Ανάλ. προς Κορινθίους1

Προς Κορινθίους επιστολή Πρώτη

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1

Εδάφιο 1
«Παύλος, κλητός απόστολος Ιησού Χριστού δια θελήματος Θεού, και Σωσθένης ο αδελφός.»
«Ο Παύλος, καλεσμένος με το θέλημα του Θεού να είναι απόστολος του Ιησού Χριστού, και Σωσθένης ο αδελφός».

Βλέπουμε εδώ τον Παύλο, στο όνομα του, να προσθέτει τον τίτλο, δυνάμει του οποίου απευθύνεται στους αναγνώστες της επιστολής του. Είναι σαν «Απόστολος» που τους γράφει. Το χαρακτηριστικό δε σημείο αυτού του αξιώματος είναι η απ” ευθείας κλήση από τον Ίδιο τον Χριστό. Ο Χριστός τον είχε καλέσει, και του είχε αναθέσει το αξίωμα του «Αποστόλου». Ο Παύλος γράφει αυτή την διευκρίνιση, θέλοντας να θέσει το περιεχόμενο αυτού του γράμματος κάτω απ” την εγγύηση Αυτού που του ανέθεσε τούτη την αποστολή.
«Δια θελήματος Θεού»: Τούτες οι λέξεις αναφέρονται στις θεόσταλτες περιστάσεις της γέννησης και της εκπαίδευσης του Παύλου, μέσα απ” τις οποίες είχε προετοιμασθεί η αποστολή του, και ειδικά στο θαυμαστό γεγονός της κλήσης του, στον δρόμο προς την Δαμασκό, τότε που εκάμφθηκε η αντίσταση του. Είναι όλα αυτά που ο Παύλος συνοψίζει στο Γαλάτας Α15: «Όταν όμως ευδόκησε ο Θεός, ο οποίος με εξεχώρισε από την κοιλιά της μητέρας μου και με εκάλεσε δια της χάριτος του…». Είναι μ” ένα αίσθημα βαθειάς ταπείνωσης που τονίζει τόσο ειδικά το «δια θελήματος του Θεού», και τούτο διότι αισθάνεται ότι χρειάστηκε μεγάλο έλεος να τον αποσπάσει από την πεισματώδη αποστασία στην οποία είχε παραδοθεί. Ταυτόχρονα όμως ενισχύεται μέσα του από την βεβαιότητα ότι, ό,τι είναι, είναι δια του θελήματος του Θεού.
Εκτός απ” τον εαυτόν του ο Παύλος κάνει αναφορά και για έναν αδελφό, τον Σωσθένη. Ετσι όπως θέτει δε το όνομα του στην αρχή, μας δίνει να καταλάβουμε ότι και ο Σωσθένης είχε παίξει κάποιο ρόλο στο γράψιμο αυτής της Επιστολής. Ίσως και να ήταν απλά ο γραφέας που την έγραψε. Ίσως όμως να ήταν κάτι παραπάνω, πιθανώς κάποιος που είχαν σε εκτίμηση στην Εκκλησία της Κορίνθου, ένας συνεργάτης του Αποστόλου ο οποίος, σαν τον Τιμόθεο (Β” Κορινθίους Α1), συνεργάσθηκε μαζί του στον ευαγγελισμό της Κορινθίας και της Αχαϊας. Εάν τα πράγματα έχουν έτσι, ίσως να ήταν ο αρχηγός της συναγωγής της Κορίνθου (Πράξεις ΙΗ17), που τον κτύπησαν μετά την απελευθέρωση του Παύλου, όταν τον παρουσίασαν στον Γαλλίωνα.
Από τον συγγραφέα της Επιστολής τώρα ο Παύλος περνά στους αναγνώστες της:

Εδάφιο 2
«Τη εκκλησία του Θεού τη ούση εν Κορίνθω, ηγιασμένοις εν Χριστώ Ιησού, κλητοίς αγίοις, συν πάσι τοις επικαλουμένοις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν παντί τόπω αυτών τε και ημών.»
«Προς την εκκλησίαν του Θεού, η οποία είναι στην Κόρινθον, προς εκείνους που είναι αγιασμένοι δια του Ιησού Χριστού, που έχουν καλεσθεί να είναι άγιοι, μαζί με όλους που επικαλούνται, σε κάθε τόπον, το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, Κυρίου δικού των και δικού μας».

Ο όρος «εκκλησία» είναι από το εκ + καλώ, και δηλώνει μια συγκέντρωση πολιτών που καλούνται έξω από τους τόπους διαμονής τους, με μια επίσημη κλήση (ιδέ Πράξεις ΙΘ41). Εδώ αυτός που καλεί είναι ο Θεός. Καλεί αμαρτωλούς στην σωτηρία με το κήρυγμα του Ευαγγελίου (Γαλάτας Α6). Οι αμαρτωλοί καλούνται στην πίστη για να σχηματίσουν από τούδε την νέα κοινωνία της οποίας ο Χριστός είναι η κεφαλή.
«Του Θεού»: Είναι αυτός που καλεί και στον οποίον ανήκει η Εκκλησία.
«Ηγιασμένοις εν Χριστώ Ιησού»: Ο Θεός είναι άγιος, και η Εκκλησία του Θεού θα πρέπει να είναι άγια, σαν Αυτόν στον οποίον ανήκει. Το «ηγιασμένοις» δεν δηλώνει μια υποχρέωση που πρέπει να εκπληρωθεί, αλλά μια κατάσταση που ήδη υπάρχει μέσα τους, και αυτό δυνάμει ενός γεγονότος που έχει επιτελεσθεί προηγουμένως. Αυτό το γεγονός είναι η πίστη στον Χριστό, η οποία υπονοεί σιωπηρά την πράξη της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στον Θεό. Το ν” αγκαλιάσεις τον Χριστό δια πίστεως, είναι το να δεχθείς την αγιότητα που Αυτός πραγματοποίησε στο πρόσωπο Του. Είναι το να μεταφυτευθείς από το έδαφος της φυσικής και βέβηλης ζωής σου, σ” εκείνη της Θείας Του αγιότητας. Είναι αυτό ακριβώς που εκφράζει το «εν Χριστώ Ιησού», ότι η αγιότητα μας δεν είναι παρά η συμμετοχή στην δική Του, δυνάμει της ένωσης με Αυτόν μέσω της πίστης: «Για χάρη τους αγιάζω τον εαυτόν μου», λέγει ο Ιησούς (Ιωάννης ΙΖ19), «ώστε και αυτοί να είναι αγιασμένοι εν τη αληθεία». Αρκετοί Πατέρες την έκφραση, «ηγιασμένοι εν Χριστώ Ιησού», την έχουν εφαρμόσει στο γεγονός του βαπτίσματος. Το λάθος τους είναι ότι συγχέουν το σημάδι της πίστης με την ίδια την πίστη.
«Τη ούση εν Κορίνθω». Εάν σκεφθούμε την διαφθορά που βασίλευε σ” αυτή την πόλη, μπορούμε ν” αντιληφθούμε με τι εσωτερική ικανοποίηση ο Απόστολος γράφει τις λέξεις, «Την εκκλησία του Θεού…που είναι στην Κόρινθο».
Το «κλητοίς αγίοις» μετά το «ηγιασμένοις εν Χριστώ Ιησού» φαίνεται σαν ένας πλεονασμός. Εξηγείται όμως από το συμπλήρωμα «συν πάσι τοις επικαλουμένοις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν παντί τόπω αυτών τε και ημών», που ακολουθεί. Η έννοια είναι: «Άγιοι δυνάμει της Θείας κλήσης, και αυτό από κοινού με όλους εκείνους που επικαλούνται το όνομα του Κυρίου σε κάθε μέρος». Το γράφει αυτό ειδικά για τους Κορινθίους ο Παύλος, γιατί όπως θα δούμε και πιο κάτω, θα τους επιπλήξει ότι απομονώνονται από την υπόλοιπη Εκκλησία, και ότι ενεργούν σαν να ήταν η μόνη Εκκλησία στον κόσμο (ιδέ ειδικά το ΙΔ36). Ξεκινόντας το γράμμα του, θέλει να τους κάνει να καταλάβουν, ότι δεν είναι παρά μέλη ενός μεγαλυτέρου συνόλου, με το οποίο και θα έπρεπε να βρίσκονται σε αρμονία.
Η αγιότητα είναι ο φυσιολογικός χαρακτήρας όλων που επικαλούνται το όνομα του Κυρίου, λέγει ο Απόστολος. Αυτή η έκφραση είναι προφανώς, κατά την άποψη του, η παράφραση του όρου «πιστός». Ο Χριστιανός είναι, λοιπόν, σύμφωνα μ” αυτόν, ένας άνθρωπος που επικαλείται το όνομα του Ιησού σαν Κυρίου του. Αμέσως δε μετά την Πεντηκοστή, τούτο ήταν το όνομα των πιστών, «αυτοί που επικαλούνται το όνομα του Κυρίου» (Πράξεις Θ14,21, Ρωμαίους Ι 12,13).
Η λέξη «όνομα», όταν εφαρμόζεται στον Ιησού, όπως στο εδάφιο μας, περιλαμβάνει την ιδέα ενός Θείου Όντος. Έτσι, όταν ο Κύριος λέγει για τον άγγελο Του, Έξοδος ΚΓ21, «Το όνομα μου είναι σ” αυτόν», εννοεί ότι κάνει αυτό το ον την τέλεια Του αποκάλυψη.
Ο τίτλος «Κύριος» χαρακτηρίζει τον Ιησού σαν αυτόν στον οποίον ο Θεός έχει δώσει την παγκόσμια κυριαρχία που Του ανήκει. Όσο για την Εκκλησία, στα μάτια του Αποστόλου είναι η κοινότητα των ανθρώπων που Τον αναγνωρίζουν και Τον λατρεύουν σαν τέτοιον. Είναι λοιπόν πάνω σε μια πράξη λατρείας, και όχι πάνω σε μια ομολογία πίστης ενός διανοητικού χαρακτήρα, που αυτός βασίζει τον Χριστιανικό χαρακτήρα.
Οι λέξεις, «εν παντί τόπω», δηλώνουν την παγκοσμιότητα της Χριστιανικής Εκκλησίας.
«Αυτών τε και ημών». Τούτες οι λέξεις συνδέονται με το «του Κυρίου ημών»: «Του Κυρίου μας, που δεν είναι μόνον δικός σας, σε σας που ακούτε, αλλά και δικός μας, σε μας που κηρύττουμε». Υπάρχει εδώ προκαταβολικά μια διαμαρτυρία ενάντια εκείνων οι οποίοι, ξεχνόντας ότι στην Εκκλησία υπάρχει ένας μόνον Κύριος, λένε, «Εγώ είμαι του Παύλου, εγώ του Απολλώ, εγώ του Πέτρου». «Ποιός είναι ο Παύλος, ποιός είναι ο Απολλώς, παρά υπηρέτες δια των οποίων πιστέψατε, όπως ο Κύριος έδωσε στον καθέναν» (Γ5, 22, 23). Τούτη η σκέψη είναι το κύριο μέλημα στον νου του Αποστόλου, από την αρχή ακόμα του γράμματος, απόδειξη ότι, μεταξύ των εδαφίων 1 και 10, επαναλαμβάνει την φράση «του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» 6 φορές.

Εδάφιο 3
«Χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού πατρός ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού».
«Χάρις να είναι σ” εσάς και ειρήνη από τον Θεόν Πατέρα μας και τον Κύριον Ιησούν Χριστόν».

«Χάρις» είναι η Θεία καλή θέληση, που στρέφεται με συμπάθεια προς τον αμαρτωλό να τον συγχωρήσει, και προς το συμφιλιωμένο παιδί να το ευλογήσει.
«Ειρήνη» είναι η βαθειά γαλήνη με την οποία η πίστη σ” αυτή την Θεία αγάπη γεμίζει την καρδιά του πιστού.
Ο Παύλος δεν λέγει: «Να είναι σε σας απ” τον Θεό δια του Ιησού Χριστού», αλλά «από τον Θεό και από τον Ιησού Χριστό», και τούτο διότι, στα μάτια του, ο Ιησούς δεν είναι το απρόσωπο κανάλι της Θείας αγάπης. Αυτός αγαπά με την δική Του ειδική αγάπη σαν αδελφός, όπως ο Θεός αγαπά με την αγάπη Του σαν Πατέρας.
Με αυτή την ευχή ο Απόστολος προσκαλεί τους Κορινθίους να κρατούν διαρκώς την θέση τους δίπλα σ” αυτή τη διπλή πηγή σωτηρίας, την αγάπη του Πατέρα και την αγάπη του Υιού.

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ Α4-9

Εδάφια 4-6
«Ευχαριστώ τω Θεώ μου πάντοτε περί υμών επί τη χάριτι του Θεού τη δοθείση υμίν εν Χριστώ Ιησού. Ότι εν παντί επλουτίσθητε εν αυτώ, εν παντί λόγω και πάση γνώσει, καθώς το μαρτύριον του Χριστού εβεβαιώθη εν υμίν.»
«Ευχαριστώ τον Θεόν μου πάντοτε για σας, για την χάριν του Θεού που εδόθηκε σ” εσάς δια του Ιησού Χριστού, διότι σε όλα εγίνατε πλούσιοι δι” αυτού, σε κάθε λόγον και σε κάθε γνώσιν κατά το μέτρον που εστερεώθηκε η μαρτυρία δια τον Χριστόν μεταξύ σας.»

Τις ευχαριστίες του τις απευθύνει στον «Θεό του». Με αυτή την έκφραση περιγράφει τον Θεό σαν Αυτόν που ο ίδιος ζει και εργάζεται σε στενή κοινωνία μαζί Του, και ο Οποίος, ειδικά, στάθηκε κοντά του στο έργο του στην Κόρινθο, και εκεί του έδωσε τις πιο προσωπικές αποδείξεις της βοήθειας και της αγάπης Του (Πράξεις ΙΗ9,10).
Η λέξη «πάντοτε» μπορεί να φαίνεται λίγo υπερβολική. Αλλά ο Απόστολος είχε συνεχή φροντίδα για την Εκκλησία γενικά, και η Εκκλησία της Κορίνθου ήταν ένα από τα πλέον σπουδαία μέλη της.
«Επί τη χάριτι του Θεού». Σε τούτη την χάρη δεν περιλαμβάνονται μόνα τα πνευματικά χαρίσματα που είχαν δοθεί στους Κορινθίους, αλλά γενικώτερα η σωτηρία τους και η νέα τους ζωή.
Το «εν παντί» προσδιορίζεται από τους δύο όρους που ακολουθούν, «γνώση» και «λόγο». Τα κεφάλαια ΙΒ-ΙΔ θα δείξουν ότι ένας πλούτος χαρισμάτων, Χριστιανικής γνώσης και αποκαλύψεων σε λόγο (γλώσσες, προφητείες), είχαν δοθεί σ” αυτή την Εκκλησία.
Από το Η1 και 10, ΙΓ2, 8, και 9, φαίνεται ότι η λέξη «γνώσις» δηλώνει την κατανόηση των γεγονότων της σωτηρίας και των πολλαπλών της εφαρμογών στην Χριστιανική ζωή. Εδώ περιλαμβάνει την ιδέα της σοφίας, η οποία, μερικές φορές, διαχωρίζεται απ” αυτή, ιδέ ΙΒ8.
«Λόγος». Εδώ δηλώνει τις διάφορες μορφές των νέων γλωσσών που το Άγιο Πνεύμα είχε δώσει στην Εκκλησία, σαν ενα είδος χαρίσματος. Η λέξη «επλουτίσθητε» δηλώνει την αφθονία τους. Το «παντί» την ποικιλία τους, ιδέ το ΙΔ26: «Όταν συνέρχεσθε, ο κάθε ένας από σας είτε ψαλμόν έχει, είτε διδασκαλίαν έχει, είτε γλώσσαν έχει, είτε αποκάλυψιν, είτε ερμηνείαν…».
Δεν είναι τυχαίο που ο Απόστολος αναφέρει εδώ μόνο τις στοχαστικές και ρητορικές δυνάμεις, και όχι τις ηθικές αρετές, τα χαρίσματα του Πνεύματος και όχι τους καρπούς Του, όπως στην Επιστολή προς τους Θεσσαλονικείς. Η πρόθεση του είναι φανερή, φαίνεται και από το ΙΓ8-13, όπου ο ίδιος αντιπαραθέτει τα δύο βασικά χαρίσματα του λόγου, γλώσσα και προφητεία, και μετά την γνώση, σαν πράγματα που δεν μένουν, με τα τρία πράγματα που μένουν: Πίστη, ελπίδα, και αγάπη. Πράγματι εδώ, δίπλα δίπλα με τα πλούτη χαρισμάτων, για τα οποία ο Απόστολος ευχαριστεί, ήδη ανακαλύπτουμε το ελάττωμα που τον στενοχωρεί, αλλά για το οποίο δεν μιλά, διότι θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα του χωρίου, που είναι αφιερωμένο στην ευχαριστία. Αυτό το ελάττωμα έχει σχέση με τον χαρακτήρα του Ελληνικού πνεύματος, όπου υπερτερούσαν τα διανοητικά και ρητορικά χαρίσματα, και όχι η σοβαρότητα καρδιάς και συνείδησης.

Εδάφιο 6
«Καθώς το μαρτύριον του Χριστού εβεβαιώθη εν υμίν.»

Εκείνο που εννοεί ο Απόστολος είναι ότι αυτά τα δώρα είναι ο τρόπος της βεβαιώσεως του Ευαγγελίου, που χορηγήθηκε ειδικά στην Εκκλησία της Κορίνθου. Αλλού ο Θεός θα μπορούσε να βεβαιώσει το αποστολικό κήρυγμα διαφορετικά, με θαύματα για παράδειγμα, ή με άλλα χαρίσματα του Πνεύματος. Γράφει, πάνω σ” αυτό, στο Εβραίους Β3: «Η σωτηρία αυτή άρχισε να κηρύττεται από τον Κύριον, έπειτα μας βεβαιώθηκε από εκείνους που την άκουσαν, και ο Θεός προσέθετε την μαρτυρίαν του με σημεία και τέρατα και με διάφορα θαύματα και με διαμοιρασμόν χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος σύμφωνα με την θέλησιν του.» (Ιδέ επίσης Α” και Β” Θεσσαλονικείς Α3 και Γαλάτας Γ2).
«Καθώς»: Έτσι, και όχι διαφορετικά.
«Μαρτύριον». Εδώ εννοεί το κήρυγμα για τον Χριστό.
Εδάφιο 7
«Ώστε υμάς μη υστερείσθαι εν μηδενί χαρίσματι, απεκδεχομένους την αποκάλυψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».
«Ώστε δεν υστερείτε σε κανένα χάρισμα, ενώ αναμένετε την αποκάλυψιν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού».
Εδώ η σύνδεση με τα προηγούμενα είναι: «Επλουτίσθητε έτσι, ώστε από άποψης χαρισμάτων δεν σας λείπει τίποτα». Σε σχέσει και με τις άλλες Εκκλησίες δεν τους έλειπε τίποτα.
Η λέξη «χάρισμα» θα παίξει έναν μεγάλο ρόλο σ” αυτή την Επιστολή. Γενικά δηλώνει κάθε τι, συγκεκριμένο και πραγματικό, στο οποίο είναι ενσωματωμένη χάρη. Σύμφωνα, τώρα, με τους δύο προηγούμενους όρους, «γνώση» και «λόγο», η λέξη «χάρισμα» εδώ θα πρέπει να εφαρμοσθεί στις νέες πνευματικές δυνάμεις με τις οποίες το Πνεύμα είχε προικίσει τα μέλη της Εκκλησίας στην Κόρινθο. Αυτές οι διάφορες δυνάμεις, που τόσο συχνά στα γράμματα του Παύλου φέρουν το όνομα «χαρίσματα» («δώρα της χάρης»), είναι σίγουρα τ” αποτελέσματα της νέας ζωής λόγω της πίστης στον Χριστό, μιάς ζωής που η λογική του κόσμου αδυνατεί πολλές φορές να κατανοήσει.
Θα πρέπει όμως εδώ να σημειώσουμε ότι τούτα τα «χαρίσματα» ταιριάζουν με τις προϋπάρχουσες φυσικές ικανότητες στα άτομα και στους λαούς. Το Άγιο Πνεύμα δεν υποκαθιστά την ανθρώπινη ψυχή με τον εαυτόν Του, αλλά την αγιάζει, και την βοηθά να αφιερώσει τα έμφυτα ταλέντα της στην υπηρεσία του έργου της σωτηρίας. Κάτω από την δική Του καθοδήγηση, τα καθαρίζει, τα υψώνει, και τα βοηθά να φθάσουν την τέλεια τους ανάπτυξη. Αυτό ήταν ακριβώς που είχε λάβει χώρα στην Κόρινθο, και ήταν έτσι ειδικά που η αποστολική μαρτυρία είχε επιβεβαιωθεί από τον Θεό σ” αυτή την Εκκλησία.
Και εδώ βλέπουμε πως ο Παύλος ακόμα αποφεύγει προσεκτικά (όπως και στο εδάφιο 5) να μιλήσει για τους ηθικούς καρπούς του Ευαγγελίου, διότι αυτό ήταν ακριβώς το σημείο στο οποίο υπήρχε μια έλλειψη, και μάλιστα μεγάλη έλλειψη, στην Εκκλησία της Κορίνθου.
«Απεκδεχομένους την αποκάλυψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Με τούτα του τα λόγια, ο Παύλος θέλει να φέρει αυτή την τόσο αυτοϊκανοποιημένη Εκκλησία σε μια πιο μετριόφρονα εκτίμηση των πραγμάτων. Πλούσιοι καθώς είναι σε χαρίσματα, δεν θα έπρεπε να ξεχνάνε ότι ακόμα δεν είναι παρά σε μια κατάσταση αναμονής. Δεν τους λείπει τίποτα…περιμένοντας για την στιγμή που θα τους δοθεί το κάθε τι. Πράγματι, καθώς θα πει και στην συνέχεια (ΙΓ11), όλα τα παρόντα χαρίσματα μας λόγου και γνώσης έχουν ακόμα τον χαρακτήρα της ατελούς κατάστασης του νηπίου, σε σχέση μ” εκείνα που θα μας φέρει η τέλεια κατάσταση που αναμένουμε. Και υπήρχε μια τάση μεταξύ των Κορινθίων να προκαταλαμβάνουν αυτή την τέλεια κατάσταση. Ήδη φανταζόντουσαν ότι κολυμπούσαν στην πλήρη απόλαυση της Βασιλείας του Θεού (Δ8). Ο Απόστολος όμως τους θυμίζει ότι η πραγματική γνώση ακόμα δεν έχει έλθει. Και αυτό είναι αναμφίβολλα η αιτία που εδώ χρησιμοποιεί τον όρο, «αποκάλυψη του Ιησού Χριστού», για να δηλώσει τον ερχομό Του. Με αυτό τον όρο, πιο πολύ θέλει να δηλώσει εδώ την πλήρη αποκάλυψη Αυτού του Ιδίου του Κυρίου, και όλων των πραγμάτων που έχουν σχέση με Αυτόν, τα οποία θα συνοδεύουν εκείνον τον καιρό, παρά την απλή ορατή παρουσία του Κυρίου. Είναι σαν να θέλει να τους πει, «σε κείνο το φως, τι θ” απογίνει με την γνώση σας, με το χάρισμα σας να προφητεύετε, με τις εκστάσεις σας; Θα έχουν τότε όλα αυτά καμμία σημασία;» (Ιδέ Β” Θεσσ. Α7, Α” Πέτρου Α7, όπου η χρήση αυτού του όρου ερμηνεύεται ανάλογα από το κείμενο).
Μετά που εξέφρασε την ευχαριστία του, για ό,τι ο Θεός έχει ήδη κάνει για τους αναγνώστες του, ο απόστολος, προσθέτει την ελπίδα ότι ο Θεός θα ολοκληρώσει μέσα τους ό,τι ακόμα λείπει, ώστε να μπορέσουν να σταθούν σε κείνη την μεγάλη ημέρα. Αυτό είναι το θέμα των δύο ακολούθων εδαφίων.

Εδάφια 8,9
«Ος και βεβαιώσει υμάς έως τέλους ανεγκλήτους εν τη ημέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Πιστός ο Θεός δι” ου εκλήθητε εις κοινωνίαν του υιού αυτού Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών.»
«Ο οποίος και θα σας στερεώση μέχρι τέλους, ώστε να είσθε χωρίς κατηγορίαν την Ημέραν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αξιόπιστος είναι ο Θεός, δια του οποίου είσθε καλεσμένοι να έχετε κοινωνίαν με τον Υιόν του Ιησούν Χριστόν τον Κύριον μας».

«Ος και…». Το «και» υπονοεί ότι το έργο που είναι ακόμα να ολοκληρωθεί, δεν είναι παρά η λογική συνέχεια εκείνου που ήδη είναι επιτελεσμένο μέσα τους.
«Ος και βεβαιώσει…»: Αφού ο Θεός βεβαίωσε το κήρυγμα του Παύλου στην Κόρινθο με τα χαρίσματα που το Πνεύμα έδωσε εκεί, Αυτός σίγουρα θα βεβαιώσει τους πιστούς στην πίστη τους στο Ευαγγέλιο έως τέλους. Αυτό το τέλος είναι ο ερχομός πάλιν του Κυρίου, τον οποίον η Εκκλησία θα έπρεπε συνεχώς να περιμένει, για τον λόγο ακριβώς ότι δεν γνωρίζει την ώρα του, (ιδέ Λουκάς ΙΒ35,36, Μάρκος ΙΓ32). Εάν αυτό το γεγονός δεν συμβεί κατά την διάρκεια της ζωής αυτής ή της άλλης γενιάς, είναι ο θάνατος που θα πάρει την θέση του για τον καθέναν, έως ότου έλθει εκείνη η γενιά στην οποία θα λάβει χώρα εξωτερικά.
Στο «ανεκλήτους» θα πρέπει να προσθέσουμε το «εις το είναι»: «Ος και βεβαιώσει υμάς έως τέλους, εις το είναι ανεγκλήτους».
«Ανέγκλητος»: Εκτός κατηγορίας. Εάν ο πιστός δεν θα υπόκειται πλέον σε καμμία κατηγορία, δεν θα είναι μόνο δυνάμει της δικαίωσης του δια πίστεως, θα είναι και δυνάμει του από κει και μετά τελειοποιημένου αγιασμού του.

Εδάφιο 9
«Πιστός ο Θεός δι” ου εκλήθητε εις κοινωνίαν του υιού αυτού Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών.»

Και τούτο το εδάφιο δείχνει την πιστότητα του Θεού σαν την εγγύηση της βεβαιότητας των πιστών στην προσκόλληση τους στο Ευαγγέλιο.
Η βεβαιότητα που εκφράζεται εδώ από τον απόστολο, σίγουρα δεν είναι μια βεβαιότητα μαθηματικού τύπου, διότι το τέλος του κεφαλαίου Θ και το πρώτο μισό του κεφαλαίου Ι έχουν σαν σκοπό να δείξουν στους Κορινθίους ότι αυτοί μπορούν, λόγω έλλειψης προσοχής και υπακοής, να κάνουν να ναυαγήσει το Θείο έργο μέσα τους. Η υπό ερώτηση βεβαιότητα είναι μιας ηθικής φύσης, που υπονοεί την συναίνεση της ανθρωπίνης θέλησης. Καθώς το «εκλήθητε» υποθέτει την ελεύθερη αποδοχή μέσω της πίστης, έτσι η συνέχιση στην κατάσταση της σωτηρίας υποθέτει εμμονή σ” αυτή την αποδοχή. Ο απόστολος όμως αναφέρει εδώ τον Θείο παράγοντα μόνον, διότι είναι αυτός που περιέχει την στερεή βεβαιότητα αυτής της ελπίδας.
«Εις κοινωνίαν του υιού αυτού Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών.» Είναι η παρούσα εσωτερική κοινωνία που έχουμε με τον Κύριο. Ο Παύλος μιλά για την συμμετοχή των πιστών στην ζωή του Χριστού, για την στενή τους σύνδεση με το πρόσωπο Του, ήδη από εδώ κάτω.
Η φράση, «Ιησούς Χριστός ο Κύριος μας», μπορούμε να πούμε ότι βρίσκεται σε κάθε τμήμα αυτού του προλόγου, και την ξαναβρίσκουμε πάλι στο επόμενο εδάφιο. Είναι φανερό ότι αυτή είναι η σκέψη που γεμίζει το μυαλό του αποστόλου. Στην συνέχεια, πρόκειται ν” απαριθμήσει τα ονόματα ανθρώπων, που στην Κόρινθο τολμούν να τα βάλουν δίπλα δίπλα με το όνομα αυτού του μόνου Κυρίου.
Εδώ τελειώνει η ευχαριστία του Παύλου.
ΟΙ ΔΙΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ Α10-Δ21
Ο Παύλος ξεκινά απ” αυτό το θέμα, γιατί θέλει να βεβαιώσει την αποστολική του θέση εμπρός σ” όλη την Εκκλησία, πριν τους δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις για τα θέματα που πρόκειται ν” ακολουθήσουν.
Α. Το Χωριστικό Πνεύμα στην Εκκλησία

Εδάφιο 10
«Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, δια του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα το αυτό λέγητε πάντες, και μη εν υμίν σχίσματα, ήτε δε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοϊ και εν τη αυτή γνώμη.»
«Σας παρακαλώ, αδελφοί, εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να λέγετε όλοι το ίδιο και να μην υπάρχουν διαιρέσεις μεταξύ σας, αλλά να είσθε ενωμένοι με το ίδιο πνεύμα και την ίδια γνώμη.»

Με την προσφώνηση «αδελφοί», τοποθετείται δίπλα στους αναγνώστες του, και κάνει έκκληση στην αγάπη τους, εν όψει της βαρειάς μομφής που πρόκειται να φέρει επάνω τους. Και βασίζει τούτη του την παραίνεση στην αποκάλυψη που του έχει γίνει, και στη γνώση που αυτοί έχουν του προσώπου και του έργου του Κυρίου Ιησού Χριστού, αυτή είναι η έννοια του όρου «όνομα» («δια του ονόματος…»).
Η λέξη «Κύριος» δηλώνει την εξουσία Του. Το όνομα «Ιησούς Χριστός» φέρνει στην μνήμη όλες τις στοργικές φανερώσεις της Θείας αγάπης, που απεκαλύφθησαν μέσω του προσώπου που φέρει αυτό το όνομα. Είναι η 11η φορά που εμφανίζεται το όνομα Ιησούς Χριστός, και δεν είμαστε παρά στο 10ο εδάφιο!
Η προτροπή που ακολουθεί εστιάζεται σε 3 σημεία. Το πρώτο, «το αυτό λέγητε πάντες». Τα άλλα δύο: «Μη η εν υμίν σχίσματα», «ήτε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοϊ και εν τη αυτή γνώμη». Τι άσχημη όψη εδώ, μια Εκκλησία διαιρεμένη σε διάφορες ομάδες, με αντίθετα συνθήματα η κάθε ομάδα! Εκείνο που τους συνιστά ο Παύλος είναι η πλήρης ενσωμάτωση όλων των μελών της Εκκλησίας σ” έναν μόνον πνευματικό οργανισμό.
«Ήτε δε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοϊ και εν τη αυτή γνώμη».
Το «καταρτίζω» δηλώνει την πράξη της ρύθμισης των κομματιών μιας μηχανής, για να δουλεύσει αυτή σωστά (ιδέ Εφεσίους Δ12). Μπορεί όμως και να δηλώνει την διόρθωση μιας αποδιοργανωμένης κατάστασης πραγμάτων, σαν την επαναποκατάσταση της κοινωνικής τάξης μετά από μια επανάσταση, ή την επισκευή ενός οργάνου, (ιδέ Μάρκος Α19: «Καταρτίζοντας τα δίχτυα»). Μια και τα πράγματα ήταν αναστατωμένα στην Κόρινθο, οδηγούμεθα να εφαρμόσουμε τούτη την δεύτερη ερμηνεία. Αλλά σ” αυτή την περίπτωση ο Παύλος θα έπρεπε μάλλον χρησιμοποιήσει τον αόριστο «κατηρτίσθητε δε», και όχι τον παρακείμενο, που δηλώνει την σταθερή κατάσταση. Η πρώτη σημασία είναι κάπως πιό λεπτή. Ο Παύλος δεν εννοεί, «ώστε να ανασυγκροτηθείτε», σαν να τους θεωρούσε ήδη αποδιοργανωμένους, αλλά, «ώστε να μπορέσετε να είστε μια συνάθροιση με τάξη». Πως όμως; Τους το δείχνει στους δύο όρους που ακολουθούν: Δια της συμφωνίας του «νου» και της «γνώμης» («εν τω αυτώ νοϊ και εν τη αυτή γνώμη».
Ο όρος «νους», καθώς δείχνεται στο Β16, δηλώνει τον Χριστιανικό τρόπο σκέψης γενικά, την κατανόηση του Ευαγγελίου στην ολότητα του. Το «γνώμη», σύμφωνα με το Ζ25, αναφέρεται μάλλον στον τρόπο που αποφασίζεις πάνω σ” ένα επί μέρους θέμα, αυτό που ονομάζουμε » η γνώμη μας». Εκείνο, λοιπόν, που ο Απόστολος επιθυμεί είναι, να είναι μεταξύ τους, κατά πρώτον, πλήρης αρμονία στην γενική τους άποψη αναφορικά με την Χριστιανική αλήθεια, και μετά, τέλεια συμφωνία στον τρόπο που επιλύουν ειδικά προβλήματα.
Το «ίνα» («ίνα το αυτό λέγητε πάντες»), δείχνει ότι στην σκέψη του, το υπό συζήτηση θέμα είναι μάλλον ένας στόχος που πρέπει να τον φθάσουν, παρά ένα καθήκον που αναμένει να το πραγματοποιήσουν άμεσα. Είναι η κατάσταση που πρέπει να ποθούν, προς δόξαν του ονόματος του Ιησού Χριστού, οτιδήποτε και αν είναι οι θυσίες που ένας τέτοιος στόχος μπορεί να ζητήσει από τον καθέναν, θυσίες πάνω στον εαυτόν τους και το συμφέρον τους.
Μετά απ” αυτή την εισαγωγή, ο Απόστολος έρχεται στο γεγονός που έδωσε αφορμή γι” αυτή την προτροπή.

Εδάφια 11,12
«Εδηλώθη γαρ μοι περί υμών, αδελφοί μου, υπό των Χλόης, ότι έριδες εν υμίν εισί. Λέγω δε τούτο, ότι έκαστος υμών λέγει εγώ ειμί Παύλου, εγώ δε Απολλώ, εγώ δε Κηφά, εγώ δε Χριστού.»
«Διότι επληροφορήθηκα για σας, αδελφοί μου, από τους ανθρώπους της Χλόης, ότι υπάρχουν έριδες μεταξύ σας. Εννοώ τούτο: καθένας από σας λέγει, «Εγώ είμαι του Παύλου», «Εγώ του Απολλώ», «Εγώ του Κηφά», «Εγώ του Χριστού».

Κατά την στιγμή που απαριθμεί αυτές τις διαφορετικές ομάδες, ο απόστολος, ακόμα μια φορά ενώνει όλα τα μέλη της Εκκλησίας κάτω από μια κοινή και στοργική προσαγόρευση, «αδελφοί μου».
«Υπό των Χλόης»: Ίσως να είναι παιδιά ή δούλοι αυτής της Εφεσσίας ή Κορινθίας κυρίας.
Η λέξη «έριδες» δηλώνει πικρές συζητήσεις, που εύκολα μπορούν να μετασχηματιστούν σε σχίσματα.
«Λέγω δε τούτο»: «Όταν λέγω για έριδες, εννοώ τούτο, ότι…»
Ο απόστολος αναφέρει πρώτη πρώτη την ομάδα που φέρει το όνομα του. Είναι μια απόδειξη μεγάλης λεπτότητας. Παράλληλα, αποδοκιμάζοντας, πρώτα απ” όλα τους δικούς του, θέτει την αμεροληψία του υπεράνω υποψίας. Μια και ο Παύλος ήταν ο ιδρυτής της Εκκλησίας στην Κόρινθο, όσοι τον ακολουθούσαν θα διαχώριζαν τους εαυτούς τους σαν «του Παύλου», και τούτο σαν αντίδραση, ενάντια στο πνεύμα προτιμήσεων που καλλιεργούσαν οι άλλες κήρυκες, που ήρθαν μετά τον Παύλο.
Ειδικά με τον Παύλο και τον Απολλώ, εκείνο που τους διεχώριζε, σύμφωνα με το Γ5 και Δ6, δεν θα μπορούσε να είναι μια βασική διαφορά πάνω στην ουσία του Ευαγγελίου. Δεν θα μπορούσε να είναι παρά μια διαφορά στον τρόπο που εργάστηκε ο καθένας τους, σαν εκείνη που δείχνεται απ” τις λέξεις, «Εγώ εφύτευσα, ο Απολλώς επότισε, και ο Θεός έδωσε την αύξηση». Με την ερμηνευτική και φιλολογική του μόρφωση, που απέκτησε στην Αλεξάνδρεια, ο Απολλώς φαίνεται πως είχε κερδίσει για τον Χριστό αρκετούς που ανθίσταντο στον Παύλο. Ίσως ο Σωσθένης, ο αρχηγός της Συναγωγής κατά την παραμονή του Παύλου, να ήταν ένας εξ αυτών. Εάν είναι έτσι, μπορούμε ν” αντιληφθούμε καλλίτερα το γιατί ο απόστολος παρακινήθηκε να βάλη δίπλα στο δικό του τ” όνομα, στην αρχή της Επιστολής, και το όνομα του Σωσθένη.
Η ύπαρξη μιας μερίδας που έφερε το όνομα του Κηφά, δεν υπονοεί αναγκαστικά μια επίσκεψη του Πέτρου στην Κόρινθο. Ίσως εδώ να είχαν φθάσει μαθητές αυτού του αποστόλου. Μπορεί και Ιουδαίοι Χριστιανοί από την Κόρινθο να είχαν συναντήσει τον Πέτρο στην Ιερουσαλήμ, και στην επιστροφή τους στην Αχαϊα, ίσως να είχαν αναφέρει ότι αυτός ο απόστολος διέφερε από τον Παύλο, στο ότι συνέχιζε να τηρεί προσωπικά τον νόμο, παρόλο που δεν επιθυμούσε να τον επιβάλλει στους εξ Εθνών μεταστραφέντας.
«Εγώ δε Χριστού»: Υπήρχε μια τέταρτη ομάδα στην Εκκλησία της Κορίνθου, που θα πρέπει να ισχυριζόταν ότι προήλθε κατ” ευθείαν απ” τον Χριστό, και μόνο απ” τον Χριστό, χωρίς να χρειασθεί να μεσολαβήσει κανένας άνθρωπος. Περισσότερες πληροφορίες δεν έχουμε γι” αυτή την ομάδα.
Μερικοί σχολιαστές, υπερτονίζοντας τούτη την διαίρεση, θεωρούν ότι αυτές οι 4 ομάδες δεν είχαν πλέον κοινή συνάθροιση, και ότι η Εκκλησία είχε ήδη διαιρεθεί στα 4. Αλλά το εδάφιο ΙΔ23, όπου ο Παύλος μιλά για την συνάθροιση μαζί όλης Εκκλησίας, σε ένα και το αυτό μέρος, δεν συμφωνεί μ” αυτή την άποψη. Και ο όρος επίσης «έριδες» είναι πολύ ήπιος, για να μας αφήσει να καταλάβουμε για οριστικό χωρισμό. Η εξωτερική ενότητα της Εκκλησίας μάλλον δεν θα είχε ακόμα διαλυθεί, αλλά η ηθική της ενότητα θα πρέπει να πλησίαζε σ” ένα τέλος.
Στ” ακόλουθα εδάφια, ο απόστολος καταδικάζει συνοπτικά την κατάσταση που μόλις έχει περιγράψει, και υποστηρίζει για τον εαυτόν του ότι, κατά κανένα τρόπο ο ίδιος δεν έχει δώσει αφορμή γι” αυτό.

Εδάφιο 13
«Μεμέρισται ο Χριστός; Μη ο Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; Ή εις το όνομα του Παύλου εβαπτίσθητε;»
«Μήπως έχει μοιρασθή ο Χριστός; Μήπως ο Παύλος εσταυρώθηκε για σας; Ή μήπως εβαπτισθήκατε εις το όνομα του Παύλου;»

Ο όρος «Χριστός» δηλώνει τον Μεσσία στην αφηρημένη του έννοια, δηλαδή το Μεσσιανικό λειτούργημα μάλλον, παρά το πρόσωπο που το υπηρέτησε. Εκείνο που εννοεί ο Παύλος είναι: «Είναι το λειτούργημα του Χριστού, του Σωτήρα και Θεμελιωτή της Βασιλείας του Θεού, διηρημένο μεταξύ αυτών των διαφόρων ατόμων, ούτως ώστε ο ένας να κατέχει ένα κομμάτι απ” αυτό, και ο άλλος κάποιο άλλο;»
Η δεύτερη ερώτηση αναφέρεται στο λειτούργημα του Σωτήρα, η τρίτη σε κείνο του Κυρίου, που εκπηγάζει απ” αυτό. Ο σταυρός έχει κάνει τον Χριστό την κεφαλή του σώματος. Δια του βαπτίσματος, ο κάθε πιστός γίνεται μέλος αυτού του σώματος.
Το «να βαπτισθώ εις το όνομα του» σημαίνει: Να βυθισθώ στο νερό, δεσμευόμενος από τούδε ν” ανήκω σ” Αυτόν, στου οποίου το όνομα αυτή η εξωτερική τελετή τελείται. Μέσα στην λέξη «όνομα» συνοψίζονται όλα όσα έχουν αποκαλυφθεί αναφορικά μ” αυτόν που το φέρει, επομένως και όλοι οι τίτλοι της νόμιμης εξουσίας του. Άρα με το βάπτισμα γίνεται μια κατοχή του βαπτιζομένου, εκ μέρους του προσώπου του οποίου το όνομα επικαλείται επάνω του. Ποτέ ο Παύλος δεν φαντάσθηκε, ούτε για μια στιγμή, να σφετερισθεί για τον εαυτόν του μια τέτοια θέση, σε σχέση μ” εκείνους που μετεστρέφοντο με το κήρυγμα του. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να σημαίνει το «εγώ είμαι του Παύλου». Και όχι μόνο δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα, αλλά και ο απόστολος γνωρίζει ότι δεν έχει κάνει τίποτα, που θα μπορούσε να έχει δώσει αφορμή για μια τέτοια υπόθεση.

Εδάφια 14-16
«Ευχαριστώ τω Θεώ ότι ουδένα υμών εβάπτισα ει μη Κρίσπον και Γάϊον, ίνα μη τις είπη ότι εις το εμόν όνομα εβάπτισα. Εβάπτισα δε και τον Στεφανά οίκον. Λοιπόν ουκ οίδα ει τινα άλλον εβάπτισα.»
«Ευχαριστώ τον Θεόν που δεν εβάπτισα κανένα από σας παρά τον Κρίσπον και τον Γάϊον, δια να μη μπορή να πη κανείς ότι εβαπτισήκατε εις το δικό μου όνομα. Εβάπτισα επίσης και την οικογένειαν του Στεφανά. Εκτός απ” αυτούς δεν γνωρίζω εάν εβάπτισα κανένα άλλον.»

Η ευχαριστία του Παύλου αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε υπολογισμός εκ μέρους του, όταν, σαν κανόνα, απέφευγε να βαπτίζει. Το αληθινό κίνητρο για τον τρόπο που ενεργούσε θα το αναφέρει στο εδάφιο 17.
«Ίνα μη τις είπη ότι εις το εμόν όνομα εβάπτισα». Το «ίνα» αναφέρεται στην πρόθεση του Θεού, ο οποίος είχε έτσι κανονίσει την σειρά των πραγμάτων.
«Λοιπόν ουκ οίδα ει τινα άλλον εβάπτισα.» Εκείνοι που κάνουν την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος να πηγαίνει κατ” ευθείαν στην πένα του ιερού συγγραφέα, χωρίς να την κάνουν να περνά από την καρδιά του και τον νου του, θα πρέπει να το ξανασκεφθούν διαβάζοντας αυτά τα λόγια.

Εδάφιο 17
«Ου γαρ απέστειλε με Χριστός βαπτίζειν, αλλ” ευαγγελίσασθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού.»
«Ο Χριστός δεν με έστειλε να βαπτίζω, αλλά να κηρύττω το ευαγγέλιον, όχι με σοφίαν ρητορικήν, δια να μη χάση την δύναμιν του ο σταυρικός θάνατος του Χριστού».

Η λογική σύνδεση μεταξύ των εδαφίων 16 και 17 είναι αυτή: «Εάν εβάπτισα, ήταν μόνο κατ” εξαίρεση. Διότι το βάπτισμα δεν είναι το αντικείμενο της αποστολής μου.»
Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ της πράξης του βαπτίσματος, και εκείνης του κηρύγματος του Ευαγγελίου, είναι ότι αυτή η τελευταία είναι ένα καθ” ολοκληρίαν πνευματικό έργο, που ανήκει στην υψηλότερη περιοχή όπου παράγεται η πίστη, και δίνει νέα γέννηση στις ψυχές. Το βάπτισμα ανήκει στην κατώτερη περιοχή της γήινης οργάνωσης της Εκκλησίας. Το να κηρύττεις το Ευαγγέλιο, είναι το να ρίχνεις το δίχτυ. Είναι ένα αποστολικό έργο. Το να βαπτίζεις, είναι το να μαζεύεις αυτά που έχουν πιασθεί, και να τα βάζεις στα δοχεία. Ο κήρυκας κερδίζει ψυχές από τον κόσμο. Αυτός που βαπτίζει, βάζοντας τα χέρια του επάνω τους, ενεργεί σαν απλός βοηθός του προηγουμένου, ο οποίος είναι και η αληθινή κεφαλή της αποστολής. Έτσι, ο Ίδιος ο Κύριος άφηνε το βάπτισμα στους αποστόλους (Ιωάννης Δ1,2). Ο Πέτρος ενεργούσε κατά τον ίδιο τρόπο με τους βοηθούς του (Πράξεις Ι48). Ο Παύλος βέβαια δεν εννοεί ότι του ήταν απαγορευμένο να βαπτίζει, αλλά ότι δεν ήταν αυτή η κύρια αποστολή που του είχε ανατεθεί.
«Ου γαρ απέστειλε με Χριστός βαπτίζειν, αλλ” ευαγγελίσασθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού.»
Θα μπορούσε να υπάρξει ένας πιο έξυπνος τρόπος να οικειοποιηθεί ψυχές για τον εαυτόν του, από εκείνον του να τους βαπτίζει στο όνομα του. Αυτός ο τρόπος είναι το να τους κηρύττει κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να ελκύει τον θαυμασμό τους στο πρόσωπο του, και όχι σ” αυτόν τον οποίον τους κηρύττει: Τον Χριστό και τον σταυρό Του. Ο όρος ειδικά «ευαγγελίσασθαι», που χρησιμοποιεί εδώ ο Παύλος, δείχνει ότι κατά κανέναν τρόπο δεν ακολουθείται τούτος ο τρόπος ενεργείας. Ο Παύλος εννοεί, «Παρέμεινα πιστός στην αποστολή μου, όχι μόνο κηρύττοντας το Ευαγγέλιο χωρίς να βαπτίζω, αλλά επίσης να ευαγγελίζομαι στην αυστηρή έννοια της λέξης, δηλαδή, να παραδίδω το μήνυμα μου, χωρίς να προσθέτω σ” αυτό τίποτα δικό μου».
Ο όρος «ευαγγελίσασθαι» σημαίνει, «αναγγέλω τα καλά νέα». Άρα δηλώνει τον απλούστερο τρόπο κηρύγματος. Είναι η απλή διακήρυξη του γεγονότος, εξαιρουμένης κάθε προσπάθειας για αιτιολόγηση, εξαιρουμένων και των ρητορικών ενισχύσεων. Είναι αυτό που δηλώνεται με την φράση, «ουκ εν σοφία λόγου».
Ο Παύλος, λοιπόν, δεν έχει μόνον συνεχίσει σταθερά στο λειτούργημα του σαν ευαγγελιστής. Έχει παραμείνει ταυτόχρονα πιστός στο πνεύμα του λειτουργήματος του. Άρα δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα, που θα μπορούσε να οδηγήσει στον σχηματισμό μιάς Παυλικής ομάδας στην Κόρινθο.
Το δεύτερο μέρος του εδαφίου περιέχει το θέμα της όλης ανάπτυξης που τώρα ακολουθεί. Ο σχηματισμός ομάδων στην Κόρινθο προφανώς οφειλόταν σε μια εσφαλμένη αντίληψη του Ευαγγελίου, που το μετέτρεπε σε σοφία, σε γνώση, μιας σχολής, σαν τις άλλες φιλοσοφικές σχολές που υπήρχαν. Ο Παύλος επανορθώνει την αληθινή ιδέα του Χριστιανισμού: Αυτή η θρησκεία είναι πάνω απ” όλα ένα γεγονός, και το κήρυγμα της, η απλή μαρτυρία που δίνεται για το γεγονός, είναι η αναγγελία των ευλογημένων νέων της σωτηρίας («ευαγγελίσασθαι»). Έτσι φαίνεται καθαρά πως το δεύτερο μέρος του εδαφίου συνδέεται λογικά με το πρώτο, η «σοφία λόγου» που εξαιρείται από την έννοια ακριβώς του όρου «ευαγγελίζομαι».
«Σοφία λόγου». Το «σοφία» εδώ δηλώνει ένα σύστημα που έχει συλληφθεί καλά στον νου, μια θρησκευτική φιλοσοφία, στην οποία η νέα θρησκεία εκτίθεται σαν αυτή που προμηθεύει μια ικανοποιητική εξήγηση περί του Θεού, του ανθρώπου, και του σύμπαντος.
Το «λόγου» αναφέρεται στην μορφή, και δηλώνει την λογική ανάπτυξη ενός τέτοιου συστήματος.
Εκείνοι τους οποίους εδώ ο Παύλος έχει υπ” όψιν είναι δάσκαλοι οι οποίοι, κάτω από το όνομα «εκείνων του Χριστού», διέδιδαν παράξενες θεωρείες στην Κόρινθο αναφορικά με το πρόσωπο του Χριστού, και τους οποίους ο Παύλος κατηγορά, Β” Κορινθίους ΙΑ2-4, ότι «φθείρουν σκέψεις από την απλότητα την εις τον Χριστό», και τους εξαπατούν, «όπως το φίδι εξαπάτησε την Εύα».
Η συστηματική και πλούσια, από απόψεως λόγου, έκθεση του γεγονότος του σταυρού θα είχε σαν αποτέλεσμα, σύμφωνα με την φράση του Παύλου, να το «κενώση», δηλαδή, να το αδειάσει. Ο όρος «κενούν» δηλώνει μια πράξη που παραποιεί το ίδιο το αντικείμενο, και του στερεί την ουσία και την αξία του. Η σωτηρία δια του σταυρού είναι μια Θεία πράξη, την οποία η συνείδηση θα πρέπει να οικειοποιηθεί σαν τέτοια. Εάν κάποιος αρχίσει παρουσιάζοντας την στην αντίληψη των άλλων, με τη μορφή μιάς σειράς καλοσυνδεδεμένων ιδεών, σαν το αποτέλεσμα μιας θεωρίας που περιστρέφεται γύρω από τον άνθρωπο και τον Θεό, μπορεί να συμβεί ο νους να τραφεί απ” αυτή, αλλά θα τραφεί όπως τρέφεται από ένα σύστημα σοφίας, και όχι κατά έναν τρόπο σωτηριακό. Είναι σαν να υποκαθιστούσαμε στην πράξη, την ίδια την βαρύτητα με την θεωρία της βαρύτητας. Το γεγονός σ” αυτή την περίπτωση εξατμίζεται σε ιδέες, και δεν ενεργεί πλέον στην συνείδηση με την γεμάτη δύναμη πραγματικότητα του, που οδηγεί σε μεταστροφή. Η συνέχεια στο κείμενο της Επιστολής είναι ακριβώς η ανάπτυξη αυτής της σκέψης.
Β. Η Φύση του Ευαγγελίου (Α18-Γ4)
Το Ευαγγέλιο στην ουσία του δεν είναι μια «σοφία», ένα φιλοσοφικό σύστημα. Είναι μια σωτηρία. Είναι αυτή η θέση, η οποία αναφέρθηκε συνοπτικά στο δεύτερο μέρος του εδαφίου 17, που ο απόστολος προχωρά ν” αναπτύξει στο ακόλουθο χωρίο.
Αναμφίβολλα, το Ευαγγέλιο δεν είναι στην ουσία του σοφία. Αλλά παρ” όλα αυτά, περιέχει μια σοφία που αποκαλύπτεται στον πιστό αναλογικά καθώς η νέα ζωή αναπτύσσεται μέσα του, και η οποία είναι, πράγματι, η μόνη αληθινή σοφία.
Το Ευαγγέλιο δεν είναι μια σοφία (Α18-Β5). Τέτοια, ομιλόντας κατά γράμμα, είναι η αλήθεια που ο Παύλος καλείται να εκθέσει στους Κορινθίους. Και τους την εκθέτει:
1. Δια του πέραν της λογικής χαρακτήρα του κεντρικού γεγονότος του Ευαγγελίου, που είναι ο σταυρός του Χριστού: Εδάφια 18-25.
2. Δια του τρόπου που κερδίζονται ψυχές σ” αυτό, και την σύνθεση της Εκκλησίας του: εδάφια 26-31.
3. Από την συμπεριφορά που ακολουθεί ανάμεσα τους ο κήρυκας του Ευαγγελίου: (Β1-15).
Εδάφια 18-25

Εδάφιο 18
«Ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί, τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι».
«Το κήρυγμα περί του σταυρού σ” εκείνους που χάνονται είναι μωρία, αλλά σε μας που σωζόμεθα είναι δύναμις Θεού».

Το «γαρ» αναγγέλει την απόδειξη του ισχυρισμού (εδάφιο 17): Ότι το να κηρύξεις το Ευαγγέλιο σαν ένα λόγο σοφίας, θα ήταν ακριβώς το να καταστρέψεις την ουσία του.
Στο «μωρία» βλέπουμε να βάζει σαν αντίθετο το «δύναμις» και όχι το «σοφία», όπως θα ταίριαζε. Τούτο συμβαίνει διότι ο όρος «σοφία», εάν τον χρησιμοποιούσε εδώ, θα εξέφραζε πάρα πολύ πολλά, ή πάρα πολύ λίγα. Πάρα πολύ πολλά για εκείνους που απορίπτουν το Ευαγγέλιο, και στων οποίων τα μάτια αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από ανοησία. Πάρα πολύ λίγα για κείνους που είναι διατεθειμένοι να το δεχθούν, και οι οποίοι χρειάζονται να βρουν σ” αυτό κάτι καλλίτερο από μια σοφία, που να τους φωτίζει. Καθώς η αμαρτία είναι ένα γεγονός, η σωτηρία πρέπει να αρπαχθεί, από όλους που αναφέρονται πιό πάνω, σαν ένα γεγονός, όχι σαν ένα σύστημα. Είναι μια πράξη που την έχει εργασθεί το χέρι του Θεού, και που αποκαλύπτεται με δύναμη στη συνείδηση και στην καρδιά του αμαρτωλού. Αυτή μόνη μπορεί να διασώσει από την καταστροφή έναν κόσμο που χάνεται κάτω από την κατάρα, και στην φθορά της αμαρτίας.
«Τοις απολλυμένοις», «τοις σωζομένοις». Οι μετοχές είναι στον ενεστώτα, σαν δύο πράξεις που προχωρούν σε εξέλιξη, ακριβώς κατά την στιγμή που ο Παύλος τις αναφέρει. Πράγματι, η απώλεια ή η σωτηρία προχωράνε προοδευτικά προς την ολοκλήρωση τους στον άνθρωπο, ταυτόχρονα με την γνώση που αυτός λαμβάνει του Ευαγγελίου.
Αυτός ο τρόπος μεταχειρίσεως της ανθρωπίνης σοφίας από τον Θεό στο Ευαγγέλιο, είναι η εκπλήρωση απειλών που ήδη έχουν αναγγελθεί ενάντια της στις προφητικές γραφές:

Εδάφιο 19
«Γέγραπται γαρ, «απολώ την σοφίαν των σοφών, και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω.»
«Διότι είναι γραμμένον: Θα εξαφανίσω την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών θα εκμηδενίσω».

Ο Ησαϊας, ΚΘ14, είχε δηλώσει κατά τον χρόνο όταν ο Σενναχειρήμ απειλούσε τον Ιούδα, ότι η απελευθέρωση που χορηγήθηκε από τον Ιεχοβά στον λαό Του, θα ήταν δικό Του έργο, όχι έργο εκείνων των ικανών πολιτικών που κατηύθηναν τις υποθέσεις του βασιλείου. Δεν ήταν αυτοί, αντιθέτως, οι οποίοι, συμβουλεύοντας συμμαχία με την Αίγυπτο, είχαν προκαλέσει την Ασσυριακή επέμβαση, και έτσι έστρωσαν τον δρόμο για την καταστροφή του Ιούδα; Είναι πάνω στην ίδια αρχή, λέγει ο απόστολος, που ο Θεός τώρα προβαίνει για να σώσει τον κόσμο. Τον αρπάζει από την απώλεια με μια πράξη της δικής Του αγάπης, χωρίς να συνδέσει στο ελάχιστο, στο έργο σωτηρίας του, την ανθρώπινη σοφία, την οποίαν, αντιθέτως, την πετά πέρα σαν ανόητη.
Τα ρήματα «απολώ», «αθετήσω», εκφράζουν μια γενική αρχή της Θείας διακυβέρνησης, που έχει εφαρμογή σε κάθε ειδική περίπτωση, και η οποία βρίσκει την πλήρη της εφαρμογή στην σωτηρία δια του σταυρού.
«Αθετώ»: Την βάζω κατά μέρος σαν άχρηστη, σαν κάτι που δεν αξίζει. Ο Θεός, στο σχέδιο Του, όχι μόνον δεν έχει ζητήσει συμβουλή από την ανθρώπινη σοφία, όχι μόνον αφήνει σκόπιμα έξω την βοήθεια της στην εκτέλεση αυτού του σχεδίου , αλλά και επί πλέον μεταχειρίζεται τις απαιτήσεις της σαν μια κατ” ευθείαν αντίθεση.
Το ακόλουθο εδάφιο δείχνει καθαρά αυτή την μεταχείριση στην οποία αυτή υπόκειται μέσα στο Ευαγγέλιο.

Εδάφιο 20
«Που σοφός; Που γραμματεύς; Που συζητητής του αιώνος τούτου; Ουχί εμώρανε ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;»
«Που είναι ο σοφός; Που ο γραμματεύς; Που ο συζητητής του κόσμου τούτου; Δεν εμώρανε ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;»

Τούτο το εδάφιο μοιάζει σαν αντιγραφή των εδαφίων Ησαϊα ΙΘ12, ΛΓ18. Εμπρός στο Θείο Πνεύμα ο εχθρός έχει εξαφανισθεί από την σκηνή. Αναζητείται εις μάτην.
«Σοφός»: Εδώ σαν τέτοιοι εννοούνται οι Έλληνες φιλόσοφοι.
«Γραμματεύς»: Είναι οι Ιουδαίοι γραμματείς, οι ειδικοί στις Γραφές.
«Συζητητής»: Αυτοί, γενικά, που τους αρέσει να διαφωνούν, αυτοί που ζητούν να βρουν την αλήθεια μέσα από τον δρόμο της διανοουμενίστικης συζήτησης, είτε μέσω της Ελληνικής διαλεκτικής, είτε μέσω της Γραφικής πολυμάθειας.
Η λέξη «αιών», που προέρχεται είτε από το «άω», που σημαίνει «αναπνέω», ή από το «αεί”, δηλώνει μια περίοδο. Οι Ιουδαίοι διαιρούσαν την ιστορία στην περίοδο που προηγείται του Μεσσία – αυτό ήταν που ονόμαζαν «ο αιών ούτος» – και στην περίοδο του Μεσσιανικού βασιλείου, που την ονόμαζαν «ο μέλλων αιών». Από Χριστιανικής όμως άποψης, αυτές οι δύο περίοδοι δεν είναι διαδοχικές. Είναι κατά μέρος ταυτόχρονες, διότι ο «παρών αιώνας» («του αιώνος τούτου») ακόμα διαρκεί, και μετά την εμφάνιση του Μεσσία, ο ερχομός του Οποίου άρχισε να μετασχηματίζει την παρούσα κατάσταση πραγμάτων αργά και προοδευτικά. Εξ αυτού έπεται ότι για τους πιστούς οι δύο περίοδοι αλληλοκαλύπτονται, η μία πάνω στην άλλη έως το τέλος, όταν σε συνέπεια του δεύτερου και ένδοξου ερχομού του Μεσσία, η παλιά θα δώσει ολοκληρωτικά την θέση της στην νέα.
Η τέταρτη ερώτηση τώρα του εδαφίου, εξηγεί τις τρεις πρώτες. Πως οι σοφοί του κόσμου έχουν έτσι εξαφανισθεί; Με τον τρόπο σωτηρίας που ο Θεός έχει δώσει να κηρυχθεί, και ο οποίος έχει σαν αποτέλεσμα να φέρει την ανθρώπινη σοφία σε εκμηδένιση.
Το «εμώρανεν» συνήθως παίρνεται σε μια δηλωτική έννοια: «Παραμερίζοντας την κοσμική σοφία στην πλέον σπουδαία υπόθεση της ανθρώπινης ζωής, ο Θεός την δήλωσε στην πράξη σαν ανόητη». Αλλά αυτό το ρήμα έχει μια πιό ενεργητική έννοια, (ιδέ Ρωμαίους Α 22). Θα απαιτείτο, λοιπόν, να εξηγηθεί τουλάχιστον έτσι: «Την έχει μεταχειριστεί σαν ανόητη, μη λαμβάνοντας υπ” όψιν τις απαιτήσεις της». Και πιό συγκεκριμένα: «Έχει γελοιοποιήσει την σοφία. Παρουσιάζοντας σ” αυτήν μια σωτηρία ολοκληρωτικά εξω από την λογική, την έχει θέσει στην κατάσταση του να επαναστατήσει ενάντια στα μέσα που Αυτός έχει εκλέξει, και δηλώνοντας τα παράλογα, έχει γίνει η ίδια ανόητη».
«Του κόσμου»: Είναι η σοφία που προέρχεται από την ανθρωπότητα, που βρίσκεται μακρυά από τον Θεό.
Αλλά εδώ κάποιος μπορεί να ερωτήσει: Γιατί ο Θεός διαλέγει να μεταχειριστεί την ανθρώπινη σοφία τόσο βάναυσα; Επιθυμούσε άραγε να σβύσει την δάδα της λογικής που ο Ίδιος είχε ανάψει; Το εδάφιο 21 απαντά σ” αυτή την ερώτηση. Εξηγεί την αιτία της κρίσης με την οποία ο Θεός επισκέπτεται την ανθρώπινη λογική, εξηγεί το γιατί όρισε την φύση του Ευαγγελίου να είναι πέραν της λογικής. Και αυτή η αιτία είναι το ότι, στην περίοδο την πριν τον ερχομό του Χριστού, η ανθρώπινη λογική δεν είχε σταθεί πιστή στην αποστολή της.

Εδάφιο 21
«Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας».
«Διότι αφού, κατά την σοφίαν του Θεού, ο κόσμος δεν εγνώρισε με την σοφίαν του τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος να σώση εκείνους που πιστεύουν.»

Με το «γαρ» εισάγεται το γιατί ο Θεός θεώρησε καλό να κρατήσει τόσο αυστηρή στάση με την σοφία του κόσμου.
«Επειδή». Το «δη» προστίθεται στο «επεί» για να δείξη ότι ο Παύλος μιλά για ένα ολοφάνερο γεγονός, καταληπτό στον καθέναν. Αυτό το γεγονός είναι οι εκτροπές στις οποίες παρεδόθηκε η ανθρώπινη λογική κατά τους χρόνους της ειδωλολατρείας, κατά την διάρκεια εκείνων των αιώνων τους οποίους ο απόστολος ονομάζει, Πράξεις ΙΖ30, «καιρούς αγνοίας».
Η πρώτη πρόταση περιγράφει την αμαρτία της λογικής, και η δεύτερη, η βασική, την τιμωρία της.
Η φράση, «εν τη σοφία του Θεού», δεν είναι συνώνυμος με εκείνη που ακολουθεί, «δια της σοφίας». Η απουσία του συμπληρώματος «του Θεού», στην δεύτερη, δείχνει από μόνο του ότι η ιδέα της σοφίας λαμβάνεται στην δεύτερη περίπτωση πιο γενικά και αόριστα. Το υπό συζήτηση θέμα εδώ δεν είναι μια αποκάλυψη της Θείας σοφίας, αλλά ο τρόπος ενεργείας που ακολουθείται από την ανθρώπινη λογική, αυτό που θα ονομάζαμε «άσκηση του νου», «τρόπο συλλογισμού». Γι” αυτό τον λόγο, επίσης, σ” αυτή τη δεύτερη έκφραση ο απόστολος χρησιμοποιεί το «διά», ενώ στην προηγούμενη, όπου μιλά για την σοφία του Θεού, χρησιμοποιεί το «εν», το οποίο δείχνει μια περιοχή στην οποία έχει αποκαλυφθεί η Θεία σοφία.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιό είναι το θέατρο, για το οποίο θέλει να μιλήσει ο Παύλος, στο οποίο ο Θεός έχει επιδείξει την σοφία Του στα μάτια του ανθρώπου, πριν τον ερχομό του Χριστού. Στο Ρωμαίους Α20, ο απόστολος μιλά για τα έργα του Θεού «στα οποία είναι ορατές στο μάτι, από την δημιουργία του κόσμου, οι αόρατες τελειότητες Του, η αιώνια δύναμη Του και θειότης». Στην ομιλία του στα Λύστρα (Πράξεις ΙΔ17), δηλώνει ότι ο Θεός «δεν έχει αφήσει τον εαυτόν Του αμαρτύρητον εμπρός στα μάτια των ανθρώπων, στέλνοντας βροχές από τον ουρανό και καιρούς καρποφόρους, και γεμίζοντας τις καρδιές των ανθρώπων με αφθονία και χαρά». Στο μέσον του Αρείου Πάγου, (Πράξεις ΙΖ27), δηλώνει ότι ο σκοπός που ο Θεός είχε υπ” όψιν διανέμοντας τους ανθρώπους πάνω στο πρόσωπο της γης, ήταν να τους κάνει «να ζητήσουν τον Κύριο ίσως και τον ψηλαφήσουν, και τον εύρουν». Το σύμπαν είναι, πράγματι, ένα λαμπρό δείγμα της Θείας σοφίας. Στον απέραντο οργανισμό της φύσης, η κάθε λεπτομέρεια σχετίζεται με το όλο, και το όλο με την κάθε λεπτομέρεια. Εκεί βρίσκουμε ένα ευδιάκριτο, αν και μη δυνάμενο να μετρηθεί, σύστημα κρυμμένων αιτιών και αισθητών αποτελεσμάτων, αποτελεσματικών μέσων και ευεργετικών σκοπών, νόμων που είναι άκαμπτοι αλλά και ελαστικοί, και ακόμα δυνάμενοι να τροποποιηθούν, ένα σύστημα που γεμίζει τον παρατηρητή με θαυμασμό, και αποκαλύπτει στην αντίληψη του την νοήμονα σκέψη η οποία το έχει δημιουργήσει. Ο άνθρωπος, λοιπόν, δεν έχει παρά να κάνει εφαρμογή σ” ένα τέτοιο έργο την λογική σειρά, τις βασικές αρχές της αιτιότητας και του σκοπού, με τις οποίες είναι εφοδιασμένος ο νους του, για να υψωθεί στην θέα του σοφού, αγαθού, και παντοδύναμου Δημιουργού, από τον οποίον προέρχεται το σύμπαν. Υπάρχει στο έργο μια αποκάλυψη του Δημιουργού του, μια αποκάλυψη που συνιστά αυτό που ο απόστολος ονομάζει, Ρωμαίους Α19, «το γνωστόν του Θεού», «εκείνο που φυσιολογικά είναι δυνατόν να γνωσθεί από το Θείο πρόσωπο».
Το να καλωσορίσει τις ακτίνες αυτής της αποκάλυψης, και με την βοήθεια τους να επανασυνθέσει την εικόνα Αυτού απ” τον Οποίον προέρχονται, τέτοια ήταν η υπέροχη αποστολή της λογικής, με την οποία ο Θεός έχει προικίσει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος θα έπρεπε να είχε φθάσει, με την φυσιολογική χρήση του δώρου που του έδωσε ο Θεός, («δια της σοφίας»), να γνωρίσει τον Θεό μέσα στην σοφία Του. Αλλά όπως ο Παύλος εκθέτει, Ρωμαίους Α21, η ανθρώπινη λογική δεν φάνηκε πιστή σ” αυτή την αποστολή της. Η καρδιά του ανθρώπου ούτε δόξασε τον Θεό σαν Θεό, ούτε Τον ευχαρίστησε. Και ο ανθρώπινος νους, καθώς εμποδίσθηκε μ” αυτόν τον τρόπο στην λειτουργία του, αντί να υψωθεί στην γνώση του Δημιουργού παρατηρόντας το έργο Του, θεοποίησε το ίδιο το έργο. Τελείως ανίκανος να παρατηρήσει τα ίχνη του Θείου στο σύμπαν, και ακόμα, μη θέλοντας να υψώσει τον Θεό με ειλικρίνεια σαν Θεό, κατέφυγε σε μια διαστρέβλωση. Εγέννησε την ειδωλολατρεία και τις χίμαιρες της. Υπήρξαν, βέβαια, μερικοί σοφοί που συνέλαβαν την ιδέα ενός Θεού μοναδικού και καλού, αλλά δεν κατάφεραν να μεταφέρουν αυτή την αμυδρή και αφηρημένη έννοια πιο πέρα από τις σχολές τους. Οι λαϊκές θεότητες συνέχιζαν να στέκονται, εξουσιάζοντας και διαστρεβλώνοντας την ανθρώπινη συνείδηση. Στον Ισραήλ μόνον έλαμψε η γνώση ενός Θεού, μοναδικού, ζωντανού, και άγιου. Εδώ όμως αυτό το φως οφειλόταν σε μια ειδική αποκάλυψη. Θα πρέπει, λοιπόν, να μην συμπεριλάβουμε την Ιουδαϊκή αποκάλυψη στην έννοια της έκφρασης, «εν τη σοφία του Θεού».
Το «ευδόκησεν» δείχνει μια πράξη, όχι αυθαιρεσίας, αλλά ελεύθερης θέλησης: «Έκρινε καλό», προφανώς διότι ήταν στην πραγματικότητα καλό. Η λογική είχε χρησιμοποιήσει το φως της τόσο λάθος, ώστε υπήρξε ανάγκη για τον Θεό να προσφύγει κάπου αλλού, σε μια τελείως διαφορετική ικανότητα του ανθρώπου.
Ο Θεός, λοιπόν, παρουσιάζει τον εαυτόν Του στον άνθρωπο μέσα από ένα μέσον σωτηρίας που δεν έχει πλέον, σαν την Δημιουργία, τον χαρακτήρα της σοφίας, και το οποίον δεν μπορεί πλέον να γίνει καταληπτό από τον νου, αντιθέτως, στον νου φαίνεται σαν μια ανοησία: Ένας σταυρωμένος!
«Δια της μωρίας του κηρύγματος». Ο Θεός παρουσιάζει την σωτηρία Του. Την προσφέρει τέτοια όπως Τον έχει ευχαριστήσει να την πραγματοποιήσει. Δεν υπάρχει τίποτα σ” αυτήν να τροποποιηθεί. Είναι να γίνει αποδεκτή, ή ν” απορριφθεί, έτσι όπως είναι.
Στο «δια της μωρίας του κηρύγματος», το «δια» αντιστοιχεί στο «εν τη σοφία του Θεού», στην αρχική, δηλαδή, αποκάλυψη του Θεού, που είχε τον χαρακτήρα της σοφίας. Ο άνθρωπος, μη έχοντας αναγνωρίσει τον Θεό σ” αυτή την μορφή, με την υγιή χρήση του νου του, ο Θεός του αποκαλύπτει τον εαυτόν Του με μια άλλη αποκάλυψη, που έχει τον τον χαρακτήρα της ανοησίας.
Η αιτία που ο Παύλος εδώ χρησιμοποιεί το «δια» σαν αντίστοιχο το «εν» («εν τη σοφία του Θεού») στην πρώτη πρόταση, εύκολα γίνεται αντιληπτή. Στην αποκάλυψη Του μέσα στην Δημιουργία, ο Θεός περιμένει για τον άνθρωπο. Αυτός θα έβλεπε εάν ο άνθρωπος, με την άσκηση του νου του, θα μπορούσε να Τον ανακαλύψει: «Να δει εάν θα μπορούσαν να τον ψηλαφήσουν, και να τον εύρουν…», Πράξεις ΙΖ27. Είναι αυτή η αναμενόμενη συμπεριφορά του ανθρώπου που εκφράζεται με το «εν». Μη έχοντας βρεθεί έτσι, ο Θεός τώρα παίρνει την πρωτοβουλία. Είναι Αυτός που ζητεί πλέον τον άνθρωπο με το κήρυγμα της σωτηρίας. Αυτός είναι ο λόγος που ο Παύλος, σ” αυτή την περίπτωση, χρησιμοποεί το «δια».
Ο όρος που στην δεύτερη πρόταση είναι ο πραγματικός αντίποδας της φράσης «δια της σοφίας» (στην πρώτη) βρίσκεται στο τέλος της πρότασης. Είναι η λέξη «τους πιστεύοντας». Η ικανότητα του ανθρώπου στην οποία ο Θεός προσφεύγει σ” αυτή την καινούργια αποκάλυψη Του δεν είναι πλέον η λογική, η οποία έχει τόσο άσχημα επιτελέσει το έργο της αναφορικά με την προηγουμένη Του αποκάλυψη. Είναι η πίστη. Σε μια προσφορά σαν αυτή που αποτελεί την ουσία αυτής της υψηλοτέρας αποκάλυψης, η απάντηση εκ μέρους του ανθρώπου να δοθεί, όχι πλέον με μια πράξη νοημοσύνης, αλλά με μια κίνηση εμπιστοσύνης. Ό,τι τώρα ο Θεός ζητά δεν είναι πλέον ο άνθρωπος να Τον ερευνήσει, αλλά να Του παραδώσει τον εαυτόν του με ένα συντετριμμένο πνεύμα, και μια καρδιά που πιστεύει.
Τέλος, στα ζευγάρια των αντιθέσεων, «εν τη σοφία του Θεού», και «δια της μωρίας του κηρύγματος», «δια της σοφίας» και «τους πιστεύοντας», ο απόστολος προσθέτει ένα τρίτο, είναι αυτό των δύο ρημάτων, «γνωρίζω» και «σώνω». Ο άνθρωπος θα έπρεπε αρχικά να έχει γνωρίσει τον Θεό, και μ” αυτή την γνώση να έχει ενωθεί μαζί Του. Ήταν γι” αυτόν τον σκοπό που ο Θεός απεκάλυψε τον εαυτόν Του στην αντίληψη του ανθρώπου κατά έναν κατανοητό τρόπο. Ο άνθρωπος μη έχοντας ενεργήσει έτσι, ο Θεός τώρα έρχεται να τον σώσει, και αυτό με μέσα τελείως εξω της λογικής. Ο άνθρωπος, πρώτα απ” όλα, θα πρέπει ν” αφήσει τον εαυτόν του ν” αρπαχθεί έξω από την απώλεια, και να συμφιλιωθεί με τον Θεό δι” ενός γεγονότος που περνά πέρα απ” την αντίληψη του. Μετά απ” αυτό θα είναι σε θέση να σκεφθεί για γνώση.
Εδώ θα φαινόταν να έπεται απ” αυτά τα λόγια του αποστόλου, ότι εάν η λογική είχε επιτελέσει τον στόχο της του να γνωρίσει τον Θεό, δεν θα ήταν αναγκαίο για τον Θεό να σώση τον άνθρωπο. Μια υγιής φιλοσοφία θα τον είχε υψώσει έως τον Θεό. Ο απόστολος δεν δίδει κάποια εξήγηση πάνω σ” αυτό. Αλλά η σκέψη του θα πρέπει να ήταν μάλλον αυτή: Εάν ο άνθρωπος είχε υψωθεί με την σοφία του στην αληθινή γνώση και λατρεία του Θεού, αυτή η σωστή χρήση της λογικής του θα είχε στεφανωθεί μ” έναν τρόπο σωτηρίας κατάλληλο στους νόμους αυτής της ικανότητας. Στην δεύτερη αποκάλυψη η Θεία σοφία θα είχε ακτινοβολήσει με μεγαλύτερη λαμπρότητα απ” ότι στην πρώτη. Έτσι ο χαρακτήρας, ο τόσο ενοχλητικός στην λογική, κάτω από τον οποίον η σωτηρία προσεφέρθη στον άνθρωπο, (το κήρυγμα του σταυρού), παρουσιάζεται σαν συνέπεια της κακής χρήσης που η λογική έκανε της ικανότητας της του να γνωρίσει. Εάν είχε αναπτυχθεί από μόνη της σαν ένα όργανο φωτός, ο τρόπος και η αποκάλυψη της σωτηρίας θα είχαν προσαρμοσθεί σ” αυτή της την κατάσταση. Πάντως, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πως θα ήταν η σωτηρία και το κήρυγμα της σ” αυτή την διαφορετική κατάσταση.
Το εδάφιο που μόλις εξηγήσαμε περιέχει σε δυό γραμμές μια ολόκληρη φιλοσοφία της ιστορίας, την κεντρική ιδέα ολοκλήρων τόμων. Από την άποψη του Ιουδαϊσμού, ο απόστολος διαιρεί την ιστορία σε δύο βασικές περιόδους, εκείνη του νόμου και εκείνη της χάρης. Παρόμοια, από την άποψη των Ελλήνων, διακρίνει επίσης δύο μεγάλες φάσεις, εκείνη της αποκάλυψης του Θεού με την σοφία, και εκείνη της αποκάλυψης Του στην μορφή της μωρίας. Στην πρώτη, ο Θεός άφησε τον εαυτόν Του ν” αναζητηθεί από τον άνθρωπο. Στην δεύτερη, αναζητά Αυτός ο Ίδιος τον άνθρωπο.
Τα εδάφια 22-25 αναφέρουν το ιστορικό γεγονός απ” όπου ξεκινά η κρίση που διατυπώθηκε στο εδάφιο 21: Η σωτηρία όλων, Εθνικών και Ιουδαίων, έχει πράγματι επιτελεσθεί δι” εκείνου που είναι μωρία στα μάτια των μεν, και σκανδαλίζει τους δε.

Εδάφια 22,23
«Επειδή και οι Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν».
«Οι Ιουδαίοι θέλουν θαύματα, οι δε Έλληνες ζητούν σοφίαν, εμείς όμως κηρύττωμεν Χριστόν σταυρωμένον, ο οποίος εις μεν του Ιουδαίους είναι σκάνδαλον, εις δε τους Έλληνας μωρία».

«Επειδή…»: «Διότι στην πραγματικότητα, καθώς η πείρα μπορεί να σας πείσει, ενώ οι άνθρωποι ζητούν σοφία και θαύματα, εμείς τους κηρύττομεν ένα Σωτήρα που είναι εντελώς το αντίθετο, αλλά παρ” όλα αυτά, σ” αυτούς που Τον δέχονται, είναι θαύμα και σοφία.»
Τι παράξενη οικονομία! Ο κόσμος παρουσιάζεται με τις διάφορες απαιτήσεις του: Θαύματα, σοφία! Ο σταυρός απαντά, και η προφανής έννοια της απάντησης είναι: Αδυναμία, μωρία! Αλλά στην πίστη η αληθινή της έννοια είναι: Δύναμη, σοφία! Έτσι στο Ευαγγέλιο, ο Θεός απορίπτει τις απαιτήσεις του κόσμου τόσο όσο είναι εσφαλμένες, αλλά αυτό για να τις ικανοποιήσει πλήρως τόσο όσο είναι νόμιμες.
Ο απόστολος διαιρεί τον αρχαίο κόσμο σε δύο κατηγορίες ανθρώπων: Εκείνους που ο Θεός έχει πάρει κάτω από την οδηγία Του, και τους έχει φωτίσει με μια ειδική αποκάλυψη, τους «Ιουδαίους». Τους άλλους τους οποίους «τους άφησε να περπατάνε στους δρόμους τους» (Πράξεις ΙΔ16), τους Εθνικούς, που προσδιορίζονται εδώ με το όνομα των πλέον διακεκριμένων αντιπροσώπων τους, τους «Έλληνες».
Το «και…και» δείχνει ότι κάθε μία απ” αυτές τις ομάδες έχει την απαίτηση της, αλλά ότι οι απαιτήσεις τους είναι διαφορετικές. Για τους Ιουδαίους οι απαιτήσεις είναι θαύματα, θέλουν το Θείο υλοποιημένο σε εξωτερικά σημεία, σε αισθητές αποκαλύψεις παντοδυναμίας.
Πολλοί κώδικες έχουν «σημεία» αντί «σημείον», και αυτό είναι το πιό σωστό. «Σημεία», και πάλι «σημεία». Ήταν η τάση των Ιουδαίων να ζητάνε «σημεία». Και είναι στην φύση αυτής της επιθυμίας να ζητά περισσότερα και περισσότερα, αναλογικά όσο ικανοποιείται. Την επομένη μετά τον πολλαπλασιασμό των άρτων, το πλήθος ερωτά τον Κύριο: «Τι σημείο λοιπόν κάμνεις συ, δια να ίδωμεν και πιστεύσωμεν εις σε;» (Ιωάννης ΣΤ30).
Το Ελληνικό ιδεώδες είναι εντελώς διαφορετικό. Είναι ένα αριστούργημα σοφίας. Το Θείον εκλογικευμένο σ” ένα σύστημα που δίνει πειστική εξήγηση για την φύση των θεών, την προέλευση, την πορεία, και τον σκοπό του σύμπαντος. Ο άνθρωπος που θα ικανοποιήσει την Ελληνική προσμονή δεν θα είναι ένας θαυματοποιός, ένας που κάνει το Θείο να εμφανισθεί ορατά στην ύλη, αλλά ένας Πυθαγόρας ή ένας Σωκράτης με διπλή δύναμη.
Ας σημειώσουμε, τέλος, με τι λεπτότητα ο απόστολος εκλέγει τα δύο ρήματα που χρησιμοποιεί να χαρακτηρίσει τις δύο τάσεις: Για τους Ιουδαίους, «αιτείν». Το θαύμα έρχεται από τον Θεό, οπότε λαμβάνεται. Για τους Έλληνες, «ζητείν». Το σύστημα είναι το αποτέλεσμα εργασίας, οπότε ανακαλύπτεται.
Είναι φανερό ότι σ” αυτή την περιγραφή του αρχαίου κόσμου, από θρησκευτικής άποψης, η εικόνα των Ιουδαίων τοποθετείται μόνον χάρη της αντίθεσης. Οι Έλληνες είναι, και παραμένουν, σύμφωνα με το κείμενο, η βασική εικόνα. Είναι πάντα η σοφία που αντιπαρατίθεται εδώ με το γεγονός της σωτηρίας.
Εδάφιο 23. Καθώς το εδάφιο 22 πηγαίνει πίσω στην πρώτη πρόταση του εδαφίου 21, «Ο κόσμος δια της σοφίας δεν εγνώρισε τον Θεό εν τη σοφία Του», έτσι το εδάφιο 23 (με το εδάφιο 24) πηγαίνει πίσω στην δεύτερη, «Εφάνη αρεστόν στον Θεό να σώση δια…» Και το «ημείς», το υποκείμενο αυτών των εδαφίων, τίθεται επίσης σε αντίθεση με το υποκείμενο του προηγουμένου εδαφίου (οι κήρυκες του σταυρωμένου Χριστού με τους μη πιστεύοντας Ιουδαίους και Έλληνες).
Αντί μιας σειράς πράξεων παντοδυναμίας, που μετασχηματίζει τον κόσμο, ή ένα τέλειο φως χυμένο στο σύμπαν των όντων, τι προσφέρει το αποστολικό κήρυγμα στον κόσμο; Έναν σταυρωμένο, ένα συμπυκνωμένο σύνολο αδυναμίας, παθημάτων, εξευτελισμού, και ακατανόητης μωρίας! Υπάρχει αρκετό σκάνδαλο εδώ, ικανό να φέρει σε τέλεια σύγχιση την Ιουδαϊκή προσμονή. Ένας λίθος, πραγματικά, πάνω στον οποίον αυτή συντρίφθηκε.
«Σκάνδαλον»: Είναι αυτό που συλλαμβάνει ξαφνικά το πόδι καθώς περπατά, και προκαλεί την πτώση.
Και οι Έλληνες; Ο όρος «Χριστός» φαίνεται, με πρώτη ματιά, να μην έχει εφαρμογή στην προσμονή αυτού του λαού. Αλλά όλη η ανθρωπότητα, καθώς είναι φανερό απ” την Ελληνική μυθολογία, ενεπνέετο από μια ουράνια παρουσία, όμοια μ” εκείνη που οι Ιουδαίοι εδήλωναν με το όνομα «Χριστός», από μια κοινωνία από τον ουρανό, ικανή να ενώσει τον άνθρωπο με τον Θεό. Έτσι κάποιος μπορεί να πει, όταν παραφράζει το εδάφιο 5 του προλόγου του Ιωάννη: «Ο Χριστός ήταν το φως, ο Χριστός ήταν η παρηγοριά των Εθνικών». Ο απόστολος μπορεί λοιπόν να μιλά και σε σχέση με τους Έλληνες για τον Χριστό.
Αλλά κι εδώ πάλι, τι αντίθεση μεταξύ της αποκάλυψης που επιθυμούσαν, και της πραγματικότητας! Η σωτηρία δια του Σταυρωμένου, είναι στον Έλληνα, αντί για την λύση όλων των αινιγμάτων, το πιο σκοτεινό των μυστηρίων.
Η μετοχή «εσταυρωμένον» είναι ένα χαρακτηριστικό, μια ιδιότητα, («σαν σταυρωμένον»).
Μπορεί να ερωτηθεί, αναμφίβολλα, σε σύνδεση μ” αυτό το εδάφιο, μήπως ο Ιησούς, με τα πολυάριθμα θαύματα Του, ικανοποίησε την Ιουδαϊκή απαίτηση; Η απάντηση είναι ότι οι πράξεις της θαυματουργικής Του δύναμης είχαν μηδενισθεί, να το πούμε έτσι, στα μάτια των Ιουδαίων, με την τελική καταστροφή που έφερε ο σταυρός, ο οποίος φάνηκε να έχει ικανοποιήσει πλήρως τους εναντίους Του, και να μην τους έχει αφήσει να δουν σ” Αυτόν τίποτα άλλο από έναν απατεώνα, ή έναν πράκτορα της διαβολικής δύναμης.
Εδώ όμως τώρα, όσον αφορά αυτό το κήρυγμα που τόσο βαθειά σκανδαλίζει τις φιλοδοξίες των ανθρώπων, Ιουδαίων και Εθνικών, τόσο όσο αυτές είναι εσφαλμένες, αποδεικνύεται – και η καθημερινή πείρα το δείχνει – ότι λαμβανόμενο με πίστη, περιέχει και για τους δύο, και για τον Ιουδαίο και για τον Εθνικό, την πλήρη ικανοποίηση των ιδίων εκείνων φιλοδοξιών, τόσο όσο αυτές είναι σωστές:

Εδάφιο 24
«Αυτοίς δε τοις κλητοίς, Ιουδαίοις τε και Έλλησι, Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν».
«Αλλά σ” εκείνους που είναι καλεσμένοι, Ιουδαίους και Έλληνας, ο Χριστός είναι Θεού δύναμις και Θεού σοφία».

«Αλλά σ” αυτούς, εκείνους τους ιδίους Ιουδαίους και Εθνικούς, άπαξ και επίστευσαν…» Εκείνοι οι Ιουδαίοι και Έλληνες, οι ίδιοι που είδαν στο κήρυγμα του σταυρού μόνο το αντίθετο αυτού που ζητούσαν, – αδυναμία, μωρία, με το που πιστεύουν, βρίσκουν σ” αυτό ό,τι ζητούσαν: Δύναμη και σοφία.
Ο όρος «κλητοί» εδώ αναφέρεται σε ανθρώπους που έχουν αποδεχθεί την κλήση, στους πιστούς. Ο απόστολος τονίζει εδώ την Θεία πράξη στην σωτηρία. Βλέπει το χέρι του Θεού ν” αρπάζει ορισμένα άτομα, σύροντας τα από ανάμεσα από εκείνες τις εθνικότητες, Ιουδαίους και Εθνικούς, δια της κλήσεως του κηρύγματος. Μετά, όταν έχουν πιστέψει, βλέπει τον Χριστό, καθώς κηρύττεται και γίνεται αποδεκτός, ν” αποκαλύπτει τον εαυτόν Του σ” αυτούς, σαν Εκείνος που περιέχει ακριβώς όλα αυτά που οι συμπατριώτες τους ζητούσαν να εύρουν, αλλά το αντίθετο των οποίων νομίζουν ότι βλέπουν σ” Αυτόν.
Το «Χριστόν» είναι το άμεσον αντικείμενο του «κηρύσσομεν» (εδ. 23), και τα δύο ουσιαστικά «δύναμιν» και «σοφίαν» δεν είναι ιδιότητες («σαν δύναμη», «σαν σοφία»), αλλά στοιχεία απλής παράθεσης, της ιδίας κατηγορίας όπως το «σκάνδαλον» και «μωρίαν».
Ο απόστολος σκόπιμα παραλείπει εδώ τον προσδιορισμό «εσταυρωμένον». Το κάνει διότι οι δύο όροι, «δύναμη Θεού», και «σοφία Θεού», εμπεριέχουν όχι μόνον τον Χριστό του σταυρού, αλλά επίσης τον δοξασμένο Χριστό.
Το συμπλήρωμα «του Θεού», αντιπαραθέτει στην δύναμη και σοφία του κόσμου, εκείνη την σοφία και δύναμη μιας ολοκληρωτικά διαφορετικής φύσης, την οποία ο κόσμος δεν την αναγνωρίζει. Η «δύναμη του Θεού» είναι η δύναμη από πάνω, που αποκαλύπτεται σε κείνα τα πνευματικά θαύματα τα οποία μετασχηματίζουν την καρδιά του πιστού, είναι η εξιλέωση που επανορθώνει τον Θεό στον άνθρωπο, είναι η ανανέωση της θέλησης που επανορθώνει τον άνθρωπο στον Θεό, και πάντα με την προοπτική της τελικής ανανέωσης, που είναι να στεφανώσει αυτά τα δύο θαύματα της συμφιλίωσης και του αγιασμού (εδ. 30).
Η «σοφία του Θεού» είναι το φως που λάμπει στο εσωτερικό μάτι του πιστού, όταν στο πρόσωπο του Χριστού βλέπει το Θείο σχέδιο το οποίον ενώνει σ” ένα ενιαίο έργο αγάπης, την δημιουργία, την ενανθρώπιση, την λύτρωση, την συγκέντρωση όλων κάτω από μία κεφαλή, τον τελικό δοξασμό του σύμπαντος. Ο πιστός βρίσκει έτσι τον εαυτόν του, να κατέχει μια σωτηρία που είναι ταυτόχρονα, το δυνατώτερο θαύμα με εξωτερική εμφάνιση αδυναμίας (αυτό για τους Ιουδαίους), και η υψίστη σοφία με εξωτερική εμφάνιση μωρίας (αυτό για τους Έλληνες).
Αλλά πως μπορεί εκείνο που είναι προφανώς το πιο αδύνατο και μωρό, να περιέχει όλα εκείνα που λογικά ο άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί στην πραγματικότητα, όσον αφορά την δύναμη και το φως; Ο απόστολος απαντά σ” αυτή την ερώτηση με το αξίωμα που αναφέρεται στο εδάφιο 25.

Εδάφιο 25
«Ότι το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί, και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστί.»
«Διότι εκείνο που θεωρείται θεία μωρία είναι σοφώτερον από την σοφίαν των ανθρώπων, και εκείνο που θεωρείται αδυναμία του Θεού είναι δυνατώτερον από την δύναμιν των ανθρώπων.»

Τα «μωρόν» και «ασθενές» δεν δηλώνουν ιδιότητες που ανήκουν στην ουσία του Θεού, αλλά ορισμένες κατηγορίες Θείων αποκαλύψεων που έχουν αυτόν τον χαρακτήρα. Εάν κάποιος τολμούσε, θα μπορούσε να το μεταφράσει, «τον αδύνατο, το μωρό προϊόν της Θείας ενέργειας». Και το αριστούργημα του Θεού κατ” αυτές τις δύο απόψεις είναι ο σταυρός.
Η γενική «του Θεού» είναι ταυτόχρονα εκείνη της προέλευσης και ιδιοκτησίας.
Το δεύτερο μέρος της σύγκρισης συμπληρώνεται μερικές φορές με μια παράφραση, – «σοφώτερο απ” την σοφία των ανθρώπων, δυνατώτερο από την δύναμη των ανθρώπων». Αυτή όμως η υποτιθεμένη παράλειψη αδυνατίζει την σκέψη. Εκείνο που εννοεί ο απόστολος είναι: Σοφώτερο απ” τους ανθρώπους εάν τους πάρεις με όλη τους την σοφία. Δυνατώτερο από τους ανθρώπους εάν τους πάρεις με όλη τους την δύναμη. Όταν ο Θεός φαίνεται να ενεργεί εξω απ” την λογική ή με αδυναμία, τότε Αυτός θριαμβεύει πιο σίγουρα πάνω στην ανθρώπινη σοφία και δύναμη.
Το πως ο Θεός μεταχειρίζεται την ανθρώπινη σοφία, έχει αποκαλυφθεί καθαρά από τον χαρακτήρα της μωρίας, τον οποίον έχει σφραγίσει πάνω στην σωτηρία που προσφέρεται δια του Χριστού. Είναι το ίδιο και με την εκλογή που ο Θεός κάνει εκείνων, στους οποίους πραγματοποιείται αυτή η σωτηρία, δια πίστεως στο κήρυγμα της. Τέτοια είναι η ιδέα των εδαφίων 26-31, ένα χωρίο στο οποίο ο απόστολος μας δείχνει τις πλέον έντιμες τάξεις της κοινωνίας να παραμένουν έξω από την Εκκλησία, κατά την στιγμή που ο Θεός υψώνει, από τα βάθη ακριβώς της Εθνικής κοινωνίας, έναν νέον κόσμο σωσμένων και δοξασμένων που κατέχουν το κάθε τι απ” Αυτόν.
Εδάφια 26-31

Εδάφιο 26
«Βλέπετε γαρ την κλήσιν υμών, αδελφοί, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς».
«Παρατηρήσατε, αδελφοί, ποιοί είσθε εσείς που ο Θεός εκάλεσε. Δεν υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί σοφοί κατ” άνθρωπον, ούτε πολλοί δυνατοί, ούτε πολλοί ευγενείς την καταγωγήν».

Αυτός ο τρόπος στρατολόγησης στην Εκκλησίας συμφωνεί με το συμπέρασμα που εξήχθη πιο πάνω από την φύση του Ευαγγελίου. Εξ αυτού το «γαρ». Δεν ήταν οι προεξέχουσες τάξεις της Κορινθιακής κοινωνίας που είχαν προμηθεύσει τον μεγαλύτερο αριθμό των μελών της Εκκλησίας. Η πλειονότητα ήσαν πτωχοί, άγνωστοι, δούλοι. Ο Θεός δείχνει με αυτό ότι δεν έχει ανάγκη της ανθρώπινης σοφίας και δύναμης να στηρίξει το έργο Του.
«Κλήσις»: Με αυτή την λέξη ο Παύλος περιγράφει τον τρόπο με τον οποίον ο Θεός έχει ενεργήσει να βγάλει αυτή την Εκκλησία, δια του κηρύγματος του Ευαγγελίου, από ανάμεσα απ” τον Κορινθιακό λαό. Ο Ιησούς είχε ήδη δείξει μια παρόμοια οικονομία στον Ισραήλ, και είχε αποδώσει υποταγή σ” αυτή: «Πατέρα, σ” ευχαριστώ που τα έκρυψες από σοφούς και συνετούς, και τα αποκάλυψες σε νήπια. Διότι έτσι φάνηκε αρεστόν ενώπιον σου» (Ματθ. ΙΑ25,26). Άρα το γεγονός δεν ήταν τυχαίο. Ανήκε στο Θείο σχέδιο. Ο Θεός δεν θέλησε η ανθρώπινη σοφία ν” αναμειχθεί με την δική Του. Η δική Του θα έφερνε την νίκη από μόνη της.
«Κατά σάρκα»: Εννοεί την ανθρώπινη φύση θεωρουμένη από μόνη της, και μακρυά από την σχέση της με τον Θεό. Το «κατά σάρκα» δεν έχει τεθεί σαν προσδιορισμός στο «δυνατοί» και «ευγενείς», διότι αυτοί οι όροι δηλώνουν προφανώς πλεονεκτήματα γηίνης φύσης.
«Δυνατοί»: Δηλώνει πρόσωπα με κάποιο αξίωμα. «Ευγενείς»: Πρόσωπα από επιφανείς οικογένειες.

Εδάφια 27-29
«Αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση, όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού».
«Αλλά εκείνους που ο κόσμος θεωρεί μωρούς εδιάλεξε ο Θεός δια να καταισχύνη τους σοφούς, και τους αδύνατους κατά κόσμον εδιάλεξε ο Θεός, δια να καταισχύνη τους δυνατούς, και ανθρώπους που έχουν ταπεινή καταγωγήν κατά κόσμον και τους περιφρονημένους εδιάλεξε ο Θεός, ακόμη και πράγματα που δεν υπάρχουν δια να καταργήσει εκείνα που υπάρχουν ώστε να μη καυχηθή κανείς άνθρωπος ενώπιον του Θεού.»

Η χρήση ουδετέρου στα «μωρά», «ασθενή», κ.λ.π. δεν έχει επιλεγεί τυχαία. Δείχνει μια μάζα στην οποία τα άτομα έχουν τόση λίγη αξία, που δεν μετριούνται σαν ξεχωριστά άτομα.
Το «εξελέξατο» εδώ δεν δηλώνει μια απόφαση αιωνίου προορισμού, αλλά την ενέργεια δια της οποίας έχει ελκύσει προς Αυτόν, από ανάμεσα απ” τον κόσμο (εκ), εκείνα τα άτομα τα οποία κανένας δεν έκρινε άξια προσοχής, και τα οποία έκανε τους φορείς της Βασιλείας Του. Οι δυνατοί, οι σοφοί, κ.λ.π. ντροπιάζονται έτσι, διότι οι αδύνατοι, κ.λ.π. δεν έγιναν μόνον ίσοι μ” αυτούς, αλλά και προτιμούνται.
«Τα εξουθενημένα»: Σε τούτη την λέξη συγκεντρώνεται όλη εκείνη η περιφρόνηση στην οποίαν βρισκόταν οι άσημοι, οι αδύνατοι, οι πτωχοί στην κοινωνία των Εθνικών. Και ο τελευταίος όρος, «τα μη όντα», εκφράζει το τελευταίο σκαλοπάτι εκείνης της κλίμακας υποτίμησης, στο οποίο αυτά τα όντα φυτοζωούν. Το «μη» εμπρός στο «όντα» δεν αρνείται την πραγματική τους ύπαρξη, όπως θα έκανε το «ου», αλλά την μη αναγνώριση καμμία αξίας στην εκτίμηση της κοινής γνώμης. Όλα αυτά τα όντα ήσαν γι” αυτή σαν να μην υπάρχουν.
«Καταργήσει»: Ήδη οι σοφοί και οι ισχυροί ταπεινώθηκαν με την κλήση που απευθύνθηκε στους κοινωνικά κατώτερους τους. Τώρα εξαφανίζονται απ” την σκηνή. Και για ποιό σκοπό ο Θεός ενεργεί έτσι; Ο απόστολος απαντά στην ακόλουθη πρόταση: «Όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (εδάφιο 29).
Κανένας άνθρωπος, θεωρούμενος στον εαυτόν του και σε ότι είναι από τη φύση του, δεν μπορεί να δοξασθεί ενώπιον του Θεού, του Θεού ο Οποίος γνωρίζει τόσο καλά την μηδαμινότητα του δημιουργήματος Του.
Οι λέξεις, «πάσα σαρξ», φαίνονται να πηγαίνουν πέραν απ” την ιδέα των προηγουμένων προτάσεων, όπου η ερώτηση ήταν απλά για την ταπείνωση των σοφών και των ισχυρών. Θα πρέπει αυτοί οι τελευταίοι να απογυμνωθούν από το δικαίωμα του δοξασμού, ώστε ο όλος κόσμος να μπορεί να είναι ένα μαζί μ” αυτούς, αφού οι αδύνατοι και οι άσημοι είναι ήδη σε καταισχύνη από την φυσική τους κατάσταση. Το ένα μέρος ταπεινώνονται διότι με όλη τους την σοφία και δύναμη, δεν έχουν επιτύχει αυτό που τους ενδιέφερε να φθάσουν, την σωτηρία. Το άλλο, διότι εάν την έχουν επιτύχει, είναι αδύνατο γι” αυτούς να φαντασθούν ότι αυτό έχει γίνει με τις δικές τους φυσικές δυνάμεις και χαρίσματα, μια και αυτά δεν υπάρχουν.
Ο τρόπος της Θείας κλήσης, στην οποία ο απόστολος έστρεψε την προσοχή των αναγνωστών του, εδάφιο 26, είχε δύο πλευρές: Η πρώτη, απόρριψη πραγμάτων σοφών και ισχυρών. Η δεύτερη, εκλογή που έχει γίνει πραγμάτων ανοήτων και αδυνάτων. Η πρώτη απ” αυτές τις δύο πλευρές έχει εκτεθεί, εδάφια 26-29. Ο απόστολος τώρα παρουσιάζει την δεύτερη.

Εδάφια 30,31
«Εξ αυτού δε υμείς εστε εν Χριστώ Ιησού, ος εγεννήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις. Ίνα, καθώς γέγραπται, ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω.»
«Χάρις σ” αυτόν είσθε σεις εν Χριστώ Ιησού, τον οποίον ο Θεός έκανε σοφίαν μας, δικαίωσιν μας και αγιασμόν και απολύτρωσιν. Ώστε, καθώς είναι γραμμένον: Εκείνος που καυχάται, ας καυχάται δια τον Κύριον.»

Εάν θα θέλαμε να συνδέσουμε τούτα τα δύο εδάφια με τα προηγούμενα, θα μπορούσαμε να το κάνουμε κάπως έτσι: Εδάφια 26-29: «Δες τε τι η κλήση σας δεν είναι, και καταλάβατε το γιατί!». Εδάφια 30-31: «Δες τε τι είναι, και πάλι καταλάβατε το γιατί!».
Το «δε» είναι λοιπόν αντιθετικό στον μάταιο κομπασμό των πραγμάτων που είναι σοφά, κ.λ.π. αλλά από τούδε οδηγημένα σε σιωπή. Εδώ αντιτίθεται η κραυγή θριάμβου και δοξολογίας εκ μέρους των πραγμάτων, των μωρών και αδυνάτων, διότι το εδ. 31 προφανώς σχηματίζει τον αντίποδα του εδ. 29.
«Εξ αυτού»: Εκφράζει την ουσιαστική ιδέα αυτού του συμπεράσματος: Εάν πράγματα που δεν ήσαν τίποτα, έχουν τώρα γίνει κάτι, αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στον Θεό. Το «εκ» λοιπόν δείχνει την προέλευση αυτής της πνευματικής δημιουργίας, σύγκρινε Εφ. Β9.
«Υμείς»: Τα πράγματα τα προηγουμένως αδύνατα, ανίσχυρα, καταφρονημένα.
«Εξ αυτού δε υμείς εστέ εν Χριστώ Ιησού»: «Είναι εξ Αυτού που σεις είσθε εν Χριστώ», δηλαδή: «Είναι μόνο στον Θεό που σεις οφείλετε το προνόμιο του να έχετε κληθεί στην κοινωνία του Χριστού, και του να έχετε δι” αυτού γίνει οι σοφοί και ισχυροί και ευγενείς της νέας εποχής που τώρα ανοίγει στον κόσμο».
Η ακόλουθη πρόταση θα εξηγήσει το γιατί ο Χριστός ο Ίδιος ήταν αυτά τα δοξασμένα αποτελέσματα της κοινωνίας με Αυτόν.
Η φράση «εστέ εν» δηλώνει δύο ηθικά γεγονότα: Πρώτον, την πράξη της πίστης δια της οποίας ο άνθρωπος κρατά τον Χριστό. Δεύτερον, την κοινωνία ζωής με Αυτόν που συνάπτεται μέσω αυτής της πράξης της πίστης. Σ” αυτή την σχέση ο πιστός μπορεί να οικειοποιηθεί το κάθε τι που ήταν ο Χριστός, και έτσι να γίνει ό,τι δεν ήταν, και ό,τι δεν θα μπορούσε να γίνει από μόνος του.
Στην πρόταση που ακολουθεί, ο απόστολος αντί για «υμείς» βάζει το «ημείς». Και αυτό διότι το υπό συζήτηση θέμα τώρα είναι, τι ο Χριστός είναι αντικειμενικά για τους ανθρώπους, και όχι η υποκειμενική οικειοποίηση Του από τους πιστούς.
«Ος εγενήθη» (ιστορικώς): Ο απόστολος φαίνεται να έχει κατά νουν τις βασικές φάσεις της ύπαρξης του Χριστού: «Σοφία», δια της ζωής και της διδασκαλίας Του. «Δικαιοσύνη», δια του θανάτου Του και της αναστάσεως Του. «Αγιασμός», δια της υψώσεως Του στην δόξα. «Απολύτρωση», δια της μελλοντικής Του επιστροφής.
Οι περισσότεροι κώδικες το αναφέρουν, «σοφία ημίν από Θεού», έχουν το «ημίν» μετά το «σοφία».
«Σοφία από Θεού». Η λέξη «σοφία» δεν μπορεί να δηλώνει εδώ τίποτα άλλο, από την αντίληψη του Θείου σχεδίου που μεταδίδετται στον άνθρωπο δια του Ιησού Χριστού. Το παράλληλο εδάφιο 24 μας οδηγεί στην πραγματική ερμηνεία. Οι τελευταίοι 3 όροι δεν είναι παρά το ξεδίπλωμα της ιδέας της «δύναμις», σαν ο αντίποδας εκείνης της «σοφίας».
Εν Χριστώ, έχει πρώτα απ” όλα δοθεί η γνώση του Θείου σχεδίου, δια της οποίας ο πιστός έχει κατασταθεί σοφός. Μετά, σ” αυτή την αποκάλυψη, εκεί έχει προστεθεί η πραγματοποίηση αυτής της σωτηρίας, δια της αποκτήσεως της οποίας γίναμε «δυνατοί». Αυτή η αποτελεσματική σωτηρία περιέχει τα τρία χαρίσματα: «Δικαιοσύνη», «Αγιότητα», «Απολύτρωση». Εάν λάβουμε υπ” όψιν ότι η σωτηρία που περιγράφεται στα τελευταία τρία ουσιαστικά δεν είναι παρά η πραγματοποίηση του Θείου σχεδίου που προσδιορίζεται από το πρώτο (σοφία), θα φανεί ότι αυτά μπορεί να τοποθετηθούν εκεί σαν ένα είδος γραμματικής παράθεσης στο πρώτο.
Η ιδέα της «δικαιοσύνης», είναι εκείνη που αναπτύσσεται από τον Παύλο στο πρώτο μέρος της Επιστολής προς Ρωμαίους, κεφάλαια 1-5. Είναι η πράξη της χάρης δια της οποίας ο Θεός απομακρύνει την καταδίκη που αναγγέλεται πάνω στον αμαρτωλό, και τον τοποθετεί σχετικά με τον εαυτόν Του, σαν πιστό πλέον, στην θέση ενός δικαίου ανθρώπου. Η δυνατότητα μιας τέτοιας Θείας πράξης βασίζεται στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού.
Ο όρος «αγιασμός» είναι η Θεία πράξη που έπεται της προηγουμένης, και δια της οποίας δημιουργείται στον πιστό μια κατάσταση σε αρμονία με την θέση του σαν δίκαιος. Είναι η καταστροφή της αμαρτίας δια του δώρου μιας θέλησης την οποία το Άγιο Πνεύμα την έχει αφιερώσει στον Θεό. Αυτή η πράξη είναι εκείνη που περιγράφεται από τον απόστολο στο επόμενο κομμάτι της Επιστολής προς Ρωμαίους, ΣΤ1-Η17. Η λέξη «αγιασμός» δηλώνει αφιέρωση, όχι στην έννοια στην οποία συνήθως παίρνουμε την λέξη, σαν ένα προοδευτικό ανθρώπινο έργο, αλλά σαν η κατάσταση της αγιότητας ειργασμένη κατά θείο τρόπο στους πιστούς.
Η δικαίωση θεωρείται γενικά σαν ένα δώρο του Θεού, και ο αγιασμός σαν το έργο δια του οποίου ο άνθρωπος θα έπρεπε ν” ανταποκριθεί στο δώρο της δικαίωσης. Ο Παύλος, αντιθέτως, βλέπει στην αγιότητα ένα Θείο έργο όχι λιγώτερο απ” ότι στην δικαίωση: Ο Χριστός ο Ίδιος είναι η αγιότητα του πιστού καθώς επίσης και η δικαίωση του. Αυτό το νέο έργο οφείλεται στην ύψωση Του στην δόξα, απ” όπου στέλνει το Άγιο Πνεύμα, δια του Οποίου Αυτός μεταδίδει την δική Του ζωή στον δικαιωθέντα πιστό (Ιωάννης Ζ39, ΙΣΤ14). Εάν, λοιπόν, η δικαίωση μας είναι ο Χριστός για μας, ο αγιασμός μας είναι ο Χριστός μέσα σε μας. Ο Χριστός είναι η αγιότητα μας, όπως είναι και η δικαίωση μας.
Πόσο προφανές είναι, απ” αυτή την τόσο καλά σημειουμένη διάκριση μεταξύ δικαιώσεως και αγιασμού, ότι στα μάτια του αποστόλου, η δικαίωση έχει δηλωτική έννοια, και ο αγιασμός μόνον περιέχει την έννοια μιας αποτελεσματικής μετάδοσης.
Ο Χριστός είναι, τέλος, η απολύτρωση μας, η πλήρης και τελική μας απελευθέρωση. Τέτοια είναι η έννοια της λέξης «απολύτρωση». Η ανάπτυξη αυτής της τρίτης ιδέας βρίσκεται στο Ρωμαίους Η18-30. Αυτή η απελευθέρωση, που συνίσταται στην είσοδο στην δόξα, είναι η ολοκλήρωση των δύο προηγουμένων πράξεων χάρης. Είναι με τον ένδοξο ερχομό Του που ο Ιησούς θα απελευθερώσει τους δικαιωθέντας και αγιασθέντας πιστούς από όλες τις δυστυχίες της παρούσης τους κατάστασης, και θα τους δώσει μια εξωτερική κατάσταση που αντιστοιχεί στην πνευματική τους κατάσταση. Ο όρος «απολύτρωση» αγκαλιάζει πολύ περισσότερα από το απλό γεγονός της ανάστασης του σώματος. Έχει την πλατειά έννοια στην οποία τον βρίσκουμε, Λουκάς ΚΑ28, Εφεσίους Α14, και Δ30, Εβραίους ΙΑ35.
Εάν τόσο φανερά βρίσκουμε στην Επιστολή προς Ρωμαίους την ανάπτυξη των τριών τελευταίων όρων, στους οποίους συνοψίζεται η ιδέα της σωτηρίας, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι την ανάπτυξη του πρώτου, «σοφία», την βρίσκουμε αμέσως μετά στην ίδια Επιστολή, στα κεφάλαια Θ-ΙΑ, τα οποία τόσο θαυμαστά εκθέτουν το όλο σχέδιο του Θεού. Όπως σημείωσε και κάποιος, είναι δύσκολο να βρεις σ” όλη την Γραφή ένα εδάφιο που να εκφράζει πιο καθαρά τις διάφορες φάσεις του έργου του Χριστού.
Εδάφιο 31. Στο εδάφιο 29 όλος ο ανθρώπινος δοξασμός έχει δηλωθεί ότι εξαιρείται. Σ” αυτό εδώ, ο απόστολος προσκαλεί τον νέο κόσμο, τους σοφούς και ισχυρούς που ο Θεός έχει υψώσει δια του κηρύγματος, να ξεσπάσουν σ” έναν ύμνο δοξολογίας, αλλά δοξολογίας μόνον στον Θεό.
Ο όρος «κύριος», στο Ιερεμίας Θ23,24, που αναφέρεται εδώ απ” τον Παύλο, δηλώνει τον Ιεχοβά. Αλλά στην σκέψη του αποστόλου εφαρμόζεται ταυτόχρονα και στον Χριστό, δια του οποίου ο Κύριος (ο Θεός) έχει κάνει αυτό το έργο, και ο Οποίος τόσο συχνά έλαβε αυτόν τον τίτλο σε τούτο το κεφάλαιο.
Εδώ δεν είναι μια κονότυπη παραίνεση να δοξάσουν τον Κύριο. Εκείνο που έχουμε να δούμε σ” αυτές τις λέξεις είναι μια κρυμμένη αντίθεση, η οποία εξηγείται ικανοποιητικά απ” το χωρίο, Γ21-22: «Ώστε κανείς ας μη καυχάται δι” ανθρώπους, διότι όλα δικά σας είναι, είτε ο Παύλος είτε ο Απολλώς είτε ο Κηφάς είτε ο κόσμος είτε η ζωή είτε ο θάνατος είτε τα τωρινά είτε τα μέλλοντα, όλα είναι δικά σας, και σεις είσθε του Χριστού, ο δε Χριστός του Θεού». Ό,τι αυτοί έχουν γίνει δια του Ευαγγελίου, το οφείλουν μόνο στον Κύριο, και όχι στα όργανα Του. Διότι όσον αφορά ό,τι μπόρεσαν να κάνουν αυτά Του τα όργανα, είναι Αυτός που το έχει κάνει δι” αυτών. Άρα είναι Αυτός μόνο που πρέπει να δοξασθεί.
Αυτή η τελευταία λέξη («κύριος»), συνοψίζει την προεξέχουσα ιδέα του όλου χωρίου από το εδάφιο 13: Η μοναδική θέση του Χριστού ως προς την Εκκλησία. Οι άλλοι μπορεί να είναι διδάσκαλοι, Αυτός μόνος είναι «κύριος», διότι Αυτός μόνος πλήρωσε τα λύτρα. Σ” Αυτόν μόνον ανήκει η δόξα!
Καθώς ο Θεός στην σωτηρία της ανθρωπότητας έχει αποκλείσει την ανθρώπινη σοφία, πρώτα απ” όλα δια του τρόπου σωτηρίας που έχει εκλέξει, μετά δια του τρόπου διάδοσης που έχει υιοθετήσει για την Εκκλησία, ο απόστολος την έχει επίσης αποκλείσει στον τρόπο του κηρύγματος του. Τέτοια είναι η ιδέα που αναπτύσσει κλείνοντας αυτό το χωρίο, Β1-5. Έτσι όλα είναι αρμονικά στο Θείο έργο: Το Ευαγγέλιο, το έργο, ο κήρυκας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2

Εδάφια 1-5
Ο Παύλος εφαρμόζει στην δική του διακονία στην Κόρινθο την βασική αρχή που μόλις εξέθεσε, και δείχνει ότι έχει φανεί πιστός σ” αυτή. Αυτό είναι το συμπέρασμα του όλου χωρίου.

Εδάφια 1,2
«Καγώ ελθών προς υμάς, αδελφοί, ήλθον ου καθ” υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλων υμίν το μαρτύριον του Θεού. Ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν ει μη Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον».
«Δια τούτο, όταν ήλθα σε σας, αδελφοί, σας εκήρυξα την αλήθειαν του Θεού, όχι με υπεροχήν λόγου ή σοφίας. Απεφάσισα να μη γνωρίζω τίποτε άλλο, όταν ήμουν μεταξύ σας, παρά τον Ιησούν Χριστόν και αυτόν σταυρωμένον.»

Στην πρώτη λέξη, «καγώ», περιέχεται η σύνδεση μεταξύ αυτού του συμπεράσματος και του χωρίου σαν όλου. Δηλώνει δε, «Εγώ επίσης, σαν το ευαγγέλιο το ίδιο». Ο Παύλος έχει αποφύγει, σε αρμονία με την φύση του ευαγγελίου, να ζητήσει βοήθεια από την ανθρώπινη ευφράδεια ή σοφία. Σαν το Ευαγγέλιο, και ο ευαγγελιστής. Με το που ήρθε στην πόλη τους, αυτή η απόφαση είχε παρθεί εκ μέρους του Παύλου.
«Ήλθον ου καθ” υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλων υμίν το μαρτύριον του Θεού». Αυτή η επίδειξη ανωτερότητας που περιφρόνησε μπορεί να ήταν εκείνη του φιλοσοφικού βάθους («σοφίας»), ή εκείνη της διαλεκτικής ή της ρητορικής μορφής («λόγου»).
«Ήλθον…καταγγέλων». Ήλθε σαν ένας άνθρωπος που, απλά, αναγγέλει, κηρύττει ένα γεγονός. Και αυτό είναι που εκφράζεται με την χρήση της λέξης «μαρτύριον», για να δηλώσει το ευαγγέλιο. Το υπό συζήτηση θέμα δεν είναι ένα σύστημα ιδεών που πρέπει να εκτεθεί, αλλά απλά μια μαρτυρία για ένα γεγονός.
«Το μαρτύριον του Θεού»: Ο Παύλος εννοεί ότι έχει, απλά, μεταδώσει την μαρτυρία που έρχεται από τον Θεό, τόσο όσο είναι ο Θεός ο Οποίος, μετά που έχει επιτελέσει την σωτηρία, τον έχει επιφορτίσει να την διακηρύξει.
Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ τους δύο προσδιορισμούς, «προς υμάς», και «υμίν», και τούτο περισσότερο διότι θα τους ξανασυναντήσουμε στο εδάφιο 2 με την ίδια ιδέα, (στο «εν υμίν»). Σ” ένα άλλο μέρος ο απόστολος ίσως να μην είχε φυλαχθεί με τόση προσοχή ενάντια στον κίνδυνο του να προσφέρει το ευαγγέλιο με την βοήθεια μιας άλλης δύναμης από εκείνη που ακριβώς του ανήκει. Αλλά φθάνοντας σε μια πόλη σαν την Κόρινθο, όπου γνώριζε ότι βασίλευε η φιλοσοφική και φιλολογική περιέργεια, ο απόστολος είχε αποφασίσει με τον εαυτόν του ότι, για να προφυλάξει το Θείο έργο από του να διαφθαρεί στην ουσία του, το κήρυγμα θα πρέπει απ” την αρχή να έχει τον απλούστερο δυνατό χαρακτήρα, και ν” απευθύνεται αποκλειστικά στην συνείδηση.
Μερικοί θεωρούν ότι αυτή η απόφαση του Παύλου ήταν η συνέπεια της αποτυχίας που δοκίμασε στην Αθήνα, όπου χρησιμοποίησε μια περισσότερο φιλοσοφική πορεία στο κήρυγμα του. Αλλά ό απόστολος εδώ παρουσιάζει τούτη την μέθοδο να συνδέεται μ” αυτή ακριβώς την ουσία του ευαγγελίου. Και θα πρέπει να θυμηθούμε ότι η ομιλία του στην Αθήνα δεν ήταν ακριβώς ένα κήρυγμα. Εκεί είχε, πρώτα απ” όλα, να ξεκαθαρίσει την θέση του αναφορικά με την κατηγορία που υψώθηκε εναντίον του, και μόνο μετά απ” αυτό θα μπορούσε να έλθει στην διακήρυξη της σωτηρίας. Αυτό ήταν που επρόκειτο να κάνει, κατά την στιγμή που τον διέκοψαν.

Εδάφιο 2
«Ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν ει μη Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον».

Αυτό το εδάφιο βεβαιώνει το προηγούμενο («γαρ»), υποστηρίζοντας το δια της ιδέας ότι αυτός ο τρόπος ενεργείας ήταν το αποτέλεσμα ενός σχεδίου, που είχε καθοριστεί προκαταβολικά.
Εκ προθέσεως παραμέρισε τα διάφορα στοιχεία της ανθρωπίνης γνώσης, δια των οποίων θα μπορούσε να ερχόταν σε πειρασμό να υποστηρίξει το κήρυγμα της σωτηρίας. Θεώρησε ότι δεν θα έπρεπε να πάει καθόλου σε αναζήτηση τέτοιων μέσων.
Ο Παύλος θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει την λέξη «λέγειν» αντί του «ειδέναι». Αυτή όμως η τελευταία υπονοεί μια αποκήρυξη, όχι μόνον εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά, της χρήσης αυτών των ξένων στοιχείων.
Με τις λέξεις «Ιησούν Χριστόν» ο απόστολος εννοεί την αποκάλυψη Του γενικά, την ζωή Του, τον θάνατο Του, και το Μεσσιανικό Του αξίωμα. Αλλά, ενώ περιορίζεται σ” αυτό το πρωταρχικό θέμα κηρύγματος, θα μπορούσε ακόμα να έχει βρει μέσα να συστήσει τον Ιησού στην προσοχή και τον θαυμασμό των σοφών. Στον Ιησού Χριστό όμως επίστευε ότι θα έπρεπε να εκθέσει μόνο την πλευρά εκείνη που ήταν το λιγώτερο ελκυστική στην ανθρώπινη σοφία, αλλά από μόνη της ικανή να σώσει, – Ιησούς Χριστός σταυρωμένος. Φοβόταν πολύ να υψώσει αιτίες προσχώρησης που θα βασιζόταν μόνο σε διανοητική ή δια των αισθημάτων, και επομένως επιφανειακή, προσέλκυση. Το «εν υμίν», πάντως, αφήνει χώρο για την σκέψη ότι, όπου αυτός δεν έχει να λογαριάσει αυτόν τον κίνδυνο, θα επιτρέψει στον εαυτόν του να πάει πέρα απ” αυτό το όριο, σύγκρινε εδάφιο 6. Ο αληθινός υπηρέτης του Χριστού σκέφτεται πρώτα για την μεταστροφή των ψυχών, πριν παραδοθεί στην ευχαρίστηση του να δίνει οδηγίες.
Στο εδάφιο 3, πριν να τελειώσει την ανάπτυξη αυτής της ιδέας, ο απόστολος θυμίζει στους Κορινθίους πως η προσωπική του συμπεριφορά στην Κόρινθο ήταν αντίστοιχη σ” αυτή την ταπεινή μορφή που απεφάσισε να δώσει στην διδασκαλία Του.

Εδάφιο 3
«Και εγώ εν ασθενεία και εν φόβω και εν τρόμω πολλώ εγενόμην προς υμάς.»
«Και ήλθα σ” εσάς, αισθανόμενος αδυναμία και φόβον και πολύν τρόμον».

Καθώς αυτός δεν κύτταξε να καταστήσει το κήρυγμα του λαμπρό στην ουσία ή την μορφή του, έτσι στο προσωπικό του φέρσιμο δεν είχε τον αέρα ενός βεβαιωμένου για επιτυχία. Αισθανόταν, και έδειχνε, μόνον ένα αίσθημα, εκείνο της αδυναμίας του. Απευθυνόμενος στους Εθνικούς, δεν είχε, όπως μεταξύ των Ιουδαίων, το σημείο στήριξης που προμήθευαν οι προφητείες. Από το άλλο μέρος, παραιτήθηκε και από εκείνο που θα μπορούσε να ήταν η βοήθεια του στο νέο του περιβάλλον – βάθος σκέψης και γοητεία γλώσσας. Τι του απέμενε; Μιλόντας ανθρωπίνως, αισθανόταν σαν έναν χωρίς όπλα, εξ αυτού το «εν ασθενεία». Και αυτό το αίσθημα της αδυναμίας έφθανε να γίνεται φόβος, όταν ζύγιαζε την βαρύτητα ενός έργου σαν το δικό του, και την ευθύνη που αυτό επέθετε επάνω του. Ο φόβος έφθανε να δημιουργεί μέσα του ένα είδος φυσικού τρόμου. Ίσως και να αισθανόταν τον εαυτό του ταπεινωμένο από την αδυναμία της εξωτερικής του εμφάνισης (Β” Κορ. Ι10). Όλα αυτά εξηγούν ικανοποιητικά τους όρους αυτού του εδαφίου, χωρίς την ανάγκη να καταφύγουμε σε φόβους διωγμών, ή αρρώστειας. Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνουμε την εικόνα που ο Παύλος εδώ χαράσσει της εσωτερικής του ψυχικής κατάστασης, με την διήγηση των εξωτερικών γεγονότων της διακονίας του στο Πράξεις ΙΗ. Η πρώτη απ” αυτές τις εικόνες συμπληρώνει κατά αξιοσημείωτο τρόπο την δεύτερη, και εξηγεί γιατί ο Κύριος το βρήκε αναγκαίο να χορηγήσει στον υπηρέτη Του την όραση, που αναφέρεται στο Πράξεις ΙΗ9, και να του πει, σαν φίλος που ενισχύει τον φίλο του: «Μη φοβάσαι, μίλα και μη σιωπήσεις».
«Εγενόμην προς υμάς»: Εδώ περιλαμβάνει, όχι μόνον τα δημόσια κηρύγματα του, αλλά και τις κατ” ιδίαν συζητήσεις, και όλες τις προσωπικές του επαφές.
Τι αντίθεση μεταξύ αυτής της ταπεινής, ακόμα δειλής, συμπεριφοράς του αποστόλου, και της θαρραλέας εμπιστοσύνης του Έλληνα ρήτορα, που στεκόταν εμπρός στο ακροατήριο του σαν ένας άνθρωπος σίγουρος για την επιτυχία του προσώπου του και του λόγου του!

Εδάφια 4,5
«Και ο λόγος μου και το κήρυγμα μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ” εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως, ίνα η πίστις υμών μη η εν σοφία ανθρώπων, αλλ” εν δυνάμει Θεού».
«Και ο λόγος μου και το κήρυγμα μου δεν έγιναν με πειστικούς λόγους ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με πειθώ Πνεύματος και δυνάμεως, δια να μη είναι η πίστις σας θεμελιωμένη επάνω εις την σοφίαν των ανθρώπων, αλλά εις την δύναμιν του Θεού».

Ο απόστολος επιστρέφει από το πρόσωπο του στο κήρυγμα του.
«Λόγος» και «κήρυγμα»: Μάλλον ο «λόγος» αναφέρεται στην ουσία, και το «κήρυγμα» στην μορφή. Ο «λόγος» είναι το ίδιο το ευαγγέλιο. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, δεν έχουν αλλοιωθεί στο έργο του, από την διείσδυση ανθρωπίνων στοιχείων, ή συμφεροντολογίας.
Αντί να προσπαθεί να ικανοποιήσει τον νου μέσω ενός συστήματος («σοφίας»), που παρουσιάζεται με ικανότητα («πειστικοί λόγοι»), ο απόστολος έχει αναζητήσει την δύναμη του σε μια πηγή ολοκληρωτικά διαφορετικής φύσης, σ” αυτό που καλεί «απόδειξις Πνεύματος και δυνάμεως». Η λέξη «απόδειξις» δείχνει μια καθαρότητα που παράγεται στον νου του ακροατή, όπως από το αιφνίδιο σήκωμα ενός καλύμματος, μια πεποίθηση που τον κυριεύει, με την κυριαρχική δύναμη της ηθικής απόδειξης, σύγκρινε ΙΔ24,25.
«Του Πνεύματος»: Είναι το συμπλήρωμα που δείχνει την αιτία. Είναι το Άγιο Πνεύμα μόνο που αποκαλύπτει κατ” αυτόν τον τρόπο την αλήθεια της σωτηρίας, σύγκρινε Εφεσίους Α17,18. Θα πρέπει να θεωρήσουμε το Πνεύμα να ενεργεί ταυτόχρονα σ” αυτόν που μιλά και σ” αυτόν που ακούει, κατά έναν τέτοιο τρόπο, σαν να κάνει το φως να περνά, με την μεσολάβηση του ομιλουμένου λόγου, από τον νου του ενός στον νου του άλλου.
«Δυνάμεως»: Είναι το συμπλήρωμα που δείχνει την ποιότητα. Δηλώνει τον τρόπο της ενεργείας του Πνεύματος. Είναι, να το πούμε έτσι, ένα πάρσιμο κατοχής της ανθρωπίνης ψυχής, του νου και της θέλησης της, δια της εσωτερικής επιροής της αληθείας.
Μερικοί ερμηνευτές εφαρμόζουν αυτές τις εκφράσεις στα εξωτερικά θαύματα που ο Παύλος μερικές φορές εργάστηκε με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος (Β” Κορ. ΙΑ12, Ρωμαίους ΙΕ19). Μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο απόστολος έχει μόλις στιγματίσει το να επιζητάς θαύματα, όσον αφορά τους Ιουδαίους, άρα δεν μπορούμε να τον υποθέσουμε να λέγει εδώ ότι επιζητούσε να καταστήσει την πίστη των Κορινθίων αμετακίνητη με την μαρτυρία θαυμάτων.

Εδάφιο 5
«Ίνα η πίστις υμών μη η εν σοφία ανθρώπων, αλλ” εν δυνάμει Θεού».

«Ίνα»: Δείχνει τον στόχο του αποστόλου στην σειρά που έχει ακολουθήσει. Δεν αγνοούσε ότι μια πίστη, θεμελιωμένη σε λογικές επιχειρηματολογίες, θα μπορούσε να κουνηθεί από άλλες επιχειρηματολογίες της ιδίας φύσης. Για να είναι στερεή, θα πρέπει να είναι έργο της δύναμης του Θεού. Και για να είναι τέτοια, θα πρέπει να προέρχεται από μια καταδίκη της αμαρτίας και μια προσωπική οικειοποίηση της σωτηρίας, την οποία το Πνεύμα του Θεού μόνο μπορεί να παράγει στην ανθρώπινη ψυχή. Ο στόχος του κήρυκα σ” αυτό το έργο είναι, όχι το να επιθυμεί να ενεργεί στο μέρος και στην θέση του Πνεύματος, με τα μέσα της δικής του ευφράδειας και ευφυίας, αλλά το ν” ανοίγει τον δρόμο γι” Αυτόν δι” απλής μαρτυρίας που δίδεται για τον Χριστό.
Με αυτές τις τελευταίες λέξεις, ξαναφερόμαστε στο σημείο αφετηρίας του όλου χωρίου, Α18: Το ευαγγέλιο δεν είναι σοφία, αλλά δύναμη. Δεν είναι φιλοσοφία, αλλά σωτηρία. Εάν οι Κορίνθιοι ήσαν διηρημένοι σε ομάδες, ήταν διότι δεν είχαν κατανοήσει αυτή την αλήθεια. Θεωρόντας το ευαγγέλιο σαν ένα φιλοσοφικο-θρησκευτικό σύστημα, είχαν κάνει την Εκκλησία σχολείο, και τους διακόνους της δασκάλους και ρήτορες. Αυτός είναι ο λόγος που ο Παύλος αρχίζει επαναεγκαθιστόντας στον νου των Κορινθίων την αληθινή έννοια του ευαγγελίου.
Μερικές όμως απ” τις εκφράσεις του ίσως μας οδηγήσουν να υποθέσουμε ότι η σοφία ήτο εκτοπισμένη απ” την περιοχή του ευαγγελίου. Δεν ήταν όμως αυτό που ο απόστολος εννοούσε. Και είναι αυτή η πιθανώς εσφαλμένη αντίληψη που απομακρύνει στο επόμενο χωρίο, όπου δείχνει ότι, εάν το ευαγγέλιο δεν είναι ουσιωδώς σοφία, παρ” όλα αυτά περιέχει μια σοφία, εκείνη την αληθινή σοφία, που είναι ανώτερη απ” όλα που ο ανθρώπινος νους θα μπορούσε να έχει συλλάβει.
Το ευαγγέλιο περιέχει σοφία: Β6-Γ4.
Ο απόστολος είχε ήδη δηλώσει , Α23,24, ότι για τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς, ο Χριστός σταυρωμένος, λαμβανόμενος δια πίστεως, γίνεται όχι μόνον η δύναμη του Θεού, αλλά επίσης και η σοφία του Θεού. Αυτή είναι η σκέψη που αναπτύσσει στο χωρίο που θα μελετήσουμε, το οποίο σχηματίζει, κατά μία έννοια, την αντίθεση, και δι” αυτής, το συμπλήρωμα του προηγουμένου.

Εδάφιο 6
«Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων».

«Εις τους ωρίμους όμως κηρύττομεν και σοφίαν, αλλά σοφίαν όχι του κόσμου τούτου, ούτε των αρχόντων του κόσμου αυτού, οι οποίοι βαίνουν προς το τέλος τους».

Στην περίπτωση εκείνου ο οποίος έχει δοκιμάσει την σωτηρία, που το ευαγγέλιο προσφέρει στον άνθρωπο, αυτό γίνεται ένα φως που φωτίζει τον νου του, και κατευθύνει την όλη του ζωή.
«Τέλειοι», δηλώνει την κατάσταση του ωρίμου ανθρώπου, σε αντίθεση μ” εκείνη του νηπίου. Ο Παύλος με αυτή την λέξη δηλώνει πιστούς που έχουν φθάσει, όχι την απόλυτη τελειότητα (σύγκρινε Φιλιππ. Γ12-17), αλλά την πλήρη ωριμότητα της Χριστιανικής πίστης και ζωής. Οι τέλειοι είναι στα μάτια του οι πλέον εδραιωμένοι Χριστιανοί, στους οποίους η νέα ζωή έχει φθάσει το φυσιολογικό ανάστημα του Χριστού (Εφεσίους Δ13,14).
«Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις»: Ο Παύλος εννοεί ότι όταν αυτός είναι ανάμεσα σε στερεωμένους πιστούς, ωρίμους Χριστιανούς, αισθάνεται τον εαυτό του ελεύθερο να εκθέσει τους θησαυρούς της σοφίας που περιέχονται στο ευαγγέλιο, σύγκρινε Κολ. Β3: «Χριστός, στον οποίον είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης». Διότι τότε η ερώτηση δεν είναι πλέον για μεταστροφή που πρέπει να γίνει, ή να εδραιωθεί. Μπορεί, λοιπόν, καθώς αυτός λέγει στο Γ1, να παρουσιάσει το ευαγγέλιο, όχι σαν το γάλα των νηπίων, αλλά σαν την στερεά τροφή των δυνατών.
Στη σοφία που ο Παύλος εκράτησε να εκθέσει στους ωρίμους εν Χριστώ, ανήκει, αναμφίβολλα, ό,τι εκθέτει σε χωρία τέτοια όπως το Ρωμαίους Θ-ΙΑ (το σχέδιο του Θεού αναφορικά με τη σωτηρία των Ιουδαίων και των Εθνικών), στις επιστολές προς Εφεσίους και Κολοσσαείς, (ο σταυρός σαν το κέντρο της ιστορίας του κόσμου, σαν ο δεσμός ένωσης μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης δημιουργίας, σαν το μέσο, πρώτα για την ένωση Ιουδαίων και Εθνικών, και μετά ανθρώπων και αγγέλων, κάτω απ” την κυριαρχία του Χριστού, την κοινή τους κεφαλή). Εδώ ανήκει και το κεφάλαιο 15 της Επιστολής μας, (η Χριστιανική εσχατολογία). Αυτά τα θαυμαστά σχέδια του Θεού, που έχουν οδηγήσει, και ακόμα οδηγούν όλες τις επεμβάσεις Του προς τους ανθρώπους, και των οποίων η προοδευτική πραγματοποίηση επιτελείται από την Χριστιανική οικονομία, ήσαν πράγματα που ο Παύλος εξέθετε σαν δάσκαλος, όχι σαν ιεραπόστολος. Διότι αυτά μπορούν πράγματι να προωθήσουν την αύξηση των πιστών σε γνώση και αγάπη. Αλλά δεν είναι αυτά που χρειάζονται για να μεταστρέψουν τους αμαρτωλούς. Δεν είναι το φως που ακτινοβολεί από τον σταυρό, που αλλάζει την καρδιά, είναι ο σταυρός ο ίδιος.
«Λαλούμεν». Το υποκείμενο είναι ο Παύλος και οι σύντροφοι του.
Εδάφια 6β-9
Ο απόστολος περιγράφει την σοφία, για την οποία μιλά, από την άποψη της εξωανθρωπίνης προέλευσης της (εδάφια 6β και 7), μετά από εκείνη του αδιαπέρατου σκοταδιού του φυσικού νου να την γνωρίσει(εδάφια 8 και 9).
Και πρώτα, η προέλευση της, τι δεν είναι (εδάφιο 6β), και τι είναι (εδάφιο 7).
Αυτή η σοφία δεν είναι μια σύλληψη του νου του κόσμου, ούτε ακόμα της μεγαλοφυίας των πλέον λαμπρών του αντιπροσώπων.
Πάνω στο «αιών» ιδέ Α20.
«Άρχοντες του αιώνος τούτου»: Ο Παύλος μάλλον εννοεί εκείνους, που στην εποχή του κατηύθηναν τον εθνικό νου του Ισραήλ, εκείνους που ήσαν οι αρχές στο Συνέδριο, και ίσως, επίσης, τους Ιουδαίους και Εθνικούς αντιπροσώπους της πολιτικής δύναμης στον Ισραήλ, όπως τον Ηρώδη και τον Πιλάτο. Αυτοί οι αντιπρόσωποι της ανθρωπίνης σοφίας και πανουργίας έλαβαν μέρος, άμεσα ή έμμεσα, στην εκτέλεση του Θείου σχεδίου, χωρίς να το υποπτεύονται καν. Και έτσι, καθώς τούτο προχωρά στην ολοκλήρωση του, οδηγεί στην εξαφάνιση τους.
«Των καταργουμένων»: Αναλογικά καθώς η δύναμη του ευαγγελίου αυξάνει στη γη, οι αντιπρόσωποι της ανθρωπίνης σοφίας χάνουν την κυριαρχία τους, η οποία και τελικά θα τους φύγει ολοκληρωτικά απ” τα χέρια.
Στο ακόλουθο εδάφιο ο απόστολος δείχνει την αληθή προέλευση της ευαγγελικής σοφίας.

Εδάφιο 7
«Αλλά λαλούμεν σοφίαν Θεού εν μυστηρίω, την αποκεκρυμμένην, ην προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων εις δόξαν ημών».
«Αλλά κηρύττομεν μυστικήν σοφίαν του Θεού, που ήτο κρυμμένη και την οποίαν προώρισε ο Θεός προ των αιώνων προς δόξαν μας.»

«Θεού»: Είναι γενική της προέλευσης και της κατοχής. Το εργαστήρι απ” όπου έχει προέλθει αυτό το σχέδιο, όπου και παραμένει κλειστό έως την αποκάλυψη του, είναι ο νους του Ιδίου του Θεού.
«Εν μυστηρίω»: Η λέξη «μυστήριο» έχει πάρει στην θεολογική γλώσσα μια έννοια την οποία δεν έχει στην Καινή Διαθήκη. Η Καινή Διαθήκη με την λέξη «μυστήριο» εννοεί μια αλήθεια που η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να κατανοήσει. Στα γραπτά του Παύλου, απλά, δηλώνει μια αλήθεια, ή ένα γεγονός, που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να ανακαλύψει από μόνος του, αλλά την οποία κατανοεί, ευθύς ως ο Θεός δώσει την αποκάλυψη της. Έτσι ο Ιησούς λέγει, Λουκάς Η10: «Σε σας είναι δοσμένο να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας». Και ο Παύλος εφαρμόζει την λέξη μυστήριο σε πράγματα που κατανοούμε τέλεια μετά την αποκάλυψη τους, για παράδειγμα, Ρωμαίους ΙΣΤ25, στο γενικό σχέδιο της σωτηρίας, Εφεσίους Γ4, στην κλήση των Εθνικών, Ρωμαίους ΙΑ25, στην επανόρθωση των Ιουδαίων, στην Επιστολή μας, ΙΕ51, στην μεταμόρφωση των πιστών κατά την στιγμή της Παρουσίας. Ο όρος εδώ τίθεται σε αντίθεση μ” ένα σύστημα που έχει σαν δημιουργό το πνεύμα του ανθρώπου (εδάφιο 6), και το οποίο επομένως δεν χρειάζεται να αποκαλυφθεί.
«Την αποκεκρυμμένην»: Αυτό το σχέδιο, όντας ένα μυστικό, που συνελήφθη από τον Θεό, και επομένως γνωστό μόνον σ” Αυτόν, θα μπορούσε να είχε αποκαλυφθεί πολύ νωρίτερα, από την αρχή της ύπαρξης της ανθρωπότητας. Αλλά ο Θεός θέλησε να κρατήσει σιωπή γύρω απ” αυτό για πολλούς αιώνες («Μυστηρίου χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου», Ρωμαίους ΙΣΤ25, «το οποίον δεν απεκαλύφθη σε άλλες γενιές όπως τώρα», Εφεσίους Γ5). Μπορεί ακόμη να νομισθεί ότι με το άρθρο «την», αυτή η επί μακρού αποκεκρυμμένη σοφία αντιπαρατίθεται με μια άλλη, που ο Θεός είχε αποκαλύψει, πολύ πριν από εκείνη για την οποία ο Παύλος έχει μιλήσει, Α21, η οποία επεδείχθη, από την δημιουργία του κόσμου, στα έργα της φύσης (Ρωμαίους Α20).
Σ” αυτά τα δύο χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν την σοφία που αποκαλύπτεται στο Ευαγγέλιο από όλα τα προϊόντα του ανθρωπίνου νου, στην υψηλότερη της, δηλαδή, προέλευση, και την μη αποκάλυψη της έως εκείνη την ώρα, ο απόστολος προσθέτει ένα τρίτο: Τον σωτηριακό της στόχο για λογαριασμό του ανθρώπου, του αιωνίου αντικειμένου του Θείου ενδιαφέροντος.
Μερικοί έχουν σκεφθεί ότι ο όρος «ορίζειν», («προώρισεν»), δεν ταίριαζε με την ιδέα της σοφίας, και έχουν σκεφθεί ότι θα έπρεπε ν” αντιληφθούμε ένα απαρέμφατο σαν το «γνωρίζειν», «την οποία ο Θεός προώρισεν…να κάνει γνωστή». Εάν αυτή η σοφία ήταν μόνο ένα σύστημα ή μια θεωρία, το ρήμα «ορίζειν» δεν θα μπορούσε πράγματι να εφαρμοσθεί σ” αυτή χωρίς δυσκολία. Αλλά θα πρέπει να θυμηθούμε ότι το υπό ερώτηση θέμα είναι ένα σχέδιο, που είναι να πραγματοποιηθεί στην ιστορία, και για το οποίο, επομένως, ο όρος «ορίζω» είναι τέλεια κατάλληλος.
Η πρόθεση «προ», προστιθεμένη στο ρήμα, αναπτύσσεται μετά στις λέξεις «προ των αιώνων». Είναι λοιπόν μια αιώνια απόφαση. Αναμφίβολλα, η αιωνιότητα δεν είναι κάτι πριν, σε σχέση με τον χρόνο. Αν την θεωρήσουμε έτσι, θα ήταν σαν να την φέρναμε μέσα στον χρόνο. Το «προ», λοιπόν, εκφράζει, στην ανεπαρκή μορφή της χρονικής προτεραιότητας, μια ανωτερότητα θέσης, σε σχέση με την απόφαση της δημιουργίας. Το σύμπαν υπάρχει με απώτερο σκοπό τον άνθρωπο, και ο άνθρωπος υπάρχει με απώτερο σκοπό την δόξα. Αυτό το αντικείμενο, «δόξα», ήταν το λογικό «πριν» όλων που είναι, και της ύπαρξης του ιδίου του ανθρώπου. Αυτές οι λέξεις, «εις δόξαν ημών», βρίσκουν την εξήγηση τους σε άλλα λεγόμενα του αποστόλου, ειδικά στο Ρωμαίους Η29: «Ότι ους προέγνω, και προώρισε συμμόρφους της εικόνος του υιού αυτού, εις το είναι αυτόν πρωτότοκον εν πολλοίς αδελφοίς». Ρωμαίους Η17: «Κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού». Α” Κορ. ΙΕ28: «Ίνα η ο Θεός τα πάντα εν πάσιν». Μια κοινωνία από νοήμονα και ελεύθερα όντα, ανθρώπων τέλεια αγίων, καμωμένων ικανών ν” αντανακλούν την δόξα του Θεού, και υπηρετόντας σαν όργανα για την άγια Του δραστηριότητα, σε υιική κοινωνία με τον Πατέρα, και σε αδελφική κοινωνία με τον Γιό: Τέτοιος ήταν ο στόχος που ο Θεός έθεσε εμπρός Του, δημιουργόντας το ανθρώπινο γένος. Όλα τα επί μέρους Του σχέδια, υπαγορεύονται απ” αυτόν τον στόχον. Το ν” αντιληφθούμε όλα τα πράγματα απ” αυτό το σημείο άποψης, αυτή είναι η σοφία για την οποία ο Παύλος μιλά. Είναι η Θεία σοφία η οποία, επί μακρόν κεκρυμμένη, τελικά αποκαλύπτεται στο ανθρώπινο γένος από το ευαγγέλιο του σταυρού.
Στα δύο ακόλουθα εδάφια ο Παύλος δείχνει την εξωανθρώπινη και επομένως μυστηριώδη φύση αυτής της σοφίας, τέτοια όπως μόλις την έχει περιγράψει αρνητικά και θετικά στα εδάφια 6, 7. Δίνει και δύο αποδείξεις αυτού: Πρώτα, ένα γνωστό γεγονός, εδάφιο 8. Μετά, μια προφητεία, εδάφιο 9.

Εδάφιο 8
«Ην ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου έγνωκεν. Ει γαρ έγνωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν».
«Κανείς από τους άρχοντες του κόσμου τούτου δεν την εγνώρισε. Εάν την είχαν γνωρίσει, δεν θα εσταύρωναν τον Κύριο της δόξης».

«Ην»: Σοφίαν Θεού.
Εκείνο που αποδεικνύει ότι αυτή η σοφία είναι μια σύλληψη ανωτέρα από κάθε ανθρωπίνη σκέψη, είναι το γεγονός ότι όταν πραγματοποιόταν σ” ένα άτομο, οι άρχοντες της ανθρωπίνης σκέψης δεν την διέκριναν. Αυτοί οι άρχοντες είναι εκείνοι για τους οποίους έγινε αναφορά στο εδάφιο 6. Αυτοί δεν είχαν γνώση του ενδόξου προορισμού που ο Θεός έχει ορίσει για την ανθρωπότητα, και γι” αυτό απέρριψαν και εσταύρωσαν Αυτόν, που πρώτος τον πραγματοποίησε στο πρόσωπο Του.
Ο απόστολος χαρακτηρίζει τον Ιησού Χριστό σαν τον «Κύριο της δόξας». Αυτός ο όρος είαι σε συμφωνία με τον όρο «δόξα», δια του οποίου έχει προσδιορίσει τον στόχο του Θείου σχεδίου. Δόξα είναι η φωτεινή ανταύγεια που ξεχύνουν οι Θείες τελειότητες. Αυτή η ανταύγεια πρόκειται κάποια μέρα να λάμψει μέσα στον άνθρωπο. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο πρώτος, που έχει πραγματοποιήσει στον εαυτό Του αυτή την δόξα, την οποία και πρόκειται να μεταδώσει σ” όλους τους πιστούς. Εάν οι αντιπρόσωποι της Ιουδαϊκής σοφίας και της Ρωμαϊκής δύναμης είχαν αντιληφθεί την υψηλότερη δόξα που ο Ιησούς έφερνε σ” αυτούς, αναμφίβολλα θα είχαν θυσιάσει εκείνη που κατείχαν. Αλλά καθώς αυτοί δεν την διακρίνουν, διαλέγουν, έναντι οιουδήποτε τιμήματος, να διατηρήσουν την γήινη τους δύναμη, και κυττούν να καταστρέψουν Αυτόν, στα πόδια του Οποίου θα έπρεπε να έχουν πέσει, (σύγκρινε την παραβολή του ιδοκτήτη του αμπελιού, και την συζήτηση του Συνεδρίου, Ιωάννης ΙΑ47). Υπάρχει μια σκόπιμη αντίθεση μεταξύ του όρου «σταυρωμένου», ο οποίος δείχνει τον κατώτατο βαθμό ταπείνωσης και παθημάτων, και του τίτλου «Κύριος της δόξας». Σ” αυτή την απόδειξη από το γεγονός, ο απόστολος προσθέτει την Γραφική αναφορά, εδάφιο 9.

Εδάφιο 9
«Αλλά καθώς γέγραπται, α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν».
«Αλλα καθώς είναι γραμμένον, Εκείνα που μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και νους ανθρώπου δεν συνέλαβε, εκείνα που ετοίμασε ο Θεός δι” εκείνους που τον αγαπούν».

Η γραμματική σύνδεση αυτού του εδαφίου έχει γίνει αντιληπτή κατά διαφορετικούς τρόπους. Φαίνεται σαν πιό φυσικό ν” αντιληφθούμε την έννοια του ρήματος «είναι» απλά κατ” αυτή την έννοια: «Είναι πράγματι αυτή ακριβώς η σοφία που περιγράφεται στις λέξεις, «Πράγματα που το μάτι δεν έχει δει, κ.λ.π.».
Το «αλλά» δηλώνει, «Αλλά δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, διότι η Γραφή είχε μιλήσει μ” αυτά τα λόγια». Είναι δύσκολο να βρούμε σε ποιό χωρίο της Γραφής βρίσκεται αυτή η αναφορά. Πουθενά στην Παλαιά Διαθήκη δεν υπάρχουν αυτές οι λέξεις, κατά γράμμα. Ίσως να είναι από το Ησαϊας ΞΔ4 συνδυασμένο με το ΞΕ17: «Επειδή οι άνθρωποι δεν έμαθαν εξαρχής, τα αυτιά τους δεν άκουσαν, τα μάτια τους δεν είδαν Θεό εκτός από σένα, που να έκανε τέτοια σ” αυτούς που τον επικαλούνται…», και, «Και δεν θα υπάρχει μνήμη των προηγουμένων ούτε θάρθουν στον νου». Στα γραφτά του Παύλου δεν είναι σπάνιοι παρόμοιοι συνδυασμοί διαφόρων προφητικών αναφορών, (σύγκρινε το Ρωμαίους Θ33, όπου ενώνονται το Ησαϊας ΚΗ16 και Η14, και Ρωμαίους ΙΑ26,27, όπου αναμειγνύονται το Ησαϊας ΝΘ20 και ΚΖ9).
Στο πρώτο χωρίο, ο προφήτης, μιλόντας για το έργο που ο Θεός θα επιτελέσει προς χάριν του εξορίστου Του λαού, όταν θα τους επανορθώσει, λέγει στον Θεό: «Μπορούμε να περιμένουμε έως ότου ένας τέτοιος Θεός σαν και Σένα, σαν τον οποίον δεν είναι άλλος, κάνει για μας πράγματα που ξεπερνούν όλα όσα έχουμε δει, και μας έχουν πει έως τώρα, και όλα που μπορούμε να φαντασθούμε». Ή μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Ησαϊας μεταφέρει τον εαυτόν του στον χρόνο, όταν όλα θα έχουν επιτελεσθεί, και ότι εννοεί: «Ποτέ δεν θα δούμε, ή θ” ακούσουμε, ή θα φαντασθούμε τέτοια πράγματα, σαν εκείνα που Εσύ θα έχεις κάνει για μας». Αναμφίβολλα η έκφραση, «θέλουσι ελθεί στον νου», που παίρνεται από το Ησαϊας ΞΕ17, αναφέρεται στο κείμενο στην μνήμη των πραγμάτων που έχουν ήδη επιτελεσθεί, αλλά έχουν επιτελεσθεί μόνο στην προφητική ενόραση. Συνδυάζοντας τους τρεις όρους «βλέπειν», «ακούειν», και «εισέρχεσθαι στην καρδιά», ο απόστολος επιθυμεί να προσδιορίσει τα τρία μέσα της φυσικής γνώσης: Όραση, ή άμεση πείρα. Άκουσμα, ή γνώση μέσω της παράδοσης. Τέλος, οι εμπνεύσεις της καρδιάς, οι ανακαλύψεις του νου. Με κανένα απ” αυτά τα μέσα δεν μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει στην κατανόηση των ευλογιών, που ο Θεός έχει προορίσει γι” αυτόν.
Πολλοί ερμηνευτές έχουν αναφέρει το «α (τα οποία)» στην μακαριότητα και τις δόξες του ουρανού. Αλλά έχουμε δει, εδάφιο 6α, ότι η Θεία σοφία, για την οποία μιλά ο Παύλος, αγκαλιάζει το βασίλειο του Θεού στην παρούσα του μορφή. Και τα λόγια του εδαφίου 12: «Δια να γνωρίσουμε εκείνα που μας χαρίσθηκαν από τον Θεό», δείχνουν καθαρά ότι ο Παύλος σκέπτεται για την γνώση, που ο πιστός λαμβάνει όλου του πλούτου των Θείων σχεδίων ως προς αυτόν και ως προς την Εκκλησία, εκείνου που αυτός ο ίδιος ονομάζει, Εφεσίους Γ18, «το πλάτος, το μήκος, το βάθος και το ύψος τους». Οι ευλογίες που πρόκειται να έρθουν συμπεριλαμβάνονται, ασφαλώς, σε τέτοιες φράσεις.
Ο όρος «ητοίμασεν» θυμίζει τα λόγια του Ιησού: «Την βασιλεία την ετοιμασμένη για σας απ” τον καιρό της δημιουργίας του κόσμου» (Ματθαίος ΚΕ34).
Ο απόστολος έχει κάνει μερικές αλλαγές στο κείμενο του προφήτη. Για παράδειγμα, στην θέση του «τοις υπομενούσιν αυτόν», έχει βάλλει «τοις αγαπώσιν αυτόν». Αυτή η αλλαγή προκύπτει απ” το γεγονός ότι ο Χριστιανός τώρα απολαμβάνει την σωτηρία την οποία ο Ισραηλίτης ακόμα περίμενε, και είναι ευγνώμων γι” αυτή σ” Αυτόν που την ετοίμασε.
Εδώ εξαντλείται η ανάπτυξη της ιδέας της σοφίας (εδάφιο 6α).
ΕΔΑΦΙΑ 10-13
Με το εδάφιο 10 ο απόστολος περνά στην ανάπτυξη του δευτέρου όρου του θέματος του: «Λαλούμεν». Αυτή την σοφία, που είναι σύλληψη του Θεού, και απροσπέλαστη για το μυαλό του ανθρώπου, πως μπορεί ο Παύλος να την εκθέσει στους αδελφούς του; Τα εδάφια 10-12 δείχνουν τα μέσα δια των οποίων έλαβε αυτός την γνώση αυτής. Και το εδάφιο 13 περιγράφει τον τρόπο, σε συμφωνία μ” αυτά τα μέσα, κατά τον οποίον την εκθέτει.

Εδάφιο 10
«Ημίν δε ο Θεός απεκάλυψε δια του Πνεύματος αυτού. Το γαρ Πνεύμα πάντα ερευνά, και τα βάθη του Θεού».
«Σε μας δε ο Θεός απεκάλυψε δια του Πνεύματος του, διότι το Πνεύμα τα ερευνά όλα, ακόμη και τα βάθη του Θεού».

Το «δε» είναι αντιθετικό: «Αυτή η σοφία ήταν κρυμμένη, αλλά έχει αποκαλυφθεί σε μας».
Η δοτική «ημίν» αρχίζει την πρόταση, για να θέσει σε εμφανή αντίθεση εκείνους που δηλώνονται μ” αυτή την αντωνυμία, με τον κόσμο και τους άρχοντες του στους οποίους η Θεία σοφία είναι καλυμμένη. Αυτή η αντωνυμία δεν αναφέρεται ούτε στους Χριστιανούς γενικά, ούτε στους τέλειους ειδικά. Διότι το «ημείς», στους οποίους έχει χορηγηθεί αυτή η αποκάλυψη, ταυτίζεται προφανώς με το «ημείς», το υποκείμενο του «λαλούμεν», στα εδάφια 6,13. Διότι είναι αυτοί που μπορούν να μιλήσουν, αυτοί που λαμβάνουν την αποκάλυψη. Τώρα, στο εδάφιο 16, τίθενται χαρακτηριστικά σε αντίθεση με το «τέλειοι», και με τα μέλη της Εκκλησίας γενικά. Το «ημείς» μπορεί λοιπόν να δηλώνει μόνον τους αποστόλους συλλογικά, ή τον ίδιον τον Παύλο, με τους συνεργάτες του. Αλλά ο Παύλος δεν έχει λόγο εδώ να μιλήσει για τους άλλους αποστόλους. Είναι η δική του διδασκαλία στην Κόρινθο που επιθυμεί να δικαιολογήσει (Γ1-4). Είναι λοιπόν για τον εαυτόν του, και αναμφίβολλα επίσης για τον Σίλα και τον Τιμόθεο (σύγκρινε Β Κορινθίους Α19), που μιλά εδώ.
«Ημίν δε ο Θεός απεκάλυψε»: Εδώ δεν αναφέρει αντικείμενο, και τούτο διότι δεν είναι τα πράγματα που απεκάλυψε, είναι η πράξη της αποκάλυψης που ο Παύλος θέλει να τονίσει. Με τον αόριστο πηγαίνει πίσω σ” ένα συγκεκριμένο σημείο του χρόνου, το οποίον γι” αυτόν μπορεί να είναι μόνον εκείνο που περιγράφει στο Γαλάτας Α12,16. Υπάρχει αναμφίβολλα μια αποκάλυψη για τον κάθε απλό πιστό, (σύγκρινε Εφεσίους Α17: «Ώστε ο Θεός να σας δώσει Πνεύμα σοφίας και αποκαλύψεως»). Αλλά αυτή η αποκάλυψη δεν είναι παρά δευτερεύουσα. Είναι απλά η επαναπαραγωγή της πρωταρχικής αποκάλυψης, που χορηγήθηκε στους πρώτους ερμηνευτές της Θείας σκέψης, και λαμβάνει χώρα μόνο μέσω της μεσολάβησης αυτών των τελευταίων. Υπάρχει λοιπόν μια διαφορά μεταξύ των δύο αποκαλύψεων, όχι μόνο βαθμού, αλλά και φύσης και ποιότητας. Η προηγουμένη, που περιεχόταν αρχικά στο αποστολικό κήρυγμα, βρίσκεται τώρα στα γραπτά, όπου αυτό το κήρυγμα εκτίθεται, το οποίον είναι έτσι το μόνιμο μέσο, που χρησιμοποιεί ο Θεός να πραγματοποιήσει αυτή την τελευταία στον κάθε πιστό(Ιωάννης ΙΖ20).
Το όργανο δια του οποίου ο Θεός εργάστηκε αυτή την μετατόπιση του καλύμματος στο μυαλό του αποστόλου, είναι το Πνεύμα. Και πως το Πνεύμα μπορεί να πραγματοποιήσει αυτή την ενέργεια που αποκαλύπτει; «Ερευνά τα πάντα».
Δεν υπάρχει λόγος να περιορίσουμε το «πάντα» στα Θεία πράγματα μόνο. Τότε, η πρόταση που ακολουθεί, θα ήταν σ” αυτή την περίπτωση μια απλή ταυτολογία. Το Άγιο Πνεύμα είναι η φωτεινή αρχή η οποία κατέχει, και από την οποία εκπηγάζει κάθε γνώση. Είναι στο δικό Του φως μόνον που κάθε τι έρχεται στο φως, όπου υπάρχουν συνείδηση και νοημοσύνη.
Τα «βάθη του Θεού» δηλώνουν την ουσία του Θεού, μετά την συμπεριφορά Του, τις βουλήσεις Του, τα σχέδια Του.

Εδάφιο 11
«Τις γαρ οίδεν ανθρώπων τα του ανθρώπου ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ; Ούτω και τα του Θεού ουδείς οίδεν ει μη το Πνεύμα του Θεού».
«Ποιός από τους ανθρώπους ξέρει τι είναι ο άνθρωπος παρά μόνον το πνεύμα του ανθρώπου, που είναι μέσα του; Έτσι και το τι είναι ο Θεός κανείς δεν το ξέρει παρά μόνον το Πνεύμα του Θεού».

Για να κάνει αντιληπτή στους αναγνώστες του αυτή την εσωτερική δραστηριότητα του Αγίου Πνεύματος, ο απόστολος τους προσκαλεί να παρατηρήσουν την εργασία του πνεύματος του ανθρώπου μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Και τούτο διότι ο άνθρωπος είναι φτειαγμένος κατ” εικόνα του Θεού, και αυτό ειδικά δυνάμει της πνευματικής του φύσης.
Υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο μια ζωή κρυμμένη από κάθε μάτι, ένας κόσμος εντυπώσεων, επιθυμιών, ανησυχιών, εμπνεύσεων, και μαχών, για τις οποίες αυτός μόνον δίδει λογαριασμό στον εαυτόν του, τόσο όσο αυτός είναι ένα πνεύμα, δηλαδή, μια ενσυνείδητη και προσωπική ύπαρξη, . Αυτός ο εσωτερικός κόσμος είναι άγνωστος στους άλλους, εκτός εάν αυτός ο ίδιος τους τον αποκαλύψει δια του λόγου. Τέτοια είναι η ομοιότητα του τι συμβαίνει στο φαινόμενο της αποκάλυψης μεταξύ Θεού και ανθρώπου.
Έτσι, προσφεύγοντας σ” αυτό, που ονομάζουμε στην φιλοσοφική γλώσσα «το γεγονός του ενσυνειδήτου», ο Παύλος γνωρίζει καλά ότι δεν διδάσκει τίποτα καινούργιο. Εξ αυτού η ερωτηματική μορφή. Μόνον που προσθέτει, όταν μιλά για το πνεύμα του ανθρώπου, «το εν αυτώ». Δεν εκφράζεται έτσι όταν μιλά για το Πνεύμα του Θεού. Το Πνεύμα δεν είναι μέσα στον Θεό, ως εάν ο Θεός ήταν γι” Αυτόν ένα μέρος.
Στην δεύτερη πρόταση θα πρέπει να διαβάσουμε, «έγνωκεν», που αναφέρεται στους περισσοτέρους κώδικες, όχι «οίδεν», το οποίο έχει σίγουρα εισαχθεί από την πρώτη πρόταση. Η διαφορά είναι ότι το τελευταίο δηλώνει την γνώση ενός γεγονότος, το προηγούμενο την γνώση της εσωτερικής φύσης του πράγματος.
Μετά απ” αυτή την σύντομη εξήγηση (εδάφιο 11), ο απόστολος, στο εδάφιο 12, συνδέει με την βασική ιδέα, εκείνη του «απεκάλυψε», εδάφιο 10: «Υπήρξε προς χάριν μας μια πράξη αποκάλυψης». Και καθώς, στα εδάφια 6,7, είχε θέσει σε αντίθεση την γηίνη σοφία με την Θεία σοφία, έτσι θέτει σε αντίθεση, στο εδάφιο 13, την αποκάλυψη του Πνεύματος εκ των άνω, με όλη την γηίνη γνώση.

Εδάφιο 12
«Ημείς δε ου το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν».
«Εμείς δε δεν ελάβαμε το πνεύμα του κόσμου αλλά το Πνεύμα που προέρχεται από τον Θεόν, δια να γνωρίσωμεν εκείνα που μας εχαρίσθησαν από τον Θεόν».

Αυτό το εδάφιο είναι η ανάπτυξη της λέξης «δια του Πνεύματος» (εδάφιο 10).
Το Άγιο Πνεύμα τίθεται σε αντίθεση με ένα άλλο πνεύμα, το οποίον επίσης έχει την δύναμη να κάνει αποκαλύψεις μιας άλλης φύσης, με το πνεύμα του κόσμου. Μερικοί το εννόησαν σαν «το πνεύμα που εργάζεται στους υιούς της απειθείας» (Εφεσίους Β2). Άλλοι, σαν το πνεύμα που εμπνέει το εν απιστία ανθρώπινο γένος, το διαβολικό πνεύμα. Αλλά μας επιτρέπει να πάμε τόσο μακρυά η έκφραση που χρησιμοποιείται εδώ; Ο άνθρωπος, κατά τον καιρό της δημιουργίας του έλαβε ένα «πνεύμα», διότι συμμετέχει στην πνευματική φύση και δύναμη που είναι η ουσία του Θεού (Γένεση Β7, Ιωάννης Δ24). Με την Πτώση, αυτή η δωρεά δεν απεσύρθη απ” την ανθρωπότητα, αλλά λόγω του χωρισμού της απ” τον Θεό, το πνεύμα του ανθρώπου έγινε κοσμικό (ανόσιο, βέβηλο, άπιστο, ειδωλολατρικό, υλιστικό). Παρέμεινε, λοιπόν, μέσα στον άνθρωπο, (σαν ένα συλλογικό ον που είναι), σαν μια αρχή γνώσης και δημιουργικής ικανότητας, ενθουσιασμού και έξαρσης. Είναι αυτό που οι ειδωλολάτρες ονόμαζαν η «Μούσα», και το οποίο εκδηλώνεται με την φιλοσοφική και καλλιτεχνική μεγαλοφυία, μεταδίδοντας σ” αυτά τα προικισμένα άτομα θαυμαστή διορατικότητα και λέξεις καταπληκτικής δύναμης, δια των οποίων δίνουν τόνο στην εποχή τους. Και αυτός είναι ο λόγος που ο απόστολος δεν διστάζει ο ίδιος ν” αναφέρει αποσπάσματα Ελλήνων ποιητών, και να δηλώσει έναν απ” αυτούς με το όνομα του προφήτη (Πράξεις ΙΖ28, Τίτο Α12). Όμως, σε οποιονδήποτε βαθμό δύναμης και αν φθάσει αυτό το πνεύμα του κόσμου, δεν μπορεί να δώσει στον άνθρωπο την γνώση των Θείων σχεδίων, ούτε να κάνει απόστολο ακόμη και έναν με την μεγαλύτερη μεγαλοφυία. Η έκφραση «ουκ ελάβομεν», δηλώνει, «Η πνευματική δύναμη που έχει κάνει εμάς ό,τι είμαστε, δεν είναι εκείνη». Σύγκρινε μια ανάλογη μορφή, Ρωμαίους Η15.
Σε αυτό το πνεύμα που υψώνεται, να το πούμε έτσι, από την καρδιά του «κόσμου», ο απόστολος αντιπαραθέτει το Άγιο Πνεύμα, κατά γράμμα, «το Πνεύμα που προέρχεται (εκ) από τον Θεό». Αυτή η μορφή με την οποία εκφράζεται, δίνει έμφαση στον υπέρτατο χαρακτήρα της δικής του αρχής που τον εμπνέει. Αυτό το Πνεύμα ήτο «εν τω Θεώ», και έρχεται απ” Αυτόν για να εισέλθει μέσα στον άνθρωπο, σύγκρινε Ρωμαίους Ε5. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό από την ανθρωπίνη έμπνευση, ακόμα και όταν αυτή υψώνεται στην υψηλότερη της δύναμη.
Το άρθρο «το», μετά το «πνεύμα», δεν ήτο και τόσο αναγκαίο. Είναι τοποθετημένο εδώ να μας θυμίζει την αντίθεση με το άλλο πνεύμα, το κοσμικό πνεύμα: «Σίγουρα, δεν είμαστε ούτε Πλάτωνες, ούτε Δημοσθένηδες, ούτε Όμηροι. Αλλ” εάν θα ήθελες να μάθεις ποιές είναι οι σκέψεις του Θεού για εμάς, άκου εμάς! Το Πνεύμα που προέρχεται από τον Ίδιο τον Θεό, είναι Αυτός που τις έχει αποκαλύψει σε μας».
Υπάρχει μια πολύ αξιοσημείωτη αντίθεση μεταξύ των δύο όρων, «ειδώμεν», και «τα χαρισθέντα». Με αυτόν τον δεύτερο όρο ο Παύλος αντιλαμβάνεται τις ευλογίες της σωτηρίας, το δώρο του Υιού, την εξιλέωση που επετελέσθη απ” Αυτόν, και όλα τα οφέλη που εκπηγάζουν απ” αυτές: Δικαίωση, αγιασμός, τελική απολύτρωση (Α30). Αυτές τις ευλογίες μπορεί κάποιος να τις απολαύσει με απλή πίστη, και χωρίς ακόμα να έχει μετρήσει όλο τους το μεγαλείο, διότι το «ειδέναι» λείπει ακόμα κατά έναν ορισμένον βαθμό. Και είναι αυτός ο λόγος που ο απόστολος ζητούσε για τους Εφεσίους (Γ18), ώστε αυτοί να είναι σε θέση «να καταλάβουν μαζί με όλους τους αγίους τι είναι το πλάτος και μήκος, το βάθος και ύψος», και για τους Κολοσσαείς (Β2,3), «για την πλούσια κατανόηση, εις πλήρη γνώσιν του μυστηρίου του Θεού και Πατρός και του Χριστού, εις τον οποίον είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως».
Εδώ, λοιπόν, το «ειδέναι» δηλώνει την εκτίμηση που ο πιστός κάνει στον εαυτόν του όλων που περιέχονται μέσα στο «χαρισθέντα», τα γεγονότα της σωτηρίας που είναι ειργασμένα γι” αυτόν. Είναι εκείνα τα υψηλότερα φώτα την περιοχή των οποίων έχουμε ζητήσει να δείξουμε συνοπτικά (ιδέ πάνω στο Β6). Μεταξύ της πίστης στα απλά γεγονότα της σωτηρίας, και αυτών των πιό υψηλών όψεων του Θείου έργου, υπάρχει όλη η απόσταση που διαχωρίζει το κήρυγμα του ευαγγελιστού από την δογματική διδασκαλία του Χριστιανού δασκάλου, ή, εάν το θέλετε, όλη η διαφορά που υφίσταται μεταξύ του περιεχομένου της ευαγγελικής διήγησης και της διδασκαλίας των Επιστολών.
Σ” αυτή την διδασκαλία της Θείας σοφίας, στο τέλος αυτού του όλου πορίσματος, ο Παύλος αναφέρεται στο εδάφιο 13.

Εδάφιο 13
«Α και λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ” εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου, πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες».
«Γι” αυτά μιλάμε, όχι με λόγους που μας τους δίδαξε ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγους που τους εδίδαξε το Πνεύμα το Άγιον, ερμηνεύοντες πνευματικά πράγματα εις πνευματικούς ανθρώπους».

Εδώ είναι η συνόψιση του «λαλούμεν», του εδαφίου 6, που έχει προετοιμασθεί δια των εδαφίων 10-12: «Αυτή την κρυμμένη σοφία ο Θεός την έχει αποκαλύψει σε μας με το Πνεύμα Του, και την ομιλούμε με λέξεις σχηματισμένες μέσα μας υπ” αυτού του Ιδίου Πνεύματος. Αυτός μας δίδει την μορφή, μετά που μας έχει δώσει το περιεχόμενο.»
«Και», δείχνει ακριβώς αυτή την σχέση μεταξύ των δύο λειτουργιών του Πνεύματος, «αποκάλυψη», και «έμπνευση». Καθώς ο Παύλος έχει θέσει σε αντίθεση σοφία με σοφία (εδάφια 6-9), αποκάλυψη με αποκάλυψη (εδάφια 10-12), τώρα θέτει σε αντίθεση την Θεία έμπνευση με την γηίνη έμπνευση. Είναι δια αποκαλύψεως που ο Θεός μεταδίδει τον Εαυτόν Του στον άνθρωπο. Η έμπνευση φέρνει στην επιφάνεια την σχέση του ανθρώπου προς τον άνθρωπον.
Οι γενικές, «σοφίας» και «πνεύματος» φαίνεται να εξαρτόνται πιό πολύ από το «διδακτοίς» (Ιωάννης ΣΤ45): «Λέξεις διδακτοίς, όχι δια σοφίας, αλλά δια του Πνεύματος». Το να διδάξεις πράγματα τα οποία έχει αποκαλύψει το Πνεύμα, δεν γίνεται με την χρήση όρων τους οποίους έχει ανακαλύψει η αντίληψη και η ικανότητα του ιδίου του ανθρώπου. Η ίδια Θεία Πνοή που σήκωσε το κάλυμμα για να κάνει αποκαλύψεις, κάνει κατοχή επίσης και του στόματος του ερμηνευτή Της, όταν είναι να μιλήσει. Η έμπνευση είναι, πράγματι, η γλώσσα της αποκάλυψης. Τέτοιο είναι το μυστικό του ιδιόμορφου και μοναδικού ύφους της Γραφής.
Ο όρος «διδακτός» ενώ σίγουρα περιλαμβάνει την ιδέα της έμπνευσης, παρόλα αυτά εξαιρεί κάθε μηχανική παρουσίαση του γεγονότος, και υπονοεί στο εμπνεόμενο πρόσωπο μια ζωντανή αφομείωση της εκφρασθείσης αλήθειας.
Για την τελευταία παράγραφο αυτού του εδαφίου έχουν δοθεί πολλές και διαφορετικές έννοιες, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνεται κάθε φορά στο «συγκρίνειν», και σύμφωνα με το γένος που μπορεί να δοθεί (αρσενικό ή ουδέτερο) στο «πνευματικοίς».
Το σπανίως χρησιμοποιούμενο ρήμα «συγκρίνειν» κατά γράμμα δηλώνει, το να φέρεις δύο πράγματα μαζί, να τα συγκρίνεις, και να καθορίσεις την σχετική τους τιμή. Αυτή είναι σίγουρα η μόνη του έννοια στο μοναδικό άλλο εδάφιο όπου το βρίσκουμε στην Καινή Διαθήκη, Β” Κορινθίους Ι12. Αλλά, στην μετάφραση των Ο”, αυτό το ρήμα συχνά παίρνει την έννοια του «ερμηνεύειν», ειδικά όταν γίνεται λόγος για όνειρα (Γένεση Μ8, 16, 22, Δανιήλ Ε15-17), διότι η ερμηνεία ενός ονείρου συνίσταται στην σύγκριση της εικόνας, με την ιδέα που αποκαλύπτεται σ” αυτή. Αρκετοί ερμηνευτές έχουν υιοθετήσει αυτή την δεύτερη έννοια, αλλά αυτή η έννοια του «ερμηνεύειν» για το «συγκρίνειν», είναι ξένη προς την Καινή Διαθήκη και τα κλασσικά Ελληνικά.
Το σωστό είναι να δεχθούμε ότι αυτές οι λέξεις, το τέλος του εδαφίου, σχηματίζουν την μετάβαση στην ανάπτυξη της τρίτης λέξης του θέματος (6α), «μεταξύ των τελείων», η οποία θα αποτελέσει το θέμα των ακολούθων εδαφίων. Αν αυτό είναι σωστό, θα πρέπει να πάρουμε το «πνευματικοίς» σαν αρσενικό, και να δούμε σ” αυτό το ισοδύναμο του «τέλειοι», σύγκρινε το εδάφιο 15 και το Γ1. Η έννοια τότε είναι: «Προσαρμόζοντας, εφαρμόζοντας, πνευματικές διδασκαλίες σε πνευματικούς ανθρώπους». Αυτή είναι ακριβώς η ιδέα που αναπτύσσεται στα εδάφια 14-16, και η οποία θα εφαρμοσθεί στο τελικό χωρίο Γ1-4.
Αυτό το χωρίο έχει μια ιδιάζουσα σπουδαιότητα. Δείχνει πως ό,τι στην θέα του Παύλου ήτο το αντικείμενο της αποκάλυψης, για την οποία μιλά σ” αυτό το σημείο, δεν ήταν τα ιστορικά γεγονότα από τα οποία εκπηγάζει η σωτηρία, ούτε η απλή έννοια στην οποία παρουσιάζονται δια του κηρύγματος που χρησιμοποιείται στον ευαγγελισμό. Το αντικείμενο της αποκάλυψης, κατά τον Παύλο, ήταν το Θείο σχέδιο που πραγματοποιείται μέσω αυτών, η σχέση τους με την ιστορία της ανθρωπότητας και του σύμπαντος, όλα αυτά που βρίσκουμε να εκτίθενται στα χωρία που αναφέρονται πιο πάνω, καθώς και στην Εφεσίους και Κολοσσαείς, Ρωμαίους Θ-ΙΑ, Α” Κορινθίους ΙΕ. Εκεί βρίσκουμε αποκεκαλυμμένο το σχέδιο του Θεού σε όλες του τις διαστάσεις, (το μήκος του, το πλάτος, το βάθος, το ύψος), όλο εκείνο το σύστημα των Θείων σκέψεων, που έχουν συλληφθεί προ των αιώνων προς δόξαν μας, για τις οποίες μίλησε το εδάφιο 7. Και ο σταυρός, στο κέντρο, απ” όπου ακτινοβολεί προς όλες τις κατευθύνσεις του χρόνου και του χώρου το μεγαλείο της Θείας αγάπης. Αυτήν την Χριστιανική θεώρηση δεν έχουμε να την δημιουργήσουμε, να την συλλάβουμε στον νου, ή να την αναζητήσουμε. Είναι δοσμένη. Ο Θεός είναι ο πρωτεργάτης της. Το Πνεύμα Του, αυτός που την αποκαλύπτει. Ο Παύλος και ο καθένας από τους Αποστόλους, στο μέτρο του, ο εμπνευσμένος ερμηνευτής. Αλλά αυτή σοφία, αποκεκαλυμμένη σε κείνους που πρόκειται να είναι τα όργανα της, είναι να ομιληθεί απ” αυτούς μόνον σε κείνους που είναι κατάλληλοι να την δεχθούν (εδάφια 14-16).
ΕΔΑΦΙΑ 14-16
Ερχόμαστε τώρα στην ανάπτυξη του τρίτου όρου: «Μεταξύ των τελείων».

Εδάφιο 14
«Ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού, μωρία γαρ αυτώ εστι, και ου δύναται γνώναι, ότι πνευματικώς ανακρίνεται».
«Ο φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται όσα προέρχονται από το Πνεύμα του Θεού, διότι γι” αυτόν είναι μωρία. Δεν μπορεί να τα καταλάβη, διότι πρέπει να εξετασθούν πνευματικώς».

Με πρώτη ματιά φαίνεται ότι το «γαρ» θα ήταν πιό κατάλληλο από το «δε»: «Εμείς διαθέτουμε πνευματικά πράγματα σε πνευματικούς ανθρώπους, διότι οι άλλοι δεν θα τα καταλάβαιναν». Αλλά η σκέψη είναι διαφορετική. Το «δε» δηλώνει: «Αλλά, όσο για τους μη πνευματικούς, δεν τους δίνουμε τίποτα αυτού του είδους, διότι δι” αυτού θα τους κάναμε περισσότερο κακούς από καλούς». Ο Παύλος εδώ αναφέρει τον μη πνευματικό άνθρωπο με τον όρο «ψυχικός». Αυτή η λέξη δηλώνει ένα ον ζωογονούμενο μ” εκείνη την πνοή της φυσικής ή γήινης ζωής (ψυχή), την οποία ο άνθρωπος κατέχει από κοινού με όλα τα ζωντανά όντα της δημιουργίας. Αυτό υπονοεί εδώ την απουσία εκείνης της πνοής της υψηλότερης ζωής, η οποία θέτει τα ηθικά όντα σε κοινωνία με τον Θεό, και την οποία η Γραφή ονομάζει «το πνεύμα». Έτσι, ΙΕ44, το γήινο σώμα ονομάζεται «ψυχικό» σώμα, τόσο όσο είναι συγκροτημένο να υπηρετεί ως το κατοικητήριο και το όργανο μιας «ψυχής», ενώ το μελλοντικό σώμα ονομάζεται «πνευματικό», τόσο όσο είναι προορισμένο να είναι το όργανο ενός «πνεύματος».
Μερικοί έχουν συμπεράνει απ” αυτή την έκφραση του Παύλου, ότι αυτός αρνιόταν κάθε κατοχή πνεύματος στον φυσικό άνθρωπο. Αλλά το Α” Θεσσαλονικείς Ε23 αποδεικνύει το αντίθετο. Θέτοντας «σώμα», «ψυχή» και «πνεύμα» παράλληλα το ένα στο άλλο, σαν τα τρία συνεχή αντικείμενα του Χριστιανικού αγιασμού, δείχνει ότι, κατά την άποψη του, αυτά είναι τα τρία ουσιαστικά στοιχεία του όλου ανθρωπίνου προσώπου. Μόνο, που πριν τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος, το πνεύμα στον άνθρωπο είναι μάλλον κάτι σαν μια υψηλόφρων επιδίωξις, ή μια ευαισθησία, μια ικανότητα αφομειώσεως ιδεών κ.λ.π., παρά δύναμη και ζωή. Το «πνεύμα» στον άνθρωπο είναι απλά το όργανο με το οποίο είναι προικισμένη η ανθρώπινη ψυχή για το Θείο, η αίσθηση η προορισμένη να το συναισθανθεί και να το δεχθεί. Είναι μια πνευματική ικανότητα που το Άγιο Πνεύμα θα την μετατρέψει σε αληθινή δύναμη και καινούργια αρχή ζωής, όταν το λάβει σε κατοχή Του.
Αναμφίβολλα η ψυχή, η οποία είναι η αρχή ζωής, κοινή στον άνθρωπο και τα ζώα, είναι προικισμένη στον άνθρωπο με ικανότητες ανώτερες από εκείνες των άλλων ζώντων όντων. Αλλά το «πνεύμα» μόνον θέτει τον άνθρωπο σε σχέση με τον Θεό, και έτσι σχηματίζει τον πραγματικό χαρακτήρα διάκρισης του ανθρώπου από όλα τα άλλα ζώντα όντα. Ο όρος «ψυχικός» άνθρωπος, που τον αποδίδουμε με τον «φυσικός» άνθρωπος, δεν εξαιρεί λοιπόν την παρουσία πνεύματος σ” έναν τέτοιον άνθρωπο. Μόνον που υπονοεί την λανθάνουσα και μη ενεργό κατάσταση αυτού του στοιχείου, τόσο όσο το Άγιο Πνεύμα δεν το έχει αφυπνίσει, για να εισέλθει σε ένωση με Αυτόν τον Ίδιον, και να γίνει, με την βοήθεια Αυτού, κύριος της ψυχής, και δι” αυτής του σώματος. Σ” αυτή την κατάσταση ο άνθρωπος κατέχει μόνον την φυσική νοημοσύνη με την οποία είναι προικισμένη η ψυχή του, μέσω της οποίας αυτός κρίνει τα πράγματα της παρούσης ζωής, και οδηγείται σ” αυτή την σφαίρα. Είναι κατ” αυτή την έννοια που ο Παύλος τον ονομάζει «ψυχικό».
Ο όρος «ου δέχεται» δείχνει ότι στον εσωτερικό του άνθρωπο δεν υπάρχει τίποτα που ν” ανταποκρίνεται σ” αυτό το φως. Αυτό το φως δεν διεισδύει σ” αυτόν. Ό,τι συναρπάζει τους προχωρημένους πιστούς με χαρά και θαυμασμό, τον αφήνει αδιάφορο, και ακόμα παράγει μέσα του, παρ” όλη του την νοημοσύνη σε άλλες περιοχές, την εντύπωση ότι είναι ανοησία. Γιατί αυτό; Υπάρχουν δύο λογικές, μία για τους μετεστραμμένους, και άλλη για τους μη μετεστραμμένους; Σίγουρα όχι. Οι νόμοι του συλλογισμού ισχύουν απαράλλαχτα οι ίδιοι για κάθε λογικό νου. Η διαφορά προκύπτει απ” το γεγονός ότι η εμπειρία της σωτηρίας εγκαθιδρύει στον πιστό νέες βάσεις συλλογισμού, ξένες προς την εμπειρία του φυσικού ανθρώπου. Καθώς ο εγωιστής δεν μπορεί να πιστέψει στον ηρωισμό της αφοσίωσης, και την θεωρεί σαν κάτι το αδύνατο, – όχι διότι έχει μια άλλη λογική από τον άνθρωπο της καρδιάς, αλλά διότι μια αναγκαία ηθική βάση συλλογισμού λείπει σ” αυτόν να εκτιμήσει τούτο το ηθικό γεγονός, – έτσι ο καθαρά ψυχικός άνθρωπος, μη έχοντας εμπειρία της Θείας αγάπης, δεν κατέχει την βάση συλλογισμού την αναγκαία για να καταλάβη το Θείο σχέδιο, και με την ίδια αντίληψη όπως ο πιστός, και το ονομάζει ανοησία, αυτό που για τον πιστό είναι ουρανός.
Ο απόστολος προσθέτει, «και ου δύναται γνώναι», ως να έλεγε: «Εάν αυτός δεν τ” αντιλαμβάνεται, δεν είναι τόσο πολύ λάθος δικό του, όσο εκείνου του κακώς πληροφορημένου δασκάλου, ο οποίος εκθέτει μια Χριστιανική φιλοσοφία στον άνθρωπο, που χρειάζεται πρώτα απ” όλα να του πουν για την σωτηρία, ο οποίος μακρυγορεί στις υψηλές περιοχές της γνώσης, όταν θα έπρεπε να έχει εργασθεί για την ανανέωση της καρδιάς». Εδώ βλέπουμε καθαρά πως ο Παύλος διακρίνει μεταξύ του απλού κηρύγματος της σωτηρίας, και της «σοφίας» για την οποία μιλά μέσα σ” όλο αυτό το χωρίο.
Η λέξη «πνευματικώς» απλά δηλώνει εδώ, «δυνάμει πνευματικών βάσεων συλλογισμού». Και το ρήμα «ανακρίνω», που σημαίνει, «εξετάζω», «αναλύω», «διακρίνω», δηλώνει την αναλυση που γίνεται απ” τον νου, των πραγμάτων που μεταδίδονται σ” αυτόν, και την κρίση που προκύπτει απ” αυτή.
Απ” αυτό εδώ ο Παύλος θα μπορούσε να περάσει κατ” ευθείαν στην εφαρμογή που έχει κατά νουν (Γ1-4). Αλλά παρεμβάλλει μερικές σύντομες σκέψεις, εδάφια 15,16, κατάλληλες να στρώσουν τον δρόμο γι” αυτή την εφαρμογή, και να δώσουν σ” αυτή την πλήρη της βαρύτητα.

Εδάφια 15,16
«Ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ” ουδενός ανακρίνεται. Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου, ος συμβιβάσει αυτόν; Ημείς δε νουν Χριστού έχομεν».
«Αλλ” ο πνευματικός άνθρωπος κρίνει όλα τα πράγματα, ο ίδιος όμως δεν κρίνεται από κανέναν. Διότι, «Ποιός εγνώρισε την σκέψιν του Κυρίου, ώστε να την διδάξη»; Εμείς όμως έχομεν νουν Χριστού».

Το εδάφιο 6 υπέθετε σ” έναν κήρυκα την ικανότητα να διακρίνει, σε κάθε περίπτωση, εάν αυτός είχε να κάνει μ” έναν ψυχικό ή μ” έναν πνευματικό άνθρωπο. Αυτή είναι η ικανότητα που ο απόστολος βεβαιώνει, εδάφιο 15, την κατοχή και την ελευθέρα άσκηση της οποίας αξιώνει για τον εαυτόν του, εδάφιο 16. Ο σύνδεσμος μεταξύ των εδαφίων 15 και 14 είναι στον όρο και στην ιδέα του «ανακρίνειν». Δυνάμει της επιροής που ασκείται από το «πνεύμα», πάνω στις ψυχικές ικανότητες του αναγεννημένου ανθρώπου, αυτός είναι προικισμένος με μια ανώτερη ικανότητα διάκρισης, που του δίνει την δύναμη να εκτιμήσει τους ανθρώπους και τα πράγματα με βεβαιότητα. Όπως κάποιος είπε, «Εάν ο άνθρωπος του κόσμου δεν μπορεί να καταλάβει την αγιότητα, ο άγιος άνθρωπος όμως μπορεί να καταλάβει τα βάθη του κακού». Από το υψηλότερο στάδιο κάποιος μπορεί να κοιτάξει κάτω, στα χαμηλώτερα, αλλά όχι και το αντίστροφο.
«Πάντα»: Όλα τα πράγματα, το καθένα καθώς παρουσιάζει τον εαυτόν του. Όλα τα πράγματα, δηλαδή, κάθε περίσταση, κάθε κατάσταση, και επομένως, και κάθε πρόσωπο με το οποίον κάποιος συναντάται. Άρα ο Παύλος είχε το δικαίωμα να εκτιμήσει την πνευματική κατάσταση των Κορινθίων, και να κρίνει τι άρμοζε και τι δεν άρμοζε σ” αυτή τους την κατάσταση.
Αλλά, από το άλλο μέρος, αυτός ο πνευματικός άνθρωπος δεν υπόκειται στον λεπτομερή έλεγχο και στις καταδικαστικές αποφάσεις ουδενός. Απ” αυτή την αρχή τώρα ξεπήδησε η εφαρμογή που ο Παύλος πρότεινε να κάνει στους Κορινθίους (Γ1-4). Αυτός μπορεί να τους κρίνει, ενώ αυτοί δεν είναι σε θέση να κρίνουν αυτόν.
Εδάφιο 16. «Με τον ταπεινό, πιό ταπεινός. Με τον υπερήφανο, πιό υπερήφανος», λέγει κάποιος. Ποτέ κανένας δεν άσκησε αυτό το αξίωμα καλλίτερα από τον απόστολο Παύλο. Πρόσωπο προς πρόοσωπο μ” εκείνους που τον δυσφημίζουν, υψώνεται σ” ένα ασύγκριτο ύψος. Ο Ιεχοβά, στον Ησαϊα, απευθυνόμενος προς αμαθείς ανθρώπους, τους «πετά» αυτή την πρόκληση: «Ποιός έχει μετρήσει το Πνεύμα του Κυρίου; Ποιός, όντας σύμβουλος του, τον έχει διδάξει;» Τέτοια είναι η θέση που παίρνει ο απόστολος ενάντια σε κείνους που τον μειώνουν. Αναφέρει αυτό το εδάφιο από του Ο”, τροποποιόντας το κατάλληλα. Ακριβώς όπως ο φυσικός άνθρωπος είναι ανίκανος να κρίνει, με την λογική του μόνον, τους τρόπους του Θεού στην δημιουργία και στην διακυβέρνηση του κόσμου, έτσι αυτός δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει τον τρόπο ενεργείας, και την συμπεριφορά του πνευματικού ανθρώπου. Γιατί αυτό; Διότι αυτός ο τελευταίος, έχοντας τον νου του Κυρίου, ορθώνεται ενάντια του στην ίδια θέση, όπως ο Ίδιος ο Κύριος.
Η λέξη «συμβιβάζειν» δηλώνει κατά γράμμα, «να προκαλέσει να περπατήσει μαζί», και εξ αυτού, «να διορθώσει», «να συνδυάσει», «να συμπεράνει» (Πράξεις ΙΣΤ10), «να επιδείξει» (Πράξεις Θ22). Στους κλασσικούς χρησιμοποιείται μόνο με το «πράγμα» σαν αντικείμενο, («να επιδείξει ένα αντικείμενο), ενώ στους Ο” χρησιμοποιείται με το «πρόσωπο» σαν αντικείμενο. Και έτσι σ” αυτούς τους τελευταίους παίρνει την έννοια του «δίδειν οδηγίας», την οποία έχει εδώ.
Στο «ημείς», υπάρχει μια εμφανής αντίθεση με το «υμείς», του Γ1-3. Είναι φανερό το πόσο βαθειά ο απόστολος διαχωρίζει τον εαυτόν του από την Εκκλησία, δυνάμει της αποκάλυψης που έχει λάβει.
Ο όρος «νους» δεν είναι συνώνυμος με το «πνεύμα». Δηλώνει τον νουν του Θεού όσον αφορά τον προορισμό της ανθρωπότητας και των καλλιτέρων μέσων του να επιτευχθεί. Το Πνεύμα είναι ο Πράκτορας δια του οποίου αυτός ο νους του Θεού μεταδίδεται στον πνευματικό άνθρωπο.
«Ποιός γνωρίζει τον νουν του Θεού; Αλλά εμείς τον γνωρίζουμε. Γι” αυτό κανένας δεν μπορεί να κρίνει τον τρόπο ενεργείας μας». Βλέπομε ο Παύλος, στην θέση του «νου του Κυρίου (του Θεού)», να έχει βάλει τον «νουν του Χριστού», τον οποίον σιωπηρώς ταυτίζει μ” εκείνον του Θεού, διότι ο προηγούμενος, δεν είναι παρά η αντανάκλαση του τελευταίου σ” έναν ανθρώπινον νουν.
Δια του «έχομεν», ο νους του Χριστού ταυτίζεται, με την σειρά του, μ” εκείνον του Παύλου, ο οποίος τον γνωρίζει μέσω της αποκάλυψης του Πνεύματος. Είναι όπως ο υπουργός των εξωτερικών, που θα μπορούσε να πει, μετά από μια εις βάθος συζήτηση με τον πρωθυπουργό του, «εγώ είμαι σε πλήρη κατοχή του νου του κυρίου μου». Απ” αυτή την στιγμή, λοιπόν, και μετά, το να κριτικάρεις τον υπηρέτη, είναι σαν να κριτικάρεις τον κύριο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3

Εδάφια 1-4
Μετά που έδειξε ότι παρ” όλο που το Ευαγγέλιο δεν είναι σοφία, αν και περιέχει μία σοφία, μία σοφία όμως η οποία δεν μπορεί να εκτεθεί παρά σ” εκείνους οι οποίοι λόγω της πνευματικής τους ωριμότητας είναι σε θέση να την καταλάβουν, ο απόστολος κάνει εφαρμογή αυτής της αλήθειας στην σχέση του προς την Εκκλησία της Κορίνθου. Το Γ1-4 είναι το αντίστοιχο του Β1-5. Σας εκήρυξα το Ευαγγέλιο σαν δύναμη (Β1-5). Δεν μπορούσα να σας το κηρύξω σαν σοφία (Γ1-4).

Εδάφια 1-2
«Και εγώ, αδελφοί, ουκ ηδυνήθην λαλήσαι υμίν ως πνευματικοίς, αλλ” ως σαρκικοίς, ως νηπίοις εν Χριστώ. Γάλα υμάς επότισα και ου βρώμα. Ούπω γαρ ηδύνασθε, αλλ” ούτε έτι νυν δύνασθε. Έτι γαρ σαρκικοί εστε.»
«Και εγώ, αδελφοί, δεν μπόρεσα να σας μιλήσω όπως θα ήρμοζε σε πνευματικούς ανθρώπους, αλλ” όπως ήρμοζε σε γηίνους, σε νήπια εν Χριστώ. Γάλα σας επότισα και όχι στερεάν τροφήν, διότι ακόμα δεν μπορούσατε να την δεχθήτε. Αλλ” ούτε και τώρα ακόμη μπορείτε, διότι ακόμα είσθε γήινοι».

Ο απόστολος, μετά που υψώνεται στο ύψος που του καθορίζεται από την αποκάλυψη που έχει λαβει, ταπεινώνει με αυστηρότητα την αλαζονεία των Κορινθίων.
«Και εγώ»: Ο Παύλος εφαρμόζει στον εαυτόν του, και ειδικά στην σχέση του προς τους Κορινθίους, ό,τι έχει μόλις είπει για την σχέση του πνευματικού ανθρώπου προς τον καθαρά φυσικό άνθρωπο. «Και εγώ επίσης, σαν ένας πνευματικός άνθρωπος, έκρινα και ενήργησα ανάλογα». Η λέξη «αδελφοί» υπηρετεί να μαλακώσει κάπως αυτή την προσωπική εφαρμογή.
«Δεν μπορούσα»: Είναι μια απάντηση που υπονοείται στην πλήρη περιφρόνησης κατηγορία των εχθρών του: «Αυτός δεν γνώριζε». Το εμπόδιο ήταν μ” αυτούς. Το ότι δεν μπορούσε, οφειλόταν σ” αυτούς.
Ο Παύλος δεν χρησιμοποιεί άλλο εδώ τον όρο «ψυχικός» (φυσικός) άνθρωπος, ο οποίος θα ήταν πολύ βαρύς. Και αυτό διότι δεν εννοούσε ότι από τους Κορινθίους έλειπε ολοκληρωτικά η Θεία πνοή. Διαφορετικά πως θα μπορούσαν οι Κορίνθιοι να ήταν σε κατοχή «χαρισμάτων», την ύπαρξη των οποίων αυτός ο ίδιος είχε αναγνωρίσει σ” αυτούς (Α5,7); Αυτός είναι ο λόγος που χρησιμοποιεί τον όρο «σαρκικός», ο οποίος δεν αποκλείει την κατοχή, σε κάποιο βαθμό, της νέας ζωής. Το Πνεύμα ήταν εκεί, αλλά δεν είχε ακόμη κερδίσει μια αποφασιστική υπεροχή πάνω στα ένστικτα της σάρκας, της μη αναγεννημένης φύσης.
Με αυτά τα λόγια, δεν πρέπει να γίνουν αντιληπτές μόνον και μόνον φιλήδονες, αισθησιακές κλίσεις. Αυτό είναι φανερό από το εδάφιο 3. Διότι δεν ήταν αισθησιακά πράγματα οι διαιρέσεις που έγιναν στην Κόρινθο. Η λέξη «σάρκα», που δηλώνει κατά γράμμα τα μαλακά και ευαίσθητα μέρη του σώματος, δηλώνει επίσης, επεκτείνοντας την, την φυσική ευαισθησία, την γρήγορη, ακόμα καθαρά ηθική δεκτικότητα, για ευχάριστες ή δυσάρεστες εντυπώσεις γενικά. Έτσι ο άνθρωπος που προτιμά τις μεθυστικές απολαύσεις της ομιλίας σε γλώσσες, από την άγια σοβαρότητα του προφητεύειν, ή από την ευγενική απλότητα του διδάσκειν, στα μάτια του Παύλου είναι ακόμα σαν ένα σαρκικό μωρό, σύγκρινε το ΙΔ20. Επομένως εκείνοι που έχουν βρει, στις διαφορετικές μορφές με τις οποίες το κήρυγμα του Ευαγγελίου έχει εμφανισθεί στην Κόρινθο, μια ευκαιρεία να υπερηφανευθούν οι ίδιοι, ή να δυσφημήσουν άλλους, και δι” αυτού να διασπαράξουν την Εκκλησία σε φατρίες, και τούτο για να ικανοποιήσουν την προσωπική τους κενοδοξία, αυτοί δείχνουν πως η σάρκα, η αυταρέσκεια, ακόμα κυβερνούσε την νέα τους ζωή, και παρέλυε την ενέργεια του Πνεύματος σ” αυτούς.
Ο Παύλος, πάντως, δεν ονομάζει τέτοιους ανθρώπους «ψυχικούς», ως εάν το Πνεύμα του Θεού δεν είναι μέσα τους κατά κάποια έννοια. Πράγματι, ο «ψυχικός» άνθρωπος μπορεί επίσης να κληθεί «σαρκικός». Αλλά υπάρχει αυτή η διαφορά, – ότι στον αναγεννημένον η σάρκα απλώς εμποδίζει την ενέργεια του Πνεύματος, ενώ στον μη αναγεννημένο, σ” αυτόν, δηλαδή, που κατέχει μόνον την πνοή της φυσικής ζωής (την ψυχή), η σάρκα δεν εμποδίζει απλώς, αλλά αυτή βασιλεύει εδώ σαν κύριος (Ρωμαίους Ζ14-18).
Στο εδάφιο 1, η σωστή γραφή είναι «σαρκίνοις». Αυτός ο όρος δείχνει την επιβλαβή εμμονή στην φυσική κατάσταση, και δεν πρέπει να δούμε εδώ τόσο πολύ μια μομφή, την δήλωση, δηλαδή, ενός γεγονότος καταλλήλου να εξηγήσει την συμπεριφορά του Παύλου όταν αυτός ήταν μεταξύ τους. Αυτό βεβαιώνεται από την έκφραση «νήπια εν Χριστώ», την οποίαν προσθέτει σαν έναν ισοδύναμον όρον. Η λέξη χαρακτηρίζει μια κατάσταση μετάβασης, κατά μίαν έννοια φυσιολογική στην ανάπτυξη του πιστού. Χρειάζεται χρόνος να γίνει κάποιος «πνευματικός», όπως στην φυσική ζωή χρειάζεται χρόνος ν” αναπτυχθεί κάποιος, και να περάσει από την κατάσταση του νηπίου σ” εκείνη του ωρίμου άνδρα.
Εδάφιο 2. Οι εικόνες που χρησιμοποιούνται εδώ απ” τον απόστολο αναφέρονται στον όρο «νήπια». Το «γάλα», σύμφωνα με το Β2, δηλώνει το κήρυγμα του σταυρωμένου Χριστού, με το πλέον απλό του περιεχόμενο, και τις πλέον άμεσες του συνέπειες: Την εξιλέωση, την δικαίωση δια πίστεως, τον αγιασμό των δικαιωθέντων πιστών δια του Αγίου Πνεύματος, ότι, δηλαδή, σώζει, μεταστρέφοντας και αναγεννόντας.
Το «βρώμα» αντιπροσωπεύει ότι ο Παύλος έχει μόλις ονομάσει «σοφία», την θέαση του Θείου σχεδίου στην ολότητα του, από την προαιωνία του σύλληψη, στην τελική του ολοκλήρωση. Την ίδια εικόνα την έχουμε και στο Εβραίους Ε12 και ΣΤ2, αλλά μ” αυτή την διαφορά, ότι εκεί, τα υπό ερώτηση πρόσωπα είναι πρώην Εβραίοι, και ότι τα στοιχεία της θρησκευτικής γνώσης (γάλα) δεν είναι ακριβώς τα ίδια για κείνους που ήταν προηγουμένως Εβραίοι, όπως για κείνους που ήσαν προηγουμένως Εθνικοί.
Οι λέξεις, «δεν μπορούσατε ακόμα», φυσιολογικά αναφέρονται στον χρόνο της πρώτης διαμονής του Παύλου.
Ο Παύλος προσθέτει – πράγμα που είναι ακόμα περισσότερο ταπεινωτικό – ότι αυτή η αδυναμία χαρακτηρίζει ακόμα την παρούσα τους κατάσταση.
Αλλά κάποιος μπορεί να ρωτήσει, πως αυτά τα λόγια συμφωνούν με το κεφάλαιο ΙΕ της επιστολής μας, όπου ο απόστολος εισέρχεται σε τόσο βαθειές λεπτομέρειες αναφορικά με την Χριστιανική εσχατολογία; Νομίζω ότι το «δεν είσθε σε θέση», δεν εξαιρούσε μια εκδρομή στην περιοχή της σοφίας, όταν κατηγορηματικές και επικίνδυνες αρνήσεις το απαιτούσαν. Ίσως και ο απόστολος να νόμιζε καλό να εκμεταλευθεί αυτή την ευκαιρεία, να δείξη σ” αυτούς που τον μείωναν, πόσο ψηλάψμπορεί να υψωθεί, όταν αποφασίσει ν” ανοίξει τα φτερά του.

Εδάφια 3,4
«Έτι γαρ σαρκικοί εστε. Όπου γαρ εν υμίν ζήλος και έρις και διχοστασίαι, ουχί σαρκικοί εστε και κατά άνθρωπον περιπατείτε; Όταν γαρ λέγη τις, εγώ μεν ειμι Παύλου, έτερος δε εγώ Απολλώ, ουχί σαρκικοί εστε»;
«Διότι ακόμαη είσθε γήινοι. Όταν υπάρχη μεταξύ σας ζηλοτυπία και φιλονεικία και διαίρεσις, δεν είσθε γήινοι και δεν φέρεσθε σαν κοινοί άνθρωποι; Διότι όταν ο ένας λέγη: «Εγώ είμαι του Παύλου» και ο άλλος: «Εγώ είμαι του Απολλώ», δεν είσθε κοινοί άνθρωποι;»

Ο απόστολος χρησιμοποιεί εδώ τον όρο «σαρκικοί», διότι το υπό συζήτηση θέμα δεν είναι πλέον μια απλή κατάσταση αδυναμίας που συνεχίζει παρόλη την αναγέννηση, αλλά ένας τρόπος συμπεριφοράς που προσβάλλει την νέα ζωή, και εμπηρεάζει ενεργητικά εναντίον της.
Η «έρις» είναι η φανέρωση του «ζήλου» (της ζηλοτυπίας) με λόγια.
Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να προκύψει μόνον από διάθεση αυτοϊκανοποίησης, είτε απ” το μέρος των αρχηγών, είτε απ” αυτών που τους ακολουθούν. Και αυτό είναι «η σάρκα». Εκείνο που συμπληρώνει την απόδειξη, ότι μια τέτοια κατάσταση είναι καρπός της φυσικής καρδιάς του ανθρώπου, είναι η αναλογία που παρουσιάζεται από το θέαμα της Εκκλησίας έτσι διαιρεμένης, με το θέαμα που προσφέρεται στο μέσον του Ελληνικού κόσμου από τις αντίπαλες σχολές της φιλοσοφίας. Και αναμφίβολλα, αυτό είναι εκείνο που ο απόστολος εννοεί με την έκφραση: «Κατά άνθρωπον περιπατείτε», δηλαδή, «ακολουθείτε μια συμπεριφορά κατά τον τρόπο του ανθρώπου, αφημένου στον εαυτόν του».
Εδάφιο 4
Τα δύο παραδείγματα που ο απόστολος δίνει σ” αυτό το εδάφιο, προτίθενται ν” αποδείξουν ότι αυτό που κατηγορά στις διαιρέσεις που έχουν σχηματισθεί, δεν είναι κάποια εχθρότητα που αυτές μπορούν να έχουν στο πρόσωπο του, αλλά το γεγονός αυτών των ιδίων των διαιρέσεων. Και γι” αυτόν τον λόγο θέτει εμπρός την δική του ομάδα, και την κοντινώτερη στην δική του, εκείνη του Απολλώ. Υπονοείται ότι ο Παύλος ξεκινά απ” το γεγονός της πλέον βαθειάς αρμονίας μεταξύ αυτού και του Απολλώ, και ότι κάθε προσπάθεια να εφαρμοσθεί στην διακονία και στην ομάδα αυτού του ευαγγελιστού η προηγηθείσα πολεμική ενάντια της γηίνης σοφίας, θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί.
«Ουχί σαρκικοί εστε»: «Δεν ξαναπέφτετε πάλι από την υψηλότερη κατάσταση στην οποίαν σας είχε υψώσει η πίστη, στην κατάσταση του φυσικού ανθρώπου; Δεν γινόσαστε πάλι ό,τι είσαστε πριν βρεθείτε εν Χριστώ;»
Το εδάφιο 4 εκφράζει το αποτέλεσμα όλης της προηγουμένης ανάπτυξης, και αποτελεί την μετάβαση στο χωρίο που ακολουθεί. Για να κτυπήσει αποτελεσματικά το πνεύμα της αντιπαλότητας, και τις διαιρέσεις που είχαν εισβάλλει στη ζωή της Εκκλησίας, ο Παύλος είχε πάει στην ρίζα ακριβώς του κακού: Τον εσφαλμένον τρόπο θεώρησης του ιδίου του Ευαγγελίου. Είχε δείξει ότι το κήρυγμα του ευαγγελίου ήταν, όχι η έκθεση μιας νέας θρησκευτικής θεώρησης, αλλά τα καλά νέα ενός γεγονότος, και ενός γεγονότος παραλόγου στα μάτια της λογικής: Η σωτηρία της ανθρωπότητας δια του Εσταυρωμένου. Και τώρα συνάγει από κει την αληθινή ιδέα της Χριστιανικής διακονίας, και του μέρους που αυτή έχει να παίξει μέσα στην Εκκλησία.
Γ. Η αληθινή φύση της Χριστιανικής διακονίας (Γ5 – Δ5)
Σ” αυτό το χωρίο ο Παύλος εκθέτει:
1. Τον ρόλο των κηρύκων, σε σχέση με την Εκκλησία (εδάφια 5-20).
2. Τον ρόλο της Εκκλησίας, σε σχέση με τους κήρυκες (εδάφια 21-23).
3. Τελειώνει, καθώς στο τέλος των δύο προηγουμένων χωρίων (Β1-5 και Γ1-4), εφαρμόζοντας την αλήθεια που εξετέθη στην δική του σχέση με τους Κορινθίους (Δ1-5).
ΕΔΑΦΙΑ 5-20
Για να δείξη ποιό είναι το μέρος των κηρύκων, σ” έναν θρησκευτικό οργανισμό σαν αυτόν που δημιουργεί το Ευαγγέλιο, ο απόστολος παίρνει δύο παραδείγματα: Του Απολλώ και του εαυτού του.

Εδάφιο 5
«Τις ουν εστι ο Παύλος, τις δε Απολλώς αλλ” οι διάκονοι δι” ων επιστεύσατε, και εκάστω ως ο Κύριος έδωκεν;»
«Τι είναι επιτέλους ο Παύλος; Τι είναι ο Απολλώς, παρά υπηρέται δια των οποίων επιστέψατε και όπως ο Κύριος έδωκε εις τον καθένα;»

Το «ουν» συνδέει με τα προηγούμενα, από το Α12 και μετά, ως εξής: «Τώρα εάν, δυνάμει της φύσης ακριβώς του ευαγγελίου (το οποίον είναι σωτηρία, και όχι ένα σύστημα), οι κήρυκες του δεν είναι ό,τι τους κάνετε εσείς όταν λέτε: Εγώ είμαι του Παύλου ή του Απολλώ, τι είναι αυτοί λοιπόν;»
«Διάκονοι»: Δεν είναι επικεφαλής σχολών, ούτε ιδρυτές θρησκευτικών κοινωνιών, σαν να έχουν ένα έργο από μόνοι τους, αλλά απλά υπάλληλοι, εργαζόμενοι στο έργο ενός άλλου.
Αυτή η θέση των διακόνων χαρακτηρίζεται από δύο χαρακτηριστικά: «Δι” ων επιστεύσατε». «Δια των οποίων», και όχι «εις τους οποίους», απλοί πράκτορες δηλαδή (δια).
Το «επιστέψατε» έχει εφαρμογή επίσης στον Απολλώ, παρόλο που η Εκκλησία ήταν ήδη θεμελιωμένη, όταν αυτός έφθασε στην Κόρινθο, διότι αυτός είχε αυξήσει τον αριθμό των πιστών, και είχε συνεισφέρει στην στήριξη εκείνων τους οποίους ο Παύλος είχε φέρει στην πίστη.
«Και»: Και επιπλέον. Αυτοί οι διάκονοι, που εργάσθηκαν για λογαριασμό άλλου, δεν έκαναν τίποτα από δικό τους χέρι. Αυτό είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό και, κατά μία έννοιαν, η δεύτερη μορφή εξάρτησης τους: «Εκάστω ως ο Κύριος έδωκεν».
Το ακόλουθο εδάφιο δείχνει ότι ο Παύλος σκέφτεται εδώ για το είδος του έργου που ο Κύριος αναθέτει σε κάθε εργάτη, ενώ τον καθιστά κατάλληλο γι” αυτό με τα προσωπικά χαρίσματα που του απονέμει, και με την ειδική αποστολή που του αναθέτει.

Εδάφια 6,7
«Εγώ εφύτευσα, Απολλώς επότισεν, αλλ” ο Θεός ηύξανεν. Ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ” ο αυξάνων Θεός».
«Εγώ εφύτεψα, ο Απολλώς επότισε, ο Θεός όμως έδινε την αύξησιν. Ώστε, ούτε εκείνος που φυτεύει είναι τι ούτε εκείνος που ποτίζει, αλλ” ο Θεός που δίνει την αύξησιν».

Αναφορικά με την Κόρινθο, ο Παύλος είχε λάβει την αποστολή του φυτέμματος, δηλαδή, της θεμελίωσης της Εκκλησίας. Ο Απολλώς εκείνη του ποτίσματος, δηλαδή, της ανάπτυξης της Εκκλησίας, που είχε ήδη θεμελιωθεί. Και εάν το έργο του ενός και του άλλου είχε κάποια πραγματική επιτυχία, οφειλόταν μόνο και μόνο στην συμβολή του Θεού. Όπως είπε και κάποιος, ο Θεός είναι η πηγή της ζωής στον φυσικό όπως και στον ηθικό κόσμο. Ο άνθρωπος μπορεί πράγματι να βάλη τον σπόρο σ” επαφή με το χώμα. Αλλά μόνον η ζωή τον κάνει να βλαστήσει, και να μεγαλώσει. Και αυτή η ζωή δεν είναι μόνον πέραν από την δύναμη, αλλά είναι και πέραν από την γνώση του ανθρώπου. Ο παρατατικός «ηύξανεν» δηλώνει μια Θεία λειτουργία, που ήταν σε ενέργεια την στιγμή ακριβώς όταν ο Παύλος και ο Απολλώς εργαζόταν.
Ο απόστολος επιθυμεί, αποφασιστικά, να απομακρύνει κάθε προσωπική και ανεξάρτητη αξία από το έργο των δύο εργατών, τους οποίους έχει διαλέξει σαν παράδειγμα, και αυτό εμπρός σε μια Εκκλησία η οποία τείνει να σφάλλει ως προς την θέση των διακόνων της. Αυτή η εκλογή έχει μια τέλεια φυσιολογική εξήγηση: Δεν ήταν που μιλόντας για τον εαυτόν του και τον φίλο του, που αυτός θα μπορούσε, με τον λιγώτερο ενδοιασμό, να τους θυμίσει για την ταπεινή θέση των διακόνων του Χριστού, αφήνοντας το στην ίδια την Εκκλησία να κάνει εφαρμογή αυτής της αλήθειας στους άλλους εργάτες που αυτή ύψωνε;
Εδάφιο 7. Ποιά συγκομιδή θα είχε προκύψει από το έργο των δύο εργατών, χωρίς την ζωή την οποία ο Θεός μόνον θα μπορούσε να δώσει; Τι είναι τότε εκείνοι οι εργάτες; Ένα τίποτα, ο Θεός είναι το παν.
Αυτή η πρώτη ανάπτυξη, εδάφια 5-7, κατευθύνεται ενάντια στην ανοησία του να υψώνονται οι υπηρέτες στην θέση των κυρίων. Η ακόλουθη, μάχεται την αντίθεση την οποία αυτή ζητά να εγκαθιδρύσει μεταξύ αυτών, συγκρίνοντας τους τον έναν με τον άλλον, και παίρνοντας την ελευθερία να βαθμολογίσει τις αντίστοιχες αξίες τους.

Εδάφιο 8
«Ο φυτεύων δε και ο ποτίζων εν εισιν. Έκαστος δε τον ίδιον μισθόν λήψεται κατά τον ίδιον κόπον».
«Εκείνος που φυτεύει και εκείνος που ποτίζει είναι το ίδιο, αλλ” ο καθένας θα πάρει τον δικόν του μισθόν σύμφωνα με τον δικόν του κόπον».

Η ενότητα τους είναι εκείνη του έργου, στο οποίο αυτοί εργάζονται μαζί. Για ν” αντιληφθούμε τι εννοεί ο Παύλος με αυτή την ενότητα, είναι αρκετό να θεωρήσουμε τις προηγούμενες εικόνες (εδάφια 6,7). Μεταξύ δύο κηπουρών, ο ένας από τους οποίους φυτεύει και ο άλλος ποτίζει τον έναν και τον ίδιο κήπο, ποιός θα σκεφτόταν να δημιουργήσει κάποια αντιζηλία; Δεν θα γινόταν άχρηστο το έργο του ενός χωρίς εκείνο του άλλου; Τι ανοησία, τότε, να υποτιμήσεις τον έναν και να υψώσεις τον άλλον!
Αλλά όμως θα έλθει μια μέρα, που θα μπει μια διαφορά μεταξύ των δύο: Η διαφορά της αμοιβής που θα πάρουν, και η οποία θα εξαρτηθεί από τον βαθμό της πιστότητας τους στα αντίστοιχα έργα τους. Είναι αυτή η ιδέα που ο Παύλος προχωρά ν” αναπτύξει στα εδάφια 10-15. Βεβαίως είναι ο Κύριος που θα κάνει αυτή την εκτίμηση, η οποία θα λάβει χώρα στην ημέρα της κρίσης. Και έτσι τι ανοησία είναι να την προλαμβάνεις, κάνοντας προκαταβολικά συγκρίσεις!
Οι όροι «ίδιος μισθός» και «ίδιος κόπος», θυμίζει το Γαλάτας ΣΤ5: «Ο καθένας θα βαστάξει το φορτίο του». Η εκτίμηση της πιστότητας του κάθε υπηρέτη δεν θα βασισθεί στην σύγκριση της μ” ενός άλλου, αλλά στο έργο του κάθε ενός, συγκρινόμενο με τον δικό του στόχο, και το δικό του χάρισμα. Τώρα ποιός άλλος εκτός απ” τον Θεό θα μπορούσε να αναγγείλει μια τέτοια απόφαση; Και όχι μόνον Αυτός έχει την δύναμη, αλλά μόνον Αυτός έχει και το δικαίωμα. Αυτό είναι που δείχνεται στο εδάφιο 9.

Εδάφιο 9
«Θεού γαρ εσμεν συνεργοί. Θεού γεώργιον, Θεού οικοδομή εστε».
«Εμείς είμεθα συνεργάται του Θεού, και σεις είσθε χωράφι του Θεού, οικοδομή του Θεού».

O Θεός μόνον είναι Κριτής, διότι Αυτός είναι ο ιδιοκτήτης στου οποίου την υπηρεσία γίνεται όλη αυτή η εργασία.
Η υπευθυνότητα των εργατών σ” αυτό το έργο παρουσιάζεται από δύο απόψεις. Πρώτα από την σκοπιά της θέσης του ιδίου του υπηρέτη: «Συνεργοί Θεού»: Εργαζόμενοι μαζί με τον Ίδιον τον Θεό. Σε κάθε τελετή, σε κάθε περίπτωση θρησκευτικής οδηγίας, σε κάθε επίσκεψη για ποίμανση, δεν είναι ο ποιμένας ο πράκτορας μέσω του οποίου ο Θεός εργάζεται στις ψυχές;
Αλά σ” ένα συμπλήρωμα σαν κι αυτό «του Θεού», θα πρέπει να προστεθεί, στην ιδέα της κοινής εργασίας, και εκείνη της εξάρτησης. Η έννοια θα είναι τότε: «Εργάτες του Θεού, εργαζόμενοι μαζί μ” Αυτόν». Επομένως, ανήκει σ” Αυτόν να πληρώσει τους εργάτες, και να εκτιμήσει την εργασία τους! Δεν είναι τα δικά Του αγαθά που είναι υπό συζήτηση; Σ” Αυτόν ανήκει η Εκκλησία, αγρός Του, οίκος Του είναι.
Η λέξη «γεώργιον» περιλαμβάνει την ιδέα της καλλιέργειας μαζί μ” εκείνη του αγρού.
«Όικοδομή», δηλώνει ένα κτίριο στην φάση της κατασκευής του. Εάν ήταν τελειωμένο θα έλεγε, «οικοδόμημα». Άλλωστε, σύμφωνα με το κείμενο, οι εργάτες ακόμα εργάζονται. Είναι λοιπόν σε μια Θεία ιδιοκτησία που οι εργάτες βάζουν το χέρι τους!
Αισθανόμαστε εδώ ότι ο απόστολος έχει περάσει σε μια νέα ιδέα, σ” εκείνη της υπευθυνότητας των εργατών. Τι βαρύτητα έχει ένα τέτοιο έργο! Να καλλιεργείς ένα χωράφι η συγκομιδή του οποίου είναι του Θεού! Να κτίζεις το σπίτι το οποίον ο Ίδιος ο Θεός πρόκειται να κατοικήσει! Ο Θεός μόνον μπορεί να εκτιμήσει ένα τέτοιο έργο, και θα το κάνει. Τα εδάφια 10-15 περιγράφουν αυτή την υπευθυνότητα, και την αναπόφευκτη κρίση, που θα την ακολουθήσει. Είναι λιγώτερο προς την Εκκλησία απ” ότι στους κήρυκες τους ιδίους που απευθύνεται η συνέχεια που ακολουθεί αμέσως μετά. Διότι αρκετοί απ” αυτούς στην Κόρινθο δεν ήταν αμέτοχοι στο ό,τι είχε συμβεί.
Πριν συνεχίσει για τους δύο τρόπους που μπορεί κάποιος να οικοδομήσει, ο απόστολος θεωρεί καλό να θέσει το δικό του έργο έξω από την ερώτηση. Διότι το έχει τελειώσει, και – όπως έχει δείξει το αποτέλεσμα – το έχει τελειώσει καλά.

Εδάφιο 10
«Κατά την χάριν του Θεού την δοθείσαν μοι ως σοφός αρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, άλλος δε εποικοδομεί. Έκαστος δε βλεπέτω πως οικοδομεί».
«Κατά την χάριν του Θεού που μου εδόθηκε, σαν σοφός αρχιτέκτων έγώ έβαλα θεμέλιον, άλλος δε κτίζει την οικοδομήν. Ο καθένας ας προσέχει με ποιόν τρόπον οικοδομεί».

Η χάρη που του δόθηκε είναι εκείνη της θεμελίωσης της Εκκλησίας μεταξύ των Εθνικών, ειδικά στην Κόρινθο, μαζί με το σύνολο των δώρων που αυτός έλαβε γι” αυτή την αποστολή, και την χρήση αυτών που μπόρεσε να κάνει. Η φράση, «σύμφωνα με την χάρη», μετριάζει την καύχηση που αυτός φαίνεται να κάνει για τον εαυτόν του, ομιλόντας, όπως κάνει εδώ, για το έργο του στην Κόρινθο.
«Ως σοφός αρχιτέκτων». Η ιδέα της σοφίας, ή της ικανότητας που περιέχεται στο «σοφός», φαίνεται να έχει πιό πολύ σχέση με τον τρόπο κατά τον οποίον εργάσθηκε προετοιμάζοντας την θεμελίωση, παρά με την ίδια την εργασία της θεμελίωσης, (ότι πριν κτίσει, ενεργόντας με σοφία, έβαλε θεμέλιο). Πρόσεξε ν” αποφύγει τεχνητούς, πλαστούς τρόπους ενεργείας, μέσα δανεισμένα από την ανθρώπινη ευφράδεια και τρόπο σκέψης. Σκόπιμα περιορίστηκε να δώσει μαρτυρία για το γεγονός της σωτηρίας, αφήνοντας το άγιο Πνεύμα να ενεργήσει για τα περαιτέρω, αποφεύγοντας να εισέλθει πρόωρα στην περιοχή της Χριστιανικής σκέψης. Η σοφία του, σαν θεμελιωτής, ήταν να μην λάβει υπ” όψιν του την σοφία, σύγκρινε Β1-5, και Γ1-4.
Σαν «αρχιτέκτονας» εδώ εννοείται όχι αυτός που κάνει τα σχέδια ενός κτιρίου – κατ” αυτή την έννοια ο τίτλος ανήκει στον Θεό – αλλ” αυτός που κατευθύνει την κατασκευή του.
Το «εποικοδομείν» ανήκει στις εργασίες που γίνονται μετά τα θεμέλια. Το «άλλος» αναφέρεται σ” εκείνη την ομάδα των ατόμων οι οποίοι, σαν προφήτες, δάσκαλοι, ή ομιλούντες σε γλώσσες, είχαν εργασθεί, από την αναχώρηση του Παύλου και μετά, στην ανάπτυξη της Εκκλησίας που θεμελιώθηκε απ” αυτόν. Ο Απολλώς ήταν ένας απ” αυτούς, και αυτός ανήκει σίγουρα, κατά την άποψη του Παύλου, στον αριθμό εκείνων που είχαν κτίσει με υλικά καλής ποιότητας, εδάφιο 14, σύγκρινε εδάφια 6,7.
Το τέλος του εδαφίου είναι μια προειδοποίηση που απευθύνεται σ” όλους αυτούς τους εργάτες, και προετοιμάστηκε από όλα που προηγούνται από το εδάφιο 8β και στην συνέχεια. Το «πως», (δηλαδή: Με τι είδους υλικά), είναι το θέμα της όλης ανάπτυξης που ακολουθεί.

Εδάφιο 11
«Θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά το κείμενον, ος εστιν Ιησούς Χριστός»
«Άλλο θεμέλιο κανείς δεν μπορεί να βάλη παρά εκείνο που έχει τεθή, το οποίον είναι ο Ιησούς Χριστός».

Το «γαρ» αναγγέλει μια εξήγηση της προειδοποίησης που περιέχεται στο «βλεπέτω», και αναφέρεται στα εδάφια 12-15.
Ο απόστολος εννοεί ότι το έργο του, όλο εκείνο που είναι δικό του, είναι σχετικά απλό. Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει παρά να πάρει το θεμέλιο που έθεσε ο Ίδιος ο Θεός στο πρόσωπο του ζωντανού Χριστού, πεθαμένου και αναστημένου, και να το θέσει στην καρδιά, κηρύττοντας το σαν το θεμέλιο της Χριστιανικής πίστης και σωτηρίας.
Το «κείμενον» αναφέρεται στο έργο του Θεού, και το «θείναι» στο έργο του κήρυκα που θεμελιώνει την Εκκλησία, δίνοντας μαρτυρία γι” αυτό το έργο. Εάν ο κήρυκας έθετε ένα άλλο θεμέλιο, αυτό θα ήταν η αρχή μιας νέας θρησκείας και μιας νέας Εκκλησίας, και όχι η συνέχιση του Χριστιανικού έργου. Τώρα, ο Παύλος ομιλεί εδώ για κήρυκες που υποτίθεται ότι είναι Χριστιανοί.
Το έργο, τώρα, εκείνων που έχουν να κατασκευάσουν το κτίριο πάνω στο θεμέλιο που τέθηκε, δεν είναι τόσο απλό. Και αυτός είναι ο λόγος που αυτοί θα πρέπει να προσέξουν πολύ όσον αφορά τον τρόπο που το κάνουν.

Εδάφια 12,13
«Ει δε τις εποικοδομεί επί τον θεμέλιον τούτον χρυσόν, άργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, εκάστου το έργον φανερόν γενήσεται. Η γαρ ημέρα δηλώσει. Ότι εν πυρί αποκαλύπτεται. Και εκάστου το έργον οποίον εστι το πυρ δοκιμάσει».
«Εάν κανείς κτίζει επάνω εις το θεμέλιον αυτό χρυσάφι, ασήμι, πολυτίμους λίθους, ξύλα, χορτάρι, καλάμια, του καθενός το έργον θα γίνη φανερόν. Η Ημέρα θα το φανερώση, διότι η ημέρα εκείνη αποκαλύπτεται με φωτιά και η φωτιά θα δοκιμάση τι είδους έργον έκανε ο καθένας.»

Το «δε» είναι αντιθετικό: «Το έργο μου, το μέρος που μου έχει ανατεθεί, έχει γίνει, και έχει γίνει καλά. Αλλά ας προσέξουν εκείνοι που συνεχίζουν τώρα τι αυτοί κάνουν!».
Η καθοδήγηση των μετεστραμμένων ψυχών είναι μια πολύ πιό λεπτή δουλειά, απ” ότι το έργο που χρειάστηκε για την μεταστροφή τους. Πράγματι, είναι εύκολο να χρησιμοποιήσεις υλικά στο έργο της πνευματικής τους ανάπτυξης τα οποία είναι επιζήμια παρά ωφέλιμα. Η Εκκλησία είναι ο οίκος του Θεού, η κατοικία του Θεού, και σε μια τέτοια οικοδομή κανένα υλικό δεν θα πρέπει να μπει, εκτός από κείνα που είναι άξια του υπέρτατου προορισμού της. Τα παλάτια της Ανατολής και οι ναοί παρουσίαζαν στο μάτι μόνο τα πλέον πολύτιμα υλικά: Μάρμαρα, λίθους από ίασπη, αλάβαστρο, πέραν του χρυσού και του ασημιού που ήταν σε αφθονία. Αυτό είναι κάτι που ακόμα και σήμερα κάποιος μπορεί να δει, εάν διεισδύσει στο εσωτερικό των κατοικιών των πλουσίων Ανατολιτών εμπόρων. Τα σπίτια των πτωχών, αντιθέτως, είναι κατασκευασμένα από ξύλο και λάσπη δεμένη με άχυρο, και σκεπασμένα με καλάμια.
Ο Θεός, ο ιδιοκτήτης της Εκκλησίας η οποία πρόκειται να γίνει κατοικητήριο Του, παρουσιάζεται εδώ σαν ο Κύριος, ο οποίος έχει κάνει συμφωνία με διάφορους οικοδόμους, επιφορτισμένους ο καθένας μ” ένα μέρος του κτιρίου. Αυτοί, βεβαίως, είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν υλικά κατάλληλα για ένα τέτοιο οικοδόμημα, και για το αξίωμα εκείνου που το έχει προορίσει για κατοικία Του.
Πολλοί ερμηνευτές θεωρούν ότι τα τρία είδη, από καλά ή κακά υλικά, αντιπροσωπεύουν τα δόγματα που διδάσκονται από τους κήρυκες, οι διδακτικές αναπτύξεις που προστίθενται απ” αυτούς στην θεμελιώδη αλήθεια του Ευαγγελίου, εκείνη της σωτηρίας. Αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το κτίριο που πρόκειται να οικοδομηθεί δεν είναι ένα βιβλίο δογματικών θέσεων, αλλά η ίδια η Εκκλησία, που συντίθεται από ζωντανές προσωπικότητες.
Άλλοι ερμηνευτές εφαρμόζουν την εικόνα των διαφόρων υλικών στις διάφορες τάξεις, στην σύνθεση της Εκκλησίας. Σύμφωνα μ” αυτούς, οι κήρυκες θεωρούνται σαν υπεύθυνοι για την καλή ή κακή σύνθεση των εκκλησιών τις οποίες συμβουλεύουν και οδηγούν. Αλλά εάν ο Παύλος θα απεδοκίμαζε κήρυκες για το ότι έχουν ανεχθεί ανάξια μέλη στην Εκκλησία, θα μπορούσε να τους έχει κατηγορήσει ότι τους έχουν εθελοντικά εισάγει μέσα σ” αυτή, όπως θα υπενοείτο από την εικόνα των κακών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στο έργο; Και θα μπορούσαν κήρυκες αυτού του είδους να καταλήξουν σε σωτηρία (εδάφιο 15); Άρα τα κακά ή καλά υλικά δεν μπορούν ν” αντιπροσωπεύουν τα δόγματα που κηρύσσονται, σωστά ή εσφαλμένα, ούτε τα μέλη της Εκκλησίας, άξια ή ανάξια.
Παραμένει, λοιπόν, μία μόνο ερμηνεία. Ο Απόστολος θέλει ν” αναφερθεί στους θρησκευτικούς και ηθικούς καρπούς που παράγονται στην Εκκλησία δια του κηρύγματος. Η πνευματική ζωή των μελών του κοπαδιού είναι, κατά ένα μέτρο, η διδασκαλία η ίδια λαμβανομένη, αφομειωνομένη, και πραγματοποιουμένη στην πράξη. Είναι ο ποιμένας, με το κήρυγμα του, την συζήτηση του, το παράδειγμα του, τις καθημερινές ενέργειες της διακονίας του, που επιτυγχάνει ν” αναπτύξει μεταξύ του ποιμνίου του μια υγιή θρησκευτική ζωή, αποτέλεσμα της ένωσης με τον Χριστό, άφθονη σε καρπούς αγιασμού και αγάπης. Και είναι αυτή η δυνατή και φυσιολογική ζωή που ο Παύλος περιγράφει με την εικόνα των πολυτίμων μετάλλων. Μπορεί όμως ο ποιμένας, με τις επιδέξιες ομιλίες του, να επιτυγχάνει να προσελκύσει μια μεγάλη συγκέντρωση ακροατών, και να παράγει θαυμασμό και ζωντανές συγκινήσεις. Αλλά όλη αυτή η κίνηση να μην είναι παρά εξωτερική και επιφανειακή. Δεν υπάρχει σ” αυτή πραγματική αφιέρωση στον Σωτήρα. Αυτή η πίστη χωρίς ενεργό εκδήλωση, αυτή η αγάπη χωρίς το πνεύμα της θυσίας, αυτή η ελπίδα χωρίς χαρά, αυτός ο Χριστιανισμός διαποτισμένος με εγωισμό και κενοδοξία: Τέτοια είναι τα «ξύλα, χορτάρι, καλάμια». Ο ίδιος ο απόστολος μας τοποθετεί στον δρόμο που οδηγεί σ” αυτή την εξήγηση, με το κεφάλαιο 13, όπου ονομάζει την πίστη, ελπίδα, και αγάπη, «τα τρία που μένουν». Αυτά τα τρία είναι τα «υλικά» που θα επιζήσουν, χωρίς ν” αγγιχθούν από την δοκιμασία της φωτιάς.
Ήταν για τους διαδόχους του Παύλου και του Απολλώ να κρίνουν, εάν αυτοί είχαν συνεχίσει στο πνεύμα το οποίον είχε εμπνεύσει τους πρωτεργάτες τούτου του έργου. Τα Κεφάλαια ΙΒ-ΙΔ δείχνουν πως δεν είχαν.
Θα ήταν λάθος να νομίσουμε ότι ο χρυσός, το ασήμι, οι πολύτιμοι λίθοι αντιπροσωπεύουν τρία διαφορετικά στάδια της χριστιανικής ζωής. Καθώς, στην εικόνα, αυτά τα τρία είδη υλικών έχουν το φυσιολογικό τους μέρος, δίπλα δίπλα το ένα με το άλλο, στον ναό ή στο παλάτι, θα πρέπει να ληφθούν ότι αντιπροσωπεύουν τις διαφορετικές μορφές της πνευματικής ζωής, που παράγεται στις ψυχές από το υγιές ευαγγελικό κήρυγμα.
Ο απόστολος είχε δηλώσει, εδάφιο 8, ότι ο καθένας θα αξιολογηθεί και θ” αμειφθεί σύμφωνα με την φύση του έργου του. Στην συνέχεια τώρα δείχνει πότε και πως θα λάβει χώρα αυτή η διάκριση.
Εδάφιο 13. Συνεχίζει η ίδια εικόνα. Το οικοδόμημα πριν κατοικηθεί από τον Κύριο, θα πρέπει να περάσει από την δοκιμασία της φωτιάς, στην οποία, τα υλικά κακής ποιότητας θα γίνουν στάχτη, αλλά τα καλά υλικά θα βγουν άθικτα.
Η «ημέρα»: Είναι η ημέρα του Χριστού, η ημέρα του στον ερχομού Του. Είναι η ημέρα όταν θα γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ των ιδίων των πιστών, ιδέ Α8, Δ5.
Η αποκάλυψη που θα λάβει χώρα εκείνο τον καιρό θα πραγματοποιηθεί μέσω φωτιάς. Αρκετοί σχολιαστές παίρνουν την λέξη «φωτιά» στην κατά γράμμα της έννοια, αναφέροντας σαν παράλληλο το Β” Θεσσ. Α8, όπου ο Κύριος παρουσιάζεται σαν ερχόμενος από τον ουρανό με φλόγες φωτιάς. Αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το κτίριο που πρόκειται να δοκιμασθεί υπάρχει μόνον απεικονιστικά, και ότι επομένως η φωτιά που πρόκειται να το θέσει σε δοκιμασία δεν μπορεί να είναι παρά μια απεικονιστική φωτιά. Ο όρος λοιπόν μπορεί να δηλώνει εδώ μόνον την αδέκαστη κρίση που προαναγγέλεται από την παντογνωσία και την καταναλίσκουσα αγιότητα του Κριτού που εμφανίζεται. Το Πνεύμα Του θα ερευνήσει εξονυχιστικά τον καρπό που βγήκε απ” την διακονία του κάθε κήρυκα. Όταν, στην Αποκάλυψη, περιγράφεται η κρίση που ο Κύριος αναγγέλει πάνω στις Επτά Εκκλησίες, λέγεται σε σχέση μ” εκείνη των Θυατείρων (Β18): «Αυτά λέγει ο Υιός του Θεού, που έχει τα μάτια σαν φλόγες φωτιάς». Εάν το κύτταγμα ενός αγίου ανθρώπου γίνεται μια ανυπόφορη φωτιά για τον αμαρτωλό, πόσο μάλλον εκείνη του Κυρίου! Αυτή η διεισδυτική ματιά θα διαχωρίσει τότε μεταξύ του τι είναι πραγματικό, στερεό, ακατάλυτο, και του τι δεν είναι παρά, πρόσκαιρο, φαινομενικό, ψεύτικο.
«Αποκαλύπτεται»: «Διότι είναι με φωτιά που η αποκάλυψη λαμβάνει χώρα», δηλαδή, που θ” αποκαλυφθούν τα πράγματα του τι πραγματικά είναι. Αυτή η πρόταση δεν διακηρύσσει ένα γεγονός, αλλά μια αρχή. Εξ αυτού ο ενεστώτας «αποκαλύπτεται», σε αντίθεση με τους δύο μέλλοντες, «δηλώσει», που προηγείται, και «δοκιμάσει», που ακολουθεί.
Το «ότι» υποθέτει την αρχή που αναγνωρίσθηκε, ότι η κρίση, της οποίας το σύμβολο είναι η φωτιά, συνοδεύει την ημέρα του Κυρίου.
Απ” αυτή την αρχή εκπηγάζει η συνέπεια που διατυπώνεται στην τελευταία πρόταση.
Το αποτέλεσμα της δοκιμασίας περιγράφεται στα εδάφια 14,15.

Εδάφια 14,15
«Ει τινος το έργον μενεί ο επωκοδόμησε, μισθόν λήψεται. Ει τινος το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός».
«Εάν το έργον που έκτισε ένας μείνη, αυτός θα ανταμειφθή. Εάν κάποιου το έργον καή, θα υποστή ζημίαν, ο ίδιος όμως θα σωθή, αλλά κατά τέτοιον τρόπον όπως σώζεται κανείς από πυρκαϊάν».

«Μισθόν λήψεται»: Όταν θα έχει αναγνωρισθεί ότι το έργο ήταν καλής ποιότητας, θα του πληρωθεί η αμοιβή. Αυτή η αμοιβή δεν μπορεί να είναι η σωτηρία, διότι ο πιστός εργάτης ήταν ήδη σε κατοχή αυτή της υπέρτατης ευλογίας όταν εργζόταν. Άρα πρόκειται για ποιό ειδικά προνόμια, τέτοια όπως η χαρά ότι είναι το αντικείμενο της ικανοποίησης του Κυρίου: «Αγαθός και πιστός δούλος!». Μετά η ευτυχία του να δει στεφανωμένες με δόξα τις ψυχές στις οποίες μια πιστή διακονία συνείσφερε στο ν” αγιασθούν. Τέλος, η κατοχή μιας ένδοξης θέσης στην νέα κατάσταση πραγμάτων, που θα εγκαθιδρυθεί απ” τον Κύριο στην Παρουσία Του: «Έχεις κερδίσει δέκα τάλαντα, πάρε εξουσία επάνω σε δέκα πόλεις» (Λουκάς ΙΘ17).
Εδάφιο 15. Για να καταλάβουμε την εικόνα που ο απόστολος ζωγραφίζει για το αντίθετο αποτέλεσμα, θα πρέπει να υποθέσουμε τους εργάτες να ασχολούνται ακόμη στο κομμάτι του κτιρίου που τους έχει ανατεθεί. Καθώς προχωρά η φωτιά, που άναψε στο κτίριο, και καταναλώνει τα εύφλεκτα υλικά τα οποία έχει χρησιμοποιήσει ο κακός εργάτης, ο τελευταίος σίγουρα βρίσκεται σε κίνδυνο να χαθεί μαζί με το έργο του. Εάν σώζεται, δεν είναι παρά ξεφεύγοντας μέσα απ” τις φλόγες, και χάρη στην στερεότητα του θεμελίου.
Με το έργο αυτού του εργάτη που καταστρέφεται, ο Παύλος εννοεί εκείνη την Χριστιανική ζωή που είναι χωρίς σοβαρότητα, ταπεινότητα, αυταπάρνηση, προσωπική κοινωνία με τον Χριστό, αποτέλεσμα στην ζωή των μελών της Εκκλησίας απ” την διακονία ενός κήρυκα, που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κινήσει ευαισθησία, να γοητεύσει τον νου, και να ευχαριστήσει το ακροατήριο του.
Η «ζημία» με την οποία απειλείται, είναι, πρώτα απ” όλα, το μάταιο του έργου του, και η τελική καταστροφή του, που θα λάβει χώρα εμπρός στα ίδια του τα μάτια. Με τι πόνο θα αντικρύζει τους απλά και μόνον εξωτερικούς καρπούς του λαμπρού κηρύγματος του να χάνονται σαν καπνός! Μετά θα δει να του αρνούνται την αμοιβή του πιστού υπηρέτη, την τιμητική θέση στην Βασιλεία του Χριστού, την οποία φανταζόταν ότι θα πάρει.
Αλλά ο απόστολος προσθέτει ότι αυτός ο εργάτης θα σωθεί. Παρόλο που έχει θέσει κακά υλικά στο κτίριο, και για το γεγονός μόνον ότι έκτισε πάνω στο θεμέλιο, δεν θα παραδοθεί σε καταδίκη. Αλλ” εάν τελικά φθάνει στην σωτηρία, δεν θα είναι παρά σαν μέσα από καμίνι, σαν έναν ο οποίος είναι υποχρεωμένος, για να σώσει την ζωή του, να περάσει μέσα απ” τις φλόγες. Αυτό το καμίνι περιλαμβάνει όλους τους πόνους αυτής της κρίσης: Την ντροπή της αποκάλυψης, τον τρόμο που προκαλείται από την ματιά του δυσαρεστημένου Κριτού. Την θλίψη του να δει, απ” το έργο για το οποίο συνέχαιρε τον εαυτόν του,να μη μένει τίποτα, και τις ψυχές τις οποίες ενόμιζε ότι είχε οικοδομήσει, ανίκανες να υποστούν την τελευταία δοκιμασία, και να χάνονται εν μέρει λόγω δικού του σφάλματος…! «Έχω επιζητήσει τα του εαυτού μου, και βρήκα τον εαυτόν μου», είπε ένας πάστορας που πέθαινε, «αυτή είναι η ποινή που ο Θεός έχει για μένα». Δεν είναι αυτό το προσάναμμα της φωτιάς για την οποία μιλά εδώ ο Απόστολος;
Υπάρχει κάτι ποιό χειρότερο από του να οικοδομείς κακά, και αυτό είναι το να κάνεις κακό σε ό,τι είναι ήδη κτισμένο. Αυτή είναι η σχέση μεταξύ του χωρίου που ακολουθεί, εδάφια 16-20, και του προηγουμένου. Ο Παύλος περνά από εκείνους που ανέλαβαν μετά απ” αυτόν, χωρίς σοβαρότητα, να συνεχίσουν το έργο του στην Κόρινθο, σε κείνους που δεν φοβήθηκαν να καταστρέψουν τους καρπούς του έργου του, και του έργου αυτών που το συνέχισαν με επιτυχία, όπως ο Απολλώς, που πότισε ό,τι ο Παύλος φύτεψε.

Εδάφια 16,17
«Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; Ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός. Ο γαρ ναός του Θεού άγιος εστιν, οίτινες εστε υμείς.»
«Δεν ξέρετε ότι είσθε ναός του Θεού και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας; Εάν καταστρέφη κανείς τον ναόν του Θεού, θα τον καταστρέψη ο Θεός, διότι ο ναός του Θεού είναι άγιος, και ο ναός αυτός είσθε εσείς.»

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί το ασύνδετον μεταξύ των εδαφίων 15 και 16. Είναι σαν, με αφορμή του ό,τι ο απόστολος έχει μόλις πει για τους κακούς εργάτες, μια αιφνίδια εικόνα να έλαβε στην κατοχή της την καρδιά του. Και τούτη η εικόνα δείχνει την βαρύτητα της πράξης εκείνων των εργατών, που όχι μόνον οικοδομούν κακά, αλλά και που καταστρέφουν ό,τι είναι ήδη κατασκευασμένο. Το κάθε τι σ” αυτή την απότομη μετάβαση προδίδει συγκίνηση: Η ερωτηματική μορφή: «δεν γνωρίζετε…;», που κάνει έκκληση στην συνείδηση της Εκκλησίας, και στην ζωντανή αίσθηση που αυτή θα έπρεπε να έχει για την υψηλή της θέση. Η φράση, «ναός του Θεού», που δείχνει κάτι υψηλότερο από την απλή «οικοδομή» (εδάφιο 9). Τέλος, οι δύο ανάλογες διαβαθμίσεις, εκείνη του πρώτου «φθείρειν», που είναι χειρότερη από την πράξη του κακώς κτίζειν εκεί πάνω, και εκείνη του δευτέρου «φθείρειν», που δηλώνει την ποινή, που είναι χειρότερη από το απλό «ζημιούσθαι» (την αμοιβή).
«Ναός Θεού εστε»: Συμμετέχετε στον άγιο χαρακτήρα ενός τέτοιου οικοδομήματος! Αυτό έχει εφαρμογή σε κάθε πιστό στην Κόρινθο, και ταυτόχρονα στην Εκκλησία σαν σύνολο. Και πως αυτοί όλοι κατέχουν μια τέτοια θέση; Το εξηγεί η ακόλουθη πρόταση: Ο Θεός κατοικεί εν Χριστώ, και ο Χριστός δια του Αγίου Πνεύματος κατοικεί στον πιστό. Ο Πατέρας και ο Υιός, σύμφωνα με την υπόσχεση του Ιησού, κάνουν κατ” αυτόν τον τρόπο, «την κατοικία τους εν αυτώ» (Ιωάννης ΙΔ23), δια του Πνεύματος. Την ίδια εικόνα βρίσκουμε στα Εφεσίους Β19-22, Α” Πέτρου Β4,5.
Το «εν υμίν» μπορεί να δηλώνει μέσα στον καθένα σας, ή ανάμεσα σας. Το κείμενο μιλά μάλλον υπέρ της δεύτερης έννοιας, μια και ο Παύλος απευθύνεται στην Εκκλησία σαν τέτοια. Αλλά καθώς ο Θεός κατοικεί ανάμεσα στους πιστούς μόνο με την προϋπόθεση της κατοικίας Του μέσα σ” αυτούς, η δεύτερη έννοια υπονοεί την πρώτη. Nα σκέφτεται άραγε ο απόστολος για τον ναό της Ιερουσαλήμ, τον οποίον από τούδε υποκαθιστά η Εκκλησία, ο αληθινός πνευματικός ναός; Πιθανώς. Εάν τώρα ήταν ιεροσυλία να βεβηλώσεις την σκιά, τι θα είναι το να καταστρέψεις το σώμα (Κολ. Β17)!
Εδάφιο 17. «Φθερεί». Στο εδάφιο 15, παρόλη την απώλεια της αμοιβής (το «ζημιούσθαι»), η σωτηρία του εργάτη παρέμενε. Εδώ, χάνεται. Η τιμωρία αυξάνει με την ενοχή: «Όπως έχεις φερθεί στο σπίτι του Θεού, έτσι θα σου φερθούν».
Η ακόλουθη πρόταση μας δίνει να γνωρίσουμε το γιατί αυτής της πολύ αυστηρής μεταχείρισης: Είναι η θέση που κατέχει το κτίριο, στο οποίο αυτός ο βέβηλος εργάτης κάνει την καταστροφή: Είναι «άγιο». Η δύναμη της απόδειξης βασίζεται πάνω στο «άγιος». Ό,τι, δηλαδή, είναι άγιο, αφιερωμένο στον Θεό, συμμετέχει στο απαραβίαστο του Ιδίου του Θεού.
Βρίσκοντας ο απόστολος περιττό να διατυπώσει το συμπέρασμα πλήρως, περιορίζεται εισηγούμενος το με τις τελευταίες λέξεις: «Ένας άγιος ναός, που είσθε εσείς».
Σε τι πρόσωπα είχε εφαρμογή αυτή η προειδοποίηση και απειλή; Προφανώς σε κείνους που είχαν εργασθεί στην Κόρινθο κατά έναν τέτοιο τρόπο που κατέληξε στην αποδιοργάνωση της Εκκλησίας, στην δηλητηρίαση της θρησκευτικής και ηθικής της ζωής, στην έκθεση σε κίνδυνο του Θείου έργου, που τόσο καλά άρχισε, και προχώρησε σε κείνη την μεγάλη πόλη. Εδώ ίσως είναι, που βρίσκουμε την πλήρη εξήγηση του τέλους του κεφαλαίου Β, όπου ο Παύλος μίλησε για τον ψυχικό ή φυσικό άνθρωπο, διακρίνοντας τον από τον ακόμα σαρκικό Χριστιανό (Γ1-4). Η πλειοψηφία της Εκκλησίας της Κορίνθου ανήκε στην δεύτερη κατηγορία. Αλλά υπήρχε σίγουρα μια μειοψηφία σ” αυτήν, που ο απόστολος κατέτασσε στην πρώτη. Ήταν αυτοί τους οποίους είχε υπ” όψιν του στα τελευταία δύο, τόσο βαρειά εδάφια, του κεφαλαίου Β: Ο άνθρωπος που έχει μόνον τον φυσικό του νουν. Και είναι σ” αυτούς που ο απόστολος επιστρέφει, στα εδάφια που ακολουθούν αμέσως μετά, όπου αυτός πάλι, όπως στο κεφάλιο Α, θέτει την κοσμική σοφία στην δοκιμασία της. Αυτά τα διάφορα χωρία, μπορούν ν” αφορούν μόνον «εκείνους του Χριστού», καθώς αυτοί ξεσκεπάζονται στην Δεύτερη Επιστολή.
Αλλά γιατί ο απόστολος δεν απευθύνει αυτή την προειδοποίηση στους ιδίους τους ενόχους, αλλά στην Εκκλησία («Δεν γνωρίζετε ότι είσθε ναός του Θεού», και όλα που ακολουθούν); Είναι διότι επιθυμεί να ξεσηκώσει την όλη Εκκλησία σε μια άγια αγανάκτηση, και να την καλέσει σε μια σθεναρή αντίδραση ενάντια στους πρωτεργάτες αυτών των ανωμαλιών, (σύγκρινε την έκκληση για εγρήγορση των πιστών, Φιλιππ. Γ2: «Προσέχετε τους κακούς εργάτες»). Στα ακόλουθα εδάφια ο Παύλος δείχνει την πηγή του κακού, όπως ήδη την είχε καταδείξει στο κεφάλαιο Α, για ν” ανοίξει τα μάτια και των δύο.

Εδάφιο 18
«Μηδείς εαυτόν εξαπατάτω. Ει τις δοκεί σοφός είναι εν υμίν εν τω αιώνι τούτω, μωρός γενέσθω, ίνα γένηται σοφός».
«Κανείς ας μην απατά τον εαυτόν του. Εάν κανείς μεταξύ σας φαντάζεται τον εαυτόν του σοφόν, κατά τον κόσμον τούτον, ας γίνη μωρός, δια να γίνη σοφός».

Ακόμα ένα ασύνδετο που μαρτυρά την ξεσήκωμα που δονεί την καρδιά του αποστόλου.
Η ψευδαίσθηση, στην οποία αναφέρεται στις πρώτες λέξεις του εδαφίου, σύμφωνα με μερικούς, είναι η φαινομενική ασφάλεια στην οποία ζουν εκείνοι οι δάσκαλοι, μη γνωρίζοντας τον κίνδυνο που διατρέχουν (εδάφια 16,17). Αλλά οι λέξεις, «ει τις δοκεί», μας οδηγεί να συνδέσουμε μάλλον την ιδέα της αυταπάτης με ό,τι ακολουθεί. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν αξιώσεις στην σοφία, και επιδεικνύουν την ευγλωττία τους μέσα στην Εκκλησία.
Η έννοια του εδαφίου είναι: «Εάν κάποιο άτομο, το οποιοδήποτε, Κορίνθιος ή άλλος, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο στις συναθροίσεις σας, παίζει τον ρόλο του σοφού και βαθύ στοχαστή (Δ10), ας είναι σίγουρος ότι δεν θα φθάσει την αληθινή σοφία, έως ότου περάσει μέσα από μια κρίση, στην οποία εκείνη η σοφία η δική του, με την οποία είναι φουσκωμένος, θα χαθεί, και μετά απ” την οποία μόνον κρίση θα λάβει την σοφία που είναι από πάνω». Αυτή η κρίση που οδηγεί σε θάνατο την εσφαλμένη σοφία, είναι αυτό που ο απόστολος χαρακτηρίζει με τις λέξεις, «μωρός γενέσθω». Να αποκηρύξει αυτή την φαινομενική σοφία, η οποία δεν είναι παρά μια ανθρώπινη αντίληψη, να παραδεχθεί την άγνοια του σε ό,τι αφορά το μέγα θέμα της σωτηρίας, και, μετά που θα δεχθεί τον Χριστό σταυρωμένον, ο οποίος είναι μωρία στους σοφούς αυτού του κόσμου, να σύρει απ” Αυτόν την Θεία σοφία που Αυτός έχει αποκαλύψει στον κόσμο, αυτός είναι ο μόνος τρόπος του να πραγματοποιήσει την αξίωση που εκφράζεται στις λέξεις, «δοκεί σοφός είναι».
«Εν τω αιώνι τούτω». Που άραγε ν” ανήκει τούτη η φράση; Στην πρόταση που προηγείται ή που έπεται; Με άλλα λόγια, να χαρακτηρίζει αυτός ο προσδιορισμός την ιδέα του να είσαι σοφός στην Εκκλησία, ή εκείνη του να γίνεις μωρός; Στην πρώτη περίπτωση οι λέξεις θα χαρακτήριζαν έναν κήρυκα που προσπαθεί να κερδίσει την υπόληψη του σοφού μεταξύ των Χριστιανών, θέτοντας τον εαυτόν του εμπρός τους σαν ο αντιπρόσωπος της σοφίας του κόσμου. Στην τελευταία περίπτωση ο Παύλος θα έλεγε: «Εάν αξιώνεις ότι είσαι σοφός στην Εκκλησία, καλώς! Αλλά σ” αυτή την περίπτωση άρχισε ταπεινώνοντας την λογική σου, δεχόμενος την μωρία του σταυρού, και έτσι αφού γίνεις μωρός στα μάτια των σοφών του κόσμου, τότε θα είσαι σε θέση να γίνεις πράγματι το όργανο της Θείας σοφίας στην Εκκλησία». Τούτη η δεύτερη άποψη θα πρέπει να είναι η πιό σωστή, διότι η αντίθεση μεταξύ του «μεταξύ σας», και του «σ” αυτόν τον κόσμο», στέκεται με περισσότερη ακρίβεια, και η έννοια είναι απλούστερη.
Τα ακόλουθα εδάφια δικαιολογούν την αναγκαιότητα του να πεθάνεις ως προς την σοφία του κόσμου. Δεν την έχει ο Θεός από παλαιά, ο μόνος σοφός, καταλογίσει σαν μωρία; Σε απόδειξη αναφέρονται δύο Γραφικές διακηρύξεις.

Εδάφια 19,20
«Η γαρ σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστί. Γέγραπται γαρ, «ο δρασσόμενος τους σοφούς εν τη πανουργία αυτών». Και πάλιν, «Κύριος γινώσκει τους διαλογισμούς των σοφών, ότι εισί μάταιοι».
«Διότι η σοφία του κόσμου τούτου είναι μωρία ενώπιον του Θεού. Είναι γραμμένον, «Εκείνος που πιάνει τους σοφούς εις την πανουργίαν τους. Και πάλιν, «Ο Κύριος γνωρίζει ότι οι σκέψεις των σοφών είναι κούφιες».

Το πρώτο εδάφιο δηλώνει την αδυναμία της σοφίας του κόσμου να φθάσει τους στόχους τους οποίους προσπαθεί, επομένως την ματαιότητα της από την άποψη της χρησιμότητας. Το εδάφιο είναι παρμένο από το Ιώβ Ε13. Οι επινοήσεις των ιδίων των σοφών γίνονται το δίχτυ στο οποίο ο Θεός τους πιάνει, ούτως ώστε στο τέλος είναι αναγκασμένοι να ομολογήσουν ότι όσο πιό έξυπνοι, τόσο πιό μωροί είναι.
Το «δράσσω» (δραξ) σημαίνει, «κλείνω μέσα στην χούφτα μου». «Πανουργία», είναι από το παν + έργο, και δηλώνει την ικανότητα να κάνεις το κάθε τι, όχι προς στο καλό, αλλά προς το κακό, για να πετύχεις τον στόχο που έχεις βάλει εμπρός σου.
Εδάφιο 20. Αυτό το εδάφιο είναι παρμένο από τον Ψαλμό 94, εδάφιο 11. Διακηρύττει το μάταιο της ανθρώπινης σοφίας, όχι τώρα όσον αφορά τ” αποτελέσματα της, αλλά την ίδια την ουσία της. Το Εβραϊκό κείμενο και οι Ο” λένε, «τις σκέψεις των ανθρώπων». Ο απόστολος λέγει, «τις σκέψεις των σοφών», διότι είναι μέσω αυτών που το ανθρώπινο γένος διαμορφώνει την αντίληψη του.
Ο απόστολος εδώ κρίνει την ανθρώπινη σοφία μόνον από την άποψη της ανακάλυψης και της επίτευξης της σωτηρίας. Αυτός, σίγουρα, σέβεται κάθε ειλικρινή προσπάθεια προς ανακάλυψη της αλήθειας (Φιλιππ. Δ8). Αλλά η σωτηρία είναι μια σκέψη του Θεού ανώτερη από όλες τις ανακαλύψεις της ανθρωπίνης σοφίας (Β6-8).
Μέχρι εδώ, παρόλο που είχε απευθυνθεί σ” όλη την Εκκλησία, (εδάφιο 17: «Είσθε…»), ήταν εκείνους που ενθάρρυναν τις ανωμαλίες, τους οποίους ο απόστολος είχε απειλήσει έμμεσα στα προηγούμενα εδάφια. Τα τρία εδάφια που ακολουθούν περιέχουν την οδηγία που μένει σ” αυτόν να δώσει στην ίδια την Εκκλησία, όσον αφορά την συμπεριφορά της προς τους αληθινούς διακόνους του Χριστού. Άρα αυτά είναι το συμπέρασμα του χωρίου που άρχισε με το Β5
ΕΔΑΦΙΑ 21-23

Εδάφιο 21
«Ώστε μηδείς καυχάσθω εν ανθρώποις. Πάντα γαρ υμών εστιν».
«Ώστε, κανείς ας μη καυχάται δι” ανθρώπους, διότι όλα δικά σας είναι».

Εμπρός στην λίστα τοποθετούνται τα ονόματα των τριών δασκάλων, που είχαν γίνει αρχηγοί ομάδων, και σε σχέση με τους οποίους δίδονται όλες αυτές οι οδηγίες. Για να εκφράσει το συμπέρασμα του, ο Παύλος δεν έχει παρά ν” αντιστρέψει τις τρείς φράσεις. Αντί να λένε, «Εγώ είμαι του Παύλου», οι Κορίνθιοι θα έπρεπε να λένε, «Ο Παύλος είναι δικός μου». Η Εκκλησία είναι ο στόχος. Οι διάκονοι είναι τα μέσα. Ο Πέτρος, με τις προσωπικές του μνήμες της ζωής του Ιησού, ο Απολλώς, με την γνώση του της Γραφής, και την ακαταμάχητη γοητεία της ευγλωττίας του, ο Παύλος, με την ανωτέρα γνώση του των σχεδίων του Θεού για την σωτηρία του κόσμου, και την ασύγκριτη αποστολική του δραστηριότητα, δεν είναι κύριοι στους οποίους η Εκκλησία θα έπρεπε να υποκλιθεί σαν υποτελής, αλλά χαρίσματα που της παραχωρήθηκαν, και τα οποία είναι δεσμευμένη να τα στρέψει σε όφελος της, χωρίς να περιφρονεί το ένα, ή να μαγεύεται από το άλλο.
Αυτά τα τρία χαρίσματα αντιπροσωπεύουν μία και την ίδια ιδέα, εκείνη της διακονίας, είναι, δηλαδή, χαρίσματα μιας πνευματικής σειράς. Σε αντίθεση σ” αυτά ο Παύλος ονομάζει τον «κόσμο», το σύνολο των όντων τα οποία, έξω απ” την Εκκλησία, μπορούν να εμπηρεάσουν την τύχη των πιστών, ή της ιδίας της Εκκλησίας. Έμψυχα ή άψυχα, τα δημιουργήματα υπακούουν τον Χριστό, που έχει λάβει εξουσία πάνω σ” όλα, και, μέσω Αυτού, την Εκκλησία, η οποία είναι το σώμα Του (Εφεσίους Α22). Από τις δυνάμεις που ενεργούν στον κόσμο υπάρχουν δύο, τρομερής και μυστηριώδους μεγαλειότητας, οι οποίες φαίνεται ν” αποφασίζουν την πορεία του σύμπαντος, η ζωή και ο θάνατος. Η πρώτη περιλαμβάνει όλα τα φαινόμενα που χαρακτηρίζονται από δύναμη, υγεία, παραγωγικότητα. Η δεύτερη, όλα εκείνα που προδίδουν αδυναμία, αρρώστεια, αποσύνθεση. Από την μία ή την άλλη απ” αυτές τις δυνάμεις προέρχονται όλες οι επιροές των οποίων ο πιστός αισθάνεται τον εαυτόν του να είναι το αντικείμενο. Δεν είναι όμως και έρμαιο στα χέρια τους, διότι είναι ο Χριστός, ο Κύριος του, που τις εξουσιάζει, και οδηγεί, και όπου χρειάζεται μετριάζει την ενέργεια τους.
Σ” αυτά τα δύο ζευγάρια, εκείνο εκείνο της πνευματικής τάξης και της εγκόσμιας τάξης, και εκείνο της ζωής και του θανάτου, ο απόστολος προσθέτει ένα τρίτο σε σχέση με τον χρόνο, «ενεστώτα» και «μέλλοντα».
Το «ενεστώτα», που σημαίνει «παρόντα», περιέχει όλα εκείνα που μπορούν να μας συμβούν στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων, και αυτό τόσο όσο εμείς αποτελούμε μέρος αυτής. Το «μέλλοντα» δηλώνει την μεγάλη μεταμόρφωση που περιμένουμε, με τις αιώνιες συνέπειες της.
Στην συνέχεια ο απόστολος συνοψίζει την αρίθμηση του, επαναλαμβάνοντας το τολμηρό παράδοξο με το οποίον είχε αρχίσει: «Πάντα υμών εστιν». Είναι εύκολο να δούμε τι προσπαθεί ο απόστολος να κάνει: Να υψώσει την συνείδηση αυτής της Εκκλησίας, η οποία εξαχρειώνεται η ίδια δι” εξαρτήσεως από αδύναμα ανθρώπινα στηρίγματα («ανθρώποις», εδάφιο 21), στο ύψος της ένδοξης της θέσης εν Χριστώ. Αγωνίζεται να της επαναφέρει τον χαμένο της αυτοσεβασμό. Είναι η ιδία πρόθεση που διακρίνεται και στις ακόλουθες λέξεις.
Εδάφιο 23. Στις λέξεις, «υμείς δε Χριστού», μπορούμε να δώσουμε μια περιοριστική έννοια: «Ανήκετε σ” Αυτόν μόνον, όχι στους δασκάλους σας». Αλλά στις δύο ανάλογες προτάσεις, σ” εκείνη που προηγείται και σ” εκείνη που ακολουθεί, ο Παύλος σίγουρα δεν εννοεί: «Τα πάντα είναι μόνον δικά σας», και «ο Χριστός είναι μόνον του Θεού». Δεν είναι περιορισμούς που έχουμε εδώ, αλλά ισχυρές διαβεβαιώσεις. Η σκέψη εδώ δεν περιορίζεται, υψώνεται: «Τα πάντα ανήκουν στην Εκκλησία, διότι αυτή ανήκει η ίδια στον Χριστό, και εξαρτάται απ” Αυτόν». Δεν είναι απλά μερικοί φαντασμένοι, φουσκωμένοι με έπαρση για την σοφία τους, που μπορούν να λένε: Όσον αφορά εμένα, εγώ είμαι του Χριστού», («Εγώ του Χριστού», Α12 – η τέταρτη μερίδα στην Εκκλησία της Κορίνθου). Αυτό είναι προνόμιο όλης της Εκκλησίας.
Και θέλοντας να δώσει και το τελευταίο κτύπημα για την εκμηδένιση όλης της ανθρώπινης δόξας, ο Παύλος την αρνείται ακόμα και στο πρόσωπο εκείνου του Κυρίου, στον Οποίον όλο το ανθρώπινο γένος μπορεί να δοξασθεί νόμιμα: «Χριστός δε Θεού». Καθώς η Εκκλησία κατέχει τα πάντα διότι εξαρτάται απ” τον Χριστό, ο Χριστός κατέχει τα πάντα διότι ο Ίδιος εξαρτάται απ” τον Θεό, (σύγκρινε ΙΑ3). Ο Θεός εν τω Χριστώ, τέτοια είναι για τον άνθρωπο η υπόθεση του δοξασμού (Α31).
Έχει ερωτηθεί, από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, εάν αυτές οι λέξεις αναφέρονται στον Χριστό σαν άνθρωπο, ή σαν Θείο Ον. Μερικοί το έχουν εφαρμόσει στην αιώνια σχέση μεταξύ του Υιού και του Πατέρα. Απ” εδώ θ” ακολουθούσε η υποταγή του Υιού στον Πατέρα, ακόμα και μέσα στην Τριάδα. Άλλοι το εφαρμόζουν στον Χριστό μόνο μέσα στην ενανθρώπιση Του, για να διατηρήσουν την ουσιώδη ισότητα του Πατέρα και του Υιού. Εδώ θα πρέπει να θυμόμαστε, πάνω απ” όλα, ότι αυτά αναφέρονται στον Κύριο στην παρούσα Του κατάσταση δόξας, διότι είναι σαν δοξασμένος, που είναι η κεφαλή της Εκκλησίας. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι η πρώτη εξήγηση δεν είναι λιγώτερο αληθής απ” την δεύτερη. Αυτοί είναι τόσο αδιαχώριστοι ο ένας απ” τον άλλον, όπως οι δύο καταστάσεις, η ανθρώπινη και η Θεία, στο πρόσωπο του υψωθέντος Χριστού. Δηλαδή, εφαρμόζουμε την ιδέα της εξάρτησης που περιέχεται στην έκφραση του Παύλου, όχι μόνον στην ανθρωπίνη κατάσταση του Χριστού, αλλά επίσης και στην Θεότητα Του. Δεν είναι αυτό που υπονοείται πίσω απ” τα ονόματα του «Υιού» και του «Λόγου», που χρησιμοποιούνται να δηλώσουν την Θεία Του ύπαρξη; Και δεν είναι μόνον αυτή η ιδέα, της ουσιαστικής υποταγής του Υιού προς τον Πατέρα, που μας επιτρέπει να συλλάβουμε την ενότητα στην Θεία Τριάδα; Η έννοια λοιπόν είναι ότι, όσον αφορά το ένα και αδιαίρετο πρόσωπο Του, σαν Υιός του Θεού και Υιός του ανθρώπου, ο Ιησούς τα λαμβάνει όλα απ” τον Πατέρα, και επομένως ανήκει σ” Αυτόν ολοκληρωτικά. Είναι σ” αυτή την απόλυτη εξάρτηση που βασίζεται η παγκόσμια κυριαρχία Του.
Ευθύς τώρα ως η Εκκλησία της Κορίνθου υψώνεται στην θέα αυτών των σχέσεων, τι θα γίνει με την θλιβερή επιθυμία ορισμένων μελών της, να μεγαλύνουν τους εαυτούς τους, και να εκμεταλλευθούν ό,τι μπορεί να λείπει στους άλλους για σ” ενα έδαφος για αυτοικανοποίηση;Πως θα είναι δυνατόν για κάποιον όταν αυτός αντικρύζει την απόλυτη εξάρτηση στην οποία παραμένει ο Υιός σχετικά με τον Πατέρα, να δοξάζεται ακόμα στον εαυτόν του ή σ” έναν άλλον; Ο κάθε πίστός θα κατέχει τα πάντα, ακόμα και τους πιό εξέχοντας δασκάλους που τον βοηθούν να προοδεύσει, σαν δώρα απ” το χέρι του.
Αφού έκανε έτσι τους Κορινθίους να ντραπούν για τους ενόχους παραλογισμούς τους, παραμένει μόνον για τον απόστολονα ελέγξει τις άφρονες κρίσεις στις οποίες μερικοί παραδίδονται αναφορικά μ” αυτόν. Αυτό είναι που κάνει στο επόμενο χωρίο, το οποίον κλείνει αυτό το τμήμα της Επιστολής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4

Εδάφιο 1
«Ούτως ημάς λογιζέσθω άνθρωπος, ως υπηρέτας Χριστού και οικονόμους μυστηρίων Θεού».
«Έτσι πρέπει να μας θεωρούν οι άνθρωποι, σαν υπηρέτας του Χριστού και οικονόμους μυστηρίων του Θεού».

Μετά που εξήγησε τι οι κήρυκες δεν είναι, για να δείξη ότι κανένας δεν θα έπρεπε να εξαρτάται απ” αυτούς, ο απόστολος δηλώνει τι είναι, για να τους σύρει έξω από τις άφρονες κρίσεις των μελών της Εκκλησίας. Και το κάνει πρώτα συνεχίζοντας να μιλά για τον εαυτόν του και τον Απολλώ («ημάς», σύγκρινε ΣΤ6), μετά μιλά μόνον για τον εαυτόν του («εγώ», Ε3).
Το «ούτως» σημαίνει: «Δες τε πως θα έπρεπε να μας θεωρείτε».
«Άνθρωπος»: Χρησιμοποιόντας αυτή την λέξη ο απόστολος επιθυμεί να γίνει αισθητό ότι απευθύνεται στην Εκκλησία, στο πρόσωπο του κάθε ενός από τα μέλη της, και να τους θυμίσει την κατάσταση της άγνοιας και της αδυναμίας, που είναι συνδεδεμένη με την υπόσταση του ανθρώπου.
«Οικονόμος». Η λέξη στους αρχαίους δηλώνει, έναν έμπιστο σκλάβο στον οποίον ο κύριος εμπιστεύεται την διεύθυνση του σπιτιού του, και ειδικά την φροντίδα τού να διανέμει σ” όλους τους υπηρέτας την εργασία που έχουν να κάνουν, και τα αναγκαία που χρειάζονται (Λουκάς ΙΒ42). Αυτός ο δεύτερος όρος δηλώνει τους κήρυκες σαν διαχειριστές μιας αλήθειας, που δεν είναι δική τους, αλλά του κυρίου τους. Αναφέρεται στην εσωτερική και πνευματική πλευρά του έργου της διακονίας, ενώ το «υπηρέτης» αναφέρεται στην εξωτερική πλευρά της Χριστιανικής διακονίας.
Ο θησαυρός που διαχειρίζονται είναι «τα μυστήρια του Θεού». Αυτός ο όρος «μυστήριο», στον ενικό, δηλώνει το σχέδιο σωτηρίας γενικά (ιδέ πάνω στο Β7). Στον πληθυντικό, αναφέρεται στους διάφορους στόχους που περιλαμβάνονται σ” αυτό το σχέδιο. Ο πληθυντικός εδώ συνδέεται με την ιδέα της διανομής που συνοδεύει εκείνη του οικονόμου. Ίσως ο Παύλος να υπαινίσσεται την εκλογή που ο Απολλώς και ο ίδιος χρειαζόταν να κάνουν μεταξύ των πολλών υλικών της Χριστιανικής διδασκαλίας, για να χρησιμοποιήσουν, σε κάθε περίπτωση, μόνον εκείνα που ήσαν κατάλληλα στην κατάσταση των Κορινθίων (Γ2).
Οι γενικές «του Χριστού» και «του Θεού», που σίγουρα αναφέρονται σε κείνες του Γ23, μας θυμίζουν ότι οι κήρυκες, ως εργαζόμενοι στην ενεργό υπηρεσία του Χριστού, της Κεφαλής της Εκκλησίας, και επιφορτισμένοι με το να διανέμουν σ” αυτή τις αλήθειες του Θεού, έχουν να δώσουν λογαριασμό εμπρός σ” αυτές τις ανώτατες εξουσίες, και όχι εμπρός στα μέλη της Εκκλησίας. Αυτοί πηγαίνουν εκεί που τους στέλνει ο Χριστός, και παραδίνουν ό,τι ο Θεός τους έχει δώσει. Το μόνο πράγμα που μπορεί να ζητηθεί απ” αυτούς, είναι να είναι πιστοί στον τρόπο κατά τον οποίον εκπληρώνουν την αποστολή που τους έχει ανατεθεί, και στην οποία προσαρμόζουν την διδασκαλία τους στο μέτρο του φωτός το οποίον έχουν λάβει.

Εδάφιο 2
«Ο δε λοιπόν ζητείται εν τοις οικονόμοις, ίνα πιστός τις ευρεθή».
«Εκείνο δε που απαιτείται από τους οικονόμους είναι να βρεθούν πιστοί».

Η διακονία της διδασκαλίας, άπαξ και την εμπιστευθεί ο Θεός σ” έναν άνθρωπο, η ερώτηση δεν είναι πλέον εάν αυτός είναι περισσότερο ή λιγώτερο εύγλωττος, περισσότερο ή λιγώτερο βαθύς, περισσότερο ή λιγώτερο ελκυστικός. Ο Θεός που τον διαλέγει και τον στέλνει, έχει μόνον να κάνει μ” όλες αυτές τις ερωτήσεις. Το μόνο που ζητείται απ” τον ίδιο είναι εάν αυτός είναι «πιστός», δηλαδή, εάν δίνει στους έξω ευσυνείδητα ό,τι του έχει εμπιστευθεί, εάν αυτός θέτει όλα τα χαρίσματα και τις δυνάμεις με τις οποίες έχει προικισθεί στην υπηρεσία αυτού του στόχου, εάν, σαν αφιερωμένος υπηρέτης, έχει μόνον ένα ενδιαφέρον, την υπόθεση του Κυρίου του. Αυτός μπορεί μόνον να κληθεί να δώσει λογαριασμό για την ευσυνείδητη χρήση αυτού που έχει λάβει. Άρα το μόνο πράγμα για το οποίο ο οικονόμος είναι υπεύθυνος, είναι η πιστότητα του. Τώρα, αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο η κρίση του ανθρώπου είναι αναρμόδια, εδάφια 3-5.

Eδάφια 3,4
«Εμοί δε εις ελάχιστον εστιν ίνα υφ” υμών ανακριθώ ή από ανθρωπίνης ημέρας. Αλλ” ουδέ εμαυτόν ανακρίνω. Ουδέν γαρ εμαυτώ σύνοιδα. Αλλ” ουκ εν τούτω δεδικαίωμαι. Ο δε ανακρίνων με Κύριος εστιν».
«Ως προς εμέ, μου είναι όλως αδιάφορον να κριθώ από σας ή από ανθρώπινον δικαστήριον, αλλ” ούτε εγώ κρίνω τον εαυτόν μου. Διότι δεν συναισθάνομαι τίποτα κατά του εαυτού μου, αλλά με αυτό δεν είμαι δεδικαιωμένος. Εκείνος που με κρίνει είναι ο Κύριος».

Τα δύο προηγούμενα εδάφια αναφερόταν γενικά στους κήρυκες, και ειδικά στον Απολλώ και στον Παύλο. Απ” αυτό το εδάφιο, η αναφορά γίνεται ολοκληρωτικά προσωπική για τον Παύλο, γιατί για ό,τι προχωρά να δηλώσει, ο απόστολος δεν μπορεί να δώσει καμμία διαβεβαίωση, παρά τόσο όσο αυτό αφορά τον εαυτόν του.
«Εμοί»: Όσον αφορά εμένα (τουλάχιστον). Ο Παύλος δεν μπορεί να γνωρίζει εάν ο Απολλώς εσκεφτόταν σαν κι αυτόν πάνω σ” αυτό το σημείο.
«Εις ελάχιστον εστιν»: Αυτές οι δυσμενείς κρίσεις, καθώς ο Παύλος τις αναλογίζεται, γίνονται περισσότερο και περισσότερο σ” αυτόν («εις») το τελευταίο πράγμα που τον ανησυχεί.
«Ή από ανθρωπίνης ημέρας»: Τούτες οι λέξεις μετριάζουν κάπως την βαρειά εντύπωση αυτού που μόλις έχει πει ο Παύλος, για την μικρή αξία που αυτός δίνει στις κρίσεις ορισμένων Κορινθίων. Είναι αδιάφορος, το ίδιο, σε σχέση με όλες τις ανθρώπινες κρίσεις γενικά.
Το «ανακρίνειν» δηλώνει πιό πολύ την εξέταση, παρά την κρίση. Αλλά καθώς η εξέταση καταλήγει σε κάποια απόφαση, γι” αυτό το μεταφράζουμε σαν «κρίνω».
Άπαξ και μπήκε τώρα σ” αυτόν τον δρόμο, ο απόστολος πηγαίνει μέχρι το τέρμα του. Δεν αισθάνεται ούτε τον ίδιο του τον εαυτό επαρκή να αυτοκριθεί με βεβαιότητα.
«Αλλά»: Αρνούμαι όχι μόνον να κρίνω άλλους, αλλά επίσης και τον εαυτόν μου, σύγκρινε Β” Κορ. Ζ11. Αισθάνεται ότι στον εσωτερικό του άνθρωπο υπάρχουν ανεξερεύνητοι χώροι, οι οποίοι δεν του επιτρέπουν ν” ανακαλύψει πλήρως την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, το μέγεθος της ακεραιότητας της πιστότητας του, και επομένως ν” αναγγείλει μια βάσιμη απόφαση πάνω στον εαυτόν του.
Εδάφιο 4. Η εσώτερη του συνείδηση δεν τον επιτιμά για καμμία έλλειψη πιστότητας. Αλλά για όλο αυτό («εν τούτω»), δεν είναι ακόμα δικαιωμένος, δηλαδή, αποδεδειγμένος άμεπτος, απ” Αυτόν που ερευνά τις καρδιές (εδάφιο 5).
Η έννοια της λέξης «δικαιούσθαι» παραμένει στο βάθος πάντα η ίδια: Να διακηρυχθεί κάποιος δίκαιος. Μόνο που αυτή η δηλωτική πράξη εφαρμόζεται σε μια άλλη περίοδο, και διακηρύσσεται κάτω από άλλες προϋποθέσεις, απ” ότι στην χρήση την οποία ο απόστολος συνήθως κάνει αυτής. Ο υπό ερώτηση χρόνος είναι εδώ η ημέρα της κρίσης, και όχι η ώρα της μεταστροφής. Και επομένως η προϋπόθεση της δικαίωσης δεν είναι μόνον η πίστη, αλλά η αγιότητα και πιστότητα, καρποί της πίστης. Κατά την στιγμή της μεταστροφής ένας άνθρωπος δηλώνεται δίκαιος, χωρίς ακόμα να είναι τέτοιος. Στην ημέρα της κρίσης, για να δηλωθεί τέτοιος, θα πρέπει να είναι τέτοιος και στην πραγματικότητα. Η δηλωτική έννοια της λέξης «δικαιώνω» παραμένει λοιπόν σαν η βάση της χρήσης την οποία ο απόστολος κάνει εδώ του όρου. Είναι ακριβώς το ίδιο με το Ρωμαίους Β13.
Σύμφωνα με μια εξήγηση στην οποία συχνά καταφεύγουν Καθολικοί συγγραφείς, ο απόστολος εμφανίζεται εδώ να εκφράζει την αβεβαιότητα στην οποία είναι βυθισμένος, όσον αφορά την κατάσταση του της χάρης, και ακόμα να διδάσκει δι” αυτού το αδύνατον του Χριστιανού να πετύχει την βεβαιότητα της σωτηρίας εδώ κάτω, εκτός εάν λάβει μια ασυνήθη αποκάλυψη. Ο Παύλος αρνείται την αρμοδιότητα κάθε ανθρωπίνης κρίσης, ακόμα και αυτής του εαυτού του. Αλλά εάν δεν επετύγχανε απ” τον Θεό την πλήρη επιδοκιμασία κατόπιν της οποίας επιθυμεί, και στην οποία αυτός ελπίζει πως έχει δικαίωμα, δεν θα έπετο, κατά την άποψη του, ότι η σωτηρία του θα διεκυβεύετο δι” αυτού. Δεν έχει μόλις βεβαιώσει ότι ο εργάτης που έχει οικοδομήσει με κακά υλικά, αλλά πάνω στο αληθινό θεμέλιο, δεν θα χαθεί, αλλά θα χάσει μόνον την αμοιβή του έργου του; Πως, τότε, θα έπρεπε να θέσει την δική του κατάσταση χάρης σε αμφιβολλία, για κάποιες μη πιστότητες, που παρέμεναν μη συλλαμβανόμενες από την συνείδηση του; Παρόλο υπό κατηγορία σ” ένα σημείο, δεν θα απερρίπτετο τελικά.
Εάν η έννοια την οποία απορρίπτουμε ήταν αυτή που ο Παύλος είχε υπ” όψιν, θα έπρεπε να έλεγε: «Διότι είναι ο Κύριος που με δικαιώνει». Αλλά αντιθέτως λέγει, καθώς σκέφτεται για την κρίση: «Ο δε ανακρίνων με Κύριος εστιν».
Ο Σιναϊτικός κώδικας γράφει «γαρ» αντί «δε», που δίνει μια έξοχη έννοια: «Δεν είμαι δικαιωμένος απ” το γεγονός της καλής μου συνείδησης. Διότι Αυτός που κάνει την μόνη έγκυρη εξέταση, είναι ο Κύριος». Αλλά το «δε» όμως, τονίζει καλλίτερα την διάκριση μεταξύ αυτού του Κριτή, του οποίου η κρίση είναι η μόνη αρμόδια, και του υποκειμένου σε σφάλματα ανθρώπου, που αξιώνει να παρουσιάζεται σαν κριτής.
Το «ανακρίνων» δείχνει την συνεχή λειτουργία, το αξίωμα. «Αυτός είναι ο ερευνητής της ζωής μου».

Εδάφιο 5
«Ώστε μη προ καιρού τι κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος, ος και φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και φανερώσει τας βουλάς των καρδιών, και τότε ο έπαινος γενήσεται εκάστω από του Θεού».
«Ώστε μη κρίνετε τίποτε πριν από τον ωρισμένον καιρόν, έως ότου έλθη ο Κύριος, ο οποίος θα φέρη στο φως τα πράγματα που κρύβονται στο σκοτάδι και θα φανερώση τας σκέψεις των καρδιών. Τότε ο καθένας θα πάρη τον έπαινον του από τον Θεόν».

Αυτό το εδάφιο είναι η τελεία που θέτει στην προσωπική εφαρμογή που ο Παύλος έχει μόλις κάνει στα εδάφια 1-4. Άρα το «ώστε» αντιστοιχεί σε κείνο του Γ21. Εκεί η έννοια ήταν: «Άρα», κανένας παραλογισμός! – Εδώ: «Άρα», καμμία κρίση!
«Μη τι κρίνετε»: Μη κάμετε καμμία κρίση.
Οι λέξεις, «προ καιρού», εξηγούνται απ” ό,τι ακολουθεί: «Έως αν έλθη ο Κύριος», ο αληθινός Κριτής. Αυτός ο χαρακτήρας, που ανήκει αποκλειστικά σ” Αυτόν, εξηγείται από τις δύο προτάσεις που ακολουθούν. Πράγματι, η αλάνθαστη κρίση μιας ανθρωπίνης ζωής προϋποθέτει δύο πράγματα: Την αποκάλυψη των πράξεων εκείνης της ζωής στο σύνολο τους, ακόμα και τις πλέον άγνωστες, και την αποκάλυψη των εσωτερικών κινήτρων της θέλησης, στις πράξεις τις γνωστές ή άγνωστες. Αυτό είναι που ο Παύλος εννοεί με τις δύο φράσεις: «Τα κρυπτά του σκότους», και «τας βουλάς των καρδιών». Οι κρυφές πράξεις, που θα φερθούν στο φως, δεν είναι μόνον οι κακές, αλλά επίσης και οι καλές (Ματθ. ΣΤ3,4,6. Α” Τιμ.Ε23-25). Είναι το περισσότερο αναγκαίο να προσέξουμε τούτες τις τελευταίες εδώ, καθώς δεν υπάρχει ερώτηση μετά, παρά εκείνη του επαίνου.
Τα εσωτερικά κίνητρα και αισθήματα είναι ό,τι καθορίζει την αληθινή ποιότητα των ενεργειών στα μάτια του Θεού. Είναι λοιπόν πάνω στην πλήρη γνώση αυτών, που βασίζεται η σωστή εκτίμηση μιας ανθρωπίνης ζωής.
«Και τότε»: Αυτές οι λέξεις δείχνουν την βαρύτητα εκείνου του καιρού της πλήρους αποκάλυψης. Τον θέτει σε αντίθεση με τις πρόωρες κρίσεις των Κορινθίων («προ καιρού”).
«Ο έπαινος». Ο αληθινός έπαινος. Εκείνος που δεν θα διατρέχει κανέναν κίνδυνο να αλλάξει σε μια απόφαση καταδίκης, από ένα υψηλότερο δικαστήριο, σαν τους προώρους επαίνους που οι Κορίνθιοι απένεμαν στους ευνοουμένους τους δασκάλους. Τι κεντρί βρίσκεται σ” αυτή την λέξη που απευθύνεται και στους δύο, και στους επιπόλαιους θαυμαστές, και στους αυτοϊκανοποιούμενους ρήτορες, που είχαν εξάψει αυτόν τον βέβηλο ενθουσιασμό! Από το χωρίο που ακολουθεί, Δ18-21, θα μπορέσουμε να καταλάβουμε σε τι σημείο είχαν ήδη φθάσει τα πράγματα στην Κόρινθο, προς αυτή την οδυνηρή κατεύθυνση.
Δ. Υπερηφάνεια, η πρώτη αιτία του κακού (Δ6-20).
Εδώ είναι η τελική και γενική εφαρμογή του όλου πρώτου μέρους, που αναφέρεται στις διαιρέσεις που είχαν προκύψει στην Εκκλησία. Ο απόστολος, αφού θύμισε στους Κορινθίους την αληθινή φύση του Ευαγγελίου, και συνεπέρανε σαν συνέπεια εκείνη της Χριστιανικής διακονίας, κάνει χειροπιαστή εδώ την κακία που κατατρώγει μέσα τους: Πνευματική υπερηφάνεια. Εδώ περνά από την άμυνα στην επίθεση. Έχει δικαιολογήσει τον εαυτόν του ενάντια στις επιπόλαιες και άφρονες κριτικές των Κορινθίων` τώρα προχωρά στο να τους κρίνει. Το εδάφιο 6 είναι η μετάβαση από την προηγουμένη έκθεση στο πρακτικό συμπέρασμα.

Εδάφιο 6
«Ταύτα δε, αδελφοί, μετεσχημάτισα εις εμαυτόν και Απολλώ δι” υμάς, ίνα εν ημίν μάθητε το μη υπέρ ο γέγραπται φρονείν, ίνα μη εις υπέρ του ενός φυσιούσθε κατά του ετέρου».
«Αυτά, αδελφοί, εφήρμοσα εις τον εαυτόν μου και εις τον Απολλώ προς χάριν σας, δια να διδαχθήτε με το παράδειγμα μας αυτό, να μη φρονείτε περισσότερον από ό,τι είναι γραμμένον, δια να μη υπερηφανεύεσθε υπέρ του ενός έναντι του άλλου».

Με την προσφώνηση «αδελφοί», ο Παύλος βάζει τον εαυτόν του δίπλα στους αναγνώστες του.
«Μετεσχημάτισα»: Ο Παύλος εννοεί ότι στο προηγούμενο χωρίο (από το Γ5), εφαρμόζοντας τες στον Παύλο και στον Απολλώ, έχει παρουσιάσει τις αρχές που αφορούν την διακονία, την οποία ενδιαφερόταν να τους θυμίσει, στην παρουσία μερικών κηρύκων και της Εκκλησίας, η οποία δεν τις κατάλαβε. Δεν επιθυμούσε να δηλώσει εκείνους τους κήρυκες ονομαστικά, από φόβο μήπως εξάψει ευαισθησίες που ήδη είχαν ξυπνήσει. Εξηγεί αυτή την μέθοδο, την οποία ενόμισε ότι έχει κληθεί να χρησιμοποιήσει στις λεπτές αυτές περιστάσεις, με τις λέξεις «δι” υμάς», που εδώ δηλώνουν: «Όσο το δυνατόν πιό εύκολα να κερδίσω την αποδοχή σας για την αλήθεια που έτσι παρουσιάστηκε». Εκφράσεις σαν αυτές: «Ο Παύλος δεν είναι τίποτα, ο Απολλώς δεν είναι τίποτα» (Γ7), εφαρμοζόμενες σε άλλα πρόσωπα που είναι αρχηγοί στην Κόρινθο, θα είχαν φανεί προσβλητικές, ενώ στην μορφή που χρησιμοποιούνται από τον Παύλο, η αλήθεια που δηλώνεται χάνει κάθε χαρακτήρα προσωπικής εχθρότητας. Εξ αυτού έπεται ότι η λέξη «ταύτα», εφαρμόζεται μόνον στο τελευταίο χωρίο που αφορά την διακονία, και όχι σε όλα τα προηγούμενα χωρία που αφορούν την φύση του Ευαγγελίου.
Μετά που εξήγησε την μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε απ” αυτόν στην προηγουμένη δήλωση του δόγματος, αυτός δείχνει το αντικείμενο αυτής της διδασκαλίας. Ομιλόντας έτσι για τον εαυτόν του και τον φίλο του, εννοούσε να δείξει ένα όριο που δεν θα έπρεπε ποτέ να το ξεπεράσουν, στην εκτίμηση τους για τους κήρυκες τους οποίους ο Κύριος δίνει σ” αυτούς. Θα πρέπει ν” αρνηθούν κάθε δόξα στον άνθρωπο, ο οποίος είναι βασικός παράγοντας σε κάποιο πνευματικό έργο.
«Ο γέγραπται». Τι να έχει κατά νουν ο απόστολος μέσα σ” αυτό το «ο»; Μερικοί ερμηνευτές λένε ότι ο Παύλος εδώ αναφέρεται στα λόγια της Γραφής γενικά, σ” αυτόν τον ανώτατο νόμο που παίρνει όλη την δόξα απ” τον άνθρωπο, και αποδίδει κάθε επιτυχία στον Θεό. Αλλά μια αναφορά τόσο αόριστη και γενική απέχει πολύ από του να είναι πιθανή. Το πιθανώτερο να είναι κάποιο παροιμιακό αξίωμα που χρησιμοποιόταν ίσως στα Ραββινικά σχολεία: «Μη πας πέραν απ” ότι είναι γραμμένο». Η έννοια τότε θα ήταν: Είθε όλοι να ξαναχαράξετε την πορεία σας σε σύνδεση με ό,τι σας έχω μόλις πει για τους εαυτούς μας (τον Απολλώ και μένα), μέσα στα όρια μιας σωστής εκτίμησης: «Όχι πέραν αυτού που η Γραφή λέγει, (η Γραφή η οποία παντού διδάσκει την μηδαμινότητα του ανθρώπου)!» Αυτή η έννοια είναι έτσι η ίδια, όπως η προηγουμένη εξήγηση.
Ο απόστολος έχει υπ” όψιν εκείνα τα μέλη της Εκκλησίας, που ήταν σαγηνευμένα υπό του ενός δασκάλου, υποτιμόντας τον άλλον. Ο απόστολος ονομάζει αυτόν τον παραλογισμό σαν «φυσίωση», διότι υψώνοντας έναν άλλον άνθρωπο, κάποιος πιστώνει τον εαυτόν του για τον θαυμασμό που αισθάνεται. Κάποιος δοξάζεται για το ότι είναι σε θέση να εκτιμήσει μια ανωτερότητα, την οποία οι άλλοι αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν. Η δόξα της κεφαλής της ομάδας γίνεται έτσι η δόξα του συνόλου. Οι τελευταίες λέξεις, «κατά του ετέρου», μπορεί ν” αναφέρονται είτε σ” αυτόν, είτε σ” εκείνον τον δάσκαλο που περιφρονείται.
Το «εις» χρησιμοποιείται αντί του «τις», έχοντας κατά νουν ν” απομονώσει πιό πλήρως το άτομο που παριστάνει τον κριτή, και δι” αυτού σπάει την ενότητα του σώματος. Και όταν αυτός ο «ένας» είναι ο «καθένας», τι γίνεται με την Εκκλησία;
Το ακόλουθο εδάφιο προχωρά να δείξει όλα που είναι να καταδικασθούν σε μια τέτοια φυσίωση.

Εδάφιο 7
«Τις γαρ σε διακρίνει; Τι δε έχεις ο ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;»
«Διότι ποιός σου δίνει υπεροχήν; Τι έχεις που να μη το έλαβες; Και εάν το έλαβες, γιατί καυχάσαι σαν να μη το είχες λάβει;»

Εδώ είναι το στάνταρ που δείχνεται από το «είναι γραμμένον». Είναι μία από τις θεμελειώδεις αλήθειες της Γραφής, ότι το δημιούργημα δεν κατέχει τίποτα που να μην είναι δώρο από τον Δημιουργό.
Η πρώτη ερώτηση αναφέρεται στην ανωτερότητα που αξιώνεται από κάθε διακεκριμένο μέλος μιας ομάδας, σχετικά μ” εκείνους των άλλων ομάδων. Ο απόστολος ερωτά αυτόν τον άνθρωπο, που νομίζει τον εαυτόν του ανώτερο από άλλους, σε ποίον αποδίδει την τιμή της προνομιακής θέσης που έχει κερδίσει. Ποιά είναι η απάντηση που αναμένεται; Η πιό καλή απάντηση είναι: «Όχι στον εαυτόν μου». Υπάρχει έτσι μια διαβάθμιση στην ακόλουθη ερώτηση, μια διαβάθμιση που δείχνεται από το «δε». Πράγματι, αυτή η δεύτερη ερώτηση φέρει στο φως εκείνα που μπορεί να είναι θέματα υπερηφάνειας στο άτομο, τα χαρίσματα του, το φως που έχει, η ευφράδεια, και η απάντηση είναι: «Απολύτως τίποτα». Η τρίτη ερώτηση υπονοεί το συμπέρασμα που πρέπει να εξαχθεί από τις άλλες δύο. O τρόπος που εκφράζεται εδώ ο Παύλος, δείχνει πόσο επαναστατεί μέσα του στην σκέψη εκείνων των κούφιων αξιώσεων, τόσο αντιθέτων προς την ταπείνωση που θα έπρεπε να εμπνέει η πίστη. Σ” αυτό το σημείο το θέαμα της αμαρτίας της Εκκλησίας περνά εμπρός στην θέα του τόσο ζωντανά, ώστε η ομιλία του με μιάς παίρνει την μορφή ενός μακριού σαρκασμού. Νομίζει ότι βλέπει εμπρός του τον παλιό Φαρισαϊσμό να υψώνεται πάλι στις διάφορες εκδηλώσεις της Χριστιανικής ζωής. Η καυτερή του ειρωνεία δεν τελειώνει παρά έως το εδάφιο 13, όπου σβύνει σε λύπη.

Εδάφιο 8
«Ήδη κεκορεσμένοι εστέ. Ήδη επλουτήσατε, χωρίς ημών εβασιλεύσατε. Και όφελος γε εβασιλεύσατε, ίνα και ημείς υμίν συμβασιλεύσωμεν.»
«Τώρα πιά είσθε χορτασμένοι, τώρα πιά έχετε γίνει πλούσιοι, χωρίς εμάς εγίνατε βασιλείς – και είθε να είχατε γίνει βασιλείς, δια να είμεθα και εμείς βασιλείς μαζί σας».

Το ασύνδετον είναι μια νέα απόδειξη συναισθηματικής έξαρσης. Το «ήδη», τοποθετημένο αρχή αρχή, επαναλαμβανόμενο, και αυτό στο ίδιο μέρος στην δεύτερη πρόταση, εκφράζει καθαρά εκείνο που θέλει να τονίσει ο Παύλος σ” αυτό το χωρίο: «Τώρα ήδη!». Ο Παύλος και οι άλλοι απόστολοι είναι ακόμα σ” έναν κόσμο παθημάτων. Αλλά στην Κόρινθο η Εκκλησία «ήδη» ζει σε πλήρη θρίαμβο. Τούτη την «πληρότητα» δηλώνει η αδιατάρακτη αυτοϊκανοποίηση που χαρακτήριζε τους Κορινθίους. Αυτοί έχουν πλέον τελειώσει μ” εκείνη την ταπείνωση του πνεύματος, μ” εκείνη την πείνα και δίψα για δικαιοσύνη, μ” εκείνα τα δάκρυα της μετάνοιας, που ο Ιησούς είχε κάνει σαν την διαρκή προϋπόθεση της ζωής εν Αυτώ (Ματθαίος Ε1-4). Αυτοί είναι άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα περισσότερο να ζητήσουν, όλων τους οι πνευματικές ανάγκες είναι ικανοποιημένες. Αυτοί έχουν φθάσει την τέλεια ζωή!
Η έκφραση, «επλουτήσατε», αναμφίβολλα, υπαινίσσεται την αφθονία των πνευματικών χαρισμάτων που ξεχώριζε αυτή την Εκκλησία πάνω απ” όλες τις άλλες, πράγμα που και ο ίδιος ο Παύλος είχε αναγνωρίσει στην αρχή (Α5,7). Η μομφή έχει εφαρμογή, όχι στο γεγονός της κατοχής των των χαρισμάτων, αλλά στο αίσθημα της υπερηφανείας που την συνόδευε.
Το «εβασιλεύσατε» δηλώνει, «έχετε γίνει βασιλείς». Αυτή η βασιλεία είναι, βεβαίως, εκείνη της Μεσσιανικής εποχής, όταν οι πιστοί πρόκειται να βασιλεύσουν με τον Χριστό. Αυτή η δοξασμένη κατάσταση πραγμάτων φαίνεται να έχει ήδη αρχίσει στην Κόρινθο. Όχι πλέον ασημότητα, όχι πλέον αδυναμία! Η Εκκλησία βρίσκεται σε ουράνια κατάσταση. Ανείπωτες χαρές, υπέρτατος φωτισμός, θαυματουργικές δυνάμεις, σαγηνευτικές ομιλίες: Δεν λείπει τίποτα.
Οι λέξεις, «χωρίς ημών», έχουν γίνει αντιληπτές στην έννοια του, «στην απουσία μας», ή, «χωρίς την συνεργασία μας», σαν να έλεγε ο Παύλος: «Μεγάλα πράγματα έχουν γίνει στην Κόρινθο από τότε που σας αφήσαμε!». Αλλά σ” αυτή την ερμηνεία διαφεύγει ότι το «χωρίς ημών» παίρνει την θέση, σ” αυτή την τρίτη πρόταση, του «ήδη», με το οποίο άρχισαν οι δύο πρώτες, και αυτό οδηγεί σε μία έννοια σαν και αυτή: «Χωρίς εμείς να έχουμε μέρος στην ύψωση που σας χορηγήθηκε. Είσθε πλούσιοι, είσθε βασιλείς. Εμείς οι άλλοι δεν είμαστε τόσο ευτυχείς…Εμείς ακόμα συρόμαστε από την δυστυχισμένη κατάσταση αυτού του κάτω κόσμου!». Το «χωρίς ημών» στρώνει τον δρόμο για το εδάφιο 9.
Οι τελευταίες λέξεις εξηγούνται τώρα εύκολα: «Και είθε αυτό το μεγάλο νέο να ήταν αληθινό, να είσαστε πράγματι στον θρόνο! Διότι σ” αυτή την περίπτωση, θα ελπίζαμε ότι κι εμείς σύντομα θα καθόμασταν μαζί σας». Αυτό το «συν», αντιστοιχεί ακριβώς στο «χωρίς», («χωρίς ημών»), της προηγουμένης πρότασης.
Το «γε», όπως πάντα, είναι περιοριστικό: «Εάν αυτή η επιθυμία πραγματοποιόταν, όλες οι άλλες θα ικανοποιόταν».

Εδάφιο 9
«Δοκώ γαρ ότι ο Θεός ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγενήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις».
«Διότι μου φαίνεται ότι ο Θεός άφησε εμάς τους αποστόλους να εμφανισθούμε τελευταίοι, σαν καταδικασμένοι εις θάνατον, διότι εγίναμε θέαμα εις τον κόσμον, εις τους αγγέλους και εις τους ανθρώπους».

Πολλοί από τους συγχρόνους σχολιαστές κάνουν την ειρωνεία να σταματά εδώ. Παίρνουν το ρήμα «δοκώ» κατά γράμμα: «Φρονώ ότι η θέση μας είναι πλήρης παθημάτων».
Αλλά το «γαρ» πιό πολύ μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι η ειρωνεία συνεχίζεται. Υπήρχε στην σκέψη του να συμμετέχουν αργότερα στην Βασιλεία, την οποία οι Κορίνθιοι ήδη απελάμβαναν, κάτι πολύ παράξενο, όταν εφαρμοζόταν στους αποστόλους, τους θεμελιωτές και οδηγούς της Εκκλησίας. Διότι δεν ήταν αυτοί που κανονικά δικαιούνται να εισέλθουν στην κατοχή της βασιλείας, πριν από όλους τους άλλους Χριστιανούς; Εξ αυτού οι λέξεις, «δοκώ γαρ»: «Εσείς μας ξεπερνάτε στην Βασιλεία του Θεού. Διότι νομίζω ότι ο Θεός μας έχει δώσει το τελευταίο μέρος, σε μας, τους αποστόλους!». Για να δικαιολογήσει αυτή την ειρωνική υπόθεση, ο απόστολος, σε ό,τι ακολουθεί, σχεδιάζει μια εικόνα της ντροπής και των παθημάτων της αποστολικής ζωής, αντιπαραθέτοντας τα με τα βασιλικά προνόμια, που ορισμένοι από τους Κορινθίους υπερηφανεύονται ότι ήδη κατέχουν.
«Έχει θέσει εμάς, εμάς τους αποστόλους, τελευταίους». Με τις λέξεις, «εμάς τους αποστόλους», ο Παύλος αντιλαμβάνεται, όχι μόνον τον εαυτόν του, ή τον εαυτόν του και τους συνεργάτες του, αλλά τον εαυτόν του και τους δώδεκα, που μοιραζόταν ακόμα μαζί του το έργο και τη μομφή της μαρτυρίας για τον Χριστό.
Η λέξη «απέδειξεν» δείχνει δημόσια έκθεση, είτε για τιμή, είτε για μομφή. Οι λέξεις που ακολουθούν, «ως επιθανατίους», είναι επεξηγηματικές του προσδιοριστικού, «τελευταίους». Έως το τέλος του εδαφίου ο απόστολος υπαινίσσεται τους μονομάχους, που παρουσιαζόταν σαν θέαμα στα παιχνίδια στο αμφιθέατρο, και των οποίων το αίμα και οι τελευταίες στιγμές αγωνίας ξεσήκωναν την έξαρση του πλήθους των θεατών. Το χωρίο ΙΕ32 φαίνεται ν” αποδεικνύει ότι τούτη η εικόνα υπήρξε, για μια φορά τουλάχιστον, πραγματικότητα στην ζωή του αποστόλου.
Ο όρος «θέατρον», είναι σε συμφωνία μ” αυτή την δημόσια έκθεση. Η λέξη, «κόσμος», εδώ δηλώνει το όλο νοήμον σύμπαν, που παίζει τον ρόλο του θεατού. Υποδιαιρείται δε σε «ανθρώπους» και «αγγέλους». Με τον πρώτο όρο θα πρέπει ν” αντιληφθούμε όχι μόνον απίστους, διώκτες, αλλά όλο το ανθρώπινο γένος, εχθρικό ή σε συμπάθεια. Και με το «αγγέλους», όλους τους αγγέλους, καλούς και κακούς.
«Εγενήθημεν», αντί του «εσμέν». Ο αόριστος υπηρετεί να δηλώσει αυτό την κατάσταση ύπαρξης, σαν την τύχη που κανονίσθηκε γι” αυτούς άπαξ δια παντός. «Φαίνεται, πράγματι, ότι ήταν ο Θεός που κανόνισε έτσι τα πράγματα: Η Εκκλησία στον θρόνο, και οι απόστολοι κάτω από την σπάθη!»

Εδάφιο 10
«Ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς δε φρόνιμοι εν Χριστώ. Ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί. Υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι.»
«Εμείς θεωρούμεθα μωροί χάριν του Χριστού, σεις δε φρόνιμοι εν Χριστώ. Εμείς αδύνατοι, σεις δυνατοί. Σεις ένδοξοι, εμείς άσημοι».

Η αντίθεση μεταξύ των δύο θέσεων που διατυπώθηκαν στα εδάφια 8 και 9 εκφράζεται στο εδάφιο 10 σε τρείς αντιθέσεις, που είναι αντίστοιχα κτυπήματα για τους υπερηφάνους Κορινθίους. Αυτά τα λόγια απευθύνονται ειδικά στους αρχηγούς της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα και σε όλα τα μέλη της, που μοιράζονται τις φιλοδοξίες αυτών των υπερηφάνων αρχηγών των διαφόρων ομάδων. Και, πρώτα, όσον αφορά την διδασκαλία, οι απόστολοι είχαν ν” αντιμετωπίσουν την δυσφήμηση της μωρίας που το ευαγγέλιο φέρει επάνω τους, ενώ στην Κόρινθο είναι να βρεθεί ένας τρόπος κηρύγματος του Χριστού τέτοιος που να προμηθεύει όνομα για σοφία, την φήμη βαθυστόχαστων φιλοσόφων, και ανθρώπων της πλέον αξιόπιστης κρίσης («φρόνιμος»).
«Δια Χριστόν»: Για χάρη του Χριστού. Σαν Ραββίνος ο Παύλος μπορούσε να είχε γίνει κορυφή, διακεκριμένος σαν τον Χιλλέλ, ονομαστός σαν τον Γαμαλιήλ. Για χάρη του Χριστού έχει συγκατατεθεί να νομισθεί σαν ανόητος. Οι Κορίνθιοι γνωρίζουν καλλίτερα πως να τα καταφέρουν. Αυτοί κάνουν την διδασκαλία ακόμα και του ευαγγελίου («εν Χριστώ») ένα μέσον του να κερδίσουν διασημότητα για την υψηλή τους σοφία.
Η δεύτερη αντίθεση αναφέρεται γενικώτερα στην συμπεριφορά. Αυτοί έρχονται εμπρός στο κοινό τους με την αίσθηση της δύναμης τους. Δεν υπάρχει σ” αυτούς ούτε δισταγμός ούτε δειλία. Οι απόστολοι δεν γνωρίζουν αυτή την αγέρωχη συμπεριφορά. Μάρτυρας η εικόνα, κεφάλαιο Β1-5, όπου ο Παύλος περιγράφει την κατάσταση του του τρόμου που αισθανόταν στην Κόρινθο.
Τέλος, η τρίτη αντίθεση αναφέρεται στην υποδοχή που δέχονται απ” τον κόσμο ο ένας και ο άλλος. Οι Κορίνθιοι τιμώνται, θεωρούνται στολίδι στους καλλιεργειμένους κύκλους. Υπάρχει συναγωνισμός να τους τιμήσουν. Οι απόστολοι μετά βίας θεωρούνται άξιοι προσοχής, ή μάλλον, περισσότερο υβρίζονται και συκοφαντούνται.

Εδάφια 11-13
«Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί. Λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν. Ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι».
«Έως αυτή την στιγμήν και πεινάμε και διψάμε, είμεθα κακοντυμένοι, δεχόμεθα ραπίσματα, διάγομεν βίον πλανόδιον, κοπιάζομεν εργαζόμενοι μετα ίδια μας τα χέρια. Όταν μας βρίζουν, ευλογούμεν, όταν μας διώκουν, δείχνομε ανοχήν. Όταν μας συκοφαντούν, μιλάμε ευγενικά. Εγίναμε σαν σκουπίδια του κόσμου, κάθαρμα όλων έως την στιγμήν αυτήν.»

Οι πρώτες λέξεις, «άχρι της άρτι ώρας», επαναπαράγουν την σκέψη του όλου χωρίου: «Όσον αφορά εμάς, έως αυτή την ώρα, λίγο γνωρίζουμε ότι η οικονομία του θριάμβου έχει ήδη αρχίσει». Η ακόλουθη αρίθμηση φανερώνει, κατά πρώτον, τις στερήσεις και παθήματα κάθε είδους που υποφέρουν οι απόστολοι (εδάφια 11, 12). Στην έλλειψη τροφής και ρούχων μερικές φορές προστίθεται κακή μεταχείριση. Το «κολαφίζεσθαι» μπορεί να δηλώνει, είτε χτυπήματα με την γροθιά, είτε με την παλάμη του χεριού. Πέραν αυτών, σαν κανόνας, έλλειψη ενός συγκεκριμένου μέρους κατοικίας, ενός σπιτιού. Τέλος, (εδάφιο 12α), η χειρωνακτική εργασία που ήταν αναγκασμένος να κάνει ο Παύλος, ειδικά η εθελοντική υποχρέωση να κερδίζει τα προς το ζειν με την δική του εργασία (Θ6).
H απαρίθμηση προχωρά δείχνοντας την ταπεινή και υπομονετική συμπεριφορά των αποστόλων εν μέσω αυτών των παθημάτων (εδάφια 12β-13α).
Στην λοιδορία οι απόστολοι απαντούν με ευλογία. Η λέξη «ευλογείν» στην Καινή Διαθήκη δηλώνει «εύχομαι καλά», και αυτό στην μορφή η οποία μόνη μπορεί να καταστήσει την ευχή αποτελεσματική, εκείνη της προσευχής.
Στην κακή μεταχείριση αυτοί απαντούν με το «ανέχεσθαι». Ούτε καν παραπονούνται. Τέλος, στις συκοφαντίες αντιπαραθέτουν ευγενικά λόγια. Ικετεύουν τους ανθρώπους να μην είναι τόσο κακοί, να επιστρέψουν σε καλλίτερα αισθήματα, να μεταστραφούν στον Χριστό.
Αλλά μ” αυτόν τον τρόπο ενεργείας τι παίρνουν από τον κόσμο; Γίνονται το αντικείμενο της πλέον βαθειάς του περιφρόνησης. Αυτό είναι που εκφράζεται με το εδάφιο 13β. Ο όρος «περικάθαρμα», δηλώνει κατά γράμμα ό,τι μαζεύεται σκουπίζοντας ολόγυρα το δωμάτιο («περί»), και «περίψημα» η βρωμιά που αποσπάται από ένα αντικείμενο καθώς το σκουπίζεις ή το ξύνεις ολόγυρα. Αυτές οι δύο εικόνες λοιπόν αντιπροσωπεύουν ό,τι είναι το πλέον περιφρονημένο.
«Του κόσμου», «όλων». Και τα δύο δείχνουν το σύνολο στο οποίο οι απόστολοι ανήκουν φυσικά, αλλά από το οποίο ξεχωρίζονται ως όντες οι πλέον περιφρονημένοι που περιέχει.
Οι τελευταίες λέξεις, «έως άρτι», δείχνουν, ακόμα μια φορά πριν να κλείσει, το αίσθημα της γεμάτης λύπης ειρωνείας, που ενέπνευσε το όλο χωρίο. Είναι ο αντίποδας του «ήδη», με το οποίο είχε αρχίσει.
Τα εδάφια 14-21 είναι το συμπέρασμα όλων που ο απόστολος έχει γράψει από το Α12. Πρώτα δίνει μια εξήγηση για τον δριμύ τρόπο με τον οποίο τους έχει μόλις μιλήσει. Δεν είναι πικρία ή εχθρότητα που έχουν εμπνεύσει τα λόγια του, είναι η οδυνηρή ανησυχία που αισθάνεται γι” αυτούς (εδάφια 14-16).

Εδάφιο 14
«Ουκ εντρέπων υμάς γράφω ταύτα, αλλ” ως τέκνα μου αγαπητά νουθετώ».
«Δεν γράφω αυτά για να σας ντροπιάσω, αλλά δια να σας συμβουλεύσω σαν παιδιά μου αγαπητά».

«Εντρέπειν»: Να στρέψεις κάποιον πίσω από τον εαυτόν του, και εξ αυτού: Να προκαλέσεις ντροπή. Ο απόστολος αναμφίβολλα τους μίλησε κατά έναν ταπεινό τρόπο. Αλλά ο σκοπός του ήταν εντελώς διαφορετικός από εκείνον του να τους προκαλέσει ντροπή. Επιθυμούσε να τους οδηγήσει με σταθερό χέρι σε έναν άλλο δρόμο. Είναι κάπως διαφορετικό στο ΣΤ5 και ΙΕ34. Εδώ έχει κατηγορηματικά την πρόθεση να τους κάνει να ντραπούν.
«Νουθετείν», κατά έναν τρόπο: Να ξαναφέρεις το μυαλό στην θέση του, να οδηγήσεις κάποιον πίσω σε μια ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Ο Παύλος έχει το δικαίωμα, και είναι καθήκον του να ενεργήσει έτσι, διότι είναι ο πνευματικός τους πατέρας. Αυτός είναι ο μόνος από τους κήρυκες τους που δικαιούται αυτό το όνομα. Αυτό είναι που δείχνεται με την φράση, «τέκνα μου». Το ακόλουθο εδάφιο δικαιολογεί στην αντωνυμία «μου» την αποκλειστική της σημασία.

Εδάφια 15,16
«Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ” ου πολλούς πατέρας. Εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα. Παρακαλώ ουν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε».
«Διότι αν και μπορή να έχετε χιλιάδες παιδαγωγούς εν Χριστώ, δεν έχετε πολλούς πατέρας, διότι εγώ σας εγέννησα εν Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου. Σας παρακαλώ λοιπόν να γίνεσθε μιμηταί μου».

Στο εδάφιο 15 ο Παύλος παρουσιάζει την σχεδόν γελοία εικόνα ενός κοπαδιού μαθητών, τοποθετημένων κάτω απ” το ραβδί αρκετών χιλιάδων παιδαγωγών. Υπάρχει ένας υπαινιγμός για κείνο το πλήθος των διδασκάλων, που είχαν φανεί στην Κόρινθο, μετά την αναχώρηση του Παύλου και του Απολλώ, και προς τους οποίους απευθύνετο η προειδοποίηση στο Γ12-15, (ήσαν εκείνοι που συνέχιζαν ένα κτίριο ήδη θεμελιωμένο).
«Αλλά»: Ήταν στον Παύλο που ο Θεός έδωσε να γεννήσει τους Κορινθίους σε κείνη την καινούργια ζωή, στην οποία οι άλλοι απλώς τους βοηθούσαν να αυξηθούν. Ιδέ μια ανάλογη εικόνα, Γαλάτας Δ19. Αυτός ο όρος «γεννάν», έχει εφαρμογή όχι μόνον στην διακονία του κηρύγματος, αλλά και στην ευαίσθητη εργασία πάνω στο άτομο, που γίνεται μέσω των προσωπικών σχέσεων και της πράξης της προσευχής.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Παύλος προτάσσει στην ιδέα της εργασίας του τους δύο προσδιορισμούς: «Εν Χριστώ Ιησού», και «δια του Ευαγγελίου». Ήταν δυνάμει της κοινωνίας και της δύναμης του Χριστού, και μέσω του Ευαγγελίου το οποίον έλαβε απ” Αυτόν, που αυτός ήταν σε θέση να παράγει αυτή την πνευματική δημιουργία. Έτσι εξαιρεί προκαταβολικά κάθε ίχνος καύχησης σε ό,τι λέγει για τον εαυτόν του στις τελευταίες λέξεις : «Εγώ σας εγέννησα».
Αλλά εάν ήταν ο Χριστός που ενήργησε με την δύναμη και τον λόγον Του, ήταν, παρόλα αυτά, μέσω αυτού, του Παύλου («εγώ»), που παρήγαγε αυτή την δημιουργία. Εξ αυτού το δικαίωμα του Παύλου και το καθήκον να τους εξορκεί, και ακόμα να τους νουθετεί, όπως και κάνει.
Εδάφιο 16
Ένας πατέρας έχει το δικαίωμα να αναμένει, το παιδί που γέννησε να ακολουθήσει τα βήματα του, εξ αυτού το «ουν». Ο απόστολος σκέφτεται ειδικά για την απουσία κάθε συμφεροντολογίας και αυτοϊκανοποίησης, για την αυταπάρνηση και την ταπεινότητα, για τις οποίες είχαν ένα παράδειγμα εμπρός τους. Το «νουθετείν» (εδάφιο 14), αναφέρεται ειδικά στο παρελθόν τους, και σε ό,τι ήταν άξιοκατάκριτο σ” αυτό. Το «παρακαλείν» έχει εφαρμογή στο μέλλον, και στο καλό που οφείλετο να εμφανισθεί ανάμεσα τους. Η λέξη «γίνεσθε» τους θυμίζει πόσο μακρυά έχουν ξεφύγει απ” τον σωστό δρόμο.
Για να τους βοηθήσει στον δρόμο της επιστροφής σε μια νέα πορεία, ο Παύλος τους στέλνει έναν από τους πλέον πιστούς συνεργάτες του, τον οποίον ελπίζει σύντομα να ακολουθήσει και ο ίδιος (εδάφια 17-21).

Εδάφιο 17
«Δια τούτο έπεμψα υμίν Τιμόθεον, ος εστι τέκνον μου αγαπητόν και πιστόν εν Κυρίω, ος υμάς αναμνήσει τας οδούς μου τας εν Χριστώ, καθώς πανταχού εν πάση εκκλησία διδάσκω».
«Δια τούτο σας έστειλα τον Τιμόθεον, το αγαπητό και πιστό παιδί μου εν Κυρίω, ο οποίος θα σας θυμίσει τας διδασκαλίας μου εν Χριστώ, καθώς τας διδάσκω παντού εις κάθε εκκλησίαν».

«Σας έστειλα»: Ο Τιμόθεος ξεκίνησε όταν ο Παύλος έγραφε το γράμμα, αλλά δεν θα έφθανε παρά μετά το γράμμα, (ιδέ Πράξεις ΙΘ21,22).
Ονομάζοντας τον Τιμόθεο «τέκνον μου», υπαινίσσεται την μεταστροφή του της οποίας ήταν το όργανο, κατά την πρώτη του επίσκεψη στα Λύστρα (Β” Τιμόθεο Α2). Με αυτόν τον τίτλο του δίδει την θέση ενός μεγαλυτέρου γυιού, αναφορικά με τους Κορινθίους, οι οποίοι, σαν νεώτερα παιδιά, θα έπρεπε να δεχθούν οδηγίες απ” αυτόν. Τον χαρακτηρίζει «αγαπητόν», συνιστώντας τον έτσι στην αγάπη τους, και «σαν πιστό εν Κυρίω», που είναι ο τίτλος του που θα πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.
«Πιστός»: Κάποιος που πιστεύει, ή κάποιος που είναι πιστευτός, κάποιος που μπορείς να τον εμπιστευθείς. Εδώ μάλλον ταιριάζει πιό πολύ αυτή η δεύτερη έννοια: Αυτός θα είναι γι” αυτούς ένας αξιόπιστος σύμβουλος στα πράγματα του Κυρίου.
Η αποστολή του είναι, «ος υμάς αναμνήσει». Αυτή η φράση, διαλεγμένη επί τούτου, ξεχωρίζει το μέρος του Τιμόθεου από εκείνο του αποστόλου, και ταυτόχρονα υπαινίσσεται ότι οι Κορίνθιοι δεν αγνοούν, αλλά μόνον έχουν ξεχάσει.
«Τας οδούς μου τας εν Χριστώ…καθώς διδάσκω». Το «καθώς διδάσκω» θα πρέπει να έχει εφαρμογή στην πρακτική διδασκαλία του αποστόλου, (καθώς συνοψίζεται στο Ρωμαίους ΙΒ-ΙΔ), στην αληθινή μέθοδο της χριστιανικής ζωής: Την ταπεινότητα, την αυταπάρνηση, την συγχωρητικότητα, την αφιέρωση στον Κύριο, που θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν έναν αληθινό πιστό. Αυτή είναι η πορεία που ο ίδιος ο Παύλος έχει ακολουθήσει από τότε που ήλθε στον Χριστό, («οι οδοί μου οι εν Χριστώ»). Και ήταν αυτός ο τρόπος ενεργείας που επιδιώχθηκε από τον απόστολο, και τον οποίον ενστάλαξε σε όλες τις Εκκλησίες.
Η λέξη «καθώς», δείχνει την συμφωνία μεταξύ της ζωής του και της διδασκαλίας του. Ο Τιμόθεος που τον είχε ακολουθήσει σε όλα τα ταξίδια του, θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία γι” αυτό.
«Σε κάθε εκκλησία», δηλώνει: Σε κάθε εκκλησία που θεμελίωσα. Αυτός ζητά να εντυπώσει την ίδια κατεύθυνση σε αυτές τις νέες κοινότητες. Να υπάρχει πάντα η κλίση να ταπεινώνονται, και όχι να υψώνονται με καύχηση.
Αλλά η αποστολή του Τιμοθέου μπορεί να τους οδηγήσει να υποθέσουν ότι ο μαθητής ήλθε στην θέση του αποστόλου, και ότι μετά απ” αυτή την επίσκεψη ο τελευταίος θα σκεφτόταν να μην έλθει ο ίδιος. Αυτό το συμπέρασμα έχει ήδη ευθέως εξαχθεί, μερικοί είχαν ήδη κάνει έναν θρίαμβο γι” αυτό εις βάρος του αποστόλου. Αναφίβολλα το είχε πληροφορηθεί αυτό από τους τρεις αντιπροσώπους, και είναι σ” αυτή την προσβλητική υπόθεση που αναφέρεται το τελευταίο χωρίο, εδάφια 18-21.

Εδάφιο 18
«Ως μη ερχομένου δε μου προς υμάς εφυσιώθησαν τινές».
«Μερικοί όμως υπερηφανεύθησαν, σαν να μη επρόκειτο να έλθω σ” εσάς».

Το «δε» είναι αντιθετικό: «Αλλά μην προχωράτε να συμπεράνετε λοιπόν ότι…»
Ποιοί είναι εκείνοι οι «τινές», τόσο έτοιμοι να ερμηνεύσουν τα βήματα που πήρε ο απόστολος κατά μία έννοιαν δυσμενή προς τον χαρακτήρα του; Η ομάδα του Απολλώ, απαντούν πολλοί. Δεν υπάρχει τίποτα που να μας οδηγεί σ” αυτή την ιδέα. Αντιθέτως, βρίσκουμε, Β” Κορινθίους Ι 9,10, μια δήλωση που καταφανώς αναφέρεται σ” αυτό: Οι αντίθετοι του Παύλου τον κατηγορούσαν ότι ζητούσε να τρομοκρατήσει την Εκκλησία με απειλητικά γράμματα υπερβολικής αυστηρότητας, και μη τολμώντας να εμφανισθεί ο ίδιος να δείξει την δύναμη της γλώσσας του δια της παρουσίας του, διότι ήταν καλά γνώστης της προσωπικής του αδυναμίας και ανεπάρκειας. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι άνθρωποι αυτής της κατηγορίας ήσαν ήδη στην Κόρινθο κατά τον χρόνο της Πρώτης Επιστολής προς τους Κορινθίους, και ότι διέδιδαν τέτοιες κρίσεις. Αυτοί, καθώς γνωρίζουμε από την Δεύτερη Επιστολή προς Κορινθίους, ήσαν εκείνοι «του Χριστού» (Ι 7 και ΙΑ 23). Τέτοιοι λοιπόν ήσαν οι άνθρωποι οι οποίοι, κατά τον χρόνο της πρώτης Επιστολής, επέτρεπαν στους εαυτούς τους να κατηγορούν τον απόστολο τόσο βαρειά.
Η λέξη «εφυσιώθησαν» αναφέρεται στον αέρα θριάμβου με τον οποίον αυτή η ομάδα βιάστηκε να διακηρύξει τα μεγάλα νέα στην Εκκλησία: «Ο Τιμόθεος έρχεται αντί του Παύλου. Ο Παύλος δεν έρχεται».

Εδάφια 19,20
«Ελεύσομαι δε ταχέως προς υμάς, εάν ο Κύριος θελήση, και γνώσομαι ου τον λόγον των πεφυσιωμένων, αλλά την δύναμιν. Ου γαρ εν λόγω η βασιλεία του Θεού, αλλ” εν δυνάμει.»
«Θα έλθω γρήγορα σε σας, εάν ο Κύριος θελήση, και θα προσέξω όχι τι λέγουν οι υπερήφανοι αλλά την δύναμιν που έχουν. Η βασιλεία του Θεού δεν είναι ζήτημα ομιλίας αλλά δυνάμεως».

Το «δε» είναι πάλι αντιθετικό: «Αλλά αυτή η κακόβουλη πρόβλεψη θα διαψευσθεί».
Το «γνώσομαι» είναι η γλώσσα ενός δικαστή, που προχωρά να κάνει μια εξέταση. Αυτός ο όρος έχει εδώ μια απειλητική σοβαρότητα. Δίνει μια προειδοποίηση για την κρίση που πρόκειται ν” ακολουθήσει (εδάφιο 21).
Ο Παύλος αντιπαραθέτει τον «λόγο», εδώ τις ωραίες ομιλίες, τα γεμάτα ευφράδεια κατηγορητήρια, τα βαθειά πορίσματα, που τα προκαλούσαν οι επευφημίες των ακροατών, με την «δύναμη». Με τούτον τον όρο δηλώνει την αποτελεσματική δύναμη του Αγίου Πνεύματος που φέρνει ανθρώπους πίσω στους εαυτούς τους, τους κάνει να μεταμεληθούν, τους οδηγεί στον Χριστό, και τους γεννά σε μια καινούργια ζωή. Ο Παύλος θα ερευνήσει και θα βρει εάν, μέσα σ” αυτή την αφθονία της ρητορίας, που ακούγεται στις συναθροίσεις (κεφάλαιο ΙΔ), βρίσκεται ή λείπει η δημιουργική πνοή του Πνεύματος. Και είναι σαν στο σπίτι του σ” αυτό το πεδίο. Αυτός δεν θα εξαπατηθεί σαν εκείνα τα πτωχά θύματα που έχουν οδηγηθεί λάθος στην Κόρινθο.
«Των πεφυσιωμένων»: Όλων εκείνων των αυτοφουσκωμένων δημιουργημάτων, κάτω από τα μάτια των οποίων περνάνε σκάνδαλα τα οποία δεν μπορούν να τα καταστείλουν, Χριστιανοί που δεν έχουν παρά μια ανούσια Χριστιανικότητα, και στους οποίους έχει εφαρμογή η εικόνα του αλατιού χωρίς γεύση. Το κεφάλαιο Ε, εδάφιο 2 ειδικά, θα δείξει καθαρά τι ήταν ήδη στο μυαλό του αποστόλου όταν έγραφε αυτά τα λόγια.
Εδάφιο 20. Το εδάφιο 20 εξηγεί την αναγκαιότητα μιας τέτοιας κρίσης. Ο Παύλος εδώ μιλά για την Βασιλεία του Θεού στην πνευματική της έννοια, στην οποία ήδη υφίσταται στις ψυχές των πιστών. Εκεί, όπου το θέλημα του Θεού έχει γίνει η αρχή που κυβερνά, και όπου η θέληση του ανθρώπου δεν είναι παρά το όργανο της προηγουμένης, ο Θεός βασιλεύει από τώρα και στο εξής, σύγκρινε Ρωμαίους ΙΔ17. Αυτή η πνευματική παρουσία της Βασιλείας του Θεού στην καρδιά, είναι αυτό που στρώνει τον δρόμο για την μελλοντική της εμφάνιση.
Οι πλέον γοητευτικές λέξεις δεν εγγυώνται την κατοχή αυτής της πνευματικής κατάστασης, και δεν μπορούν να την παράγουν, ή να την προχωρήσουν σε άλλους. Εκείνο που μαρτυρεί την ύπαρξη της, είναι η δύναμη που κάνει τις καρδιές γόνιμες σε καρπούς υποταγής στο θέλημα του Θεού.
Το έργο του Παύλου στην Κόρινθο δεν θα περιορισθεί απλά να λάβει γνώση του κακού. Θ” ακολουθήσουν και πράξεις εκ μέρους του, καθώς θα χρειασθεί.

Εδάφιο 21
«Τι θέλετε; Εν ράβδω έλθω προς υμάς, ή εν αγάπη πνεύματι τε πραότητος;»
«Τι θέλετε; Να έλθω σ” εσάς με ραβδί ή με αγάπη και πνεύμα πραότητος;»

Είναι σαν ο Παύλος να τους λέει: «Ειρήνη ή πόλεμο: Διαλέχτε!»
Η εικόνα «ράβδος», συνδέεται μ” εκείνη του πατέρα, που χρησιμοποιείται παραπάνω. Είναι το σύμβολο της πειθαρχικής δύναμης με την οποία ο απόστολος αισθάνεται τον εαυτόν του να είναι οπλισμένος.
Υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στην αντίθεση: «Ή εν αγάπη». Υποθέτοντας ότι χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει ράβδο, δεν θα μπορούσε να το κάνει με αγάπη; Βεβαίως. Αλλά εάν υπάρχει αγάπη στην πράξη του κτυπήματος, υπάρχει επίσης και κάτι άλλο: Μίσος για το κακό. Και αυτό δεν θα έχει ευκαιρία να δείξει τον εαυτόν του, εκτός όσο θα υπάρχει κάτι να διορθώσει.
Μερικοί έχουν καταλάβει την φράση, «πνεύματι τε πραότητος», σαν να σήμαινε, με «μια διάθεση πραότητος». Αλλά είναι αδύνατο να κάνουμε ολοκληρωτικά αφαίρεση της Θείας πνοής στην χρήση της λέξης «πνεύμα». Ο Παύλος γνωρίζει καλά ότι η πραότητα που θα χρησιμοποιήσει, εάν αυτή είναι στην δική του δύναμη, δεν θα είναι εκ του φυσικού του χαρακτήρα, αλλά ο καρπός του Πνεύματος, για τον οποίο μιλά ο ίδιος (Γαλάτας Ε23).
Ήδη σ” αυτά τα τελευταία εδάφια μπορούμε να διακρίνουμε να υψώνεται η ιδέα της πειθαρχίας, η οποία θα είναι το θέμα του επομένου κεφαλαίου. Κάποιος εκπλήσσεται επίσης για τον βαθμό της αναιδούς εχθρότητας στην είχαν φθάσει οι εναντίοι του στην Εκκλησία, τολμώντας να εκφρασθούν, αναφορικά μ” αυτόν, καθώς κάνανε (εδάφιο 18), και δίνοντας αφορμή για την χρήση ενός τόσο απειλητικού τόνου. Αλλά ο Παύλος δεν επιθυμεί επί του παρόντος ν” ανοίξει εχθρότητες. Καθώς περνά, πετά μια λέξη, και μετά ξαναρχίζει την ροή του γράμματος του.
Το πρώτο μέρος της Επιστολής τελειώνει. Οι διαιρέσεις που είχαν φανεί απεκάλυψαν στον Παύλο την βαθειά διαστροφή που είχε υποστεί το ευαγγέλιο σ” αυτή την Εκκλησία. Είχε αντιληφθεί αυτό: Οι δάσκαλοι είχαν γίνει κεφαλές ομάδων, ακριβώς διότι το ευαγγέλιο είχε μετατραπεί σ” ένα σύστημα. Να υψωθεί τότε στην αληθινή ιδέα της Χριστιανικότητας, για να συμπεράνει απ” αυτό εκείνη της Χριστιανικής διακονίας, και για να επανορθώσει την ομαλή σχέση μεταξύ αυτού του αξιώματος και της όλης Εκκλησίας, αυτός ήταν ο πρώτος στόχος του. Άπας και το κοπάδι μαζεύτηκε κάτω από από το ραβδί του τσοπάνη, μπορεί με ελπίδα επιτυχίας να κτυπήσει τις επί μέρους διαστροφές (κακίες) που υπέβοσκαν ανάμεσα του. Αυτά τα πρώτα τέσσερα κεφάλαια είναι έτσι το θεμέλιο της όλης Επιστολής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5

ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ (5:1-13)
Ένας μεγάλος αριθμός ερμηνευτών νομίζουν ότι ο Παύλος εδώ περνά στην ηθική ακαθαρσία. Αλλά δεν είναι παρά μετά το ΣΤ12, που πραγματικά κτυπά αυτή την αχρειότητα. Όσο για το κεφάλαιο Ε, εδώ συγχέουν το γεγονός με το θέμα. Το γεγονός είναι μια πράξη ακαθαρσίας. Αλλά το θέμα που αναπτύσσεται, και αυτό σε συνέπεια της χαλάρωσης των ηθών που είχε δείξει η Εκκλησία αναφορικά μ” αυτό το σκάνδαλο, είναι το καθήκον κάθε ζωντανής Εκκλησίας να προχωρήσει σε ενέργειες ενάντια στην αμαρτία, όταν αυτή φανερώνει τον εαυτόν της ανοικτά.
Είναι αδύνατο με τον μεγάλο αριθμό των μη αναγεννημένων που γίνονται μέλη της Εκκλησίας, και με την αμαρτία που και οι ίδιοι οι αναγεννημένοι ακόμα φέρουν μέσα τους, το κακό να μην ξεσπάσει μερικές φορές στην Χριστιανική κοινότητα. Αλλά η διαφορά που θα έπρεπε πάντα να παραμένει μεταξύ της Εκκλησίας και του κόσμου είναι, ότι η παραμικρή αμαρτία δεν θα πρέπει να αποκαλύπτει τον εαυτόν της, χωρίς να πέφτει κάτω από το κτύπημα της μομφής και της κρίσης. «Ένας Άγιος κατοικεί ανάμεσα σας», είπε ο προφήτης Ωσηέ στον Ισραήλ. Αυτός ο Άγιος κατοικεί επίσης στην Εκκλησία, και απ” Αυτόν, εκεί εκπηγάζει, σε κάθε αληθινή Εκκλησία που έχει ζωή και όχι απλά το όνομα ότι ζει, μια διαμαρτυρία και αντίδραση ενάντια σε κάθε αμαρτία, που βλάπτει την μαρτυρία της. Αυτή η αντίδραση, το έργο του Αγίου Πνεύματος που προέρχεται απ” τον Χριστό, είναι η πειθαρχία. Όταν αυτή αδυνατίζει, η Εκκλησία είναι στο ίδιο μέτρο μπερδεμένη με τον κόσμο.
Αυτό το κεφάλαιο που πρόκειται να μελετήσουμε, είναι το κλασσικό χωρίο της Καινής Διαθήκης πάνω σ” αυτό το θέμα. Εάν ο απόστολος το έχει θέσει εδώ, είναι διότι ανήκει, από την μια μεριά, στις ερωτήσεις εκκλησιαστικού περιεχομένου με τις οποίες ασχολήθηκαν τα κεφάλαια 1-4, και από την άλλη, στις ερωτήσεις ηθικού περιεχομένου, με τις οποίες θα ασχοληθούν τα κεφάλαια 6-10. Είναι λοιπόν η φυσιολογική μετάβαση από την περιοχή της εκκλησιαστικής ή συλλογικής ζωής, στην περιοχή της ηθικής ζωής του κάθε μέλους.
Στα εδάφια 1-5, ο Παύλος μιλά για την πειθαρχία σε ειδική σύνδεση με την ιδιαίτερη περίπτωση που τον υποχρεώνει ν” αναπτύξει το θέμα, για να περάσει μετά στις συνθήκες της πειθαρχίας γενικά (εδάφια 6-8). Το χωρίο, εδάφια 9-13, είναι ένα παράρτημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε: 1-5

Εδάφιο 1
«Όλως ακούεται εν υμίν πορνεία, και τοιαύτη πορνεία, ήτις ουδέ εν τοις έθνεσιν ονομάζεται, ώστε γυναίκα τινα του πατρός έχειν.»
«Γενικά ακούεται ότι υπάρχει μεταξύ σας πορνεία και τέτοια πορνεία, που δεν υπάρχει ούτε μεταξύ των εθνικών, ώστε κάποιος να έχη γυναίκα την γυναίκα του πατέρα του.»/p>

«Όλως ακούεται εν υμίν πορνεία…»: «Η αμαρτία της πορνείας υπάρχει γενικά μεταξύ σας, και μάλιστα υπάρχουν περιπτώσεις που θα σκανδάλιζαν και τους ίδιους τους Εθνικούς».
Το ρήμα «ονομάζεται» είναι μια επεξήγηση που έχει παρθεί από το Εφεσίους Ε3, και λείπει από τους περισσοτέρους κώδικες. Απλά, εδώ έχουμε να υπονοήσουμε το «εστί».
«Γυναίκα του πατρός»: Μητρυιά. Ο Παύλος χρησιμοποιεί όμως τούτη την έκφραση για να δείξει πιό δυνατά το τερατώδες της πράξης. Να ζούσε ακόμα ο πατέρας; Δύσκολα μπορούμε να το σκεφτούμε. Η πράξη θα ήταν τόσο απεχθής! Ο γάμος ενός γυιού με την μητρυιά του απαγορευόταν μεταξύ των Ιουδαίων με την ποινή του θανάτου (Λευιτικό ΙΗ8). Ο Ρωμαϊκός νόμος το απαγόρευε εξίσου. Είναι λοιπόν πιθανόν ότι αυτή η ένωση δεν θα είχε επικυρωθεί νόμιμα. Για τις εντυπώσεις που δημιουργούσαν τέτοιες πράξεις, ακόμα και μεταξύ των ειδωλολατρών, όταν κατ” εξαίρεση ελάμβαναν χώρα, μπορούμε να εικάσουμε από τα λόγια του Κικέρωνα στην υπεράσπιση του του Κλουεντίου: «Ω απίστευτο έγκλημα για μια γυναίκα, και τέτοιο που ποτέ δεν έχει ακουσθεί σ” αυτό τον κόσμο, σε καμμία άλλη εκτός απ” την δική της μεμονωμένη περίπτωση!».
Φαίνεται, από το όλο κεφάλαιο, ότι μόνον ο άνδρας ήταν Χριστιανός. Διότι εάν η γυναίκα δεν ήταν ακόμα μια εθνική, δεν θα την είχε κρίνει ο Παύλος τόσο βαρειά όπως τον άνδρα;
Και ποιά ήταν η συμπεριφορά των Κορινθίων εμπρός σ” ένα τέτοιο σκάνδαλο;

Εδάφιο 2
«Και υμείς πεφυσιωμένοι εστέ, και ουχί μάλλον επενθήσατε, ίνα εξαρθή εκ μέσου υμών ο το έργον τούτο ποιήσας».
«Και σεις είσθε φουσκωμένοι από υπερηφάνειαν και δεν επενθήσατε μάλλον δια να εκλείψη εκ μέσου σας εκείνος που έκανε την πράξιν αυτήν».

Ακόμα και αυτό το γεγονός δεν έχει καταστεί ικανό να διαταράξει την υπερήφανη αυτοϊκανοποίηση, την οποία έχει ήδη μεμφθεί στους Κορινθίους, στο προηγούμενο κεφάλαιο, ή να τους κάνει να κατεβούν από τα ουράνια ύψη, πάνω στα οποία τώρα αυτοί περπατάνε, στην πραγματική κατάσταση των πραγμάτων.
Η λέξη, «πεφυσιωμένοι», μας πηγαίνει πίσω στις λέξεις, Δ6, («φυσιούσθε»), και ειδικά στο εδάφιο 19, («των πεφυσιωμένων»). Τι αυτοί έχουν κάνει, αυτοί οι μεγάλοι ομιλητές, εμπρός σ” αυτά τα τερατώδη σκάνδαλα; Είναι αυτό που ο απόστολος τους είπε, ότι «έχουν λόγο αλλά όχι δύναμη». Δεν θα έπρεπε αυτή η ηθική καταστροφή να έχει ανοίξει τα μάτια τους για την πεσμένη κατάσταση που η Εκκλησία τους βρίσκεται;
Μια ζωντανή Εκκλησία που έχει μέσα της την «δύναμη» της Κεφαλής της, θα έπρεπε να είχε υψωθεί σαν ένας άνθρωπος, και να προχωρήσει σε μια κοινή πράξη ταπείνωσης και πένθους, σαν μια οικογένεια για τον θάνατο ενός από τα μέλη της. Αυτό είναι που εκφράζεται με την λέξη «πενθείν».
Ο αόριστος «επενθήσατε» δεν μπορεί να δηλώνει απλά ένα αίσθημα εσωτερικής λύπης. Δείχνει ότι ο Παύλος σκέφτεται για μια συγκεκριμένη, σοβαρή πράξη, κάτι σαν μια μέρα μετάνοιας και νηστείας, κατά την οποία η όλη Εκκλησία εμπρός στον Κύριο θα απεδοκίμαζε το σκάνδαλο που διαπράχθηκε, και θα Τον ικέτευε να το φέρει σ” ένα τέλος.
Οι λέξεις, «ίνα εξαρθή εκ μέσου υμών», αναφέρονται από τους περισσοτέρους ερμηνευτές στον αφορισμό που η Εκκλησία θα έπρεπε να αναγγείλει πάνω στον ένοχο, σαν αποτέλεσμα μιας τέτοιας πράξης ταπείνωσης. Ο Καλβίνος λέγει χωρίς δισταγμό, «Η εξουσία του αφοριμού θεσπίζεται μ” αυτό το χωρίο». Αλλά μου φαίνεται ότι ούτε ο σύνδεσμος «ίνα», ούτε η παθητική «εξαρθή» είναι κατάλληλα για να δηλώσουν μια πράξη, που οι Κορίνθιοι θα έπρεπε να είχαν κάνει από μόνοι τους. Το «ίνα» μάλλον δείχνει ένα αποτέλεσμα που θα έπρεπε να παραχθεί, ανεξάρτητα απ” αυτούς, σε συνέπεια του πένθους που ζήτησε ο απόστολος. Είναι το ίδιο και με την παθητική μορφή, «εξαρθή εκ μέσου υμών». Εάν ο Παύλος είχε σκεφθεί για έναν αποκλεισμό αναγγελμένο από την ίδια την Εκκλησία, αυτός θα έλεγε: «Ίνα εξάρετε», ή ακόμα καλλίτερα: «Δεν έχετε πενθήσει, και στην συνέχεια να απομακρύνετε τον παραβάτη». Το πολύ πολύ θα είχε πει: «Δεν επενθήσατε, ούτως ώστε να απομακρυνθεί».
Εάν αναφέρομε το «ίνα» στην πρόθεση που θα είχε υπαγορεύσει το πένθος, ή σε κείνη του αποστόλου που την ζητά, δεν το ερμηνεύομε ικανοποιητικά, όπως το ίδιο συμβαίνει και με την παθητική μορφή «εξαρθή». Θα πρέπει να ομολογήσουμε, μου φαίνεται, ότι κατά την άποψη του Παύλου, εκείνος που κάνει την πράξη της απομάκρυνσης είναι διαφορετικός από εκείνον που πενθεί, παρόλο που το πένθος είναι η προϋπόθεση της παρέμβασης του πρώτου να καθαρίσει. Αυτό είναι εκείνο που οι Κορίνθιοι θα έπρεπε να γνωρίζουν καλά, και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος γιατί αυτοί θα έπρεπε να έχουν πενθήσει, ώστε αυτός του οποίου το έργο ήταν ν” απομακρύνει, να ενεργούσε. Ο μυστηριώδης βραχίονας, ο οποίος, εάν η Εκκλησία είχε συναισθανθεί την ντροπή της, θα την είχε απομακρύνειι κτυπώντας τον ένοχο, δεν μπορεί να είναι παρά ο βραχίονας του Ιδίου του Θεού. Στην λύπη και στην προσευχή της Εκκλησίας, θα είχε ανταποκριθεί κατά έναν τρόπο όμοιο με εκείνον κατά τον οποίον Αυτός είχε ενεργήσει, πάνω στα λόγια του Πέτρου, προς τον Ανανία και την Σαπφείρα, ή καθώς ενεργούσε εκείνη ακριβώς την εποχή στην Κόρινθο, επισκεπτόμενος με αρρώστειες, και ακόμα με θάνατο, τους βεβηλωτές του Δείπνου (ΙΑ30-32).
Άλλος ερμηνευτής βλέπει ότι, στην συνήθη τους χρήση, αυτές οι εκφράσεις δεν μπορούν να εφαρμοσθούν σε μια πράξη εκτελεσμένη από την Εκκλησία. Και, καθώς αυτός δεν υποθέτει ότι ο όρος μπορεί να δηλώνει τίποτα άλλο εκτός από αφορισμό, αρχίζει μια καινούργια πρόταση με το «ίνα»: «Ας απομακρυνθεί από ανάμεσα σας, (με μια απόφαση αφορισμού)!». Αναμφίβολλα το «ίνα» χρησιμοποιείται μερικές φορές έτσι. Αλλά είναι δύσκολο να δούμε πως μια τέτοια σειρά θα εναρμονιζόταν με ό,τι ακολουθεί, όπου ο Παύλος αναφέρει τι αυτός έχει κάνει, για να συμπληρώσει ό,τι οι Κορίνθιοι δεν είχαν κάνει. Πέραν αυτού, αυτή η σύνταξη θα ήταν εδώ ολοκληρωτικά μη αναμενομένη και αφύσικη.
Το ρήμα «αίρειν», ή «εξαίρειν», χρησιμοποιείται συνήθως στο Λευιτικό και το Δευτερονόμιο να δηλώσει την θανατική καταδίκη που επεβάλλετο σε κακοποιούς στο Ισραήλ. Σύγκρινε επίσης το «απαρθή», Ματθαίος Θ15 και παράλληλα, που εφαρμόζεται στον βίαιο θάνατο του Μεσσία.
Λέγοντας, «από ανάμεσα σας», ο Παύλος σίγουρα σκέφτεται για τον χαρακτηρισμό που είχε δώσει στους αναγνώστες του στην αρχή του γράμματος του: «Ηγιασμένοις εν Χριστώ Ιησού, κλητοίς αγίοις». Πως θα μπορούσε ένας ένοχος μοιχείας και αιμομιξίας να έχει μέρος σε μια τέτοια σύναξη!
Ο όρος, «το έργον τούτο», έχει μια ορισμένη έμφαση: «Μια πράξη σαν και αυτή».
Μετά που έχει στηλιτεύσει την ένοχη υπερηφάνεια και μαλθακότητα της Εκκλησίας, ο απόστολος αντιπαραθέτει τον δικό του τρόπο ενεργείας:

Εδάφιο 3
«Εγώ μεν γαρ ως απών τω σώματι, παρών δε τω πνεύματι, ήδη κέκρικα ως παρών τον ούτω τούτο κατεργασάμενον».
«Εγώ απών μεν κατά το σώμα, παρών δε κατά το πνεύμα, έχω ήδη, σαν να ήμουν παρών, κρίνει εκείνον που έκανε αυτή την πράξιν».

Το «γαρ» εξηγείται έτσι: «Αυτό είναι που έπρεπε να είχατε κάνει. Διότι, όσο για μένα, αυτό είναι που έχω κάνει».
Το «μεν» στο οποίο δεν υπάρχει αντίστοιχο «δε» υπηρετεί ν” απομονώσει τον Παύλο, θέτοντας τον σε αντίθεση προς την Εκκλησία, και έτσι δυναμώνει την δύναμη του «εγώ»: «Εγώ, από μέρους μου, ενώ εσείς…!» «Όσο για σας που είσαστε παρόντες, δεν κάνατε τίποτα. Όσο για μένα, παρόλο που είμαι μακρυά σας, αλλά ζώντας πνευματικά μεταξύ σας, να πως ενήργησα!»
Η λέξη «ήδη» έχει μεγάλη δύναμη εδώ, είτε αυτή δηλώνει, «ενώ εσείς παραμείνατε αδρανείς, εσείς οι σοφοί και εύγλωττοι κήρυκες», είτε εάν ο Παύλος εννοεί, «πριν ακόμα φθάσω μεταξύ σας».
Η ερώτηση εδώ είναι, εάν το «παραδούναι», το αντικείμενο του «κέκρικα», θα έπρεπε να θεωρηθεί σαν το αποτέλεσμα μιας μελλοντικής απόφασης, την οποία ο Παύλος προτείνει να παρθεί από τους ιδίους τους Κορινθίους, ή εάν αυτός σκέφτεται γι” αυτήν σαν μια απόφαση ήδη ληφθείσα και αποφασισθείσα μεταξύ του Θεού και αυτού. Οι σχολιαστές συμφωνούν κρατόντας την πρώτη έννοια. Ο Παύλος περιμένει, λέγουν, έως ότου, σε συνέπεια της απόφασης που αυτός έχει πάρει ο ίδιος, η Εκκλησία της Κορίνθου θα μαζευθεί και θ” αποφασίσει σε συμφωνία, εάν κάποιος μπορεί να το πει έτσι, με την εισήγηση του. Αλλά δεν θα έλεγε ο Παύλος σε κείνη την περίπτωση: «Έχω αποφασίσει ότι αυτός ο άνθρωπος θα έπρεπε να παραδοθεί», και όχι: «Κέκρικα… παραδούναι τον τοιούτον»; Θα πρέπει λοιπόν να υποτεθεί ότι η δικαστική σύναξη, για την οποία ο απόστολος μιλά, έχει ήδη λάβει χώρα κατά την στιγμή που έγραφε, και ότι οι τρεις αντιπρόσωποι αντιπροσώπευσαν την Εκκλησία στην παρουσία του. Έτσι θα εξηγιόταν φυσιολογικά οι τρεις πράξεις: «Κέκρικα», «συναχθέντων», «παραδούναι». Αλλά η μετοχή «συναχθέντων» θα απαιτούσε σ” αυτή την περίπτωση να τεθεί μάλλον εμπρός από το «κέκρικα», και η ιδέα μιάς καθαρά πνευματικής παρουσίας θα εφαρμοζόταν πιό πολύ στην Εκκλησία απ” ότι στον Παύλο. Θα πρέπει λοιπόν να επιστρέψουμε στην αρχική εξήγηση. Μόνο που δεν υπάρχει ο αμυδρότερος υπαινιγμός του να κάνει την αναγγελία της απόφασης να εξαρτάται από την ψήφο της σύναξης, που πρόκειται να λάβει χώρα στην Κόρινθο, ως εάν η απόφαση του αποστόλου θα εκμηδενιζόταν από την αντίθετη γνώμη της πλειοψηφίας. Από μέρους του («μεν»), το κάθε τι έχει αποφασισθεί, και με την αποστολική του αρμοδιότητα έχει κρίνει να παραδώσει (τον παραβάτη). Εκεί θα ενωθεί μ” αυτόν, στην σύνοδο την οποία αυτός συγκαλεί να λάβει χώρα γι” αυτή την τρομερή πράξη, οποιοσδήποτε επιθυμεί και τολμά.
Αλλά το ουσιώδες για τον απόστολο δεν είναι να εκτελεθεί η απόφαση, είναι αυτό να γίνει έτσι με την συμφωνία της Εκκλησίας. Διότι σκοπός του, πέραν της σωτηρίας του ενόχου, είναι να ξυπνήσει την συνείδηση της όλης κοινότητας, την ενεργητική της διαμαρτυρία ενάντια στο σκάνδαλο, στο οποίο είναι μάρτυρας έως τώρα μένοντας σε σιωπή. Τέτοια είναι η πρόθεση του εδαφίου 4, που δείχνει τρία πράγματα: 1. Την σύναξη που είναι να λάβει χώρα. 2. Την αρμοδιότητα της. 3. Την δύναμη της για εκτέλεση. Έτσι μας θυμίζει ένα δικαστήριο προπαρασκευασμένο για τις αποφάσεις που παραδόθηκαν απ” αυτόν.

Εδάφια 4,5
«Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συναχθέντων υμών και του εμού πνεύματος συν τη δυνάμει του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού παραδούναι τον τοιούτον τω Σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού».
«Μαζευτήτε εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μετά του πνεύματος μου, και με την δύναμιν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, παραδώσατε τον άνθρωπον αυτόν εις τον Σατανάν προς καταστροφήν της σαρκός, δια να σωθή το πνεύμα του κατά την ημέραν του Κυρίου Ιησού».

Το δικαστήριο σχηματίζεται από τους Χριστιανούς της Κορίνθου, μαζεμμένους στην πνευματική παρουσία του Παύλου. Η αρμοδιότητα του είναι το «όνομα» του Ιησού Χριστού, κάτω από την εξουσία του οποίου η απόφαση δίδεται. Η ικανότητα του να την εκτελέσει είναι η «δύναμη» του Ιησού Χριστού.
Η καλλίτερη σύνταξη εδώ είναι: «Εις το όνομα Του στο να μαζευτείτε, και με την δύναμη Του στο να παραδώσετε». Αυτό για το οποίο γίνεται λόγος είναι ένα δικαστήριο, και το πιό σπουδαίο πράγμα είναι η αρμοδιότητα του. Και αυτό είναι που δείχνεται με το «εν ονόματι», που προσδιορίζει το «συναχθέντων». Είναι, απ” το άλλο μέρος, η εκτέλεση της απόφασης το υπό ερώτηση θέμα, και ό,τι έχει εδώ σημασία είναι η δύναμη. Και αυτό είναι ακριβώς που εκφράζεται με το «εν δυνάμει», που προσδιορίζει το «παραδούναι». Η υπόσχεση στο Ματθαίο ΙΗ18-20 σίγουρα θα υπηρέτησε ως το έδαφος για τούτη την συμπεριφορά του αποστόλου. Είχε έρθει η στιγμή για την Εκκλησία να κάνει ό,τι ο Ιησούς ονόμασε «δέσιμο». Αυτή έχει να κρίνει. Αυτή η κρίση θα πρέπει να γίνει από τους πιστούς «συναχθέντας εις το όνομα Του», από τόσους απ” αυτούς, από όσους θα ευρεθούν να συμφωνούν πάνω στο θέμα, αρκεί να είναι πάνω από δύο ή τρείς.
To «όνομα» δηλώνει το πρόσωπο του Κυρίου, τόσο όσο αποκαλύπτεται στην καρδιά των πιστών, αναγνωρίζεται και λατρεύεται υπ” αυτών.
Ίσως θα έπρεπε, σε συμφωνία με τους περισσοτέρους κώδικες, ν” απορρίψουμε την λέξη «Χριστός», και να κρατήσουμε μόνον το όνομα «Ιησούς», το οποίο μας θυμίζει την ιστορική προσωπικότητα Αυτού, που έχει υποσχεθεί να είναι αόρατα παρών σε μια τέτοια πράξη. Είναι πάνω σ” αυτή την υποσχεθείσα παρουσία που βασίζεται η εξουσία της σύναξης.
Η αντωνυμία «υμών» δεν αγκαλιάζει υποχρεωτικά όλη την Εκκλησία, διότι το υπό ερώτηση θέμα δεν είναι μια απόφαση από μια πλειοψηφία μελών. Είναι μια πνευματική πράξη στην οποία, ακριβώς λόγω της φύσης των πραγμάτων, παίρνει μέρος μόνον ο άνθρωπος που αισθάνεται να ωθείται σ” αυτή, και ο καθένας στο μέτρο στο οποίο είναι ικανός γι” αυτή. Δύο ή τρείς είναι αρκετοί γι” αυτό, σε περίπτωση ανάγκης, λέγει ο Ίδιος ο Ιησούς. Διότι το μέσον ενεργείας σ” ένα τέτοιο σύστημα πειθαρχίας είναι η συμφωνία στην προσευχή. Πως θα μπορούσε όλο αυτό να εφαρμοσθεί σε μια απόφαση αφορισμού, αναγγελθείσα μετά από διαμάχη, και μόνο από μια πλειοψηφία φωνών, ίσως πλειοψηφία του ενός; Τα πράγματα του Θεού δεν επιδέχονται μιας τέτοιας μεταχείρισης.
Η πλέον μυστηριώδης έκφραση σ” αυτό το τόσο μυστηριώδες χωρίο είναι η ακόλουθη: «Και του εμού πνεύματος». Σ” αυτή την σύναξη, που είναι να λάβει χώρα στην Κόρινθο, ο Παύλος θα είναι παρών δια του πνεύματος του (εδάφιο 30). Θα φαινόταν πως ό,τι βεβαιώνει εδώ ο Παύλος για τον εαυτόν του, θα έπρεπε να εφαρμοσθεί στον Ιησού. Αλλά δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι, εάν ο Ιησούς είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας γενικά, ο Παύλος είναι ο θεμελιωτής και ο πατέρας της Εκκλησίας της Κορίνθου, και αυτό δυνάμει της προσωπικής του ένωσης με τον Ιησού. Η πνευματική παρουσία του Κυρίου, (Ματθαίος ΙΗ20), μπορεί να γίνει επίσης εκείνη του υπηρέτη Του. Στο κεφάλαιο ΙΒ της Δεύτερης Επιστολής προς τους Κορινθίους, ο Παύλος δεν γνωρίζει ο ίδιος εάν ήταν με ή χωρίς το σώμα του, που αυτός ήταν παρών σε μια σκηνή στον παράδεισο.
Οι λέξεις «συν τη δυνάμει», δεν μπορούν να ενωθούν με την μετοχή «συναχθέντων», είτε κάνουμε την δύναμη του Χριστού ένα είδος τρίτου μέλους της συνάθροισης, είτε θεωρήσουμε αυτή την δύναμη του Χριστού ως συμμετέχουσα στην κρίση τόσο όσο αυτή πρέπει να την φέρει σε εκτέλεση. Η πρώτη έννοια δεν χρειάζεται ανασκευή. Η δεύτερη είναι ένα υπεραφινάρισμα. Αυτό, αντιθέτως, συνδέεται εντελώς φυσιολογικά με το «παραδούναι»: «Να τον παραδώσετε με την δύναμη του Ιδίου του Χριστού». Το «συν» σίγουρα δεν δηλώνει το «μέσον δια του οποίου…» (δια, εν). Αλλά μπορεί τέλεια να δηλώνει ένα συνεργαζόμενο στοιχείο, όπως εις την φράση «συν Θεώ», «συν θεοίς πράττειν». Η ανθρώπινη ενέργεια δεν γίνεται αποτελεσματική παρά σε ένωση με την Θεία δύναμη.
«Παραδούναι τω Σατανά» . Τούτη την φράση την βρίσκουμε ακόμα μια φορά μόνο στο Α” Τιμόθεο Α20: «Ο Υμέναιος και ο Αλέξανδρος, τους οποίους παρέδωσα στον Σατανά, για να μην βλασφημούν». Έχει δε γίνει αντιληπτή κατά τρείς τρόπους. Μερικοί έχουν βρει σ” αυτή την ιδέα του αφορισμού, καθαρή και απλή. Λένε, «Καθώς ο Χριστός βασιλεύει στην Εκκλησία, έτσι και ο Σατανάς βασιλεύει έξω από την Εκκλησία… Αυτός τότε, που αποκόπτεται από την Εκκλησία, παραδίδεται μ” αυτόν τον τρόπο στην δύναμη του Σατανά, τόσο όσο γίνεται ξένος προς την Βασιλεία του Θεού». Αλλά το μη ικανοποιητικό αυτής της έννοιας έχει γίνει γενικά αισθητό. Γιατί να χρησιμοποιεί μια έκφραση τόσο ασυνήθιστη για να δηλώσει ένα γεγονός τόσο απλό, σαν εκείνο του αποκλεισμού από την Εκκλησία, ειδικά όταν ο Παύλος είχε μόλις δηλώσει την ιδία πράξη με έναν ολοκληρωτικά διαφορετικό όρο (εδάφιο 3); Ακόμα, εάν η χρήση αυτού του όρου είχε ένα προηγούμενο στις ορολογίες της συναγωγής. Αλλά έχει αποδειχθεί ότι αυτή η μορφή ποτέ δεν χρησιμοποιόταν να δηλώσει τον Ιουδαϊκό αφορισμό. Πέραν αυτού, έχουμε ήδη υπ” όψιν ότι δεν χρειαζόταν η «δύναμη» του Κυρίου για την εκτέλεση μιας απόφασης αφορισμού. Και πως θα μπορούσε αυτή η ποινή να έχει εμποδίσει τον Υμέναιο και τον Αλέξανδρο από του να βλασφημούν; Δεν έχεις την δυνατότητα να βλασφημάς, και αυτό πιό ελεύθερα, έξω απ” ότι μέσα στην Εκκλησία; Τέλος, παραμένει να εξηγήσουμε τις ακόλουθες λέξεις: «Για την καταστροφή της σάρκας». Δεν το νομίζουμε δυνατό, βασισμένοι σ” αυτή την εξήγηση, να δώσουμε σ” αυτές μια φυσική ερμηνεία.
Ακόμα περισσότερο, από τους πρώτους χρόνους της ερμηνευτικής έως τις μέρες μας, έχει γίνει αισθητή η ανάγκη της προσθήκης μιας άλλης ιδέας σε κείνη του αφορισμού, δηλαδή της «σωματικής τιμωρίας», θεωρουμένης είτε σαν την φυσική συνέπεια του αφορισμού, ή σαν μια επιπλέον τιμωρία, προστιθεμένη στον αφορισμό υπό του αποστόλου Παύλου. Στην Εκκλησία, ανήκει να αποκόψει απ” την κοινωνία της. Στον απόστολο, ν” αφήσει ελεύθερη πάνω στον αφορισμένο την πειθαρχική δύναμη του Σατανά, να τον τιμωρήσει στο σώμα του. Αυτή η έννοια σίγουρα είναι μια προσέγγιση στην αλήθεια.
Αλλά γιατί να ζητήσουμε να συνδυάσουμε την ιδέα του αφορισμού μ” εκείνη της σωματικής τιμωρίας; Η προηγουμένη λαμβάνεται από το εδάφιο 3, από το «αίρειν εκ μέσου». Έχουμε δει ότι αυτή δεν είναι πράγματι εκεί. Αλλά εκείνο που είναι βαρύτερο ακόμα είναι, ότι θ” ακολουθούσε απ” αυτή την εξήγηση ότι η δεύτερη ποινή, η σωματική τιμωρία, θα επιβάλλετο στον αιμομίκτη σε συνέπεια της αμέλειας της Εκκλησίας να του επιβάλλει την πρώτη. Πράγματι, έπεται απ” το εδάφιο 3 ότι η παρέμβαση του αποστόλου πάνω σ” αυτό το θέμα, κατέστη αναγκαία από την χαλαρή ανοχή των Χριστιανών της Κορίνθου Σ” αυτές τις περιστάσεις ο απόστολος θα μπορούσε αναμφίβολλα να επιβάλλει την ποινή την οποία η Εκκλησία θα έπρεπε να είχε απαγγείλει, αλλά δεν μπορούσε αυτός να αποφασίσει μια επιβάρυνση της ποινής, διότι το σφάλμα της Εκκλησίας δεν πρόσθετε τίποτα σε κείνο του ενόχου. Κατ” αυτή την άποψη η πρώτη εξήγηση θα ήταν ακόμα προτιμώτερη απ” αυτή την δεύτερη.
Η τελευταία, παρόλα αυτά, περιέχει ένα στοιχείο αλήθειας, που θα έπρεπε να το διατηρήσουμε, και το οποίο θα συστήσει την τρίτη: Την ιδέα μιας σωματικής τιμωρίας, της οποίας ο Σατανάς πρόκειται να είναι το όργανο. Τέτοια είναι η τιμωρία που ο Παύλος επιβάλλει με το δικό του χέρι, και δυνάμει της αποστολικής του εξουσίας, και η οποία αντιστοιχεί στο «αίρειν εκ μέσου», εις το αποκόπτειν, το οποίον η Εκκλησία δεν είχε επιζητήσει να το επιτύχει από τον Θεό. Ο Σατανάς συχνά παρουσιάζεται ως έχων την δύναμη να επιβάλλει φυσικά κακά. Είναι αυτός που είναι το όργανο του Θεού να δοκιμάσει τον Ιώβ, με το να τον κτυπήσει με λέπρα. Είναι αυτός, λέγει ο Ιησούς, που για δέκαοκτώ χρόνια είχε δέσει την φτωχή γυναίκα που ήταν κυρτωμένη, και την οποία θεράπευσε την ημέρα του Σαββάτου, (Λουκάς ΙΓ6). Ο Παύλος ο ίδιος αποδίδει σ” έναν άγγελο του Σατανά τον σκόλοπα στην σάρκα του, τον οποίον ο Θεός χρησιμοποιεί να τον κρατήσει σε ταπείνωση (Β” Κορινθίους ΙΒ7). Είναι ο Σατανάς που είναι ο δολοφόνος του ανθρώπου σε συνέπεια της πρώτης αμαρτίας (Ιωάννης Η44), και αυτός έχει «το κράτος του θανάτου» (Εβραίους Β14). Δεν είναι δύσκολο ν” αντιληφθούμε πως μια οδυνηρή, ίσως θανατηφόρα ποινή ενός τέτοιου είδους, μπορεί να φέρει την βλασφημία στα χείλη ενός αιρετικού σ” ένα τέλος. Είναι φανερό πως αυτή μπορεί να φέρει πίσω στον εαυτόν του και στον Θεό έναν ανθρωπο, που απομακρύνθηκε παρασυρμένος από τα θέλγητρα των αισθήσεων. Το πάθημα στην σάρκα χρειάζεται για τον έλεγχο της περιοχής των σαρκικών κλίσεων. Η μόνη διαφορά μεταξύ αυτής της τιμωρίας αποφασισθείσης από τον απόστολο, και κείνης την οποία οι Κορίνθιοι θα έπρεπε να είχαν ζητήσει από επάνω, είναι, ότι η Εκκλησία θα είχε αναφέρει τον τρόπο εκτέλεσης στον Θεό, ενώ ο Παύλος, δυνάμει της πνευματικής του θέσης, ανώτερης από εκείνης της Εκκλησίας, αισθάνεται ελεύθερος να καθορίσει το μέσον το οποίο θα χρησιμοποιήσει ο Κύριος. Είναι διότι «αυτός γνωρίζει τον νουν του Κυρίου» (Β16).
Ίσως ερωτηθεί, πως ο Σατανάς μπορεί να οδηγηθεί ο ίδιος σε μια υπηρεσία αντίθετη στα συμφέροντα του βασιλείου του; Δεν γνωρίζουμε τα μυστήρια αυτού του όντος, στο οποίο το μέγιστο δυνατό μέγεθος τύφλας είναι ενωμένο με την πλέον διεισδυτική νοημοσύνη. «Η μοχθηρία», λέγει κάποιος, «οξύνει τον νουν και σκοτώνει την υγιή αίσθηση» Δεν ήταν ο άγγελος του Σατανά, που ο Θεός χρησιμοποίησε να προφυλάξει τον Παύλο από την υπερηφάνεια, και ο οποίος τον κράτησε σε κείνη την συνείδηση της αδυναμίας του, μέσω της οποίας η Θεία δύναμη μπορούσε πάντα να αποκαλυφθεί μέσα απ” αυτόν;
Ο απόστολος προσθέτει: «Εις όλεθρον της σαρκός». Εκείνοι που εφαρμόζουν την προηγούμενη έκφραση στον αφορισμό, φέρονται σε δύσκολη θέση με αυτές τις λέξεις.
Εδώ ο Παύλος εννοεί μια πραγματική απώλεια για τον άνθρωπο, σύμφωνα με την έννοια της λέξης «όλεθρος». Το υπό ερώτηση θέμα είναι η καταστροφή ενός από τα στοιχεία της ύπαρξης του, με σκοπό την σωτηρία άλλου, που είναι το πιό πολύτιμο.
Ο όρος «πνεύμα», εδώ το αντίθετο της «σάρκας», δεν μπορεί να δηλώνει στην συγκεκριμένη περίπτωση, απλά την πνευματική ζωή, στην οποία η έκφραση «σωθεί» δεν θα μπορούσε να εφαρμοσθεί. Δεν δηλώνει παρά το υπόστρωμα εκείνης της ζωής, το πνεύμα το ίδιο, σαν ένα στοιχείο της ανθρωπίνης ύπαρξης. Εξ αυτού έπεται ότι ούτε και το «σάρκα» δηλώνει σαρκική ζωή, αλλά την ίδια την σάρκα, το υπόστρωμα της φυσικής ζωής.
Η σάρκα πρέπει λοιπόν να ληφθεί στην έννοια του γηίνου ανθρώπου, ή του «εξωτερικού ανθρώπου», (έννοια που της δίδει η φράση του Παύλου, Β” Κορινθίους Δ16: «Εάν ο εξωτερικός ημών άνθρωπος φθείρεται…»). Είναι σ” αυτή την έννοια που η λέξη «σάρκα» η ίδια λαμβάνεται λίγα εδάφια πριν (εδάφιο 11), στο: «Ώστε η ζωή του Χριστού να φανερωθεί στα θνητά μας σώματα». Το ίδιο στο Φιλιππησίους Α22 («το ζην εν σαρκί»), και Γαλάτας Β20 («ο νυν ζω εν σαρκί»). Ο απόστολος μπορεί να έχει δύο λόγους εδώ να χρησιμοποιήσει τον όρο «σάρκα», παρά τον «σώμα». Κατά πρώτον, η λέξη «σαρκα» εκφράζει την φυσική ζωή στο σύνολο της, φυσική και ψυχική. Και μετά, το σώμα το ίδιο δεν είναι να καταστραφεί (κεφάλαιο ΙΕ). Είναι λοιπόν η καταστροφή της γηίνης ύπαρξης του ανθρώπου, που ο Παύλος ήθελε να δηλώσει με τις λέξεις, «όλεθρος της σαρκός». Τελικά είναι μια καταδίκη σε θάνατο, που ο Παύλος αναγγέλει. Ο αιφνίδιος θάνατος του Ανανία και της Σαπφείρας προσφέρει μια αναλογία στην παρούσα περίπτωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Παύλος σκέφτεται για μια τόσο αιφνίδια επίσκεψη. Η έκφραση που χρησιμοποιεί μάλλον δείχνει μια αργή φθορά, που αφήνει στον αμαρτωλό χρόνο για μετάνοια.
Αυτή η καταστροφή της σάρκας έχει σαν σκοπό την «σωτηρία του πνεύματος, στην ημέρα του Χριστού». Μερικές εκδόσεις μεταφράζουν: «Ώστε να σωθεί η ψυχή…», σαν η ψυχή και το πνεύμα να είναι ένα και το αυτό στα μάτια του Παύλου. Το Α” Θεσσαλονικείς Ε23 αποδεικνύει το αντίθετο. Η ψυχή είναι, στον άνθρωπο όπως και στα κατώτερα ζώα, η πνοή ζωής που ζωογονεί τον οργανισμό του. Το πνεύμα είναι η αίσθηση με την οποία η ανθρώπινη ψυχή είναι αποκλειστικά προικισμένη να αποκτήσει πείρα της επαφής με το Θείο, και να το κατανοήσει. Αυτή η υψηλότερη αίσθηση στην ψυχή άπαξ και καταστραφεί από την δύναμη της σάρκας, δεν είναι πλέον δυνατή η σύνδεση της με τον Θεό. Αυτό είναι αναμφίβολλα εκείνο που η Γραφή ονομάζει «δεύτερο θάνατο». Καθώς ο πρώτος είναι ο χωρισμός του σώματος απ” την ψυχή, ο δεύτερος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το πνεύμα. “Ετσι εξηγείται το γιατί ο απόστολος επιθυμεί, με κάθε κόστος, να σώσει το πνεύμα σ” αυτόν τον άνθρωπο, στο οποίο, εκεί κατοικεί η ικανότητα την κοινωνίας με τον Θεό, και με την ζωή εν Αυτώ σ” όλη την αιωνιότητα. Δεν είναι ανάγκη να λεχθεί ότι τι πνεύμα, έτσι αντιληπτό σαν ένα στοιχείο της ανθρώπινης ζωής, δεν μπορεί να εκτελέσει πλήρως το μέρος του παρά μόνον όταν είναι ανοικτό στο έργο του Αγίου Πνεύματος.
Οι λέξεις, «στην ημέρα του Χριστού», μας μεταφέρουν στον χρόνο όταν ο Ιησούς, δοξασμένος, θα εμφανισθεί πάλι στη γη να πάρει κοντά Του τους δικούς Του (ΙΕ23). Τότε θ” αναγγελθεί πάνω σε κάθε Χριστιανό η απόφαση της αποδοχής ή της απόρριψης του. Αυτές οι τελευταίες λέξεις μου φαίνεται να βεβαιώνουν την εξήγηση που δόθηκε στην φράση, «όλεθρος της σαρκός». Διότι εάν αυτό δήλωνε την καταστροφή των σαρκικών κλίσεων στον αιμομίκτη, η αφύπνιση της πνευματικής ζωής που θ” ακολουθούσε, δεν θα ελάμβανε χώρα μόνο κατά τον ερχομό του Χριστού, αλλά θα έκανε τον εαυτόν της αισθητό μέσα του και σ” αυτή την παρούσα ζωή.
Ο Παύλος εδώ μοιάζει με μια μητέρα, που κράζει στον Θεό για τον άσωτο της γυιό, και Του λέγει: «Θεέ μου, κτύπησε τον, κτύπησε τον ακόμα και με θάνατο, εάν είναι ανάγκη, μόνον να σωθεί!».
Ο απόστολος έχει τώρα τελειώσει ό,τι ενδιαφέρει την ειδική περίπτωση του αιμομίκτη. Απ” αυτό το σημείο και στην συνέχεια το θέμα πλαταίνει. Αυτός δείχνει στην γενική κατάσταση της Εκκλησίας την αιτία, γιατί αυτή έχει εκπληρώσει τόσο κακά τις υποχρεώσεις της σ” αυτή την ειδική περίπτωση (εδάφια 6-8).
ΕΔΑΦΙΑ 6-8

Εδάφιο 6
«Ου καλόν το καύχημα υμών. Ουκ οίδατε ότι μικρά ζύμη όλον το φύραμα ζυμοί;»
«Δεν είναι καλή η καυχησιολογία σας. Δεν ξέρετε ότι λίγο προζύμι ζυμώνει όλο το ζυμάρι;»

Υπάρχουν δύο τρόποι ν” αντιληφθούμε την σύνδεση μεταξύ τούτου του χωρίου και εκείνου που προηγείται: Ή ο απόστολος συνεχίζει να μένει στην πειθαρχική υποχρέωση της Εκκλησίας, – και πρέπει τότε να θεωρήσουμε σαν προζύμι που πρέπει ν” απομακρυνθεί τον αιμομίκτη, ή μάλλον την φαυλότητα γενικά, – ή μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Παύλος, μετά που επέπληξε την Εκκλησία για την αμέλεια της, ζητά να της οδηγήσει το δάκτυλο στην αληθινή αιτία του σκανδάλου: Την έλλειψη ηθικής ειλικρίνειας και σταθερότητας. Αυτή είναι η κατάσταση που πρέπει να διορθωθεί χωρίς καθυστέρηση. Μετά η αντίδραση ενάντια στην παρουσία του σκανδάλου θα λάβει χώρα από μόνη της. Οι πρώτες λέξεις εξηγούνται καλλίτερα στην δεύτερη έννοια, διότι αναφέρονται στην παρούσα κατάσταση της Εκκλησίας γενικά.
«Καύχημα»: Η Εκκλησία ήταν ικανοποιημένη με την κατάσταση της γενικά, και ειδικά με τον πλούτο των πνευματικών της χαρισμάτων, για τα οποία ο ίδιος ο Παύλος την είχε συγχαρεί (Α5-7), και για τα οποία τα κεφάλαια ΙΒ-ΙΔ θα μας δώσουν απόδειξη. Αλλά αυτή η αφθονία γνώσης και λόγου δεν ήταν πραγματικό καλό, παρά τόσο όσο είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της πνευματικής ζωής στην Εκκλησία, και τον αγιασμό των μελών της. Καθώς αυτό δεν ήταν η περίπτωση, ο απόστολος τους δηλώνει ότι το έδαφος τους για αυτοϊκανοποίηση είναι κακής ποιότητας. Είναι ένα μάταια φουσκωμένο (Δ19): «Είσαστε υπερήφανοι για την κατάσταση της Εκκλησίας σας. Δεν υπάρχει λόγος γι” αυτό!» Έτσι επιστρέφει στην ιδέα του εδαφίου 2.
Αυτή η κρίση προκαλείται από την μαλθακότητα της συμπεριφοράς τους αναφορικά με το κακό που δείχνει τον εαυτόν του ανάμεσα τους. Δεν θα έπρεπε αυτοί που είναι τόσο πλούσιοι στην γνώση να γνωρίζουν την επίδραση που ασκείται πάνω σε ολόκληρη την μάζα, και από το ελάχιστο στοιχείο διαφθοράς που γίνεται ανεκτό μέσα σ” αυτή;
Το προζύμι εδώ, όπως και σε άλλα εδάφια, (Ματθαίος ΙΓ33, Λουκάς ΙΒ1), είναι το σύμβολο μιάς αρχής ασήμαντης σε ποσότητα, αλλά που κατέχει μια πραγματική διεισδύουσα δύναμη, και αυτή είτε για καλό, (Ματθαίος ΙΓ33), ή για κακό, (Ματθαίος ΙΣΤ6, Γαλάτας Ε9).
Τι να εννοεί ο Παύλος με αυτό το «ολίγο προζύμι», τον αιμομίκτη ή κάποιο άλλο διεφθαρμένο μέλος του ιδίου είδους, του οποίου η παρουσία, που γίνεται ανεκτή, είναι μια αρχή διαφθοράς για την όλη κοινότητα; Ή σκέφτεται μάλλον για το κακό γενικά, το οποίο, όταν γίνεται ανεκτό έστω και σε μια περιορισμένη και ελαφρώς σκανδαλώδη μορφή, χαμηλώνει προοδευτικά το μέτρο της Χριστιανικής συνείδησης σε όλους; Δεν φαίνεται ότι ο Παύλος θα δήλωνε σαν «ολίγο προζύμι» έναν αμαρτωλό, ένοχο μιας τέτοιας απεχθούς πράξης, όπως αυτή η υπό ερώτηση (εδάφιο 1), ή άλλους όχι λιγώτερο σκανδαλώδεις παραβάτες. Είναι λοιπόν καλλίτερα να εφαρμόσουμε αυτή την εικόνα σε όλη την αμαρτία, ακόμα και την ελαχίστη, που γίνεται εθελοντικά ανεκτή από το άτομο ή την Εκκλησία. Αυτή η έννοια επιβεβαιώνεται και από τα εδάφια 7 και 8.

Εδάφια 7,8
«Εκκαθάρατε ουν την παλαιάν ζύμην, ίνα ήτε νέον φύραμα, καθώς εστέ άζυμοι. Και γαρ το πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός. Ώστε εορτάζωμεν μη εν ζύμη παλαιά, μηδέ εν ζύμη κακίας και πονηρίας, αλλ” εν αζύμοις ειλικρινείας και αληθείας».
«Πετάξτε λοιπόν το παληό προζύμι, δια να γίνετε νέο ζυμάρι, αφού είσθε χωρίς προζύμι. Διότι και ο πασχαλινός αμνός μας, ο Χριστός, για μας εθυσιάσθηκε. Ώστε ας εορτάζωμεν όχι με το παληό προζύμι, ούτε με προζύμι κακίας και πονηρίας, αλλά με άζυμα ειλικρινείας και αληθείας.»

Εάν η εικόνα εφαρμοζόταν στον αιμομίκτη ή στον διεφθαρμένο, η λέξη «εκκαθάρειν», θα εφαρμοζόταν σε μια πράξη σαν το: «Εξαρθή εκ μέσου υμών» (εδαφιο 20), και το: «Παραδούναι τω Σατανά» (εδάφιο 5). Και οι λέξεις : «Ίνα ήτε νέον φύραμα», θα δηλώνανε: «Ώστε να παρουσιάζατε το θέαμα μιας Εκκλησίας ανανεομένης μετά την απομάκρυνση κάθε διεφθαρμένου μέλους. Αλλά το επίθετο «παλαιός», που δίνεται στην ζύμη, και το εδάφιο 8, δείχνει ότι η ζύμη παίρνεται εδώ σε μια αφηρημένη έννοια: «Η ζύμη που συνίσταται σε φυσική κακία και διαστροφή». Η παραίνεση για καθαρισμό εφαρμόζεται, λοιπόν, στην ενέργεια του καθενός επί του εαυτού του, και όλων πάνω σε όλους, για να μην αφήσουν στην Εκκλησία την παραμικρή φανέρωση του παλιού ανθρώπου, της διεφθαρμένης φύσης, που να μην αποκαλυφθεί και ελεχθεί.
Είναι γνωστό ότι μεταξύ των Ιουδαίων, την 14η του μηνός Νισσάν, την παραμονή της πρώτης και μεγάλης μέρας της γιορτής του Πάσχα, απεμακρύνετο κάθε ένζυμο που θα μπορούσε να βρεθεί στα σπίτια τους. Και το εσπέρας, μαζί με τον εορτασμό της Πασχαλινής γιορτής, άρχιζε η ιερή εβδομάδα, κατά την διάρκεια της οποίας δεν τρωγόταν τίποτα άλλο παρά πίττες και άζυμα. Τα ένζυμα αντιπροσώπευαν, σύμφωνα με το τελετουργικό αυτής της γιορτής, τις μολύνσεις της ειδωλολατρείας και τις διαστροφές της Αιγύπτου, με τις οποίες ο Ισραήλ είχε διακόψει κάθε σχέση, βγαίνοντας έξω απ” αυτή. Καθώς ο Ισραήλ είχε, δια Θείας οδηγίας, φέρει στην έρημο εκείνη την νύκτα μόνον άζυμα ψωμιά, το μόνιμο έθιμο το είχαν δανεισθεί από το ιστορικό γεγονός (Έξοδος ΙΒ39, ΙΓ6-9). Ο Απόστολος πνευματικοποιεί την εθιμοτυπία. Καθώς οι Ισραηλίτες κάθε Πάσχα ήσαν υποχρεωμένοι ν” αφήσουν πίσω τους τις μολύνσεις της Αιγυπτιακής τους ζωής, για να γίνουν ένας καινούργιος λαός του Θεού, έτσι η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να κόψει τους δεσμούς με κάθε κακή διάθεση της φυσικής καρδιάς, ή μ” εκείνο που αλλού καλείται «ο παλιός άνθρωπος».
Το επιθυμητό αποτέλεσμα αυτής της διακοπής εκ μέρους του κάθε ενός με την δική του γνωστή αμαρτία, θα είναι η ανανέωση της όλης Εκκλησίας: «Ίνα ήτε νέον φύραμα», ένας άλλος υπαινιγμός στα Ιουδαϊκά έθιμα. Την παραμονή της γιορτής, ένα φρέσκο κομμάτι ζύμης ζυμωνόταν με καθαρό νερό, και απ” αυτό παρασκευαζόταν οι πίττες του αζύμου άρτου, που τρωγόταν κατά την διάρκεια της γιορτής. Η λέξη «νέον» δεν δηλώνει: Νέο ως προς την ποιότητα, (όπως θα έκανε το «καινόν»), αλλά πρόσφατο, όσον αφορά τον χρόνο. Η όλη κοινότητα, με αυτό το έργο του αγνισμού ειργασμένο πάνω στην ίδια, θα έπρεπε να γίνει σαν ένα κομμάτι ζύμης νεοζυμωμένης. Δεν έχει παρατηρηθεί αφύπνιση μιάς όλης Εκκλησίας, περισσότερο από μια φορά, να αρχίζει με την υποταγή σε μια παλαιά μομφή, η οποία ζύγισε στην συνείδηση ενός αμαρτωλού; Αυτή η ομολογία παρέσυρε και άλλους, και η άγια πνοή πέρασε πάνω σε όλη την κοινότητα.
Η φράση που ακολουθεί, «καθώς εστέ άζυμοι», έχει μπερδέψει τους ερμηνευτές, που την έχουν ερμηνεύσει, σαν, «έπρεπε να είσθε», που γραμματικώς είναι απαράδεκτο. Ο Χρυσόστομος σκέφτεται για τον τελικό αγιασμό, άλλοι για την βαπτισιακή αναγέννηση, – έννοιες εξίσου αδύνατες. Λέγοντας, «είσθε», ο απόστολος σκέφτεται για το τι αυτοί είναι, όχι από άποψη πραγματικότητας, αλλά δικαιώματος. Η ιδέα είναι η ίδια όπως στο Ρωμαίους ΣΤ11: Θάνατος ως προς την αμαρτία και ζωή ως προς τον Θεό, περιεχόμενα κατ” ουσίαν στην πίστη στον πεθαμένο και αναστημένο Χριστό. Διότι για τον πιστό δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο, απ” ότι να γίνει ό,τι ήδη είναι (εν Χριστώ). Πρέπει να γίνει άγιος στην πράξη, όπως είναι στην ιδέα. Αυτοί θα έπρεπε να γίνουν ατομικά τα όργανα μιάς νέας φύσης, η οποία είναι σε συμφωνία με τον αληθινό τους χαρακτήρα σαν όντα άζυμα, τόσο όσο είναι πιστοί.
Η απόδειξη ότι είναι αυτό, τι αυτοί είναι από άποψη δικαιώματος, δίδεται στην συνέχεια.
Από την ώρα που θυσιαζόταν το Πασχαλινό αρνί στο ναό, κανένα ένζυμο ψωμί δεν επιτρεπόταν να εμφανισθεί στο Ισραηλιτικό τραπέζι. Και αυτό συνέχιζε κατά την διάρκεια της όλης γιορτής. Παρόμοια, ο εξιλεωτικός θάνατος του Χριστού, περιέχοντας την αρχή του θανάτου ως προς την αμαρτία, εκεί αρχίζει με τον θάνατο Του, στην περίπτωση της Εκκλησίας και του κάθε πιστού, το μεγάλο πνευματικό Πάσχα, από το οποίο κάθε αμαρτία αποβάλλεται, όπως το ένζυμο από την Ιουδαϊκή γιορτή. Ο κάθε Χριστιανός είναι ένας «άζυμος».
Η λέξη «πάσχα», στην κατά γράμμα της ερμηνεία, («περνόντας»), δήλωνε το πέρασμα του Θεού πάνω στην Αίγυπτο, την νύκτα όταν Αυτός κτύπησε τα πρωτότοκα, και εφείσθηκε τα σπίτια των Ισραηλιτών, που ήταν ραντισμένα με το αίμα του αρνιού. Η λέξη μετά εφαρμοζόταν στο ίδιο το αρνί. Είναι κατ” αυτή την έννοια που παίρνεται εδώ.
Με το συμπλήρωμα, «ημών», ο Παύλος αντιδιαστέλλει το Χριστιανικό Πάσχα μ” εκείνο των Ιουδαίων. Καθώς το τελευταίο άρχιζε με το σφάξιμο του αρνιού, το δικό μας άρχισε με τον αιματηρό θάνατο του Χριστού. Το «Χριστός» είναι σε παράθεση το «πάσχα».
Στο ακόλουθο εδάφιο εξάγεται η πρακτική συνέπεια του θανάτου του, έτσι αντιληπτού, και της νέας κατάστασης στην οποία αυτός ο θάνατος τοποθετεί τους πιστούς.
Εδάφιο 8. Η Πασχαλινή γιορτή του Χριστιανού δεν διαρκεί μια εβδομάδα, αλλά όλη του την ζωή. Ο Χρυσόστομος είπε: «Για τον αληθινό Χριστιανό, πάντα είναι Πάσχα, πάντα Πεντηκοστή, πάντα Χριστούγεννα». Τέτοια είναι η έννοια στην οποία ο απόστολος εξορκίζει τους Κορινθίους να κρατήσουν την εορτή.
Οι λέξεις, «μη εν ζύμη παλαιά», δηλώνουν, σε συμφωνία με ό,τι προηγείται: Όχι επιμένοντας στις διεφθαρμένες διαθέσεις του παλαιού ανθρώπου.
Το «μηδέ» προτίθεται να παρουσιάσει ένα ειδικό χαρακτηριστικό στην γενική ιδέα, σε κατ” ευθείαν σύνδεση με τις παρούσες συνθήκες. Η λέξη «κακία» δηλώνει μάλλον διαφθορά της φύσης ή της κατάστασης, και η λέξη «πονηρία», εκ προθέσεως κακοβουλία της θέλησης. Στο κείμενο, ο πρώτος απ” αυτούς τους όρους αναφέρεται σε μια διεφθαρμένη κατάσταση της ψυχής, η οποία δεν την αφήνει να αγανακτήσει ενάντια στο κακό, το μόνο που την αφήνει είναι να ενεργήσει προς αυτό με χαλαρή ανοχή. Ο δεύτερος πηγαίνει πιό πέρα: Δηλώνει ενεργητική συνενοχή και υποστήριξη. αυτές οι δύο διαστροφές, που προκύπτουν και οι δύο από την ζύμη της παλαιάς φύσης, είχαν περίβλεπτα αποκαλυφθεί στην συμπεριφορά της Εκκλησίας προς τον αιμομίκτη. Με αυτές τις διαθέσεις ο Παύλος αντιπαραβάλλει εκείνες που θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν την ανανέωση της μάζας που καθαρίσθηκε.
Τα δύο χαρακτηριστικά «ειλικρινείας» και «αληθείας» είναι, σαν τα δύο που προηγούνται, γενική της παράθεσης: «Άζυμο που συνίσταται σε…». Η λέξη «ειλικρίνεια», σύμφωνα με την πολύ πιθανή της ετυμολογία, «προς είλην κρίνειν», («να κρίνεις με το φως του ήλιου»), δηλώνει αποδεδειγμένη διαφάνεια, και έτσι την καθαρότητα μιας καρδιάς τέλεια ειλικρινούς ενώπιον του Θεού, στην οποία είναι ξένη κάθε συμπάθεια για το κακό. Αυτό το καθαρό κρύσταλλο είναι το αντίθετο του «κακία», της διεφθαρμένης φύσης.
Ο δεύτερος όρος «αλήθεια», δηλώνει δικαιοσύνη στην ενεργητική της μορφή, άκαμπτη σταθερότητα, πιστότητα, σταθερότητα στο να κρατήσεις κάθε τι που αποκαλύπτεται στην συνείδηση σαν καλό, και επομένως μάχη με το κακό, χωρίς να κάνεις τον παραμικρό συμβιβασμό. Είναι το αντίθετο του «πονηρία».
Μετά που έδειξε στην Εκκλησία το τι θα έπρεπε να είχε κάνει, ο απόστολος της δίνει να καταλάβει την αιτία γιατί δεν έχει ενεργήσει έτσι: Είναι διότι η παλαιά ζύμη έχει ξανακερδίσει το πάνω χέρι στην ηθική της ζωή, άρα αυτή χρειάζεται να υποστεί μια πλήρη ανανέωση. Άπαξ και αυτό έχει λεχθεί, το θέμα της πειθαρχίας έχει τελειώσει. Εάν ο Παύλος προσθέτει μερικές ακόμα παρατηρήσεις, είναι για να διαλύσει μια παρεξήγηση που προκύπτει από ένα χωρίο του πάνω στο θέμα, σ” ένα γράμμα που είχε προηγουμένως απευθύνει σ” αυτούς.
ΕΔΑΦΙΑ 9-13

Εδάφια 9,10
«Έγραψα υμίν εν τη επιστολή μη συναναμίγνυσθαι πόρνοις, και ου πάντως τοις πόρνοις του κόσμου τούτου ή τοις πλεονέκταις ή άρπαξιν ή ειδωλολάτραις. Επεί οφείλετε άρα εκ του κόσμου εξελθείν».
«Σας έγραψα εις την επιστολήν να μη συναναστρέφεσθε με πόρνους, αλλά δεν εννοούσα εν γένει τους πόρνους του κόσμου αυτού ή τους πλεονέκτας ή τους άρπαγας ή τους ειδωλολάτρας, διότι τότε θα έπρεπε να φύγετε από τον κόσμον».

Ο Παύλος αρχίζει θυμίζοντας τους όρους τους οποίους χρησιμοποίησε (εδάφιο 9). Μετά αντιπαρέρχεται την εσφαλμένη έννοια που είχε επισυναφθεί σ” αυτούς (εδάφιο 10), και αναφέει την πραγματική του κρίση (εδάφιο 11). Τέλος δικαιολογεί τη κρίση του στα εδάφια 12,13.
«Εν τη επιστολή»: Εκείνη που ξέρετε. Υπήρξε σίγουρα αλληλογραφία μεταξύ του Παύλου και της Εκκλησίας, που προηγήθηκε της Επιστολής μας (ιδέ Ζ1).
Το «συναναμίγνυσθαι» κατά γράμμα δηλώνει το να ζεις σε μια βαθειά και συνεχή σχέση με κάποιον, – το «συν» δίνει έμφαση στην εγκαρδιότητα, και το «ανά» στην επανάληψη των πράξεων.
Να αναφέρεται η ρήξη που εζητούσε ο απόστολος, στην συμπεριφορά των Χριστιανών, στην ιδιωτική ζωή, ή στην εκκλησιαστική κοινωνία; Σε κάθε περίπτωση οι Κορίνθιοι δεν θα μπορούσαν να έχουν σκεφθεί για μια εκκλησιαστική ρήξη με κόσμο με τον οποίο δεν υφίστατο κανένας εκκλησιαστικός δεσμός. Δεν εφήρμοζαν αυτοί τον κανονισμό του Παύλου σε αμαρτωλούς που ήσαν ακόμα έξω από την Εκκλησία; Μπορούμε να δούμε στο Β” Θεσσαλονικείς Γ14 πως η έκφραση «μη συναναμίγνυσθαι» είναι συνώνυμη με το «στέλλεσθαι από», του εδαφίου 6. Και σε κείνο το κείμενο ο όρος σίγουρα αναφέρεται στην ιδιωτική ζωή. Τέλος, εάν το υπό ερώτηση θέμα εδώ ήταν η εκκλησιαστική σχέση, ο απόστολος δεν θα είχε να πει στους πιστούς, «Μη συναναμίγνυσθε με τους διεφθαρμένους», αλλά, «Μην επιτρέπετε στους διεφθαρμένους να συναναμιγνύονται με σας». Αυτός ο κανόνας του Παύλου είναι παράλληλος με κείνον του Ιωάννη, Δεύτερη επιστολή, εδάφιο 10: «Εάν έρχεται κανείς σ” εσάς και δεν φέρει την διδαχήν αυτήν, να μη τον δέχεσθε εις το σπίτι σας και να μη τον χαιρετάτε».
Εδάφιο 10 . Το «και» στην αρχή δεν πρέπει να είναι αυθεντικό.
Οι λέξεις «ου πάντως τοις πόρνοις», φυσιολογικά, έχουν την έννοια μιας επεξηγηματικής παράθεσης, που προστίθεται στο «πόρνοις» στο τέλος του εδαφίου 9, κατ” αυτή την έννοια: «Όταν ομιλώ για πόρνους στο γράμμα μου, δεν εννοούσα δι” αυτού όλους τους πόρνους αυτού του κόσμου γενικά». Εδώ υπονοείται λογικά ότι με την φράση, «τους πόρνους αυτού του κόσμου», ο Παύλος δηλώνει, όχι μόνον εκείνους που είναι έξω από την Εκκλησία, αλλά εκείνους επίσης που ομολογούν το Ευαγγέλιο. Είναι ο μόνος τρόπος να εξηγηθεί το «ου πάντως», το οποίο δεν είναι η απόλυτη άρνηση, σαν το «πάντως ου», αλλά, αντιθέτως, μια περιορισμένη άρνηση: «Σας έγραψα να σταματήσετε κάθε σχέση με τους πόρνους, όχι με τους πόρνους γενικά, πράγμα που θα σας υποχρέωνε να βγείτε έξω από τον κόσμο, αλλά με κείνους μόνον που ομολογούν το ευαγγέλιο». Εκείνο που αντιπαραθέτει εδώ ο Παύλος είναι η σχέση με τους ακαθάρτους εθνικούς, που την επιτρέπει, με την σχέση με ακαθάρτους Χριστιανούς, που την απαγορεύει. Η ρήξη που ο Παύλος ζητά δεν έχει εφαρμογή στους διεφθαρμένους γενικά, αλλά μόνον σε κείνους που αξιώνουν το όνομα Χριστιανός.
Στην ελευθεριότητα ο Παύλος προσθέτει την απληστία για τα γήινα αγαθά, και αυτή στις δύο μορφές: α). Της «πλεονεξίας», η οποία, για να έχει περισσότερα, χρησιμοποιεί δόλιες και απρεπείς μεθόδους, (τοκογλυφία κ.λ.π.), και β). Εκείνης της «αρπαγής», που είναι η αδικία με βίαια μέσα. Αυτές οι δύο λέξεις δεν συνδέονται με το «ή», αλλά με το «και», σαν δύο είδη ενός και του αυτού γένους.
«Ειδωλολάτρες». Σαν τέτοιοι, θα φαινόταν κάτι το αδύνατο στην Εκκλησία. Αλλά μπορεί να υπήρχαν Κορίνθιοι οι οποίοι, μετά που πίστεψαν, είχαν διατηρήσει ειδωλολατρικά έθιμα. Το κεφάλαιο Η θα μας δείξει ότι πολλοί απ” αυτούς δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε συμμετοχές σε συμπόσια, στα οποία προσεκαλούντο σε ειδωλολατρικούς ναούς. Αυτές οι τρείς διαφθορές, πορνεία, απληστία, ειδωλολατρεία, αναφέρονται, η πρώτη στο ίδιο το άτομο, η δεύτερη στον πλησίον του, η τρίτη στον Θεό.
Είναι προφανές ότι σε μια πόλη σαν την Κόρινθο, το να σταματήσεις κάθε σχέση με πρόσωπα αυτών των τριών κατηγοριών, θα σήμαινε για κάποιον να καταδικάσει τον εαυτόν του να ζει σαν ερημίτης. Αυτό ήταν πιθανώς που οι Κορίνθιοι είχαν ανταπαντήσει, με κάποιο τόνο ειρωνείας. Και έτσι ο απόστολος, όχι λιγώτερο απ” αυτούς, απορρίπτει μια ιδέα τόσο παράλογη.
«Οφείλετε»: Μια και αυτό είναι έτσι, εσείς πρέπει…»
Και τώρα ο Παύλος εκθέτει την πραγματική του σκέψη.

Εδάφιο 11
«Νυνί δε έγραψα υμίν μη συναναμίγνυσθαι εάν τις αδελφός ονομαζόμενος η πόρνος ή πλεονέκτης ή ειδωλολάτρης ή λοίδορος ή μέθυσος ή άρπαξ, τω τοιούτω μηδέ συνεσθίειν.»
«Μάλλον σας έγραψα να μη συναναστρέφεσθε κάποιον που ονομάζεται αδελφός, εάν είναι πόρνος ή πλεονέκτης ή ειδωλολάτρης ή υβριστής ή μέθυσος ή άρπαξ, με τον τοιούτον ούτε να συντρώγετε».

Οι λέξεις «νυνί δε» δεν μπορεί παρά να εκφράζουν μια λογική αντίθεση. Το «νυνί» αντιπαραθέτει την αληθινή σκέψη του Παύλου, η οποία παραμένει, με την σκέψη του καθώς αυτή παραμορφώθηκε από τους Κορινθίους.
Η έμφαση δίνεται στις λέξεις «αδελφός ονομαζόμενος», καθώς ο Παύλος προχωρά να πει στο εδάφιο 12, ότι αυτός δεν έχει να εξασκήσει πειθαρχία σε κείνους που δεν ομολογούν την πίστη. Αλλά όταν ένας άνθρωπος, ο οποίος επιδεικνύει τον τίτλο του Χριστιανού, εκθέτει αυτή την ομολογία δίπλα δίπλα με την αμαρτία, η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να διαμαρτυρηθεί ενάντια σ” αυτή την ψεύτικη ένωση, και κατ” αυτή την άποψη, όσο εξαρτάται απ” αυτή, να διακόψει κάθε σχέση μ” έναν τέτοιον άνθρωπο. Αυτός είναι ο τρόπος να βγάλη απ” αυτόν την μάσκα με την οποία καλύπτει τον εαυτόν του, προς εντροπή της Εκκλησίας και του Ιδίου του Χριστού.
Στους 4 όρους του εδαφίου 10 ο Παύλος προσθέτει δύο νέους: «Λοίδορος», και «μέθυσος». Έχουμε ήδη δείξει ότι το «μη συναναμίγνυσθαι» δείχνει την διακοπή των ιδιωτικών σχέσεων. Αλλά οι τελευταίες λέξεις, «τω τοιούτω μηδέ συνεσθίειν», δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθούν στην διακοπή της εκκλησιαστικής σχέσης, με τον αποκλεισμό του από την λατρεία και από το Δείπνο του Κυρίου; Η λέξη «μηδέ» δεν επιτρέπει αυτή την εξήγηση του «συνεσθίειν». Διότι αυτή η πράξη χαρακτηρίζεται έτσι σαν ένα θέμα μικράς βαρύτητας, και ο Παύλος δεν θα μιλούσε ποτέ έτσι για το Δείπνο του Κυρίου. Μεταξύ των αρχαίων, για έναν άνθρωπο να δεχθεί κάποιον στο τραπέζι του, ήταν πολύ περισσότερο σημάδι οικειότητας απ” ότι στις μέρες μας. Και ο απόστολος δεν θέλει ώστε, με το σημείο μιάς τόσο στενής προσωπικής σχέσης, όπως είναι το κάλεσμα στο τραπέζι, να δίδεται η εντύπωση ότι ο εν λόγω διεφθαρμένος αναγνωρίζεται από τους άλλους Χριστιανούς σαν άξιος του ονόματος.
Άλλος ερμηνευτής δέχεται ότι το «μηδέ συνεσθίειν» μπορεί μόνο ν” αναφέρεται στο ιδιωτικό τραπέζι του πιστού. Αλλά με μια επιχειρηματολογία συμπεραίνει ότι αυτό έχει εφαρμογή με ακόμα περισσότερη σιγουριά στο Δείπνο του Κυρίου. Άλλοι το ίδιο: «Να μη τρώγετε, ακόμα περισσότερο μη κρατάτε κοινωνία μ” αυτόν». Επιχειρηματολογόντας όμως έτσι, δεν λαμβάνεται υπ” όψιν η εξής διαφορά, ότι το τραπέζι που προοετοιμάζεται στο σπίτι μου είναι δικό μου, ενώ το Δείπνο του Κυρίου είναι το Τραπέζι του Κυρίου. Άρα είμαι υπεύθυνος για κείνους που δέχομαι στο πρώτο, όχι και για κείνους που εμφανίζονται στο δεύτερο.
Από το ΙΑ28,29 φαίνεται, ότι ο Κύριος σκέφτεται καλό ν” αφήσει στον καθέναν ελευθερία να τρώγει και να πίνει την καταδίκη του στο άγιο τραπέζι, και δεν θα τον εμποδίσει από το να το κάνει χρησιμοποιόντας εξωτερικά μέσα. Η παραβολή των ζιζανίων μας έχει ήδη εισηγηθεί για μια τέτοια μέθοδο αντιμετώπισης, την μόνη σε συμφωνία με το ενδιαφέρον του Θεού για την ανθρώπινη ελευθερία.
Ο απόστολος δικαιολογεί στην συνέχεια την διάκριση που μόλις έχει κάνει μεταξύ πιστών και απίστων.

Εδάφια 12,13
«Τι γαρ μοι και τους έξω κρίνειν; Ουχί τους έσω υμείς κρίνετε; Τους δε έξω ο Θεός κρίνει. Και εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών».
«Διότι ποίαν αρμοδιότητα έχω να κρίνω τους έξω; Εκείνους που είναι μέσα δεν τους κρίνετε εσείς; Τους έξω θα τους κρίνη ο Θεός. Βγάλτε τον κακόν από ανάμεσα σας».

Η πρώτη ερώτηση είναι η αιτιολόγηση («επεί») του εδαφίου 10: «Εμείς δεν έχουμε να κρίνουμε απίστους». Η δεύτερη είναι η αιτιολόγηση του εδαφίου 11: «Αλλά έχουμε να κρίνουμε πιστούς». Η αρμοδιότητα μας να ασκήσουμε πειθαρχία δεν επεκτείνεται πέραν από την ενότητα που εγκαθιδρύεται με την ομολογία της κοινής πίστης. Εδώ ο Παύλος δεν μιλά σαν απόστολος, αλλά σαν Χριστιανός, και ό,τι λέγει έχει εφαρμογή επομένως σε κάθε Χριστιανό. Ο κάθε Χριστιανός έχει ατομικά την αποστολή ν” ασκήσει την κρίση για την οποία ομιλεί στο εδάφιο 11. Έχουμε ήδη δείξει την βαθειά αναλογία που δεσπόζει μεταξύ αυτού του κεφαλαίου και των οδηγιών για πειθαρχία που δόθηκε στους αποστόλους από τον Κύριο (Ματθαίος ΙΗ15-20): «Ας είναι σε σένα σαν τον εθνικό και τον τελώνη». Είναι λοιπόν ο κάθε πιστός που είναι υποχρεωμένος, ελεύθερα από μόνος του, ν” αναγγείλει αυτή την διακοπή σχέσεων με τον άπιστο αδελφό, που ο Παύλος περιγράφει στην Εκκλησία γενικά. Διότι εάν αυτό είναι από μόνο του το καθήκον όλων, δεν μπορεί να είναι άλλο στην πραγματικότητα από μια πλήρως ατομική πράξη.
Οι Ιουδαίοι ονόμαζαν τους εθνικούς, «εκείνοι οι απέξω». Ο απόστολος δανείζεται τούτο το όνομα απ” αυτούς για να δηλώσει, όχι μόνο τους εθνικούς, αλλά και τους ιδίους τους Ιουδαίους, σύγκρινε τον ανάλογο όρο που χρησιμοποιεί ο Κύριος, Μάρκος Δ11. Σε όλες τις συναγωγές τις διασκορπισμένες σ” όλες τις εθνικές χώρες προσεχόταν αυστηρά η ευυποληψία των μελών της κοινότητας. Δεν θα έπρεπε και η Εκκλησία, σ” αυτό το σημείο, να μην παραμείνει πίσω απ” την συναγωγή;
Ο όρος «κρίνειν» μπορεί να εξηγηθεί στο κείμενο μόνο απ” ό,τι προηγείται. Μπορεί μόνο λοιπόν ν” αναφέρεται στα μέσα που μόλις έχουν δειχθεί, δηλαδή προσωπική διακοπή σχέσεων.
Η δεύτερη ερώτηση, (εδάφιο 12β), είναι στην ίδια σχέση προς το εδάφιο 11, όπως η πρώτη, (εδάφιο 12α), προς το εδάφιο 10. «Δεν έχω σαν καθήκον να κρίνω εκείνους που είναι έξω. Αλλά δεν έχετε εσείς το καθήκον του να κρίνετε εκείνους που είναι μέσα, τους διεφθαρμένους μεταξύ των πιστών, και αυτό στο όνομα της πίστης που αυτοί ομολογούν μαζί με σας;» Εδώ να να σημειώσουμε την έμφαση που δίνεται στην λέξη «υμείς», σε αντίθεση στο «Θεός», το θέμα της ακόλουθης πρότασης.
Το εδάφιο 13 δικαιολογεί με μια παρατήρηση, και ακόμα περισσότερο με μια αναφορά της Γραφής, την διάκριση που ετέθη στο εδάφιο 12. Υπάρχουν δύο περιοχές, η κάθε μία υποκειμένη σε μία διαφορετική δικαιοδοσία: Ο Χριστιανός κρίνει τον Χριστιανό. Ο άνθρωπος του κόσμου κρίνεται απ” τον Θεό. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτή η αντίθεση δεν είναι παρά σχετική. Ο μη πιστός Χριστιανός κρίνεται επίσης από τον Θεό (ΙΑ30-32). Αλλά αυτός έχει να κάνει ταυτόχρονα και μ” έναν άλλο κριτή, με την Χριστιανική κοινότητα στην οποία ανήκει. Ενώ ο μη Χριστιανός μπορεί ν” αμαρτάνει, χωρίς να υπόκειται σε καμμία κρίση του τελευταίου είδους. Φαίνεται, με την πρώτη ματιά, σαν αυτά τα λόγια εδώ να έρχονται σε αντίθεση μ” εκείνα του Κυρίου μας: «Μη κρίνετε…Γιατί βλέπεις την ακίδα στο μάτι του αδελφού σου;» (Ματθαίος Ζ1-3). Αλλά όταν ο Ιησούς μιλά έτσι, η κρίση που εξαιρεί είναι εκείνη της μυστικής μοχθηρίας, η οποία καταδικάζει αδικαιολόγητα, πάνω σε απλές υποθέσεις, ή διαστρεβλώνοντας με κακεντρέχεια τα κίνητρα. Ο Παύλος είναι εξ ίσου αντίθετος σε μια τέτοια κρίση, ΙΓ7. Η κρίση που αναθέτει στον Χριστιανό σαν καθήκον είναι εκείνη του ελέους, που έχει σαν κίνητρο την Χριστιανική αγάπη, η οποία, εμπρός σε οφθαλμοφανή κακά, ζητά το καλλίτερο μέσο να φέρει έναν αδερφό πίσω στον εαυτόν του, έναν αδελφό ο οποίος αυταπατάται όσον αφορά την πνευματική του κατάσταση, και να τον σώσει (εδάφιο 5). Η πρώτη απ” αυτές τις κρίσεις συνοδεύεται με μια υπεροπτική χαρά, η δεύτερη είναι μια πράξη αυτοταπείνωσης και πένθους (εδάφιο 20).
Η πρώτη πρόταση του εδαφίου 13 μπορεί να γίνει η συνέχεια της δεύτερης ερώτησης του εδαφίου 12: «Εσείς δεν κρίνετε…και ο Θεός δεν κρίνει;» Αλλά η καταφατική έννοια φαίνεται απλούστερη.
«Κρίνει»: Είναι ο Θεός που είναι Κριτής τους.
«Και εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών»: «Εσείς θ” απομακρύνετε τον πονηρόν, όχι από την ανθρωπίνη κοινότητα, σαν να είχατε να κρίνετε και αυτούς που είναι έξω, αλλά από ανάμεσα σας, από εκείνους που είναι μέσα». Τέτοια είναι λοιπόν η Γραφική δικαιολόγηση της διάκρισης που ετέθη από τον Παύλο, εδάφια 10-13α, μεταξύ της κρίσης για κείνους απ” έξω, και για κείνους μέσα. Όπως ο Ισραήλ ήταν υποχρεωμένος ν” αποκόψει τον κακό, όχι από τα ειδωλολατρικά έθνη, αλλά από ανάμεσα του, το ίδιο πρέπει να συμβεί και με την Εκκλησία.
Το «εξαρείτε», όπως και το «κρίνειν» (εδάφιο 12), θα πρέπει να καθορισθεί με ό,τι προηγείται. Τα μέσα εκτέλεσης, τα οποία έχει κατά νουν του ο απόστολος, δεν μπορεί να είναι παρά τα δύο που δείχνονται από τον ίδιο, εκείνο του πένθους, εδάφιο 2, το οποίο προσφεύγει στην μεσολάβηση του Θεού, (με ή χωρίς το «παραδιδόναι»), και εκείνο της προσωπικής διακοπής σχέσεων, που δείχνεται στο εδάφιο 11, που βυθίζει τον αμαρτωλό σε απομόνωση. Τέτοια είναι τα όπλα της Χριστιανικής πειθαρχίας, που αντιστοιχούν στον Ισραηλιτικό λιθοβολισμό. Ο Παύλος δεν γνωρίζει άλλα, άπαξ και οι πρώτες προειδοποιήσεις έχουν αποτύχει. Η πράξη ακριβώς της «παράδοσης στον Σατανά», την οποία κάνει σαν απόστολος, όχι χωρίς την συνεργασία της Εκκλησίας, δεν είναι ουσιωδώς διαφορετική από την κρίση που θα έπρεπε από μόνη της να είχε γίνει σύμφωνα με το εδάφιο 2.
«Τον πονηρόν»: Αναφέρεται γενικά στους πονηρούς, όχι μόνον στον συγκεκριμένον αιμομίκτη.
Εκκλησιαστική πειθαρχία
Ας μελετήσουμε συνοπτικά τα λίγα χωρία της Καινής διαθήκης που αναφέρονται σ” αυτό το θέμα.
Ματθαίος Ε22. Ο Ιησούς εδώ διακρίνει τρία δικαστικά στάδια: Την κρίση γενικά του (τοπικού) δικαστηρίου («θα πρέπει να δικασθή»). Την κρίση του Συνεδρίου («κρίση»), και την Γέεννα του πυρός. Αυτές οι φράσεις είναι δανεισμένες από την Ισραηλιτική τάξη πραγμάτων, στην οποία δηλώνουν το περιφερειακό δικαστήριο, το ανώτερο δικαστήριο, και τέλος, την άμεση κρίση του Θεού. Εάν εφαρμόσουμε αυτούς τους όρους στα νέα περιβάλλοντα που σχηματίζονται γύρω από τον Ιησού, και θεωρήσουμε το πρώτο σαν αδελφική προειδοποίηση, το δεύτερο σαν εκείνο της κρίσης που ασκούν οι κεφαλές της μελλοντικής κοινότητας της οποίας το μικρό υπάρχον ποίμνιο είναι το σπέρμα, το τρίτο σαν την κρίση του Θεού που πέφτει πάνω στον ασυμμόρφωτο αμαρτωλό, θα έχουμε μια διαβάθμιση ποινών που αντιστοιχούν, αφενός, στις παραδεκτές Ισραηλιτικές μορφές, και, αφ” ετέρου, στα χωρία της Καινής Διαθήκης, περιλαμβανομένου και εκείνου το οποίον αναφέραμε εδώ.
Ματθαίος ΙΗ15-20. – Εδώ είναι το πληρέστερο χωρίο. Ο Ιησούς αρχίζει με επίπληξη, νουθεσία. Υπάρχουν τρείς βαθμοί αυτής: 1. Προσωπική, – καθώς εδώ η περίπτωση είναι μια αδικία σε άτομο, ο αδικιθείς παίρνει την πρωτοβουλία. Μετά, 2. Αυτή παίρνει έναν βαρύτερο χαρακτήρα με την προσθήκη δύο μαρτύρων. 3. Είναι η όλη σύναξη μαζί που επιπλήττει τον ένοχο. Στο δεύτερο μέρος η επίπληξη ακολουθείται από κρίση. Έχοντας αποτύχει η ενέργεια της Εκκλησίας, ο αδικηθείς και κάθε μέλος της συνάθροισης θεωρούν τον αδελφό, τώρα αναγνωρισμένον ότι είναι ένοχος, σαν έναν εθνικό ή τελώνη, το οποίον, στην Ιουδαϊκή γλώσσα, δηλώνει ότι, αυτοί διακόπτουν κάθε προσωπική σύνδεση μ” αυτόν. Τέλος, η Εκκλησία δεν εγκαταλείπει ακόμα τον ένοχο. Προσεύχεται ώστε να μετανοήσει, ή, εάν όχι, ο Θεός να τον τιμωρήσει ορατά. Δύο ή τρείς αδερφοί είναι αρκετοί να κάνουν αυτή την προσφυγή στον Θεό αποτελεσματικά. Το τελευταίο στάδιο, τελική απώλεια, δεν αναφέρεται εδώ από τον Ιησού. Αλλά το είχε δείξει ο Ίδιος στο Ματθαίος Ε.
Β” Θεσσαλονικείς Γ6,14,15. – Το πρώτο στάδιο, εκείνο της προειδοποίησης, ικανοποιείται εδώ από τα ίδια τα γράμματα του αποστόλου. Σύγκρινε Α” Επιστολή Δ11, και Β” Επιστολή Γ6-12. Το δεύτερο στάδιο, εκείνο της κρίσης, αρχίζει στο εδάφιο 14. Είναι η «σημείωσις», πιθανώς μια συνέλευση των αρχηγών του ποιμνίου αναφορικά με ό,τι έχει λάβει χώρα, και η πρόσκληση στην σύναξη των πιστών να σπάσει τις ιδιωτικές σχέσεις με τον ένοχο, χωρίς πάντως να σταματήσει να τον αγαπά, και να ενεργεί σε συμφωνία προσευχομένη γι” αυτόν, και ζητόντας να τον φέρει πίσω. Ο απόστολος σταματά εδώ, σαν τον Ιησού στο δεύτερο χωρίο του Ματθαίου.
Αποκάλυψη Β19-22. – Μια ψευδοπροφήτισσα, την οποία ο επίσκοπος δεν έχει ελέγξει, πρόκειται να τιμωρηθεί από μια ασθένεια σταλμένη από τον Κύριο. Αυτή η απειλή αντιστοιχεί στην κρίση δια της οποίας ο Παύλος παραδίδει τον αιμομίκτη στον Σατανά. Και η θέση του Ιωάννη παραδίδοντας αυτό το μήνυμα δεν είναι χωρίς αναλογία με αυτήν του Παύλου στο κεφάλαιο μας. Με αυτή την τιμωρία, που έρχεται κατ” ευθείαν απ” τον Κύριο, μπορεί να συγκριθεί η τιμωρία που επισύρεται από βέβηλες συμμετοχές στο Δείπνο του Κυρίου, για τις οποίες γίνεται αναφορά στο κεφάλαιο ΙΑ της Επιστολής μας. Αλλά δεν θα προεξοφλούσαμε την εξήγηση του χωρίου.
Είναι καθαρό ότι ο αφορισμός δεν μπορεί να υποστηριχθεί από κανένα χωρίο της Καινής Διαθήκης, αλλά και ότι η Εκκλησία δεν είναι χωρίς όπλα ενάντια των σκανδάλων που προκύπτουν ανάμεσα της. Μετά από τις νουθεσίες, εάν αυτές είναι δεν φέρουν αποτέλεσμα, έχει δύο όπλα: 1ον. Την ταπείνωση, με προσευχή στον Θεό να ενεργήσει. Και 2ον. Προσωπική διακοπή σχέσεων. Η χρήση αυτών των μέσων εξαρτάται από μεμονωμένους πιστούς, και μπορεί να γίνει χωρίς την απόφαση όλων με την μέθοδο μιάς αριθμητικής πλειοψηφίας. Πόσο θα πρέπει να θαυμάσουμε την σοφία του Κυρίου, ο οποίος φροντίζει να μην εμπιστευθεί την άσκηση της πειθαρχίας σε τέτοια αβέβαια χέρια, σαν εκείνα του μισού συν ένα των μελών της Εκκλησίας! Για να πεισθούμε γι” αυτό, είναι αρκετό να δούμε την χρήση που η Εκκλησία έχει κάνει του αφορισμού. Δεν υπάρχει επάνω στην γη αυτή την ώρα ένας Χριστιανός που δεν είναι αφορισμένος: Οι Προτεστάντες από τους Καθολικούς. Οι Καθολικοί από τους Ορθοδόξους, και το αντίθετο. Οι αναμορφωμένοι από τους Λουθηρανούς, που αρνούνται να τους δεχθούν στο Δείπνο τους του Κυρίου. Οι Καλβινιστές ο ένας απ” τον άλλον. Δεν είναι λοιπόν εδώ η πρώτη ανάγκη να προστατεύσουμε την Εκκλησία από την χρήση αυτού του μέσου; «Τα όπλα του πολέμου μας», λέγει ο Παύλος, Β” Κορινθίους Ι4, «δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά εν Θεώ».
Το πιό πιθανόν, τον αιμομίκτη της Εκκλησίας της Κορίνθου, να τον επισκέφθηκε κρίση από επάνω, και μετά που εγκαταλείφθηκε, επί του παρόντος, από όλους τους αδελφούς, να μην παρουσιάσθηκε στα γεύματα αγάπης και στο Δείπνο του Κυρίου. Και ακόμα αυτή την ώρα, είναι δύσκολο να πιστεύσουμε ότι ένας αμαρτωλός με τέτοιο σκάνδαλο, θα είχε το θράσος να παρουσιασθεί μαζί τους στο άγιο τραπέζι. Αλλά εάν διάλεγε να το κάνει, αυτός θα έπρεπε να μπορούσε, δικαίωμα που το είχε και ο Ιούδας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ (ΣΤ1-11)
Το θέμα της πειθαρχίας, παρόλο που είναι συνδεδεμένο με την περιοχή της εκκλησιαστικής ζωής, ανέσκαψε την σφαίρα των ηθικών ερωτήσεων. Ερχόμαστε τώρα στα θέματα που ανήκουν αποκλειστικά στην τελευταία σφαίρα.
Καθώς ο απόστολος είχε πραγματευθεί το θέμα της πειθαρχίας, πρώτα από την άποψη της ειδικής περίπτωσης που είχε προκαλέσει την ερώτηση, στην συνέχεια, πιό γενικά, κατά έναν παρόμοιο τρόπο ενεργεί και αναφορικά με το θέμα που πρόκειται τώρα ν” ακολουθήσει. Ασχολείται με τις δικαστικές υποθέσεις μεταξύ Χριστιανών, – 1. Στα εδάφια 1-6, από την ειδική άποψη της προσφυγής που έκαναν στα εθνικά δικαστήρια, και 2. Στα εδάφια 7-11, από την πλέον γενική άποψη της έλλειψης δικαιοσύνης και αγάπης που υπονοούν τέτοιες διαμάχες μεταξύ αδελφών.
Η σύνδεση με τα προηγούμενα είναι: «Όχι μόνον δεν κρίνετε εκείνους που έχετε σαν αποστολή να κρίνετε (τους «εν υμίν»), αλλά ακόμα περισσότερο, πηγαίνετε και κρινόσασθε από εκείνους που είναι χαμηλώτερα από σας (από τους «έξω»)!» Η βάση αυτών των δύο χωρίων είναι λοιπόν η ίδια: Είναι η ιδέα της δικαστικής αρμοδιότητας της Εκκλησίας σε σχέση με τα μέλη της, αλλά εφαρμοζομένη σε δύο ολοκληρωτικά διαφορετικές αμαρτίες. Με άλλα λόγια, ο Παύλος έχει μόλις εκθέσει το μεγαλείο και την δύναμη της Εκκλησίας. Και τώρα ερωτά, εάν κάποιος θα μπορούσε να βρεθεί μεταξύ τους, που θα τολμούσε να προσβάλλει το μεγαλείο του Χριστού που κατοικεί μέσα σ” αυτή.
ΕΔΑΦΙΑ 1-6

Εδάφιο 1
«Τολμά τις υμών, πράγμα έχων προς τον έτερον, κρίνεσθαι επί των αδίκων και ουχί επί των αγίων;»
«Τολμά κανείς από σας, όταν έχη κάποιαν διαφοράν με άλλον, να κρίνεται από εθνικούς δικαστάς και όχι από τους αγίους;»

«Τολμά»: «Τι! Υπάρχει κάποιος που έχει αυτή την άθλια τόλμη!» Χρειάζεται κουράγιο για να εξαχρειώσεις τον εαυτόν σου. Το «τις», δεν δηλώνει ότι υπάρχουν πολλοί που είναι σ” αυτή την περίπτωση. Αλλά είναι πάρα πολλοί εάν είναι έστω και ένας μόνον. Μιά και μόνη τέτοια περίπτωση φέρνει μομφή πάνω σ” όλη την Εκκλησία. Οι Ιουδαίοι, που είχαν την αίσθηση της θεοκρατικής τους αριστοκρατίας, δεν κατέφευγαν για τους δικαστικούς τους αγώνες σε εθνικά δικαστήρια. Ένα σύστημα διακανονισμών μεταξύ τους απεφάσιζε τέτοιες ερωτήσεις. Οι Κορίνθιοι δεν είχαν Χριστιανούς αρκετά τιμημένους να υψωθούν στο ίδιο επίπεδο!
Επί του παρόντος ο απόστολος μένει έξω απ” την ανάπτυξη του γεγονότος του «κρίνεσθαι». Θα επιστρέψει σ” αυτό στο εδάφιο 6. Εδώ εστιάζεται αποκλειστικά στον τρόπο που αυτές οι υποθέσεις αντιμετωπίζονται στην Κόρινθο.
Οι εθνικοί, μέρος των οποίων αποτελούν οι επίσημοι κριτές, δηλώνονται, όχι ως συνήθως με τον όρο «άπιστοι» (αυτοί που δεν πιστεύουν), αλλά με τον όρο «άδικοι». Ο απόστολος θέλει να κάνει φανερή την αντίφαση που υπάρχει, στο να πηγαίνουν να ζητάνε δικαιοσύνη από εκείνους που οι ίδιοι είναι χωρίς δικαιοσύνη.
Η πρόθεση «επί» δηλώνει, «στην παρουσία».
Οι Χριστιανοί λαμβάνουν τον τίτλο τιμής, «άγιοι». Είναι άνθρωποι τους οποίους μια Θεία αφιέρωση τους έχει διαχωρίσει βαθειά από τον άδικο και αμαρτωλό κόσμο, και οι οποίοι θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να κατέχουν μέσα τους το μέτρο της δικαιοσύνης. Δεν είχε δει ο Δανιήλ την κρίση να δίδεται στους αγίους του Υψίστου; (Ζ22).

Εδάφια 2,3
«Ουκ οίδατε ότι οι άγιοι τον κόσμον κρινούσι; Και ει εν υμίν κρίνεται ο κόσμος, ανάξιοι εστε κριτηρίων ελαχίστων; Ουκ οίδατε ότι αγγέλους κρινούμεν; Μήτι γε βιωτικά;»
«Δεν ξέρετε ότι οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμον; Και εάν ο κόσμος θα κριθή από σας, δεν είσθε άξιοι να κρίνετε ασημάντους υποθέσεις; Δεν ξέρετε ότι θα κρίνωμεν αγγέλους, πόσο μάλλον κοσμικάς υποθέσεις;»

Το Τ.R. είναι λάθος που παραλείπει το «ή» στην αρχή της ερώτησης. Η έννοια της είναι: «Ή εάν συνηθίζετε να δικαιολογείτε αυτόν τον τρόπο ενεργείας, δεν γνωρίζετε τότε ότι…;» Με το «δεν γνωρίζετε», που το βρίσκουμε περισσότερο από 10 φορές στην Επιστολή μας, ο απόστολος υπαινίσσεται τα δόγματα που είχε παραδώσει στην Εκκλησία κατά τον χρόνο της θεμελίωσης της. Εδώ αναφέρεται σ” ένα πολύ ειδικό σημείο της Χριστιανικής εσχατολογίας, και από τούτο το παράδειγμα μπορούμε να καταλάβουμε το πόσο λεπτομερείς ήταν οι οδηγίες που είχαν λάβει οι Εκκλησίες από τον απόστολο. Το «κρινούσι» θα πρέπει προφανώς να ληφθεί σαν μέλλων, καθώς και το «κρινούμεν», του εδαφίου που ακολουθεί. Ο «κόσμος», που πρόκειται να κριθεί από τους αγίους, δεν μπορεί παρά να δηλώνει εκείνους που έχουν απορίψει την έκκληση που τους έχει απευθυνθεί από το Ευαγγέλιο.
Οι Έλληνες Πατέρες έχουν ζητήσει να πνευματικοποιήσουν αυτή την ιδέα της κρίσης, μειώνοντας την στην ηθική αντίθεση, που θα φανεί καθαρά κατά την ημέρα της κρίσης, μεταξύ της Χριστιανικής αγιότητας και της μόλυνσης των άλλων ανθρώπων (Ματθαίος ΙΒ41). Ή εκεί έχει ευρεθεί σ” αυτή η γενική ιδέα της βασιλείας και της δόξας των πιστών που πρόκειται να έλθει. Αλλά η ιδέα μιάς πραγματικής δικαστικής πράξης απαιτείται από το κείμενο. Άλλοι έχουν νομίσει ότι αυτό είναι η αναγγελία μιάς εποχής όταν, έχοντας το ευαγγέλιο κυριαρχήσει, τα δικαστήρια θα συντίθενται από Χριστιανούς, ως εάν ο «κόσμος» για τον οποίον ο απόστολος ομιλεί σ” αυτό το χωρίο, θα μπορούσε να είναι η Χριστιανοσύνη! Έχουμε ήδη αναφέρει τα λόγια του Δανιήλ, σύμφωνα με τα οποία, ο κόσμος πρόκειται να κριθεί από τους αγίους. Ο Ιησούς φαίνεται να εφαρμόζει αυτή την ιδέα κατά έναν ειδικό τρόπο στους αποστόλους (Ματθαίος ΙΘ28): «Εν τη παλιγγενεσία…καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ». Η Αποκάλυψη επεκτείνει αυτό το προνόμιο σε όλους τους πιστούς (Β26,27 και Κ4).
Η δεύτερη πρόταση του εδαφίου 2 είναι λοιπόν και αυτή μια ερώτηση: «Δεν είσασθε εσείς, οι μελλοντικοί κριτές του κόσμου, άξιοι να αποφανθείτε για πράγματα που είναι ελαχίστης αξίας;» Ο ενεστώς «κρίνεται», δεν εκφράζει ένα πραγματικό γεγονός, αλλά μια αρχή.
Το «εν υμίν» μπορούμε να το αντιληφθούμε σαν: «Στο πρόσωπο σας, το οποίο έχει γίνει (δια του Χριστιανικού αγιασμού) ο κανόνας της απόλυτης δικαιοσύνης», πράγμα που ισοδυναμεί με το «από σας», σύγκρινε το «εν», Πράξεις ΙΖ31.
Το εδάφιο 3 δεν παρουσιάζει μια καινούργια επιχειρηματολογία. Είναι η προηγουμένη που υψώνεται τώρα στο ζενίθ της, διότι οι άγγελοι επίσης, σύμφωνα με τον Παύλο, αποτελούν μέρος του «κόσμου» (ιδέ πάνω στο Δ9).
Όσο εντυπωσιακό είναι το γεγονός που δείχνεται σ” αυτό το εδάφιο, – η κρίση των αγγέλων από τους αγίους -, τόσο ο Παύλος έχει το δικαίωμα να εκφράζει την απορία του ότι οι αναγνώστες του το αγνούν, ή μπορεί να ενεργούν σαν να ήταν σε άγνοια.
Η εξήγηση της ιδέας που περιέχεται στο πρώτο μέρος αυτού του εδαφίου, νομίζω ότι βρίσκεται στην Επιστολή μας την ίδια, ΙΕ24. Εάν είναι έτσι, ο Παύλος δεν μπορεί παρά να μιλά εδώ για ανώτερες δυνάμεις του κακού. Αυτή η έννοια είναι επίσης εκείνη που συμφωνεί καλλίτερα με την έννοια της λέξης «ο κόσμος» (εδάφιο 2). Ο Παύλος δεν θέλει εδώ να δηλώσει ποιούς αγγέλους θα κρίνουμε. Εκείνο που θέλει είναι να ξυπνήσει μέσα στην Εκκλησία την αίσθηση της αρμοδιότητας της και της υψηλής της θέσης, θυμίζοντας της ότι όντα μιάς τόσο υψηλής φύσης θα είναι κάποια μέρα υποκείμενα στην δικαιοδοσία της.
Είναι αξιοσημείωτο ότι στην παραβολή των αγγείων και του διχτυού, είναι οι άγγελοι που πραγματοποιούν την διαίρεση μεταξύ των ανθρώπων (σίτος και ζιζάνια, καλά και κακά ψάρια), ενώ στο χωρίο μας, είναι αγιασμένοι πιστοί που κρίνουν αγγέλους. Φαίνεται σαν ο Θεός να δοξάζει τον εαυτόν Του σε κάθε μια απ” αυτές τις τάξεις των δημιουργημάτων Του, μέσω της άλλης.
Ας φέρουμε επίσης στον νου ότι στην περιγραφή του Δανιήλ, (κεφάλαιον 7), δεν λέγεται ούτε μια λέξη για την κρίση των αγγέλων από τους αγίους. Αυτή είναι μια λεπτομέρεια που ανήκει μόνο στον Παύλο, και η οποία, σαν και εκείνη που αναφέρεται στο Α” Θεσσαλονικείς Δ15, αναμφίβολλα βασίζεται σε μια προσωπική αποκάλυψη.
«Μήτι γε βιωτικά»: «Να μη μιλάμε για γήινα πράγματα. Αυτά ακολουθούν σαν αυτονόητο, μετά απ” ό,τι έχει λεχθεί για τους αγγέλους!»

Εδάφιο 4
«Βιωτικά μεν ουν κριτήρια εάν έχητε, τους εξουθενημένους εν τη εκκλησία τούτους καθίζετε.»
«Εάν λοιπόν έχετε κοσμικάς υποθέσεις, βάζετε δικαστάς τους πιό εξευτελισμένους εις την εκκλησίαν;»

Εδώ είναι το πρακτικό συμπέρασμα από την προηγουμένη επιχειρηματολογία. Στον τρόπο που διατυπώνεται υπάρχει και μια δόση ειρωνείας.
Το «μεν» ήδη προετοιμάζει ότι μετά το τι ο Παύλος πρόκειται να πει, αυτός θα έχει κάτι περισσότερο να προσθέσει, κάτι που θα έχει βαρύτερο χαρακτήρα: Η ακαταλληλότητα των μεθοδειών του νόμου σ” αυτούς τους ιδίους (εδάφιο 6).
Μου φαίνεται ότι το «καθίζετε» θα έπρεπε να ληφθεί σαν προστακτική: «Καθίστε τους!». «Εάν είναι ανάγκη να έχετε κρίσεις για γήινα πράγματα, καθίστε τους ελαχίστους από σας, εκείνους που θεωρούνται μικρής νοημοσύνης: Αυτοί θα είναι παραπάνω από καλοί γι” αυτή την ανάγκη». Με άλλα λόγια, «μη πηγαίνετε να βρείτε τους πρώην σας αγορητές να τους κάνετε διατητές σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά πάρτε τους ελαχίστους μεταξύ σας». Το εδάφιο 5 συνδέεται πολύ φυσικά με αυτή την έννοια.

Εδάφια 5,6
«Προς εντροπήν υμίν λέγω. Ούτως ουκ ένι εν υμίν σοφός ουδέ εις ος δυνήσεται διακρίναι αναμέσον του αδελφού αυτού, αλλά αδελφός μετά αδελφού κρίνεται, και τούτο επί απίστων;»
«Προς εντροπήν σας το λέγω. Δεν υπάρχει μεταξύ σας ούτε ένας συνετός που να μπορέση να κρίνη μεταξύ των αδελφών του, αλλά αδελφός δικάζεται με αδελφόν και μάλιστα από απίστους;»

«Έτσι λοιπόν – το λέγω προς ντροπή σας – στην Εκκλησία σας των σοφών, δεν υπάρχει ούτε ένας σοφός ικανός ν” αποφασίσει πάνω σε τέτοιες υποθέσεις!»
«Διακρίναι»: Πρόκειται για περίπτωση διαιτησίας, όχι για επιβολή νόμου. Να διακρίνει μεταξύ αληθινού και εσφαλμένου σ” αυτή την απαίτηση. Με άλλα λόγια, «Όχι σε δικαστήρια, Ο λόγος ενός διαιτητού, αυτό ας κλείσει την υπόθεση!»
Το εδάφιο 6 είναι το επιφωνηματικό συμπέρασμα της προηγουμένης ανάπτυξης. «Και αυτό με αδελφό, και εμπρός σε εθνικά δικαστήρια! Τι σκάνδαλο! Τι ντροπή για την Εκκλησία!»
ΕΔΑΦΙΑ 7-11
Ο απόστολος έχει προσωρινά προσπεράσει σε σιωπή το ίδιο το γεγονός της απαίτησης για ατομικά συμφέροντα μεταξύ Χριστιανών, για να κατακρίνει μόνον την προσφυγή τους στα δικαστήρια των εθνικών. Στα πρώτα λόγια του εδαφίου 6, μόνον, έχει αγγίξει το βαθύτερο κακό, εκείνο των διαφωνιών μεταξύ αδελφών. Τώρα έρχεται σ” αυτό το θέμα.

Εδάφια 7,8
«Ήδη μεν ουν όλως ήττημα υμίν εστιν ότι κρίμματα έχετε μεθ” εαυτών. Διατί ουχί μάλλον αδικείσθε; Διατί μάλλον αποστερείσθε; Αλλά υμείς αδικείτε και αποστερείτε, και ταύτα αδελφούς».
«Και μόνον το ότι έχετε δίκες μεταξύ σας δεν είναι προς τιμήν σας. Διατί να μη αδικήσθε μάλλον; Διατί δεν αφήνετε μάλλον να διαρπάζεσθε; Αλλ” απ” εναντίας σεις αδικείτε και διαρπάζετε και μάλιστα αδελφούς;»

Εδώ είναι η δεύτερη κατηγορία που φέρνει εναντίον τους, το γεγονός της προσφυγής σε δικαστήρια μεταξύ τους. Αυτή η μομφή κατ” ουσίαν περιέχει δύο. Το «ήδη μεν», δείχνει την μία. Το «αλλά» του εδαφίου 8 την άλλη. Και πρώτα, εδάφιο 7, δεν είναι καλό να προσφύγεις σε δικαστήριο για κακό που κάποιος θεωρεί ότι του έχει γίνει από αδελφό. Γιατί να μην υποφέρει ένα κακό; Το «ουν» του Τ.R. δεν σημαίνει τίποτα.
Ο όρος «ήττημα», από το «ηττάσθαι», στην περίπτωση μας δηλώνει, «χειροτέρευση», «έλλειψη». Υπάρχει ένα ηθικό έλλειμα μεταξύ τους πάνω σ” αυτό το σημείο, συγκρινόμενοι με εκείνο που θα έπρεπε να είναι σαν Χριστιανοί.
«Όλως»: Γενικά. Δηλαδή: «Μη μένοντας περισσότερο στο ειδικό γεγονός που έχω κατακρίνει πιό πάνω».
Το «εαυτών» χρησιμοποιείται εδώ αντί το «αλλήλων». Τούτη λέξη δείχνει, με άλλα λόγια, ότι αδελφός προσφεύγοντας εναντίον αδελφού προσφεύγει, κατά μία έννοια, ενάντια του εαυτού του.
Οι δύο ερωτήσεις που κλείνουν το εδάφιο δικαιολογούν την ιδέα που εκφράζεται με την λέξη «ήττημα». Υπάρχει ένα «μείον» ενεργόντας έτσι, διότι υπάρχει κάτι καλλίτερο που μπορεί να γίνει, δηλαδή, να υποφέρει κάποιος. Υπάρχει, λοιπόν, έλλειψη αγάπης. Ο Παύλος ο ίδιος λέγει, ΙΓ4: «Η αγάπη υπομένει».
«Μάλλον»: Δηλαδή, μάλλον από του να προσφύγεις στο δικαστήριο. Ο Παύλος δεν λέγει ότι ο Χριστιανός δεν θα έπρεπε να κάνει τίποτα για ν” ασφαλίσει τον εαυτόν του ενάντια στην αδικία. Αλλά εάν αυτό είναι να φθάσει σε δικαστήριο, τον συμβουλεύει «μάλλον» να υποφέρει το κακό. Να υπαινίσσεται τα λόγια του Ιησού στην επί του Όρους Ομιλία του, Ματθαίος Ε39-42; Φαίνεται πολύ πιθανόν. Η σκέψη που ο Ιησούς αναμφίβολλα ήθελε να εκφράσει μ” αυτές τις παράδοξες μορφές έκφρασης είναι αυτή: Η αγάπη, άπειρη σαν τον Θεό, είναι έτοιμη, τόσο όσο αφορά αυτή την ίδια, να υποφέρει το κάθε τι. Εάν λοιπόν στην πράξη αυτή θέτει όρια σ” αυτή την απόλυτη υπομονή, δεν είναι από ενδιαφέρον για τον εαυτόν της, ως εάν η αντοχή της ήταν σ” ένα τέλος. Αλλά είναι για το καλό εκείνου ακριβώς του όντος με τον οποίο έχει να κάνει, ούτως ώστε αυτό να είναι σ” αυτή την περίπτωση το δικό της όριο, με άλλα λόγια, αυτή δεν έχει κανένα άλλο όριο έξω απ” τον εαυτόν της.
Εδάφιο 8. Αλλά είναι και κάτι άλλο: Για να σκέφτεσαι για προσφυγή σε δικαστήριο, εκεί υπάρχει κάτι περισσότερο από έλλειψη αγάπης, υπάρχει και έλλειψη δικαιοσύνης. Το να μιλάς για κακομεταχειρισμένους, ληστευμένους, είναι το να μιλάς για κακομεταχείριση, ληστεία. Εξ αυτού η διαβάθμιση που εκφράζεται με το «αλλά»: «Αλλά πολύ περισσότερο!».
Το «υμείς», ερχόμενο πρώτο, εκφράζει αγανάκτηση: «Είναι εσείς, Χριστιανοί, που…!» «Και ταύτα αδελφούς»: Η έλλειψη δικαιοσύνης δείχνει έναν περισσότερο βδελυρό χαρακτήρα όταν προσβάλλει κάποιον που είναι τόσο κοντά στην καρδιά μας, έναν αδελφό!
Φαινόταν πράγματι ότι οι Κορίνθιοι, μια και αυτοί είχαν λάβει χάρη, εθεώρησαν τους εαυτούς τους ελευθέρους από κάθε ηθική ευθύνη. Είναι αυτή η επικίνδυνη αυταπάτη που ο απόστολος κτυπά σε ό,τι ακολουθεί.

Εδάφια 9,10
Ή ουκ οίδατε ότι άδικοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; Μη πλανάσθε. Ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται ούτε κλέπται ούτε πλεονέκται ούτε μέθυσοι ου λοίδοροι ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι».
«Δεν ξέρετε ότι οι άδικοι δεν θα κληρονομήσουν την βασιλείαν του Θεού; Μη πλανάσθε. Ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε θηλυπρεπείς, ούτε αρσενοκοίται, ούτε πλεονέκται, ούτε κλέπται, ούτε μέθυσοι, ούτε υβρισταί, ούτε άρπαγες θα κληρονομήσουν την βασιλείαν του Θεού».

«Ή»: «Ή εάν νομίζετε ότι μπορείτε να ενεργείτε έτσι χωρίς κίνδυνο…» Οι Κορίνθιοι φαινόταν να φαντάζονται ότι η θρησκευτική τους γνώση και η Χριστιανική τους φήμη θα ήταν αρκετά να τους ανοίξουν τους ουρανούς, οποιαδήποτε και αν ήταν η συμπεριφορά τους. Αλλά πως αποτυγχάνουν να καταλάβουν ότι πέφτοντας πάλι στην αμαρτία, αυτοί οι ίδιοι καταστρέφουν το αποτέλεσμα της μετάβασης τους από τον ειδωλολατρισμό στο Ευαγγέλιο;
Οι «άδικοι» τοποθετούνται πρώτοι και ονομάζονται ξεχωριστά, διότι το υπό συζήτηση θέμα τώρα είναι η δικαιοσύνη (εδάφιο 8).
Η ιδέα της «βασιλείας του Θεού» παίρνεται εδώ στην εσχατολογική της έννοια, δηλαδή, από την άποψη της τελικής ολοκλήρωσης αυτής της Θείας κατάστασης πραγμάτων. Και το ρήμα «κληρονομείν», υπονοεί την κληρονομιά της Χαναάν που δόθηκε στον Ισραήλ σαν ένας τύπος της ευλογίας που πρόκειται να έλθει.
Το «μη πλανάσθε» δείχνει καθαρά ότι ήσαν σε κυκλοφορία πειστικές συζητήσεις, δια των οποίων οι διεφθαρμένοι πετύγχαναν να αποκοιμίζουν τις συνειδήσεις τους.
Η προειδοποίηση γενικεύεται, όπως στο Ε9-11. Οι πέντε πρώτοι όροι στην ακόλουθη αρίθμηση αναφέρονται περισσότερο ή λιγώτερο κατ” ευθείαν στην αμαρτία της ακαθαρσίας. Οι ακόλουθοι πέντε στην καταλήστευση των αγαθών ενός άλλου.
Η ειδωλολατρεία ήταν στενά συνδεδεμένη με την ελευθεριότητα, την ακολασία στα ήθη (ιδέ πάνω στο Ε11).
Οι «μαλακοί» είναι είτε εκείνοι που παραδίδονται σε κάποια αφύσικη διαστροφή, ή όλοι γενικά που κανακεύουν το σώμα τους.
«Αρσενοκοίται»: Είναι εκείνοι που παραδίδονται σε τερατώδεις διαστροφές (Ρωμαίους Α27). Σ” αυτό τον τελευταίο όρο υπάρχει η ιδέα της ενεργητικής διαστροφής. Στο «μαλακοί» μάλλον εκείνη της παθητικότητας.
Εδάφιο 10. Ο απόστολος κλείνει την αρίθμηση με το «άρπαγες». Αυτός ο τελευταίος όρος οδηγεί πίσω στο βασικό θέμα του όλου χωρίου, στο «αδικείν» και «αποστερείν». Η βασιλεία του Θεού είναι μια άγια κατάσταση πραγμάτων, και δεν δέχεται τίποτα άλλο παρα αγιασμένα μέλη.

Εδάφιο 11
«Και ταύτα τινές ήτε. Αλλά απελούσασθε, αλλά ηγιάσθητε, αλλά εδικαιώθητε εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών.»
«Τέτοιοι ήσαστε μερικοί, αλλά ελουσθήκατε, αγιασθήκατε, ελάβατε δικαίωσιν δια του ονόματος του Κυρίου Ιησού και δια του Πνεύματος του Θεού μας».

Ο Παύλος έχει απευθυνθεί στο αίσθημα του φόβου. Τώρα προσφεύγει στο ανώτερο κίνητρο, εκείνο της Χριστιανικής τιμής. Έτσι επιστρέφει στο αίσθημα που είχε υπαγορεύσει την πρώτη λέξη του χωρίου, «τολμά τις;»
Οι αμαρτίες που μόλις έχει απαριθμήσει ανήκουν σ” ένα παρελθόν από το οποίο μια σειρά από Θεία γεγονότα τους έχει διαχωρίσει για πάντα. Αυτά τα γεονότα είναι, πρώτον, το βάπτισμα, μετά η αφιέρωση και η συμφιλίωση με τον Θεό, της οποίας το βάπτισμα είναι το ορατό σύμβολο Ένα τέτοιο απύθμενο βάθος χάρης δεν είναι να επανασταυρωθεί!
«Και»: «Και είναι αληθές».
Υπάρχει στο ρήμα «ήτε» κάτι περισσότερο από την υπενθύμιση των πράξεων που μόλυναν. Ο όρος προσδιορίζει τα πρόσωπα τους μαζί με τις μολύνσεις στις οποίες είχαν παραδοθεί.
Τα ακόλουθα ρήματα δηλώνουν τις τρείς πράξεις που συνιστούν την είσοδο των πιστών στην νέα τους κατάσταση. Αυτές συνδέονται με το «αλλά» της κλιμάκωσης: «Αλλά ακόμα περισσότερο» (Β” Κορ. Ζ11), από το οποίο δεν έπεται ότι η σειρά στην οποία αυτές οι πράξεις είναι τοποθετημένες, είναι αναγκαστικά μία σειρά χρονολογικής διαδοχής, μπορεί εξίσου να είναι και μία σειρά ηθικής διαβάθμισης. Διότι η πρόθεση του αποστόλου είναι να καταδείξει με κάθε κτύπημα της πένας του, με περισσότερο και περισσότερο σημειουμένη έμφαση, την αντίθεση μεταξύ της προηγουμένης κατάστασης των πιστών, και της νέας κατάστασης στην οποία αυτές οι πράξεις τους είχαν φέρει.
Όλοι συμφωνούν στο να εφαρμόσουν το πρώτο από τα τρία ρήματα στο βάπτισμα. Πράγματι, μιλόντας από εξωτερική άποψης, ήταν η πράξη που τους είχε μεταφέρει από την κατάσταση των εθνικών σε κείνη των Χριστιανών, από την κατάσταση όντων μολυσμένων και καταδικασμένων, σε κείνη όντων συγχωρημένων και καθαρισμένων. Η μέση φωνή του ρήματος «απελούσασθε», εκφράζει την ελευθερία και το αυθόρμητον με τα οποία είχαν κάνει την πράξη.
Ο όρος «λούσιμο» εξηγείται από του δύο όρους που ακολουθούν. Το Βάπτισμα, όταν γίνεται εν πίστει, δεν είναι ένα σύμβολο μόνο. Δύο χάρες που καθαρίζουν, που εξαγνίζουν, συνδέονται με αυτό, ο αγιασμός και η δικαίωση. Τα ρήματα που εκφράζουν αυτά τα δύο γεγονότα είναι στην παθητική, διότι δηλώνουν δύο Θείες πράξεις, των οποίων ο βαπτιζόμενος είναι ο αποδέκτης. Τα δύο ρήματα στον αόριστο δεν μπορεί παρά ν” αναφέρονται και τα δύο σε μια πράξη καμωμένη άπαξ δια παντός, και όχι σε μια συνεχιζομένη κατάσταση. Αυτό είναι που μας εμποδίζει να εφαρμόσουμε τον όρο «αγιάζω» στο έργο του Χριστιανικού αγιασμού που αυξάνεται μέσα μας. Αυτή η λέξη εδώ μπορεί μόνον να δηλώνει την αρχική πράξη δια της οποίας ο πιστός πέρασε από την προηγουμένη του κατάσταση της διαφθοράς, σε κείνη της αγιότητας, δηλαδή, της αφιέρωσης του πιστού στον Θεό, σε συνέπεια της δωρεάς του Πνεύματος που του χορηγήθηκε στο βάπτισμα. Σύγκρινε Πράξεις Β38, Β” Κορ.Α21,22, Εφεσίους Α13. Αυτοί εισήλθαν δι” αυτού στην κοινωνία των αγίων, της οποίας κεφαλή είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Άγιος του Θεού.
Το «αγιάζω» τοποθετείται πριν το «δικαιώνω», ίσως διότι ο Παύλος, θέλοντας να αντιπαραθέσει την παρούσα ηθική κατάσταση των πιστών, με την προηγουμένη τους κατάσταση, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο χαρακτηριστικό του αγιασμού. Αυτό είναι επίσης το χαρακτηριστικό που έχει πιό άμεση εφαρμογή στα εδάφια 7-10.
«Εδικαιώθητε»: Δηλώνει την αρχική στιγμή της νέας κατάστασης δικαίωσης, την μετάβαση από την κατάσταση της διαφθοράς σε κείνη της αναγέννησης. Έχομε ήδη δείξει το γιατί ο Παύλος δίνει έμφαση στον αγιασμό, και τον θέτει πρώτο: Είναι για να δείξει καθαρά την αντίθεση μεταξύ της φυσιολογικής κατάστασης των Χριστιανών, και των εξαχρειωτικών διαστροφών που προσέβαλαν την Εκκλησία, σύγκρινε Α2. Αλλά μετά αισθάνεται την ανάγκη ν” ανέβει στο κρυφό θεμέλιο αυτής της αγιαστικής ενέργειας του ευαγγελίου, στην κατάσταση της δικαίωσης, στην οποία είναι ο πιστός τοποθετημένος δι” αυτής. Η ερώτηση στην αρχή του χωρίου ήταν, εάν οι Χριστιανοί δεν κατείχαν μέσα τους το μέτρο της δικαιοσύνης, μέσω του οποίου αυτοί θα μπορούσαν να ρυθμίσουν τις διαφορές μεταξύ τους. Απ” αυτή την άποψη ο Παύλος είχε ονομάσει τους εθνικούς, «οι άδικοι». Κλείνοντας με την ιδέα της δικαιώσεως που χορηγήθηκε στους πιστούς, δείχνει σ” αυτούς σαν τους αληθινούς κατόχους της δικαιοσύνης, πρώτα στην σχέση τους με τον Θεό, και δι” αυτής σε όλες τις σχέσεις της ζωής.
Αλλά τι είναι αυτό που δίνει στο βάπτισμα τέτοια αποτελεσματικότητα, ώστε, όταν τελείται με πίστη, να συνοδεύεται από τέτοιες χάρες, και να σύρει μια γραμμή διαχωρισμού τόσο βαθειά μεταξύ των δύο καταστάσεων στη ζωή του πιστού; Ο απόστολος δείχνει την απάντηση στα τελευταία λόγια του εδαφίου: «Εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών.» Φαίνεται να υπάρχει ένας υπαινιγμός σ” αυτές τις λέξεις σ” αυτά που λέγονται στο βάπτισμα: «Εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος». Εις τα δύο χωρία βρίσκουμε τα τρία ονόματα των οποίων η επίκληση συνιστά το ιδιάζον χαρακτηριστικό αυτού του θεσμού.
Το «όνομα του Ιησού» δηλώνει την αποκάλυψη του προσώπου και του έργου Του, που έχει χορηγηθεί στην Εκκλησία. Είναι λόγω αυτής της γνώσης που η Εκκλησία εκτελεί αυτή την πράξη του πνευματικού καθαρισμού πάνω σε κείνους που τους δέχεται σαν μέλη της.
Το «Πνεύμα του Θεού» είναι η δημιουργική πνοή που επιτελεί την νέα γέννηση στην καρδιά του ανθρώπου που βαπτίζεται, και έτσι τον διαχωρίζει από τις μολύνσεις της περασμένης του ζωής (Τίτος Γ5).
Προσθέτοντας «του Θεού ημών», ο απόστολος εκφράζει την ιδέα της πατρικής και υιικής σχέσης που σχηματίσθηκε δια του Χριστού μεταξύ του Θεού και της Εκκλησίας, και δυνάμει της οποίας Αυτός μεταδίδει σ” αυτή το Πνεύμα Του. Ο απόστολος ποτέ δεν αποτυγχάνει, ενώ δίνει υποταγή στα δύο Θεία Πρόσωπα, τον Χριστό και το Πνεύμα, να υψωθεί εις την υψίστη πηγή όλης αυτής της σωτηρίας, στον Θεό, που αποκαλύπτει τον εαυτόν Του εις τον Ιησούν, και δίνει τον εαυτόν Του δια του Πνεύματος.
4
ΑΝΗΘΙΚΟΤΗΤΑ (ΣΤ12-20)
Ο Παύλος εξακολουθεί εδώ ν” ασχολείται με ηθικές αταξίες που γνωρίζει ότι υπάρχουν στην Εκκλησία. Είναι φανερό ότι μερικοί στην Κόρινθο ικανοποιόταν με παράξενες ψευδαισθήσεις όσον αφορά τις συνέπειες της σωτηρίας δια της χάρης, και ακόμα έφθαναν να θέτουν την άσκηση της αμαρτίας κάτω από την κηδεμονία της Χριστιανικής ελευθερίας.

Εδάφιο 12
«Πάντα μοι έξεστιν, αλλά ου πάντα συμφέρει. Πάντα μοι έξεστιν, αλλ” ουκ εγώ εξουσιασθήσομαι υπό τινός».
«Όλα μου επιτρέπονται αλλά δεν συμφέρουν όλα. Όλα μου επιτρέπονται αλλά εγώ δεν θα αφήσω τον εαυτόν μου να εξουσιασθή από τίποτε».

Ο Παύλος ο ίδιος θα είχε σίγουρα πει αυτά τα λόγια στην Κόρινθο περισσότερο από μια φορά: «Όλα μου επιτρέπονται», εφαρμόζοντας τα σε πράξεις ηθικά αδιάφορες από μόνες τους, αλλά τις οποίες ο Μωσαϊκός νόμος είχε απογορεύσει, για λόγους παιδαγωγικούς. Όταν η ερώτηση ήταν για το φαγητό ορισμένων κρεάτων, ή την φύλαξη ορισμένων ημερών, ή κάποια άλλη εξωτερική εντολή, ο απόστολος έλεγε, χωρίς ενδοιασμό, σε μια τέτοια περίπτωση: «Όλα μου επιτρέπονται». Αυτά τα λόγια δεν είχαν ξεχασθεί. Ταίριαζαν τόσο καλά με την ελεύθερη διάθεση του Ελληνικού νου. Και η διεστραμμένη εφαρμογή που τους έκαναν ορισμένα μέλη της Εκκλησίας, ίσως ν” απεδίδετο και στον ίδιο ακόμα τον απόστολο. Να του το είχαν αναφέρει στο γράμμα που οι Κορίνθιοι του είχαν στείλει; Σε κάθε περίπτωση υπάρχει κάτι που εκπλήσσει στην επανάληψη των λέξεων στο εδάφιο μας. Αυτή η επανάληψη έχει σαν πρόθεση να στιγματίσει την κατάχρηση του αποφθέγματος, που χρησιμοποιήθηκε ανόητα για να δικαιολογήσει το κακό.
Ο Παύλος λοιπόν εννοεί: «Όλα τα πράγματα αναμφίβολλα μου επιτρέπονται, και δεν σκέφτομαι να κάνω πίσω σε ό,τι έχω πει». Μετά ακολουθούν δύο περιορισμοί που έχουν μια δόση ειρωνείας: «Όλα μου επιτρέπονται…, εκτός εάν αυτό κάνει κακό στον εαυτόν μου ή στον πλησίον μου, με μια τέτοια χρήση της ελευθερίας μου».
Το «συμφέρειν» έχει εφαρμογή στο καλό γενικά, ενώ το «οικοδομείν» έχει εφαρμογή στο καλό του πλησίον μου. Μετά ο απόστολος επαναλαμβάνει το ίδιο απόφθεγμα, ίσως για να γελοιοποιήσει την ανόητη και μηχανική χρήση του. Και περιορίζει την εφαρμογή του με τον δεύτερο περιορισμό, ο οποίος εφαρμόζεται, σαν τον πρώτο, στο άτομο το ίδιο: «Όλα μου επιτρέπονται, εκτός εάν αυτό είναι μια τέτοια χρήση της ελευθερίας μου που με οδηγεί να την χάσω».
«Υπό τινός»: Είναι το κάθε τι που περιλαμβάνεται σε κείνο «τα πάντα» που προηγείται.
Η λογική χρήση της ελευθερίας μου δεν μπορεί να φθάσει να με οδηγήσει να την χάσω, ή να με κάνει σκλάβο, μειώνοντας από ελεύθερο πρόσωπο σε πράγμα. Έτσι ο Παύλος έχει κτυπήσει τον εχθρό στο δικό του έδαφος. Τον έχει φέρει να έλθει σε διαφωνία με τον εαυτόν του, δείχνοντας του ότι η αρχή του, εφαρμοζομένη χωρίς διάκριση, είναι αυτοκαταστροφική.
Ο δεύτερος περιορισμός: «Δεν θα κάνω τον εαυτόν μου σκλάβο κανενός», αναπτύσσεται στα εδάφια 13-16.

Εδάφια 13,14
«Τα βρώματα τη κοιλία και η κοιλία τοις βρώμασιν. Ο δε Θεός και ταύτην και ταύτα καταργήσει. Το δε σώμα ου τη πορνεία, αλλά τω Κυρίω, και ο Κύριος τω σώματι. Ο δε Θεός και τον Κύριον ήγειρε και ημάς εξεγερεί δια της δυνάμεως αυτού.»
«Τα φαγητά είναι για την κοιλιά, και η κοιλιά για τα φαγητά. Ο Θεός θα καταργήσει και αυτήν και εκείνα. Αλλά το σώμα δεν είναι για την πορνείαν, είναι δια τον Κύριον και ο Κύριος δια το σώμα. Ο δε Θεός και τον Κύριον ανέστησε και εμάς θα αναστήση δια της δυνάμεως του».

Ο απόστολος διακρίνει δύο αντίθετα στοιχεία στον σωματικό μας οργανισμό: Τα όργανα της διατροφής, που υπηρετούν για την στήριξη του σώματος, και στα οποία, κατά μίαν κατά Θείο τρόπο θεσπισθείσα αντιστοιχία, αντιστοιχούν τα εξωτερικά αντικείμενα που υπηρετούν σαν φαγητά. Ο ηθικά αδιάφορος χαρακτήρας αυτής της περιοχής φαίνεται από το γεγονός της εγγύζουσας καταστροφής της: Ο Θεός θα καταργήσει αυτές τις λειτουργίες στην ημέρα της λύτρωσης των σωμάτων μας. Αλλά δεν είναι το ίδιο με τα σώματα μας στην βαθύτερη τους έννοια, για το σώμα για το οποίο ο Παύλος κρατά αποκλειστικά το όνομα, και το οποίο ταυτίζει με την ίδια μας την προσωπικότητα. Αυτό είναι το μόνιμο στοιχείο στον γήινο μας οργανισμό, εκείνο που σχηματίζει τον δεσμό μεταξύ του παρόντος και του μελλοντικού μας σώματος. Τώρα, αυτό το στοιχείο, η ουσιαστική μορφή της προσωπικότητας μας, είναι αυτό που είναι μπλεγμένο στην αμαρτία της ανηθικότητας. Και εξ αυτού η βαθειά διαφορά μεταξύ ανηθικότητας και των φυσικών λειτουργιών της φυσικής ζωής. Εκεί υπάρχει μεταξύ των σωμάτων μας και του Κυρίου Ιησού Χριστού μια ηθική σχέση, ανάλογη με την υλική και προσωρινή σχέση που υφίσταται μεταξύ του στομαχιού και των φαγητών. Το σώμα είναι για τον Χριστό, ν” ανήκει σ” Αυτόν και να υπηρετεί Αυτόν, και ο Χριστός είναι για το σώμα, να το κατοικεί και να το δοξάζει.
Εδάφιο 14. Σε συνέπεια αυτής της υψηλής σχέσης, το σώμα δεν θα απολεσθεί. Καθώς ο Θεός ανέστησε τον Χριστό, θα αναστήσει επίσης το σώμα που έχει γίνει εδώ κάτω η ιδιοκτησία και το εξαγιασμένο όργανο του Χριστού. Ο απόστολος λέγει, «Και ημάς εξεγερεί», και έτσι χαρακτηριστικά ταυτίζει την προσωπικότητα μας με το σώμα, που πρόκειται να είναι το αιώνιο της όργανο. Η ιδέα της μελλοντικής ανάστασης αυτού του γηίνου σώματος, όμοιο με κείνο στο οποίο έζησε ο Χριστός, είναι προσαρμοσμένη να μας εντυπώσει τον σεβασμό που οφείλεται στο μελλοντικό όργανο της δοξασμένης μας προσωπικότητας.
Οι τελευταίες λέξεις, «δια της δυνάμεως αυτού», ίσως να αναφέρονται ακρoθιγώς σε μερικές αμφιβολλίες αναφορικά με την δυνατότητα του γεγονότος.
Είναι αξισημείωτο ότι ο Παύλος τοποθετεί εδώ τον εαυτόν του στον αριθμό εκείνων που θα αναστηθούν, καθώς αλλού τοποθετεί τον εαυτόν του με εκείνους που θε μεταμορφωθούν στον ερχομό του Χριστού. Δεν έχει συγκεκριμένη πληροφορία πάνω σ” αυτό το σημείο, και δεν μπορούσε να έχει, μια και η ημέρα του ερχομού του Χριστού του είναι άγνωστη.

Εδάφιο 15
«Ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών μέλη Χριστού εστιν; Άρας ουν τα μέλη του Χριστού ποιήσω πόρνης μέλη; Μη γένοιτο.»
«Δεν ξέρετε ότι τα σώματα σας είναι μέλη του Χριστού; Να πάρω λοιπόν τα μέλη του Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης; Μη γένοιτο.»

Ο Παύλος έχει μόλις πει ότι το σώμα δεν είναι για την πορνεία, αλλά για τον Κύριο. Η σχέση μεταξύ του Χριστού και του πιστού, που υπονοείται στην πίστη, είναι που του δίνει το δικαίωμα να επιχειρηματολογεί έτσι όπως κάνει.
Καθώς η Εκκλησία είναι, στο σύνολο της, το σώμα του Χριστού, δηλαδή, ο οργανισμός που Αυτός ζωογονεί με το Πνεύμα Του, και δια του οποίου Αυτός εκτελεί το θέλημα Του πάνω στη γη, έτσι ο κάθε Χριστιανός είναι ένα μέλος αυτού του σώματος, και επομένως ένα όργανο του Ιδίου του Χριστού. Μέσω του Πνεύματος του Χριστού που κατοικεί στο πνεύμα του, και μέσω του πνεύματος του που κατευθύνει την ψυχή του, και δι” αυτής το σώμα του, αυτό το σώμα γίνεται πράγματι το σώμα του Χριστού, ο εκτελεστής της σκέψης Του. Εξ αυτού το πρακτικό συμπέρασμα: Αυτό το όργανο του Χριστού δεν πρέπει να παρθεί απ” Αυτόν, για να δοθεί σε μια πόρνη. Αν γίνει κάτι τέτοιο, γίνεται ένα διπλό έγκλημα: Από το ένα μέρος, μια ανταρσία, μια βδελυρή απαγωγή («άρας»). Από το άλλο, μια πράξη αναξιοπρεπούς αυτοεξευτελισμού, και αποδοχή μιάς πλήρους ντροπής εξάρτησης. Εξ αυτού η κραυγή αγανάκτησης του αποστόλου: «Μη γένοιτο»!
Αλλά οι εκφράσεις, «μέλη του Χριστού», και, «μέλη πόρνης», μήπως περιέχουν κάποιο στοιχείο υπερβολής; Αυτό είναι κάτι που οι φωτισμένοι Κορίνθιοι μπορεί να ερωτήσουν, και είναι σ” αυτή την αντίρηση που τα εδάφια 16 και 17 δίνουν απάντηση.

Εδάφια 16,17
«Ή ουκ οίδατε ότι ο κολλώμενος τη πόρνη εν σώμα εστιν; Έσονται γαρ, φησίν, οι δύο εις σάρκα μίαν. Ο δε κολλώμενος τω Κυρίω εν πνεύμα εστι».
«Δεν ξέρετε ότι εκείνος που προσκολλάται εις την πόρνην είναι ένα σώμα με αυτήν; Διότι θα γίνουν, λέγει, οι δύο μία σάρκα». Εκείνος δε που προσκολλάται εις τον Κύριον είναι ένα πνεύμα με αυτόν».

Η απόδειξη της αλήθειας για την έκφραση που χρησιμοποιείται, («μέλη πόρνης»), δίνεται μέσω των Βιβλικών λέξεων, Γένεση Β24.
Η έκφραση «σάρκα μία» βρίσκει την βεβαίωση της στο ασυνήθιστο γεγονός ότι, από αυτή την ένωση, εκεί μπορεί να προκύψει μια καινούργια προσωπικότητα. Εκεί μέσα περιέχεται, για έναν που καταλαβαίνει, η αδιάσειστη απόδειξη του βαθειά μυστηριώδους χαρακτήρα μιάς τέτοιας ένωσης. Αυτή εμφανίζεται σαν η συνέχεια της πράξης δημιουργίας.
Εδάφιο 17. «Εν πνεύμα»: Η ένωση του πιστού με τον Χριστό κορυφούται στην ύπαρξη ενός και του ιδίου πνεύματος, και επομένως στην κατοχή και καθοδήγηση υπό του Χριστού του όλου προσώπου, ψυχής και σώματος.
Κάτω από την επιροή αυτής της άγιας θέας (εδάφιο 17), ο απόστολος, στην σκέψη του εγκλήματος της πορνείας, βγάζει μια κραυγή τρόμου (εδάφιο 18α). Τότε τελειώνει αυτό που θέλει να αναπτύξει εδώ.

Εδάφιο 18
«Φεύγετε την πορνείαν. Παν αμάρτημα ο εάν ποιήση άνθρωπος εκτός σώματος εστιν. Ο δε πορνεύων εις το ίδιον σώμα αμαρτάνει».
«Αποφεύγετε την πορνείαν. Κάθε άλλο αμάρτημα που κάνει ο άνθρωπος είναι έξω από το σώμα, εκείνος όμως που πορνεύει, αμαρτάνει προς το ίδιο του το σώμα».

Κάποιος ερμηνευτής έδωσε ως εξής την έννοιαν της πρώτης πρότασης του εδαφίου: «Εάν πρέπει να πολεμήσουμε ενάντια των άλλων αμαρτιών, από την πορνεία πρέπει να φύγουμε». Μάρτυρας το παράδειγμα του Ιωσήφ.
Το ασύνδετον φανερώνει την εσωτερική έξαρση του αποστόλου.
Έως εδώ, (εδάφια 13-17), η σκέψη που αναπτύχθηκε από τον απόστολο ήταν εκείνη της «εξάρτησης», που προκύπτει από μια ακάθαρτη σχέση: «Δεν θα κάνω τον εαυτόν μου σκλάβο κανενός», (εδάφιο 12β). Διότι για έναν άνθρωπο, το να δώση σ” ένα διεφθαρμένο πρόσωπο κάποιο δικαίωμα επάνω του με μια τέτοια ένωση, δεν είναι αυτό το να τοποθετήσει τον εαυτόν του στο πλέον αναξιοπρεπές είδος εξάρτησης;
Απ” αυτό το σημείο ο Παύλος περνά στην ανάπτυξη της πρώτης σκέψης του εδαφίου 12: «Αλλ” ου πάντα συμφέρει», και δείχνει την βλάβη που η πορνεία επιφέρει στο σώμα.
Εδώ διατυπώνει μια διάκριση μεταξύ της πορνείας και των άλλων αμαρτιών, που μας είναι δύσκολο να την καταλάβουμε. Πως είναι το παθος, το ψέμμα, η αυτοκτονία, ο αλκοολισμός, αμαρτίες έξω από το σώμα, ενώ η πορνεία είναι μέσα στο σώμα;
Μου φαίνεται ότι η αντίθεση που αναφέρεται από τον Παύλο μπορεί να εξηγηθεί από την άποψη στην οποία μας τοποθέτησε το εδάφιο 13. Ο απόστολος εδώ εννοεί το σώμα στην βαθύτερη του έννοια, μιλά για το σώμα μέσα στο σώμα. Αντιπαραθέτει αυτόν τον ζώντα και ζωοποιούντα οργανισμό, με τον εξωτερικό και καθαρά φυσικό οργανισμό. Κατέχουμε ένα υλικό σώμα, η ύλη του οποίου ανανεώνεται αδιάκοπα. Αλλά κάτω από αυτό το σώμα, που συνεχώς αλλάζει, εκεί υπάρχει ένας μόνιμος τύπος, που συνιστά την ταυτότητα του. Στο κεφάλαιο ΙΕ, όπου ο Παύλος αναφέρεται στην ανάσταση του σώματος, δηλώνει ότι, «σάρκα και αίμα δεν μπορούν να κληρονομήσουν την Βασιλεία του Θεού». Αυτός λοιπόν διαχωρίζει μεταξύ του οργανισμού που συντίθεται από σάρκα και αίμα, ο οποίος σχηματίζει το εξωτερικό επένδυμα του ανθρώπου, και του σώματος στην κατά γράμμα έννοια του, ταυτισμένο με το πρόσωπο που ζωογονεί αυτό το επένδυμα. Είναι η ίδια διάκριση καθώς την έχουμε βρει στα εδάφια 13, 14 του κεφαλαίου μας. Τώρα είναι σ” αυτό το εσωτερικό σώμα που η αμαρτία της πορνείας διεισδύει. Είναι διά και ενάντια σ” αυτόν τον εσωτερικό οργανισμό που ο άνθρωπος αμαρτάνει με την πορνεία, ενώ οι άλλες αμαρτίες φθάνουν μόνο το επένδυμα του, το εξωτερικό σώμα.
Το «εις», τόσο όσο αυτό τίθεται σε αντίθεση με το «εκτός», θα έπρεπε να δηλώνει «μέσα». Αλλά παρόλα αυτά διαφέρει από το απλό «εν», στο ότι αυτό επίσης δηλώνει την «βλάβη» που το σώμα λαμβάνει απ” αυτό. Εξ αυτού η έννοια του «εναντίον» που προστίθεται σε κείνη του «εις». Έτσι καταλαβαίνουμε το «ου συμφέρει» του εδαφίου 1.
Αλλά η σωματική βλάβη δεν είναι το πράγμα που σκέφτεται ο Παύλος. Η συνέχεια δείχνει σε τι η τιμωρία συνίσταται. Το σώμα, έτσι βεβηλωμένο, είχε έναν υψηλό προορισμό, και τώρα τον αποστερείται με την κακοποίηση που του γίνεται.

Εδάφια 19,20
«Ή ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστιν, ου έχετε από Θεού, και ουκ εστε εαυτών; Ηγοράσθητε γαρ τιμής. Δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινα εστι του Θεού».
«Ή δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που είναι μέσα σας, και το οποίον έχετε από τον Θεόν και δεν ανήκετε εις τους εαυτούς σας; Έχετε αγορασθή αντί τιμήματος. Δοξάσατε λοιπόν τον Θεόν δια του σώματος σας και δια του πνεύματος σας, τα οποία ανήκουν εις τον Θεόν».

«Ή»: «Ή εάν αρνείσθε την θανατηφόρο βλάβη που γίνεται στο σώμα σας από την πορνεία, αγοείτε τον άγιο προορισμό για τον οποίο αυτό προορίζεται, και τον οποίον στερείται απ” αυτή την αμαρτία. Ο πόρνος αμαρτάνει, και απογυμνώνει το σώμα του από την τιμή του να είναι ναός του Θεού».
Σύμφωνα με το Ρωμαίους Η11, η παρουσία του Αγίου Πνεύματος εις τον πιστόν είναι η εγγύηση μιάς ενδόξου ανάστασης για το σώμα του. Το ν” αρνηθείς αυτόν τον προορισμό, το να είσαι ναός και όργανο του Αγίου Πνεύματος, δια του γεγονότος της πορνείας, είναι λοιπόν το να εκθέτεις τον εαυτόν σου να χάσει αυτή την ανάσταση.
Η φράση, «ου έχετε από Θεού», προτίθεται να τονίσει δυνατά με έμφαση την πέραν απ” τους ανθρώπους προέλευση εκείνου του Πνεύματος, που ο πιστός λαμβάνει, και τον προορισμό του σώματος στο οποίο αυτός ο Θείος Επισκέπτης έρχεται να κατοικήσει.
«Και ουκ εστέ εαυτών»: «Και, (λόγω της μετάδοσης του Πνεύματος), δεν ανήκετε πλέον στους εαυτούς σας, και επομένως δεν έχετε πλέον δικαίωμα να διαθέτετε το σώμα σας όπως εσείς θέλετε». Και αυτό το πάρσιμo σε κατοχή του πιστού από το Άγιο Πνεύμα δεν είναι μόνο μια πράξη δύναμης εκ μέρους του Θεού, είναι και μια πράξη θεμελιωμένη πάνω σε δικαίωμα. Αυτό είναι που εξηγείται από την πρώτη πρόταση του εδαφίου που ακολουθεί.
Εδάφιο 20. Το πάρσιμο σε κατοχή είναι νόμιμο, διότι υπήρξε η πληρωμή ενός τιμήματος.
Η φράση, «δοξάσατε δη τον Θεόν», δεν σημαίνει απλώς να μην Τον δυσφημήσουμε. Σημαίνει να επιδείξουμε θετικά, στην χρήση του σώματος μας, την δόξα, και ειδικά την αγιότητα του ουράνιου Κυρίου, που έχει λάβει κατοχή του προσώπου μας. Ο άνθρωπος έχει χάσει, ολοκληρωτικά ή κατά μέρος, από την πτώση του, το αίσθημα που ήταν, να το πούμε έτσι, ο φρουρός του σώματος του, εκείνο της φυσικής σεμνότητας. Η πίστη επανορθώνει σ” αυτόν έναν περισσότερο υψηλό φρουρό: Τον αυτοσεβασμό, ως όντας αγορασμένος από τον Χριστό, όργανο του Πνεύματος, και ναός του Θεού. Αυτή είναι η σεμνότητα υψωμένη από τούδε στο ύψος της αγιότητας.
Η φράση, «και εν τω πνεύματι υμών», του T.R. είναι προσθήκη.
Οι τρεις κεντρικές ιδέες του χωρίου είναι λοιπόν:
1. Η χρήση της Χριστιανικής ελευθερίας όσον αφορά το σώμα περιορίζεται φυσιολογικά από τον κίνδυνο του να χρησιμοποιηθεί αυτή η ελευθερία έτσι που να την χάσουμε και να κατασταφούμε.
2, Ότι η πορνεία εμπλέκει τον Χριστιανό σε μια εξαχρειώνουσα φυσική ενότητα, ασυμβίβαστη με την πνευματική ενότητα του πιστού με τον Χριστό.
3. Ότι καθιστά το σώμα ακατάλληλο για τον Χριστιανικό του προορισμό σαν ναός του Θεού, και το ίδιο για τον ένδοξο του προορισμό.
Φαίνεται απ” αυτή την όλη ανάπτυξη ότι η περιφρόνηση του σώματος πηγαίνει δίπλα δίπλα με την κατάχρηση του σώματος, ενώ ο σεβασμός για το σώμα θα είναι πάντα το καλλίτερο μέσο να το κυβερνήσεις. Και έτσι όλη η Γραφή, από την πρώτη σελίδα της Γένεσης έως την τελευταία της Αποκάλυψης, δίνει υποταγή στην υψηλή θέση του ανθρωπίνου σώματος.

Συνέχεια

Top