ότι, ο θάνατος ως προς την αμαρτία δεν είναι ένα απόλυτο σταμάτημα της αμαρτίας οποτεδήποτε στην ζωή του πιστού, αλλά μια απόλυτη ρήξη της θέλησης μ” αυτή, με τα ένστικτα της και τις επιθυμίες της, και τούτο απλά, κάτω από την εξουσία της πίστης στον θάνατο του Χριστού για την αμαρτία.
Η πρακτική εφαρμογή του δόγματος του Αποστόλου αναφορικά μ” αυτόν τον μυστηριώδη θάνατο, ο οποίος είναι θεμέλιο για τον Χριστιανικό αγιασμό, φαίνεται να είναι η εξής: Η ρήξη του Χριστιανού με την αμαρτία είναι αναμφίβολλα προοδευτική στην πραγματοποίηση της, αλλά απόλυτη και οριστική στην βασική της αρχή. Όταν θέλουμε να διακόψουμε οριστικά τις σχέσεις μας μ” έναν παλιό φίλο, του οποίου η κακή επίδραση φάνηκε αισθητά επάνω μας, τα ημίμετρα είναι ανεπαρκή. Το μόνον αποτελεσματικό μέσο είναι μια ειλικρινής εξήγηση, που ακολουθιέται από μια πλήρη διακοπή επαφών, κάτι σαν φραγμός, που υψώνεται προκαταβολικά ενάντια κάθε νέας προσπάθειας για επανασύνδεση. Έτσι, το να διαρρήξωμε τις σχέσεις μας με την αμαρτία χρειάζεται μια οριστική και ριζική απόφαση, και ένα Θείο έργο να λάβη κατοχή της ψυχής, και να παρεμβάλλεται από τούδε μεταξύ της θέλησης του πιστού και της αμαρτίας (Γαλ. ΣΤ14). Αυτό το Θείο έργο δεν μπορεί να λαμβάνει χώρα μέσα στον άνθρωπο, παρά μέσω της ενέργειας της πίστης στην θυσία του Χριστού. (Είναι αυτό, που όταν έρχεται ο πειρασμός για μια αμαρτία, αμέσως με οδηγεί στη σκέψη, «Πως μπορώ να κάνω τούτη την αμαρτία, όταν γι” αυτή πέθανε ο Χριστός»).

Εδάφιο 3
«Ή αγνοείτε ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν;»
«Ή δεν ξέρετε ότι όλοι εμείς που βαπτισθήκαμε εις τον Ιησούν Χριστόν, βαπτισθήκαμε εις τον θάνατον του;»

«Ή αγνοείτε…». Θα μπορούσαμε να το παραφράσωμε κάπως έτσι: «Ή, εάν δεν καταλαβαίνετε αυτό που έχω μόλις πει, εάν δεν καταλαβαίνετε τι σήμαινε το βάπτισμα που εσείς λάβατε. Εάν αντιληφθήκατε σωστά εκείνη την πράξη, θα γνωρίζατε ότι αυτή προϋποθέτει έναν θάνατο (ως προς την αμαρτία), και υπόσχεται μια δεύτερη γέννηση, η οποία απομακρύνει κάθε δυνατότητα επιστροφής στην παλαιά ζωή».
«Ή αγνοείτε…». Απ” αυτή τη φράση έχει γενικά εξαχθεί σαν συμπέρασμα, ότι το βάπτισμα παρουσιάζεται σαν να ήταν το ίδιο ο θάνατος, που ανεφέρθη από τον Παύλο στο εδάφιο 2. Τούτη η άποψη όμως δυσκολεύει πολύ στο να εξηγήσωμε ικανοποιητικά το χωρίο που ακολουθεί, και ειδικά τις λέξεις, «συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατο». Σύμφωνα μ” αυτές τις λέξεις, δεν είναι με τον θάνατο, αλλά με τον ενταφιασμό που τον ακολουθεί, που ο Παύλος συγκρίνει το βάπτισμα. Και πράγματι, όπως η τελετή του ενταφιασμού, ορατή και δημόσια καθώς είναι, πιστοποιεί τον θάνατο, έτσι και το βάπτισμα, όσο αυτό είναι μια εξωτερική και αντιληπτή στους άλλους πράξη, πιστοποιεί, μαρτυρά πίστη, μέσα στην οποία αναμφίβολλα περιλαμβάνεται και ο θάνατος ως προς την αμαρτία.
Όσο για την φράση «ή αγνοείτε», βρίσκει ακόμα πιο φυσιολογική εξήγηση εάν το βάπτισμα θεωρηθεί σαν η απόδειξη του θανάτου, και όχι, όπως συνήθως γίνεται προς ζημίαν αυτού του όμορφου χωρίου, σαν ο ίδιος ο θάνατος. Ο Παύλος θέλει να πει: «Δεν γνωρίζετε ότι είσθε νεκροί; Καλά τότε, δεν γνωρίζετε ότι όλοι σας είσαστε άνθρωποι ενταφιασμένοι (βαπτισμένοι)! Και ο κόσμος δεν θάβει ποτέ τους ζωντανούς».
«Όσοι»: Όσοι εταφήκανε (εβαπτισθήκανε), τόσοι και νεκροί υπάρχουν.
Μερικοί παίρνουν την λέξη «βαπτίζω» στην κατά γράμμα της έννοια, της εμβυθίνσεως στο νερό, και το καταλαβαίνουν: «Όσοι από σας βυθισθήκατε (βαπτισθήκατε) στον Χριστό». Αλλά στην παρόμοια έκφραση, Α” Κορ. Ι 2, «εβαπτίσθησαν εις τον Μωυσή», η έννοια σίγουρα δεν είναι, «βυθισθήκατε (βαπτισθήκατε) στον Μωυσή». Το «βαπτίζομαι» θα πρέπει να το πάρωμε στην κοινή του έννοια, «βαπτίζομαι με νερό», και το προηγούμενο εδάφιο θα πρέπει επομένως να δηλώνει: Βαπτίσθηκαν σε σχέση με τον Μωυσή, σαν τυπικό σωτήρα, δηλαδή, για να έχουν μέρος στην Θεία απελευθέρωση της οποίας ο Μωυσής ήταν το όργανο. Παρόμοια είναι και η έννοια του «βαπτισθήκατε στον Χριστό Ιησού» του εδαφίου μας: Ελάβατε βάπτισμα με νερό σε σχέση με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του οποίου κτήμα γίνατε με εκείνη την πράξη (σύγκρινε την φράση, «βαπτίζοντες εις το όνομα…», Ματθ. ΚΗ19, Α” Κορ. Α13, η οποία θα πρέπει να εξηγηθή κατά έναν παρόμοιο τρόπο). Κάποιος δεν βυθίζεται μέσα σ” ένα όνομα, αλλά μέσα στο νερό σε σχέση («εις») με ένα όνομα, δηλαδή, ως προς την νέα αποκάλυψη του Θεού και του θελήματος Του που εδόθηκε μέσω ενός ονόματος. Είναι τελικά στον Θεό, αποκεκαλυμμένον κάτω απ” αυτή την μορφή (εδώ συγκεκριμένα όπως Τον απεκάλυψε ο Χριστός), που ο πιστός αφιερώνει τον εαυτόν του εξωτερικά δια του βαπτίσματος.
«Εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν»: «Βαπτισθήκαμε με νερό σε σχέση με τον θάνατο του». Όταν κάποιος βαπτίζεται στον Χριστό, είναι δυνάμει του θανάτου Του που συνάπτεται ο δεσμός μαζί Του. Δεν βαπτιζόμαστε στο αίμα Του, γιατί με το αίμα Του έχουμε αγορασθεί. Το βάπτισμα υποθέτει λοιπόν τον θάνατο του Χριστού και τον θάνατο του βαπτιζομένου (μέσω της οικειοποίησης του θανάτου του Χριστού). Έτσι εξηγείται το συμπέρασμα που αναφέρει το εδάφιο 4, και το οποίον φέρει την συζήτηση σ” ένα τέρμα.

Εδάφιο 4
«Συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν.»
«Έχομεν ταφή λοιπόν μαζί του δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον ώστε όπως ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών με την δόξαν του Πατέρα, έτσι και εμείς να ζήσωμεν μια νέα ζωή.»

Το βάπτισμα, όπως είπαμε, είναι η εξωτερική απόδειξη του θανάτου, καθώς η ταφή είναι η απόδειξη του σωματικού θανάτου. Βάσει αυτού, ο Απόστολος συνεχίζει: «Σε συνέπεια αυτού του θανάτου ως προς την αμαρτία που υποστήκαμε εν Χριστώ, έχομε ταφεί με Αυτόν… για ν” αναστηθούμε επίσης μ” Αυτόν». Τούτο σημαίνει : «Θαμμένοι μ” Αυτόν, όχι με τον σκοπό να παραμείνωμε στον τάφο, ή να βγούμε από κει για να επιστρέψωμε στην παλαιά ζωή, αλλά να προχωρήσωμε σε μια καινούργια ζωή, απ” όπου αποκλείεται οριστικά μια επιστροφή στην παλαιά ζωή».
Το «εις τον θάνατον» δεν μπορεί να εξαρτάται από το «εταφήκαμε», αλλά από το «βάπτισμα»: «Δια του βαπτίσματος εις τον θάνατο».
Την φράση «βάπτισμα εις τον θάνατον» θα πρέπει να την ερμηνεύσωμε σαν τις παρόμοιες που προηγούνται, «βάπτισμα (με νερό) σε σχέση με τον θάνατο». Με την λέξη «θάνατο» εδώ εννοούμε, και τον θάνατο του Ιησού, και τον δικό μας που περιλαμβάνεται στον δικό Του. Είναι σε σχέση μ” αυτούς τους δύο θανάτους, που ήδη έχουν λάβει χώρα, που ο πιστός βαπτίζεται.
Να και ένα παράδειγμα που αποδεικνύει πως αυτά τα λόγια του Αποστόλου, προφανώς τόσο μυστηριώδη, βρίσκουν μια εύκολη εξήγηση κάτω από το φως της ζωντανής εμπειρίας της πίστης: Κάποτε ρωτήθηκε ένας Μπετσουάνα (Αφρικάνικη φυλή) από κάποιον ιεραπόστολο, για το πως καταλαβαίνει ένα ανάλογο εδάφιο με τούτο εδώ (το Κολοσσαείς Γ3). Τούτος απάντησε: «Σύντομα θα πεθάνω, και θα με θάψουν στο χωράφι μου. Το κοπάδι μου θα έλθει να βοσκήσει από πάνω μου. Αλλά δεν θα το ακούω πλέον, και δεν θα βγω από το μνήμα μου να το πάρω και να το φέρω μαζί μου εκεί μέσα. Θα είναι ξένο σε μένα, όπως και εγώ σ” αυτό. Τέτοια είναι η εικόνα της ζωής μου ανάμεσα στον κόσμο που ζω, από τότε που πίστεψα στον Χριστό.»
Λέγοντας τούτα τα λόγια ο Παύλος πιθανόν να έχει κατά νουν την τελετή του βαπτίσματος στην πρώτη Εκκλησία, είτε αυτό γινόταν δια πλήρους εμβαπτίσεως, κατά την οποίαν ο βαπτιζόμενος εξαφανιζόταν για μια στιγμή κάτω απ” το νερό (κάτι που αντιστοιχεί πιο καλά στην εικόνα της ταφής), είτε κατέβαινε στο νερό έως την μέση, και αυτός που τον βάπτιζε έχυνε νερό με τις παλάμες του στο κεφάλι του, πράγμα που συμβόλιζε την κατάδυση. Το Μάρκος Ζ4, όπου ο όρος «βαπτισμός» (Εβραίους ΣΤ2) εφαρμόζεται όχι μόνον στον καθαρισμό κυπέλλων και σκευών, αντικειμένων δηλαδή που μπορούν να βυθισθούν στο νερό, αλλά επίσης σ” εκείνον των καναπέδων και κρεββατιών, αποδεικνύει ότι το βάπτισμα μπορεί να γίνει και χωρίς ολοκληρωτική κατάδυση μέσα στο νερό. Πάντως είτε στην μια του μορφή, είτε στην άλλη, το κατέβασμα στο νερό του ανθρώπου αντιπροσώπευε, κατά την άποψη του Παύλου, το θάψιμο του παλαιού ανθρώπου, και η έξοδος του απ” το νερό, την ανάσταση του καινούργιου.
Η σχέση μεταξύ των δύο γεγονότων, της ταφής και του βαπτίσματος, καθώς την δείχνει ο Απόστολος είναι αυτή: Ταφή είναι η πράξη που ολοκληρώνει την διάρρηξη και του τελευταίου δεσμού μεταξύ του ανθρώπου και της γηίνης του ζωής. Ακριβώς αυτή ήταν και η έννοια της ταφής του Κυρίου μας. Παρόμοια τώρα και στο βάπτισμα, ολοκληρώνεται δημόσια η διάρρηξη των σχέσεων του πιστού με την ζωή του παρόντος κόσμου, και με την δική του φυσική ζωή.
Θα ήταν λάθος να παρουσιάσωμε την ιδέα της πρώτης πρότασης του εδαφίου σαν ολοκληρωτικά απομονωμένη απ” ό,τι ακολουθεί. Ο Παύλος εννοεί ότι, όχι απλά έχομε θαφτεί με τον Χριστό, αλλά αυτό έγινε, όπως και στην δική Του περίπτωση, για ν” αναστηθούμε. Το «ίνα» είναι η κεντρική λέξη αυτού του εδαφίου.
Στην περίπτωση ενός συνηθισμένου θανάτου, ο άνθρωπος εγκλείεται μέσα στον τάφο, για να παραμείνει εκεί. Αυτός όμως που θάβεται με τον Χριστό, θάβεται μ” έναν που πέθανε και αναστήθηκε, επομένως με τον σκοπό να αναστηθεί και αυτός. Τούτη η ιδέα είναι ουσιώδης στην επιχειρηματολογία του Αποστόλου. Πράγματι, ο θάνατος του πιστού, ακόμη και με το βάπτισμα που τον σφραγίζει, δεν θα ήταν αρκετός για μια σίγουρη εγγύηση ότι αυτός δεν θα επιστρέψει στην παλαιά ζωή της αμαρτίας. Ο πιστός, όντας θαμμένος με τον Χριστό δια του βαπτίσματος, δεν του έχει ταχθεί σαν σκοπός να μείνει εκεί, αδρανής και χωρίς ζωή, όπως και ο Ίδιος ο Χριστός, δίνοντας τον εαυτόν Του στον τάφο, δεν σκόπευε να παραμείνει σ” αυτόν. Καθώς ο Χριστός έδωσε την ζωή Του «για να την πάρη πίσω» (Ιωάννης Ι 17,18), ο πιστός αποκηρύσσει την ζωή της αμαρτίας, μόνο και μόνο για να λάβη απ” Αυτόν μια άλλη τελείως διαφορετική ζωή (Λουκάς ΙΖ 33). Το βάπτισμα του, το οποίον προϋποθέτει τον θάνατο του, τον οδηγεί προς την ζωή. Το να πεθάνεις ως προς την αμαρτία δεν είναι να πεθάνεις για θάνατο, αλλά να εγερθείς για ζωή. Καθώς τότε, δια της ταφής Του, ο Χριστός έκοψε και τον τελευταίο δεσμό με την γήινη ζωή Του, και εισήλθε σε μια υψηλότερη ζωή, έτσι και ο πιστός, δια του βαπτίσματος του, βρίσκει τον εαυτόν του τοποθετημένο μεταξύ μιας ζωής που έχει πάρει τέλος, και μιας ολοκληρωτικά διαφορετικής που ανοίγεται εμπρός του. Τούτη η νέα του ζωή είναι και η εγγύηση ότι δεν θα γυρίσει πάλι πίσω.
Ο Παύλος γνώριζε από δική του εμπειρία την κατάσταση που δείχνεται με εκείνο το «ίνα». Στο Πράξεις Θ, εκεί που τον κάλεσε ο Κύριος στο δρόμο προς την Δαμασκό, βλέπομε τον ίδιο τοποθετημένο μεταξύ του θανάτου αφ” ενός (εδ. 8,9), και της ταφής του βαπτίσματος αφ” ετέρου, που ακολουθιέται από ανάσταση δια του Αγίου Πνεύματος (εδ. 17,18). Σύγκρινε επίσης την θέση των μετανοημένων της Πεντηκοστής, στους οποίους ο Πέτρος λέγει: «Βαπτισθήτε για την συγχώρηση των αμαρτιών σας, και θα λάβετε την δωρεά του Αγίου Πνεύματος». Είναι λοιπόν αληθές, καθώς και το τέλος του εδαφίου το λέγει, ότι, ό,τι ήταν η ανάσταση στον Χριστό, είναι η αναγέννηση δια του αγίου Πνεύματος στους πιστούς. Και σ” αυτό το τελευταίο γεγονός βρίσκεται η απάντηση στην ερώτηση του εδαφίου 2: «Πως εμείς, που πεθάναμε ως προς την αμαρτία, θα ζήσωμε πλέον εις αυτήν;» Βεβαίως, εάν δεν είμασταν «νεκροί», δεν θα μπορούσαμε ν” απαντήσωμε σ” αυτή την ερώτηση τόσο κατηγορηματικά. Αλλ” εάν, όντες νεκροί, έχομε εισέλθει σε μια υψηλότερη ζωή, η σχέση μας με την παλαιά ζωή είναι πέρα για πέρα τερματισμένη.
Η έκφραση «εκ νεκρών», είναι ένας υπαινιγμός στην κατάσταση θανάτου ως προς την αμαρτία, στην οποία ο πιστός λαμβάνει το βάπτισμα, και η οποία στρώνει τον δρόμο για την πνευματική του ανάσταση.
Η «δόξα του Πατέρα» δια της οποίας αναστήθηκε ο Χριστός, δεν είναι η επίδειξη της δύναμης Του χωριστά απ” τις άλλες Του τελειότητες, αλλά είναι, ως συνήθως, εκείνη όλων των Θείων ιδιοτήτων συνδυασμένων, διότι όλες έχουν συνεισφέρει σ” αυτό το αριστούργημα της αποκάλυψης του Θεού πάνω στην γη. Είναι η δικαιοσύνη Του καθώς επίσης και το έλεος Του, η σοφία Του, καθώς επίσης και η αγιότητα Του. Μιλόντας για την ανάσταση του Λαζάρου, ο Κύριος είπε στην Μάρθα: «Θα δεις την δόξα του Θεού». Εδώ λέγει «δια της δόξης του Πατρός» γιατί έχομε να κάνωμε με την ανάσταση του Υιού.
«Και ημείς»: Είναι όλοι αυτοί στους οποίους επαναπαράγεται το πρότυπο («ούτω»).
Μιλόντας για τους πιστούς, ο Απόστολος δεν σταματά, όπως στην περίπτωση του Κυρίου, στο γεγονός μόνον της ανάστασης τους, αλλά προχωρά και στην μόνιμη συνέπεια του, στην νέα ζωή που εκπηγάζει απ” αυτό: «Εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν». Και το κάνει αυτό διότι, αναφορικά με τους πιστούς, επιθυμεί ν” αποκλείσει την επιστροφή τους στην προηγουμένη τους ζωή.
«Περιπατήσωμεν»: Είναι μια συχνή εικόνα που χρησιμοποιεί ο Παύλος για την ηθική συμπεριφορά.
«Καινότητα ζωής», αντί «καινή ζωή». Μ” αυτήν την έκφραση δίνεται λιγώτερη σπουδαιότητα στην ιδέα της ζωής (σε αντίθεση μ” εκείνη του θανάτου), και περισσότερη στην νέα φύση της δεύτερης αυτής ζωής (σε αντίθεση προς την φύση της προηγουμένης που αυτή καταργεί).

Εδάφιο 5
«Ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα».
«Διότι εάν ενωθήκαμε μαζί του σ” έναν θάνατο σαν τον δικό του, τότε θα ενωθούμε μαζί του και σε μια ανάσταση σαν την δική του».

Ο Απόστολος είχε χρησιμοποιήσει το γεγονός του βαπτίσματος για να εξηγήση το αδύνατον που δοκιμάζει ο πιστός στο να συνεχίσει στην προηγουμένη του ζωή. Τώρα αναπτύσσει αυτή την αλήθεια. Το «ίνα» του εδαφίου 4 γίνεται πράγματι το θέμα αυτής της ανάπτυξης (εδ. 5-11), της οποίας το εδάφιο 5 περιέχει την συνόψιση.
Η ιδέα του εδαφίου 4 ήταν: Εταφήκαμε δια του βαπτίσματος μόνον με την πρόθεση του ν” αναστηθούμε. Αυτή η πρόθεση δείχνεται από το ηθικό γεγονός που αναφέρεται στο εδάφιο 5: Ο άνθρωπος που συμμετέχει στον θάνατο του Ιησού, δεν μπορεί παρά να συμμετέχει και στην ανάσταση Του. Και από το άλλο μέρος, η συμμετοχή στην ζωή του Χριστού για την οποίαν μιλά ο Απόστολος, έχει σαν αναγκαία και πρωταρχική της προϋπόθεση την συμμετοχή στον θάνατο Του. Η αποδοχή του σταυρού είναι ο μόνος δρόμος του να έλθεις σε κοινωνία με την ζωή του Αναστημένου. Εάν ξεχασθεί τούτο το σημείο αφετηρίας, οι συνέπειες θα είναι σοβαρές, διότι το δεύτερο γεγονός δεν έχει καμμία πραγματικότητα παρά μόνον σε σύνδεση με το πρώτο.
Το «του θανάτου» εξαρτάται φυσιολογικά απ” το «τω ομοιώματι». Με αυτό το «τω ομοιώματι» μπορεί να γίνει αντιληπτή είτε η εξωτερική πράξη του βαπτίσματος, σαν κάτι που παρουσιάζει απεικονιστικά τον θάνατο του Χριστού, ή ο δικός μας θάνατος ως προς την αμαρτία (η πνευματική επαναπαραγωγή του θανάτου του Χριστού μέσα μας).
Αλλά κάποιος γίνεται «σύμφυτος» όχι με το ομοίωμα ενός πράγματος, αλλά με το ίδιο το πράγμα. Πέραν αυτού, το βάπτισμα δεν είναι η απεικόνιση του θανάτου, αλλά της ταφής (ιδέ παραπάνω). Άρα πιο σωστό είναι να συνδέσωμε το «σύμφυτοι» μ” ένα «Αυτώ» που υπονοείται: «Σύμφυτοι μ” Αυτόν, στην ομοιότητα του θανάτου Του».
Η έκφραση «τω ομοιώματι του θανάτου αυτού», αναφέρεται, σύμφωνα με ότι προηγείται, στο εσωτερικό γεγονός δια του οποίου ο θάνατος του Χριστού για την αμαρτία επαναπαράγεται μέσα μας, δηλαδή, στον δικό μας θάνατο ως προς την αμαρτία, που υπονοείται στην πράξη της πίστης.
«Σύμφυτοι», είναι από το συν + φύομαι, που σημαίνει, γεννιέμαι, και μεγαλώνω μαζί. Αυτό το επίθετο δηλώνει την οργανική ένωση δυνάμει της οποίας ένα ον μοιράζεται την ζωή, την ανάπτυξη, και τις φάσεις ύπαρξης που ανήκουν σ” ένα άλλο. Είναι όπως το κλαδί του οποίου η ύπαρξη, η ανάπτυξη, αλλά και η αποσύνθεση είναι ταυτισμένα μ” εκείνα του κορμού. Έτσι μπορούμε να το αποδώσωμε και με την έκφραση «να γίνωμε ένα και το ίδιο φύτεμα μ” αυτόν». Καμμία περίπτωση θανάτου ως προς την αμαρτία δεν φθάνει στην Εκκλησία η οποία δεν εμπεριέχεται ήδη στον θάνατο του Χριστού (και η οποία πραγματοποιείται οπουδήποτε θα βρεθεί η πίστη). Από το άλλο μέρος, ούτε μία πνευματική ανάσταση δεν πραγματοποιείται στην εκκλησία, που να μην είναι του Χριστού η ανάσταση, καθώς αυτή επαναπαράγεται υπό του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά εκείνη που ξεκινά ενώνοντας τον εαυτόν της μ” Αυτόν, στην κοινωνία του θανάτου Του.
Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί (και θα το συναντήσωμε αυτό το χαρακτηριστικό πάλι στην συνέχεια του χωρίου), ότι το γεγονός της συμμετοχής στον θάνατο έχει τεθεί σε χρόνον παρελθόντα («γεγόναμεν σύμφυτοι»), ενώ η συμμετοχή στην ανάσταση εκφράζεται στον μέλλοντα («εσόμεθα»).
Μερικοί θεώρησαν, απ” αυτή την αλλαγή στον χρόνο, ότι στις τελευταίες λέξεις ο Απόστολος θέλει να μιλήσει για την μελλοντική ανάσταση, για τον σωματικό δοξασμό των πιστών. Αλλά τούτη η ιδέα είναι ξένη προς αυτό το κείμενο εδώ, που από την αρχή έως το τέλος αναφέρεται στην αντίρρηση του εδαφίου 1 (την σχέση του πιστού προς την αμαρτία). Το υπό συζήτηση θέμα εδώ είναι ο αγιασμός, η ηθική ανάσταση του πιστού, και η αντίθεση που δείχνεται μεταξύ του παρακειμένου και του μέλλοντα, πρέπει να βρει μια τελείως διαφορετική εξήγηση.
Καθώς η κοινωνία πίστης με τον Χριστό σταυρωμένον, είναι η προϋπόθεση του να μοιρασθής την ζωήν Του σαν αναστημένου, είναι γι” αυτόν τον λόγο που ο Απόστολος αναφέρει το πρώτο γεγονός σε χρόνο παρελθόντα, και το δεύτερο σε μέλλοντα («σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα»). Έχοντας λάβει χώρα το ένα, το άλλο πρέπει ν” ακολουθήσει. Ο παρακείμενος και ο μέλλοντας περιγράφουν, ο ένας την βασική αρχή, ο άλλος την συνέπεια. Αρχίζομε με ένωση στο πρόσωπο του Χριστού δια πίστεως σε εκείνο το μυστηριώδες, «Αυτός για μένα», το οποίον και σχηματίζει την ουσία του Ευαγγελίου. Μετά αυτή η ένωση προχωρά, έως ότου η όλη Του ύπαρξη σαν Αναστημένος έχει περάσει μέσα μας.
«Αλλά και…»: «Λοιπόν τότε επίσης». Το δεύτερο γεγονός έρχεται σαν η χαρμόσυνη συνέπεια του πρώτου.
«Αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα». Ο όρος «ανάσταση» δεν λαμβάνεται εδώ στην γενική του έννοια. Αναφέρεται μόνον στην ανάσταση του Χριστού. Η σωστή του απόδοση είναι: «Λοιπόν, τότε, θα συμμετέχωμε επίσης και στην ανάσταση Του».
Ο Ιησούς δεν μας μεταδίδει τον ίδιο τον θάνατο Του. Κατέχομε μόνον την ομοιότητα του θανάτου Του, στον θάνατο μας ως προς την αμαρτία. Είναι διαφορετικά όμως με την ανάσταση Του και την ζωή Του ως αναστημένου. Είναι αυτή η ίδια η ζωή Του, που Αυτός μεταβιβάζει εις εμάς: «Δεν ζω εγώ, αλλά ζει ο Χριστός μέσα μου», έγραφε ο Παύλος (Γαλάτας Β20). «Επειδή εγώ ζω, και σεις θα ζήσετε», είπε ο Ίδιος ο Κύριος (Ιωάννης ΙΔ18). Ο πιστός άπαξ και «εμβολιάσθηκε» στον Χριστό, δια πίστεως στον θάνατο Του, και δι” αυτού πέθανε ως προς την προηγουμένη του ζωή, ζαναζεί μέσω του Αγίου Πνεύματος στην ζωή ακριβώς του αναστημένου Χριστού. Έτσι εξηγείται η διαφορά στην μορφή μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των προτάσεων του εδαφίου.
Αυτή η συνοπτική επίδειξη της αλήθειας του «ίνα» («Συνετάφημεν…ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός…», εδ. 4), απαιτείται τώρα ν” αναπτυχθεί. Τα εδάφια 6 και 7 αναπτύσσουν το περιεχόμενο του 5α («Ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού»). Τα 8-10 εκείνο του 5β («αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα»).

Εδάφιο 6
«Τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία».
«Διότι γνωρίζομεν ότι ο παλαιός εαυτός μας εσταυρώθηκε με τον Χριστόν, δια να καταστραφή το αμαρτωλό σώμα, ώστε να μην είμαστε πλέον δούλοι της αμαρτίας.»

Γιατί άραγε να εισάγει έτσι απότομα εδώ την ιδέα της υποκειμενικής γνώσης («τούτο γινώσκοντες»);
Ο Παύλος το κάνει γιατί η συμμετοχή μας στην ανάσταση του Χριστού δεν λαμβάνει χώρα κατά τον τρόπο μιας φυσικής διαδικασίας ( όπως π.χ. δημιουργείται από μόνος του ο καρπός σαν γονιμοποιηθεί το άνθος). Για να έλθη ένα τέτοιο αποτέλεσμα, χρειάζεται μια ηθική συνεργασία εκ μέρους του πιστεύοντος. Και αυτή η συνεργασία υποθέτει βεβαίως μια «γνώση», γνώση του τρόπου (εδ. 6), και του στόχου (εδ. 8). Ο πιστός γνωρίζει και αντιλαμβάνεται ότι ο τελικός στόχος που ο Θεός έχει υπ” όψιν, καλόντας τον να σταυρώσει τον παλαιόν του άνθρωπο (εδ. 6), είναι να πραγματοποιήσει μέσα εις αυτόν την ζωή του Αναστημένου (εδ. 8,9), και έτσι συμμετέχει ενεργητικά στην Θεία σκέψη. Μόνον δι” αυτού του τρόπου μπορεί να πραγματοποιηθεί τούτο το πράγμα.
Αυτή η ιδέα της υποκειμενικής γνώσης, που εκφράζεται με τις λέξεις «τούτο γινώσκοντες», εμπεριείχετο στο προηγούμενο «ίνα» του εδαφίου 4: «Εταφήκαμε μαζί μ” Αυτόν με τον σκοπό ν” αναστηθούμε και μαζί Του, γνωρίζοντες ότι…» Το όλο αυτό τμήμα, αρχίζοντας με το «ή αγνοείτε» του εδαφίου 3, μας μεταφέρει στην εσώτερη συνείδηση του πιστού, καθώς αυτή έχει μορφωθεί στο σχολείο που τον περνά ο Θεός. Ο πιστός γνωρίζει σίγουρα ότι εκλήθη να πεθάνη, αλλά να πεθάνη για να ζήση πάλι.
Η έκφραση «ο παλαιός ημών άνθρωπος» δηλώνει την ανθρωπίνη φύση, τέτοια όπως έχει γίνει από την αμαρτία αυτού στον οποίον πρωτοπαρουσιάσθηκε, είναι ο πεσμένος Αδάμ καθώς επανεμφανίζεται σε καθε ανθρώπινο «εγώ». Το κάθε ανθρώπινο «εγώ» έρχεται στον κόσμο κάτω απ” την επιρροή του ατομισμού, που έχει την υπεροχή επάνω του. Και τούτο ξεκίνησε από εκείνη την πρωταρχική παράβαση. Αυτή η διεφθαρμένη φύση φέρει την ένδειξη «παλαιός» μόνον όσον αφορά τον πιστό, γιατί είναι μόνον αυτός που κατέχει ήδη μια ανανεωμένη φύση μέσα του.
Αυτός ο «παλαιός άνθρωπος» έχει σταυρωθεί, όσον αφορά τον πιστό, στο πρόσωπο ακριβώς του Χριστού σταυρωμένου. Ο Απόστολος δεν λέγει ότι αυτός πέθανε οριστικά. Αυτός μπορεί να υφίσταται ακόμη, αλλά σαν ένας σταυρωμένος, του οποίου η δραστηριότητα είναι σε παραλυσία.
Έως την ώρα που κάποιος πιστεύει, η αμαρτία του του παρουσιάζει τον εαυτόν της σαν την ελευθερία, ή σαν μια συγχωρητέα αδυναμία. Την στιγμή όμως που την αντικρύζομε πάνω στον σταυρωμένο Χριστό, την βλέπομε σαν έναν κακούργο καταδικασμένο και τιμωρημένο με θάνατο απ” την δικαιοσύνη του Θεού. Και η απόφαση για τον θάνατο της, αναγγελμένη στην συνείδηση μας (απ” την γνώση του έργου του σταυρού), είναι ο ίδιος ο θάνατος γι” αυτή μέσα μας, όπως ο σταυρός ήτο γι” αυτή, στην περίπτωση του Χριστού – όχι ένας άμεσος θάνατος βέβαια, αλλά η εκμηδένιση της σε αδυναμία να δράση πλέον. Ο σκοπός αυτής της ηθικής εκτέλεσης (της αμαρτίας μέσα μας), που περιλαμβάνεται στο γεγονός ακριβώς της πίστης, είναι η κατάργηση του σώματος της αμαρτίας.
Απ” ότι φαίνεται, τώρα, εδώ, άλλο γεγονός είναι η συσταύρωση (με τον Χριστό) του παλαιού ανθρώπου, και άλλο η κατάργηση του σώματος της αμαρτίας. Μάλιστα, το δεύτερο, έτσι όπως δείχνεται, είναι ο στόχος του πρώτου («ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας»). Αυτό που ο Απόστολος ονομάζει «το σώμα της αμαρτίας», δεν μπορεί λοιπόν να ταυτίζεται με αυτό που ονομάζει «ο παλαιός άνθρωπος».
Να σταθούμε λίγο στο «σώμα της αμαρτίας». Μήπως θα πρέπει να θεωρήσωμε το «σώμα» στην αυστηρή έννοια της λέξης, και τον Απόστολο να βλέπει μέσα σ” αυτό την αρχή του κακού στην ανθρώπινη μας φύση, άποψη που την συμμερίζονται πολλοί; Η συνέχεια θα μας δείξει ότι κατά κανέναν τρόπο δεν θεωρεί την αμαρτία σαν ενυπάρχουσα στο σώμα, και σαν κάτι αναπόσπαστο απ” αυτήν. Στο εδάφιο π.χ. 13, αξιώνει το σώμα και τα μέλη του για την υπηρεσία του Θεού, και τα παρουσιάζει ως κάτω από υποχρέωση να γίνουν «όργανα της δικαιοσύνης». Είναι και πολλά άλλα εδάφια που ανατρέπουν αυτή την άποψη, αλλά και το γεγονός ακριβώς της ενσάρκωσης του Κυρίου μας, επαρκεί ν” ανατρέψει την γνώμη που θα έκανε το σώμα να είναι η πηγή, η αρχή της αμαρτίας.
Το σωστό είναι να θεωρήσωμε το «της αμαρτίας» σαν ένα συμπληρωματικό όρο ιδιοκτησίας ή ποιότητας: Το σώμα τόσο, όσο υπηρετεί σαν ένα όργανο της αμαρτίας στην ανθρώπινη ζωή. Μόνο που για ν” αντιληφθούμε αυτό το «της αμαρτίας», θα πρέπει να προσθέσωμε ότι, απ” την γέννηση μας υφίσταται μεταξύ του σώματος μας και της αμαρτωλής μας θέλησης εκείνη η βαθειά σχέση δια της οποίας τούτα τα δύο τοποθετούνται σε αμοιβαία εξάρτηση. Και αυτή η σχέση δεν είναι ένα απλό συμβάν. Ανήκει στην πεσμένη κατάσταση στην οποία έχομε περιπέσει.
«Καταργώ». Κατά γράμμα σημαίνει, του αποστερώ την δύναμη να ενεργήση, δηλαδή το αχρηστεύω, όπως στο Λουκά ΙΓ7, Ρωμαίους Γ3, ή το μηδενίζω, το καταστρέφω, όπως στο Α” Κορινθίους ΙΓ8,10, Α” Κορινθίους ΣΤ13 κ.λ.π. Είναι προφανές ότι ούτε η μία ούτε η άλλη έννοια θα μπορούσε να εφαρμοστεί στο σώμα, θεωρόντας το σαν φυσικό οργανισμό από μόνο του. Ο Απόστολος δεν έχει εδώ κατά νουν να συστήσει τον σωματικό ασκητισμό στους πιστούς. Δεν είναι για το σώμα σαν τέτοιο που αυτός μιλά. Είναι για το σώμα τόσο, όσο αυτό είναι όργανο στην υπηρεσία της αμαρτίας.
Για το σώμα, θεωρούμενο σ” αυτή την ειδική σχέση με την αμαρτία, ο Παύλος δηλώνει ότι θα έπρεπε να υποβληθεί σε αδράνεια, ή ακόμα να καταστραφεί. Και σ” αυτή την εφαρμογή οι δύο έννοιες της λέξης «καταργώ» είναι σχεδόν ταυτόσημες. Η έννοια «καταστρέφω» ίσως ν” αποδίδει την σκέψη του καλλίτερα. Ένα σώμα, εκείνο της αμαρτίας, καταστρέφεται, ώστε ένα άλλο να μπορεί να πάρει την θέση του, το σώμα το οποίον είναι όργανο της δικαιοσύνης (εδ. 13).
Στην τρίτη πρόταση, («του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία»), που εκφράζει τον τελικό στόχο αυτού του εσωτερικού έργου, ο Παύλος εισάγει ένα τρίτο υποκείμενο, «ημάς», ένας όρος που δηλώνει την όλη ηθική προσωπικότητα, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι ή δεν είναι κάτω από την εξουσία της αμαρτίας. Αυτό το τρίτο υποκείμενο διαφέρει ολοκληρωτικά από εκείνο της πρώτης πρότασης, «ο παλαιός άνθρωπος», καθώς επίσης και από εκείνο της δεύτερης, «το σώμα της αμαρτίας».
Ο παλαιός άνθρωπος είναι σταυρωμένος δια πίστεως στην σταύρωση του Χριστού. Το σώμα της αμαρτίας είναι κατεστραμμένο διότι, σε συνέπεια της σταύρωσης του παλαιού ανθρώπου, η διεφθαρμένη θέληση που προηγουμένως χρησιμοποιούσε το σώμα για την δική της ικανοποίηση, είναι παράλυτη, και έτσι δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει πλέον (οπότε και αυτό αχρηστεύεται, όχι σαν σώμα, βέβαια, αλλά σαν σώμα αμαρτίας, σαν όργανο στα χέρια της αμαρτίας – αρρώστησε και σταμάτησε ο γερο ψαράς το ψάρεμμα, αχρηστεύθηκε και η βάρκα του, εκτός εάν την πάρει άλλος). Το «εγώ» τότε, ο αληθινός μας εαυτός, η ηθική προσωπικότητα στην ουσία της, ελευθερώνεται με μιας, και από την δύναμη της παλαιάς φύσης, και από το σώμα, έτσι όπως το κατηύθυνε αυτή σαν όργανο της, και μπορεί, επομένως, να οδηγήσει αυτό το τελευταίο σε μια ολοκληρωτικά νέα χρήση. Ο Απόστολος διευκρινίζει την αλήθεια αυτής της ηθικής κατάστασης μ” ένα παράδειγμα απ” την ζωή.

Εδάφιο 7
«Ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας».
«Διότι εκείνος που έχει πεθάνει έχει ελευθερωθή από την αμαρτία».

«Δεδικαίωται». Μερικοί το εφαρμόζουν στην απελευθέρωση από την ενοχή και την ποινή – καθώς φαίνεται ν” απαιτεί η συνήθης έννοια της λέξης «δικαιώνω» στον Παύλο. Άλλοι στην απελευθέρωση από την δύναμη της αμαρτίας, κατά την έννοιαν ότι αυτός που είναι νεκρός, δεν υπόκειται πλέον σ” αυτόν τον κύριο, δεν του οφείλει πλέον τίποτα. Αλλά καμμία απ” αυτές τις έννοιες δεν είναι ικανοποιητική. Η πρώτη δε, θα μας έφερνε πίσω στο θέμα της δικαίωσης, η οποία βγήκε σαν συμπέρασμα στο τέλος του κεφαλαίου Ε.
Σύμφωνα με άλλους, ο Παύλος θέλει εδώ να εκφράσει την ιδέα ότι, η απαλλαγή του πιστού από την αμαρτία (δικαίωση), λαμβάνει χώρα μόνο με την προϋπόθεση του θανάτου του ως προς την αμαρτία. Τούτη η άποψη όμως θα είχε σαν αποτέλεσμα να κάνει τον αγιασμό σαν την προϋπόθεση της δικαίωσης.
Η ακόλουθη έννοια θα ήταν πιο κατάλληλη από ορισμένες απόψεις: Αυτός που είναι νεκρός (στην έννοια του εδαφίου 6 – συσταύρωση με τον Χριστό), είναι δι” αυτού του θανάτου, ελεύθερος από την δύναμη της αμαρτίας.
Αναμφίβολλα, κατά έναν γενικό τρόπο, αυτή είναι η έννοια του Αποστόλου στο εδάφιο 7 («Ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας). Το κείμενο την απαιτεί. Αλλά και τούτη όμως η ερμηνεία δεν ταιριάζει ακριβώς λόγω των εκφράσεων που χρησιμοποιούνται. Η λέξη «δικαιώνω», ακόμα και όταν ακολουθείται, όπως εδώ, από την πρόθεση «από», δεν μπορεί να δηλώνει, «ελευθερώνω από την δύναμη κάποιου», ή τουλάχιστον, εάν φθάσωμε σ” αυτή την έννοια, θα πρέπει να δειχθεί, κατά ποιόν τρόπο είναι δυνατή. Μετά, η αντωνυμία «αποθανών», μη συνοδευομένη από κανέναν προσδιορισμό, πρέπει μάλλον να γίνη αντιληπτή στην κατά γράμμα της σημασία (αυτή του φυσικού θανάτου), και τόσο περισσότερο, όσο στο ακόλουθο εδάφιο, όπου ο Απόστολος επιστρέφει στην πνευματική έννοια, τον βλέπουμε να δείχνει χαρακτηριστικά την αλλαγή, προσθέτοντας τις λέξεις «συν Χριστώ».
Τελικά, τούτα τα λόγια θα πρέπει να είναι ένα αξίωμα, δανεισμένο απ” την ζωή, το οποίο ο Απόστολος αναφέρει εδώ, αφήνοντας στον αναγνώστη να το εφαρμόση άμεσα στο αντίστοιχο γεγονός της ηθικής ζωής, εκείνο που μόλις περιέγραψε στο εδάφιο 6, (συσταυρωθήκαμε με τον Χριστό, για να καταργηθεί το σώμα της αμαρτίας, ώστε να μην είμαστε πλέον δούλοι της).
Απ” αυτό έπεται ότι η λέξη «δικαιώνω» πρέπει να έχει μια κάπως διαφορετική έννοια, απ” την συνήθη της δογματική έννοια στα γραπτά του Παύλου. Η περιοχή άλλωστε στην οποία την εφαρμόζει εδώ είναι ολοκληρωτικά διαφορετική.
Εκείνο που μάλλον θέλει να πει είναι: Κάποιος που είναι νεκρός, μη έχοντας ένα σώμα να το θέσει στην υπηρεσία της αμαρτίας, είναι τώρα απαλλαγμένος δικαιολογημένα, από του να εκτελέσει τις επιθυμίες εκείνου του αφέντη, ο οποίος μέχρι τότε τον διέθετε όπως ήθελε.
Υποθέστε έναν νεκρό σκλάβο. Θα είναι μάταιο για τον κύριο του να τον διατάξη να ληστέψη, να πει ψέμματα, να σκοτώση. Αυτός θα μπορεί δικαιολογημένα να του απαντήσει (αν μπορούσε): «Η γλώσσα μου, τα χέρια μου, τα πόδια μου δεν με υπακούουν πλέον». Πως ήταν τότε δυνατόν να κατακριθεί διότι αρνείται να υπηρετήση τον κύριο του; Τέτοια είναι η θέση του πιστού, μετά που η σταύρωση του ατομιστικού του «εγώ» (του παλαιού άνθρωπου) έχει φέρει το «σώμα της αμαρτίας» (εδ. 6) σε πλήρη αδυναμία. Αυτός πλέον δεν μπορεί να υπηρετήση την αμαρτία στην εκτέλεση του κακού, περισσότερο απ” ότι ο σκλάβος, αποστερημένος από το σώμα του λόγω θανάτου, δεν μπορεί να συνεχίσει να εκτελεί τις εντολές που του έχει δώσει ο κακός του κύριος.
Το ρήμα «δικαιώνομαι» κατ” αυτή την έννοια δηλώνει, «είμαι ελεύθερος κατηγορίας σε περίπτωση ανυπακοής», «είμαι δικαιολογημένος, νόμιμος, όταν δεν υπακούω». Η ιδέα της νομιμότητας είναι στην λέξη «δεδικαίωται», εκείνη της ελευθερίας (αποδέσμευσης) στην πρόθεση «από».
Η περίπτωση του νεκρού σκλάβου που περιγράφεται στο εδάφιο 7, εάν είναι έτσι όπως την εκθέσαμε, είναι ο ακριβής αντίποδας της ηθικής θέσης του πιστού που περιγράφεται στο εδάφιο 6. Ο Απόστολος αφήνει στον αναγνώστη να κάνη αυτή την εφαρμογή ο ίδιος, και περνά στα επόμενα εδάφια, απ” την αρνητική πλευρά του αγιασμού, σταύρωση με τον Χριστό, στην θετική πλευρά αυτής της μεγάλης αλήθειας, ανάσταση μαζί μ” Αυτόν. Αυτή η δεύτερη πλευρά είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της πρώτης, διότι, η αμαρτωλή θέληση άπαξ και εσταυρώθη εν Χριστώ, και το όργανο της, το σώμα, περιορίσθηκε σε αδράνεια, η ηθική προσωπικότητα του πιστού, ελεύθερη τώρα, δεν μπορεί να παραμείνει αδρανής. Πρέπει ν” αποκτήσει μια καινούργια δραστηριότητα. Το ίδιο το σώμα ζητά μια καινούργια απασχόληση στην υπηρεσία αυτής της δραστηριότητας. Έχομε ιδεί πως αυτή η ιδέα εμπεριεχόταν στο «ίνα» του εδαφίου 4. Ο πιστός πεθαίνει, όχι για να παραμείνει νεκρός, αλλά για ν” αναστηθεί. Και αυτό το ξέρει καλά, διότι στο πρόσωπο Αυτού μαζί με τον οποίον πεθαίνει, του Αναστημένου, αυτός βλέπει προκαταβολικά την ηθική αναγκαιότητα αυτού του γεγονότος. Αυτό το θέμα, που δείχθηκε ήδη στα εδάφια 4,5, αναπτύσσεται τώρα στα εδάφια 8-10 (σύγκρινε και Γαλάτας Β20).

Εδάφιο 8
«Ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι συζήσομεν αυτώ».
«Αλλ” εάν επεθάναμε μαζί με τον Χριστόν, πιστεύομεν ότι και θα ζήσωμεν μαζί του.»

Το «δε» σημειώνει την πρόοδο που πρέπει να γίνει απ” την συμμετοχή στον θάνατο του Χριστού στην συμμετοχή στην ζωή Του.
Η συμμετοχή στο θάνατο Του αναφέρεται σαν ένα γεγονός του παρελθόντος, που περικλείεται στο γεγονός της πίστης (ιδέ και 5α, «σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού»), ενώ η συμμετοχή στην ζωή Του περιγράφεται σαν ένα γεγονός που είναι να γίνη: Θα ζήσωμε επίσης μ” Αυτόν. Το πρώτο, πράγματι, είναι σε κάθε αληθινό πιστό ένα αντικείμενο εμπειρίας, κάτι που ήδη το έχει γευθεί. Δεν είναι όμως ακόμα το ίδιο με το δεύτερο. Σύμφωνα με την άποψη του Αποστόλου (εδ. 3,4), κατά την στιγμή του βαπτίσματος, η νέα ζωή είναι ακόμα αντικείμενο ελπίδας και πίστης. Εξ αυτού, σε σχέση με το προηγούμενο, ο όρος «γινώσκοντες», εδάφιο 6, σε σχέση όμως με το τελευταίο, το «πιστεύομεν», εδάφιο 8. Ο βαπτιζόμενος στέκεται ανάμεσα στον θάνατο που εδοκίμασε πιστεύοντας, και στην ζωή που την περιμένει με βεβαιότητα, σαν ένα δώρο απ” Αυτόν, ο οποίος δεν είναι μόνον νεκρός, αλλά και αναστημένος.
Το να ζεις με τον Χριστό («συζείν αυτώ»), είναι το να μοιράζεσαι την ζωή Του σαν ενός αναστημένου και δοξασμένου. Ο Ιησούς, απ” τα βάθη της ουράνιας κατοικίας Του, μεταδίδει τον εαυτόν Του στον άνθρωπο, που έχει οικειοποιηθεί τον θάνατο Του δια πίστεως, και έτσι γεμίζει με την άγια Του ζωή το κενό που δημιουργήθηκε μέσα του μετά την αποκήρυξη της ζωής του. Αυτή είναι η Πεντηκοστή μας, το αντίστοιχο της Ανάστασης Του.

Εδάφιο 9
«Ειδότες ότι ο Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει».
«Γνωρίζομεν ότι ο Χριστός, αφού αναστήθηκε εκ νεκρών, δεν θα πεθάνη πλέον, ο θάνατος δεν έχει πλέον εξουσίαν επάνω του.»

Αυτή η πίστη, αυτή η σταθερή προσμονή του πιστού που είναι νεκρός με Αυτόν, δεν είναι μια μάταια φαντασίωση. Βασίζεται σ” ένα συγκεκριμένο γεγονός, την ανάσταση του Χριστού: «Ειδότες». Αυτό το «ειδότες» δικαιολογεί το «πιστεύομε» του εδαφίου 8. Πιστεύομε ότι η πνευματική μας ανάσταση θα συμβεί, διότι γνωρίζομε ότι η ανάσταση Του έχει λάβει χώρα, και αυτή αμετάκλητα. Και είναι η δική Του ανάσταση που μας δίνει βεβαιότητα και για την δική μας.
Αλλά πιστός στο θέμα που τον απασχολεί εδώ ο Απόστολος, αντί ν” αναπτύξει την ιδέα της νέας ζωής του Ιησού, περιορίζεται να εκφράσει αυτή την συνέπεια, ότι «Αυτός ουκέτι αποθνήσκει». Και είναι εύκολο να δούμε την λογική σχέση μεταξύ αυτής της συνέπειας, και της ερώτησης που τέθηκε στο εδάφιο 2, «Πως εμείς που είμαστε νεκροί ως προς την αμαρτία θα ζήσωμε πλέον μέσα εκεί;» Δεν υπάρχει επιστροφή προς τα πίσω για τον αναστημένον Ιησού (μια και έχει εισέλθει τώρα πλέον σε μια ουράνια ζωή). Πως λοιπόν θα μπορούσε να υπάρξει για μας (επιστροφή προς τα πίσω, στην αμαρτία), απ” την στιγμή που μοιραζόμαστε την ζωή Του σαν αναστημένου; Είναι η συμμετοχή μας στη ζωή Του που κάνει αδύνατο τούτο το πισωγύρισμα.
Οι τελευταίες λέξεις του εδαφίου 9 («θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει»), σχηματίζουν μια ανεξάρτητη πρόταση. Έχοντας περάσει η εποχή που ο θάνατος επιτρεπόταν ν” απλώση το σκήπτρο του επάνω Του, Αυτός είναι ελεύθερος από την δύναμη του για πάντα.

Εδάφιο 10
«Ο γαρ απέθανε, τη αμαρτία απέθανεν εφάπαξ, ο δε ζη, ζη τω Θεώ.»
«Διότι τον θάνατον που υπέστη, τον υπέστη μια για πάντα αναφορικώς προς την αμαρτίαν, την δε ζωήν δε που ζη, την ζη δια τον Θεόν».

Η πρώτη πρόταση του εδαφίου 10 μας εκθέτει τον λόγο γιατί επετράπη στον θάνατο να βασιλεύση επάνω Του για μια στιγμή. Η δεύτερη εξηγεί τον λόγο γιατί αυτό δεν μπορεί να επαναληφθεί.
«Ο»: Εκείνο το οποίον (θάνατο, ζωή).
Η μικράς διαρκείας δύναμη του θανάτου πάνω στον Ιησού εξηγείται από το «τη αμαρτία». Η σχέση που ο Ιησούς βάσταξε προς την αμαρτία ήτο η κυρία αιτία της υποβολής Του σε θάνατο.
Καθώς σ” αυτό το κομμάτι το, «θάνατος ως προς την αμαρτία», δηλώνει μια απόλυτη διάρρηξη των σχέσεων μ” αυτή (εδ. 2), μπορεί να επιχειρηθεί εδώ να δοθεί η ερμηνεία: Ο Ιησούς πάλεψε νικηφόρα ενάντια στην αμαρτία κατά την διάρκεια όλης Του της ζωής εδώ κάτω, μη χορηγόντας της ούτε στιγμή το δικαίωμα της ύπαρξης στο πρόσωπο Του. Αλλά το επίρρημα «εφάπαξ» μας απαγορεύει να επεκτείνωμε την εφαρμογή του όρου «τη αμαρτία απέθανεν» στην όλη Του ζωή.
Οι σχολιαστές οι οποίοι υιοθετούν αυτή την έννοια, περιορίζουν την έκφραση να ισχύει στην στιγμή του θανάτου Του: Με το τέλος της ζωής Του, η μάχη Του με την αμαρτία ετελείωσε. Από εκείνη τη στιγμή, η αμαρτία (στην μορφή του πειρασμού), δε άσκησε πλέον δύναμη πάνω Του. Αυτή η έρμηνεία θα μέτραγε σίγουρα, σε κάποιο βαθμό, για το «εφάπαξ». Αλλά μας αναγκάζει να πάρωμε το «πέθανε» σε δύο ολοκληρωτικά διαφορετικές έννοιες στην ίδια πρόταση, και δεν είναι εύκολο τότε να σχηματίσωμε μια καθαρή ιδέα αυτού του «τη αμαρτία απέθανεν», που αποδίδεται στον Ιησού.
Μήπως πάλι αναφέρεται στην μάχη Του ενάντια στον πειρασμό; Η φράση «τη αμαρτία απέθανεν» δεν είναι κατάλληλη.
Θα πρέπει μήπως να σκεφθούμε για την μάχη ενάντια στην αμαρτία έξω απ” Αυτόν; Αλλά αυτή η μάχη συνεχίζεται μέχρι και αυτή την ώρα.
Να είναι, μήπως, μια προσωπική διάρρηξη των σχέσεων Του με το κακό, που εννοείται εδώ; Μα Αυτός δεν έκανε τίποτα άλλο σ” όλη Του την ζωή.
Η μόνη πιθανή έννοια φαίνεται να είναι ότι, Αυτός πέθανε να πληρώση για την αμαρτία και να την καταστρέψη. Υπήρξε μια στιγμή στη ζωή Του κατά την οποία βάσταξε την ποινή της, και δι” αυτού εδραίωσε την συντριβή της. Αλλά αυτή η στιγμή ήταν σύντομη, και παραμένει μία και μοναδική. Αυτό δηλώνει το «εφάπαξ». Ήτο μια σύντομη, προσωρινή αναγκαιότητα, που Αυτός συγκατατέθηκε να την υπηρετήσει. Αλλά μια τέτια κρίση δεν θα ξαναγίνει. Το χρέος άπαξ και πληρώθηκε, είναι πληρωμένο για πάντα. Σύγκρινε Εβραίους Ζ27, Θ12, 26,28, Ι 10. Α” Πέτρου Γ18.
«Τη αμαρτία» δηλώνει κατ” αυτή την άποψη, «για την υπόθεση της αμαρτίας», δηλαδή, για να επιτελέση όλα που απαιτούντο για την καταστροφή αυτού του παράγοντα ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος.
Είναι φανερό από το «ένας για όλους», ότι ο θάνατος του Ιησού καταλαμβάνει από μόνος του ένα μέρος στο έργο Του, και δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί απλά σαν το μεσουράνημα της άγιας Του ζωής. Άπαξ και τούτη η κρίση πέρασε, ο Ιησούς δεν οφείλει τίποτα πλέον στην υπόθεση της αμαρτίας, και η ζωή Του μπορεί ν” αποκαλυφθεί, χωρίς εμπόδιο, σαν ένα όργανο της ζωής του Θεού.
«Ζη τω Θεώ»: Ζει μόνον για να αποκαλύπτει και να υπηρετεί τον Θεό, χωρίς να έχει να υποβληθεί πλέον σε ορισμένες άλλες υποχρεώσεις που τίθενται επάνω Του από μια αντίθετη αρχή (σαν αυτή της αμαρτίας). Ο δοξασμένος Ιησούς ζει και ενεργεί για έναν μόνον σκοπό, ν” αποκαλύπτει στην καρδιά των ανθρώπων, δια του Αγίου Πνεύματος, την ζωή του Θεού, η οποία έχει γίνει ζωή Του, ζωή αιώνια (σύγκρινε Ιωάννη ΙΖ2, «Σύμφωνα με την εξουσία που του έδωκες επί όλων των ανθρώπων, δια να δώση ζωήν αιώνιον εις τον καθένα από εκείνους που του έδωκες.»). Έτσι είναι που Αυτός υπηρετεί και δοξάζει τον Θεό.
Καθώς ο Χριστός τότε, άπαξ και εισήλθε σ” αυτή την ζωή, σ” αυτή την δοξασμένη δραστηριότητα, δεν φεύγει απ” αυτή για να επιστρέψη πάλι πίσω, έτσι και ο πιστός, άπαξ και πέθανε ως προς την αμαρτία, και ζει στον Θεό εν Χριστώ, δεν μπορεί να επιστρέψει στην παλαιά του ζωή της αμαρτίας. Αυτό το συμπέρασμα εξάγεται στο εδάφιο 11.

Εδάφιο 11
«Ούτω και υμείς λογίζεσθε εαυτούς νεκρούς μεν είναι τη αμαρτία, ζώντας δε τω Θεώ εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.»
«Έτσι και σεις να θεωρήτε τους εαυτούς σας ότι είσθε νεκροί ως προς την αμαρτίαν αλλά ζωντανοί δια τον Θεόν, ενωμένοι με τον Ιησούν Χριστόν τον Κύριον μας».

Το «ούτω» δείχνει το συμπέρασμα που πρέπει να εξαχθεί απ” την συμφωνία μεταξύ της περίπτωσης των πιστών και εκείνης του Ιησού.
«Και υμείς»: Και εσείς επίσης, όπως και Αυτός.
«Λογίζεσθε»: Προφανώς είναι προστακτική έγκλιση. Ο Απόστολος θέλει να πει: «Κυττάχτε, σαν συνέπεια του τι βλέπετε πάνω στον Ίδιο τον Ιησού, στην ίδια θέση θα πρέπει να βάλετε τους εαυτούς σας, όταν θεωρείτε την περίπτωση σας. Δεν πρέπει πλέον να βλέπετε την κατάσταση σας καθώς είσαστε πρώτα από μόνοι σας, σκλάβοι δηλαδή της αμαρτίας, νεκροί ως προς τον Θεό. Τώρα έχετε να θεωρείτε τους εαυτούς σας όπως είσαστε εν Χριστώ, δηλαδή, καθώς μόλις σας εξήγησα: Νεκροί ως προς την αμαρτία, ζώντες ως προς τον Θεό».
Δίπλα και πάνω στον παλαιό άνθρωπο, ο οποίος υπάρχει ακόμα μέσα του, ο πιστός κατέχει ένα νέο «εγώ», που περιέχεται εν Χριστώ, και το οποίον ζει μέσα του. Αυτό το «εγώ» έχει διαρρήξει τις σχέσεις του με την αμαρτία, και είναι ολοκληρωτικά αφιερωμένο στον Θεό. Αυτό θα έπρεπε να θεωρεί από τούδε σαν τον αληθινό του εαυτό. Τούτο και θα πρέπει προσωπικά να οικειοποιηθεί, υποκαθιστόντας συνεχώς με αυτό τον φυσικό του εαυτό, τον οποίον έχει αποκηρύξει, κρατόντας τον συνεχώς στα πόδια του σταυρού.
Αυτό είναι το Θείο μυστικό του Χριστιανικού αγιασμού, το οποίον και τον διαχωρίζει βαθειά από την απλή φυσική ηθικότητα. Η τελευταία λέγει στον άνθρωπο: Γίνε ότι θα πρέπει να είσαι. Ο προηγούμενος λέγει στον πιστό: Γίνε αυτό που ήδη είσαι (εν Χριστώ). Ο Χριστιανικός αγιασμός θέτει ετσι ένα συγκεκριμένο γεγονός στο θεμέλιο της ηθικής προσπάθειας, στο οποίον ο πιστός έχει προσφυγή και μπορεί να επιστρέψη σε κάθε στιγμή. Και αυτή είναι η αιτία που το έργο του δεν χάνεται σε άγονες προσπάθειες, και δεν τελειώνει σε απογοήτευση και απελπισία. Ο πιστός δεν αποδεσμεύεται από την αμαρτία προοδευτικά. Εν Χριστώ, διαρηγνύει τις σχέσεις μαζί της άπαξ δια παντός. Με μια αποφασιστική πράξη της θέλησης τοποθετείται στην σφαίρα της τέλειας αγιότητας. Και είναι όντας μέσα σ” αυτή την σφαίρα, που προχωρά η προοδευτική ανανέωση της προσωπικής του ζωής. Και αυτό το δεύτερο παράδοξο του Ευαγγελίου, ο αγιασμός δια πίστεως, βασίζεται στο πρώτο, στην δικαίωση δια πίστεως.
Έχοντας τώρα δείξει στον πιστό πως πρέπει να θεωρεί τον εαυτόν του δυνάμει της ένωσης του με τον Θεό, ο Απόστολος τον καλεί να μην αφήσει τούτη την καινούργια θέση να μείνει ένα απλό θέμα θεωρίας, αλλά να την εργασθεί μέσα στην καθημερινή του ζωή, και να την κάνει ζωή του την κάθε στιγμή. Κάποιος είπε, οι Χριστιανοί θα έπρεπε ν” αρχίσουν διακρίνοντας τι αυτοί πραγματικά είναι, και μετά να εργασθούν να το φανερώσουν. Αυτό είναι και το θέμα των εδαφίων 12-14.

Εδάφιο 12
«Μη ουν βασιλευέτω η αμαρτία εν τω θνητώ ημών σώματι εις το υπακούειν αυτή εν ταις επιθυμίαις αυτού.»
«Ας μην βασιλεύει η αμαρτία εις το θνητό σας σώμα, δια να σας κάνει να υπακούετε εις τας επιθυμίας του.»

Εν Χριστώ έχουν όλα ολοκληρωθεί. Στον πιστό όμως, όλα γίνονται, και μπορούν να γίνουν, με την σύμπραξη της θέλησης του. Εξ αυτού η παραίνεση που συνδέεται με το «ουν».
Πιθανόν να νομίσθηκε, από ορισμένες προηγούμενες εκφράσεις, ότι ο Παύλος αποκλείει την ύπαρξη της αμαρτίας πλέον στον πιστό. Αλλά αυτός είναι μακρυά από του να υποστηρίζει τέτοιες υπερβολές. Η φράση ακριβώς, «μη ουν βασιλευέτω», υποθέτει ότι αυτή είναι ακόμα εκεί. Αλλά δεν θα πρέπει να είναι πλέον εκεί ως κυρίαρχος, διότι έχει χάσει το όργανο που χρησιμοποιούσε, το σώμα. Τούτο έχει γίνει πλέον εν Χριστώ, το όργανο του Θεού.
Η προστακτική «μη βασιλευέτω» συντακτικώς αναφέρεται στην αμαρτία, αλλά κατ” έννοιαν, στον ίδιο τον πιστό. Διότι είναι αυτός που έχει να φέρει αυτή την βασιλεία σ” ένα τέλος.
Η παραίνεση, καθώς τοποθετείται, σαν η συνέχεια αυτού που προηγείται, μας θυμίζει το Κολοσσαείς Γ5, «Είσασθε νεκροί (εδ. 3). Νεκρώσατε λοιπόν τα μέλη σας τα επί της γης». Είναι γιατί είμαστε νεκροί ως προς την αμαρτία εν Χριστώ, που μπορούμε να την νεκρώσωμε στους εαυτούς μας στην καθημερινή ζωή.
Η προστακτική ενεστώτα με την άρνηση «μη» («μη βασιλευέτω»), υπονοεί μια κατάσταση που υφίστατο έως τώρα, αλλά η οποία θα πρέπει να τελειώσει.
Δεν θα πρέπει, καθώς μερικοί ερμηνευτές κάνουν, να δώσωμε στο «εν» («εν τω θνητώ ημών σώματι»), την έννοια του «δια», σαν ο Απόστολος να εννοούσε ότι το σώμα ήταν το μέσον δια του οποίου η αμαρτία ασκεί την κυριαρχία της επάνω μας. Η φυσιολογική έννοια είναι: «Στο θνητό σας σώμα». Το σώμα είναι η περιοχή στην οποίαν ασκείται η κυριαρχία της αμαρτίας, υπό την έννοια ότι, άπαξ και η θέληση έχει υποδουλωθεί στην αμαρτία, της παραδίδει το σώμα το οποίον διαθέτει, και η αμαρτία το χρησιμοποιεί πλέον σαν αφέντης, κατά την αρέσκεια της.
«Θνητό»: Αυτό που είναι προορισμένο να πεθάνει. Δεν θα πρέπει το μέρος, το προορισμένο να πεθάνει, να κυβερνά την προσωπικότητα του πιστού. Η υψηλότερη ζωή που αφυπνίσθηκε μέσα του, θα πρέπει να τον διεισδύει ολοκληρωτικά, και να κυβερνά ακόμη και εκείνο το σώμα, το οποίον πρόκειται και αυτό ν” αλλάξει την φύση του.
«Εις το υπακούειν αυτή εν ταις επιθυμίαιας αυτού». Το πιο σωστό είναι το κείμενο του Αλεξανδρινού κώδικα: «Να υπακούτε τις επιθυμίες του (του σώματος)».
ΟΙ «επιθυμίες του σώματος» είναι τα ένστικτα του και οι ορμές του, τα οποία, ενεργόντας στην ψυχή, καθορίζουν μέσα της τις γεμάτες πάθος και ταραχώδεις κινήσεις της αμαρτίας.
Ο όρος «επιθυμία», από το επί + θυμός, δηλώνει την βιαιότητα με την οποία, κάτω απ” την κυριαρχία της σωματικής ορμής, η ψυχή φέρεται στα εξωτερικά αντικείμενα, στα οποία θέλει να ικανοποιήσει τους πόθους που έχουν εξαφθεί μέσα της. Αν και τότε είναι ακόμα η αμαρτία (το εγωιστικό ένστικτο της ψυχής), το οποίο βασιλεύει στο σώμα και κατευθύνει την χρήση του, συμβαίνει όμως οι ορμές αυτού του τελευταίου να γίνονται οι κύριοι της συμπεριφοράς του ατόμου. Και τούτο γιατί παρουσιάζονται στην ψυχή σαν το μέσον του να ικανοποιήσουν την διακαή της επιθυμία για απόλαυση. Έτσι βλέπομε την αρχή και το τέλος του εδαφίου να εξηγούν την βασιλεία της αμαρτίας πάνω στο σώμα, και την κυριαρχία του σώματος πάνω στο ίδιο το άτομο.

Εδάφιο 13
«Μηδέ παριστάνετε τα μέλη υμών όπλα αδικίας τη αμαρτία, αλλά παραστήσατε εαυτούς τω Θεώ ως εκ νεκρών ζώντας και τα μέλη υμών όπλα δικαιοσύνης τω Θεώ.»
«Ούτε να έχετε τα μέλη σας εις την διάθεσιν της αμαρτίας, σαν όργανα δια το κακόν, αλλά να προσφέρετε τους εαυτούς σας εις τον Θεόν, σαν άνθρωποι που ανέζησαν εκ νεκρών, και τα μέλη σας εις αυτόν, σαν όργανα δια να κάνουν το καλό.»

Μετά που μίλησε γενικά για το σώμα, ο Απόστολος, στο εδάφιο 13α, αναφέρει ειδικά τα «μέλη». Τα μέλη του σώματος αντιστοιχούν στις διάφορες επιθυμίες, εδάφιο 12, και είναι τα ιδιαίτερα όργανα της ικανοποίησης τους.
Ο όρος «όπλα» μπορεί ν” αποδοθεί σαν «όπλα», ή σαν «όργανα». Το «όργανα» ταιριάζει πιο πολύ εδώ, καθώς δεν γίνεται αναφορά σε πόλεμο, αλλά στην ικανοποίηση επιθυμιών.
Η προστακτική ενεστώτα «παριστάνετε», όπως και το «βασιλευέτω» του εδαφίου 12, δηλώνει την συνέχιση μιας πραγματικής κατάστασης. Με την άρνηση «μη» δηλώνει: Σταματήστε να παραδίνετε τα μέλη σας … όπως έχετε κάνει μέχρι τώρα. Το ρήμα «παριστάνω» δηλώνει: Το παρουσιάζω για να το θέσω στην διάθεση κάποιου.
Η λέξη «αδικία» περιλαμβάνει εδώ όλες τις πράξεις που είναι αντίθετες στην ηθική υποχρέωση γενικά.
Τα εδάφια 12 και 13α έχουν εκθέσει την ιδέα του αγιασμού του σώματος από μια αρνητική άποψη. Το 13β την εκθέτει από θετική άποψη.
Ο Απόστολος χρησιμοποιεί εδώ τον αόριστο «παραστήσατε» αντί του ενεστώτα «παριστάνετε», εδάφιο 13α. Καθώς ο αόριστος δηλώνει ακριβώς το πέρασμα σε δράση, η προστακτική αορίστου καλεί με δύναμη το άτομο να επιτελέση, χωρίς καθυστέρηση, την πράξη που δείχνεται από το ρήμα. Η διαφορά μεταξύ αυτής της προστακτικής αορίστου και των προστακτικών ενεστώτα που προηγούνται, είναι λοιπόν αυτή: Οι τελευταίες ήταν μια παραίνεση να μην συνεχίσουν στην παλαιά κατάσταση. Η προηγουμένη συνιστά μια άμεση μετάβαση στην νέα κατάσταση. Αυτή η αλλαγή θα πρέπει να εμπηρεάσει όχι μόνον το σώμα, αλλά και την όλη προσωπικότητα: «Παραστήσατε εαυτούς». Η αφιέρωση του σώματος και των μελών περιλαμβάνεται σε κείνη του προσώπου.
«Ως»: Ως όντες πράγματι.
«Εκ νεκρών ζώντας». Το «νεκροί» αναφέρεται στον πνευματικό θάνατο, στο οποίον ακόμα βρίσκεται ο αμαρτωλός, σύγκρινε Εφεσίους Β1 και 5. Ο Απόστολος, φαίνεται να θέτει σε αντίθεση την παλαιά κατάσταση της αποξένωσης απ” τον Θεό, στην οποίαν ήσαν προηγουμένως οι Ρωμαίοι, με την παρούσα τους κατάσταση ζωής εν Θεώ.
Ο όρος «δικαιοσύνη», σε αντίθεση στο «αδικία», μπορεί να δηλώνει εδώ μόνον ηθική δικαιοσύνη, την εκπλήρωση όλων των ανθρωπίνων υποχρεώσεων.
«Όπλα δικαιοσύνης τω Θεώ»: Όπλα δικαιοσύνης για τον Θεό. Όλα εκείνα τα έργα δικαιοσύνης τα οποία ο Θεός δεν θα μπορούσε να εκτελέση ο Ίδιος εδώ κάτω χωρίς συνεχείς θαυματουργικές παρεμβάσεις, τα εκτελεί δια των πιστών Του, οι οποίοι με διακαή επιθυμία Του προσφέρουν τα σώματα τους, και τα μέλη τους ειδικά, σαν όργανα γι” αυτόν τον σκοπό.

Εδάφιο 14
«Aμαρτία γαρ υμών ου κυριεύσει. Ου γαρ εστε υπό νόμον, αλλά υπό χάριν.»
«Διότι η αμαρτία δεν θα σας εξουσιάζη, αφού δεν είσθε κάτω από τον νόμον αλλά κάτω από την χάριν του Θεού.»

Να προσέξουμε, η έννοια εδώ δεν είναι «ας μη σας κυριεύσει», κάτι σαν παραίνεση. Εδώ πρόκειται για ένα μελλοντικό γεγονός, που έχει γίνει σίγουρο στον πιστό σαν μια ένδοξη υπόσχεση: «Αυτό που μόλις σας έχω ζητήσει, να πεθάνετε ως προς την αμαρτία, και ν” αφιερώσετε τους εαυτούς σας στον Θεό, είσαστε σε θέση να το κανετε σίγουρα. Διότι είναι αδύνατον στην αμαρτία να κρατήσει πλέον την θέση της μέσα σας. Δεν είναι πλέον σε θέση να βασιλεύση επάνω σας».
Αυτό δικαιολογεί και την προτροπή που δόθηκε στο εδάφιο 12, «Ας μη βασιλεύη η αμαρτία…». Το εδάφιο 14 είναι η μετάβαση απ” αυτή τη προτροπή στην επομένη ανάπτυξη, η οποία ασχολείται με την απελευθέρωση του πιστού.
Η υπόσχεση που περιέχεται στην πρώτη πρόταση («αμαρτία γαρ υμών ου κυριεύσει), δικαιολογείται στην δεύτερη. Η συμφιλίωση με τον Θεό, η κατάσταση της χάρης μέσα στην οποία βρίσκεται ο πιστός, η κατοχή του Πνεύματος Του, μεταδίδουν στην ψυχή μια νικηφόρα δύναμη, τελείως άγνωστη στην κατάσταση που είναι κάτω από τον νόμο. Εκεί, σ” αυτή την τελευταία, βασιλεύει το αίσθημα της αμαρτίας, ο φόβος της καταδίκης, και το δουλικό πνεύμα, καταστάσεις αντίθετες προς την εσωτερική αφιέρωση. Να γιατί η αμαρτία μπορεί να κατανικηθεί στο καθεστώς της χάρης, ενώ βασιλεύει αναπόφευκτα στο καθεστώς του νόμου.
Ο Απόστολος δεν έχει βάλει άρθρο πριν την λέξη «νόμον», διότι, παρ” όλο που εδώ κατά βάσιν σκέφτεται τον Μωσαϊκό νόμο, είναι σαν «νόμο», γενικά, που αυτός επιθυμεί να τον δηλώσει εδώ, και όχι σαν «Μωσαϊκό νόμο». Εκείνα που λέγει εδώ έχουν εφαρμογή σε κάθε θέσπιση που έχει τον χαρακτήρα μιας εξωτερικής εντολής.
Αλλά γιατί χρησιμοποιεί την πρόθεση «υπό» και όχι την «εν», η οποία φαίνεται να ταιριάζει καλλίτερα σε μια ιδέα σαν εκείνη της κατάστασης χάρης; Είναι λοιπόν και η χάρη ένας ζυγός, όπως ο νόμος; Σε άλλες συνδέσεις ο Παύλος θα είχε χρησιμοποιήσει σίγουρα την πρόθεση «εν» με την λέξη «χάρις». Αλλά εδώ, η ιδέα του όλου χωρίου που πρόκειται ν” ακολουθήση, είναι ακριβώς εκείνη της αποφασιστικής καθοδήγησης που η χάρη ασκεί πάνω στον πιστό να τον υποτάξη στην δικαιοσύνη, με μια εξουσία, όχι λιγώτερο αυταρχική, και ακόμα, περισσότερο αποτελεσματική απ” ότι ο νόμος (εδ. 15-23). Και είναι τούτη ακριβώς η ιδέα που εκφράζεται και συνοψίζεται απ” την πρόθεση «υπό».
Στη συνέχεια τώρα, όπως το δεύτερο μέρος του τμήματος, εδάφια 15-23, είναι η ανάπτυξη του θέματος που περιέχεται στις λέξεις «υπό χάριν», το τρίτο, Ζ1-6, καθώς θα δούμε, είναι η ανάπτυξη του θέματος που περιέχεται στις λέξεις «όχι πλέον υπό νόμον». Και η λογική σύνδεση των τριών τμημάτων είναι επομένως αυτή: Μετά που ο Απόστολος κατέδειξε στο πρώτο ότι η πίστη στον Χριστό, σταυρωμένον και αναστημένον, περιέχει μέσα της την αρχή μιας βασιλείας αγιότητας (εδ. 1-14), αποδεικνύει στην συνέχεια ότι αυτή η αρχή δεν είναι λιγώτερο δυνατή, απ” ότι ένας νόμος, να καθυποτάξη τον άνθρωπο σ” αυτή την ίδια (εδ. 15-23), και ότι, σε συνέπεια αυτής της ηθικής καθυπόταξης, ο πιστός μπορεί απο τούδε, χωρίς κίνδυνο, να αποκηρύξει τον ζυγό του νόμου (Ζ1-6).
Η Δύναμη της Νέας Αρχής Αγιασμού να Έλευθερώνει από την Αμαρτία. ΣΤ15-23.
Η νέα αρχή έχει μόλις αναπτυχθεί. Ο Παύλος την έχει βρει μέσα στο αντικείμενο της δικαιώνουσας πίστης. Αλλά θα μπορούσε μια αρχή τόσο πνευματική, μακρυά από κάθε εξωτερικό και συγκεκριμένο κανόνα, να καταλάβη την θέληση με δύναμη αρκετή να την κυβερνήση ολοκληρωτικά; Σ” αυτή την φυσιολογική αντίρρηση, που αναφέρεται στο εδάφιο 15, ο Παύλος απαντά ως ακολούθως: Δια της αποδοχής της χάρης, ένας καινούργιος κύριος έχει υποκαταστήσει τον παλαιό, την αμαρτία (εδ. 16-19). Και ο πιστός αισθάνεται τον εαυτόν του υποχρεωμένο να υπηρετήση αυτόν τον καινούργιο κύριο με την μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα, διότι αυτός ανταμείβει τους υπηρέτας του δίδοντας τους ζωή, ενώ ο προηγούμενος πληρώνει τους δικούς του δίδοντας τους θάνατο (εδ. 20-23). Έτσι αποδεικνύεται ότι η νέα αρχή είναι ντυμένη με επαρκή, παρ” όλο καθαρά εσωτερική εξουσία, για να κυβερνήσει ολόκληρη την ζωή του πιστού.

Εδάφιο 15
«Τι ουν; Αμαρτήσομεν ότι ουκ εσμέν υπό νόμον, αλλ” υπό χάριν; Μη γένοιτο».
«Τι λοιπόν; Θα αμαρτήσωμεν επειδή δεν είμεθα κάτω από τον νόμον αλλά κάτω από την χάριν; Μη γένοιτο.»

Η ερώτηση του εδαφίου 15 δεν είναι μια επανάληψη εκείνης του εδαφίου 1. Η συζήτηση έχει προχωρήσει. Η αρχή της αγιότητας, που υπάρχει μέσα στην σωτηρία δια χάριτος, έχει καταδειχθεί. Ο Απόστολος μόνον αναρωτιέται, εάν αυτή θα έχει την δύναμη που χρειάζεται να κυβερνήση τον άνθρωπο, χωρίς την βοήθεια του νόμου. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ερώτηση «τι ουν» ξαναρχίζει την συζήτηση. Έτσι εξηγείται η διαφορά στην παρουσίαση μεταξύ της ερώτησης του εδαφίου 1 και εκείνης του εδαφίου 15. Στην προηγουμένη ο Παύλος ερώτησε, «θα συνεχίσωμε στην αμαρτία;». Εδώ απλώς λέγει, «Αμαρτήσωμεν;».
Το «αμαρτήσομεν» του Τ. R. θα πρέπει ν” απορριφθεί. Ο αόριστος «αμαρτήσωμεν» δεν δηλώνει, καθώς θα έκανε ο ενεστώτας, την μόνιμη κατάσταση, αλλά την μεμονωμένη πράξη, πράγμα που ταιριάζει απόλυτα με την όλη ανάπτυξη εδώ. Η ερώτηση δεν είναι πλέον, όπως στο εδάφιο 1, εάν ο πιστός που δικαιώθηκε θα είναι σε θέση να συνεχίση την ζωή της αμαρτίας, την οποία άλλοτε ζούσε (η απάντηση εδώ έχει δοθεί στα εδάφια 1-14). Το υπό ερώτηση θέμα εδώ είναι, εάν η νέα κυριαρχία επάνω του (αυτή της χάρης), θα είναι αρκετά δυνατή ν” αποδιώξει την αμαρτία σε κάθε ειδική περίπτωση. Εξ αυτού η μορφή «αμαρτήσωμε;» (θα διαπράξωμε μια πράξη αμαρτίας; Θα μπορούσαμε να ενεργήσωμε έτσι εθελοντικά σε μια μεμονωμένη περίπτωση;). Και στην πραγματικότητα, ο πιστός, συχνά θα πιάσει τον εαυτόν του να θεωρεί με μια ειδική επιείκεια κάποια αμαρτία, σαν κάτι το επιτρεπτό, δεδομένης της ελεύθερης παροχής συγνώμης.
Ο Απόστολος δεν λέγει τώρα πλέον, «Η χάρη να περισεύση» («θα επιμένωμεν στην αμαρτία για να περισεύση η χάρη»), λέξεις που θα μπορούσαν να προέλθουν μόνον από μια καρδιά ακόμα ξένη στην εμπειρία της πίστης, αλλά λέγει, «Διότι είσθε υπό χάριν». Υπάρχει ένα τόσο λεπτό, ανεπαίσθητο στο να το καταλάβης δηλητήριο, που μπαίνει ύπουλα στην καρδιά και του πιο καλλίτερου Χριστιανού. Είναι ο πειρασμός να λέγη: Ας αμαρτήσωμε, όχι ώστε η χάρη να περισεύση, αλλά διότι αυτή περισεύει.
Τα εδάφια 16-19 στην συνέχεια, περιγράφουν την νέα υποταγή (στην δικαιοσύνη), δια της οποίας η χάρη εκτοπίζει την παλαιά υποταγή (στην αμαρτία).

Εδάφιο 16
«Ουκ οίδατε ότι ω παριστάνετε εαυτούς δούλους εις υπακοήν, δούλοι εστε ω υπακούετε, ήτοι αμαρτίας εις θάνατον ή υπακοής εις δικαιοσύνην;»
«Δεν ξέρετε ότι όταν προσφέρετε τους εαυτούς σας δούλους σε κάποιον για να τον υπακούετε, είσθε δούλοι εκείνου που υπακούετε, ή δούλοι της αμαρτίας που καταλήγει εις θάνατον ή της υπακοής που φέρει δικαίωσιν;»

Η ερώτηση του εδαφίου 15 («Θα αμαρτήσωμεν επειδή δεν είμεθα κάτω από τον νόμον αλλά κάτω από την χάριν;»), προέκυψε από τον ολοκληρωτικά εσφαλμένο τρόπο αντίληψης της σχέσης μεταξύ της ηθικής θέλησης του ανθρώπου και των πράξεων στις οποίες αποκαλύπτεται. Φαινόταν, σύμφωνα με την αντίρρηση, ότι μια πράξη ελευθερίας (η διάπραξη αμαρτίας), δεν ήταν παρά ένα μεμονωμένο γεγονός, και την οποία, μια πράξη της χάρης του Θεού είναι αρκετή να την εξαλείψη, ούτως ώστε να μην μείνει ίχνος απ” αυτή. Μετά από κάθε τέτoια πράξη, θα μπορούσε κάποιος να επιστρέψη στην προηγουμένη του κατάσταση, σαν να μην συνέβαινε τίποτα.
Αλλά μια πιο σοβαρή μελέτη της ανθρώπινης ζωής αποδεικνύει, αντιθέτως, ότι κάθε απόφαση της θέλησης, άσχετα προς τα που κατευθύνεται, προς το καλό ή προς το κακό, καθώς αυτή περνά στην πράξη, δημιουργεί ή δυναμώνει μια τάση μέσα στον άνθρωπο, η οποία τον τραβά με αυξανομένη δύναμη, έως ότου αυτή φθάσει να γίνει ολοκληρωτικά ακατανίκητη. Βάσει αυτού, κάθε ελεύθερη πράξη, καθορίζει σε κάποιο βαθμό το μέλλον. Είναι αυτός ο νόμος της ψυχολογίας που εφαρμόζει εδώ ο Παύλος στις δύο αρχές, της αμαρτίας απ” την μια μεριά, και της χάρης απ” την άλλη. Και εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι επικαλείται μια δοκιμή που ο καθένας μπορεί να κάνη: «Ουκ οίδατε;…». Ο Κύριος είχε ήδη εκφράσει αυτόν τον νόμο όταν είπε: «Όποιος κάνει την αμαρτία είναι δούλος της αμαρτίας», Ιωάννης Η34.
Οι λέξεις, «ω παριστάνετε εαυτούς δούλους εις υπακοήν», αναφέρονται στα πρώτα βήματα προς την μία ή την άλλη από τις δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Σ” αυτό το στάδιο ο άνθρωπος απολαμβάνει ακόμα έναν ορισμένο βαθμό ηθικής ελευθερίας, σε σχέση με την αρχή που τείνει να κυριαρχήσει στην θέληση του. Εδώ «παριστάνει τον εαυτόν του» (τον παρουσιάζει να τον διαθέσει), καθώς λέγει ο Απόστολος. Αλλά αναλογικά καθώς παραδίνεται σ” αυτή την αρχή με ορισμένες πράξεις υποχωρητικότητας, πέφτει πιο πολύ και πιο πολύ κάτω από την επιρροή της: «Δούλοι εστε ω υπακούετε». Αυτές οι τελευταίες λέξεις χαρακτηρίζουν την πιο προχωρημένη κατάσταση πραγμάτων στην οποία, ο δεσμός εξάρτησης, άπαξ και σχηματίστηκε, η θέληση έχει χάσει κάθε δύναμη αντίστασης, και υπάρχει μόνο για να ικανοποιήσει τον κύριο στον οποίον παραδόθηκε από μόνη της.
Οι λέξεις «ω υπακούετε», φαίνονται να είναι ένας πλεονασμός, διότι αυτή η ιδέα της υπακοής περιέχεται ήδη στην έκφραση, «δούλοι εστε». Αλλά δεν είναι ένας περιττός πλεονασμός. Αυτές δηλώνουν: «Στον οποίον η υπακοή είναι τώρα σε ημερησία διάταξη, είτε το θέλετε είτε όχι».
Απ” τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη ελευθερία για τον άνθρωπο. Είμαστε καμωμένοι, όχι για να δημιουργήσωμε εμείς τις αρχές που θα μας οδηγούν, αλλά απλά να προσκολληθούμε στην μια ή την άλλη απ” τις δύο αυτές υψηλότερες ηθικές δυνάμεις οι οποίες μας πολιορκούν. Κάθε παραχώρηση που γίνεται ελεύθερα σε μία από τις δύο, δημιουργεί ένα προηγούμενο που μας δένει σ” αυτή, και από το οποίο τούτη θα επωφεληθεί να βγάλει περισσότερα.
Έτσι προοδευτικά και ελεύθερα εγκαθίσταται η εξάρτηση, για την οποία μιλά ο Απόστολος, και η οποία καταλήγει, απ” την μια μεριά, στην ολική ανικανότητα του να κάνεις το κακό (Α” Ιωανν. Γ9), που είναι και η κατάσταση της αληθινής ελευθερίας. Απ” την άλλη, καταλήγει στην ολική ανικανότητα είτε να θελήσης, είτε να κάνεις το καλό (Ματθ. ΙΒ32), που είναι και η κατάσταση του τελικού, του αιώνιου ολέθρου.
Στην συνέχεια τώρα, μια και ο Παύλος δεν μιλά σαν ένας φιλόσοφος ηθικολόγος, αλλά σαν Απόστολος, εφαρμόζει άμεσα αυτή την αλήθεια στις δύο συγκεκριμένες αρχές τις οποίες θέτει σε αντίθεση την μια με την άλλη, συγκεκριμένα, όπως λέγει στο δεύτερο μέρος του εδαφίου, στην «αμαρτία» και στην «υπακοή».
Η αμαρτία τίθεται πρώτη, σαν ο κύριος στον οποίον εμείς εκ φυσικού υποτασσόμεθα απ” την νηπιακή ηλικία. Και είναι ακριβώς τον ζυγό της που έχει σπάσει η πίστη. Επομένως ο χριστιανός θα πρέπει πάντα να θυμάται ότι, αν κάνει κάποια παραχώρηση σ” αυτή την αρχή, θ” αρχίσει με αυτή να τοποθετεί τον εαυτόν του πάλι κάτω από την κυριαρχία της, και πάνω στον δρόμο που μπορεί να τον οδηγήσει πάλι στον προορισμό της προηγουμένης του ζωής, τον θάνατο.
Η λέξη «θάνατος» δεν μπορεί να δηλώνει εδώ τον φυσικό θάνατο, διότι και οι δούλοι της δικαιοσύνης πεθαίνουν επίσης, όπως και οι δούλοι της αμαρτίας. Δεν είμαστε πλέον στο μέρος εκείνο της επιστολής που καταπιάνεται με την καταδίκη, και στο οποίο ο θάνατος εμφανίσθηκε σαν μια κρίση που ανηγγέλθη πάνω στην πρώτη αμαρτία, επομένως σαν θάνατος στην φυσική έννοια της λέξης. Είναι η αντίθεση μεταξύ της αμαρτίας και της αγιότητας που τονίζεται σ” αυτό το μέρος, κεφάλαια ΣΤ-Η. Το υπό ερώτηση θέμα είναι λοιπόν ο «θάνατος» στην έννοια της ηθικής διαφθοράς, και επομένως του χωρισμού από τον Θεό από δω και μετά. Τέτοια είναι η άβυσσος που η αμαρτία σκάβει ακόμα πιο βαθειά, κάθε φορά που ο άνθρωπος, ή μάλλον ο πιστός, παραδίδεται σ” αυτή.
Αλλά γιατί, σε αντίθεση στο «της αμαρτίας», ο Απόστολος λέγει στην δεύτερη περίπτωση, «της υπακοής», και όχι «της αγιότητας»; Και γιατί, σε αντίθεση στο «εις θάνατον», λέγει, «εις δικαιοσύνην», και όχι «εις ζωήν»;
Η λέξη «υπακοή» συχνά γίνεται αντιληπτή σ” αυτό το χωρίο σαν η υπακοή στο καλό ή στον Θεό, κατά έναν γενικό τρόπο. Η «υπακοή» κατ” αυτήν την έννοια σίγουρα αντιτίθεται στην «αμαρτία». Και εάν ο Παύλος έδινε μια σειρά ηθικών διδαγμάτων, αντί για μια έκθεση του Ευαγγελίου, αυτή η έννοια θα ήταν η πλέον φυσική. Αλλά στο ακόλουθο εδάφιο («υπακούσατε με την καρδιά σας εις τον τύπον της διδασκαλίας») δεν μπορεί να υπάρξη αμφιβολλία ότι το ρήμα «υπακούω» δηλώνει την πράξη της πίστης στην διδασκαλία του Ευαγγελίου. Έχομε ήδη δει, Α5, ότι ο Απόστολος ονομάζει την πίστη μια «υπακοή». Είναι πάλιν το ΙΕ18 που προσδιορίζει την πίστη των Εθνικών με το όνομα της υπακοής. Η πίστη είναι πάντα μια πράξη ευπείθειας σε μια Θεία αποκάλυψη, άρα μια υπακοή. Έτσι, λοιπόν, είναι η πίστη στο Ευαγγέλιο που ο Παύλος προσδιορίζει εδώ με την λέξη «υπακοή». Και μπορεί τέλεια να την αντιπαραθέσει με την «αμαρτία» σ” αυτή την έννοια, διότι είναι η πίστη που τερματίζει την ανταρσία της αμαρτίας και εγκαθιστά την βασιλεία της αγιότητας. Κάθε φορά που το ευαγγέλιο κηρύττεται σε κάποιον αμαρτωλό, αυτός καλείται ν” αποφασίση μεταξύ της «υπακοής» (της πίστης) ή της σαρκικής ανεξαρτησίας της αμαρτίας. Ο άνθρωπος δεν ξεφεύγει απ” την κατάσταση του της αμαρτίας με την απλή ηθική ενατένιση του καλού και του κακού, και των αντιστοίχων τους αποτελεσμάτων, αλλά μόνο με την αποτελεσματικότητα της πίστης, της υπακοής του, δηλαδή, στο Ευαγγέλιο.
Οι λέξεις «εις δικαιοσύνην» έχουν εφαρμοσθεί από μερικούς ερμηνευτές, στην απόφαση της δικαίωσης που θ” αναγγελθεί πάνω στον αγιασθέντα χριστιανό κατά την μέρα της τελικής κρίσης. Αυτή η ερμηνεία έχει υιοθετηθεί απ” την αντίθεση μεταξύ αυτού του όρου και του προηγουμένου, «εις θάνατον». Αλλά μόλις είδαμε τον όρο «δικαιοσύνη» να χρησιμοποιείται, εδάφιο 13, στην έννοια της ηθικής δικαιοσύνης. Και αυτή φαίνεται να είναι η πιο κατάλληλη έννοια εδώ, όπου το θέμα είναι να καταδειχθούν οι άγιες συνέπειες που θα εκπηγάσουν απ” την πίστη.
Η αντίθεση προς τον όρο «θάνατο» βρίσκει επίσης μια απλή εξήγηση με αυτή την έννοια. Καθώς ο θάνατος, ο καρπός της αμαρτίας, είναι ο χωρισμός απ” τον Θεό, έτσι η δικαιοσύνη, ο καρπός της πίστης, είναι η πνευματική κοινωνία με τον Θεό. Εάν θα θέλαμε να καταστήσωμε την αντίθεση πιο καθαρή, θα έπρεπε να πούμε: «Της αμαρτίας, εις αδικίαν, η οποία είναι θάνατος, ή της υπακοής, εις δικαιοσύνη, η οποία είναι ζωή». Εκφραζόμενος κατ” αυτόν τον τρόπο ο Παύλος επιθυμεί, απ” το ένα μέρος να εμπνεύσει τρόμο για την αμαρτία, της οποίας ο καρπός είναι ο θάνατος, απ” το άλλο, να τονίση τον ουσιωδώς ηθικό χαρακτήρα της πίστης, ο καρπός της οποίας είναι η δικαιοσύνη.

Εδάφια 17,18
«Χάρις δε τω Θεώ, ότι ήτε δούλοι της αμαρτίας, υπηκούσατε δε εκ καρδίας εις ον παρεδόθητε τύπον διδαχής, ελευθερωθέντες δε από της αμαρτίας εδουλώθητε τη δικαιοσύνη.»
«Αλλά δόξαν εις τον Θεόν, διότι σεις που ήσαστε δούλοι της αμαρτίας, υπακούσατε με την καρδιά σας εις τον τύπον της διδασκαλίας, εις τον οποίον παραδοθήκατε, και, αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτίαν, εγίνατε δούλοι της δικαιοσύνης.»

Το εδάφιο 16 θέτει την αναγκαιότητα της εκλογής μεταξύ των δύο κυρίων, της αμαρτίας που οδηγεί στον θάνατο, και της πίστης που παράγει δικαιοσύνη. Ο Απόστολος δηλώνει στο εδάφιο 17 – και ευχαριστεί τον Θεό γι” αυτό – ότι οι Ρωμαίοι έχουν κάνει ήδη την καλή εκλογή.
«Χάρις δε τω Θεώ»: Είναι μια κραυγή ευγνωμοσύνης απ” τα βάθη της καρδιάς του Αποστόλου, για το θαυμαστό έργο που έχει εργασθεί ο Θεός, χωρίς αυτόν, μεταξύ εκείνων των πρώην Εθνικών.
Αλλά μπορεί να ευχαριστεί δια τον λόγο ότι προηγουμένως ήσαν υπηρέτες της αμαρτίας; Η ευχαριστία αναφέρεται στην δεύτερη πρόταση, «Ευχαριστία στον Θεό δια το ότι, ενώ προηγουμένως είσαστε δούλοι της αμαρτίας, τώρα έχετε υπακούσει…»
«Υπηκούσατε»: Αναφέρεται στο αποφασιστικό γεγονός δια του οποίου προσεχώρησαν στο Ευαγγέλιο, και διέρρηξαν τις σχέσεις με την προηγουμένη τους κατάσταση.
«Εκ καρδίας»: Δείχνει την εσωτερική τους προθυμία, και την απουσία κάθε εξαναγκασμού. Το Ευαγγέλιο απήντησε σε μια ηθική ανάγκη μέσα τους.
«Εις ον παρεδόθητε τύπον διδαχής». Το πιο σωστό είναι, «τω τύπω διδαχής εις ον παρεδόθητε». Ο Παύλος συγχαίρει τους Ρωμαίους για το ότι έχουν προσκολληθεί με πίστη, υπακοή και ζήλον στην μορφή του Χριστιανικού δόγματος που τους εκηρύχθη από εκείνους που τους πρωτομετέδωσαν την γνώση του Ευαγγελίου.
Αυτός ο «τύπος της διδαχής» δηλώνει τον Χριστιανισμό γενικά, ή μια πιο ειδική μορφή της Χριστιανικής διδασκαλίας;
Στην πρώτη περίπτωση ο Παύλος θα είχε απλώς πει: Διότι υπακούσατε εκ καρδίας τον Χριστό, ή το Ευαγγέλιο. Η εκλογή ενός τόσο ειδικού όρου, μας οδηγεί να σκεφτούμε για μια ειδική και ακριβώς καθορισμένη μορφή Χριστιανικής διδασκαλίας. Η αναφορά γίνεται σε κείνο το Ευαγγέλιο του Παύλου (Β16, ΙΣΤ25) το οποίο κήρυξαν οι πρώτοι κήρυκες στην Ρώμη.
Ο Παύλος γνώριζε καλά απ” την δική του εμπειρία, ότι η αληθινή δύναμη του Χριστιανικού αγιασμού μπορεί να ευρεθεί μόνο στην καθαρή πνευματικότητα του «Ευαγγελίου του», και ότι κάθε παραχώρηση στην νομικίστικη αρχή ήταν ταυτόχρονα και ένας φραγμός που παρεμβαλόταν στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Εξ αυτού η βαθειά χαρά του, για τον «τύπο της διδαχής» ο οποίος είχε σημαδέψει βαθειά την ηθική ζωή των Χριστιανών της Ρώμης.
«Παρεδόθητε»: Εκφράζει δυναμικά το είδος της ηθικής υποταγής που προκύπτει από την δύναμη της Χριστιανικής αλήθειας, όταν τούτη γίνη αποδεκτή. Κάποιος είναι ελεύθερος να συναινέσει σ” αυτή, ή να την απορρίψει. Αλλά άπαξ και ο Χριστός ληφθεί εσωτερικά, γίνεται ένας κύριος, που αμέσως εκδιώκει τον προηγούμενο κύριο.
Εάν κάποιος αναρωτηθεί, σε τι συνίσταται ακριβώς τούτος ο «τύπος διδαχής» τον οποίον έχει κατά νουν εδώ ο Παύλος, φαίνεται ότι τον βρίσκομε πιο καλά συνοψισμένο στο Α” Κορ. Α30, όπου ο Χριστός παρουσιάζεται, πρώτα σαν η δικαιοσύνη μας, μετά, σαν ο αγιασμός μας, και τέλος, σαν η τελική μας απολύτρωση. Μπορεί κάποιος να πει ότι το όλο διδακτικό μέρος της επιστολής μας περικλείεται σ” αυτούς τους τρεις όρους: Κεφάλαια Α-Ε στον πρώτο («δικαιοσύνη»), κεφάλαια ΣΤ1-Η11 στον δεύτερο («αγιασμός»), και το τέλος του κεφαλαίου Η στον τρίτο («απολύτρωση»).
Το εδάφιο 18, («ελευθερωθέντες δε από της αμαρτίας εδουλώθητε τη δικαιοσύνη»), θα πρέπει να πούμε, δεν είναι το συμπέρασμα της προηγουμένης επιχειρηματολογίας. Εδώ αναφέρεται ο συλλογισμός σαν σύνολο. Στο εδάφιο 15 αναφέρθηκε η ερώτηση: Θα επιθυμήσει ο πιστός ν” αμαρτήση καμμιά φορά; Στα εδάφια 16-18 ήταν η απάντηση. Στο εδάφιο 16 αναφέρεται το σπουδαιότερο: Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι απόλυτα ελεύθερος. Είναι αναπόφευκτο να εκλέξη μεταξύ δύο κυρίων, της αμαρτίας ή της δικαιοσύνης. Όταν αποφάσισε για την πίστη (εδ. 17), εδέχθηκε υποταγή στην δικαιοσύνη (εδ. 18). Το συμπέρασμα ακολουθεί από μόνο του: Η πρόοδος μας στο καλό είναι από τούδε θέμα αναγκαιότητας. Επομένως, η ερώτηση με την οποία αρχίσαμε, δεν μπορεί να σταθεί: Δεν θα μπορούσαμε ν” αμαρτήσωμε ούτε μια φορά, χωρίς ν” απαρνηθούμε την νέα αρχή στην οποία έχομε παραδοθεί.
Έτσι βλέπομε πως ο Παύλος επέτυχε ν” ανακαλύψει έναν νόμο ακόμα και μέσα στην χάρη, αλλά έναν νόμο εσωτερικό και πνευματικό, όπως πνευματικό είναι όλο το Ευαγγέλιο. Είναι ο Ίδιος ο Χριστός ο οποίος, μετά που μας ελευθέρωσε από την αμαρτία με τον θάνατο Του, ενώνοντας μας με την ζωή Του σαν ο Αναστημένος, μας έχει κάνει δούλους στην δικαιοσύνη.
Αλλά ο Απόστολος, στην ανάπτυξη που κάνει της σχέσης μεταξύ του πιστού και του καινούργιου του Κυρίου, έχει χρησιμοποιήσει μια λέξη η οποία φαίνεται κάπως να τον ενοχλεί, και αισθάνεται την ανάγκη να την εξηγήση. Είναι η λέξη «εδουλώθητε» που εφαρμόζεται στην εξάρτηση του πιστού απ” την δικαιοσύνη. Είναι άραγε η πρακτική άσκηση της καλωσύνης μια σκλαβιά; Δεν είναι, αντίθετα, η πλέον ένδοξη ελευθερία; Ναι, έτσι είναι, και σ” αυτή την σκέψη έχει εφαρμογή η παρατήρηση με την οποία αρχίζει το εδάφιο 19. Και είναι μετά απ” αυτή την παρατήρηση, στο δεύτερο μέρος του εδαφίου, που ο Απόστολος τελειώνει αυτή την ανάπτυξη με μια πρακτική προτροπή.

«Ανθρώπινον λέγω δια την ασθένειαν της σαρκός υμών. Ώσπερ γαρ παρεστήσατε τα μέλη υμών δούλα τη ακαθαρσία και τη ανομία εις την ανομίαν, ούτω νυν παραστήσατε τα μέλη υμών δούλα τη δικαιοσύνη εις αγιασμόν».
«Μιλώ κατά ανθρώπινον τρόπον ένεκα της φυσικής σας αδυναμίας. Όπως δηλαδή παραδώσατε άλλοτε τα μέλη σας υπόδουλα εις την ακαθαρσίαν και την ανομίαν, που συνετέλεσε εις την ανομίαν σας, έτσι τώρα να παραδώσετε τα μέλη σας υπόδουλα εις την δικαιοσύνην, που θα συντελέση εις τον αγιασμόν σας.»

«Ασθένεια της σαρκός ημών». Πρέπει να δηλώνη μια γενική κατάσταση που την μοιραζόταν οι Ρωμαίοι και η πλειονότητα των μελών της Χριστιανικής Εκκλησίας, επομένως μια ηθική μάλλον, παρά διανοητική κατάσταση (αυτή η τελευταία θα ήταν μια δυσκολία στην αντίληψη των αληθειών του Ευαγγελίου).
Εάν η υποχρέωση ν” ασκήσουν πρακτικά δικαιοσύνη φαίνεται στο μεγαλύτερο μέρος των πιστών ότι είναι μια υποταγή, μια σκλαβιά σε μια καινούργια αρχή, δεν είναι σαν συνέπεια του ότι δεν έχουν καταλάβει καλά τα πράγματα. Η αιτία είναι βαθύτερη. Είναι διότι η σάρκα, η αγάπη του εγώ, δεν έχει πλήρως θυσιασθεί. Και είναι απ” αυτό το ηθικό γεγονός που σχηματίζεται ακόμα μέσα στον χριστιανό η οδυνηρή εντύπωση, ότι η τέλεια δικαιοσύνη είναι κάτι υπερβολικά κοπιαστικό, μερικές φορές ακόμη ένας σκληρός κύριος, και ότι η υποχρέωση να συμμορφωθεί σε κάθε σημείο με το θέλημα του Θεού τον κάνει έναν σκλάβο. Τέτοια είναι η ατελής ηθική κατάσταση, στις εντυπώσεις της οποίας ο Παύλος προσαρμόζει την γλώσσα του στις εκφράσεις που χρησιμοποιεί στο εδάφιο 18.
Μερικοί ερμηνευτές θεώρησαν ότι η παρατήρηση στο εδάφιο 19α, («Ανθρώπινον λέγω δια την ασθένειαν της σαρκός υμών». «Μιλώ κατά ανθρώπινον τρόπον ένεκα της φυσικής σας αδυναμίας»), θα πρέπει να συνδεθή με ό,τι ακολουθεί κατά την εξής έννοια: «Δεν εννοώ να ζητήσω από σας ό,τι πηγαίνει πέραν από την ανθρωπίνη σας αδυναμία, που οφείλεται στην σάρκα σας. Παραδώστε τα μέλη σας μόνον στην δικαιοσύνη κατά το ίδιο μέτρο, όπως προηγουμένως τα είχατε παραδώσει στην αμαρτία. Δεν ζητώ κάτι περισσότερον από σας.» Αλλά είναι προφανές ότι ο Απόστολος σ” ένα χωρίο στο οποίον περιγράφει τις γραμμές της χριστιανικής αγιότητας, δεν μπορεί να σκεφθεί τίποτα που να μειώνει τις απαιτήσεις αυτής της καινούργιας αρχής. Η παραίνεση που ακολουθεί δεν μπορεί να είναι λιγώτερο απόλυτη από εκείνη που προηγήθηκε, εδάφια 12,13, και η οποία δεν συνοδευόταν από κανέναν τέτοιον όρο.
Άλλοι παίρνουν τις δύο λέξεις «ανθρώπινον λέγω» σαν μια παρένθεση, και ενώνουν το «δια την ασθένειαν της σαρκός» με το ρήμα «εδουλώθητε» του εδαφίου 18. Σύμφωνα μ” αυτή την άποψη, ο Παύλος αναγνωρίζει ότι η πρακτική άσκηση της καλωσύνης είναι πράγματι μια δουλεία για τον πιστό, μια υποταγή σ” ένα καινούργιο θέλημα, δεδομένης της αντίστασης της παλαιάς φύσης, και του γεγονότος ότι η σάρκα απαιτείται να είναι συνεχώς καθυποταγμένη.
Αλλά είναι πολύ αμφίβολλο εάν ο Απόστολος εδώ ονομάζει στα σοβαρά με το όνομα «δουλεία» εκείνη την χριστιανική ζωή την οποία πάντα παρουσιάζει, όπως και ο Ίδιος ο Κύριος, σαν την πλέον ένδοξη απελευθέρωση. Βέβαια, στο Α” Κορ. Θ27 χρησιμοποιεί την έκφραση «δουλαγωγείν», αλλά αυτό σε μια εικόνα, και σε σχέση με το σώμα.
Το ύφος του δευτέρου μέρους του εδαφίου 19 φαίνεται να «ρίχνει λίγο στο φιλότιμο» τους αναγνώστες της επιστολής. Θα πρέπει τώρα, στην υπηρεσία του νέου τους κυρίου, της δικαιοσύνης, να είναι τόσο δραστήριοι και ζηλωτές, όπως ήσαν προηγουμένως στην υπηρεσία του παλαιού τους κυρίου: «Είχατε ζήλον να παραδώσετε τα μέλη σας στην αμαρτία για να διαπράττετε το κακό. Να είσαστε τώρα ζηλωτές να τα παραδώσετε στην δικαιοσύνη για να πραγματοποιήσετε αγιότητα. Μη ντροπιάσετε τον καινούργιο σας κύριο, με το να τον υπηρετείτε λιγώτερο πιστά από τον πρώτο.»
Ο παλαιός κύριος δηλώνεται με τους δύο όρους, «ακαθαρσία» και «ανομία» (ζωή μακρυά από κάθε νόμο, ακολασία). Ο πρώτος απ” αυτούς τους όρους χαρακτηρίζει την αμαρτία σαν προσωπική εξαχρείωση, ο δεύτερος, σαν περιφρόνηση του κανόνα του δικαίου που είναι γραμμένος στον νόμο, και σε κάθε ανθρωπίνη συνείδηση (Β14,15). Τούτοι οι δύο όροι αγκαλιάζουν την όλη σφαίρα της αμαρτίας, αλλά από δύο διαφορετικές πλευρές. Από την αμαρτία σαν αρχή, ο Παύλος περνά στην αμαρτία σαν αποτέλεσμα.
Το «εις ανομίαν» δηλώνει: Να κάνει κάποιος ό,τι τον ευχαριστεί, χωρίς ν” αναχαιτίζεται στο ελάχιστο απ” τον φραγμό που διαχωρίζει μεταξύ καλού και κακού.
Με την αμαρτία να χαρακτηρίζεται σαν μια κακή προδιάθεση, σαν μια εσωτερική αρχή συμπεριφοράς, στις δύο μορφές, της ηθικής εξαθλίωσης και της ανομίας, εκεί αντιπαρατίθεται η καλωσύνη, επίσης σαν αρχή συμπεριφοράς και σαν ηθική προδιάθεση, με τον όρο «δικαιοσύνη». Αυτή είναι το θέλημα του Θεού, η ηθική υποχρέωση, αποδεκτή από τον πιστό σαν ο απόλυτος κανόνας της θέλησης του και της ζωής του.
Με την αμαρτία, τώρα, σαν ένα αποτέλεσμα που παράγεται στην μορφή της «ανομίας» («εις την ανομίαν») – η απόρριψη κάθε ηθικού κανόνα στην πράξη – εκεί αντιτίθεται ο «αγιασμός», δηλαδή, η συγκεκριμένη και προσωπική πραγματοποίηση της καλωσύνης στην πράξη, ο καρπός της συνεχούς υποταγής στην αρχή της δικαιοσύνης.
Ο Απόστολος έχει έτσι θυμίσει στην Εκκλησία τις δύο αρχές μεταξύ των οποίων είχαν να κάνουν την εκλογή τους, και την αναγκαιότητα που είναι πάνω σε κάθε πιστό να είναι ολοκληρωτικά δοσμένος στην υπηρεσία του καινούργιου του κυρίου, όχι λιγώτερο απ” ότι ήταν στην υπηρεσία του παλαιού. Στην συνέχεια προσπαθεί να ενισχύσει αυτή την εκλογή και απόφαση, παρουσιάζοντας τις συνέπειες της μιας και της άλλης κατάστασης εξάρτησης. Απ” το ένα μέρος, ντροπή και θάνατος. Απ” το άλλο, αγιότητα και ζωή. Να λοιπόν το δεύτερο μέρος του χωρίου: Τα εδάφια 20 και 21 περιγράφουν τις συνέπειες της υπηρεσίας στην αμαρτία στο ακραίο τους όριο. Το εδάφιο 22 δίνει τις συνέπειες της εξάρτησης απ” τον Θεό, επίσης και αυτές στον τελικό τους στόχο. Το εδάφιο 23, με μια αντίθεση, παρουσιάζει συνοπτικά αυτούς τους δύο δρόμους της ανθρώπινης ζωής.

Εδάφιο 20
«Ότε γαρ δούλοι ήτε της αμαρτίας, ελεύθεροι ήτε τη δικαιοσύνη».
«Διότι όταν ήσαστε δούλοι της αμαρτίας, ήσαστε ελεύθεροι ως προς την δικαιοσύνην».

Στο εδάφιο 20 αρχίζει η περιγραφή των συνεπειών των δύο υπηρεσιών. Θα ήταν αδύνατο ν” απεικονίσης τον εξαχρειωτικό χαρακτήρα της προηγουμένης εξάρτησης (απ” την αμαρτία), στην οποίαν είχαν ζήσει οι αναγνώστες του, πιο έντονα απ” ότι ο Απόστολος κάνει με τις λέξεις: «Ελεύθεροι ήτε τη δικαιοσύνη». Η ανησυχία του τι είναι δίκαιο ούτε μια φορά δεν τους ενόχλησε στην πορεία της ζωής τους. Για να χρησιμοποιήσωμε την έκφραση της Γραφής, «ήπιαν την κακία όπως κάποιος πίνει το νερό».
Εδάφιο 21
«Τίνα ουν καρπόν είχετε τότε εφ” οις νυν επαισχύνεσθε; Το γαρ τέλος εκείνων θάνατος».
«Και τι κέρδος είχατε τότε από τα έργα σας δια τα οποία τώρα εντρέπεσθε; Το τέλος εκείνων είναι θάνατος».
Και πιο ήταν το αποτέλεσμα αυτής της γεμάτης ντροπής ελευθερίας; «Τι καρπό είχατε τότε;» ρωτά.
Το «έχω» εδώ, όπως και στο Α13, σημαίνει «παράγω». Ο Παύλος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το ρήμα «φέρω» ή «ποιώ». Λέγοντας όμως ότι «έχουν» αυτόν τον καρπό, θέλει να εκφράση όχι μόνον την ιδέα ότι τον παράγουν, αλλά ότι και τον κατέχουν, και τον κρατούν μέσα τους, ότι τον κουβαλούν μαζί τους σαν αναπόσπαστο μέρος της ατομικής τους ηθικής ζωής. Είναι «τα έργα τους που τους ακολουθούν», καθώς λέγεται.
«Εφ οις νυν επαισχύνεσθε»: «Τι καρπό απεκομίσατε τότε απ” την εργασία σας στην υπηρεσία της αμαρτίας; Έναν τέτοιο καρπό, που τώρα, καθώς διαφωτισθήκατε, σας γέμισε μόνον με ντροπή». Είναι τα «έργα του σκότους» (Εφ. Ε11).
Το «γαρ» που συνδέει την τελευταία πρόταση με την προηγουμένη, δίνει έμφαση στην ιδέα της ντροπής. Το τελικό αποτέλεσμα εκείνων των πραγμάτων, «το τέλος τους», που είναι θάνατος, δείχνει την φύση τους, είναι κάτι που φέρνει ντροπή: «Είναι σωστό που τώρα ντρεπόσαστε γι” αυτά. Διότι το τέλος τους είναι θάνατος.» «Θάνατος» σαν το τέλος, εκφράζει την κρίση του Ιδίου του Θεού πάνω σ” αυτά.
Το «τέλος» διαφέρει απ” τον «καρπό» στο ότι ο τελευταίος είναι το άμεσο αποτέλεσμα, η πραγμάτωση ακριβώς του έργου, το ηθικόν του προϊόν. Ενώ το «τέλος» είναι η αποκάλυψη της επιδοκιμασίας ή της αποδοκιμασίας του Θεού.
«Θάνατος» εδώ δηλώνει τον τελικό θάνατο, τον αιώνιο αποχωρισμό απ” τον Θεό, την «απώλεια».

Εδάφιο 22
«Νυνί δε ελευθερωθέντες από της αμαρτίας δουλωθέντες δε τω Θεώ έχετε τον καρπόν υμών εις αγιασμόν, το δε τέλος ζωήν αιώνιον».
«Αλλά τώρα που ελευθερωθήκατε από την αμαρτίαν και υποδουλωθήκατε εις τον Θεόν, έχετε κέρδος που σας οδηγεί εις τον αγιασμόν, και τελικά εις ζωήν αιώνιον.»

«Έχετε τον καρπόν υμών εις αγιασμόν»: «Έχετε τον καρπόν σας προς την κατεύθυνση της αγιότητας, είναι στην κατάσταση της αγιότητας προς την οποίαν φέρεσθε». Τέτοιο, πράγματι, είναι το αποτέλεσμα της ενεργείας που βρίσκεται σε διαρκή εξάρτηση απ” τον Θεό. Κάθε καθήκον που εκτελείται είναι ένα βήμα πάνω στον δρόμο, στο τέλος του οποίου ο υπηρέτης του Θεού βλέπει το υπέροχο ιδανικό του «αγιασμού» ν” ακτινοβολεί.
Σ” αυτόν τον καρπό ο Θεός ευαρεστείται να προσθέτη ό,τι ο Παύλος ονομάζει σαν «το τέλος», την αιώνια ζωή δηλαδή. Αυτή η έκφραση, εκτός από την αγιότητα, περιλαμβάνει την δόξα, την άφθαρτη ευτυχία, την τέλεια ζωτικότητα.
Το εδάφιο 23, στην συνέχεια, είναι μια συνόψιση αυτών των δύο αντιθέτων εικόνων.

Εδάφιο 23
«Τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος, το δε χάρισμα του Θεού ζωή αιώνιος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.»
«Διότι ο μισθός που πληρώνει η αμαρτία είναι θάνατος, ενώ το δώρον του Θεού είναι ζωή αιώνιος δια του Χριστού Ιησού του Κυρίου μας».

Η λέξη «οψώνιον» κατά γράμμα σημαίνει, «πληρωμή σε είδος», αλλά και την πληρωμή σε λεφτά που ένας στρατηγός έκανε στους στρατιώτες του.
«Τα οψώνια της αμαρτίας»: Ο μισθός που πληρώνει η αμαρτία, όχι ο μισθός που πληρώνεται για την αμαρτία.
Η αμαρτία προσωποποιείται σαν ο φυσικός κύριος του ανθρώπου (εδ. 12, 14, 22), και παρουσιάζεται να πληρώνει τους υπηκόους της με θάνατο. Αυτός ο όρος, σύμφωνα με τον Απόστολο, δεν φαίνεται να δηλώνει την εκμηδένιση του αμαρτωλού. Το να πληρώσης κάποιον αμαρτωλό, δεν είναι να τον θέσης εκτός ύπαρξης. Είναι μάλλον να τον κάνεις να αισθανθεί τις οδυνηρές συνέπειες της αμαρτίας του, να τον κάνης να θερίση στην μορφή της φθοράς, ό,τι έχει σπείρει στην μορφή της αμαρτίας (Γαλάτας ΣΤ7,8, Β” Κορ. Ε10).
Στην δεύτερη πρόταση ο Απόστολος δεν μιλά για «μισθό», αλλά για «χάρισμα». Αυτός ο όρος παίρνεται εδώ στην πιο γενική του έννοια, και περιέχει την πληρότητα της σωτηρίας. Κάθε τι σ” αυτό το έργο, απ” την αρχική δικαίωση έως την τελική αθώωση, περιλαμβανομένου του αγιασμού και της προετοιμασίας για την δόξα, είναι ένα ελεύθερο δώρο, μια χάρη χωρίς να την αξίζωμε, όπως είναι και ο Ίδιος ο Χριστός, που έγινε για μας δικαιοσύνη, αγιασμός και απολύτρωση.
Ο Απόστολος κλείνει με τις λέξεις, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών», διότι είναι «εν Αυτώ» που αυτή η όλη μετάδοση του Θείου ελέους στον πιστό λαμβάνει χώρα. Μετά που δικαιωθήκαμε «δι” Αυτού», αγιαζόμαστε «εν Αυτώ», σε κοινωνία ζωής δηλαδή με Αυτόν.
Είναι κοινή γνώμη ότι αυτό το 23ο εδάφιο, καθώς επίσης το όλο χωρίο του οποίου αυτό είναι η συνόψιση, πως έχει εφαρμογή στον πιστό μόνον όταν αναφέρεται στην αιώνια ζωή, και στους αμετανοήτους αμαρτωλούς όταν αναφέρεται στην αμαρτία και το τέλος της, τον θάνατο. Αλλά η γενική ιδέα του εδαφίου 15 αποδεικνύει πόσο εσφαλμένη είναι αυτή η άποψη. Να θυμηθούμε ότι ο σκοπός αυτού του χωρίου είναι ν” απαντήση στην ερώτηση: «Θα αμαρτήσωμεν διότι είμαστε κάτω από χάρη;». Και αυτή η ερώτηση δεν μπορεί να τεθεί παρά μόνον για πιστούς. Είναι σ” αυτούς λοιπόν που έχει εφαρμογή η απάντηση που περιέχεται σ” αυτό το χωρίο. Ούτε ο Απόστολος θα μπορούσε ν” αναφέρει για αμετανοήτους αμαρτωλούς αυτά που βρίσκομε στο εδάφιο 21: «Πράγματα για τα οποία τώρα ντρεπόσαστε». Άρα ο Παύλος δέχεται την δυνατότητα της επιστροφής του πιστού στην υπηρεσία της αμαρτίας – μια επιστροφή που θα τον οδηγήση σε αιώνιο θάνατο, τόσο σίγουρα, όσο και τους άλλους αμετανόητους αμαρτωλούς.
Από την σχέση μεταξύ της ερώτησης του εδαφίου 15, και της απάντησης που δίνεται στα εδάφια 16-23, έπεται ότι μια τέτια υποτροπή μπορεί να προκύψη και από μια μόνο εθελοντική παραχώρηση στην συνεχή πρόκληση του παλαιού κυρίου, της αμαρτίας. Μια και μόνο καταφατική απάντηση στην ερώτηση, «θα διαπράξω μια πράξη αμαρτίας μια και είμαι κάτω από την χάρη;», μπορεί να έχη σαν αποτέλεσμα να τοποθετήση τον πιστό πάλι στον κατήφορο που οδηγεί στην άβυσσο. (Μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται και στην επιστολή μας. Στα εδάφια ΙΔ15 και 20, ο Παύλος προειδοποιεί τον άνθρωπο που παρασύρει έναν αδύνατο στην πίστη αδελφό να διαπράξη μια πράξη αμαρτίας, κάτι αντίθετο προς την συνείδηση του, ότι δι” αυτού μπορεί να προκαλέση να χαθή εκείνος ο αδελφός, για τον οποίον επέθανε ο Χριστός, και να καταστρέψη το έργο του Θεού σ” αυτόν). Αυτό θα είναι αλάνθαστα το αποτέλεσμα στον πιστό, εάν τούτη η αμαρτία δεν απαλειφθεί άμεσα από την συγνώμη και την επανόρθωση, αλλά αντίθετα, παγιωθεί, και παραμείνει μόνιμα μεταξύ αυτού και του Θεού του.

Συνέχεια

Top