Ανάλ. προς Κολοσσαείς

Επιστολή προς Κολοσσαείς

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε που ο Τέρτιος, ο γραμματέας του Παύλου στην Κόρινθο, είχε κατεβάσει την πέννα του, μετά το γράψιμο, καθ’ υπαγόρευση του Παύλου, των τελευταίων λέξεων της Επιστολής προς Ρωμαίους. Μεγάλα γεγονότα όμως είχαν λάβει χώρα εν τω μεταξύ. Ο Απόστολος είχε συλληφθεί στην Ιερουσαλήμ. Για δύο χρόνια (59-61) ο Ρωμαίος κυβερνήτης τον είχε κρατήσει φυλακισμένο στην έδρα του στην Καισάρεια. Για να αποφύγει απ’ αυτή την αιχμαλωσία, που έδειχνε ότι τραβούσε σε μάκρος, ο Απόστολος αναγκάσθηκε να επικαλεσθεί το προνόμιο του σαν Ρωμαίος πολίτης, και να ζητήσει να εμφανισθεί στο δικαστικό βήμα του Καίσαρα. Το φθινόπωρο του έτους 61 είχε αποπλεύσει για την Ρώμη με άλλους φυλακισμένους, και μ’ ένα απόσπασμα Ρωμαϊκής λεγεώνας. Τον είχαν συνοδεύσει, από δική τους θέληση, δύο πιστοί φίλοι, ο Αρίσταρχος απ’ την Θεσσαλονίκη και Λουκάς ο γιατρός, που και οι δύο ήταν συνεργάτες του στο τελευταίο μέρος της περιοδείας του στην Ελλάδα.
Η ιστορία της διάσωσης τους απ’ το ναυάγιο είναι γνωστή, και πως, αφού πέρασαν τον χειμώνα στην Μάλτα, έφθασαν στην Ρώμη την άνοιξη του 62.
Παρόλο φυλακισμένος, ο Παύλος απελάμβανε περισσότερη ελευθερία στην Ρώμη απ’ ότι στην Καισάρεια. Του επετράπη να νοικιάσει ένα σπίτι με δικά του έξοδα, όπου τον φύλαγε ένας στρατιώτης, και ήταν ελεύθερος να δέχεται εκεί καθέναν που επιθυμούσε να τον επισκεφθεί. Διατηρούσε επίσης συνεχή επικοινωνία με όλες τις εκκλησίες της Ελλάδας και της Ασίας.
Κατά την διάρκεια των δύο χρόνων που ο Απόστολος πέρασε στην Ρώμη σ’ αυτή την θέση, δέχθηκε κάποια μέρα μια επίσκεψη από έναν ευαγγελιστή ονόματι Επαφρά, ο οποίος είχε έλθει απ’ την Μικρά Ασία, και ο οποίος είχε κηρύξει τον Χριστό, με πολύ επιτυχία, στην νότια Φρυγία.
Εκεί, μερικές μέρες ταξίδι ανατολικά της Εφέσου, στην λεκάνη του Λύκου ποταμού, είναι μια ορεινή περιοχή μεγάλης ομορφιάς. Πάνω απ’ αυτή υψώνεται το βουνό Κάδμος, σκεπασμένο με αιώνια χιόνια. Στους πρόποδες του ρέει ο Λύκος, πλησίον του οποίου παλαιά υπήρχε η πόλη των Κολοσσών, οι Κολοσσαίς. Λίγο ακόμα προς τα δυτικά ήσαν οι πόλεις Λαοδίκεια και Ιεράπολις και οι τρεις σχημάτιζαν ένα τρίγωνο, απ’ τις οποίες η τελευταία κατείχε την βορεινή κορυφή.
Σήμερα οι θέσεις των δύο μεγαλυτέρων πόλεων, της Λαοδίκειας και της Ιεράπολης, σημειώνονται μόνον από μερικά ερείπια, και πολύ λιγώτερα σώζονται από τις Κολοσσαίς.
Αυτό ήταν το πεδίο εργασίας του ζηλωτή και πιστού Επαφρά. Πιθανόν να είχε πιστέψει από τον Παύλο, όταν αυτός έμεινε στην Έφεσο. Όσο για τον Παύλο, το σίγουρο είναι πως ποτέ δεν είχε περάσει από τα μέρη εκείνα. Όταν, στην αρχή του τρίτου ιεραποστολικού ταξιδιού, είχε πάει από την Αντιόχεια στην Γαλατία, και από την Γαλατία στην Έφεσο, είχε περάσει από την βόρεια Φρυγία, αλλά η λεκάνη του Λύκου βρισκόταν στ’ αριστερά του.
Θα πρέπει να ήταν το 62-63 που ο Επαφράς ήλθε να επισκεφθεί τον Παύλο στην Ρώμη. Αλλά γιατί σκοπό ήρθε στην Ρώμη; Μήπως, απλά, επιθυμούσε να βεβαιώσει τον Παύλο για την αγάπη και το ενδιαφέρον των εκκλησιών της Φρυγίας γι’ αυτόν, τον οποίον δεν είχαν δει ποτέ κατά σάρκα, αλλά τον αγαπούσαν εν πνεύματι; Αναμφίβολλα, αυτό ήταν ένα μέρος της αποστολής του, και έφερε ανακούφιση στην καρδιά του Παύλου (Α8, Β1). Αλλά υπήρχαν πιο επείγοντες λόγοι για να ξεκινήσει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Οι εκκλησίες που είχε θεμελιώσει ο Επαφράς ήταν αναστατωμένες εκείνη την εποχή από ένα δόγμα το οποίο κούνησε τα θεμέλια ακριβώς της διδασκαλίας του Αποστόλου, καθώς την είχαν λάβει μέσω του Επαφρά και εάν αυτή η καινούργια σχολή επικρατούσε, δεν θα αποτύγχανε να εμπηρεάσει βαθειά την θρησκευτική και ηθική ζωή που αφυπνίσθηκε σε αυτές τις νεαρές εκκλησίες.
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του κινδύνου, που είχε οδηγήσει τον Επαφρά να ζητήσει την συμβουλή του Αποστόλου, θα πρέπει να θυμηθούμε τις ειδικές περιστάσεις της περιοχής όπου βρισκόταν αυτές οι εκκλησίες. Από το ένα μέρος, η Φρυγία είχε υπάρξει, από την πλέον βαθειά αρχαιότητα, η έδρα της λατρείας της Κυβέλης, της θεάς της φύσης, ή της «Μεγάλης Μητέρας» μια λατρεία ενός πολύ άγριου και εκστασιακού χαρακτήρα. Από το άλλο μέρος, ο Ιουδαϊσμός είχε επικρατήσει πολύ στον λαό αυτής της περιοχής. Δύο αιώνες νωριτερα, ο βασιλιάς της Συρίας, Αντίοχος ο Μέγας (224-187), είχε αναγκάσει δύο χιλιάδες Ιουδαϊκές οικογένειες να μετακινηθούν απ’ την Βαβυλώνα σ’ αυτή την περιοχή, για να εξασφαλίσει την υποταγή των κατοίκων, που ήσαν έτοιμοι να επαναστατήσουν (Ιώσηππος, Αρχαιότητες, ΙΒ3,4).
Είναι εύκολο να καταλάβομε ότι ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων θα πρέπει να είχε προδιαθέσει τον κόσμο, κατά ένα ιδιαίτερο τρόπο, στην αποδοχή δογμάτων, ταυτόχρονα, νομικίστικων και μυστηριακών, Ιουδαϊκών και δεισιδαιμονικών. Αυτά είναι τα ειδικά χαρακτηριστικά του δόγματος, ενάντια στο οποίο επιχειρηματολογεί ο Παύλος στην Επιστολή προς Κολοσσαείς. Από το ένα μέρος αυτό το δόγμα παρουσιάζει μια ορισμένη αναλογία με τον Φαρισαϊκό Ιουδαιο-Χριστιανισμό ο οποίος, πριν επτά χρόνια, είχε απειλήσει να υποσκάψει τις Εκκλησίες στην Γαλατία. Διαιωνίζει τις Ιουδαϊκές εορτές, την τήρηση νεομηνιών και Σαββάτων, και ορισμένους κανόνες αναφορικά με τα φαγητά (Β16), πιθανόν και την περιτομή (Β11), σαν αναγκαία για όλους τους πιστούς. Αλλά ταυτόχρονα είναι φανερό ότι, από τότε που άρχισαν οι αγώνες στην Γαλατία και στην Αντιόχεια, η Ιουδαϊζουσα αίρεση είχε προσλάβει έναν εντελώς καινούργιο χαρακτήρα. Απ’ την μελέτη των Επιστολών προς Κορινθίους βλέπομεν ότι, προσπαθόντας να πλησιάσει τους Έλληνες, ο Ιουδαιο-Χριστιανισμός είχε ξεπέσει σε σαρκικά θέλγητρα, και είχε προσπαθήσει να ντυθεί με ένα συλλογιστικό, στοχαστικό ένδυμα, απευθυνόμενο ειδικά στον πόθο για γνώση, και όλα αυτά προσπαθόντας να εισάγει μια νέα Χριστολογία (Β’ Κορ. ΙΑ4-6, Α’ Κορ. Γ17-20). Αυτή την τάση την καταλαβαίνομε επίσης απ’ την Επιστολή προς Κολοσσαείς. Ο Παύλος ονομάζει αυτή την νέα διδασκαλία, «φιλοσοφία και ματαία απάτη, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ουχί κατά Χριστόν» (Κολοσσαείς Β8). Είναι μια προσπάθεια να επιλύσουν το πρόβλημα της ανθρώπινης ζωής με έναν νέο τρόπο, αφήνοντας έξω τον Χριστό, σαν την μοναδική λύση του προβλήματος.
Απ’ αυτό φαίνεται ότι οι Ιουδαϊζοντες δάσκαλοι που είχαν έλθει στην Εκκλησία της Φρυγίας, ενώ παρέμεναν προσκολλημένοι στις εντολές του Μωσαϊσμού, προσπαθούσαν ταυτόχρονα να τους δώσουν μια υψηλότερη βαρύτητα, και να τις αναμείξουν μ’ ένα φιλοσοφικό σύστημα. Πως το έκαναν άραγε; Μπορούμε, ίσως, να πάρομε την απάντηση από τα λόγια του Αποστόλου, στα οποία τους κατηγορά ότι ευχαριστούνται σε προσποιητή ταπεινοφροσύνη και λατρεία αγγέλων, ερευνόντας πράγματα που δεν είδαν, υπερηφανευόμενοι χωρίς λόγο από τον σαρκικό τους νουν (Β18). Αυτό το εδάφιο είναι πραγματικά το κλειδί για να καταλάβομε όλη την Επιστολή.
Έχει προβληθεί η αντίρηση ότι δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ της λατρείας των αγγέλων και της νομικίστικης πλευράς του συστήματος. Αλλά από Ιουδαϊκής άποψης, η σύνδεση είναι φανερή. Δεν φώναξε ο Στέφανος εμπρός στο Συνέδριο: «Οι οποίοι ελάβατε τον νόμον εκ διαταγών αγγέλων, και δεν εφυλάξατε» (Πράξειες Ζ53); Και ο ίδιος ο Παύλος, γράφοντας στους Γαλάτες, λέγει: «Ο νόμος διατάχθηκε δια αγγέλων» (Γαλάτες Γ19). Το να τιμώ τις εντολές του Μωυσή ήταν τότε το να τιμώ τους αγγέλους δια των οποίων αυτές παρεδόθησαν στους ανθρώπους, και επομένως να εξασφαλίσω την εύνοια αυτών των ανωτέρων δυνάμεων, να τοποθετηθώ κάτω κάτω από την προστασία τους, να καταστήσω τον εαυτόν μου άξιο της ουράνιας τους επικονωνίας και των πλέον υψηλών αποκαλύψεων, των οποίων αυτοί ήσαν οι μεσίτες. Μέσω των αγγέλων, οι Χριστιανοί επρόκειτο να εισαχθούν σε κείνον τον Θείο κόσμο, με τα μυστήρια του οποίου οι άγγελοι ήσαν οικείοι, και επρόκειτο να λάβουν δύναμη επαρκή να τους υψώσει στο επίπεδο της τέλειας αγιότητας. Μη αποδίδοντας στους αγγέλους την λατρεία που τους οφειλόταν, και μη υπακούοντας τις εντολές τους, οι Χριστιανοί θα στεριόταν την βοήθεια τους, και θα παρέμεναν στην θέση των Εθνικών – μια θέση πολύ κατώτερη από κείνη στην οποία ο Ισραήλ είχε υψωθεί μέσω του νόμου.
Υπάρχει και μια άλλη θεώρηση πολύ μεγαλύτερης βαρύτητας. Κατά την γνώμη των Ιουδαίων, οι Εθνικοί ήσαν κάτω απ’ την επιρροή διαβολικών δυνάμεων, των αγγέλων του σκότους, στους οποίους προσφερόταν η ειδωλολατρική λατρεία. Πως θα μπορούσαν να ελευθερωθούν από την κυριαρχία αυτών των κακοποιών πνευμάτων; Δεν υπήρχε άλλος τρόπος από του να τοποθετήσουν τους εαυτούς τους κάτω απ’ την οδηγία των αγγέλων του φωτός, οι οποίοι μόνοι θα μπορούσαν να κατανικήσουν αυτούς τους αοράτους εχθρούς του ανθρώπου. Αλλά για να γίνει αυτό, τούτα τα ουράνια πνεύματα θα πρέπει να εξευμενισθούν με ευσυνείδητη υπακοή στις εντολές τους, και με την λατρεία που τους οφειλόταν.
Έτσι αυτές οι δύο, προφανώς διαφορετικές τάσεις στο δόγμα των Ιουδαϊζόντων διδασκάλων στις Κολοσσαίς, εύκολα συμβιβάζονται. Η στενή σχέση που ο Ιουδαϊσμός έθεσε μεταξύ της παράδοσης του νόμου, και της διακονίας των αγγέλων, σχηματίζει τον δεσμό του νομικού και του μυστηριακού στοιχείου αυτής της νέας μορφής της Ιουδαιο-Χριστιανικάς αίρεσης.
Από όσα ο Παύλος αναφέρει γι’ αυτούς ότι διδάσκανε, π.χ. για την αποχή ποτών (Β16), κάτι που ο Μωσαϊκός νόμος δεν απαγόρευε, παρά μόνο στους ιερείς όταν επρόκειτο να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους, θα πρέπει να υποθέσομε ότι αυτοί οι Ιουδαιο-Χριστιανοί στις Κολοσσαίς, σαν εκείνους της Ρώμης (Ρωμαίους ΙΔ), ήσαν κάτω από άλλες επιρροές πέραν του Μωσαϊκού νόμου. Όπως βλέπομε απ’ την Επιστολή, αυτοί καλλεργούσαν ασκητικές τάσεις.
Η πλέον αξοσημείωτη ανάπτυξη του Ιουδαϊσμού προς αυτή την κατεύθυνση είναι οι Εσσαίοι. Η αίρεση των Εσσαίων αναπτύχθηκε πιθανώς στο μέσον του πρώτου προ Χριστού αιώνα. Στους χρόνους του Παύλου είχαν γίνει ένα δυνατό σώμα. Είχαν διασκορπισθεί σε όλη την Παλαιστίνη, και βρισκόταν σε μεγάλους αριθμούς στις πόλεις και τα χωριά της Ιουδαίας. Θα πρέπει να ήσαν πολυάριθμοι στην Ιερουσαλήμ, διότι ο Ιώσηπος μιλά για την «Πύλη των Εσσαίων», ίσως γιατί αυτή γειτόνευε με κάποιο χώρο κατοικίας τους.
Οι Εσσαίοι στην πραγματικότητα αποτελούσαν μια ξεχωριστή κάστα. Ζούσαν μαζί και τα είχαν όλα κοινά. Υπήρχαν τρεις βαθμοί μεταξύ τους, και εισερχόταν προοδευτικά σ’ αυτούς με διαδοχικά στάδια μύησης. Πλενόταν πολλές φορές την ημέρα, ιδιαίτερα πριν το φαγητό, και μετά την επαφή με κάθε αντικείμενο που το θεωρούσαν ακάθαρτο, ή και ακόμα όταν ένα μέλος ανωτέρου βαθμού αγγιζόταν από ένα κατωτέρου. Το φαγητό παρασκευαζόταν από επιστάτες προσδιορισμένους γι’ αυτή την υπηρεσία, και είχε τον χαρακτήρα προσφοράς στον Θεό. Δεν έτρωγαν φαγητά που δεν παρασκευαζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, και δεν είχαν αγιασθεί με προσευχή.
Οι Εσσαίοι αποστρεφόταν τις θυσίες αίματος, σαν αυτές που προσφερόταν στον Ναό, στην Ιερουσαλήμ. Γι’ αυτόν τον λόγο τους είχαν κάνει αποσυναγώγους. Αλλά παρ’ όλα αυτά, κρατούσαν τον δεσμό ενότητας με το έθνος τους και με την λατρεία του, και έστελναν κάθε χρόνο προσφορές στον Ναό. Κατά κανόνα, απέφευγαν τον γάμο, παρόλο που υπήρχαν μερικοί παντρεμένοι μεταξύ τους. Δεν ορκιζόταν, παρά μόνο έδιναν τον όρκο δια του οποίου εισερχόταν στις τάξεις τους. Με αυτόν τον όρκο δεσμευόταν, κάτω από τις πλέον τρομερές κυρώσεις, να εκπληρώσουν όλα τα καθήκοντα τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους, να μην αποκαλύψουν σε μη μυημένους τα πράγματα που είχαν διδαχθεί, και ιδιαίτερα να σιωπούν γύρω από τα βιβλία τους και τα ονόματα των αγγέλων. Ήσαν πολύ ευσυνείδητοι στην τήρηση του Σαββάτου, και τιμούσαν το όνομα του Μωυσή σαν το πιο άγιο μετά από εκείνο του Θεού. Αν κάποιος μιλούσε κακά για τον Μωυσή έπρεπε να τιμωρηθεί με θάνατο. Γενικά ντυνόταν με λευκό λινό, σαν τους ιερείς που ιερουργούσαν. Ακριβώς, όπως οι Φαρισαίοι ήταν ο καρπός του σχολαστικίστικου Ιουδαϊσμού, έτσι, μπορούμε να πούμε ότι. οι Εσσαίοι ήσαν η πεμπτουσία του Φαρισαϊσμού, αλλά με ένα επι πρόσθετο στοιχείο μυστικισμού, που φαίνεται να δείχνει κάποιες άλλες επιρροές, έξω από εκείνες του Ιουδαϊσμού. Η πρωινή επίκληση που απευθυνόταν από τους Εσσαίους στον ήλιο, οι πολυάριθμες τελετουργικές τους καθάρσεις, και η μεγάλη ανάπτυξη που δόθηκε απ’ αυτούς στο δόγμα των αγγέλων, υπονοούν ότι πιθανόν να ήσαν κάτω από την επιρροή των Ζωροαστριστών των Ινδιών. Η απόρριψη των θυσιών αίματος είναι σε συμφωνία με το πνεύμα των Ινδουιστών. Η ένδυση λευκών χιτώνων, και η απόρριψη του γάμου και των όρκων, είναι χαρακτηριστικά της σχολής του Πυθαγόρα. Είναι δύσκολα να διακρίνομε μεταξύ αυτών των διαφόρων επιρροών, οι οποίες πράγματι μπορεί να ήταν όλες αισθητές κατ’ αυτή την εποχή στην ζωή του Ιουδαϊκού έθνους.
Λίγο αργότερα έχομε και άλλες τέτοιες παρεκκλίσεις στον Ιουδαϊσμό. Τέτοιο ήταν το δόγμα του Κερίνθου, που έζησε τα αποστολικά χρόνια, το οποίον ήταν ένα μείγμα Ανατολίτικης θεοσοφίας και Ιουδαϊκού νομικισμού. Μερικοί λένε ότι ο Κέρινθος απέδιδε στους αγγέλους την δημιουργία του κόσμου. Ο Κέρινθος θεωρούσε τον Ιησού σαν τον γυιό του Ιωσήφ, έναν ευσεβή Ισραηλίτη, με τον οποίον ο Θείος Χριστός είχε ενωθεί στιγμιαία. Ο Κέρινθος δίδασκε την μόνιμη υποχρέωση πάνω στους Χριστιανούς του Ιουδαϊκού τελετουργικού νόμου.
Λίγο αργότερα, στην αρχή του δευτέρου αιώνα, παρατηρούμε την εμφάνιση μιας παράξενης αίρεσης που φέρει καθαρά την εντύπωση της Ανατολίτικης της προέλευσης, και που υψώθηκε στο μέσον του Ιουδαιο-Χριστιανισμού. Ο αρχηγός της, ο Ελχάϊ (Θεός κρυμμένος), έφερε απ’ την Περσία ένα νέο δόγμα που περιέχεται σ’ ένα βιβλίο που είχε πέσει απ’ τον ουρανό. Ο Ίδιος ο Χριστός είχε εμφανισθεί στον Ελχάϊ σαν ένας γιγαντιαίος άγγελος, συνοδευόμενος από το Άγιο Πνεύμα, την αδελφή Του. Ο Χριστός, σύμφωνα με τον Ελχάϊ, είναι δημιούργημα. Ενσαρκώθηκε πάλιν και πάλιν. Οι άνθρωποι ενώνονται με αυτόν δια του βαπτίσματος, καλούμενοι να μαρτυρήσουν τα επτά στοιχεία (επί τη των στοιχείων ομολογία), ειδικώτερα, ουρανό, νερό, τα άγια πνεύματα, τους αγγέλους προσευχής, λάδι, αλάτι, και γη. Υπάρχουν καλές και κακές ημέρες. Οι καλοί άγγελοι προϊστανται των καλών, και οι κακοί των κακών ημερών. Θα πρέπει να τηρούνται το Σάββατο και η Τρίτη ημέρα της εβδομάδας, και τίποτα δεν θα πρέπει ν’ αρχίζει τις μέρες που κυβερνιόνται απ’ τους κακούς αγγέλους. Οι Ελκεσαϊτες χρησιμοποιούσαν μαγικές επωδούς και επικλήσεις σε δαιμόνια. Έτρεφαν βαθειά περιφρόνηση για τον Απόστολο Παύλο.
Η εμφάνιση αυτής της αίρεσης στην αρχή του δευτέρου αιώνα αποκαλύπτει, σαν εκείνες των προηγουμένων χρόνων, την ύπαρξη τάσεων, ταυτόχρονα, νομικίστικων και μυστηριακών στο μέσον του Ιουδαιο-Χριστιανισμού ακόμα και του πρώτου αιώνα. Επομένως δεν απορούμε με την παρείσφρυση στην Μικρά Ασία ενός δόγματος σαν εκείνο που περιγράφεται στην πολεμική του Αποστόλου.
Ας ακολουθήσομε τώρα την λογική ακολουθία της Επιστολής της ίδιας, και ας δούμε πως ο Απόστολος πολεμά τον παλαιό εχθρό κάτω απ’ αυτή την νέα μάσκα. Έχει τώρα να πολεμήσει με τον νομικισμό, όχι σαν ένα έδαφος αξιών προς βράβευση για την σωτηρία, αλλά σαν ένα ασκητικό μέσο για να φθάσει κάποιος μια κατάσταση αγιότητας και ανωτέρου φωτισμού. Εκείνο που είναι πιο οδυνηρό στον Απόστολο σ’ αυτό το νέο δόγμα είναι η απουσία Αυτού ο οποίος είναι τα πάντα εν πάσι – του Ιησού Χριστού, ο οποίος, στα μάτια του Αποστόλου, ήταν Αυτός ο Ίδιος η Σωτηρία. Με το δόγμα τους της μεσολάβησης αγγέλων, οι νέοι δάσκαλοι στις Κολοσσαίς έθεταν πέραν τον Ιησού σαν τον μόνο Μεσίτη. Καθώς ο Απόστολος λέγει, δεν κρατούσαν την Κεφαλή, την αρχή της ζωής για όλο το σώμα (Β19). Μπορούμε να καταλάβομε πως, σ’ αυτή την Επιστολή, κατευθύνει όλη του την προσοχή στο κεντρικό σημείο – τον Χριστό τι Αυτός είναι, τι Αυτός έχει κάνει, τι έχομε εν Αυτώ. Άπαξ και ο Χριστός επανατοποθετηθεί στην αληθινή Του θέση, το εσφαλμένο δόγμα θα πέσει από μόνο του.
Έτσι, μετά που ευχαριστεί για το έργο του Επαφρά στις Κολοσσαίς (Α1-8), και αναφέρεται στις αδιάκοπες προσευχές του στον Θεό γι’ αυτούς, ώστε το έργο να προχωρήσει μέχρι την τελειότητα του απ’ Αυτόν που τους έχει μεταφέρει απ’ την δύναμη του σκότους στην βασιλεία του αγαπητού Του Υιού (9-14), ο Παύλος περνά αμέσως στο κύριο θέμα του – το πρόσωπο και το έργο του Χριστού η υπερτάτη θεότητα του ενός, η χωρίς όρια έκταση του άλλου. Αυτό το χωρίο (15-23) ανοίγει το πρώτο, ή αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσομε το διδακτικό μέρος της Επιστολής, το οποίο φθάνει μέχρι το τέλος του κεφαλαίου Α.
Ο Χριστός, θεωρούμενος στην σχέση Του με τον Θεό, είναι Αυτός μέσω του οποίου ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτόν Του, όπως η ψυχή ενός ανθρώπου φανερώνεται στο πρόσωπο του. Ο Χριστός, θεωρούμενος στην σχέση Του ως προς τον κόσμο, ήταν πριν απ’ όλα τα πράγματα, διότι Αυτός ήταν ο Υιός ο γεννηθείς και όχι δημιουργηθείς. Και Αυτός δεν ήταν μόνον πριν όλα τα πράγματα, αλλά είναι ο Δημιουργός όλων: «Διότι δι’ αυτού εκτίσθησαν τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι, είτε κυριότητες, είτε αρχαί, είτε εξουσίαι, τα πάντα δι’ αυτού και δι’ αυτόν εκτίσθησαν και αυτός είναι προ πάντων, και τα πάντα συντηρούνται δι’ αυτού» (Κολοσσαείς Α16-17).
Εκείνο που Αυτός είναι για την Δημιουργία, είναι, κατά μία ιδιάιτερη έννοια, για την Εκκλησία, με την οποία βρίσκεται σε μια ακόμα πιο βαθειά σχέση. Είναι δια του θανάτου και της ανάστασης Του που η Εκκλησία ήλθε στην ύπαρξη, και είναι από ανάμεσα απ’ την δόξα Του που Αυτός της μεταβιβάζει την δοξασμένη ζωή Του, όπως το κεφάλι δίνει ζωή και οδηγία στο σώμα (Α18,19).
Και Αυτός έχει έτσι την υπεροχή σε όλα τα πράγματα, υλικά και πνευματικά, διότι αυτό ευαρέστησε τον Πατέρα, σ’ Αυτόν να κατοικήσει όλη η πληρότητα των δημιουργηθέντων πραγμάτων και να ολοκληρωθεί. Ο Θεός έχει κάμει τα πάντα δι’ Αυτού, διότι ήθελετα τα πάντα να είναι γι’ Αυτόν. Αυτό οδηγεί τον Παύλο να εκθέσει το έργο του Χριστού, δια του οποίου έγινε δυνατόν να ενωθούν όλα εν Αυτώ. Και μιλά εδώ για την συμφιλίωση, όχι μόνον προσώπων πάνω στην γη, αλλά και προσώπων στον ουρανό, δια του αίματος του σταυρού.
Οι άγγελοι, καθώς έχομε γνωρίζομε, ήσαν οι Θείοι μεσίτες στην παράδοση του νόμου. Πως θα μπορούσαν τότε να βλέπουν χωρίς βαθειά λύπη τις αναρίθμητες παραβάσεις, τόσο του Ισραήλ, όσο και του ανθρωπίνου γένους γενικώτερα; Πως θα μπορούσαν να έχουν συναινέσει σε μια γενική αμνηστία, που θα μηδένιζε τις Θείες απειλές, εκτός εάν αυτή συνοδευόταν από έναν επίσημο φόρο τιμής πληρωμένον στον άγιο νόμο του Θεού, δια χύσεως αίματος εξιλεώσεως; Καθώς είναι το αίμα του Υιού του Θεού που το κάνει αυτό δυνατό για έναν Άγιο Θεό να συγχωρήσει, έτσι είναι το αίμα επίσης που συμφιλιώνει τους αγίους αγγέλους, και μ’ έναν συγχωρούντα Θεό, και με συγχωρημένους αμαρτωλούς, και τους φέρνει σε αρμονία με το Θείο σχέδιο του ελέους. Έτσι ο σταυρός ενώνει σε ένα όλες αυτές τις διαχωρισμένες θελήσεις στον ουρανό και στην γη, και εγκαινιάζει την επιστροφή στην τελική ενότητα που είναι το σχέδιο του Θεού για το σύμπαν. Δι’ αυτού η πρώτη και η δεύτερη δημιουργία ενώνονται σε ένα και στο αυτό έργο (21-23). Έτσι αυτές οι τάξεις των αγγελικών όντων τους οποίους οι δάσκαλοι στις Κολοσσαίς υπερηφανευόταν οι ίδιοι ότι γνώριζαν, τους οποίους ίσως, σαν τον Κέρινθο, θεωρούσαν ως τους δημιουργούς του σύμπαντος, και στους οποίους απέδιδαν το έργο των μεσιτών μεταξύ Θεού και ανθρώπων, (αφαιρόντας έτσι το μοναδικό μεσιτικό προνόμιο του Χριστού), είναι, στην επιχειρηματολογία του Παύλου, κατεβασμένοι στην αληθινή τους θέση, σαν δικά Του δημιουργήματα, υπάρχοντα μόνον δι’ Αυτόν, συμφιλιωμένοι με τους ανθρώπους μέσω του εξιλεωτικού Του θανάτου, και έτσι φερμένοι σε συμφωνία με τους σκοπούς του Θεού. Πόσο σπουδαία αυτή η αναστροφή των μερών!
Αυτό είναι το έδαφος της όλης Επιστολής. Σ’ αυτό ο Απόστολος προσθέτει δύο πολύ σπουδαίες, παρόλο υποδεέστερες σκέψεις. Πρώτον, ότι οι Κολοσσαείς και οι Εθνικοί Χριστιανοί γενικά έχουν το δικό τους μέρος στο μεγάλο σύνολο ενός κόσμου καμωμένου καινούργιου δια του σταυρού, και ότι αυτή η μερίδα τους θα γίνει αιώνια σ’ αυτούς, εάν συνεχίσουν στην πίστη, η οποία τους έχει φέρει σ’ αυτή (21-23). Δεύτερον, ότι είναι με την διακονία του Παύλου, που τώρα τους γράφει, που το μέρος αυτού του ενδόξου σχεδίου που αφορά γενικά τα έθνη, και αυτούς ειδικώτερα, πρόκειται να προχωρήσει. Στα παθήματα δια των οποίων ο Χριστός ολοκλήρωσε την σωτηρία τους, δίδεται σ’ αυτόν να προσθέσει, σαν συμπλήρωμα, εκείνα τα οποία αυτός υποφέρει, κατά τον χρόνο που έγραφε την Επιστολή, αλλά και σ’ όλη του την ζωή, για να μπορέσει να φέρει αυτό το ευλογημένο μήνυμα στα άκρα της γης, και την Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, στο μέτρο του τελείου Του αναστήματος (24-29). Στις λέξεις, «εάν συνεχίσετε στην πίστη θεμελιωμένοι και σταθεροί», έχομε μια ένδειξη του κινδύνου που απειλούσε την Εκκλησία στις Κολοσσαίς. Αυτή η ανησυχία παίρνει ακόμα περισσότερο συγκεκριμένη μορφή από την αρχή του κεφαλαίου Β, και σχηματίζει την φυσική μετάβαση στο δεύτερο ή πολεμικό μέρος της Επιστολής.
Ο Παύλος έχει μόλις θυμίσει στους Κολοσσαείς τι ο Χριστός είναι, και τι έχει κάνει. Το μόνο που μένει γι’ αυτούς είναι να κατανοήσουν, τι κατέχουν εν Αυτώ και με το έργο Του, ώστε να μπορέσουν να δουν την ματαιότητα των πραγμάτων τα οποία μερικοί τους προτείνουν να προσθέσουν σ’ αυτή την μεγάλη και τέλεια σωτηρία.
Ο Απόστολος αρχίζει εκφράζοντας το ενδιαφέρον του γι’ αυτούς, διότι παρόλο που δεν τους έχει δει ποτέ, παρόλα αυτά είναι ο απόστολος τους. Έχει ακούσει ότι ένα δόγμα κηρύσσεται σ’ αυτούς που ονομάζεται φιλοσοφία, αλλά που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ματαία εξαπάτηση διότι είναι βασισμένη πάνω στις ανθρώπινες παραδόσεις, και δείχνει σε εξωτερικές εντολές σαν με σωτηριακή αποτελεσματικότητα, αντί του έργου και της διδασκαλίας του Χριστού (Β1-8).
Αυτές τις εξωτερικές εντολές ο Παύλος τις ονομάζει με ένα όνομα που το ξανασυναντούμε τον δεύτερο αιώνα, στο δόγμα των Ελκεσαϊτών μιλά γι’ αυτές σαν «στοιχεία του κόσμου». Αυτόν τον όρο τον έχει ήδη χρησιμοποιήσει (Γαλάτας Γ9) με τα επίθετα «φτωχά και τιποτένια», και το ακόλουθο εδάφιο, όπου ο Παύλος μιλά για τις Ιουδαϊκές γιορτές, για την τήρηση «ημερών και μηνών και εποχών και ετών», δείχνει σε τι αναφέρεται λέγοντας την λέξη «στοιχεία». Αυτός εννοεί ότι αυτά ήσαν εξωτερικά και γήινα πράγματα πάνω στα οποία αυτοί οι δάσκαλοι προσπαθούσαν να κτίσουν την θρησκευτική ζωή. Η έννοια είναι προφανώς η ίδια στην Επιστολή προς Κολοσσαείς. Στο Κολοσσαείς Β16 αναφέρει τις μέρες εορτής, σαν νεομηνίες και Σάββατα. Μετά στο εδάφιο 20 πάλι χρησιμοποιεί την ίδια έκφραση, «στοιχεία» εφαρμόζοντας την στους λεπτολόγους κανονισμούς των ψευτοδασκάλων: «Μη πιάσεις, μη γευθείς, μη εγγίσεις». Αυτό δεν αφήνει αμφιβολλία όσον αφορά την σκέψη που ήταν στο μυαλό του στο εδάφιο 8. Η φιλοσοφία ενάντια στην οποία επιστούσε την προσοχή των πιστών στις Κολοσσαίς είναι εσφαλμένη κατά δύο απόψεις. Πρώτα, στην προέλευση της. Δεν συμβιβάζεται με την επανεισαγωγή των εντολών του Μωυσή αλλά, αντίθετα, ενδυναμώνει τις αυθαίρετες και καθαρά ανθρώπινες εντολές που είχαν προστεθεί από τους ραββίνους, και για τις οποίες ο Ιησούς μιλά σχεδόν με τους ιδίους όρους όπως ο Απόστολος: «Ηκυρώσατε την εντολήν του Θεού δια την παράδοσιν σας. Υποκριταί, καλώς προεφήτευσε περί υμών ο Ησαϊας λέγων, «Ο λαός ούτος με πλησιάζει με το στόμα αυτών, και με τα χείλη με τιμά η δε καρδία αυτών, μακράν απέχει απ’ εμού εις μάτην δε με σέβονται, διδάσκοντες διδασκαλίας, εντάλματα ανθρώπων» (Ματθαίος ΙΕ 6-9). Μετά, αυτή η φιλοσοφία είναι εσφαλμένη και όσον αφορά την ουσία της. Συνδέει την σωτηρία με εξωτερικά τελετουργικά υλικής φύσεως, που δεν έχουν σχέση με την ηθική ζωή του ανθρώπου. Δεν είναι το ίδιο με το αληθινό ευαγγέλιο, η σοφία του οποίου είναι «κατόπιν του Χριστού». Αυτό δείχνει ο Παύλος όταν εκθέτει όλη την πληρότητα εκείνης της σωτηρίας (κεφάλαιο Α), που μας δίδεται στο πρόσωπο και δια του έργου του Χριστού. Όλη η πληρότητα της ζωής και της Θείας τελειότητας κατοικεί εν Χριστώ, κάτω από μια σωματική μορφή εάν λοιπόν είμαστε ενωμένοι μ’ Αυτόν, έχομε όλη την πληρότητα εν Αυτώ, και δεν έχομε ανάγκη να ζητήσομε τίποτα από εκείνες τις αρχές και τις δυνάμεις, των οποίων Αυτός ο Ίδιος είναι η Κεφαλή (εδ. 9,10). Τον αγιασμό που ο Εβραίος ελάμβανε μέσω της περιτομής της σάρκας, οι πιστοί των Κολοσσών είχαν πάρει κατά έναν πιο υπέροχο τρόπο, μέσω του βαπτίσματος, το οποίο, ενώνοντας τους με τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, τους έκανε να πεθάνουν εσωτερικά ως προς την αμαρτία, και να ξαναζήσουν εν Αυτώ με μια νέα ζωή (Β11-13). Πόσο ανόητο να θέλεις, μετά απ’ αυτό, να τους ξαναφέρεις πίσω στην περιτομή! Ποιος θα περιέτεμνε έναν άνθρωπο που είχε πεθάνει και αναστηθεί;
Υπάρχουν τρία χαρακτηριστικά αυτής της νέας ζωής που την κατέχει κάποιος εν Χριστώ – η συγχώρηση των αμαρτιών, που οι παλιές θρησκείες δεν μπορούσαν ποτέ να το πετύχουν η απελευθέρωση απ’ τις απειλές του νόμου – το χειρόγραφο που ο Ίδιος ο Θεός είχε εξαλλείψει, καρφώνοντας το στον σταυρό του Χριστού τέλος, η απελευθέρωση από την δύαμη των κακών πνευμάτων που κυβερνάνε τον ειδωλολατρικό κόσμο, τα οποία απεγύμνωσε απ’ την δύναμη και την δόξα τους ο Χριστός, θριαμβεύοντας ανοικτά πάνω σ’ αυτά στον σταυρό Του (Β13-15). Το πρώτο απ’ αυτά τα εδάφια δείχνει την αιτία για την κατάργηση της τελετουργικής λατρείας το δεύτερο δείχνει το αχρείαστο, όσον αφορά τον πιστό, όλων των νομικίστικων θεσπίσεων το τρίτο έχει σαν πρόθεση να ελευθερώσει τον πιστό από κάθε δεισιδαιμονικό φόβο των κακοποιών δυνάμεων των αγγέλων του σκότους. Καθώς ο πιστός δεν έχει να ζητήσει τίποτα από τους καλούς αγγέλους, έτσι δεν έχει και να φοβηθεί τίποτα από τους κακούς.
Ο Παύλος, στην συνέχεια, φέρει σε αντίθεση αυτή την περιγραφή της ένδοξης θέσης των πιστών εν Χριστώ, με την μέθοδο της πνευματικής ζωής που εξέθεσαν εμπρός στους Κολοσσαείς οι καινούργιοι τους δάσκαλοι.
Σ’ αυτούς τους ανθρώπους, συγχωρημένους, απελευθερωμένους, προικισμένους με νέα ζωή, διατηρημένους θεϊκά, τώρα παρουσιάζονται, σαν σωτηριακές εντολές, ορισμένοι περιοριστικοί κανονισμοί και η τήρηση αγίων ημερών – πράγματα που είχαν κάποιο είδος αξίας πριν τον ερχομό του Χριστού, αλλά που είναι άδεια και χωρίς σημασία από την αποκάλυψη Του και την ζωντανή ένωση των πιστών με Αυτόν (Β16,17). Οι νέοι δάσκαλοι διατάσσουν την λατρεία αγγέλων ζαλίζουν τους Χριστιανούς με την εισήγηση νέων αποκαλύψεων, που θα ληφθούν μέσω αυτών των ουρανίων πνευμάτων. Αξιώνουν ότι έχουν προσπέλαση σ’ έναν υψηλώτερο κόσμο δι’ οράσεων που δεν είναι παρά το αποτέλεσμα σαρκικών εξάρσεων (18) και δεν φροντίζουν για την ένωση με τον δοξασμένο Χριστό, εκείνη την κεφαλή του σώματος, από την οποία μόνη πηγάζει μια δύναμη ζωτικής αύξησης προς όλα τα μέλη (19). Αλλά, λέγει ο Παύλος, εσείς που έχετε αναστηθεί μαζί με τον Χριστό, δεν είσθε πλέον κάτω απ’ την κυριαρχία υλικών στοιχείων. Η πνευματική σας ζωή δεν εξαρτάται πλέον από πράγματα που πιάνετε, δοκιμάζετε, αγγίζετε.
Αυτές οι τρεις απαγορεύσεις επάνω τους, «μη πιάσεις, μη γευθείς, μην εγγίξεις», έχουν εφαρμογή πιθανόν, η πρώτη στον γάμο, η δεύτερη στην χρήση ορισμένων τροφών, η τρίτη στην επαφή με υλικά πράγματα. Βρίσκομε διάφορα παραδείγματα τέτοιων απαγορεύσεων μεταξύ των Εσσαίων. Αλλά όλοι αυτοί οι ασήμαντοι κανονισμοί που πραγματεύονται μόνον με το φθαρτό στοιχείο της φύσης μας, δεν είναι παρά μια υποτέλεια, τόσο ξεπέφτει ο πιστός, στις δυνάμεις της σάρκας (22,23). Άπαξ και αναστηθήκατε με τον Χριστό, δεν έχετε παρά ένα πράγμα να κάνετε, να ζήσετε σαν άνθρωποι αναστημένοι από τον θάνατο της αμαρτίας, ζητόντας μόνον εκείνα τα πράγματα που είναι επάνω σε κείνον τον υψηλώτερο κόσμο, στον οποίον ήδη ζείτε με τον Χριστό, ενώ περιμένετε την δική σας αποκάλυψη με Αυτόν εν δόξει (Γ1-4).
Εξ αυτού, αντί να ενισχύει αυτές τις καθαρά εξωτερικές εντολές που δεν έχουν καμμία χρησιμότητα, ο Απόστολος παροτρύνει τους Χριστιανούς των Κολοσσών να θανατώσουν όλες τις αμαρτωλές τάσεις. Αντί για φανταστικές εκστάσεις με τους αγγέλους, τους προτρέπει να μοιρασθούν την αναστημένη ζωή του Ιησού με τις άγιες επιθυμίες μιας καρδιάς που είναι ένα με Αυτόν. Αυτό τον οδηγεί στο τρίτο και πρακτικό μέρος της Επιστολής (Γ5-Δ1).
Όσο πραγματικός κι αν είναι αυτός ο θάνατος ως προς την αμαρτία, και η ένωση με τον δοξασθέντα Σωτήρα, δουλεμένα στην Χριστιανική ψυχή, δεν είναι παρά μια αρχή, και ο στόχος των πιστών μέσα στο υπόλοιπο της γήινης τους ζωής είναι να εργασθούν για την τελειοποίηση αυτού του έργου, και αποβάλλοντας περισσότερο και περισσότερο τις κακές τάσεις της παλαιάς διεφθαρμένης καρδιάς (5-9), και φορώντας την νέα φύση που τους κάνει όλους ένα εν Χριστώ (10-14).
Αυτός είναι ο διπλός στόχος ατομικά του Χριστιανού.Αλλά οι Κολοσσαείς έχουν επίσης ένα καθήκον και σαν Εκκλησία. Αυτοί θα πρέπει να είναι σε ειρήνη ο ένας με τον άλλον, και να προάγουν ο ένας την διαπαιδαγώγιση του άλλου, και να χαίρονται με ψαλμούς και ύμνους και πνευματικές ωδές (15,16). Ο δεσμός του φόβου κάτω από τον οποίον θα τους έβαζαν οι αιρετικοί τους διδάσκαλοι, βεβαίως δεν θα μπορούσε να συμβάλλει προς αυτόν τον στόχο.
Τέλος από την ατομική και εκκλησιαστική ζωή, ο Παύλος περνά στην οικογενειακή ζωή. Είναι η πρώτη φορά που τον βρίσκομε να εγγίζει αυτό το θέμα. Στην Επιστολή προς Ρωμαίους είχε μιλήσει για τα καθήκοντα του Χριστιανού σαν μέλος της Πολιτείας (Ρωμαίους ΙΓ) αναμφίβολλα διότι απευθυνόταν στην Χριστιανική κοινότητα που κατοικούσε στην πολιτική πρωτεύουσα του κόσμου. Στην Επιστολή προς Κολοσσαείς εκθέτει τα καθήκοντα της οικογενειακής ζωής, πιθανώς διότι οι νέοι δάσκαλοι με τον εσφαλμένο τους πνευματισμό είχαν μιλήσει με αμφισβήτηση για την ιερότητα του γάμου. Ο Παύλος αρχίζει θέτοντας κάτω στο εδάφιο 17 μια γενική αρχή, που περιλαμβάνει όλα που έχει να πει. «Κάνε τε το κάθε τι στο όνομα του Κυρίου Ιησού». Μετά προχωρά να εφαρμόσει αυτή την αρχή στις διάφορες σχέσεις που συνιστούν την οικογενειακή ζωή, και πρώτα απ’ όλα στην κεντρική σχέση – αυτή των συζύγων (18,19). Μετά στον εσώτερο κύκλο των γονέων και παιδιών, και τέλος στο έξω κύκλο της οικιακής ζωής, στην σχέση κυρίων και δούλων (Γ22-Δ1). Αυτό κλείνει την Επιστολή. Το όλο που μένει είναι να στείλει ειδικά μηνύματα ενθύμησης και χαιρετισμών (Δ2-18).
Υπάρχει μια τέλεια λογική ενότητα στην Επιστολή. Καθώς η Επιστολή προς τους Γαλάτες στρέφεται ολοκληρωτικά γύρω απ’ την ιδέα της Χριστιανικής ελευθερίας, σε σχέση με τον νόμο, έτσι η κεντρική ιδέα της Επιστολής προς Κολοσσαείς είναι η τέλεια επάρκεια του Χριστού για την σωτηρία μας. Η Επιστολή διαιρείται σε τρία μέρη, το πρώτο διδακτικό, στο οποίο ο Παύλος εκθέτει την θειότητα του Χριστού, και το μεγαλείο του έργου Του το δεύτερο πολεμικό, στο οποίο δείχνει στους Κολοσσαείς όλη την πληρότητα της σωτηρίας που είναι δική τους εν Χριστώ, και σαν συνέπεια το μάταιο των αθλίων υποκαταστάτων για αγιασμό και ανώτερο φωτισμό, που τους έχουν προσφερθεί τέλος, ένα πρακτικό μέρος, στο οποίο ζωγραφίζει την εικόνα της ανθρώπινης ζωής, ειδικά της οικογενειακής ζωής, ανανεωμένης και αγιασμένης υπό της ζωής του Χριστού.
Ο Παύλος εδώ απευθύνεται σε Χριστιανούς ήδη ριζωμένους και θεμελιωμένους εν Χριστώ (Α23), ανθρώπους που έχουν πεθάνει και αναστηθεί μαζί μ’ Αυτόν (Β20,21), και ξεδιπλώνει εμπρός στα μάτια τους τους θησαυρούς της σοφία και γνώσης που είναι εν Χριστώ (Β3). Ιχνηλατεί την Θεία Του προσωπικότητα στην πηγή της. Δείχνει τις απέραντες μελλοντικές συνέπειες του έργου Του, το οποίο, μετά που ένωσε τους Ιουδαίους και Εθνικούς πάνω στην γη, πρόκειται μια μέρα να ενώσει ανθρώπους και αγγέλους κάτω από την ίδια κεφαλή. Αυτή η παγκόσμια λειτουργία του έργου του Χριστού συνδέεται με την υπερτάτη θέση του προσώπου Του. Αυτός είναι το Άλφα γιατί πρόκειται να είναι το Ωμέγα. Η θεμελίωση της Εκκλησίας από τον αναστημένο Σωτήρα είναι η αρχή ενός πνευματικού έργου μέσω του οποίου η ιστορία του σύμπαντος πρόκειται να ολοκληρωθεί. Χριστός και Εκκλησία αυτό είναι το κλειδί στο Θείο σχέδιο όσον αφορά την διακυβέρνηση του σύμπαντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1

Εδάφια 1,2
«Παύλος απόστολος Ιησού Χριστού δια θελήματος Θεού, και Τιμόθεος ο αδελφός, τοις εν Κολοσσαίς αγίοις και πιστοίς αδελφοίς εν Χριστώ χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού πατρός ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού».
«Ο Παύλος, απόστολος του Ιησού Χριστού με το θέλημα του Θεού, και Τιμόθεος ο αδελφός, προς τους αγίους και πιστούς αδελφούς εν Χριστώ, που είναι εις τας Κολοσσάς χάρις να είναι σ’ εσάς και ειρήνη από τον Θεόν Πατέρα μας και από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν».

«Παύλος απόστολος Ιησού Χριστού δια θελήματος Θεού, και Τιμόθεος ο αδελφός».
Ο Παύλος μόνον ήταν χρισμένος απόστολος απ’ τον Θεό, μαζί με τους δώδεκα. Η αποστολικότητα ήταν ένα ειδικό έργο, που το ανέθεσε ο Θεός, μια μόνο φορά σ’ αυτούς τους δέκα τρεις, και σκοπό είχε να βάλει τα θεμέλια της εκκλησίας Του. Ό,τι κτίζεται από κει και πέρα δεν μπορεί παρά να τεθεί πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο. Νέες γραμμές, νέο θεμέλιο δεν μπορεί να υπάρξει.
«Αγίοις και πιστοίς αδελφοίς εν Χριστώ»: Ο κάθε πιστός είναι άγιος βάσει του λυτρωτικού έργου του Χριστού, είναι δηλαδή ξεχωρισμένος απόλυτα για τον Θεό. Τούτο είναι μια θέση κατά δήλωση του Θεού, κατά απόλυτη δική Του χάρη, και σε ανταπόκριση της επιθυμίας του ανθρώπου, που στο σχολείο του Αγίου Πνεύματος γίνεται πράξη και ζωή καθημερινά. Ο πιστός λοιπόν του Χριστού είναι άγιος, (δεν γίνεται άγιος σιγά σιγά), απλώς μαθαίνει να φέρεται σαν άγιος που είναι.
Το «πιστοίς» μοιάζει να είναι πιο πολύ προσδιορισμός του «αδελφοίς», και εννοεί σταθερούς στην πίστη αδελφούς.
«Αδελφοίς εν Χριστώ»: Το σημείο ενότητας μας, η βάση της αδελφότητας μας: Το πρόσωπο του Κυρίου. Όντες μέλη του δικού Του σώματος είμαστε μεταξύ μας αδελφοί. Υπάρχουν αρκετοί δεσμοί που ενώνουν τους ανθρώπους, για παράδειγμα, ο κοινός στόχος, το κοινό επάγγελμα, ο δεσμός του αίματος κ.λ.π. Για μας ο δεσμός μας είναι αυτό το πρόσωπο, η κοινή μας κεφαλή.
«Χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού πατρός ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού». Είναι ό,τι πιο πολύ χρειαζόμαστε στην ζωή μας, την χάρη Του, και την ειρήνη, εκείνη την δική Του ειρήνη, που η καρδιά δεν ταράζετται σε καμμία δυσκολία στην γήινη πορεία της, ούτε στην ώρα του θανάτου, ούτε μετά.
Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε: «Ειρήνην αφήνω σε σας ειρήνην την δική μου δίδω σε σας δεν σας δίδω εγώ όπως δίδει ο κόσμος. Ας μη ταράσσεται η καρδιά σας ούτε να δειλιάζει» (Ιωάννης ΙΔ27).
Όσο για την χάρη, διαβάζομε για τον Ιωσήφ: «Και ήτο ο Κύριος μετά του Ιωσήφ, και ήτο άνθρωπος ευοδούμενος» (Γένεση ΛΘ2).
Να σημειώσομε ότι, άλλη είναι η ειρήνη και η χάρη που έρχονται από τον Θεό, και άλλη που έρχονται από τον Κύριο Ιησού Χριστό. Οι πρώτες είναι ευλογίες ενός Πατέρα, οι δεύτερες ενός πρωτότοκου Αδελφού.
Να προσθέσομε και τούτο, το κάθε τι στην Δημιουργία είναι ή κάτω από την χάρη, ή κάτω απ’ την οργή του Θεού. Ο Θεός ποτέ δεν αποκόπηκε απ’ την Δημιουργία Του.
«Και Τιμόθεος ο αδελφός»: Πόσο ύψωνε ο Παύλος τους συνεργάτες του!

Εδάφιο 3
«Ευχαριστούμεν τω Θεώ και πατρί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάντοτε περί υμών προσευχόμενοι»,
«Ευχαριστούμεν πάντοτε τον Θεόν και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού για σας, όταν προσευχώμεθα»,

Θέμα προσευχής: Ευχαριστία για την πνευματική πρόοδο των αδελφών. Συνήθως ζητάμε, αλλά ο Λόγος του Θεού μας προτρέπει και να ευχαριστούμε. Η θερμή ευχαριστία για τις τόσες ευλογίες του Θεού πρέπει να είναι καθημερινό κομμάτι της προσευχής μας.
«Πάντοτε περί υμών προσευχόμενοι». Τούτα τα λόγια φανερώνουν κάτι απ’ την καθημερινή ζωή του Παύλου, και από τον τρόπο που έδωσε υπόσταση στις εκκλησίες: Προσευχόταν καθημερινά («πάντοτε») για τους αδελφούς. Ίσως όμως το «πάντοτε» να συνδέεται με την εξής σειρά: «Πάντοτε, όταν προσευχόμεθα για σας, ευχαριστούμε τον Θεό».
Στην συνέχεια αναφέρει την αιτία της ευχαριστίας του:

Εδάφιο 4
«ακούσαντες την πίστιν υμών εν Χριστώ Ιησού και την αγάπην την εις πάντας τους αγίους»,
«διότι ακούσαμε την πίστιν σας εις τον Χριστόν Ιησούν και την αγάπην σας, την οποίαν έχετε προς όλους τους αγίους»,

Ο Παύλος ευχαριστούσε τον Θεό για την πίστη τους και την αγάπη τους, μια αγάπη που δεν έκανε δικρίσεις, («την αγάπην την εις πάντας τους αγίους»).
Απ’ το εδάφιο 8 φαίνεται πως ήταν ο Επαφράς που είχε αναγγείλει όλα αυτά στον Παύλο.
«την πίστιν υμών εν Χριστώ Ιησού», μια πίστη που έχει απλώσει τις ρίζες της και τροφοδοτείται απ’ το πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού, που είναι και το αντικείμενο της.

Εδάφιο 5
«δια την ελπίδα την αποκειμένην υμίν εν τοις ουρανοίς, ην προηκούσατε εν τω λόγω της αληθείας του ευαγγελίου»,
«ένεκα της ελπίδας, η οποία είναι αποταμιευμένη για σας εις τους ουρανούς, περί της οποίας ακούσατε προηγουμένως κατά το κήρυγμα της αληθείας του ευαγγελίου»,

«δια την ελπίδα την αποκειμένην υμίν εν τοις ουρανοίς». Μπορούμε να το πάρομε είτε, α) «ευχαριστούμε για την πίστη…την αγάπη…την ελπίδα», ή β) «αγαπάτε λόγω της ελπίδας…». Όσο πιο πολύ φουντώνει η ελπίδα για τον ουρανό, τόσο πιο πολύ δινόμαστε στο έργο της αγάπης.
Στο Α’ Ιωάννου Γ3 μας λέγει ότι αυτή η ελπίδα είναι που γίνεται το βαθύτερο κίνητρο για τον καθαρισμό μας.
Αφού ο Παύλος ευχαριστεί τον Θεό γι’ αυτά τα τρία, πίστη, αγάπη, ελπίδα, σημαίνει ότι και τα τρία τα εργάζεται ο Θεός στον άνθρωπο.
«την ελπίδα την αποκειμένην υμίν εν τοις ουρανοίς»: Αν τούτη η ελπίδα είχε φυλαχθεί, είχε αποταμιευθεί στην γη, θα είχαμε λόγους ν’ αμφιβάλλομε, γιατί όλα τούτης της γης φθείρονται. Είναι λοιπόν σίγουρη γιατί είναι αποταμιευμένη για μας στον ουρανό. Είναι όπως μια κατάθεση που κάνουν οι γονείς για το παιδί τους, και αυτό, σαν ενηλικιωθεί, την βρίσκει φυλαγμένη στην τράπεζα. Τούτη η ελπίδα είναι όλα όσα μας έχει ετοιμάσει ο Θεός στον αιώνα που έρχεται. Ο Πέτρος λέγει στο Α3,4: «…κατά το πολύ έλεος αυτού ανεγέννησεν ημάς εις ελπίδα ζώσαν δια της αναστάσεως του Ιησού Χριστού εκ νεκρών, εις κληρονομίαν άφθαρτον και αμίαντον και αμάραντον, πεφυλαγμένην εν τοις ουρανοίς δι’ ημάς οίτινες με την δύναμιν του Θεού φυλαττόμεθα δια της πίστεως, εις σωτηρίαν ετοίμην να αποκαλυφθή εν τω εσχάτω καιρώ».
«ην προηκούσατε εν τω λόγω της αληθείας του ευαγγελίου». Αυτό είναι το περιεχόμενο του Ευαγγελίου, η διακήρυξη τούτης της ελπίδας. Άνθρωπος που δεν έχει το ευαγγέλιο, δεν μπορεί να έχει και την ελπίδα.
Το ευαγγέλιο είναι ο «λόγος της αληθείας», γιατί συγγραφέας του είναι το Πνεύμα της αληθείας. Είναι στο μόνο που μπορείς να εμπιστευθείς την σωτηρία της ψυχής σου, και το αιώνιο μέλλον σου.

Εδάφιο 6
«του παρόντος εις υμάς, καθώς και εν παντί τω κόσμω, και έστι καρποφορούμενον και αυξανόμενον καθώς και εν υμίν, αφ’ ης ημέρας ηκούσατε και επέγνωτε την χάριν του Θεού εν αληθεία,»
«το οποίον ήλθε σ’ εσάς, καθώς και εις όλον τον κόσμον, και φέρει καρπούς και αυξάνει, όπως και μεταξύ σας, από την ημέραν που ακούσατε και εγνωρίσατε αληθινά την χάριν του Θεού».

«και φέρει καρπούς και αυξάνει»: Η καρποφορία του ευαγγελίου είναι οι καρποί της πίστης αυτών που το δέχθησαν, είναι η ζωή του Πνεύματος καθώς αποκαλύπτεται μέσ’ απ’ αυτούς.
Η αύξηση του είναι ο αριθμός αυτών που το ακούν και το δεχονται, ένας αριθμός που διαρκώς αυξάνει.
«από την ημέραν που ακούσατε και εγνωρίσατε αληθινά την χάριν του Θεού». Η αποκάλυψη της χάρης του Θεού προς τους ανθρώπους, είναι το περιεχόμενο του ευαγγελικού κηρύγματος. Και τούτη η χάρη είναι η δικαίωση τους δια πίστεως στο λυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού.

Εδάφιον 7
«καθώς και εμάθετε από Επαφρά του αγαπητού συνδούλου ημών, ος εστι πιστός υπέρ υμών διάκονος του Χριστού»
«Έτσι την εμάθατε από τον αγαπητόν Επαφράν, τον σύνδουλον μας, ο οποίος είναι πιστός υπηρέτης του Χριστού προς χάριν σας»

Ο Επαφράς, ήταν αυτός που τους είχε κηρύξει το ευαγγέλιο στις Κολοσσαίς.
Χαρακτηριστικό το πόσο ο Παύλος υψώνει στις συνειδήσεις των πιστών τους άλλους εργάτες του ευαγγελίου.
«πιστός υπηρέτης του Χριστού»: Να τι είμαστε, τι θα έπρεπε να είμαστε στην υπηρεσία μας στο έργο του Θεού: Πιστοί υπηρέτες, που σημαίνει, ο Κύριος έχει την πρωτοβουλία και ορίζει, και μεις υπηρετούμε με πιστότητα σε ό,τι μας ορίζει, και με όσα Αυτός μας δίνει.

Εδάφιο Α8
«ο και δηλώσας ημίν την υμών αγάπην εν Πνεύματι»
«ο οποίος και μας έκανε γνωστήν την εν Πνεύματι αγάπην σας».

Να ο τελικός στόχος, ο τελικός καρπός του ευαγγελίου μέσα στην καρδιά, η αγάπη που δίνει και μορφώνει το Πνεύμα, μια αγάπη τελείως διαφορετική απ’ αυτή του κόσμου, την φυσική, την σαρκική αγάπη η εν Πνεύματι αγάπη δίνει, χωρίς να περιμένει να πάρει, έχει σαν στόχο της το καλό του άλλου.
Αυτή είναι το γνήσιο δείγμα ότι κάποιος δέχθηκε πραγματικά στην καρδιά του το ευαγγέλιο, αυτήν αναγγέλει και ο Επαφράς στον Παύλο για του Κολοσσαείς.
Τούτη η αγάπη, αυτό να το τονίσομε πάλι, είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές που έχουν παραδοθεί στην οδηγία Του, και τους αγκαλιάζει όλους.

Εδάφιο 9
«Δια τούτο και ημείς, αφ’ ης ημέρας ηκούσαμεν, ου παυόμεθα υπέρ υμών προσευχόμενοι και αιτούμενοι ίνα πληρωθήτε την επίγνωσιν του θελήματος αυτού εν πάση σοφία και συνέσει πνευματική,»
«Δια τούτο και εμείς, από την ημέραν που το ακούσαμε δεν επαύσαμε να προσευχώμεθα για σας και να παρακαλούμεν να λάβετε τελείαν γνώσιν του θελήματος του με όλην την σοφίαν και την πνευματικήν σύνεσιν,»

«Δια τούτο και ημείς, αφ’ ης ημέρας ηκούσαμεν, ου παυόμεθα υπέρ υμών προσευχόμενοι»: Όταν άκουσαν για την αγάπη των Κολοσσαέων, παρακινήθησαν σε διαρκή προσευχή γι’ αυτούς. Πόσο ανάγκη να γίνονται γνωστά τα καλά, αλλά και τα κακά ενίοτε, στις εκκλησίες και στους πιστούς προσωπικά τούτο ξεσηκώνει προσευχές ευχαριστίας ή για διόρθωση.
«ου παυόμεθα υπέρ υμών προσευχόμενοι». Να πως ο Παύλος έδωσε υπόσταση στο έργο του, προσευχόμενος διαρκώς στον Κύριο για το κάθε τι που ερχόταν στην αντίληψη του. Όπως μορούμε να δούμε και από τις άλλες επιστολές του, το κάθε τι για τον Παύλο ήταν ένα ερέθισμα για προσευχή, το κάθε τι τον έστρεφε στον Κύριο για ευχαριστία, βοήθεια, οδηγία, διόρθωση. Και στην προσευχή του επέμενε: «ου παυόμεθα».
«ίνα πληρωθήτε την επίγνωσιν του θελήματος αυτού εν πάση σοφία και συνέσει πνευματική». Ήταν το αίτημα της προσευχής του για τους πιστούς στις Κολοσσαίς: Να γεμίσουν με την βαθειά γνώση του θελήματος του Θεού, μια γνώση που όπως υπονοεί και το «πληρωθήτε», γίνεται καθημερινή, πρακτική ζωή. Τούτος είναι και ο στόχος της νέας μας εν Χριστώ ζωής, η βαθειά γνώση του θελήματος του Θεού. Δεν αρκεί, απλά, να έχομε, αλλά χρειάζεται να γεμίσομε με αυτή την γνώση. Τούτη η γνώση είναι αποκάλυψη του Θεού, αλλά και δική μας προσπάθεια (μελέτη του Λόγου Του, πρακτική υπακοή).
«εν πάση σοφία και συνέσει πνευματική»: Γνώση του θελήματος του Θεού χωρίς σοφία και σύνεση πνευματική, μπορεί να αποβεί αιτία για επίδειξη πνευματικής ανωτερότητας, να καταλήξει, δηλαδή, στην αμαρτία της υπερηφάνειας, να γίνει αφορμή διενέξεων, αστόχων ενεργειών, και γενικά να δυσφημήσει την υπόθεση του Θεού.
«Πνευματική», εννοεί την σοφία και την σύνεση που προέρχονται από το Πνεύμα, και όχι από τον κόσμο και τους σοφούς του.
«Σοφία», είναι η κατανόηση των γενικών αρχών, της αλήθειας γενικά. «Σύνεση», είναι η ικανότητα να διακρίνομε και ν’ αποφασίζομε το σωστό στις συγκεκριμένες περιστάσεις της καθημερινής ζωής.

Εδάφιο 10
«Περιπατήσαι υμάς αξίως του Κυρίου εις πάσαν αρέσκειαν, εν παντί έργω αγαθώ καρποφορούντες και αυξανόμενοι εις την επίγνωσιν του Θεού,»
«ώστε να ζήτε κατά τρόπον άξιον προς τον Κύριον και να αρέσετε εις αυτόν καθ’ όλα, φέροντες ως καρπόν κάθε είδους καλά έργα και αυξάνοντες εις ακριβή γνώσιν περί του Θεού.»

Εδώ εξηγεί τους λόγους, γιατί χρειάζονται την επίγνωση του θελήματος του Θεού με κάθε σοφία και πνευματική σύνεση: «Περιπατήσαι υμάς αξίως του Κυρίου». Ο λόγος που μας εκάλεσε και μας ελύτρωσε είναι ένας, «να μη ζούμε πλέον για τους εαυτούς μας, αλλά για κείνον που πέθανε και αναστήθηκε για χάρη μας» (Β΄ Κορ. Ε15). Τούτος είναι ο ένας και μοναδικός στόχος της νέας μας εν Χριστώ ζωής. Η θυσία Του για μας δεν μπορεί, παρά να έχει τούτη την συνέχεια: «Περιπατήσαι υμάς αξίως του Κυρίου εις πάσαν αρέσκειαν».
«Περιπατήσαι υμάς αξίως του Κυρίου»: Εννοεί έναν τρόπο ζωής που ν’ αξίζει στον Κύριο, που να Τον δοξάζει. Και από το άλλο μέρος, επίγνωση του Κυρίου που δεν συνοδεύεται απ’ αυτό το άξιο περπάτημα, δεν είναι παρά μια κούφια γνώση.
«εις πάσαν αρέσκειαν»: Το κάθε τι στην ζωή μας, τα λόγια, τα έργα, οι σκέψεις μας, να μπορούν να σύρουν επάνω μας την επιδοκιμασία, την ευαρέσκεια Του.
«εν παντί έργω αγαθώ καρποφορούντες». Στο Εφεσίους Β10 θα μας πει: «Διότι είμεθα δικόν του έργον, δημιουργηθέντες εν Χριστώ Ιησού δι’ έργα αγαθά, τα οποία ο Θεός προετοίμασε, δια να αποτελέσουν τον τρόπον της ζωής μας». Τούτη η συνεχής μας καρποφορία στο καλό είναι που σύρει επάνω μας την ευαρέσκεια Του, καθώς επίσης και όταν αυξανόμαστε εις την επίγνωση Του αυτά τα δύο ευαρεστούν τον Κύριο.
«εν παντί έργω»: Όχι μόνον σε μερικά, τα λιγώτερο δύσκολα, αλλά σε κάθε έργο, σε κάθε περίσταση που ο Θεός βάζει στον δρόμο μας. Το κάθε τι στην ζωή μας να το θεωρούμε σαν ευκαιρία για να βγει καρπός προς δόξαν του Θεού.

Εδάφιο 11
«εν πάση δυνάμει δυναμούμενοι κατά το κράτος της δόξης αυτού εις πάσαν υπομονήν και μακροθυμίαν,»
«Προσευχόμεθα να δυναμωθήτε εις κάθε δύναμιν, σύμφωνα με την ένδοξον παντοδυναμίαν του, δια να δείχνετε υπομονήν και μακροθυμίαν εις το κάθε τι,»

Το «περιπατήσαι υμάς αξίως του Κυρίου εις πάσαν αρέσκειαν», χρειάζεται δύναμη, δύναμη για να ξεπερασθούν τα τόσα εμπόδια σ’ αυτόν τον δρόμο, εμπόδια από την σάρκα μας και τις επιθυμίες της, εμπόδια από τον κόσμο, εμπόδια από τον Διάβολο.
Τα εμπόδια, αλλά και τις δυνάμεις που χρειάζονται για να ξεπερασθούν, ο Παύλος τις βλέπει προς δύο κατευθύνσεις: «δυναμούμενοι… εις πάσαν υπομονήν και μακροθυμίαν». Για να περιπατήσομε άξια του Κυρίου χρειαζόμαστε υπομονή και μακροθυμία.
«Υπομονή», είναι το να μπορώ να υπό + μένω, να μένω σταθερός στην θέση που με θέλει ο Κύριος, παρόλη την πίεση που δέχομαι να φύγω από εκεί. Για παράδειγμα, ένας δύστροπος σύντροφος, μια αδικία στον χώρο εργασίας μου, ένας διωγμός, με ωθούν να φερθώ με τις μεθόδους του κόσμου, με τις παρορμήσεις της σάρκας, να ανταποδώσω, να ξεσπάσω. Εδώ χρειάζεται δύναμη να μένω σταθερά, και να συνεχίζω να φέρομαι όπως ο Κύριος μου ορίζει. Αυτό είναι υπομονή.
«Μακροθυμία», είναι το να αναβάλλω την οργή, το να υπομένω τα σφάλματα ή τις αδικίες των άλλων. Και τούτο δεν είναι καθόλου εύκολο, χρειάζεται δύναμη.
Η υπομονή αναφέρεται πιο πολύ στους πειρασμούς που μας προσβάλλουν απ’ έξω, μακροθυμία στις τας μεταξύ μας σχέσεις.
Και τούτη η υπομονή και μακροθυμία δεν είναι να δείχνεται μόνο περιστασιακά, ή προς ορισμένα πρόσωπα, τα πιο αγαπητά. Το εδάφιο μας λέγει: «εις πάσαν υπομονήν και μακροθυμίαν», και το μεταφράζουν, «υπομονήν και μακροθυμίαν εις το κάθε τι».
Το ερώτημα είναι που θα βρούμε μια τέτοια δύναμη. Υπάρχει η πηγή απ’ όπου μπορούμε να πάρομε: «εν πάση δυνάμει δυναμούμενοι κατά το κράτος της δόξης αυτού», «να δυναμωθήτε εις κάθε δύναμιν, σύμφωνα με την ένδοξον παντοδυναμίαν του». Ο Κύριος είπε: «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα» (Ιωάννης ΙΕ5), και ο Παύλος που το είχε δοκιμάσει έλεγε: «Τα πάντα δύναμαι δια του Χριστού που με δυναμώνει» (Φιλιππησίους Δ13). Τα παιδιά ενός πλούσιου πατέρα είναι πλούσια, γιατί ο πατέρας τους είναι πλούσιος. Η Γραφή αναφέρει και τούτο το όνομα του Θεού: «Ο Κύριος των δυνάμεων», η πηγή απ’ όπου ξεκινούν όλες οι δυνάμεις, του φυσικού, του πνευματικού, και του ηθικού κόσμου.
Δεν είναι προσπάθεια δική μας, είναι χάρη Του τούτη η δύναμη. Γι’ αυτό και ο Παύλος προσευχόταν γι’ αυτή, και δεν την ζητούσε από τις προσπάθειες ή το φιλότιμο των αδελφών.
Και η δύναμη που μας δίνει είναι τόση, ώστε να βρίσκουν εφαρμογή στην ζωή μας τα λόγια του Ιακώβου Α2: «Να έχομε μεγάλην χαράν όταν πέσομε σε διάφορες δοκιμασίες».

Εδάφιο 12
«Μετά χαράς ευχαριστούντες τω πατρί τω ικανώσαντι ημάς εις την μερίδα του κλήρου των αγίων εν τω φωτί,»
«ευχαριστούντες με χαράν τον Πατέρα, ο οποίος μας έκανε ικανούς να έχωμεν μερίδα εις την κληρονομίαν των αγίων εις την σφαίραν του φωτός»

«Μετά χαράς ευχαριστούντες τω πατρί»: Η ατμόσφαιρα μέσα στην οποίαν έρχεται η ενδυνάμωση μας απ’ τον Θεό, είναι μια ατμόσφαιρα, ένα πνεύμα συνεχούς ευχαριστίας με χαρά προς τον Πατέρα. Στο Α’ Θεσσαλονικείς Ε16-18 θα μας πει: «Πάντοτε χαίρετε. Αδιαλείπτως προσεύχεσθε. Κατά πάντα ευχαριστείτε».
Ποια είναι η αιτία αυτής της χαράς: «Τω ικανώσαντι ημάς εις την μερίδα του κλήρου των αγίων εν τω φωτί», «ο οποίος μας έκανε ικανούς να έχωμεν μερίδα εις την κληρονομίαν των αγίων εις την σφαίραν του φωτός». Πριν είμασταν εις την σφαίρα του σκότους, από κει μας έβγαλε, και μας έκανε συγκληρονόμους με του άλλους αγίους στο φως. Έργο Θεού, από την αρχή έως το τέλος, η μετάσταση μας από το βασίλειο του σκότους, στο βασίλειο του φωτός, η μεταστροφή της καρδιάς μας. Γι’ αυτό και το ονομάζει «κλήρο», «κληρονομιά». Την κληρονομιά δεν αγωνίζεσαι για να την αποκτήσεις, την παίρνεις δώρο.
Είναι αυτό το πνεύμα της χαράς και ευχαριστίας που μας κάνει πιο ανοικτούς δέκτες στις ευλογίες Του, και εδώ ειδικώτερα στην δύναμη που μας χορηγεί για να έχομε κάθε υπομονή και μακροθυμία. Στον Ψαλμό ΠΑ10 θα μας πει: «Πλάτυνον το στόμα σου, και θέλω γεμίσει αυτό».

Εδάφιο 13
«ος ερρύσατο ημάς εκ της εξουσίας του σκότους και μετέστησεν εις την βασιλείαν του υιού της αγάπης αυτού»
«ο οποίος μας έσωσε από την εξουσίαν του σκότους και μας μετέφερε εις την βασιλείαν του αγαπητού του Υιού».

Η αιτία της μετά χαράς ευχαριστίας μας: Η σωτηρία μας από την εξουσία του σκότους, και η μετάσταση μας στην βασιλεία του Χριστού. Έργο, από την αρχή του έως το τέλος, του Θεού («ο οποίος μας έσωσε»).
Στην γη υπάρχουν μόνο δύο περιοχές, δύο σφαίρες επιροής, η εξουσία του σκότους, και η Βασιλεία του Χριστού. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε μία απ’ αυτές τις δύο.
Το «σκότος» είναι το έμβλημα της αμαρτίας, της πλάνης, της αθλιότητας και του θανάτου. Αυτά μας εξουσίαζαν πριν μας ελευθερώσει ο Θεός. Από την αμαρτία μας έφερε στην αγιότητα, από την πλάνη στην αλήθεια, από την αθλιότητα στην χαρά, από τον θάνατο στην ζωή, και όλα αυτά δια της κοινωνίας μαζί Του, με τον εαυτόν Του, που είναι το «φως», και «Πατήρ των φώτων», και «εν τω οποίω σκοτία ουκ έστιν ουδεμία» (Α’ Ιωάννη Α5).
Απ’ αυτή την εξουσία του σκότους μας «μετέστησε», μας πήρε από κει, και μας μετέφερε στην βασιλεία Του.

Εδάφιο 14
«Εν ω έχομεν την απολύτρωσιν, την άφεσιν των αμαρτιών».
«Δι’ αυτού έχομεν την απολύτρωσιν, την συγχώρησιν των αμαρτιών».

«Απολύτρωση», είναι μια απελευθέρωση που πληρώνεται με λύτρα και όπως το επεξηγεί εδώ, είναι η «άφεση των αμαρτιών». Πρόκειται, λοιπόν, για απολύτρωση από την αμαρτία.
«Εν ω», δηλαδή, «εν τω Χριστώ». Είναι στην ένωση μαζί Του που ο άνθρωπος γεύεται τούτο το ύψιστο δώρο, την απολύτρωση, την άφεση, εκ μέρους του Θεού, των αμαρτιών του. Η σωτηρία μας, η απολύτρωση μας, είναι ένα πρόσωπο, ο Ιησούς Χριστός, γιατί είναι στο έργο τούτου του Προσώπου που ολοκληρωτικά βασίζεται.

Εδάφιο 15,16
«Ος εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι, είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται»
«Αυτός είναι εικών του αοράτου Θεού, πρωτότοκος όλων των δημιουργημάτων, διότι δι’ αυτού εδημιουργήθησαν τα πάντα, τα επουράνια και τα επίγεια, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι, είτε κυριότητες, είτε αρχαί, είτε εξουσίαι. Τα πάντα δι’ αυτού και δι’ αυτόν έχουν δημιουργηθή».

«Ος εστίν εικών του Θεού του αοράτου». Στο Εβραίους Α3 Τον ονομάζει: «Απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρα της υποστάσεως αυτού». Είναι το έργο αυτού του προσώπου ν’ αποκαλύπτει τον Θεό, όντας όμοιος, εικόνα Του, ίδια φύση, ίδια ουσία με Αυτόν: «Ουδείς είδεν ποτε τον Θεόν ο μονογενής Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πατρός, εκείνος εφανέρωσεν αυτόν» (Ιωάννης Α18). Και στον Φίλιππο είπε: «Όστις είδε εμέ, είδε τον Πατέρα» (Ιωάννης ΙΔ9). Η εικόνα μας είναι εκείνο από τον εαυτόν μας που φαίνεται εις τους έξω. Είναι ακριβώς, ο ίδιος μας ο εαυτός, όπως τον βλέπουν οι άλλοι έξω. Και για να είσαι εικόνα του Θεού, σημαίνει ότι και ο ίδιος είσαι Θεός. Άρα μόνο μία εικόνα έχομε ιδεί του Θεού, τον Κύριο Ιησού Χριστό.
Κατά μία έννοια, ταυτόσημη με την λέξη «εικόνα», είναι και η λέξη «λόγος», με την οποία Τον αποκαλεί ο Ιωάννης στον πρόλογο του Ευαγγελίου του. Όπως ο ανθρώπινος λόγος εξωτερικεύει τον εσωτερικό μας άνθρωπο, τις σκέψεις μας στους έξω, έτσι και αυτό το πρόσωπο, εξωτερικεύει, αποκαλύπτει τον εσωτερικό κόσμο του Θεού στα δημιουργήματα έξω.
«Πρωτότοκος πάσης κτίσεως», δεν λέει, «πρωτοδημιούργητος, πρωτόκτιστος πάσης κτίσεως», διότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι κτίσμα. Το «πρωτότοκος» μας οδηγεί στην έννοια της γέννησης. Η σχέση Του με τον Θεό είναι ενός πρωτοτόκου με τον πατέρα του: Ίδια φύση, ίδια ουσία, ίδιοι στόχοι, κληρονόμος του πατέρα, η συνέχεια του.
Πρωτότοκος είναι και σε σχέση με όλη την κτίση, με την έννοια ότι Του ανήκει σαν αποκλειστικού κληρονόμου. Αυτό επεξηγεί και στην συνέχεια: “Oτι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα… τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται», “διότι δι’ αυτού εδημιουργήθησαν τα πάντα… Τα πάντα δι’ αυτού και δι’ αυτόν έχουν δημιουργηθή». Το ότι Αυτός έκτισε τα πάντα, σημαίνει ότι είναι κάτι διαφορετικό απ’ αυτά.
To «εν αυτώ» μπορούμε να το ερμηνεύσομε: Με Αυτόν σαν κέντρο, όλα γύρω απ’ Αυτόν σαν πηγή τους. Αλλά το «εν αυτώ» προχωρεί παρα πέρα, και εκφράζει ότι ο Υιός είχε μέσα Του την πρώτη ιδέα για όλα, τα συνέλαβε στον νουν Του, σύμφωνα πάντα με την επιθυμία του Πατέρα.
Το «εις αυτόν» μας οδηγεί να καταλάβομε ότι όλα έχουν Αυτόν σαν σκοπό, και όλα εξαρτώνται, κρέμονται , θα λέγαμε, απ’ Αυτόν. Εάν κάτι ξεφύγει απ’ αυτόν, βγήκε απ’ τον σκοπό του, και οδηγείται στην απώλεια. Αυτός είναι το άμεσο τέλος των πάντων, με τον Πατέρα σαν τελευταίο, σαν τελικό σκοπό. Στο Ρωμαίους ΙΑ36 θα μας πει για τον Θεό Πατέρα: «Εξ αυτού, και δ’ αυτού, και εις αυτόν είναι τα πάντα». Είναι το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος (Αποκάλυψη ΚΒ13). Η ίδια έννοια είναι και στο Εφεσίους Α10: «Να συγκεφαλαιώση τα πάντα εν τω Χριστώ, και τα εν ουρανοίς και τα επι της γης». Όταν γίνει αυτό, «όταν υποταχθώσιν εις αυτόν τα πάντα, τότε και αυτός ο Υιός θέλει υποταχθή εις τον υποτάξαντα εις αυτόν τα πάντα, δια να είναι ο Θεός τα πάντα εν πάσι» (Α’ Κορ. ΙΕ28).
«Πάσα κτίση» σημαίνει, κάθε τι που δημιουργήθηκε.
«Τα πάντα δι’ αυτού». Ο Ιωάννης, στον πρόλογο του Ευαγγελίου του, αναφέρει: «Πάντα δι’ αυτού έγειναν και χωρίς αυτού δεν έγεινεν ουδέ εν τω οποίον έγεινεν» (Ιωάννης Α3). Και στο Α’ Κορ. Η6: «Για μας όμως ένας Θεός υπάρχει, ο Πατήρ, απ” τον οποίον προέρχονται όλα και εμείς ανήκομε εις αυτόν, και ένας Κύριος Ιησούς Χριστός, δια του οποίου έγιναν τα πάντα και μεις δι” αυτού.» Όλα έγειναν δια του Υιού, αλλά εκ του Πατρός, δηλαδή, το κάθε τι σε συμφωνία με την θέληση του Πατέρα.
Τα εδάφια 15-20, μαζί με το Εφεσίους Α20-23, και το Φιλιππησίους Β6-11, αποτελούν ό,τι πιο βαθύ μας δίνει η Γραφή για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού .Είναι η πλήρης χριστολογία σε περίληψη.
«Τα επουράνια και τα επίγεια, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι, είτε κυριότητες, είτε αρχαί, είτε εξουσίαι». Είναι αυτά από τα οποία αποτελείται το σύμπαν.
«Είτε θρόνοι, είτε κυριότητες, είτε αρχαί, είτε εξουσίαι». Πρόκειται περί ουρανίων όντων στα οποία έχει ανατεθεί η διακυβέρνηση του σύμπαντος. Εδώ ανήκουν τα Χερουβείμ, οι αρχάγγελοι και οι άγγελοι, που έχουν επιφορτισθεί την επιμέλεια των εθνών.
Δεν υπάρχει τίποτα στο σύμπαν, ο ουρανός με τους κατοίκους του, η γη και όσα βρίσκονται σ’ αυτή, τα χρώματα, τα αρώματα, η μουσική, κάθε είδους ιδέα, κάθε είδους ζωή, το πιο ασήμαντο έντομο, το πιο μικρό φυλλαράκι, που να μην το έχει συλλάβει ο νους αυτού του προσώπου, και να μην το έχει φέρει στην ύπαρξη η δημιουργική Του θέληση.

Εδάφιο 17
«Και αυτός εστι προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε,»
«Αυτός υπάρχει πριν από όλα και όλα δι’ αυτού συγκρατούνται εις την ύπαρξιν».

Δεν λέει ότι «εκτίσθη προ πάντων», αλλά ότι «είναι προ πάντων».
Ο Ιωάννης στο Α1 θα μας πει: «Εν αρχή ήτο ο Λόγος». Όλα έχουν μια αρχή. Ο Ιησούς Χριστός υπάρχει πριν αυτή την αρχή, αιώνια.
«Τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε»: Όλα σ’ Αυτόν συνάπτονται, όλα μ’ Αυτόν ενώνονται σαν κεφαλή. Όλα είναι υπό την δική Του επιτήρηση, φροντίδα. Όλα απ’ Αυτόν συγκρατούνται, και διατηρούνται στην ύπαρξη, και κυβερνώνται. Είναι η δική Του βούληση και δύναμη που κρατεί τα πάντα στην ύπαρξη.

Εδάφιο 18
«Και αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας ος εστιν αρχή, πρωτότοκος εκ νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων,»
«Και αυτός είναι η Κεφαλή του σώματος, δηλαδή της εκκλησίας. Είναι η αρχή, ο πρωτότοκος εκ των νεκρών, δια να γίνη αυτός ο πρώτος εις όλα,»

Η Εκκλησία των λυτρωμένων Του είναι το σώμα Του. Η σχέση που Τον συνδέει μαζί της, είναι, ακριβώς, αυτή που συνδέει την κεφαλή με το υπόλοιπο σώμα, μια σχέση οργανική, το ένα απαραίτητο συμπλήρωμα του άλλου, το ένα να μην μπορεί να σταθεί χωρίς το άλλο. Είναι το σώμα που με τα μέλη του πραγματοποιεί τις επιθυμίες, τους στοχασμούς της κεφαλής, και έτσι την αποκαλύπτει στον χώρο γύρω τους. Η ομορφιά του χαρακτήρα του Χριστού φάνηκε στην σύζευξη Του με την Εκκλησία. Είναι μέσα απ’ αυτή, μέσα απ’ τον κάθε πιστό ενωμένο μαζί Του, που αποκαλύπτεται η αγάπη, η υπομονή, η ανεκτικότητα Του, όλος ο πλούτος του χαρακτήρα Του. Είναι ακριβώς όπως μέσω της συζύγου μου που ήρθαν στο κόσμο τα παιδιά μου, οι καρποί μου, που μέχρι τότε απλώς υπήρχαν σαν δυνατότητα μέσα μου. Είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που στο Εφεσίους Α23 αναφέρει την εκκλησία Του σαν, «το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρούντος».
Και οπωσδήποτε η κεφαλή και το σώμα είναι απολύτως της ιδίας ουσίας, διαφορετικά δεν συγκολλούν. Αποδεικνύεται έτσι η πλήρης Του ταυτότητα με εμάς.
Και είναι κεφαλή, όχι μόνον σαν αρχηγός, κυβερνήτης, και νομοθέτης του σώματος, αλλά και σαν ζωτική αρχή στο σώμα, όπως είναι σε κάθε ζωικό οργανισμό η κεφαλή του. Κάθε χάρη, δύναμη και ζωή στην εκκλησία εκπηγάζει απ’ Αυτόν.
«Ος εστιν αρχή, πρωτότοκος εκ νεκρών». Με τον Ιησού Χριστό ξεκίνησε μια καινούργια δημιουργία, μια νέα ανθρωπότητα. Όλα τα μέλη αυτής της νέας ανθρωπότητας είναι αναστημένα από τον θάνατο που έφερε η αμαρτία, (Εφεσίους Β1: «Και εσάς όντας νεκρούς δια τας παραβάσεις και αμαρτίας…»). Πρώτος που ανεστήθη από τον θάνατο, ο Ίδιος. Και ο Ίδιος κυριολεκτικά ανεστήθη, ενώ για μας έγινε δια του γεγονότος της αναγέννησης, όταν δια πίστεως ταυτισθήκαμε με τον θάνατο Του. Εάν λοιπόν το πάρομε σαν νέα γέννηση, σ’ αυτή πρώτος ήταν ο Ιησούς Χριστός.
Βέβαια, αναστήθηκαν και άλλοι πριν τον Χριστό, αλλά αυτοί πέθαναν πάλι.
«Ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων,» Ο αληθινός ηγέτης πηγαίνει πρώτος σε όλα, για ν’ ανοίξει τον δρόμο γι’ αυτούς που Τον ακολουθούν.
Ειδικά για τον δρόμο που μας άνοιξε και μας ζητά ν’ ακολουθήσομε, μας λέγει στο Εβραίους Β10: «Διότι έπρεπεν εις αυτόν, δια τον οποίον είναι τα πάντα, και δια του οποίου έγειναν τα πάντα, φέρων εις την δόξαν πολλούς υιούς, να κάμη τέλειον τον αρχηγόν της σωτηρίας αυτών δια των παθημάτων». Και στο Εβραίους Β18: «Επειδή καθ’ ό,τι αυτός έπαθε πειρασθείς, δύναται να βοηθήση τους πειραζομένους».
Τούτο το εδάφιο μας λέγει ότι η σωτηρία μας είναι αποκλειστικά αυτό το Πρόσωπο. Δεν υπήρξε και κάποιος άλλος να εργάσθηκε παράλληλα, ώστε να ανοίξει ένα από τα μονοπάτια αυτής της σωτηρίας. Το κάθε τι άνοιξε απ’ Αυτόν, από το προσωπικό Του έργο. Δεν υπήρξε κάτι, ταπεινωτικό γι’ Αυτόν, να το αναθέσει σε άλλον.
Πρώτος λοιπόν στον ουρανό, (πρόδρομος για μας), πρώτος στην ανάσταση, πρώτος στην εκκλησία.

Εδάφιο 19
«Ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι»
«Διότι εις αυτόν ευαρεστήθηκε (ο Θεός) να κατοικήση όλο το πλήρωμα του Θεού»

«Ότι», «διότι»: Έγινε πρώτος εις όλα, και εις την ανάσταση, αφού χρειάσθηκε πρώτα να περάσει απ’ τον θάνατο, διότι είχε κατοικήσει μέσα Του όλο το πλήρωμα του Θεού. Για παράδειγμα, ήταν η Θεία αγάπη μέσα Του, που Τον έκανε να προχωρήσει σ’ αυτόν τον δρόμο της ταπείνωσης και της θυσίας.
«Εν αυτώ», σαν άνθρωπος που ήταν εδώ κάτω.
Εις το Ιωάννης Γ34 θα μας πει: «…επειδή ο Θεός δεν δίδει εις αυτόν το Πνεύμα με μέτρον (περιορισμένα)». Εις το Κολοσσαείς Β9: «Διότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς».
Πρακτικά, αυτό σημαίνει για μας, ότι δεν υπάρχει καμμία έλλειψη στον Σωτήρα μας. Υπάρχει σ’ Αυτόν κάθε σοφία, δύναμη και χάρη δια των οποίων σωνόμαστε ασφαλώς. Δεν υπάρχει τίποτα το αναγκαίον μέχρι την τελική μας απολύτρωση, που να μην μπορεί να το κάνει. Τίποτα που να χρειαζόμαστε, στον δύσκολο δρόμο που προχωράμε, που να μην μπορεί να μας το χορηγήσει. Σε κάθε περίπτωση, ο κάθε ένας από μας τείνει το χέρι και παίρνει από το ανεξάντλητο πλήρωμα των Θείων Του τελειοτήτων.
Η σειρά στην ζωή Του ήταν η εξής: Ο Κύριος άδειαζε συνεχώς απ’ τον εαυτόν Του, και ο Πατέρας συνεχώς Τον γέμιζε, Του έδινε οδηγία και δύναμη για το κάθε τι, και έτσι, μέσω Αυτού, αποκαλυπτόταν ο Πατέρας. Ο Ίδιος εξέφρασε τούτη την σχέση με τα λόγια: «Δεν δύναται ο Υιός να πράττη ουδέν αφ’ εαυτού, εάν δεν βλέπη τον Πατέρα πράττοντα τούτο…Δεν δύναμαι εγώ να κάμνω απ’ εμαυτόν ουδέν. Καθώς ακούω, κρίνω και η κρίσις η εμή δικαία είναι διότι δεν ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντος με Πατρός» (Ιωάννης Ε19,30).

Εδάφιο 20
«Και δι’ αυτού αποκαταλλάξαι τα πάντα εις αυτόν, ειρηνοποιήσας δια του αίματος του σταυρού αυτού, δι’ αυτού είτε τα επί της γης είτε τα εν τοις ουρανοίς».
«Και δι’ αυτού να συμφιλιώση μετά του εαυτού του τα πάντα, τόσον τα επίγεια, όσον και τα επουράνια, αφού έφερε την ειρήνην με το αίμα του σταυρού του».

Στο Εφεσίους Β13-16 θα μας πει: «Τώρα όμως δια του Ιησού Χριστού, σεις οι ποτέ όντες μακράν, εγείνετε πλησίον δια του αίματος του Χριστού. Διότι αυτός είναι η ειρήνη ημών, όστις έκαμε τα δύο εν, και έλυσε το μεσότοιχον του φραγμού, καταργήσας την έχθραν εν τη σαρκί αυτού, τον νόμον των εντολών των εν τοις διατάγμασι, δια να κτίση εις εαυτόν τους δύο εις ένα νέον άνθρωπον, φέρων ειρήνην και να συνδιαλλάξη αμφοτέρους εις εν σώμα προς τον Θεόν δια του σταυρού, θανατώσας δι’ αυτού την έχθραν».
Η αμαρτία είχε φέρει την αναστάτωση στο σύμπαν. Είχε κάνει τον άνθρωπο εχθρό με τον Θεό, την γη εχθρό με τον ουρανό. Διαίρεση υπήρχε και στην ίδια την γη. Υπήρχε βαθειά θρησκευτική αντιπαλότητα μεταξύ των Εθνικών και των Ιουδαίων. Αλλά και τον ίδιο τον λαό του Θεού, ο παραβιασμένος νόμος εκ μέρους τους, τους είχε κάνει εχθρούς του Θεού.
Είναι με την σταυρική Του θυσία, που σήκωσε την αμαρτία, και έφερε την ειρήνη στο διασπασμένο σύμπαν. Συμφιλίωσε τον άνθρωπο με τον Θεό, τον ουρανό με την γη. Συμφιλίωσε τους ανθρώπους μεταξύ τους. Συμφιλίωσε τους αγγέλους με τους ανθρώπους, και τώρα χαίρονται οι πρώτοι για την σωτηρία των δευτέρων – να θυμηθούμε την υμνωδία των αγγέλων την νύκτα που εγεννήθηκε ο Κύριος: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επι γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
Αξιοσημείωτον είναι ότι δεν αναφέρει τίποτα γι’ αυτούς που είναι στον Άδη, για τους πεσμένους αγγέλους, και για τις ψυχές των πονηρών. Αυτούς δεν τους περιλαμβάνει στο «τα πάντα».
Βέβαια, όλοι στην γη δεν θα συμφιλιωθούν, αλλά όσο είναι στην γη, για όλους υπάρχει η δυνατότητα της συμφιλίωσης. Το έργο του Χριστού είναι τόσο πλήρες, που δεν υπάρχει στην γη αμαρτωλός, οσοδήποτε ένοχος κι αν είναι, που να θέλει, και να μη μπορεί να συμφιλιωθεί με τον Θεό.

Εδάφιο 21,22
«Και υμάς ποτε όντας απηλλοτριωμένους και εχθρούς τη διανοία εν τοις έργοις τοις πονηροίς, νυνί δε αποκατήλλαξεν εν τω σώματι της σαρκός αυτού δια του θανάτου, παραστήσαι υμάς αγίους και αμώμους και ανεγκλήτους κατενώπιον αυτού,»
«Και σεις κάποτε ήσαστε αποξενωμένοι και εχθρικής διαθέσεως, και τα έργα σας ήσαν πονηρά, αλλά τώρα ο Θεός με τα σάρκινον σώμα του Χριστού σας συμφιλίωσε δια του θανάτου του, δια να σας παρουσιάση ενώπιον του αγίους, χωρίς καμμίαν κηλίδα και κατηγορίαν,»

Εδώ περιγράφεται η κατάσταση μας πριν συμφιλιωθούμε με τον Θεό. Είμαστε αποξενωμένοι απ’ τον Θεό, και εχθρικής διάθεσης, εχθρικής προαίρεσης. Η αμαρτία είναι έχθρα προς τον Θεό, γιατί ανατρέπει το θέλημα Του. Στο Ρωμαίους Ε10 θα το πει κατ’ ευθείαν: «Εχθροί όντες του Θεού». Και στο Ιακώβου Δ4: «Η φιλία του κόσμου είναι έχθρα του Θεού όποιος θέλει να είναι φίλος του κόσμου γίνεται εχθρός του Θεού».
«Εχθρούς τη διανοία εν τοις έργοις τοις πονηροίς»: Στοχεύοντας και κάνοντας έργα πονηρά, (αυτά που το κακώς εννοούμενο συμφέρον μας μας υπαγόρευε – έργα πλεονεξίας, σαρκικής ευχαρίστησης, παραγκωνισμού των άλλων, κ.λ.π.), ο νους μας, η σκέψη μας, η προδιάδεση μας ήταν εχθρική προς τον Θεό, γιατί το φως Του, φανερώνοντας τα, μας εμπόδιζε να τα κάνομε, και μεις μισούσαμε το φως γιατί θέλαμε να τα κάνομε. Είναι αυτό που λέει στο Ιωάννης Γ20: «Κάθε ένας που κάνει τα κακά, μισεί το φως, και δεν έρχεται στο φως, για να μην ελεχθούν τα έργα του».
Ή μπορούμε να πούμε ότι η απαλλοτρίωση της διάνοιας εκδηλωνόταν με τα πονηρά έργα.
Η έχθρα κατείχε αυτό το ενδότερο μέρος της ύπαρξης μας. Δεν ήταν αποτέλεσμα πάθους ή έξαψης, αλλά είχε βαθύτερη την έδρα της, κατείχε τις διανοητικές δυνάμεις μας. Ο νους είχε διαστραφεί, και όλες οι πνευματικές δυνάμεις της ψυχής είχαν στραφεί κατά του Θεού. Και άλλοι εκφραζόταν με ύβρεις και βλασφημίες εναντίον Του, άλλου σκωπτικά, άλλοι με εσωτερικό γογγυσμό, θεωρόντας Τον αιτία της δυστυχίας τους. Ήσαν και άλλοι που προσπαθούσαν να Τον εξευμενίσουν, για να Τον έχουν με το μέρος τους στα σχέδια και τις επιθυμίες τους. Η αμαρτία είχε διαφθείρει και τις ηθικές και τις λογικές δυνάμεις του ανθρώπου, έτσι που αυτός αντετίθετο και αντενεργούσε σε κάθε ανορθωτική ενέργεια του Θεού. Και είναι γι’ αυτή την αιτία που στο Ρωμαίους ΙΒ2 παραγγέλει στους πιστούς: «Μεταμορφώνεσθε δια της ανακαίνισης του νου σας».
Στο Εφεσίους Β12 θα μας πει: «Είσαστε κατά τον καιρόν εκείνον χωρίς Χριστόν, αποξενωμένοι από την ιθαγένειαν του Ισραήλ και ξένοι από τας διαθήκας της υποσχέσεως, χωρίς να έχετε ελπίδα και άθεοι εις τον κόσμον».
«Νυνί δε αποκατήλλαξεν εν τω σώματι της σαρκός αυτού δια του θανάτου». Το έργο της συμφιλίωσης, της ειρήνευσης του ανθρώπου με τον Θεό, είναι, καθαρά, πρωτοβουλία και προσφορά της Θεϊκής αγάπης. Το μέσον της συμφιλίωσης είναι το σώμα του Χριστού, που εδόθηκε σε θάνατο, στην θέση της δικής μας ζωής. Ήταν γι’ αυτό τον λόγο που έγινε η ενσάρκωση Του. Ανθρώπινο σώμα, ανθρώπινη ζωή προσεφέρθη στην Θεία δικαιοσύνη, για να σηκωθεί η προσβολή που είχε γίνει στην Θεία αγιότητα με την αμαρτία του γένους μας.
«δια να σας παρουσιάση ενώπιον του αγίους, χωρίς καμμίαν κηλίδα και κατηγορίαν», Είναι ο σκοπός, ο στόχος της συμφιλίωσης μας με τον Θεό, της δικαίωσης μας: Η αγιότητα του Χριστού να γίνει και δική μας. Μας δικαίωσε για να φύγει η αμαρτία, και να έλθει το Πνεύμα να εργασθεί, με την δική μας συνεργασία, το έργο του αγιασμού μέσα μας. Στο Εβραίους ΙΒ14 θα μας πει: «Ζητείτε ειρήνην μετά πάντων, και τον αγιασμόν, χωρίς του οποίου ουδείς θέλει ιδεί τον Κύριον». Και στο Ρωμαίους Ε10: «Διότι, εάν εχθροί όντες συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό δια του θανάτου του Υιού αυτού, πολύ περισσότερον συμφιλιωθέντες θέλομεν σωθή δια της ζωής αυτού», όταν την ζωή Του την κάνομε ζωή μας, με την δική Του βοήθεια.
Το να πάρεις την δικαίωση, και να σταματήσεις εκεί, δεν σου εξασφαλίζει τίποτα.
Όλο, λοιπόν, αυτό το έργο έγινε για να μπορέσομε κάποτε να παρουσιασθούμε εμπρός Του, άγιοι, χωρίς κηλίδα και κατηγορία. Μια νύφη άξια σ’ έναν τέτοιο γαμπρό.
Τούτο το έργο το επιτελεί το Πνεύμα μέσα μας, μορφώνει το Χριστό. Και είναι έργο δικό μας να θανατώνομε, να φέρομε στον σταυρό, ό,τι το Πνεύμα μας οδηγεί να καταλάβομε ότι ανήκει στον παλαιό άνθρωπο. Επί πλέον, ν’ αγκαλιάσομε με πίστη αυτό που το έργο του Χριστού μας έχει ήδη κάνει. Μας έχει ήδη υψώσει στη απόλυτη αγιότητα, και μένει σε μας, απλά, να συμμορφώσομε την καθημερινή μας ζωή σ’ αυτή την νέα μας πραγματικότητα. Είμαστε άγιοι, αυτό το αγκαλιάζω με πίστη – τέτοιον με έκανε το έργο του Χριστού – έχω, από δω και πέρα αυτό το φρόνημα, και φέρομαι ανάλογα.
Από την στιγμή που φέραμε τις αμαρτίες μας στον σταυρό, ο Θεός δεν μας κατηγορά για τίποτα πλέον, γιατί μας έχει συγχωρήσει πλήρως, αφού η πληρωμή έχει γίνει απ’ τον Χριστό. Και το καταλαβαίνομε γιατί έφυγε το βάρος απ’ την συνείδηση, και μπορούμε να θεωρούμε τώρα τον Θεό Πατέρα, έτσι Τον αισθανόμαστε πλέον.

Εδάφιο 23
«ει γε επιμένετε τη πίστει τεθεμελιωμένοι και εδραίοι και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου ου ηκούσατε, του κηρυχθέντος εν πάση τη κτίσει τη υπό τον ουρανόν, ου εγενόμην εγώ Παύλος διάκονος.»
«αρκεί νε εξακουληθήσετε να μένετε εις την πίστιν, θεμελιωμένοι και σταθεροί, χωρίς να μετακινήσθε από την ελπίδα που προσφέρεται εις το ευαγγέλιον το οποίον ακούσατε και το οποίον εκηρύχθηκε εις όλα τα δημιουργήματα υπό τον ουρανόν, του οποίου ευαγγελίου εγώ ο Παύλος έγινα υπηρέτης».

«Ει γε επιμένετε τη πίστει τεθεμελιωμένοι και εδραίοι και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου ου ηκούσατε». Είναι η δική μας συμμετοχή στο έργο του αγιασμού μας, που καταλήγει στο να παρασταθούμε τότε χωρίς κηλίδα ενώπιον Του. Φρονώ, θεωρώ πραγματικό μου εαυτό αυτόν που το ευαγγέλιο, οι υποσχέσεις του Θεού με κάνουν, και μένοντας σταθερά εκεί, ανακαινίζω τον εσωτερικό μου άνθρωπο στην εικόνα του Κυρίου δια του Πνεύματος.
Για να μείνεις σταθερά σ’ αυτή την θέση χρειάζεται αγώνας, επιμονή, γιατί δυνάμεις αγωνίζονται να σε σύρουν έξω απ’ αυτή, ο κόσμος με τις έλξεις του, ο Διάβολος με τους φόβους, τις αμφιβολίες, τις πλάνες του, η σάρκα με τις επιθυμίες της. Ο Παύλος, καθώς τέλειωνε την γήινη πορεία του, έγραφε στον Τιμόθεο: «Τον αγώνα τον καλό αγωνίσθηκα, τον δρόμο ετελείωσα, την πίστη διατήρησα» (Β’ Τιμόθεο Δ7).
Ο Κύριος στο Ιωάννης Γ18 λέγει: «Όποιος πιστεύει στον Υιό του Θεού δεν κρίνεται». Και δεν κρίνεται, ούτε θα κριθεί στο τέλος, στην ημέρα της κρίσης, γιατί αυτή την κρίση την περνά καθημερινά εδώ κάτω πιστεύοντας. Έρχεται το δίλημμα, αμέσως αρχίζει ο αγώνας της πίστης: Να κάνω αυτό που μου λέει ο κόσμος, και να λύσω το πρόβλημα μας, (π.χ. να πω ένα ψέμμα που θα με βοηθήσει να πετύχω τον σκοπό μου), ή αυτό που μου λέγει ο Λόγος του Θεού, να εμπιστευθώ, δηλαδή, στην πράξη τον Θεό. Αν κάνω το δεύτερο, αυτός ο Λόγος που θα τους κρίνει όλους την εσχάτη ημέρα, εμένα δεν πρόκειται να με κρίνει γιατί τον υπήκουσα. Έτσι, με την πίστη μου, εξασφαλίζω το ακηλίδωτο και το ανέγκλητο.

Εδάφιο 24
«Νυν χαίρω εν τοις παθήμασι μου υπέρ υμών, και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ο εστιν η εκκλησία,»
«Τώρα χαίρω δι’ όσα υποφέρω προς χάριν σας και συμπληρώνω εις την σάρκα μου εκείνο που λείπει εις τα παθήματα του Χριστού, προς χάριν του σώματος του, το οποίον είναι η εκκλησία,»

Όπως εκφράζεται εδώ ο Παύλος μοιάζει σαν να χρειάζεται ένας ορισμένος αριθμός παθημάτων για να ετοιμασθεί η εκκλησία του Χριστού. Ένα μεγάλο μέρος ανέλαβε ο Κύριος, το υπόλοιπο, όσα δεν πρόλαβε ο Κύριος, συμπληρώνεται από τους συνεχιστές του έργου Του (κόποι, κακουχίες, διωγμοί, στερήσεις, προσφορά της ζωής ορισμένων κ.λ.π.). Να διευκρινίσομε ότι τα παθήματα του Κυρίου ήταν πλήρη όσον αφορά το έργο της δικαίωσης μας, εκεί εμείς δεν χρειάστηκε, και δεν θα μπορούσαμε να προσθέσομε τίποτα. Τα παθήματα στα οποία αναφέρεται εδώ ο Παύλος αφορούν μόνο την οικοδομή της εκκλησίας.
«Τώρα χαίρω»: Να που βρισκόταν η πηγή της χαράς για τον Παύλο, να υποφέρει για χάριν του σώματος του Χριστού, συντελόντας στην οικοδομή του. Τούτο φαίνεται τον έφερνε σε βαθειά κοινωνία με τον Κύριο. Όταν έγραφε την επιστολή προς Κολοσσαείς ήταν φυλακισμένος στην Ρώμη λόγω της υπόθεσης του ευαγγελίου. Και τα δεσμά του γινόταν έτσι πηγή χαράς. Στο Φιλιππησίους Α29 θα μας πει: «Σε σας εχαρίσθη όχι μόνον να πιστεύετε στον Χριστό, αλλά και να πάσχετε υπέρ αυτού».

Εδάφιο 25
«ης εγενόμην εγώ διάκονος κατά την οικονομίαν του Θεού την δοθείσαν μοι εις υμάς, πληρώσαι τον λόγον του Θεού,»
«της οποίας εγώ έγινα υπηρέτης, σύμφωνα με την εντολήν που μου εδόθηκε από τον Θεόν για σας, να εκτελέσω στην εντέλειαν το κήρυγμα του λόγου του Θεού,»

Ο Παύλος στο έργο του, είχε ειδική κλήση απ’ τον Θεό. Στους Γαλάτες (Α15) αναφέρει: «Όταν ευδόκησε ο Θεός, που με προσδιόρισε απ’ την κοιλιά της μητέρας μου, και με κάλεσε με την χάρη του, να αποκαλύψει τον Υιόν του σε μένα, δια να κηρύττω αυτόν μεταξύ των εθνών…»

Εδάφιο 26,27
«το μυστήριον το αποκεκρυμμένον από των αιώνων και από των γενεών, νυνί δε εφανερώθη τοις αγίοις αυτού, οις ηθέλησεν ο Θεός γνωρίσαι τις ο πλούτος της δόξης του μυστηρίου τούτου εν τοις έθνεσιν, ος εστι Χριστός εν υμίν, η ελπίς της δόξης»
«το μυστήριον που ήτο κρυμμένον επί αιώνας και επί γενεάς, τώρα δε εφανερώθηκε εις τους αγίους αυτού. Εις αυτούς ηθέλησε ο Θεός να κάμη γνωστόν πόσον μεγάλος είναι ο ένδοξος πλούτος του μυστηρίου τούτου εις τους εθνικούς, δηλαδή ο Χριστός μέσα μας, η ελπίδα της δόξης.»

Εδώ έχομε και την ερμηνεία της λέξης «μυστήριο»: Σχέδιο του Θεού που δεν είχε αποκαλυφθεί μέχρι τώρα, παρόλο που υπήρχε στην βουλή Του.
Εις την Παλαιά Οικονομία δεν εγνώριζαν τίποτα για την εκκλησία από τα έθνη μόνον νύξεις για την ευλογία, που κάποτε θ’ απλωνόταν και στα έθνη, αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη.
Ο Παύλος, με το κήρυγμα του ευαγγελίου, έκανε γνωστό τούτο το μυστήριο.
«Τις ο πλούτος της δόξης του μυστηρίου τούτου εν τοις έθνεσιν, ος εστι Χριστός εν υμίν, η ελπίς της δόξης». Όλο το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία και την ανύψωση του ανθρώπου βασίζεται στο έργο και το πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Τον άνθρωπο ο Θεός τον προορίζει για την δόξα, μέσω του δρόμου: Δικαίωση – Αγιασμός – Δόξα. Προς τούτο έκανε τον Υιό Του αδελφό μας. Στην συνέχεια ύψωσε στο πρόσωπο Του την ανθρώπινη μας κατάσταση να γίνει όργανο και φορέας της Θείας ζωής. Με την σταυρική θυσία του Χριστού απεμακρύνθη το εμπόδιο της αμαρτίας, ώστε να μπορεί να έλθει το Άγιο Πνεύμα μέσα στον άνθρωπο, και να αναπαράγει την ζωή του Χριστού εκεί μέσα. Όπως το Πνεύμα φύτευσε τον Χριστό στην μήτρα της Μαρίας, για να έχει μια ανάπτυξη ακριβώς σαν την δική μας όταν εισερχόμεθα στον κόσμο, το ίδιο κάνει και σε κάθε καρδιά που θα δεχθεί τον Χριστό προσωπικό Σωτήρα και Κύριο. Κάνει να ζει και να αυξάνεται ο Χριστός εκεί μέσα. Ο Παύλος που το ζούσε έλεγε, «Δεν ζω εγώ αλλά ζει ο Χριστός μέσα μου» (Γαλάτας Β20). Έτσι ο δοξασμένος Ιησούς αναπαράγει τον εαυτόν Του μέσα στον άνθρωπο, μεταδίδοντας σ’ αυτόν όλη Του την ύπαρξη, τώρα την πνευματική, κάποτε και την σωματική. Τότε θα συμμετέχομε πλήρως στην δόξα Του. Να λοιπόν πως ο Ιησούς είναι η «ελπίδα της δόξης μας».

Eδάφιο 28
«ον ημείς καταγγέλομεν νουθετούντες πάντα άνθρωπον και διδάσκοντες πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία, ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ Ιησού»
«Αυτόν εμείς κηρύττομεν, και συμβουλεύομεν κάθε άνθρωπον και διδάσκομεν κάθε άνθρωπον με όλην την σοφίαν, δια να παρουσιάσωμεν κάθε άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ Ιησού».

«ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ Ιησού» Αυτό είναι το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο, να τον φθάσει στην τελειότητα. Είναι βασική αρχή της Θείας Οικονομίας, όλα ξεκινόντας από κάπου χαμηλά, με τα χαρίσματα που έχουν προικισθεί και με την βοήθεια του Θεού, να φθάσουν στην τελική, την τέλεια τους κατάσταση. Η Γραφή διατυπώνει τούτο τον νόμο με τα λόγια του Α’ Κορινθίους ΙΕ46: «Όχι πρώτα το πνευματικό, αλλά το ψυχικό, έπειτα το πνευματικό». Τούτος ο νόμος της προόδου είναι έμφυτος, γραμμένος μέσα στον άνθρωπο, είναι η δύναμη που τον κινεί, άλλο εάν η αμαρτία τον εξέτρεψε σε άλλον δρόμο και σε άλλο στόχο.
Εάν ρωτήσει κάποιος, ποια είναι η τελειότητα για τον άνθρωπο, η απάντηση είναι, η ζωή του Χριστού εδώ στην γη. Είναι για τον μόνον που εγράφηκε ότι «έγινε τέλειος», «τελειωθείς» (Εβραίους Ε9). Αυτός είναι το πρότυπο, και αυτό το πρότυπο επαναπαράγει το Πνεύμα μέσα σε κείνον που θα Τον δεχθεί προσωπικό Σωτήρα και Κύριο. Αυτό σημαίνει το «εν Χριστώ Ιησού». Η τελειότητα πραγματοποιείται στην ένωση του ανθρώπου με τον Χριστό.
«Αυτόν εμείς κηρύττομεν, και συμβουλεύομεν κάθε άνθρωπον και διδάσκομεν κάθε άνθρωπον με όλην την σοφίαν». Δεν αρκεί μόνο το μήνυμα της σωτηρίας. Χρειάζεται και η οικοδομή του ανθρώπου, το προχώρημα του στην αγιότητα, στην τελειότητα. Χωρίς αυτή την τελευταία, η σωτηρία του, (ακριβέστερα, η δικαίωση του), δεν έχει νόημα. Ο άνθρωπος δικαιώνεται για ν’ αγιαστεί. Και για το έργο του αγιασμού του χρειάζεται «κήρυγμα», «συμβουλές» και «διδασκαλία», «με κάθε σοφία». Αυτό είναι το έργο που γίνεται κυρίως στις τοπικές εκκλησίες.
Το κήρυγμα, η συμβουλή και η διδασκαλία θα φέρουν αποτέλεσμα όταν έχουν σαν αντικείμενο τους, περιστρέφονται γύρω απ’ «Αυτόν», τον Ιησού Χριστό, όταν υψώνουν Αυτόν στην καρδιά του πιστού. Όταν τον οδηγούν να θεωρήσει Αυτόν, τον Χριστό μέσα του, σαν τον καινούργιο του εαυτόν.
«με όλην την σοφίαν». Χρειάζεται σοφία, όλη η σοφία. Γιατί μπορεί κάποιος, όταν ενεργεί ασύνετα, να κάνει αντιπαθητικά τα πράγματα του Θεού, παρόλο που μιλά και συμβουλεύει για τον Χριστό. Μπορεί για παράδειγμα, στον Χριστό να βλέπει τον νόμο, και να του διαφεύγει η χάρη η οποία τον συνοδεύει και κάτω από το βάρος το νόμου να λυγίσει η αστήρικτη ψυχή. Χρειάζεται να χρησιμοποιούμε τα προσφορώτερα μέσα, τον κατάλληλο χρόνο, να συμμορφωνόμαστε με τις διάφορες περιστάσεις, τις ικανότητες, τους χαρακτήρες εκείνων τους οποίους διδάσκομε. Και για όλα αυτά χρειαζόμαστε την «άνωθεν» σοφία.
«ίνα παραστήσωμεν». Που; Στον Θεό. Τώρα, και την ημέρα της τελικής κρίσης.
Είναι το υψηλώτερο, το σπουδαιότερο, το ευγενέστερο έργο, να δείξεις στους ανθρώπους την εν Χριστώ σωτηρία και τελειότητα για την οποία μας προορίζει ο Θεός, να τους εισαγάγεις και να τους ετοιμάσεις για την αιώνια Βασιλεία του Χριστού.
«πάντα άνθρωπον», αδιάφορα ποιός είναι, τι έχει κάνει, (όσο αμαρτωλός κι αν είναι), αρκεί ν’ ανταποκριθεί στο κάλεσμα του ευαγγελίου. Δεν υπάρχει επιλογή, στο ποιόν θα κηρύξομε, ποιος θα γίνει αντικείμενο της φροντίδας μας.

Εδάφιο 29
«Εις ο και κοπιώ αγωνιζόμενος κατά την ενέργειαν αυτού την ενεργουμένην εν εμοί εν δυνάμει».
«Προς τον σκοπόν αυτόν και κοπιάζω αγωνιζόμενος με την ενέργειαν του, η οποία ενεργεί μέσα μου με δύναμιν».

Σε τούτο το έργο, που είναι κυρίως κόπος και αγώνας, είναι ο άνθρωπος, και ο Χριστός μέσα του που τον δυναμώνει.
«κατά την ενέργειαν αυτού»: Ο Παύλος εργαζόταν σε τούτο το έργο σύμφωνα με ό,τι του έδινε ο Κύριος, (οδηγία, δύναμη, δημιουργία περιστάσεων). Όντας σε βαθειά σύνδεση με τον Κύριο, ήταν ο Κύριος που τον ξεσήκωνε και τον δυνάμωνε.
«με την ενέργειαν του, η οποία ενεργεί μέσα μου με δύναμιν». Και πράγματι, η ασθενική φύση του Παύλου ήταν αδύνατο ν’ αντέξει τα τόσα παθήματα που απαιτούσε το έργο του. Κάποια άλλη δύναμη ενεργούσε μέσα του. Το ένοιωθε ο Παύλος και κάποτε είπε: «Τα πάντα δύναμαι με τον Χριστό που με ενδυναμώνει» (Φιλιππησίους Δ13).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2

Εδάφια 1-3
«Θέλω γαρ υμάς ειδέναι ηλίκον αγώνα έχω περί υμών και των εν Λαοδικεία και όσοι ουχ εωράκασι το πρόσωπον μου εν σαρκί, ίνα παρακληθώσιν αι καρδίαι αυτών, συμβιβασθέντων εν αγάπη και εις πάντα πλούτον της πληροφορίας της συνέσεως, εις επίγνωσιν του μυστηρίου του Θεού και πατρός και του Χριστού, εν ω εισι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι.»
«Θέλω να ξέρετε τι μεγάλον αγώνα διεξάγω για σας και δι’ όσους είναι εις την Λαοδίκειαν και δι’ όλους όσοι δεν έχουν ιδή το πρόσωπον μου, δια να ενθαρρυνθούν οι καρδιές τους, ενωμένοι με αγάπην εις πλουσίαν κατανόησιν, εις πλήρη γνώσιν του μυστηρίου του Θεού και Πατρός και του Χριστού, εις τον οποίον είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως».

Τον αγώνα του για τους αδερφούς τον περιγράφει στο Α9: «Δεν επαύσαμε να προσευχώμεθα δια σας». Είναι ένας αγώνας ανάλογος με αυτόν που αναφέρει για τον Επαφρά: «Αγωνιζόμενος δια σας εν ταις προσευχαίς» (Δ12). Η προσευχή είναι ένας δύσκολος αγώνας, και εκεί δίνεται κυρίως η μάχη. Και δεν ήταν τυπική η προσευχή του Παύλου, ήταν προσευχή που την υπαγόρευε η αγωνία της ψυχής του για τους αδελφούς. Εδώ, στον νου μας έρχονται τα υψωμένα χέρια του Μωυσή, που όταν ήταν ψηλά, σε στάση προσευχής, ο λαός του Θεού νικούσε τους Αμαληκίτες. Αλλά κάποτε τα χέρια κουράστηκαν, και χρειάστηκε να του τα υποβαστάζουν (Έξοδος ΙΖ8-13).
Ο αγώνας του Παύλου για τις εκκλησίες περιγράφεται πολύ χρακτηριστικά στο Β’ Κορινθίους ΙΑ 28,29: «Εκτός των άλλων, η καθημερινή μου πίεση, η μέριμνα για όλες τις εκκλησίες. Ποιος ασθενεί και δεν ασθενώ και εγώ; Ποιος πέφτει και εγώ δεν καίομαι;». Ήταν μια καθημερινή μέριμνα, φροντίδα, που μεταφραζόταν κυρίως σε προσευχή, αλλά και σε νουθεσίες με γράμματα, ή μηνύματα μέσω αδελφών. Τούτη την φροντίδα την έκανε αγωνιώδη η γνώση των κινδύνων που διέτρεχαν οι εκκλησίες.
«Θέλω να ξέρετε τι μεγάλον αγώνα διεξάγω για σας… δια να ενθαρρυνθούν οι καρδιές τους». Η γνώση ότι ένας άνθρωπος που τον άκουγε ο Θεός αγωνιζόταν στις προσευχές του γι’ αυτούς, θα τους έδινε κουράγιο στον αγώνα της πίστης τους, και εδώ κυρίως εναντίον της πλάνης που είχε προσβάλλει τις εκκλησίες της περιοχής. Το «διεξάγω» μας οδηγεί να καταλάβομε ότι τούτος ο αγώνας ήταν συνεχής, καθημερινός. Και μεις πόσο ενθαρρυνόμαστε, όταν γνωρίζομε ότι αδελφοί προσεύχονται για μας!
«δια να ενθαρρυνθούν οι καρδιές σας». Δεν προσευχόταν ο Παύλος για την υγεία τους, για την επίλυση των προβλημάτων τους κ.λ.π. αλλά για να σταθούν νικητές στον αγώνα της πίστης. Τούτο είναι το σπουδαιότερο για τους πιστούς.
«και δι’ όλους όσοι δεν έχουν ιδή το πρόσωπον μου». Πόσο πλατειά και βαθειά είχε αγκαλιάσει ο Παύλος την υπόθεση της σωτηρίας των ψυχών! Ήταν το θέμα της ζωής του. Προσευχόταν με αγωνία για άτομα που ποτέ δεν είχε δει, αλλά που ανήκαν στο σώμα του Χριστού, όπου ανήκε και αυτός.
Το πώς θα ενθαρρυνθούν θα ενισχυθούν, το εξηγεί στην συνέχεια: «Συμβιβασθέντων εν αγάπη και εις πάντα πλούτον της πληροφορίας της συνέσεως». Με την ένωση τους δια της αγάπης, (υπάρχει και ενότητα με άλλα μέσα, δια της βίας, δια του κοινού συμφέροντος κ.λ.π.), και με την πλούσια εσωτερική βεβαιότητα που δίνει η σύνεση και η βαθειά γνώση της αλήθειας. Έτσι, σαν ένα σώμα, θα μπορέσουν να σταθούν και να μην κλονίζονται με τις ψευδοδιδασκαλίες.
Αυτή η σύνεση θα τους οδηγήσει «εις πλήρη γνώσιν του μυστηρίου του Θεού και Πατρός και του Χριστού, εις τον οποίον είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως».
«εν ω εισι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι.» Όποιος θέλει να γίνει πράγματι σοφός, στον Χριστό θα πρέπει να πάει, στον Χριστό να μαθητεύσει, και από τον Χριστό ν’ αντλήσει. Πουθενά αλλού δεν υπάρχει η πληρότητα της σοφίας. Στο Α΄Κορινθίους Α30 θα μας πει ότι ο «Χριστός εγενήθηκε σε μας σοφία από τον Θεό». Εδώ ο Παύλος ειδικά αντιδιαστέλει την εν Χριστώ αληθινή σοφία, με την απόκρυφη σοφία των ψευδοδιδασκάλων, που είχαν εμφανισθεί στις εκκλησίες.

Εδάφιο 4
«Τούτο δε λέγω ίνα μη τις υμάς παραλογίζηται εν πιθανολογία»
«Λέγω δε αυτό, δια να μη σας παραπλανήση κανείς έντεχνα με λόγια»

Ήταν ο κίνδυνος που απειλούσε τις εκκλησίες στις Κολοσσαίς, η πλάνη. Είχαν ενσκήψει ψευδοδιδασκαλίες, τις οποίες θα αναφέρει στην συνέχεια ο Παύλος.
«Τούτο δε λέγω», αυτά που τους είπε προηγουμένως, ότι στον Χριστό είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης, έτσι που να μη χρειάζεται να αναζητηθούν πουθενά αλλού.
«μη τις υμάς παραλογίζηται εν πιθανολογία»: Μην κανείς σας εξαπατά με λόγους , που φαίνονται πιθανοί, προσπαθόντας να σας πείσει ότι και μακρυά από τον Χριστό μπορείτε να βρείτε την σοφία.
Το μέσον του Σατανά, για να παγιδεύει ψυχές, είναι να εξαπατά με ψευδείς συλλογισμούς. Θα μας καταστρέψει όταν πρώτα μας αποπλανήσει. Και πόσοι δεν εξαπατήθησαν π.χ. δια της κολακείας.

Εδάφιο 5
«ει γαρ και τη σαρκί άπειμι, αλλά τω πνεύματι συν υμίν ειμι, χαίρων και βλέπων υμών την τάξιν και το στερέωμα της εις τον Χριστόν πίστεως υμών.»
«διότι, αν και κατά το σώμα είμαι απών, είμαι όμως μαζί σας με το πνεύμα, και χαίρω που βλέπω την τάξιν και την σταθερότητα της πίστεως σας εις τον Χριστόν».

«ει γαρ». Ο Παύλος ζούσε μαζί τους, και τα όσα τους γράφει είναι σαν να είναι παρών, και να βλέπει την κατάσταση και τα προβλήματα τους. Μαζί τους δεν ήταν σωματικώς, αλλά «με το πνεύμα». Ήταν μια παρουσία ανάλογη με αυτή που αναφέρει στο Α’ Κορινθίους Ε3,4, όταν όντας μακρυά από την Κόρινθο, «απών μεν κατά το σώμα, παρών δε κατά το πνεύμα, έχω ήδη, σαν να ήμουν παρών, κρίνει εκείνον που έκανε αυτή την πράξιν. Μαζευθήτε εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μετά του πνεύματος μου…».
Μπορούμε να είμαστε παρόντες με το πνεύμα και την καρδιά μας με αδελφούς που βρίσκονται μακρυά. Και τούτο γιατί η κοινωνία των αγίων συντελείται δια της ενώσεως και επικοινωνίας των ψυχών τους με το Άγιο Πνεύμα, που είναι πανταχού παρών. Είναι το Πνεύμα που μας πληροφορεί και μας ξεσηκώνει σε προσευχή για αδελφούς που είναι μακρυά. Και η πληροφόρηση μας μπορεί να γίνει με τους συνήθεις τρόπους, κάποιο γράμμα, κάποιο μήνυμα, αλλά και με ιδαίτερη, κατ’ ευθείαν πληροφορία του Πνεύματος στην καρδιά του πιστού.
Η χαρά του Παύλου από τους πιστούς των Κολοσσών: «χαίρων και βλέπων υμών την τάξιν και το στερέωμα της εις τον Χριστόν πίστεως υμών.» «Τάξις» είναι η στρατιωτική παράταξη. «Στερέωμα», το συμπαγές μέτωπο. Το ότι στεκόταν στερεοί και ακλόνητοι στην πίστη.

Εδάφια 6,7
«Ως ουν παρελάβετε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, εν αυτώ περιπατείτε, ερριζωμένοι και εποικοδομούμενοι εν αυτώ και βεβαιούμενοι εν τη πίστει καθώς εδιδάχθητε, περισσεύοντες εν αυτή εν ευχαριστία»
«Όπως λοιπόν παραλάβατε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, έτσι να ζήτε εν αυτώ, ριζωμένοι και οικοδομούμενοι εν αυτώ, και σταθεροί εις την πίστιν καθώς εδιδάχθητε, ξεχειλίζοντες από ευχαριστίας».

«παραλάβατε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον»: Τους Τον είχαν παραδώσει οι κήρυκες του ευαγγελίου που είχαν φθάσει στα μέρη τους, και ειδικώτερα ο μαθητής του Παύλου, ο Επαφράς. Και αυτοί είχαν δεχθεί τον Ιησού Χριστό σαν προσωπικό τους Σωτήρα και Κύριο απόλυτο της ζωής τους, όπως πραγματικά είναι αυτό το Πρόσωπο για τους ανθρώπους.
«εν αυτώ περιπατείτε». Ο Κύριος, θέλοντας να μας βοηθήσει να καταλάβομε την σχέση Του με τον Πατέρα, να διευκρινίσει πως κινιόταν εδώ κάτω, το μυστικό της ζωής Του, χρησιμοποιούσε την φράση, «ο Πατήρ εν εμοί και εγώ εν αυτώ» (Ιωάννης Ι38). Και επεξήγησε την σχέση που δήλωνε τούτη η φράση με τις παρατηρήσεις: «Δεν μπορεί ο Υιός να κάνει τίποτα από τον εαυτόν του, εάν δεν βλέπει τον Πατέρα να το κάνει» (Ιωάννης Ε19), και, «Δεν μπορώ εγώ από τον εαυτόν μου να κάνω τίποτα. Καθώς ακούω κρίνω» (Ιωάννης Ε30). Με απλά λόγια: Ο Κύριος κάθε στιγμή, όντας στην παρουσία του Πατέρα, άδειαζε από κάθε τι δικό Του, (στόχους, παρορμήσεις, επιθυμίες, σχέδια), και ζητούσε στο κάθε τι να διακρίνει την επιθυμία του Πατέρα. Και ο Πατέρας, βρίσκοντας Τον έτσι αδειανό, Τον γέμιζε, την κάθε στιγμή, με τον εαυτόν Του, Του απεκάλυπτε το θέλημα Του, και Τον ενίσχυε να το εκτελέσει. Σε μια τέτοια σχέση θέλει να έλθομε και μεις μ’ Αυτόν, αυτό σημαίνει το «περιπατείτε εν αυτώ», «εποικοδομούμενοι εν αυτώ». Τούτο το «έν αυτώ» δηλώνει κάτι πολύ παραπάνω από μια απλή ενότητα, δηλώνει την ενοίκηση του Χριστού μέσα μας, ήταν αυτό που ζούσε ο Παύλος: «Δεν ζω πλέον εγώ αλλά ο Χριστός ζει μέσα μου» (Γαλάτας Β20) μέσα στον Παύλο ζούσαν οι επιθυμίες, τα σχέδια του Χριστού. Η αγάπη με την οποία αγαπούσε ήταν αυτή του Χριστού, το ίδιο και η υπομονή, και η πραότητα. Ο πλούτος του χαρακτήρα του Χριστού μέσα μας αυτό άλλωστε είναι και το έργο του Πνεύματος, να κάνει τον Χριστό να ζει και ν’ αυξάνει μέσα μας (Ιωάννης ΙΣΤ14).
«περιπατείτε»: Με αυτή την λέξη δηλώνεται όλη η πορεία της ζωής μας, είναι το καθημερινό μας περιπάτημα.
«Ως ουν παρελάβετε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, εν αυτώ περιπατείτε». Η αίρεση που είχε αναφανεί στην περιοχή στόχευε ακριβώς εκεί, στην ανατροπή της αληθινής διδασκαλίας για το πρόσωπο και το έργο του Χριστού. Γι’ αυτό ο Παύλος, εκτός από το προσωπικό Του όνομα «Ιησούς», τονίζει και τα δύο άλλα που φανερώνουν την αποστολή και το έργο Του: «Χριστός»: Ο από Θεού χρισμένος Σωτήρας του ανθρωπίνου γένους. «Κύριος»: Ο ορισμένος από τον Θεό Κύριος των πάντων. Είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στον Πατέρα. Δεν είναι άγγελοι, ούτε «στοιχεία του κόσμου» (διατάγματα,διδασκαλίες ανθρώπων), που μπορούν να μας οδηγήσουν εκεί, θα πει στην συνέχεια ο απόστολος (Κολοσσαείς Β16-23).
«ερριζωμένοι και εποικοδομούμενοι εν αυτώ». Η σχέση μας με τον Κύριο αυξάνει και δυναμώνει προοδευτικά. Είμαστε σαν τα νεαρά φυτά που, από τα κυπελάκια τους στην φυτίστρα, μεταφυτεύθηκαν τώρα στο χώμα. Έτσι και μεις, μεταφυτευθήκαμε, από την στενότητα της δικής μας ζωής, στο έδαφος της ζωής του Χριστού. Εκεί είναι τώρα ν’ απλώσουν οι ρίζες μας, για να στερεωθούμε και ν’ αυξηθούμε, και να φθάσομε κάποτε στο ανάστημα το δικό Του. Είναι ο στόχος του Θείου σχεδίου για μας: «Μας προώρισε συμμόρφους της εικόνας του Υιού αυτού» (Ρωμαίους Η29).
Να προσέξομε, δεν μπορείς να «εποικοδομηθείς εν αυτώ», εάν δεν είσαι και «ερριζωμένος εν αυτώ». Το θέμα είναι που απλώνουν οι ρίζες μας, από πού αντλούμε, γιατί συμβαίνει να συνεχίζομε ν’ αντλούμε ακόμα από τον εαυτόν μας, ( εκεί πάντα μας στρέφει η σάρκα), ή από άλλους γύρω μας. Τότε το αποτέλεσμα της οικοδομής θα είναι θλιβερό. Ο Κύριος το είπε με τούτα τα λόγια: «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα» (Ιωάννης ΙΕ5).
«και βεβαιούμενοι εν τη πίστει καθώς εδιδάχθητε». Εδώ εννοείται το «έν αυτώ». Είναι στην ένωση μαζί Του που αυξάνει η βεβαιότητα και η σταθερότητα της πίστης μας. Στο Β’ Κορινθίους Α21 θα μας πει: «Εκείνος που μας βεβαιώνει μαζί με σας εις τον Χριστό και μας έχρισε είναι ο Θεός», και ο Παύλος θα γράψει στους Φιλιππησίους ότι είναι, «στην βεβαίωση του ευαγγελίου συγκοινωνοί του της χάρης», δηλαδή, τούτη η βεβαιότητα στην πίστη είναι χάρη του Θεού σε όσους είναι ριζωμένοι και εποικοδομούνται «εν αυτώ». Και αυτή η βεβαιότητα είναι κάτι που διαρκώς αυξάνει. Και είναι λογικό, όσο πιο πολύ Τον γνωρίζεις και βλέπεις τις επεμβάσεις Του, καθώς αφήνεσαι στα χέρια Του, τόσο πιο πολύ στερεώνεται η πίστη σου.
«καθώς εδιδάχθητε». Στο Ρωμαίους Ι17 θα μας πει: «Η πίστη έρχεται από την ακοή η δε ακοή δια του λόγου του Θεού». Είναι ο Λόγος του Θεού που γεννά και αυξάνει την πίστη στον άνθρωπο. Το «καθώς εδιδάχθητε» μας παραπέμπει στον Λόγο του Θεού αυτούσιο, και όχι σε υποκατάστατα.
«ξεχειλίζοντες από ευχαριστίας». Είναι το φυσιολογικό αποτέλεσμα μιας ζωής που έχει απλώσει τις ρίζες της στο έδαφος της ζωής του Χριστού, και από κει αντλεί και αυξάνει: Καθώς γνωρίζει τις τόσες ευεργεσίες του Θεού, την αποκάλυψη που μας έκανε της αληθείας Του, την χάρη που μας έσωσε, την δύναμη Του που μας ενισχύει καθημερινά, ξεχειλίζει συνεχώς από ευχαριστία. Άλλωστε το υπεσχέθει ο Κύριος: «Εγώ ήλθα για να έχουν τα πρόβατα τα δικά μου ζωή, και να την έχουν εν αφθονία («ξεχειλιζοντες»)» (Ιωάννης Ι10). Αν σταματήσομε ν’ αντλούμε απ’ τον Χριστό, αν η αμαρτία καταφέρει και μας στρέψει πάλι στον εαυτόν μας, τότε, το πρώτο που χάνεται είναι το πνεύμα της ευχαριστίας, και έρχεται το πνεύμα του γογγυσμού και της μεμψιμοιρίας να πάρει την θέση του.

Εδάφιο 8
«Βλέπετε μη τις υμάς έσται ο συλαγαγών δια της φιλοσοφίας και της κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν»
«Προσέχετε μήπως σας παρασύρη κανείς με την φιλοσοφίαν και με κούφια απατηλά πράγματα, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και όχι κατά Χριστόν,»

«Βλέπετε» : Επισημαίνετε ο κίνδυνος της πλάνης.
«Συλαγάγω», σημαίνει, αρπάζω ως λάφυρο, όπως όταν οι εισβολείς λαφυραγωγούν τα εδάφη που κατέκτησαν. Τι υπάρχει κίνδυνος να τους λαφυραγωγήσουν; Τον νουν, και να τους πάρουν απ’ την πίστη.
«Φιλοσοφία», εννοεί την ψευδοφιλοσοφία, και όχι εκείνη που προέρχεται από νουν φωτισμένον απ’ τον Θεό.
«κατά Χριστόν». Η αλήθεια υπάρχει μόνον στον Χριστό, στην διδασκαλία και την αποκάλυψη για τον Πατέρα, που Αυτός μας έκανε.

Εδάφιο 9
«ότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς,»
«διότι εις αυτόν κατοικεί ολόκληρον το πλήρωμα της Θεότητος εν σωματική μορφή».

Είναι κάτι που το ισχυρίσθηκε ο Ίδιος για τον εαυτόν Του: «Όποιος είδε εμένα, είδε τον Πατέρα» (Ιωάννης ΙΔ9).
Αφού «εις αυτόν κατοικεί ολόκληρον το πλήρωμα της Θεότητος εν σωματική μορφή», σημαίνει ότι μόνον σ’ Αυτόν είναι η αλήθεια, μια και ο Θεός είναι η αλήθεια. Ο ίδιος είπε, «Εγώ είμαι η οδός, και η αλήθεια, και η ζωή» (Ιωάννης ΙΔ6). Και στον Πιλάτο που Τον ανέκρινε είπε: «Εγώ δια τούτο εγεννήθηκα, και δια τούτο ήλθα εις τον κόσμο, δια να μαρτυρήσω εις την αλήθεια» (Ιωάννης ΙΗ37).
Αφού εις Αυτόν κατοικεί η πληρότητα της Θεότητας, όντας εις Αυτόν, είσαι εις τον Θεό. Πιστεύοντας και ακολουθόντας Αυτόν πιστεύεις και ακολουθείς τον Θεό.
Ο Θεός κατοικούσε μέσα σε αυτό το πρόσωπο, και αποκαλυπτόταν δι’ αυτού. Δια του Ιησού Χριστού η Θεότητα κατοίκησε σε ανθρώπινο σώμα. Προηγήθηκε η κένωση Του.

Εδάφιο 10
«και εστέ εν αυτώ πεπληρωμένοι, ος εστιν η κεφαλή πάσης αρχής και εξουσίας,»
«Και εν αυτώ είσθε πλήρεις αυτός είναι η Κεφαλή κάθε αρχής και εξουσίας.»

«και εστέ εν αυτώ πεπληρωμένοι»: Στην ένωση μαζί Του είμαστε γεμάτοι από κάθε Θεία χάρη και αποκάλυψη, έτσι που να μη χρειάζεται να προσφεύγομε στην «φιλοσοφία», στις «παραδόσεις των ανθρώπων», και στα «στοιχεία του κόσμου».
«ος εστιν η κεφαλή πάσης αρχής και εξουσίας»: Όλα πηγάζουν απ’ Αυτόν, και όλα Αυτός τα κατευθύνει σαν κεφαλή. Άρα τι έχουν να σου προσφέρουν επι πλέον όλα αυτά (άγγελοι, άνθρωποι), που δεν μπορεί να στο προσφέρει Αυτός, μια και είναι η κεφαλή τους;
Όλη η σοφία και η γνώση, η αναγκαία για την σωτηρία και την εξύψωση στον αιώνιο προορισμό μας, βρίσκεται στον Χριστό, και δεν χρειάζεται να προσφύγομε πουθενά αλλού. Στον Χριστό όπως μας Τον αποκαλύπτει μόνον η Γραφή.

Εδάφιο 11
«εν ω και περιετμήθητε περιτομή αχειροποιήτω εν τη απεκδύσει του σώματος των αμαρτιών της σαρκός, εν τη περιτομή του Χριστού,»
«Εν αυτώ επίσης έχετε περιτμηθεί, όχι με περιτομήν καμωμένην με χέρια ανθρώπου, αλλά δια της αποβολής του σαρκίνου σώματος, δηλαδή με την περιτομήν του Χριστού,»

Ο Θεός είχε δώσει την περιτομή σαν σημάδι διάκρισης του λαού Του, σαν σημείο της Διαθήκης Του μαζί τους (Γένεση ΙΖ9-14).
Την εν Χριστώ περιτομή την ορίζει στο Ρωμαίους Β29 σαν, «περιτομή της καρδίας, κατά το πνεύμα, όχι κατά το γράμμα». Είναι πνευματική περιτομή. Εδώ δεν κόβεται κάποιο υλικό περικάλυμμα, αλλά αυτό της καρδιάς, έτσι που να φανεί νέα καρδιά. Και τούτη την περιτομή την κάνει ο Θεός, δια του Αγίου Πνεύματος, στον άνθρωπο που θα έλθει σε κοινωνία με τον Ιησού Χριστό («εν ω και περιετμήθητε»). Θα πει στον Ιεζεκιήλ ΙΑ19: «Και θέλω δώσει εις αυτούς καρδίαν μίαν, και πνεύμα νέον θέλω βάλει σε σας και αφού αποσπάσω την πέτρινη καρδιά από την σάρκα τους, θα τους δώσω σάρκινη καρδιά».
«εν τη απεκδύσει του σώματος των αμαρτιών της σαρκός». Είναι το κάλυμμα που αποβάλλεται, το αμαρτωλό σώμα, ο παλιός άνθρωπος που ήταν δούλος των αμαρτιών της σάρκας, (εκείνου του σαρκικού φρονήματος που κάνει τον άνθρωπο δούλο της αμαρτίας).
Οι εξ Ιουδαίων ψευδοδισκάλοι εδίδασκαν την εξωτερική περιτομή σαν απαραίτητο όρο της σωτηρίας. Η εσωτερική όμως περιτομή του Χριστού καθιστά αυτή την περιτομή περιττή.
Στην συνέχεια εξηγεί πως γίνεται η περιτομή του Χριστού.

Εδάφιο 12
«συνταφέντες αυτώ εν τω βαπτίσματι, εν ω και συνηγέρθητε δια της πίστεως της ενεργείας του Θεού του εγείραντος αυτόν εκ νεκρών.»
«και ενταφιασθήκατε μαζί του κατά το βάπτισμα, κατά το οποίον και αναστηθήκατε μαζί του δια της πίστεως εις την δύναμιν του Θεού, ο οποίος τον ανέστησε από τους νεκρούς».

Ο Πέτρος, την Πεντηκοστή, όταν το πλήθος ήλθε σε κατάνυξη και τον ρώτησαν τι πρέπει να κάνουν για να σωθούν, τους ανέφερε τον δρόμο σωτηρίας όπως την έχει ορίσει ο Θεός: «Μετανοήσατε, και ας βαπτισθεί ο καθένας από σας εις το όνομα του Ιησού Χριστού προς άφεσιν αμαρτιών» (Πράξεις Β38). Αυτό είναι που έχει να κάνει ο άνθρωπος. Μετάνοια είναι η απόφαση του να αποκηρύξει την μέχρι τώρα ζωή του, να σταυρώσει τον παλιό του άνθρωπο στον σταυρό του Χριστού. Πρέπει να πεθάνει ο παλιός άνθρωπος, για να αναστήσει ο Θεός τον νέον. Αυτόν τον παλιό άνθρωπο, (τα σχέδια του, τους στόχους του, ό,τι τον συγκροτεί), σταυρωμένον, πεθαμένον πλέον, τον θάβει στο νερό. Το βάπτισμα συμβολίζει τον ενταφιασμό μαζί με τον Χριστό – σταυρωμένον και θαμένον για την αμαρτία μας – του παλιού μας ανθρώπου. Έτσι γίνεται η περιτομή εν Χριστώ, έτσι κόβεται και απομακρύνεται το παλιό που είναι δούλο στην αμαρτία.
Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι η απόφαση του ανθρώπου να ταυτισθεί με τον Χριστό στον θάνατο Του για την αμαρτία. Ο Χριστός πέθανε για μένα λόγω της αμαρτίας μου, και εγώ πεθαίνω μαζί του, αποκηρύσσω, σταυρώνω τον παλιό μου άνθρωπο, που τον εξουσίαζε η αμαρτία, και στην συνέχεια τον θάβω. Έτσι η αμαρτία δεν έχει πλέον τι να εξουσιάσει επάνω μου, και εγώ ελευθερώνομαι απ’ αυτή.
«εν ω και συνηγέρθητε δια της πίστεως της ενεργείας του Θεού του εγείραντος αυτόν εκ νεκρών.» Όταν ταυτισθώ με τον Χριστό («εν ω») στον θάνατο Του, ταυτίζομαι μαζί Του και στην ανάσταση Του. Τον άνθρωπο που θα συσταυρωθεί με τον Χριστό λόγω της αμαρτίας, ο Θεός τον συνανασταίνει, πρώτα στο πνεύμα, στην συνέχεια και στο σώμα. Είναι το έργο που κάνει το Πνεύμα μέσα του.
Το «εν ω» μπορεί ν’ αναφέρεται και στο βάπτισμα, «εν ω βαπτίσματι».
Το να συσταυρωθείς με τον Χριστό, και να μείνεις στον τάφο, δεν αξίζει τίποτα. Όπως ο Χριστός βγήκε από τον τάφο αναστημένος, έτσι και εμείς, μετά την ταφή του παλιού ανθρώπου στο νερό, βγαίνομε από κει συναναστημένοι με τον Χριστό σε μία νέα ζωή. Τούτο είναι ένα γεγονός, αυτή η ανάσταση μας, που την εργάζεται η δύναμη του Θεού, η ίδια εκείνη δύναμη που ανέστησε και τον Χριστό από τον τάφο. Εγώ καλούμαι να πιστέψω στην ενέργεια αυτής της δύναμης, («δια της πίστεως της ενεργείας του Θεού του εγείραντος αυτόν εκ νεκρών»). Η μετάνοια μόνη, χωρίς τούτη την πίστη δεν αρκεί. Βαπτίσθηκα, ενταφιάσθηκα μαζί με τον Χριστό; Έχω και συναναστηθεί. Είναι ένα γεγονός, που καλούμαι να το πιστέψω. Και είναι το Πνεύμα του Θεού, στην συνέχεια, που θα το εργασθεί στην καθημερινή πρακτική μου ζωή, όσον αφορά τον εσωτερικό μου άνθρωπο. Κάποτε θα το εργασθεί και στο σώμα μου, θα μου δώσει το σώμα της ανάστασης. Αλλά ήδη από τώρα είναι ένα γεγονός, γιατί μου το έχει υποσχεθεί ο Ίδιος ο Θεός, του Οποίου η δύναμη αποκαλύφθηκε στην ανάσταση του Χριστού. Αφού ανέστησε τον Χριστό πεθαμένο για την αμαρτία μου, θα αναστήσει και μένα.
Στο Ρωμαίους ΣΤ4,5 θα το πει με τούτα τα λόγια: «Συνταφήκαμε λοιπόν μαζί του δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, με τον σκοπό ώστε, καθώς ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς δια της δόξας του Πατέρα, έτσι και εμείς να περιπατήσομε σε νέα ζωή. Διότι εάν εγίναμε σύμφυτοι με αυτόν κατά την ομοιότητα του θανάτου αυτού, θα είμαστε και κατά την ανάσταση». Εδώ να προσέξωμε τούτο: Με τον Χριστό γινόμαστε σύμφυτοι, όχι ακριβώς με τον θάνατο Του, αλλά με την «ομοιότητα του θανάτου Του». Για μας είναι απλώς μια απόφαση της θέλησης, και όχι γεύση θανάτου που δοκίμασε Αυτός. Όσον αφορά όμως την ανάσταση γινόμαστε σύμφυτοι αυτής ακριβώς της ανάστασης. Και κάποτε, στην πρώτη ανάσταση, όλη Του η αναστημένη ζωή θα περάσει μέσα μας (Α’ Κορ. ΙΕ23, Αποκάλυψη Κ6).
Στο Εφεσίους Β6 λέγει: «Μας συνανέστησε, και μας συγκάθισε στα επουράνια δια Ιησού Χριστού». Γεγονός που έχει ήδη γίνει.

Εδάφιο 13
«Και υμάς, νεκρούς όντας εν τοις παραπτώμασι και τη ακροβυστία της σαρκός υμών, συνεζωοποίησεν υμάς συν αυτώ, χαρισάμενος ημίν πάντα τα παραπτώματα,»
«Ακόμη όταν ήσαστε νεκροί ένεκα των αμαρτιών σας και του ότι ήσαστε απερίτμητοι, σας εζωοποίησε μαζί με αυτόν και μας συγχώρησε όλας τας αμαρτίας μας»
«νεκρούς όντας εν τοις παραπτώμασι και τη ακροβυστία της σαρκός υμών».

«Νεκρούς», κατά την ηθική έννοια του όρου, αποκωμένους απ’ τον Θεό, την πηγή της ζωής, λόγω της αμαρτίας, λόγω των παραπτωμάτων. Πρόκειται για τον πνευματικό θάνατο. Είναι κατά την ίδια έννοια που ο Κύριος είπε στον νέο που του ζήτησε να Τον ακολουθήσει: «Άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς…» (Λουκάς Θ60).
«Εν τη ακροβυστία της σαρκός υμών». Με τούτη την φράση δηλώνεται η αμαρτωλή κατάσταση μέσα στην οποία όλοι γεννιόμαστε. Στο Δευτερονόμιο Ι16 τους λέγει: «Περιτέμετε λοιπόν την ακροβυστίαν της καρδίας σας, και μη σκληρύνητε πλέον τον τράχηλον σας». Γεννιόμαστε ντυμένοι την κακία, την σκληρότητα απέναντι στον Θεό. Αυτή καλούμεθα να περιτμήσουμε, ν’ αποβάλλομε.
Με τον όρο «ακροβυστία» δήλωναν τους μη Εβραίους, όλους τους εθνικούς, τους αποξενωμένους απ’ τον Θεό. Γι’ αυτό ο Παύλος απευθύνεται στην πρώτη πρόταση με το «υμάς», ενώ στην δεύτερη με το «ημίν», πρώτο πρόσωπο.
«συνεζωοποίησεν υμάς συν αυτώ, χαρισάμενος ημίν πάντα τα παραπτώματα». Είναι το δώρο του Θεού σε καθέναν που θα πιστέψει στο λυτρωτικό έργο του Χριστού γι’ αυτόν: Άφεση αμαρτιών και συνανάσταση μαζί με τον Χριστό.
«χαρισάμενος». Η άφεση των αμαρτιών μας, η δικαίωση μας, είναι αποκλειστικά δώρο του Θεού, και όχι καρπός ή αμοιβή δικής μας προσπάθειας ή προσφορών.
«πάντα τα παραπτώματα». Δεν υπάρχει παράπτωμα τόσο βαρύ, που να μη το συγχωρεί ο Θεός στον άνθρωπο που θα δεχθεί να σταυρωθεί μαζί με τον Χριστό. Και τα συγχωρά όλα, όχι μερικά.
«συνεζωοποίησεν υμάς συν αυτώ». Ο Κύριος είπε «εγώ είμαι η ζωή», είναι η πηγή της. Ζωοποίηση για τον άνθρωπο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά σε ένωση με τον Ιησού Χριστό. Θα μας πει στο Α’ Ιωάννη Ε12: «Όποιος έχει τον υιόν έχει την ζωήν όποιος δεν έχει τον Υιόν του Θεού, την ζωήν δεν έχει».

Εδάφιο 14
«εξαλείψας το καθ’ ημών χειρόγραφον τοις δόγμασιν ο ην υπεναντίον ημίν, και αυτό ήρκεν εκ του μέσου, προσηλώσας αυτό τω σταυρώ»
«ακύρωσε το χρεωστικόν μας έγγραφον με τας διατάξεις του, το οποίον ήτο εναντίον μας το επήρε από το μέσον και το εκάρφωσε εις τον σταυρόν»

Το εν λόγω χρεόγραφο είναι αυτό του νόμου με τις διατάξεις του, τις οποίες καταπατούσαμε, οπότε τούτο έγινε γραμμάτιο ανεξόφλητο. Γενικά, είναι η οφειλομένη στον Θεό υπακοή, που ποτέ δεν αποδώσαμε. Αυτό έστεκε εναντίον μας, εμπρός στην Θεία δικαιοσύνη, σαν αποδεικτικό στοιχείο της ενοχής μας. Τα χρέη αυτού του χρεογράφου τα φορτώθηκε ο Χριστός στον σταυρό, για λογαριασμό όλων μας. Για καθέναν που θα δεχθεί τούτη την πληρωμή, ο Θεός εξαλείφει τούτο το χειρόγραφο. Το σβύνει το αίμα του Χριστού.
«και αυτό ήρκεν εκ του μέσου». Ήταν αυτό που μας χώριζε απ’ τον Θεό, που εμπόδιζε την Θεία χάρη να εκχυθεί επάνω μας. Στον Ησαϊα ΝΘ1,2 λέγει: «Να, το χέρι του Κυρίου δεν εμίκρυνε, ώστε να μην μπορεί να σώσει ούτε το αυτί του εβάρυνε, ώστε να μην μπορεί ν’ ακούσει αλλ’ οι ανομίες σας έβαλαν χωρίσματα μεταξύ σας και του Θεού, και οι αμαρτίες σας έκρυψαν το πρόσωπο αυτού από σας για να μην ακούει».
Ο Θεός το σήκωσε από το μέσον και το εξάλειψε. Δεν το κράτησε κάπου κατά μέρος, να το φέρει πάλι στην επιφάνεια. Αυτό δεν υπάρχει πλέον.

Εδάφιο 15
«απεκδυσάμενος τας αρχάς και τας εξουσίας εδειγμάτισεν εν παρρησία, θριαμβεύσας αυτούς εν αυτώ».
«απεγύμνωσε δι’ αυτού τας αρχάς και τας εξουσίας και τας διεπόμπευσε δημοσία, σύρων αυτάς εις την θριαμβευτικήν πομπήν του».

«Αρχαί και εξουσίαι» είναι οι πονηρές πνευματικές δυνάμεις, πονηρά όντα του υπερβατικού χώρου, που κυβερνούν τον κόσμο. Στο Εφεσίους ΣΤ12 αναφέρει πως η πάλη μας είναι «εναντίον εις τις αρχές, εναντίον εις τις εξουσίες, εναντίον εις του κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνα τούτου, εναντίον εις τα πνεύματα της πονηρίας που είναι στα επουράνια».
«εν αυτώ», αναφέρεται στον σταυρό του Κυρίου. Ο σταυρός του Χριστού ήταν η ολοκληρωτική ήττα των δυνάμεων του σκότους, η απογύμνωση τους, γιατί εκεί εθριάμβευσε η υπακοή στο θέλημα του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός ανέβηκε στον σταυρό γιατί εκεί Τον οδηγούσε το Θείο θέλημα. Νίκη για τις δυνάμεις του σκότους θα ήταν να Τον απέτρεπαν ν’ ανέβει.
«εδειγμάτισεν εν παρρησία, θριαμβεύσας αυτούς εν αυτώ». Είναι μια εικόνα από τον θρίαμβο των Ρωμαίων στρατηγών, όταν, μετά από νίκη, έκαναν θριαμβευτική πομπή στην Ρώμη, σέρνοντας τους εχθρούς τους νικημένους, σε κοινή θέα. Με τούτη την εικόνα δηλώνει την πλήρη ήττα των δυνάμεων του σκότους, την κατατρόπωση και τον εντροπιασμό τους, και τούτο στην θέα όλου του ορατού και αοράτου κόσμου. Ο σταυρός ήταν το άρμα της νίκης για τον Κύριο.
Ο Ησαϊας, γι’ αυτή την νίκη του Κυρίου στον σταυρό, γράφει στο ΝΓ12: «Δια τούτο θέλω δώσει εις αυτόν μερίδα μετά των μεγάλων, και τους ισχυρούς θέλει μοιρασθεί λάφυρον, διότι παρέδωκε την ψυχήν αυτού εις θάνατον, και μετά ανόμων ελογίσθη, και αυτός εβάστασε τας αμαρτίας πολλών, και θέλει μεσιτεύσει υπέρ των ανόμων». Και στο Εβραίους Β14: «Δια να καταργήσει δια του θανάτου τον έχοντα το κράτος του θανάτου, δηλαδή τον διάβολον, και ελευθερώσει εκείνους, όσοι δια τον φόβον του θανάτου ήσαν όλη τους την ζωή υποκείμενοι στην δουλεία».

Εδάφια 16,17
«Μη ουν τις υμάς κρινέτω εν βρώσει ή εν πόσει ή εν μέρει εορτής ή νουμηνίας ή σαββάτων, α εστι σκιά των μελλόντων, το δε σώμα του Χριστού.»
«Κανείς λοιπόν, ας μη σας κρίνη δια φαγητόν ή ποτόν ή σχετικώς με εορτήν ή πρωτομηνιά ή τα Σάββατα, τα οποία είναι σκιά των μελλόντων, ενώ η ουσία βρίσκεται εις τον Χριστόν».

Ο Χριστός είναι το σώμα, που έχει την πραγματικότητα, απ’ το οποίο έπεφτε αυτή η σκιά. Ήταν οι εχθροί του ευαγγελίου της χάρης, κυρίως από Ιουδαίους, που δίδασκαν την τήρηση τύπων και κανόνων, σαν μέσο τακτοποίησης του ανθρώπου με τον Θεό, και έκριναν όσους δεν τα εφύλατταν.
«Μη ουν»: Αφού ο νόμος εξεπληρώθη απ’ τον Χριστό για χάρη μας, και δεν είναι με την τήρηση του νόμου που δικαιωνόμαστε εμπρός στον Θεό. (Ο νόμος, όπως μας προείπε, ήταν για μας ένα χρεόγραφο οφειλόμενο, που το απεμάκρυνε απ’ την μέση ο Χριστός).
«α εστι σκιά των μελλόντων, το δε σώμα του Χριστού.» Όλα αυτά είχαν διαταχθεί σαν προεικονίσεις και σύμβολα της εποχή της χάρης, και του έργου του Χριστού, του μόνου που συνδέει τον άνθρωπο με τον Θεό. Όλα αυτά προετοίμαζαν για τον Χριστό, και για τα πράγματα της Καινής Διαθήκης («των μελλόντων»). Να αφήσουν τώρα τον Χριστό, που είναι η ουσία του Νόμου και των τελετουργικών, και να επιστρέψουν πάλι σ’ αυτά, σε αποχές φαγητών, τήρηση ημερών κ.λ.π., πως θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει; Στο Εβραίους Ι1 θα μας πει: «Ο νόμος, έχοντας σκιά των μελλοντικών αγαθών, όχι αυτή την εικόνα των πραγμάτων, δεν μπορεί ποτέ δια των ιδίων θυσιών που προσφέρουν κάθε χρόνο πάντοτε, να τελειοποιήσει τους προσερχομένους».
Βέβαια, η Εκκλησία του Χριστού, στην ελευθερία της, και για να εξυπηρετηθεί το έργο της λατρείας και διδασκαλίας, μπορεί να ορίσει κανόνες, όπως για παράδειγμα την τήρηση της Κυριακής, ή άλλων ημερών. Αλλά όλα αυτά είναι βοηθητικά, και δεν είναι αυτά που μας συνιστούν στον Θεό.

Εδάφιο 18
«μηδείς υμάς καταβραβευέτω θέλων εν ταπεινοφροσύνη και θρησκεία των αγγέλων, α μη εώρακεν εμβατεύων, εική φυσιούμενος υπό του νοός της σαρκός αυτού,»
«Κανείς ας μη σας στερήσει το βραβείον, αρεσκόμενος εις δήθεν ταπεινοφροσύνην και λατρείαν των αγγέλων, ερευνών πράγματα τα οποία δεν είδε, υπερηφανευόμενος χωρίς λόγον από τον κοσμικόφρονα νουν του».

«μηδείς υμάς καταβραβευέτω». Το βραβείο που θα τους στερούσε με αυτή την ψευδοθρησκεία είναι «το βραβείον της επουρανίου κλήσεως του Θεού δια Χριστού Ιησού» (Φιλιππησίους Γ14). Είναι το βραβείο της εισόδου στην ουράνια βασιλεία, στην αιώνια σωτηρία, που δίνεται στους νικητές του αγώνα της πίστης. Είναι αυτό που έγραφε ο Παύλος στον Τιμόθεο: «Τον αγώνα τον καλόν αγωνίσθηκα, τον δρόμο ετελείωσα, την πίστη διατήρησα τώρα μου μένει το στεφάνι της δικαιοσύνης, που ο Κύριος θα μου αποδώσει εκείνη την ημέρα, ο δίκαιος κριτής» (Β’ Τιμόθεο Δ7,8). Αυτό το βραβείο θα τους στερούσαν, γιατί τους έδειχναν άλλο δρόμο από τον σωστό, που τελικά δεν θα τους οδηγούσε στο ποθητό τέρμα.
Υπήρχαν τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι στην περιοχή των Κολοσσών, και αυτές οι διδασκαλίες τους ήταν η αφορμή που έγραψε ο Παύλος την επιστολή αυτή. Πλησιάζοντας τους πιστούς με ψεύτικη ταπεινοφροσύνη, ότι τάχα είναι πολύ μικροί και ανάξιοι να λατρεύουν κατ’ ευθείαν τον Θεό, διδάσκανε λατρεία πνευματικών όντων, αγγέλων (σήμερα αγίων), μια και δια χειρός αγγέλων εδόθηκε ο νόμος. Μέσα σ’ αυτή την αγγελοθρησκεία εμβαθύνανε σε πράγματα που δεν είχαν δει, διετείνοντο ότι είχαν εισχωρήσει στα μυστικά του αγγελικού κόσμου, και για τα οποία υπερηφανευόταν ο σαρκικός τους νους. Από τούτη την υπερηφάνεια φαίνεται πόσο υποκριτική είναι η ταπεινοφροσύνη με την οποία τους πλησιάζουν. Όντως, υπάρχουν άνθρωποι πλανημένοι, αιρετικοί, που σε καταπλήσσουν με μια επιτηδευμένη απάθεια και μειλιχιότητα.
«υπό του νοός της σαρκός αυτού»: Ο νους μπορεί να είναι κάτω από την επίδραση του πνεύματος, ή του σαρκικού φρονήματος.

Εδάφιο 19
«και ου κρατών την κεφαλήν, εξ ου παν το σώμα δια των αφών και συνδέσμων επιχορηγούμενον και συμβιβαζόμενον αύξει την αύξησιν του Θεού».
«και ο οποίος δεν κρατιέται από την Κεφαλήν, από τον οποίον όλο το σώμα, τρεφόμενον και συνδεόμενον δια των αρθρώσεων και των νεύρων, αυξάνει με την αύξησιν που δίνει ο Θεός».

Υγιής πνευματική αύξηση στον πιστό και την Εκκλησία που είναι το σώμα («αύξηση Θεού»), δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνον από ό,τι χορηγεί η Κεφαλή, ο Χριστός. Μένει λοιπόν στο σώμα, (στον πιστό, στην Εκκλησία), να φροντίζει γι’ αυτή την ενότητα του με την Κεφαλή. Για την σύνδεση με τον Χριστό δεν απαιτούνται ενδιάμεσοι, άγγελοι κ.λ.π. Η σύνδεση είναι άμεση για το κάθε μέλος της Εκκλησίας με την Κεφαλή, όπως το σώμα μας συνδέεται άμεσα με το κεφάλι, αποτελόντας με αυτό έναν ενιαίο οργανισμό, (ιδέ και Εφεσίους Δ14-16).
«εξ ου παν το σώμα δια των αφών και συνδέσμων επιχορηγούμενον και συμβιβαζόμενον αύξει την αύξησιν του Θεού». Είναι μια χαρακτηριστική εικόνα της Εκκλησίας: Ένα σώμα, με διάφορα μέλη, συνδεόμενα αρμονικά μεταξύ τους, και με την Κεφαλή, και εξαρτώμενα το ένα από το άλλο. Η Κεφαλή, ο Χριστός, το τροφοδοτεί, το διατρέφει («επιχορηγούμενον»), και αυτό αυξάνει καθώς παίρνει τούτη την τροφή.
Στο κεφάλι είναι ο εγκέφαλος, που παίρνει τις πληροφορίες από όλα τα μέλη, τις επεξεργάζεται, και στην συνέχεια δίνει τις κατάλληλες εντολές για την καθοδήγηση και την ασφάλεια του σώματος. Το κεφάλι κυβερνά, αυτό είναι η ζωτική αρχή του σώματος. Όποιος αποκοπεί από την Κεφαλή, λόγω απιστίας ή αμαρτίας, στο τέλος καταντά μέλος νεκρό.
Οι διδασκαλίες που αναστάτωναν την Εκκλησία στις Κολοσσαίς δεν είχαν την προέλευση τους στον Χριστό, (οι ψευδοδιδάσκαλοι ισχυριζόταν ότι έπαιρναν αποκαλύψεις από αγγέλους), άρα δεν μπορούσαν να συνεισφέρουν στην οικοδομή της Εκκλησίας, το αντίθετο, αναστάτωναν την Εκκλησία.
«αυξάνει με την αύξησιν που δίνει ο Θεός». Το σώμα του Χριστού είναι σώμα που διαρκώς αυξάνει, μέχρι που να φθάσει σε κάποιο μέτρο. Θα μας πει στο Εφεσίους Δ13: «Εως ότου φθάσομε όλοι στην ενότητα της πίστεως και της πλήρους γνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις το μέτρον του τελείου αναστήματος του Χριστού». Όλοι ξεκινάμε νήπιοι (αμέσως μετά το βάπτισμα), και προχωρόντας στην ωριμότητα, φθάνομε κάποτε σ’ αυτό το μέτρο. Τούτη η αύξηση είναι «αύξηση Θεού», αύξηση που την εργάζεται η χάρη του Θεού μέσα μας.

Εδάφια 20,21
«Ει ουν απεθάνετε συν τω Χριστώ από των στοιχείων του κόσμου, τι ως ζώντες εν κόσμω δογματίζεσθε, μη άψη μηδέ γεύση μηδέ θίγης,»
«Εάν λοιπόν επεθάνατε μαζί με τον Χριστόν ως προς τα στοιχεία του κόσμου, διατί, σαν να εζούσατε την ζωήν του κόσμου, υποβάλλεσθε εις παραγγέλματα: «Μη αγγίξης, μη γευθής, μη θίξεις»;

«Ει ουν απεθάνετε συν τω Χριστώ». Ο Χριστός πέθανε για μας στον σταυρό λόγω της αμαρτίας μας. Εμείς ταυτισθήκαμε δια πίστεως σ’ αυτόν Του τον θάνατο. Ελεύθερα, με την θέληση μας, σταυρώσαμε μαζί Του τον παλιό μας άνθρωπο, αυτόν που τον είχε δούλο η αμαρτία, αυτόν που τον κυβερνούσε ο κόσμος με τις αξίες του, την θρησκεία του, τα τυπικά του. Στην συνέχεια τον θάψαμε δια του βαπτίσματος. Αυτά ήταν που ακολουθούσαμε πρώτα. Ειδικά στο θέμα της προσέγγισης μας προς τον Θεό, ακολουθούσαμε την θρησκευτική οδό που μας είχαν χαράξει, έναν δρόμο εντολών και τυπικοτήτων – ανθρώπινη θρησκεία, ψεύτικο δρόμο για να πλησιάσεις τον Θεό, που ποτέ δεν ανάπαυε την συνείδηση μας, γιατί ποτέ δεν μας συμφιλίωνε με τον Θεό.
Σταυρώνοντας τον παλιό του άνθρωπο, ο πιστός έχει τελείως ελευθερωθεί απ’ αυτά. Δεν έχει πλέον καμμία σχέση με τον κόσμο, όπως ένας νεκρός που τον θάβουν δεν έχει πλέον καμμία σχέση με τον κόσμο που αφήνει πίσω του. Τόσο ριζικά αποκοπήκαμε από τον κόσμο. Το να ξαναεπιστρέψομε στους δρόμους του κόσμου, εν προκειμένω στο θρησκευτικό του κατεστημένο, όπως αυτός το έχει διαμορφώσει, το να υποβαλλόμαστε πάλι στις εντολές και τα τυπικα του, είναι σαν να σηκώνεται ο νεκρός από τον τάφο, και να επιστρέφει στην παλιά του ζωή.
Ο απόστολος ρωτά με απορία, «γιατί»; Μήπως δεν έχουν καταλάβει τούτη την πραγματικότητα, ότι έχουν πεθάνει πλέον ως προς τον κόσμο; Την επιστροφή στα του κόσμου ήταν που τους διδάσκανε οι ψευδοδιδάσκαλοι.

Εδάφιο 22
«α εστι πάντα εις φθοράν τη αποχρήσει, κατά τα εντάλματα και διδασκαλίας των ανθρώπων;»
«όλα αυτά αναφέρονται εις πράγματα τα οποία δια της χρήσεως φθείρονται – κατά τας εντολάς και τας διδασκαλίας των ανθρώπων»

«όλα αυτά αναφέρονται εις πράγματα τα οποία δια της χρήσεως φθείρονται». Πως μπορούν, λοιπόν, φθαρτά πράγματα, να σου εξασφαλίσουν την αιωνιότητα;
Ο Κύριος πάνω σ’ αυτές τις ανθρώπινες διδασκαλίες των νηστειών, καθαρισμών κ.λ.π. είπε: «Δεν μολύνει τον άνθρωπον το εισερχόμενον εις το στόμα, αλλά το εξερχόμενο από το στόμα, αυτό μολύνει τον άνθρωπο…κάθε τι το εισερχόμενο εις το στόμα, κατεβαίνει εις την κοιλιά, και αποβάλλεται εις το αποχωρητήριο» (Ματθαίος ΙΕ11,17). Μπορεί, λοιπόν, πράγμα που καταλήγει στο αποχωρητήριο μετά την χρήση του, να ρυθμίζει τις σχέσεις μας με τον Θεό;

Εδάφιο 23
«άτινα εστι λόγον μεν έχοντα σοφίας εν εθελοθρησκεία και ταπεινοφροσύνη και αφειδία σώματος, ουκ εν τιμή τινι προς πλησμονήν της σαρκός».
«Αυτά έχουν κάποιαν εμφάνισιν σοφίας, η οποία συνίσταται εις μίαν θρησκείαν ιδίας αρεσκείας, αυτοταπείνωσιν και περιφρόνησιν του σώματος, δεν έχουν όμως καμμίαν αξίαν δια την καταπολέμησιν του σαρκικού φρονήματος».

«Αυτά έχουν κάποιαν εμφάνισιν σοφίας, η οποία συνίσταται εις μίαν θρησκείαν ιδίας αρεσκείας, αυτοταπείνωσιν και περιφρόνησιν του σώματος». Ο διεστραμμένος από την αμαρτία ανθρώπινος νους δεν μπορεί να καταλάβει την Θεία χάρη, και πάντα ανατρέχει στα ανθρώπινα έργα, στον αυτοπεριορισμό και βασανισμό, για να κερδίσει κάτι που ο Θεός το δίνει σαν δώρο. Είναι η ανθρώπινη υπερηφάνεια, που δεν θέλει να δεχθεί καμμία βελτίωση του ανθρώπου, εάν αυτή δεν προέρχεται απ’ αυτόν τον ίδιο τον άνθρωπο. Έτσι ο άνθρωπος δημιούργησε τις δικές του θρησκείες («εθελοθρησκεία»), δικούς του τρόπους να πλησιάσει τον Θεό. Αυτό το πνεύμα ενέπνευσε και τον ασκητισμό με όλες τις αποχρώσεις του.
«ουκ εν τιμή τινι προς πλησμονήν της σαρκός». Σ’ αυτή την φράση έχουν δοθεί οι εξής ερμηνείες: Α) «Δεν έχουν όμως καμμίαν αξίαν δια την καταπολέμησιν του σαρκικού φρονήματος».
Β) «Δεν έχουν καμμία αξία ενάντια στην ικανοποίση της σάρκας»
Γ) «Δεν έχουν καμμία αξία, και το μόνο που κάνουν είναι να ικανοποιούν το αμαρτωλό φρόνημα»
Δ) «Αυτή η περιφρόνηση, δεν σημαίνει τιμή προς το σώμα, αλλά πραγματικά αποβλέπει στην ικανοποίηση αμαρτωλών επιθυμιών».
Ε) «Εις ουδεμίαν τιμήν έχοντα την ευχαρίστησιν της σαρκός».
ΣΤ) «Πράγματι όμως, δεν φέρουν καμμίαν τιμή, αλλά συντελούν προς ικανοποίησιν των σαρκικών και εγωιστικών φρονημάτων».
Η τήρηση τέτοιων παραγγελμάτων, η τιμωρία του σώματος, (γιατί στο σώμα νομιζόταν ότι ήταν η έδρα της αμαρτίας), εθεωρείτο από τους ψευδοδιδασκάλους ότι έφερε τιμή, ύψωνε αυτόν που τα υφίστατο. Αλλά αυτή η περιφρόνηση και κακουχία του σώματος στο βάθος ήταν «πλησμονή της σαρκός», ικανοποίηση των σαρκικών φρονημάτων, ήταν υψηλοφροσύνη, υπερηφάνεια, αυταρέσκεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3

Εδάφια 1,2
«Ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης».
«Εάν λοιπόν έχετε αναστηθή μαζί με τον Χριστόν, να ζητάτε όσα είναι επάνω, όπου ο Χριστός κάθεται εις τα δεξιά του Θεού, να σκέπτεσθε τα πράγματα εκεί επάνω και όχι τα επίγεια.»

Το «ει» δεν είναι υποθετικό, δεν εκφράζει αμφιβολλία. Εδώ σημαίνει «εφόσον», είναι βάση συμπεράσματος. Είναι ένα γεγονός αυτό, που έγινε μια φορά στο παρελθόν («συνηγέρθητε»).
Πότε έγινε αυτό το γεγονός για τον καθένα πιστό; Το Ρωμαίους ΣΤ5 μας το εξηγεί: «Εάν ενωθήκαμε μαζί του σε έναν θάνατον σαν τον δικό του, τότε θα ενωθούμε μαζί του και σε μια ανάσταση σαν την δική του.» Ήταν τότε που μαζί Του σταυρώσαμε τον παλιό μας άνθρωπο. Ήταν το μέρος το δικό μας στο έργο της λύτρωσης μας. Το μέρος του Θεού ήταν να μας αναστήσει δια του Αγίου Πνεύματος, όπως τον Χριστό. Γράφει στην Εφεσίους Β4-6: «Αλλ” ο Θεός, επειδή είναι πλούσιος εις ευσπλαχνίαν ένεκα της πολλής αγάπης με την οποίαν μας αγάπησε, αν και ήμαστε νεκροί ένεκα των παραπτωμάτων, μας εζωοποίησε μαζί με τον Χριστόν, – δια της χάριτος είσθε σωσμένοι, – και μας ανέστησε μαζί και μας εκάθισε μαζί εις τα επουράνια εν Χριστώ Ιησού».
Το πρώτο στάδιο της ανάστασης μας είναι η αναγέννηση μας δια του Αγίου Πνεύματος. Διαβάζομε το Κολοσσαείς Β12: «Και ενταφιασθήκατε μαζί του κατά το βάπτισμα, κατά το οποίον και αναστηθήκατε μαζί του δια της πίστεως εις την δύναμιν του Θεού, ο οποίος τον ανέστησε από τους νεκρούς». Η ανάσταση του σώματος μας ακολουθεί, και θα λάβει χώρα κατά την Παρουσία του Κυρίου.
Τούτο να το τονίσομε: Για να συναναστηθείς με τον Χριστό, θα πρέπει οπωσδήποτε να συναποθάνεις. Όλα από δω ξεκινάνε, από την συσταύρωση με τον Χριστό.
Η συνανάσταση μας με τον Χριστό είναι ένα γεγονός, έστω και αν δεν το βλέπουν τα υλικά μας μάτια. Τούτο το γεγονός καλούμαι να το αγκαλιάσω με την πίστη μου, και εδώ πάνω να κτίσω την νέα εν Χριστώ ζωή μου. Από δω πάντα να ξεκινώ. Είναι κάτι ανάλογο με την πίστη του Αβραάμ, που σαν ο Θεός του είπε: «Πατέρα εθνών σε κατέστησα (όχι θα σε καταστήσω)», πήρε τα μάτια του απ” ό,τι έβλεπε εμπρός του, και τα κάρφωσε στην υπόσχεση του Θεού. Από δω και πέρα άρχισε να συμπεριφέρεται σαν «Πατέρας εθνών». Αυτή πλέον ήταν η ελπίδα και η προσμονή του. Πάνω σ” αυτή την υπόσχεση οργάνωσε τη ζωή του, και δεν αναμείχθηκε με τον κόσμο, όπως έκανε ο ανεψιός του Λωτ. Μ” αυτή την υπόσχεση κατά νου γαλούχησε τους απογόνους του, τούτη την ευλογία και κληρονομιά τους έδωσε σαν πέθανε. Είναι κάτι που τώρα το γεύεται (Ιωάννης Η56).
Εάν έχω συναποθάνει με τον Χριστό, η ανάσταση μου μαζί Του είναι ένα γεγονός, όχι γιατί το βλέπουν τα μάτια μου, ή το γεύομαι εν μέρει μέσα μου, (ήδη η ανάσταση μαζί Του έχει αρχίσει να ανανεώνει τον εσωτερικό μου άνθρωπο), αλλά γιατί το λέει, το υποσχέθηκε ο Θεός. Το αγκαλιάζω με την πίστη μου, και πάνω εδώ κτίζω και οργανώνω πλέον την ζωή μου. Είναι σαν εκείνον τον φτωχό άστεγο, που κάποιος πλούσιος φίλος του του λέγει, σου έβαλα 10 εκατομμύρια στην τράπεζα για τις ανάγκες σου. Και αυτός, σαν τον ευχαριστήσει, αμέσως τρέχει να βρει μαστόρους, ν” αρχίσει να κτίζει το σπίτι του, και ας μην έχει στο χέρι του λεφτά. Το υποσχέθηκε ο φίλος, και ο φίλος είναι αξιόπιστος. Μια τέτοια πίστη περιμένει ο Θεός από μας.
Εάν έχουμε λοιπόν συναποθάνει με τον Χριστό, έχουμε και συναναστηθεί. Το έχει υποσχεθεί ο Θεός, και έτσι είναι. Ήδη το γεύομαι εν μέρει. Περιμένω δε να το γευτώ στην ολότητα του, την ημέρα που θα έρθει ο Κύριος. Στα μάτια του Θεού όμως ήδη είναι γεγονός.
Οι ακόλουθες συμβουλές σε τέτοιους ανθρώπους απευθύνονται: Αφού έχετε συναναστηθεί με τον Χριστό, να τι πρέπει να κάνετε: «Τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος»,
«Τα άνω ζητείτε». Τα πράγματα του ουρανού. Την πρόοδο της Βασιλείας του Θεού μέσα μου και γύρω μου. Το θησαύρισμα μου στον ουρανό, τις καταθέσεις μου στην τράπεζα του. Ο Κύριος το είπε με τούτα τα λόγια: «Μη θησαυρίζετε δια τον εαυτόν σας θησαυρούς εις την γην, όπου ο σκόρος και η σαπίλα τους καταστρέφουν και όπου οι κλέπται κάνουν διάρρηξιν και τους κλέβουν, αλλά θησαυρίζετε δια τον εαυτόν σας θησαυρούς εις τον ουρανόν, όπου ούτε σκόρος ούτε σαπίλα τους καταστρέφει και όπου κλέπται δεν κάνουν διάρρηξιν και κλέβουν. Διότι όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας.» Τι με περιμένει εκεί, και πως θα φθάσω με ασφάλεια εκεί, να που να γυρίζει συνεχώς η σκέψη μου. Είναι όπως στα παλιά τα χρόνια ο μετανάστης που ετοιμαζόταν για την Αυστραλία. Με τι πόθο και ενδιαφέρον έψαχνε να βρει πληροφορίες, πως είναι η ζωή εκεί, τα πράγματα, ο τόπος, οι συνήθειες. Αλλά και με τι σοβαρότητα φρόντιζε για το διαβατήριο, την βίζα, το εισητήριο, για να μπορέσει να πάει εκεί. Όπως καταλαβαίνομε, τούτο το «τα άνω ζητείτε», μας οδηγεί αναγκαστικά, όχι στην μελέτη του Λόγου του Θεού, αλλά στο «φάγωμα του».
Τι είναι εκεί πάνω για τον πιστό; «Ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος». Εκεί είναι η κεφαλή, και πως να σταθεί το σώμα χωρίς την κεφαλή του. Εκεί είναι ο γαμβρός, και πόσο θέλει η νύφη να βρεθεί κοντά Του για πάντα. Όσο πιο πολύ καταλαβαίνουμε τι είναι για μας ο Χριστός, τόσο πιο πολύ τα μάτια της καρδιάς υψώνονται με πόθο προς τα επάνω.
Να που είναι τώρα η θέση του Χριστού: «Εν δεξιά του Θεού καθήμενος». Η υψίστη θέση στο Σύμπαν. Εκεί είναι τώρα και η δική μας θέση, άσχετα τι θεωρούμε εμείς για τον εαυτόν μας. Εκεί έχουμε υψωθεί. Για κείνη την θέση προοριζόμαστε.
Και πιό είναι το εργο του Χριστού εκεί πάνω; Μας το λέγει στο Ρωμαίους Η34: «Ο Χριστός είναι εκείνος που επέθανε, και, ακόμη περισσότερον, αναστήθηκε, ο οποίος είναι εις τα δεξιά του Θεού, ο οποίος μεσιτεύει για μας». Για μας είναι εκεί. Να μας ετοιμάσει τόπο, όπως μας το υποσχέθηκε. Άγρυπνος να μεσιτεύει, σαν η αμαρτία μας νικήσει κάπου, και κοπεί η κοινωνία μας με τον Θεό Πατέρα. Άγρυπνος και στις κατηγόριες του εχθρού της ψυχής μας. Απ” αυτή Του την θέση μας έστειλε και το Πνεύμα. Πως λοιπόν τα μάτια της ψυχής να μην είναι στραμμένα διαρκώς προς τα εκεί!
«Τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης». Η λέξη «φρονώ» σημαίνει: Κατευθύνω και προσηλώνω την σκέψη μου σε κάτι, το μελετώ, το έχω σαν σκοπό, έχω εκεί την πεποίθηση μου.
Σε δύο πράγματα μπορεί να προσηλωθεί η σκέψη μας: Στα επί της γης, και στα άνω, στα πράγματα του ουρανού. Ποιά είναι τα επί της γης; Είναι οι στόχοι, τα όνειρα, τα σχέδια, οι επιθυμίες, όπως τα έχει διαμορφώσει το πνεύμα του κόσμου τούτου. Ο πλουτισμός, η επίγεια δόξα, η επίδειξη, οι τιμές της γης, το κυνήγι της απόλαυσης. Δεν είναι αυτά στα οποία θα πρέπει να κατευθύνεται η σκέψη του πιστού. Τούτα όλα είναι τα σαρκικά, δια τα οποία μας λέγει το Ρωμαίους Η5-9: «Εκείνοι που είναι υπό την εξουσίαν της σαρκός φρονούν τα της σαρκός, οι δε πνευματικοί φρονούν τα του Πνεύματος. Το σαρκικόν φρόνημα είναι θάνατος, ενώ το φρόνημα του Πνεύματος είναι ζωή και ειρήνη. Διότι το σαρκικόν φρόνημα είναι εχθρικόν προς τον Θεόν, καθ” όσον δεν υποτάσσεται εις τον νόμον του Θεού, αλλ” ούτε είναι δυνατόν να υποταχθή. Εκείνοι που είναι σαρκικοί δεν μπορούν να αρέσουν στον Θεόν».
«Μη φρονείτε τα επί της γης», μας παραγγέλει ο Λόγος Του. Και ζόντας μέσα στον κόσμο έχω τόσα ερεθίσματα απ” αυτόν, που ζητάν να αιχμαλωτίσουν την σκέψη μου. Οι επαφές μαζί του, με τα μέσα μαζικής του ενημέρωσης, με τις εκδηλώσεις του. Θα πρέπει να τα αποφεύγω. Όσο η καρδιά μας κατευθύνεται στα γήινα, απομακρύνεται από τα ουράνια. Και η καρδιά δεν μπορεί να μοιρασθεί. Ο Κύριος μας παραγγέλει να μην εκτιθέμεθα στον πειρασμό. Θα πρέπει να κερδίσω την σκέψη μου. Και τούτο θα γίνει με συστηματική μελέτη του Λόγου του Θεού. Με την προσευχή. Με την ενασχόληση στο έργο του Θεού, με την συμμετοχή μου στην Εκκλησία. Με μια ζωή πνευματικής τάξης, αφιερωμένη στην κάθε της λεπτομέρεια και σε κάθε της λεπτό στην υπόθεση του Θεού. Είναι ένας διαρκής αγώνας, που δεν συγχωρά χαλαρότητα.
Και τούτα τα πράγματα δεν γίνονται από μόνα τους. Χρειάζεται η ολόψυχη δική μου συμμετοχή. Η Θεός θα έρθει σε απάντηση τούτης της επιθυμίας και σοβαρότητας μου για τα πράγματα τα δικά Του, κατά το «όποιος έχει θα του δοθεί». Το Πνεύμα Του θα δώσει εμπνεύσεις, φως, ελπίδα, δύναμη, χαρά, προσμονή. Και έτσι, σιγά σιγά, ο ουρανός θα γεμίζει την καρδιά και την σκέψη μου. Για σκεφτείτε τον μετανάστη που αναφέραμε, να τεμπελιάσει και να μην φτειάξει το διαβατήριο του, ούτε να φροντίσει για την βίζα και το εισητήριο. Δεν θα μπορέσει ποτέ να πάει στην καινούργια πατρίδα, και έτσι θα χαθεί εδώ, στην κακομοιριά.

Εδάφιο 3
«Απεθάνετε γαρ, και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ. Όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη.»
«Διότι έχετε πεθάνει και η ζωή σας είναι κρυμμένη μαζί με τον Χριστόν εις τον Θεόν. Όταν ο Χριστός, που είναι η ζωή μας, φανερωθή, τότε και σεις θα φανερωθήτε μαζί του δοξασμένοι».

Οι μεγάλες αλήθειες που στηρίζουν το οικοδόμημα της νέας εν Χριστώ ζωής μας.
«Απεθάνετε γαρ». Γεγονός που έγινε μια φορά. Είναι η συσταύρωση του παλιού μας ανθρώπου με τον Χριστό. Τούτο, όπως είπαμε και προηγουμένως, να το προσέξουμε, είναι το σημείο εκκίνησης, η αφετηρία μας. Χωρίς θάνατο, η αναστημένη ζωή του Χριστού δεν μπορεί να έρθει μέσα μας. Για όσους έρχονται στον Χριστό με μισή καρδιά, δεν γίνεται τίποτα. Αν δεν πεθάνεις ολοκληρωτικά ως προς την αμαρτία, ώς προς το πνεύμα του κόσμου, ανάσταση δεν πρόκειται να γευθείς. Από δω ξεκινάνε όλα. Τις σχέσεις με την αμαρτία δεν τις κόβεις σιγά σιγά, τις κόβεις μια φορά και ριζικά, ολοκληρωτικά. «Απεθάνετε», αόριστος, μια φορά για πάντα. «Εμείς επεθάναμε ως προς την αμαρτία», θα μας πει στο Ρωμαίους ΣΤ2.
Αλλά δεν πεθάναμε προς θάνατο, για να μείνουμε εκεί. Όπως ο Κύριος έδωσε τη ζωή Του για να την πάρει πίσω, έτσι και μεις, δώσαμε τούτη τη φυσική ζωή για να πάρουμε μια άλλη δοξασμένη, πνευματική ζωή.
Που είναι αυτή η ζωή τώρα; «Και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ». Τούτη που γευόμαστε τώρα δεν είναι παρά μια μικρή προκαταβολή. Τώρα δεν έχουμε πληρότητα ζωής. Δεν έχουμε ακόμα γευτεί την δόξα της και την μακαριότητα της. Η ζωή μας είναι κρυμμένη, δεν φαίνεται σε μας, μαζί με τον Χριστό, στον Θεό. Πόσο ασφαλής, λοιπόν, και βεβαία είναι! Τώρα δεν περπατάμε δια όψεως, αλλά δια πίστεως (Β” Κορ. Ε7). Τούτη η ζωή είναι ακόμα αντικείμενο ελπίδας για μας.
Και ποιά είναι η ζωή μας; Ο Χριστός. «Εγώ είμαι η ζωή», είπε ο Ίδιος. «Επειδή εγώ ζω και σεις θα ζήσετε» (Ιωάννης ΙΔ19). Αυτού τη ζωή έχει αρχίσει το Πνεύμα να μεταδίδει μέσα μας. Πόσο γευόταν ο Παύλος αυτή την πραγματικότητα όταν έγραφε: «Έχω σταυρωθή μαζί με τον Χριστόν. Δεν ζω δε πλέον εγώ, αλλά ζη μέσα μου ο Χριστός.» (Γαλάτας Β20). Μέσα του δεν είχε απομείνει τίποτα δικό του. Μέσα του ήταν γεμάτος με τις επιθυμίες, τα σχέδια, τους στόχους, την δύναμη, την χαρά του Χριστού.
Για να καταλάβουμε τούτη την αλήθεια, πολύ βοηθά εδώ το παράδειγμα του μετανάστη. Ξενιτεύτηκε ο μεγάλος αδελφός για ν” αποκατασταθεί στην Αμερική, και να πάρει στην συνέχεια και τους άλλους μαζί του. Και τα κατάφερε. Πλούτισε. Και στέλνει τις προσκλησεις, και λεφτά για τα έξοδα. Σαν πήραν οι άλλοι τις προσκλήσεις και τα λεφτά, εξωτερικά τίποτα δεν άλλαξε, η ίδια φτώχεια. Κάτι όμως τώρα είχε συμβεί. Μια καινούργια ζωή, πλούσια, άνετη, ήταν ετοιμασμένη, κρυμμένη ακόμα γι” αυτούς, κοντά στον μεγάλο αδελφό. Ήταν όμως δική τους, ήταν ένα γεγονός. Φάνηκε και από τα λεφτά και τις προσκλήσεις που τους έστειλε. Πόσο άλλαξε η στάση τους. Οι κόττες, το γαιδουράκι, το χαμόσπιτο, το χωράφι, τα λίγα σκεύη που είχαν, που μέχρι τώρα τα φύλαγαν σαν κόρη οφθαλμού, έχασαν την πρώτη θέση στην καρδιά τους. Πολλά άρχισαν να τα δωρίζουν σε φτωχούς συγγενείς. Τους ήταν πλέον περιττά. Αυτοί, ίσα να περάσουν μέχρι να ετοιμαστούν και να φύγουν. Δεν τους ενδιέφεραν πλέον τα εδώ. Είχαν πεθάνει ως προς τα εδώ. Μια άλλη ζωή τους περίμενε. Αν όμως ακόμα μένανε προσκολλημένοι στα εδώ, δεν θα φεύγανε ποτέ για εκεί, και θα χανόταν στην κακομοιριά.
Είναι παράλογο, αφού πεθάναμε ως προς τον κόσμο, να προσκολλώμεθα πάλι εκεί. Οφείλουμε να είμαστε απένατι του σαν νεκροί, αδρανείς, ακίνητοι, ως μη ενδιαφερόμενοι. Πιστός που ξεσηκώνεται και φανατίζεται για πολιτικά, για ποδόσφαιρα, για τις υποθέσεις του κόσμου, που εξάπτεται με τα γεγονότα του, κάτι δεν πηγαίνει καλά. Η ζωή η δική μας δεν είναι εδώ. Είναι κρυμμένη με τον Χριστό στον Θεό. Την περιμένουμε αυτή την ζωή. Πότε;

Εδάφιο 4
«Όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη».
«Όταν ο Χριστός, που είναι η ζωή μας, φανερωθή, τότε και σεις θα φανερωθήτε μαζί του δοξασμένοι».

Τώρα κάτι λείπει απ” την ζωή μας. Μην περιμένουμε εδώ εκείνη την τέλεια πληρότητα. Έτσι θα φύγουμε απ” αυτή τη γη. Με κάτι μέσα μας που δεν θα ησυχάζει, που δεν θα ικανοποιείται. Έχουμε γευθεί πολλά. Η τέλεια μακαριότητα όμως μας λείπει.
Πότε θα γευθούμε την ζωή στην πληρότητα της; «Όταν ο Χριστός φανερωθή». Στην Παρουσία Του. Είναι τότε που οι ζωντανοί πιστοί θα μεταμορφωθούν, και οι νεκροί πιστοί θ” αναστηθούν. Τι είναι ο Χριστός για μας; Αυτό που είπε στην Μάρθα: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή». Ζωή έχει πάρει τώρα το πνεύμα μας. Τότε θα πάρει και το σώμα μας. Τι θα γίνει τότε, μας το λέγει στο Φιλιππησίους Γ20,21: «Η πατρίδα όμως η δική μας είναι εις τους ουρανούς, απ” όπου και περιμένωμεν Σωτήρα τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος θα μεταμορφώση το ταπεινόν μας σώμα, ώστε να λάβη την ίδια μορφή προς το ένδοξον σώμα του, με την δύναμιν με την οποίαν δύνανται και να υποτάξη τα πάντα εις τον εαυτόν του». Τότε θα γευθούμε τη ζωή στην πληρότητα της. Τώρα, όσο και αν το εσωτερικό μας ανανεώνεται, στενάζουμε κάτω από το βάρος του φθαρτού μας σώματος. Δεν είναι κατάσταση δόξας αυτή που ζούμε τώρα. Μας την στερεί τούτο το «σώμα της ταπείνωσης μας», όπως το αναφέρει ο Λόγος του Θεού.
Και ποιά είναι η δόξα μας; Ότι θα γίνουμε καθ” όλα όμοιοι με τον Κύριο μας.
Τούτα όλα μας φέρνουν στο νου το Α” Ιωάννη Γ2: «Αγαπητοί, τώρα είμεθα παιδιά του Θεού, αλλ” ακόμη δεν έχει φανερωθεί τι θα είμεθα. Γνωρίζομεν όμως, ότι όταν φανερωθή, θα είμεθα όμοιοι με αυτόν, διότι θα τον δούμε όπως είναι. Και όποιος έχει αυτήν την ελπίδα εις αυτόν, αγνίζεται, όπως εκείνος είναι αγνός.»
Το ζήτησε και ο Ίδιος ο Κύριος απ” τον Πατέρα: «Πατέρα, θέλω όπου είμαι εγώ, να είναι μαζί μου και εκείνοι που μου έδωκες» (Ιωάννης ΙΖ24), μαζί Του στην δόξα. Λέγει και στην Αποκάλυψη Γ21: «Εις εκείνον που νικά θα του επιτρέψω να καθήση μαζί μου στον θρόνο μου, όπως και εγώ ενίκησα και εκάθησα με τον Πατέρα μου εις τον θρόνον του.»
Τούτο το γεγονός θα πρέπει να καταλάβει την σκέψη μας. Τι πιό λαμπρό, πιό γοητευτικό, πιό χαροποιό, πιό μόνιμο! Ας το μελετάμε, ας το ερευνάμε στον Λόγο Του, ας το ζητάμε στην προσευχή μας: «Κύριε βοήθησε αυτό το γεγονός να καταλάβει όλο το είναι μας, να γίνει το κίνητρο για το κάθε τι που κάνουμε, να είναι η δύναμη που μας κινεί». «Και όποιος έχει αυτήν την ελπίδα εις αυτόν, αγνίζεται, όπως εκείνος είναι αγνός.» Η προσδοκία τούτου του γεγονότος είναι που θα μας ξεκολλήσει από τα πράγματα της γης αυτής.
Αφού λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, να τι μας προτρέπει στη συνέχεια ο Λόγος του Θεού να κάνουμε, όσο μένουμε ακόμα εδώ στη γη:

Εδάφιο 5
«Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν, και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία».
«Νεκρώσατε λοιπόν ό,τι γήινον είναι μέσα σας, δηλαδή την πορνείαν, την ακαθαρσίαν, το πάθος, την κακήν επιθυμίαν και την πλεονεξίαν, η οποία είναι ειδωλολατρεία».

«Τα μέλη υμών τα επί της γης». Ποιά είναι αυτά τα μέλη, που μας καλεί να τα νεκρώσουμε, να τα αδρανοποιήσουμε; Είναι τα μέλη του σώματος μας, η γλώσσα, τα χέρια, τα μάτια, σαν όργανα της αμαρτίας, σαν όργανα εξυπηρέτησης γηίνων επιθυμιών, απολαύσεων και ηδονών του παλιού μας ανθρώπου, τον οποίον εξουσίαζε απόλυτα η αμαρτία. Στο Ρωμαίους ΣΤ13 μας λέγει: «Μην έχετε τα μέλη σας εις την διάθεσιν της αμαρτίας, σαν όργανα δια το κακόν». Δεν προσφέρω πιά την γλώσσα μου στην αμαρτία για να σπείρει το κακό, ούτε τα χέρια μου ν” αδικήσουν, ούτε τα μάτια μου για να δουν ακάθαρτα πράγματα.
Μπορώ όμως να τα νεκρώσω, να τα ακινητοποιήσω για την αμαρτία, να μη της τα προσφέρω; Τώρα μπορώ, γιατί είμαι νεκρός ως προς την αμαρτία, και μ” αυτόν τον θάνατο έχω ελευθερωθεί απ” αυτόν τον αφέντη, που πρώτα με εξουσίαζε απόλυτα, κάνοντας με ό,τι ήθελε. Τώρα έχω δουλωθεί σ” έναν καινούργιο κύριο, και είναι με την δύναμη την δική Του που μπορώ και αντιτάσσομαι πλέον στον παλιό μου κύριο. Γράφει στην Ρωμαίους Η13: «Εάν δια του Πνεύματος θανατώνετε τας πράξεις του σώματος, τότε θα ζήσετε». Είναι το Πνεύμα του Θεού μέσα μου που μου δίνει τώρα την δύναμη που χρειάζεται, αλλά και το φως να δω τι είναι αμαρτία, τι είναι γήινο.
Τούτο να το τονίσουμε: Δεν πέθανε η αμαρτία, εγώ έχω πεθάνει ως προς την αμαρτία. Η αμαρτία συνέχεια ζητά να αποκαταστήσει την διακοπείσα σχέση, ερεθίζοντας, προκαλόντας, πλανόντας, γοητεύοντας. Εγώ όμως σταθερά της αρνούμαι την χρήση των μελών του σώματος μου, και τα προσφέρω συνεχώς στην δικαιοσύνη του Θεού, να τα χρησιμοποιήσει αυτή.
Και να μια λίστα από γήινες επιθυμίες, αμαρτίες, ως προς τις οποίες θα πρέπει να νεκρώσω τα μέλη μου, για να μη τις υπηρετώ, ή με άλλα λόγια, να νεκρώσω αυτές τις ίδιες μέσα μου:
«Πορνεία»: Είναι η γνωστή μας πορνεία, αλλά η Γραφή αναφέρει και την πνευματική πορνεία, το να πάρω την καρδιά μου απ” τον Θεό που Του ανήκει, και να την δώσω αλλού, σε παιδιά, πρόσωπα στη ζωή μας, πράγματα πολύτιμα του κόσμου τούτου κ.λ.π.
«Ακαθαρσία»: Κάθε ηθικά ακάθαρτος λόγος ή έργο, κάθε τι που δεν μπορεί να σταθεί στην άγια παρουσία του Θεού.
«Πάθος»: Είναι κάθε στο οποίο δένεται η καρδιά μας (δουλειά, καριέρα, χόμπυ, ποδόσφαιρο, πολιτική, κ.λ.π.).
«Επιθυμία κακή»: Είναι η επιθυμία προσώπου ή πράγματος που ανήκει στο πλησίον μας, είναι γενικά η επιθυμία στην υπηρεσία του κακού.
«Πλεονεξία»: Είναι η χωρίς μέτρο και συγκράτηση προσκόλληση στα χρήματα, και γενικά σε κάποιο από τ” αγαθά του παρόντος κόσμου, που ξεκινά από υπερβολική εκτίμηση της αξίας του. Τούτη η εκτίμηση κάνει τον πλεονέκτη να κινητοποιείται με ακαταπόνητο δραστηριότητα, και ολοένα αυξανόμενο πόθο προς κατάκτηση όσο το δυνατόν περισσοτέρων από τα αγαθά τούτα, οδηγούμενος έτσι σε πνευματική ειδωλολατρεία. Ο πλεονέκτης είναι ειδωλολάτρης, διότι την αγάπη και τον πόθο της καρδιάς του, που οφείλει στον Θεό, τα παρέχει εις τα επίγεια πλούτη, από τα οποία δεσμεύεται μέχρι σημείου που δεν μπορεί να σκεφθεί και να ποθήσει τίποτα το πνευματικό.
Kαι συμπληρώνει στο Εφεσίους Ε5: «Δια τούτο να ξέρετε, ότι κάθε πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, δηλαδή ειδωλολάτρης, δεν έχει κληρονομίαν εις την βασιλείαν του Χριστού και Θεού». Να πως μπορεί κάποιος σήμερα να είναι ειδωλολάτρης. Ευχαριστούμε τον Θεό διότι μπορεί να σπάσει και αυτά τα δεσμά της καρδιάς, αρκεί ο άνθρωπος να καταλάβει και να καταδικάσει την πλεονεξία του.
«Νεκρώσατε λοιπόν ό,τι γήινον είναι μέσα σας, δηλαδή την πορνείαν, την ακαθαρσίαν, το πάθος, την κακήν επιθυμίαν και την πλεονεξίαν, η οποία είναι ειδωλολατρεία». Το γιατί πρέπει να ο κάνουμε αυτό μας το λέγει το εδάφιο 6:

Εδάφιο 6
«Δι” α έρχεται η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας».
«Ένεκα των οποίων έρχεται η οργή του Θεού επάνω εις τους απειθείς ανθρώπους».

«Υιοί απειθείας», είναι ο κόσμος, που διέπεται από ένα πνεύμα απείθειας προς τον Θεό. Είναι το πνεύμα που τον κυβερνά, η αμαρτία. Αμαρτία είναι η απείθεια στην Θεία εντολή. Αυτό στον κόσμο δεν είναι κάτι που γίνεται σποραδικά, μεμονωμένα, αλλά συστηματικά, μόνιμα. Γι” αυτό ο Λόγος του Θεού τους ονομάζει εδώ, γιούς, γεννήματα της απείθειας. Π.χ. «υιός απείθειας» είναι όποιος δεν δέχεται τον τρόπο σωτηρίας έτσι όπως τον έχει ορίσει ο Θεός. Τούτος παραβαίνει συνειδητά συγκεκριμένη εντολή του Θεού.
Πάνω σ” αυτούς είναι τώρα η οργή του Θεού. Το πως εκδηλώνεται αυτή η οργή μας το εξηγεί στο Ρωμαίους Α24-32: Τους έχει παραδώσει ο Θεός δια των επιθυμιών των καρδιών αυτών, σε ακαθαρσία, σε πάθη ατιμίας, σε αδόκιμο νου. Έτσι εξηγείται η αυτοκαταστροφή, η αυτογελοιοποίηση στην οποία σπεύδουν.
Και μένει τώρα για τον πιστό η ερώτηση: «Εγώ που γεύθηκα την χάρη και την αγάπη του Θεού, να κάνω πράγματα που Τον εξοργίζουν; Να είναι αυτή η ανταπόδοση μου στις ευεργεσίες Του»; Ή, «Με συμφέρει αυτό; Να ξανακυλισθώ στον βούρκο απ” όπου μ” εβγαλε – και με τι κόστος;» Είναι αυτό που μας θυμίζει στο επόμενο εδάφιο.

Εδάφιο 7
«Εν οις και υμείς περιεπατήσατε ποτε, ότε εζήτε εν αυτοίς».
«Αυτά ακολουθούσατε και σεις κάποτε, όταν εζούσατε αυτήν την ζωήν».

«Εν οις»: Εις τα οποία αμαρτήματα.
Στο Τίτο Γ3 μας θυμίζει: «Κάποτε είμαστε και εμείς ανόητοι, απειθείς, επλανώμεθα, είμαστε δούλοι επιθυμιών και διαφόρων ηδονών, εζούσαμε εις την κακίαν και τον φθόνον, άξιοι μίσους και εμισούσαμε ό ένας τον άλλον». Αυτή ήταν η προτέρα μας ζωή, από εκεί μας έβγαλε. Μη γένοιτο να επιστρέψουμε πάλι εκεί.
Ας το διαβάσουμε πάλι προσεκτικά το εδάφιο: «Εν οις και υμείς περιεπατήσατε ποτε, ότε εζήτε εν αυτοίς». Όταν ζεις ανάμεσα στον κόσμο, όταν ανακατεύεσαι στο πνεύμα τους, τότε, σε λίγο, θα οδηγηθείς να περπατάς στους ίδιους δρόμους, οι επιθυμίες τους και τα σχέδια τους θ” αρχίσουν να σε κατευθύνουν, θα γίνεις πάλι «υιός απειθείας». Σαν τον Λωτ στα Σόδομα. Γι” αυτό ο Λόγος του Θεού μας παραγγέλει να εξέλθουμε απ” τον κόσμο. Όπως ο Αβραάμ, που έμενε απέναντι, στα υψώματα, μακρυά τους.

Εδάφιο 8
«Νυνί δε απόθεσθε και υμείς τα πάντα, οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών».
«Αλλά τώρα αποβάλατε και σεις όλα αυτά, την οργήν, τον θυμόν, την κακίαν, την δυσφήμησιν, την αισχρολογίαν του στόματος».

«Και υμείς»: Και εσείς όπως και οι άλλοι χριστιανοί.
«Νυνί δε απόθεσθε»: Τώρα βγάλτε από πάνω σας.
«Τώρα». Γιατί τώρα; Γιατί τώρα που μας ελευθέρωσε ο Χριστός από την αμαρτία μπορούμε. Πρώτα δεν μπορούσαμε, και να θέλαμε. Όπως με τους Ισραηλίτες στην Αίγυπτο. Τον νόμο Του τους τον έδωσε σαν τους έβγαλε από κει, όχι πριν, γιατί στην Αίγυπτο είχαν άλλον αφέντη, τον Φαραώ, και ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει δύο αντίθετους αφέντες. Για να μπορεί να υπακούει στον Θεό, θα πρέπει πρώτα να ελευθερωθεί από την αμαρτία. Υπακοή στον νόμο του Θεού, κάτω απ” τον ζυγό της αμαρτίας, είναι ματαιοπονία, αγώνας δυσβάστακτος, που στο τέλος σε λυγίζει.
«Απόθεσθε»: Όχι, «απόφευγε να το κάνεις», «πρόσεξε το», αλλά, «πέταξε εντελώς από πάνω σου», «βγάλτο από πάνω σου όπως βγάνεις το ακάθαρτο ρούχο».
Στο Εφεσίους Δ22 μας λέγει: «Πρέπει ν” αποβάλετε τον παλαιόν άνθρωπον της προτέρας σας ζωής, ο οποίος φθείρεται από τας απατηλάς επιθυμίας».
Στο Εβραίους ΙΒ1 μας παραγγέλει: «Ας αποτινάξωμεν κάθε βάρος και την αμαρτίαν η οποία εύκολα μας εμπλέκει».
Απ” ότι φαίνεται απ” το εδάφιο μας, και απ” αυτά που διαβάσαμε προηγουμένως, ο πιστός είναι στο στάδιο του καθαρισμού. Με το που ήρθε στον Χριστό, δεν σημαίνει ότι έφυγαν με μιας όλα αυτά τα κακά από μέσα του. Αν ήταν έτσι, δεν θα χρειαζόταν να μας κάνει προτροπές ο Λόγος του Θεού, σαν αυτές εδώ. Γι” αυτό μη παραξενευόμαστε, ούτε και ν” απορρίπτουμε αδερφούς.
Να τ” αποβάλουμε όλα αυτά, μη κρατήσουμε τίποτα. Στη συνέχεια τ” απαριθμεί:
«Θυμός», πιό πολύ είναι το εσωτερικό συναίσθημα της καρδιάς, και «οργή», η εκδήλωση του.
«Βλασφημία» είναι να βλάπτω την καλή φήμη του άλλου, με τα λόγια μου, ή την στάση μου γενικά. Πχ. να κοτσομπολεύω το ελάττωμα του αδελφού μου, να διαδίδω την πτώση του.
«Κακία» είναι ένα δηλητήριο στην καρδιά, που θέλει το κακό του άλλου. Είναι η στρεβλότητα και η πονηριά.
«Αισχρολογία» είναι οι άσεμνοι και ρυπαροί λόγοι, που μπορούν να λέγονται και σαν αστεία, και σαν ανέκδοτα. Για τα λόγια που βγαίνουν απ” το στόμα μας, η Γραφή μας παραγγέλει στο Εφεσίους Δ29: «Σαπρός (βρωμερός) λόγος να μην εξέρχεται απ” το στόμα σας αλλά μόνον καλός, δια να οικοδομήσει εκεί που υπάρχει ανάγκη και να ωφελήσει εκείνους που θα τον ακούσουν.» Στο Εφεσίους Ε4 μας λέγει επίσης: «Πορνεία δε και ακαθαρσία ή πλεονεξία ούτε να αναφέρεται μεταξύ σας, καθώς πρέπει εις αγίους, ούτε αισχρότης και μωρολογία ή ευτράπελα πράγματα, τα οποία δεν είναι πρέποντα, αλλά μάλλον ευχαριστία.»
Για να καθαρίσει το στόμα, θα πρέπει πρώτα να καθαρίσει η καρδιά, γιατί από εκεί πηγάζουν όλα.

Eδάφια 9,10
«Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ” εικόνα του κτίσαντος αυτόν».
«Μη λέτε ψέμματα ο ένας εις τον άλλον, αφού έχετε αποβάλει τον παλαιόν άνθρωπον με τας πράξεις του, και έχετε ενδυθή τον νέον, ο οποίος ανανεούται εις επίγνωσιν κατά την εικόνα του Δημιουργού του».

Μπορεί οι πιστοί να λένε ψέμματα μεταξύ τους; Ναι, όταν λένε πως αγαπάνε, χωρίς αυτό να φαίνεται στην πράξη, όταν δίνουν υποσχέσεις που δεν προτίθενται να πραγματοποιήσουν, όταν λένε υπερβολές, όταν δεν θέλουν ν” αναγνωρίσουν κάτι κακό που έκαναν ή είπαν.
Σαν λόγο να μη λέμε ψέμματα εδώ προβάλει το ότι έχουμε αποβάλει τον παλαιό άνθρωπο με τις πράξεις του, και έχουμε ντυθεί τον νέο. Το να λέω ψέμματα είναι το να θέλω να ξαναφορέσω τον παλιό άνθρωπο. Το ψέμμα είναι ένας από τους καρπούς της αμαρτίας του παλιού ανθρώπου.
Στο Εφεσίους Δ25 σαν λόγο να μην λέμε ψέμματα αναφέρει το ότι ο ένας είμαστε μέλος του άλλου: «Δια τούτο αποβάλατε το ψεύδος και ομιλείτε την αλήθειαν ο καθένας με τον πλησίον του, διότι είμεθα μέλη ο ένας του άλλου.» Και είναι παράλογο και καταστροφικό στο ίδιο σώμα τα μέλη να ψεύδονται, και ν” απατούν το ένα το άλλο.
Στο Αποκάλυψη ΚΒ15 σαν λόγο να μη λέμε ψέμματα αναφέρει το ότι θα χάσουμε την αιώνια ζωή, την σωτηρία της ψυχής μας: «Έξω τα σκυλιά, οι μάγοι και οι πόρνοι, οι φονηάδες και οι ειδωλολάτρες, και καθένας που αγαπά και κάνει το ψεύδος».
Τούτα τα εδάφια μας αναφέρουν την βασική αλλαγή που έχει γίνει με μας τους πιστούς: «Απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον». Έχουμε ξεντυθεί τον παλιό άνθρωπο, και έχουμε φορέσει τον νέο.
«Παλαιός άνθρωπος» είναι η ξεπεσμένη φύση που κληρονομήσαμε απ” τον Αδάμ. Είναι ο άνθρωπος καθώς τον κυβερνά ένα πνεύμα εγωιστό, ατομιστικό, στασιαστικό απέναντι στον Θεό. Τούτον τον ξεντυθήκαμε όταν τον σταυρώσαμε μαζί με τον Χριστό. Και τον αποθέσαμε όλον, όχι μέρος του, μαζί με τα έργα του τα πονηρά. Τίποτα δεν κρατήσαμε απ” την παλιά ζωή, τίποτα που ν” ανήκε σ” αυτόν τον άνθρωπο.
«Νέος άνθρωπος» είναι η ζωή ακριβώς του Χριστού, την οποία το Πνεύμα αναπαράγει μέσα μας. Είναι οι πόθοι Του, τα σχέδια Του, η χαρά Του, η αγιότητα Του, όλη Του η ηθική ζωή, αλλά και η σωματική, που θα την ντυθούμε και αυτή τότε στην Παρουσία Του. Είναι όλη Του η δοξασμένη ύπαρξη, που μας είναι δοσμένη, και την βιώνουμε κάθε μέρα και πιό πολύ, κάθε μέρα και πληρέστερα στην πράξη.
Πότε ενδυθήκαμε τον «νέον άνθρωπο»; Θα μας το πεί στο Γαλάτας Γ27: «Όσοι εβαπτισθήκατε εις τον Χριστόν, έχετε ενδυθή τον Χριστόν». Τούτο έγινε μια για πάντα, τότε. Τα αποτελέσματα όμως στην πράξη φαίνονται σιγά σιγά, όχι με μιάς. Είναι όπως το χωράφι. Σαν σπείρεις το σπόρο, περιμένεις σιτάρι, το χωράφι δεν είναι πλέον ένας χέρσος τόπος, όπως ήταν πριν, με χορτάρια και αγκάθια. Τώρα πλέον είναι σταροχώραφο, και ας μη βλέπεις τίποτα ακόμα. Μέσα του έχει δεχθεί τον σπόρο, την δύναμη που θα φέρει την ζωή, τα στάχυα με τον σπόρο. Περίμενε μέχρι τον Μάη, και τότε θα το δεις ντυμένο, σ” όλη του την μεγαλοπρέπεια. Από την στιγμή που το έσπειρες, είναι πλέον σταροχώραφο «εν δυνάμει». Στην Β” Κορινθίους Ε17 θα μας πει: «Εάν κανείς είναι εν Χριστώ, αυτός είναι καινούργιο δημιούργημα. Τα αρχαία επέρασαν, έχουν γίνει όλα καινούργια». Άγιοι γινόμαστε με μιάς. Στη πράξη όμως τούτο αποκαλύπτεται σιγά σιγά. Σαν ο πατέρας δέχθηκε τον άσωτο, τούτος με μιας έγινε γιός, ισότιμος με τον άλλο γιό, τον μεγαλύτερο. Στην πράξη όμως σιγά σιγά έκοψε ό,τι κακές συνήθειες του είχαν μείνει ακόμα απ” την προηγούμενη ζωή του.
Τούτος ο νέος άνθρωπος έχει αυτό το χαρακτηριστικό, διαρκώς «ανακαινούται», «ανανεώνεται» («τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ” εικόνα του κτίσαντος αυτόν»). Σήμερα έχει γίνει κάτι καινούργιο μέσα μου, κάτι έχει προστεθεί από τον χαρακτήρα του Χριστού. Η χθεσινή μου εικόνα είναι πλέον παλαιά για μένα. Στην Β” Κορινθίους Δ16 θα μας πει: «Ο εσωτερικός μας άνθρωπος ανακαινίζεται μέρα με την ημέρα». Είναι εκείνες οι θαυμάσιες αλλαγές που το Πνεύμα κάνει μέσα μου, τις πιο πολλές φορές αθόρυβα, και χωρίς εγώ να το καταλαβαίνω. Η ζωή του πιστού δεν είναι στατική, είναι μια συνεχής ανανέωση. Με το φως και την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ο πιστός διακρίνει και αποβάλλει συνεχώς τα του παλιού ανθρώπου, και φορά την ζωή του Χριστού. Για παράδειγμα, ερεθίζομε. Αυτό είναι του παλιού ανθρώπου. Το καταδικάζω με όλη μου την καρδιά, και ζητώ δύναμη από τον Κύριο να φύγει από πάνω μου. Και νάτη, γρήγορα ή αργότερα, η γλυκύτητα και η ανεκτικότητα του Ιησού ήλθαν μέσα μου, αρκεί εγώ να είμαι σ” αυτή την καταδικαστική θέση συνεχώς, όποτε υψώνεται μέσα μου ο ερεθισμός. Ξεντύθηκα το ένα, φόρεσα το άλλο. Αν ο πιστός κάπου σταματήσει, κάτι δεν πηγαίνει καλά. Όπως το ποδήλατο, που αν σταματήσει, θα πέσει.
Να προσέξουμε που στοχεύει, προς τα που τείνει αυτή η διαρκής ανανέωση μέσα μας: «Και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ” εικόνα του κτίσαντος αυτόν». Η πρόοδος μας συντελείται προς την πλευρά της «επίγνωσης του Θεού», της βαθειάς γνώσης του προσώπου του Θεού, των σχεδίων Του, των νόμων Του, καθώς μας τ” αποκαλύπτει στον Λόγο Του. Ο Κύριος είπε: «Αυτή είναι η αιώνια ζωή: το να γνωρίζουν σε (Πατέρα), τον μόνον αληθινόν Θεόν και τον Ιησούν Χριστόν, τον οποίον έστειλες». Αυτή η γνώση, όταν συνοδεύεται με υπακοή, είναι η ζωή για τον άνθρωπο. Καταλαβαίνουμε από εδώ ποιά η ανάγκη μας για τον Λόγο του Θεού. Ήταν και η προσευχή του Παύλου: «Να σας δώσει ο Θεός του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Πατέρας της δόξης, πνεύμα σοφίας και αποκαλύψεως δια να τον γνωρίσετε βαθειά…».
Και από το άλλο μέρος, αν ο Λόγος του Θεού είναι αυτό που καθαρίζει την καρδιά, όπως είπε ο Κύριος στο Ιωάννης ΙΕ, χωρίς βαθειά γνώση αυτού του Λόγου, καθαρισμός δεν γίνεται. Πόσα πράγματα που πρώτα τα θεωρούσαμε σωστά, και σπεύδαμε να τα κάνουμε, τώρα τα γνωρίσαμε ότι εργαζόταν μόνο την καταστροφή μας! Στο νου του πιστού θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μια διαρκής ανανέωση. «Μη συμμορφώνεσθε με το πνεύμα του κόσμου τούτου αλλά να μεταμορφώνεσθε δια της ανακαινίσεως του νου σας, ώστε να διακρίνετε ποιό είναι το θέλημα του Θεού…», μας παραγγέλει στο Ρωμαίους ΙΒ2.
Για μας υπάρχει μια εικόνα, ένα πρότυπο που είναι να το φθάσουμε: «Και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ” εικόνα του κτίσαντος αυτόν». Είναι η εικόνα του Δημιουργού μας. Εκεί ήταν να φθάσουμε, μια πορεία, μια εξέλιξη που σταμάτησε λόγω της πτώσης του Αδάμ, και ξανάρχισε με τον Ιησού Χριστό, που έφθασε την ανθρώπινη φύση εκεί ακριβώς. Αυτό το θαύμα που τώρα γίνεται μέσα μας, και κάποτε στον χρόνο, τότε στην Παρουσία Του, θα γίνει και στο σώμα μας, εκεί ακριβώς μας οδηγεί, θα μας κάνει απόλυτα όμοιους μ” αυτή την εικόνα, την εικόνα του Δημιουργού μας. Το Άγιο Πνεύμα παίρνει αυτή την ξεπεσμένη, την παραμορφωμένη εικόνα που εμφανίζεται στον καθένα μας, λόγω της κληρονομιάς του Αδάμ, και θα τη φθάσει εκεί που την προορίζει ο Θεός. Η εικόνα του Χριστού, του Θεού, θα μορφωθεί, στην τελειότητα της, μέσα στον καθέναν από μας. Πόσο πρέπει να εμβαθύνουμε σ” αυτή την εικόνα! Κάτι που συνέχεια έλεγε για τον εαυτόν Του ο Κύριος ήταν τούτο: «Γνωρίζω τον Πατέρα» (Ιωάννης Ι15). Είναι και η δική μας υψίστη ανάγκη, να γνωρίσουμε βαθειά τον Πατέρα.

Εδάφιο 11
«Όπου ουκ ένι Eλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά πάντα και εν πάσι Χριστός».
«Τώρα δεν υπάρχει πλέον Έλλην και Ιουδαίος, περιτμημένος και απερίτμητος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος ελεύθερος, αλλά ο Χριστός είναι τα πάντα και εις πάντας».

«Όπου»: Σ” αυτόν τον νέο άνθρωπο. Εδώ δεν υπάρχουν διακρίσεις σε εθνικότητες, σε θρησκείες, διακρίσεις κοινωνικής τάξης, διακρίσεις πολιτισμού και εκπαίδευσης. («Βαρβάρους» ονόμαζαν όσους δεν μιλούσαν Ελληνικά. Τους Σκύθες τους θεωρούσαν χειρότερους απ” τους βαρβάρους. Ο Ιώσηπος αναφέρει ότι τους θεωρούσαν περίπου σαν τα κτήνη).
Και από το άλλο μέρος, ουδείς αποκλείεται από αυτή την νέα κοινωνία.
Στην Εκκλησία του Χριστού δεν υπάρχουν διακρίσεις, γιατί όλοι οι πιστοί τείνουν στην εικόνα του Χριστού. Αυτός είναι γι” αυτούς η εθνικότητα τους, η θρησκεία τους, η καταγωγή τους, το αξίωμα τους, τα πάντα. Είναι και ο στόχος: «Πάντα εν πάσι Χριστός». Ο Χριστός να γίνει σε όλους εμάς τα πάντα. Οι δικές Του επιθυμίες να μας κυβερνούν, τα δικά Του συναισθήματα να μας δονούν, η δική Του αγάπη να φλέγει την καρδιά μας, οι δικές Του σκέψεις να καταλαμβάνουν τον νου μας, το δικό Του φέρσιμο να υπαγορεύει την συμπεριφορά μας. Ο Χριστός μέσα μας, μόνος Σωτήρας και Κύριος, η μόνη μας ελπίς, η ζωή μας η ίδια, το Α μας και το Ω μας. Σε μας τους πιστούς έχει φύγει κάθε άλλη διάκριση, και γνωριζόμαστε μόνο σαν μέλη του σώματος Του, της Εκκλησίας Του, «του συμπληρώματος εκείνου που γεμίζει τα πάντα εν πάσι», όπως μας αναφέρει στο Εφεσίους Α23. Αφού ο Χριστός είναι το παν μέσα μου και μέσα σου, πως μπορούμε να έχουμε διαφορές; Ή, για να θυμηθούμε λίγο το εδάφιο Γ9, πως μπορούμε να ψευδόμαστε ο ένας στον άλλον;
Στην συνέχεια μας περιγράφει αναλυτικά αυτόν τον νέο άνθρωπο, την νέα αυτή στολή που φοράμε.

Εδάφια 12,13
«Ενδύσασθε ουν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι, σπλάγχνα οικτιρμού, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν, ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι εαυτοίς εάν τις προς τινα έχη μομφήν. Καθώς και ο Χριστός εχαρίσατο υμίν, ούτω και υμείς.»
«Ενδυθήτε λοιπόν, σαν εκλεκτοί του Θεού, άγιοι και αγαπημένοι, φιλευσπλαγχνίαν, αγαθότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν, ανεχόμενοι ο ένας τον άλλον και συγχωρούντες ο ένας τον άλλον, εάν έχη κανείς παράπονον εναντίον άλλου. Όπως και ο Χριστός σας συγχώρησε, έτσι και σεις.»

Η στολή δείχνει την θέση και το αξίωμα αυτού που την φορά. Η δική μας θέση ειναι: «Εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι».
Το «εκλεκτός» δεν υπονοεί προορισμό. Μας εξέλεξε, μας ξεχώρισε απ” τον κόσμο, γιατί Τον πιστέψαμε. Αυτό ήταν το κριτήριο που είχε βάλει, η πίστη. Να θυμηθούμε το Ρωμαίους Α16: «Το ευαγγέλιον του Χριστού είναι δύναμη του Θεού προς σωτηρίαν δια κάθε άνθρωπον που πιστεύει». Κάθε ένας που πιστεύει, και αυτό είναι κάτι που ανήκει στον άνθρωπο, είναι «εκλεκτός» Του, Τον ξεχωρίζει από τον κόσμο. Αυτός ο άνθρωπος είναι πλέον «άγιος», ξεχωρισμένος, δηλαδή, για τον Θεό, αφιερωμένος στον Θεό. «Άγιος» είναι κάθε μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, ευθύς ως ο Θεός τον προσθέσει σ” αυτήν, όπως ήταν και εδώ οι Κολοσσαείς, παρόλες τις ατέλειες τους, που υπονοούνται με τα όσα λέει εδώ ο Παύλος. Ήταν «δυνάμει» άγιοι, κάτι που σιγά σιγά θα πραγματοποιόταν και στην πράξη. Ήταν και «αγαπημένοι» του Θεού. Ο Κύριος είπε: «Πατέρα τους αγάπησες καθώς αγάπησες εμένα» (Ιωάννης ΙΖ23). Πρώτα ήταν εχθροί του Θεού.
Αυτή είναι τώρα η θέση μας, «εκλεκτοί άγιοι και αγαπημένοι του Θεού». Τι ένδοξη στολή εξυπακούεται από μια τέτοια θέση! Ας την δούμε: «Ενδυθήτε λοιπόν, σαν εκλεκτοί του Θεού, άγιοι και αγαπημένοι, φιλευσπλαγχνίαν, αγαθότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν, ανεχόμενοι ο ένας τον άλλον και συγχωρούντες ο ένας τον άλλον, εάν έχη κανείς παράπονον εναντίον άλλου. Όπως και ο Χριστός σας συγχώρησε, έτσι και σεις.» Αυτές είναι οι αρετές του νέου ανθρώπου. Μια καρδιά που φλέγεται από αγάπη για τον πλησίον της, έτοιμη πάντα να συγχωρήσει. Μια καρδιά με αγάπη όχι μόνο παθητική, αλλά και ενεργητική. Μια καρδιά που φέρεται στον συνάνθρωπό της καθώς ο Χριστός φέρθηκε σ” αυτήν, αυτό είναι το αιώνιο μέτρο, το πρότυπο.
Και μη ξεχνάμε, όσο όμορφη εικόνα παρουσιάζεις όταν φοράς όλη την στολή σου, τόσο άσχημη δείχνεις όταν έχεις παραλείψει ένα κομμάτι της, το πουκάμισσο για παράδειγμα, ή το παντελόνι. Έτσι και τούτη την στολή χρειάζεται να την φορέσεις όλη, όχι μόνο μέρη της. Δεν μπορεί ν” ανέχεσαι τον άλλον, αλλά να μην φοράς την πραότητα. Είναι σαν να έχεις ντυθεί επίσημα, και να μην έχεις φορέσει τις κάλτσες, για να μη πούμε το παντελόνι. Τι άσχημο θέαμα παρουσιάζεις τότε!
Να σταθούμε λίγο στα κομμάτια αυτής της στολής;
«Σπλάγχνα οικτιρμών»: Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη μας βοηθά να καταλάβουμε τι εννοεί εδώ ο Λόγος του Θεού.
«Ανεχόμενοι αλλήλων». Είναι από το άνω + έχω. Τον έχω άνω, επάνω μου, τον υπό + φέρω. Βαστάω τα βάρη, τα προβλήματα, τις ανάγκες του. Ζητώ να τα μάθω. Δεν ξεπερνώ τούτη μου την υποχρέωση, με το να αδιαφορώ να τα μάθω. Όσο και αν σκοτεινιάσει η εικόνα του στην συνείδηση μου από κάποια του αδυναμία, κάποια κακή κρίση που έκαναν γι” αυτόν, τούτο ποτέ δεν στέκεται αιτία ν” αδιαφορήσω γι” αυτόν. Ανέχομαι τις αδυναμίες του, δεν τις κάνω αιτία κουτσομπολιού και κριτικής, ούτε αιτία να σταματήσω να του κάνω το καλό. Ο Θεός έχει αναθέσει τον έναν μας στον άλλον. Και τι χαρά φέρνει μέσα μας τούτη η υπηρεσία σαν την κάνουμε με την καρδιά μας! Στο Εφεσίους Δ2 συμπληρώνει κάτι: Όχι απλώς «ανεχόμενοι», αλλά «ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη».
Να προσέξουμε και το «αλλήλους». Δεν κάνει διάκριση. Για όλους. Δεν λέγει για εκείνους μόνον που μου είναι συμπαθείς.
Να προσέξουμε και το «χαριζόμενοι εαυτοίς», «συγχωρούντες ο ένας τον άλλον». Δεν λέγει «αλλήλους», αλλ” «εαυτοίς». Ο αδελφός μου είναι κομμάτι απ” τον εαυτόν μου, αφού όλοι εμείς εν Χριστώ είμαστε ένα.
Από τα ανωτέρω υπονοείται ότι, ενδεχομένως θα υπάρχουν διαφορές και έριδες μεταξύ μας. Μη ξεχνάμε, όλοι υπό καθαρισμό είμαστε. Να θυμηθούμε τον ερεθισμό μεταξύ του Παύλου και του Βαρνάβα. Χαρακτηριστικό του πιστού η ταχύτητα με την οποία τακτοποιεί τις διαφορές του.
Ειδικά για την συγχωρητικότητα, μας παραπέμπει στο παράδειγμα του Κυρίου. Ο Κύριος και αν δεν είχε παράπονο εναντίον μας! Η συγχώρηση είναι κάτι το δύσκολο μερικές φορές, γιατί δεν μιλάμε εδώ για κείνη την τυπική, την ψυχρή συγχώρηση, αλλά την συγχώρηση με όλη την καρδιά. Και να μη ξεχνάμε αυτό που λέγει στο Μάρκος ΙΑ26: «Εάν δεν συγχωρήτε, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήση τας αμαρτίας σας».
Και όταν ζητάμε απ” τον Θεό συγχώρηση, μας την δίνει αμέσως, χωρίς εξευτελιστικές δοκιμασίες, ούτε υπό όρους, χωρίς ταλαντεύσεις, και εξ ολοκλήρου. Και δεν τις θυμάται πλέον τις αμαρτίες μας. Μας φέρεται από δω και πέρα σαν να μην είχαμε αμαρτήσει ποτέ. Κατ” αυτόν τον τρόπο οφείλουμε και μεις να συγχωρούμε τους αδελφούς μας.

Εδάφιο 14
«Επί πάσι δε τούτοις την αγάπην, ήτις εστί σύνδεσμος της τελειότητος».
«Επάνω δε απ” όλα αυτά να ενδυθήτε την αγάπην, η οποία είναι σύνδεσμος της τελειότητος».

Η αγάπη είναι το πανωφόρι σ” αυτή την στολή. Είναι το επίσημο μας ένδυμα, που αποτελεί και το διακριτικό γνώρισμα της Χριστιανικής μας ιδιότητας. Είναι το κίνητρο και ο στόχος για το κάθε τι («επί πάσι»). Είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, αλλά και το θεμέλιο της Βασιλείας στην οποία ανήκουμε. Είναι η μόνη μας οφειλή στον κόσμο: «Σε κανένα να μη χρωστάτε τίποτε, παρά το να αγαπάτε αλλήλους» (Ρωμαίους ΙΓ8).
Την αγάπη την ονομάζει εδώ «σύνδεσμο της τελειότητος». Είναι διότι αυτή δένει, σαν ένας κρίκος, όλες τις άλλες χριστιανικές αρετές, σ” ένα τέλειο σύνολο. Χωρίς αυτήν, οι άλλες δεν προσφέρουν τίποτα. Τους λείπει η αρμονία και η σύσφιξη, ώστε να παράγουν τέλειο έργο, αρεστό στον Θεό, και οικοδομητικό στην Εκκλησία και στον κόσμο. Είναι σαν τα εξαρτήματα μια μηχανής αποσυνδεδεμένα απ” αυτήν. Έτσι αποσυνδεδεμένα, δεν μπορούν να παράγουν κανένα έργο, είναι άχρηστα. Αν λείψει ο σύνδεσμος, όλα διαλύονται, και δεν προσφέρουν τίποτα. Είναι σαν να κτίσεις τοίχο με τούβλα χωρίς την λάσπη που τα ενώνει. Πόσο καθαρά το αναφέρει στο Α” Κορινθίους ΙΓ. Χωρίς την αγάπη όλα τα χαρίσματα μηδενίζονται, αχρηστεύονται.

Εδάφιο 15
«Και η ειρήνη του Θεού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών, εις ην εκλήθητε εν ενί σώματι. Και ευχάριστοι γίνεσθε».
«Και η ειρήνη του Θεού, εις την οποίαν έχετε καλεσθή σαν ένα σώμα, ας κυριαρχή εις τις καρδιές σας και να γίνεσθε ευγνώμονες».

Τούτη η ειρήνη είναι στόχος και αποτέλεσμα στη ζωή του πιστού.
«Βραβευέτω». Είναι ένα ρήμα που χρησιμοποιόταν συχνά στους Ολυμπιακούς, και στους άλλους αγώνες. Σημαίνει, κανονίζω, διευθύνω ένα πρόσωπο που τρέχει, μέχρι να φθάσει στο τέρμα. Με άλλα λόγια, η ειρήνη να είναι η διευθύνουσα αρχή μέσα στις καρδιές σας. Μέσα στην ψυχή ξεσηκώνονται ταραχές και εξάψεις, σαν να ήταν εκεί μέσα μαζεμένο ένα πλήθος ανθρώπων. Υπάρχει ανάγκη κάποιος να προϊσταται εκεί μέσα, σαν διαιτητής μεταξύ των συναγωνιζομένων, και να διατηρεί τις διάφορες δυνάμεις της σε τάξη και γαλήνη. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να εξασφαλίσει αδιατάρακτον την εσωτερική γαλήνην της ψυχής, όσο η ειρήνη, που παρέχει ο Θεός. Είναι η ειρήνη που προέρχεται από την αίσθηση της παρουσίας Του, και την βεβαιότητα πως μας αγαπά, και θα καλύψει, σαν Πατέρας μας που είναι, την κάθε ανάγκη μας. Είναι δώρο δικό Του τούτη η ειρήνη. Εμείς, όσο και αν αγωνιστούμε, δεν μπορούμε να την φέρουμε μέσα μας. Είναι και το χαρακτηριστικό των ανθρώπων των δικών Του, έχουν ειρήνη σε κάθε περίσταση, και στην αρρώστεια, και στον κίνδυνο, και στις κάθε φύσεως δυσκολίες και ανέχειες. Φεύγοντας, ο Κύριος είπε στους δικούς Του, «Ειρήνην σας αφήνω, την δική μου ειρήνη σας δίνω. Δεν σας δίνω εγώ όπως σας δίνει ο κόσμος (δηλαδή μια απλή ευχή, λόγια χωρίς αποτέλεσμα)».
Είναι το χαρακτηριστικό της Βασιλείας Του η ειρήνη: «Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι φαγητά και πιοτά, αλλά δικαιοσύνη, ειρήνη και χαρά που χορηγεί το Πνεύμα το Άγιο» (Ρωμαίους ΙΔ17).
Όσο για τις μεταξύ των αδελφών σχέσεις, μη ξεχνάμε, «έχομε καλεσθή σαν ένα σώμα». Στο Εφεσίους Δ3 μας παραγγέλει: «Να φροντίζετε να διατηρείτε την ενότητα του Πνεύματος δια του συνδέσμου της ειρήνης». Είναι αφύσικο να μην υπάρχει ειρήνη μεταξύ των αδελφών.
«Και ευχάριστοι γίνεσθε». Μη δημιουργείτε βαρειά ατμόσφαιρα ο ένας με τον άλλον, ερεθισμούς. Να είμαστε ευάρεστοι ο ένας προς τον άλλον.
Μπορούμε να το ερμηνεύσουμε και σαν «ευγνώμονες γίνεσθε». Να έχουμε πάντα πνεύμα ευχαριστίας, όχι μεμψιμοιρίας και γογγυσμού. «Κατά πάντα ευχαριστείτε», μας παραγγέλει ο Λόγος Του, γιατί είναι υπόσχεση Του: «Όλα συνεργούν στο αγαθό για κείνους που τον αγαπάνε», άρα για όλα έχουμε λόγο να Τον ευχαριστούμε.
Ίσως όμως να είναι πιό σωστό να το ερμηνεύσουμε σαν «ευχάριστοι γίνεσθε», μια και το καθήκον της ευχαριστίας το αναφέρει στο εδάφιο 17.
Τούτο το «γίνεσθε» υπονοεί συνεχή προσπάθεια και βελτίωση.

Εδάφιο 16
«Ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως εν πάση σοφία. Διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, εν χάριτι άδοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω».
«Ο λόγος του Χριστού να κατοική μέσα σας πλούσια, διδάσκοντες και συμβουλεύοντες ο ένας τον άλλον με πάσαν σοφίαν, με ψαλμούς και ύμνους και ωδάς πνευματικάς, με καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνην, ψάλλοντες εις τον Κύριον».

«Ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως εν πάση σοφία». Το «ενοικώ» δηλώνει μόνιμη διαμονή. Όχι εκείνο το πρόχειρο δεκάλεπτο της μελέτης, έτσι για να εφησυχάσω την συνείδηση μου, και μετά τα ξέχασα όλα. Ο Λόγος του Θεού να κατοικεί μέσα μας σαν κύριος που να μας διευθύνει. Τούτο είναι έργο δικό μου. Θέλει συνεχή και συστηματική μελέτη. Να εξασφαλίσω τις καλλίτερες ώρες μου γι” αυτόν. Να εμβαθύνω με ηρεμία. Τα λόγια του να έχω συνεχώς στην σκέψη μου. Αυτός να μ” εμπνέει, να με οδηγεί. Με αυτά τα λόγια να μιλώ, με αυτά να προσεύχομαι, με αυτά να συμβουλεύω. Είναι κάτι που έκανε συστηματικά ο Κύριος μας. Προσευχόταν αναφέροντας ολόκληρα κομμάτια απ” τον Λόγο του Θεού. Έδινε τις μάχες Του αναφέροντας περικοπές αυτούσιες απ” αυτόν, όπως τότε στην έρημο, στους πειρασμούς, ή στις άλλες δύσκολες στιγμές Του. Έτσι καταλαβαίνεις ότι ο Λόγος του Θεού κατοικεί πλούσια σε κάποιον, δεν φεύγει από την σκέψη του και το στόμα του.
Ο Λόγος του Θεού μπορεί να κατοικεί σε κάποιον, να μην κατοικεί όμως πλούσια, αλλά πτωχά. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι κατοικεί μεν, αλλά δεν έχει μεγάλη δύναμη και επιρροή επάνω του. Ο πιστός δεν τον γνωρίζει καλά. Δεν τον μελετά όπως πρέπει. Δεν τον κυκλοφορεί συνέχεια στην σκέψη του, ώστε να είναι συνεχώς ο φωτεινός οδηγός και ρυθμιστής της διαγωγής του.
Δεν αρκεί όμως να κατοικεί πλούσια, προσθέτει και κάτι άλλο: «Εν πάση σοφία». Μπορεί ο Λόγος του Θεού να κατοικεί άσοφα μέσα σε κάποιον. Ο πιστός να έχη την γνώση του, αλλά να τον χρησιμοποιεί για λόγους πνευματικής επίδειξης, σε συγκρούσεις φανατισμού, προς υποστήριξη προσωπικών θέσεων, και συμφεροντολογικών σκοπών. Να τον χρησιμοποιεί εκεί που δεν πρέπει, μη συνεισφέροντας έτσι στην δόξα του Θεού. Η κακή και ασυνεπής χρήση που γίνεται του Λόγου του Θεού από χριστιανούς, είναι η αιτία που τόσο έχει δυσφημιστεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Ο Λόγος του Θεού θα πρέπει να κατοικεί πλούσια μέσα μας, όχι για να μας κάνει ψυχρούς θεολόγους, αλλά συνετούς, σοφούς χριστιανούς, να μας συνετίζει ώστε να φερόμαστε σαν τέκνα σοφίας. Και αν κάποιος είναι ελλειπής σοφίας, είναι ο ίδιος ο Λόγος Του που μας προσκαλεί να ζητήσουμε από τον Θεό, και ο Θεός θα μας δώσει (Ιακώβου Α5).
«Διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, εν χάριτι άδοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω». Στην κοινή μας πορεία προς τον ουρανό, ο ένας βοηθά τον άλλον, μια και είμαστε ένα σώμα. Εγώ είμαι ο «εαυτός» του αδελφού μου. Να δεχόμστε λοιπόν την διδασκαλία και την νουθεσία των αδελφών. Είναι όπως οι γυναίκες που καλλωπίζονται για κάποια δεξίωση. Με τι χαρά και ευγνωμοσύνη δέχονται τις παρατηρήσεις η μια της άλλης, αν κρεμάει η φούστα, ή αν τους πηγαίνει τούτο ή το άλλο. Όλοι υπό συνεχή καλλωπισμό, υπό συνεχή διόρθωση είμαστε. Εδώ αναφέρει την ψαλμωδία σαν ένα είδος νουθεσίας, σαν ένα είδος διδασκαλίας. Είναι ένας όμορφος, ταπεινός, και ευγενικός τρόπος διδασκαλίας. Περνά ένα πρόβλημα ο αδερφός σου, πρότεινε έναν ύμνο κατάλληλο στην περίπτωση. Βάλσαμο θα γίνει στην αποθαρρυμένη του καρδιά. Είναι σαν να τον διδάσκεις με τα λόγια του ύμνου.
Στο Εφεσίους Ε19 μας παραγγέλει: «Να γεμίζετε με Πνεύμα και να μιλάτε μεταξύ σας με ψαλμούς, ύμνους και άσματα πνευματικά, και να άδετε και ψάλλετε με την καρδιά σας εις τον Κύριον». Η υμνωδία να είναι πλούσια στη ζωή μας, τρόπος ζωής για μας, και να βγαίνει, όχι απλά από το στόμα, αλλά από μια καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη. Είναι η βαθειά γνώση του τι είναι ο Κύριος για μας, και τι έχει κάνει για μας, που μπορεί να γεμίσει την καρδιά μας ευγνωμοσύνη.
Τα πνευματικά τραγούδια στις συντροφιές μας διεγείρουν ευσεβή συναισθήματα, και παρέχουν οικοδομητικές παροτρύνσεις και νουθεσίες.

Εδάφιο 17
«Και παν ό,τι αν ποιήτε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ και πατρί δι” αυτού».
«Και κάθε τι που κάνετε με λόγον ή με έργον, όλα να τα κάνετε εις το όνομα του Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τον Θεόν και Πατέρα δι” αυτού».

«Εν ονόματι Κυρίου Ιησού»: Για λογαριασμόν Του, σαν εκπρόσωπος Του για την υπόθεση Του. Είναι σαν να το έπραττε ο Ίδιος ο Κύριος. Εκείνον ν” απηχεί, Εκείνον ν” αποπνέει αυτό που κάνουμε. Ή τουλάχιστον να μπορεί να το επιδοκιμάσει ο Κύριος.
Απ” αυτό εξυπακούεται πως, ό,τι δεν μπορεί να είναι «εν τω ονόματι Του», να μην το κάνουμε.
«Ευχαριστούντες τω Θεώ και πατρί δι” αυτού». Ευχαριστούντες για ό,τι μας αξιώνει να κάνουμε.
Ο Χριστός πάντα ο μεσίτης.

Εδάφιο 18
«Οι γυναίκες υποτάσσεσθε τοις ανδράσιν, ως ανήκεν εν Κυρίω».
«Οι γυναίκες να υποτάσεσθε εις τους άνδρας σας, καθώς πρέπει εν Κυρίω».

Είναι το καθήκον που έχει αναθέσει ο Θεός στις γυναίκες. Εκτελόντας το, είναι στον Θεό πρώτα απ” όλα που υπακούουν.
Να σημειώσουμε, δεν κάνει διάκριση αν ο άντρας είναι καλός ή κακός. Η υποταγή της γυναίκας θα προσφέρει πολύ περισσότερο από την όποια έξυπνη και συμφέρουσα πρωτοβουλία της, που γίνεται παραμερίζοντας τον άνδρα. Και τούτο διότι, με το να υπακούει στον Θείο νόμο, λύνει τα χέρια του Θεού να ενεργεί στο σπίτι της. Και αυτό είναι το παν. Και από το άλλο μέρος, υπακούοντας σε σκληρό και άδικο άνδρα, είναι ένα μέρος του σχολείου του αγιασμού της.
Περισσότερα πάνω σ” αυτό το θέμα μπορούμε να βρούμε στο Εφεσίους Ε22 και συνέχεια (ιδέ σχετική ανάλυση), Τίτο Β5, Α” Πέτρου Γ1 (ιδέ σχετική ανάλυση).

Εδάφιο 19
«Οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας σας και μη πικραίνεσθε προς αυτάς».
«Οι άνδρες, να αγαπάτε τας γυναίκας σας και μη παροργίζεσθε εναντίον των».

Ο Λόγος του Θεού μας λέγει ότι η γυναίκα είναι «σκεύος ασθενέστερον» (Α” Πέτρου Γ7), δηλαδή, πιό λεπτή, πιο συναισθηματική, πιο ευαίσθητη φύση. Είναι έτσι πλασμένη απ” τον Θεό για να συμπληρώνει τις ελλείψεις του άνδρα, και να υπάρχει αρμονία στο ζευγάρι. Έτσι θα πρέπει να την δεχθεί ο άνδρας, και να μην ζητά απ” αυτή κάτι που εκ φύσεως δεν το έχει. Μη γίνει αυτό αιτία πικρίας και οργής μέσα του, που θα τον οδηγήσει σε πικρό φέρσιμο, σε πικρά λόγια, σε λόγια που πικραίνουν και αποθαρρύνουν την γυναίκα, και την κάνουν ν” αντιδρά μ” εκείνες τις συναισθηματικές της εκρήξεις.
To «αγαπάτε» των ανδρών είναι πιό δύσκολο έργο από το «υποτάσσεσθε» των γυναικών (ιδέ σχετική ανάλυση στο Εφεσίους Ε22 και συνέχεια, και στο Α” Πέτρου Γ7).

Εδάφιο 20
«Τα τέκνα υπακούετε τοις γονεύσι κατά πάντα. Τούτο γαρ εστίν ευάρεστον τω Κυρίω».
«Τα παιδιά, να υπακούετε εις τους γονείς σας καθ” όλα, διότι αυτό είναι ευάρεστον εις τον Κύριον».

Και η υπακοή των παιδιών είναι, πρώτα απ” όλα, καθήκον προς τον Θεό. Και τούτη η υπακοή θα πρέπει να μην είναι επιλεκτική, «κατά πάντα» μας παραγγέλει ο Λόγος Του. Τα παιδιά, πρώτα απ” όλα είναι του Θεού, που τα έχει αναθέσει στους γονείς. Αλλοίμονο αν τα παιδιά δεν μάθουν την υπακοή από το σπίτι τους. Τότε ούτε στον Θεό θα υπακούουν, αλλά και στην εδώ ζωή θα συναντήσουν αξεπέραστα προβλήματα. Ιδέ και Εφεσίους ΣΤ1.

Εδάφιο 21
«Οι πατέρες μη ερεθίζετε τα τέκνα υμών, ίνα μη αθυμώσιν».
«Οι πατέρες, μη εξοργίζετε τα παιδιά σας, δια να μη αποθαρρύνωνται».

Τα ξεσπάσματα οργής πάνω στα παιδιά δεν βοηθούν στην σωστή τους διαπαιδαγώγηση. Όχι ότι ο Λόγος του Θεού δεν συνιστά την αυστηρότητα, την τιμωρία, και τον ξυλοδαρμό ακόμα, αλλά αυτά δεν φέρνουν το ποθούμενο αποτέλεσμα, εάν παρουσιάζονται στην συνείδηση του παιδιού σαν το προσωπικό ξέσπασμα του πατέρα, και όχι σαν το αναγκαίο μέτρο για το καλό τους. Τέτοια ξεσπάσματα οργής το αποθαρρρύνουν το παιδί, το απελπίζουν, και δημιουργούν μέσα του μίσος για τους γονείς. Το ίδιο και λόγια σαν αυτά: «Είσαι άχρηστος», «είσαι τεμπέλης» κ.λ.π. Τούτα τα λόγια κάνουν τα παιδιά να μικροψυχούν, και δεν συνεισφέρουν τίποτα στην βελτίωση τους.
Δεν πρέπει να δημιουργηθεί στο παιδί η εντύπωση ότι το αδικείς, ότι κυττάς μόνο να δώσεις διέξοδο στην οργή σου, ξεσπόντας επάνω του, γιατί τότε πέφτεις στη συνείδηση του, και θα σ” ακούει μόνο όσο σε φοβάται, όσο παρουσιάζεσαι πιο δυνατός απ” αυτό.
Γονιός ο οποίος βρίσκει πάντα σφάλματα στο παιδί του, και που δεν ικανοποιείται ποτέ με τις πράξεις του, αλλά διαρκώς παραπονείται μ” αυτό, και το επιτιμά, και το παροργίζει, επόμενο είναι να το αποθαρρύνει και να συντρίψει μέσα του κάθε φιλοτιμία και διάθεση προς το καλό.

Εδάφιο 22
«Οι δούλοι υπακούετε κατά πάντα τοις κατά σάρκα κυρίοις, μη εν οφθαμοδουλίαις ως ανθρωπάρεσκοι, αλλ” εν απλότητι καρδίας, φοβούμενοι τον Θεόν.»
«Οι δούλοι, να υπακούετε καθ” όλα εις τους κυρίους σας του κόσμου αυτού, όχι για τα μάτια, όπως κάνουν όσοι θέλουν να φανούν αρεστοί εις τους ανθρώπους, αλλά με ειλικρίνειαν της καρδιάς, φοβούμενοι τον Θεόν.»

Το Ευαγγέλιο δεν καταργεί την δουλεία, άλλαξε όμως τις καρδιές, και η δουλεία έπεσε από μόνη της.
Στην θέση των δούλων σήμερα θα βάζαμε κάθε έναν που έχει σχέση υφισταμένου προς κάποιον προϊστάμενον. Ο κάθε πιστός εκεί που βρίσκεται, και στον χώρο της δουλειάς του, υπηρετεί την δόξα του Ουράνιου του Πατέρα. Αυτό πρέπει να έχει κατά νου πρώτα στις σχέσεις του με τον προϊστάμενο του. Έχοντας πνεύμα υπακοής στην δουλειά του, υπακούει τον Θεό που του το ορίζει. Και ο Θεός τον καλεί να υπακούει:
α) «Κατά πάντα». Όχι επιλεκτικά, ό,τι τον συμφέρει, ό,τι τον εξυπηρετεί. Η δουλειά είναι ένα καθήκον, μια οφειλή, σε κείνον που μας αμείβει. Ας μη βλέπουμε μόνο τα δικαιώματα μας, αλλά και τις υποχρεώσεις μας. Και δεν θέτει σαν προϋπόθεση την ποιότητα του χαρακτήρα του κυρίου, ή αν μας αδικεί ή όχι. Η σωστή εργασία είναι για τον πιστό μια πολύτιμη ευκαιρία για μαρτυρία.
β) «Ουχί με οφθαμοδουλείας, ως ανθρωπάρεσκοι, αλλά με απλότητα καρδίας, φοβούμενοι τον Θεόν». Ό,τι κάνουμε το κάνουμε για ν” αρέσουμε στον Θεό, όχι για να κερδίσουμε την εύνοια των ανθρώπων, να δουλωθούμε στα μάτια τους. Προσπαθόντας να κερδίσεις την εύνοια των ανθρώπων, θα οδηγηθείς σε υποκριτικό φέρσιμο, θα κατηγορήσεις συναδέλφους σου, θα αδικήσεις, μπορείς να κάνεις τόσα κακά. Ή, θα εργάζεσαι μόνο όταν σε βλέπουν, απλά για να φανείς εντάξει στα μάτια τους (όπως λέμε, «δουλεύει για τα μάτια»). Στην εργασία σου, στο κάθε τι που κάνεις, ας αρκεί η αίσθηση ότι ενώπιον του Θεού είσαι εντάξει. Τούτο θα σε φυλάξει και από υπερβολές (να δουλέψω πολύ για να φανώ στο αφεντικό, να δουλέψω και την Κυριακή κ.λ.π.), που σε δουλώνουν. Ιδέ και σχόλια στο Εφεσίους ΣΤ5 και συνέχεια.
Προϋπόθεση βέβαια σε όλα τα παραπάνω, ότι οι εντολές των γονέων ή οι διαταγές των κυρίων δεν αντίκεινται στο θέλημα του Θεού.
Μη ξεχνάμε, και από το άλλο μέρος, ότι τούτη η δουλεία είναι προσωρινή. Σαν θα έλθει η Βασιλεία Του, δεν θα υπάρχει δούλος ή ελεύθερος (εδάφιο 11).

Εδάφια 23,24
«Και παν ό,τι εάν ποιήτε, εκ ψυχής εργάζεσθε, ως τω Κυρίω, και ουκ ανθρώποις, ειδότες ότι από Κυρίου απολήψεσθε την ανταπόδοσιν της κληρονομίας. Τω γαρ Κυρίω Χριστώ δουλεύετε».
«Και ό,τι κάνετε, να το κάνετε με την ψυχήν σας, σαν εργασίαν προς τον Κύριον και όχι προς τους ανθρώπους, γνωρίζοντες ότι από τον Κύριον θα πάρετε ως ανταμοιβήν την κληρονομίαν, διότι ο Κύριος Χριστός είναι εκείνος τον οποίον υπηρετείτε.»

Τούτη είναι μια βασική αλήθεια, που αν την αγκαλιάσουμε, και το πιο άσχημο περιβάλλον δουλειάς, γίνεται όμορφο, και με πολύ ενδιαφέρον. Είναι ο αγρός που μας έχει βάλλει ο Κύριος να Τον υπηρετήσουμε. Βλέποντας απ” αυτή την άποψη, τα πράγματα αλλάζουν εντελώς όψη. Είναι ο στίβος που μ” έχει βάλλει ο Θεός να τρέξω για να Τον τιμήσω, και να κερδίσω τα στεφάνια μου. Και Κείνος που μετρά ακόμα και τις τρίχες μου, ξέρει που με βάζει. Ας το δεχθώ χωρίς γογγυσμό, με πνεύμα ευχαριστίας, και ας αρχίσω τον αγώνα της πίστης εκεί μέσα. Ας δοθώ ολόψυχα σ” αυτό, όχι με μισή καρδιά. Τι ωραία μαρτυρία, και πόσο μπορεί να χρησιμοποιήσει μια τέτοια μαρτυρία ο Κύριος! Αυτό ισχύει όχι μόνο για την δουλειά, αλλά και στην οικογένεια, στο σχολείο, στον στρατό κ.λ.π.
Από τότε που δεχθήκαμε τον Ιησού Χριστό Σωτήρα και Κύριο στη ζωή μας, Αυτόν τελικά υπηρετούμε στο κάθε τι, και Αυτός είναι που θέλει να είμαστε εκεί που είμαστε. Απ” Αυτόν θα έλθει τελικά και η ανταμοιβή.
Σαν ανταμοιβή στο καλό που υπηρετούμε, είναι η κληρονομιά της Βασιλείας Του. Δούλοι είμαστε που θα κληρονομήσουμε βασιλεία, σαν ισότιμοι γιοί. Αφού γι” αυτήν την Βασιλεία εργαζόμαστε, υπηρετούντες το καλό εκεί που μας έχει βάλει, φυσικό είναι να την κληρονομήσουμε. Η υπακοή μας στους κατά σάρκα κυρίους μας, είναι μια υπηρεσία στο καλό, είναι υποταγή στον Θεό που το έχει ορίσει.
Το κάθε τι που κάνουμε αγιάζεται όταν γίνεται «ως τω Κυρίω», δηλαδή, με σκοπό να δοξασθεί ο Κύριος, και με ελατήριο να συμμορφωθούμε στο θέλημα Του. Και αν είμαστε πιστοί τηρητές των προς τους ανθρώπους υποχρεώσεων μας, τότε ταυτόχρονα, τηρούμε και τις υποχρεώσεις μας προς τον Θεόν.

Εδάφιο 25
«Ο δε αδικών κομιείται ο ηδίκησε, και ουκ εστι προσωποληψία».
«Αλλ” όποιος κάνει το κακό θα λάβη ανάλογα προς το κακό που έκανε και δεν υπάρχει προσωποληψία».

Η δικαιοσύνη του Θεού είναι αληθινή δικαιοσύνη, όχι σαν την ανθρώπινη. Εδώ δεν θα ληφθεί υπ” όψιν πρόσωπο ανθρώπου. Στο Δευτερονόμιο Ι 17, αποκαλύπτοντας μας μια πλευρά του χαρακτήρα του Θεού, λέγει: «Κύριος ο Θεός σας είναι Θεός των θεών, και Κύριος των κυρίων, Θεός μέγας, ισχυρός, και φοβερός, ουκ αποβλέπων εις πρόσωπον, ουδέ λαμβάνων δώρον».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4

Εδάφιο 1
«Οι κύριοι το δίκαιον και την ισότητα τοις δούλοις παρέχεσθε, ειδότες ότι και υμείς έχετε Κύριον εν ουρανοίς»
«Οι κύριοι, να δίνετε το δίκαιον και το ίσον εις τους δούλους σας, γνωρίζοντες ότι και σεις έχετε Κύριον εις τους ουρανούς».

«την ισότητα»: Την φροντίδα και τα μέσα που ανταποκρίνονται σ’ αυτά που σας προσφέρουν.
Όπως βλέπομε, το ευαγγέλιο δεν καταργεί τον θεσμό της δουλείας, αλλάζοντας όμως τις καρδιές, έκανε την δουλεία να πέσει από μόνη της.

Εδάφιο 2
«Τη προσευχή προσκαρτερείτε, γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία,»
«Εις την προσευχήν να επιμένετε σταθερά, και να γρηγορήτε εις αυτήν με ευχαριστίαν,»

«Τη προσευχή προσκαρτερείτε», γιατί έχει υποσχεθεί ότι, «ό,τι αν ζητήσετε από τον Πατέρα εις το όνομα μου, θα σας το δώσει» (Ιωάννης ΙΕ16). Μόνο που στο κάθε τι υπάρχει η ώρα του Θεού. Μη αποκάμομε και σταματήσομε την προσευχή, μέχρι να έλθει εκείνη η ώρα.
«Γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία». Αγρύπνια στην προσευχή και πάντα με πνεύμα ευχαριστίας γιατί ο Ουράνιος Πατέρας σίγουρα θα δώσει «αγαθά» (Λουκάς Ζ11) στα παιδιά Του. Από το άλλο μέρος, όλη μας η ζωή, και κάθε καλό που έχομε είναι δώρο δικό Του αυτή η σκέψη μας κρατά σε συνεχή ευχαριστία.
«προσκαρτερείτε, γρηγορούντες»: Η προσευχή είναι έργο, και μάλιστα επίπονο. Ο Λόγος του Θεού μας καλεί να μην αποκάμομε.

Εδάφιο 3
«προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ο Θεός ανοίξη ημίν θύραν λόγου, λαλήσαι το μυστήριον του Χριστού, δι’ ο και δέδεμαι,»
«να προσεύχεσθε δε συγχρόνως και για μας, δια να μας ανοίξη ο Θεός πόρτα του λόγου, δια να κηρύξωμεν το μυστήριον του Χριστού, δια το οποίον και είμαι εις την φυλακήν,»

«προσευχόμενοι άμα και περί ημών»: Μπορούμε να συμμετέχομε στο έργο των αδελφών με την προσευχή μας. Ο Παύλος ένοιωθε την ανάγκη των προσευχών των αδελφών.
«ίνα ο Θεός ανοίξη ημίν θύραν λόγου». Θα μπορούσε να ζητήσει προσευχές για την απελευθέρωση του από την φυλακή. Τούτο όμως για τον εργάτη του Θεού ήταν δευτερεύον προείχε το έργο του. Και την φυλακή την θεωρούσε χώρο να μιλήσει για το ευαγγέλιο, γι’ αυτό ζητούσε προσευχές για «θύρα λόγου»: Να του εμπιστευθεί ο Θεός ευκαιρίες, να προετοιμάσει καρδιές ν’ ακούσουν το ευαγγέλιο, ν’ ανοίξει ο Θεός θύρα λόγου εκεί που ο Σατανάς αγωνίζεται να την κρατήσει κλειστή, να απομακρύνει κάθε εμπόδιο.
Από τούτο το αίτημα του Παύλου φαίνεται η βαρύτητα του έργου της προσευχής και στο κήρυγμα του ευαγγελίου.
«λαλήσαι το μυστήριον του Χριστού»: Είναι το θέμα του ευαγγελίου, ένα μυστήριο κρυμμένο από τους αιώνες, που τότε είχε αποκαλυφθεί. Τούτο το μυστήριο είναι η σωτηρία δια πίστεως στο λυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού, που προσφέρεται απ’ τον Θεό σε κάθε άνθρωπο που θα πιστέψει (Ρωμαίους Γ22).
«δι’ ο και δέδεμαι». Η επιστολή εγράφηκε από την φυλακή της Ρώμης, όπου ο Παύλος ήταν φυλακισμένος σαν κήρυκας του ευαγγελίου του Χριστού το 61-63 μ.Χ.

Εδάφιο 4
«ίνα φανερώσω αυτό ως δει με λαλήσαι.»
«ώστε να φανερώσω αυτό καθώς πρέπει να το πω».

Δεν ήταν στόχος του Παύλου να κηρύξει δυναμικά το ευαγγέλιο, να συγκινήσει με τα λόγια του, να αποστομώσει τους εναντίον με τα επιχειρήματα του, να δημιουργήσει εντυπώσεις. Εκείνο που τον «έκαιγε» ήταν να πει το ευαγγέλιο «καθώς πρέπει να το πω», όπως ο Θεός ήθελε να το πει, χωρίς ανθρώπινη σοφία και ρητορισμούς, για να μη χαθεί η δύναμη του ευαγγελίου. Και να το πει άφοβα.
Στους Κορινθίους θα γράψει ότι κήρυττε το ευαγγέλιο, «όχι με σοφία λόγου, για να μη ματαιωθεί ο σταυρός του Χριστού» (Α’ Κορινθίους Α17).
Ίσως εδώ είχε υπ’ όψιν του την απολογία που θα έδινε σε λίγο εμπρός στους δικαστές του.
Και ο πιο δόκιμος κήρυκας του ευαγγελίου έχει την ανάγκη των προσευχών των αδελφών, για να το κηρύττει όπως πρέπει, και να του δίνει ο Θεός ευκαιρίες.

Εδάφιο 5
«Εν σοφία περιπατείτε προς τους έξω, τον καιρόν εξαγοραζόμενοι.»
«Συμπεριφέρεσθε προς τους έξω με σοφίαν, επωφελούμενοι του χρόνου που έχετε».

Ο Κύριος είπε: «Να, εγώ σας αποστέλλω σαν πρόβατα εν μέσω λύκων να γίνεσθε λοιπόν φρόνιμοι σαν τα φίδια, και απλοί σαν τα περιστέρια» (Ματθαίος Ι16). Μιλά για σοφία στο φέρσιμο μας προς τον κόσμο έξω. Πολλά λάθη έχουν γίνει, και συχνά η μαρτυρία έχει δυσφημισθεί, από άσοφο φέρσιμο. Και χρειάζεται ιδαίτερη σοφία προς τους έξω, πιο πολύ απ’ ότι στους αδελφούς μας, γιατί ο κόσμος έξω δεν είναι έτοιμος να συγχωρήσει το όποιο λάθος μας, αντίθετα, θα το μεγαλώσει, θα το εξογκώσει προς βλάβην του ευαγγελίου.
Ο κόσμος έξω δεν ξέρει κηρύγματα, ούτε το ευαγγέλιο, ούτε τον Κύριο Ιησού Χριστό. Εκείνο που ξέρει είναι αυτό που βλέπει συνεχώς εμπρός του, την συμπεριφορά, την ζωή των πιστών, και από δω μόνον βγάζει τις κρίσεις του. Αν δει ασυνέπεια ή υποκρισία, μετά δεν πείθεται ό,τι κι αν του πεις για το ευαγγέλιο.
Και αν σε κάποιον λείπει η σοφία, ο Λόγος Του μας παραγγέλει: «Εάν κάποιος από σας είναι ελλειπή σοφίας, ας ζητεί από τον Θεό που δίνει σε όλους, και δεν ονειδίζει και θα του δοθεί» (Ιακώβου Α5).
Πάνω στα χαρακτηριστικά της σοφίας που δίνει ο Θεός θα μας πει στο Ιακώβου Γ17: «Η σοφία που έρχεται από πάνω, πρώτα μεν είναι καθαρή, μετά ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, πλήρης ελέους και καλών καρπών, αμερόληπτος και ανυπόκριτος».
Σοφία σημαίνει: Η μετά μαθήσεως γνώση και πείρα για τα πράγματα της ζωής. Η γνώση των αιτίων και των σκοπών. Δεξιότητα, ικανότητα στα ζητήματα του καθημερινού βίου, σωστές επιλογές, αποφυγή περιττών κινδύνων, ορθοφροσύνη, ορθή κρίση, πρακτική φρόνηση, σύνεση. Στο Κολοσσαείς Γ16 μας παραγγέλει: «Ο λόγος του Χριστού ας κατοικεί μέσα σας πλούσια με κάθε σοφία».
«τον καιρόν εξαγοραζόμενοι». Στο Εφεσίους Ε16 θα μας πει: «Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, διότι οι ημέρες είναι πονηρές».
Την ερμηνεία του «τον καιρόν εξαγοραζόμενοι» την δίνει το Γαλάτας ΣΤ10: «Ενόσω έχομεν καιρό (ευκαιρίες), ας εργαζόμαστε το καλό προς όλους, ιδαίτερα προς τους ομοπίστους μας».
Ο χρόνος είναι αγαθό που μας έχει παραχωρήσει ο Θεός να το διαχειριστούμε προς δόξαν Του. Ο Ίδιος έχει ετοιμάσει και τα καλά έργα, τις ευκαιρίες για καλό, για να περπατήσομε σ’ αυτά (Εφεσίους Β10). Μέριμνα δική μας, να μην χάνομε αυτές τις ευκαιρίες. Είναι οι 12 ώρες της ημέρας, που λέει στο Ιωάννη ΙΑ9, που όσο περπατάμε σ’ αυτές, και δεν θελήσομε από φόβο για την ζωή μας να προσθέσομε μια 13η, τις φωτίζει το Θείο θέλημα. Είναι, δηλαδή, ο χρόνος που μας έχει παραχωρηθεί από τον Θεό, και το έργο που έχομε να κάνομε σ’ αυτόν τον χρόνο.
Χρειάζεται προσοχή εκ μέρους μας, «διότι οι ημέρες είναι πονηρές». Υπάρχει, δηλαδή, ένα πονηρό σχέδιο που μας οδηγεί στο χάσιμο του χρόνου και των ευκαιριών για το καλό, που μας δίνονται μέσα σ’ αυτόν, απασχολόντας μας σε μάταια πράγματα. Για παράδειγμα, για να αυξηθεί η κατανάλωση δημιουργούν συνεχώς ανάγκες στην ζωή μας, ανάγκες για πράγματα όχι απαραίτητα, αλλά ούτε και ωφέλιμα. Τούτο μας οδηγεί συνεχώς να τρέχομε, να αγοράσομε, να βελτιώσομε, να προσθέσομε, με συνέπεια ο χρόνος μας να εξαντλείται σ’ αυτά, η καρδιά μας να παγιδεύεται, η διάθεση μας να βαραίνει, και οι ευκαιρίες που μας δίνει ο Θεός να εργασθούμε το έργο Του, αντί για χαρά να μας δημιουργούν βάρος, και να προσπαθούμε να τις αποφύγομε.

Εδάφιο 6
«Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πως δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι».
«Ο λόγος σας να είναι πάντοτε με χάριν (χαριτωμένος), αρτυμένος με αλάτι, και να ξέρετε πως πρέπει να απαντάτε εις τον καθένα.»

Τούτα είναι καρπός της σοφίας που χαρίζει ο Θεός σε όσους την ζητάνε.
«Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι». Για τον Κύριο είχαν παρατηρήσει ότι ήταν «γεμάτος από χάρη και αλήθεια» (Ιωάννης Α14), καρπός της πληρότητας του Πνεύματος μέσα Του.
«Χάρις» γενικά είναι η κάθε καλή ιδιότητα, το αντίθετο του «ελάττωμα». Είναι η ευμενής διάθεση, η καλωσύνη, η εύνοια, κάθε τι που είναι προς όφελος.
Το «εν χάριτι» για κάποιον σημαίνει και, να μην είναι βαρύς, καταθλιπτικός, να «ψυχοπλακώνει», καθώς κοινά λέγεται. Στο Εκκλησιαστής Ι12 θα μας πει: «Οι λόγοι του στόματος του σοφού είναι χάρις».
Στο Εφεσίους Δ29 μας λέγει: «Σαπρός λόγος να μη εξέρχεται από το στόμα σας αλλά μόνον καλός, δια να οικοδομήσει εκεί που υπάρχει ανάγκη και να ωφελήσει εκείνους που θα τον ακούσουν». Τούτο το εδάφιο είναι η καλλίτερη ερμηνεία του «εν χάριτι». Δηλαδή, να λέμε λόγια που θα ωφελούν, θα φέρουν κάποιο καλό αποτέλεσμα σ’ αυτούς που τ’ ακούνε.
«άλατι ηρτυμένος». Είναι και αυτό επεξήγηση του «εν χάριτι». «Αρτυμένος με αλάτι» σημαίνει, να έχει νοστιμιά, ηθική νοστιμιά, να είναι ηθικά ευχάριστος. Εδώ αλάτι είναι το αλάτι της φρόνησης.
«ειδέναι πως δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι». Στο Α’ Πέτρου Γ15 θα μας πει: «Να είσθε πάντοτε έτοιμοι προς απολογίαν εις τον καθένα, που θα σας ζητήσει λόγον για την ελπίδα που έχετε μέσα σας, αλλά να το κάνετε με ευγένεια και σεβασμόν».
Δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες. Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται ειδική απάντηση, γι’ αυτό χρειαζόμαστε την σοφία που δίνει το Πνεύμα. «Ενί εκάστω»: Σύμφωνα με τον σκοπό, τον χαρακτήρα και το πνεύμα αυτού που ερωτά.

Εδάφιο 7
«Τα κατ’ εμέ πάντα γνωρίσει υμίν Τυχικός ο αγαπητός αδελφός και πιστός διάκονος και σύνδουλος εν Κυρίω,»
«Όλα τα σχετικά με εμέ θα σας τα γνωρίση ο Τυχικός, ο αγαπητός αδελφός και πιστός διάκονος και σύνδουλος εν Κυρίω,»

Από τούτα τα λόγια φαίνεται πόσο ο Παύλος ύψωνε και τιμούσε τους συνεργάτες του.
Τρεις οι τίτλοι του Τυχικού: «Αγαπητός αδελφός», «πιστός διάκονος», «σύνδουλος εν Κυρίω».
«Όλα τα σχετικά με εμέ». Αυτά, τα θέματα που τον αφορούσαν προσωπικά, (η φυλάκιση, η υγεία, οι ανάγκες του), δεν τα έκρινε τόσο σοβαρά να τα γράψει στην επιστολή, και τα άφησε στον Τυχικό, να τα αναφέρει αυτός προφορικά.
«Σύνδουλος εν Κυρίω». Όλοι όσοι υπηρετούν το έργο του Θεού, όποια θέση κι αν κατέχουν, είναι «σύνδουλοι εν Κυρίω», όλοι ίσοι δούλοι του ενός Κυρίου.
Ο Τυχικός ήταν ένας από τους πιστούς συνεργάτες του Παύλου, που ήταν κοντά του κατά την πρώτη του φυλάκιση, όταν έστειλε την επιστολή στους Κολοσσαείς.

Eδάφιο 8
«ον έπεμψα προς υμάς εις αυτό τούτο, ίνα γνω τα περι υμών και παρακαλέση τας καρδίας υμών,»
«τον οποίον έστειλα σε σας, δι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπόν, δια να μάθει νέα σας και να σας ενθαρρύνει».

Πως φαίνεται η μέριμνα του Παύλου για τις εκκλησίες, και μέσα στην φυλακή που ήταν! Στερήθηκε τις υπηρεσίες του Τυχικού, για να φροντίσει την εκκλησία στις Κολοσσαίς.
«και να σας ενθαρρύνει». Είναι ένα κομμάτι από το έργο μας, η ενθάρρυνση, η παρηγορία των αδελφών.

Εδάφιο 9
«συν Ονησίμω τω πιστώ και αγαπητώ αδελφώ, ος εστιν εξ υμών πάντα υμίν γνωριούσι τα ώδε».
«Θα είναι μαζί του και ο Ονήσιμος, ο πιστός και αγαπητός αδελφός, ο οποίος είναι συμπατριώτης σας. Αυτοί θα σας πληροφορήσουν πως έχουν τα πράγματα εδώ».

Ο Ονήσιμος ήταν δούλος του Φιλήμονα απ’ τις Κολοσσαίς, προς τον οποίον ο Παύλος έγραψε την ομώνυμη επιστολή, που είχε δραπετεύσει απ’ τον κύριο του, και είχε καταφύγει στην Ρώμη, όπου συνάντησε τον Παύλο και πίστεψε. Αυτός είναι το θέμα της επιστολής προς Φιλήμονα. Από δραπέτης δούλος, που δεν ξέρομε τι ειχε κάνει στον κύριο του Φιλήμονα, τώρα, που γνώρισε και δέχθηκε το ευαγγέλιο, επιστρέφει «πιστός και αγαπητός αδελφός»

Εδάφιο 10
«Ασπάζεται υμάς Αρίσταρχος ο συναιχμάλωτος μου, και Μάρκος ο ανεψιός Βαρνάβα, περί ου ελάβετε εντολάς εάν έλθη προς υμάς, δέξασθε αυτόν,»
«Σας χαιρετά ο Αρίσταρχος, ο οποίος είναι μαζί μου εις την φυλακήν, και ο Μάρκος ο ανηψιός του Βαρνάβα – δια τον οποίον ελάβατε ήδη εντολάς, εάν έλθει προς εσάς, να τον δεχθείτε».

Ο Αρίσταρχος ήταν Ιουδαίος από την Θεσσαλονίκη, που συνόδευε τον Παύλο στις περιοδείες του, και ήταν συναιχμάλωτος του στην φυλακή στην Ρώμη. Μάλλον δεν ήταν αυτός φυλακισμένος, αλλά τον υπηρετούσε στην φυλακή. Λέγεται ότι εμαρτύρησε επί Νέρωνος στην Ρώμη.

Εδάφιο 11
«και Ιησούς ο λεγόμενος Ιούστος, οι όντες εκ περιτομής, ούτοι μόνοι συνεργοί εις την βασιλείαν του Θεού, οίτινες εγενήθησαν μοι παρηγορία».
«και ο Ιησούς, ο καλούμενος Ιούστος. Αυτοί είναι οι μόνοι από τους Ιουδαίους χριστιανούς, που έγιναν συνεργάτες μου δια την βασιλείαν του Θεού, και μου εστάθηκαν παρηγοριά».

«και μου εστάθηκαν παρηγοριά». Πόσο ανάγκη είχε ο Παύλος την ενθάρρυνση των αδελφών!
Aυτοί οι τρεις ήταν οι μόνοι Ιουδαίοι συνεργάτες του Παύλου τον καιρό αυτό που ήταν στην Ρώμη.

Εδάφιο 12
«Ασπάζεται υμάς Επαφράς ο εξ υμών, δούλος Χριστού, πάντοτε αγωνιζόμενος υπερ υμών εν ταις προσευχαίς, ίνα στήτε τέλειοι και πεπληρωμένοι εν παντί θελήματι Θεού»
«Σας χαιρετά ο Επαφράς, ο συμπατριώτης σας. Είναι δούλος του Χριστού, ο οποίος πάντοτε αγωνίζεται για σας εις τας προσευχάς του, δια να σταθήτε τέλειοι και πλήρεις εις όλον το θέλημα του Θεού».

«πάντοτε αγωνιζόμενος υπερ υμών εν ταις προσευχαίς»: Ένα κομμάτι του έργου μας, η προσευχή για τους αδελφούς. Και είναι δύσκολο έργο, αγώνας. Αγώνας με την αποθάρρυνση, την απογοήτευση, και όλα τα εμπόδια που βάζει ο Διάβολος, για να μην κλίνουν συστηματικά τα γόνατα σε προσευχή. Αγώνας με την σάρκα, την βαρυθυμία της, την τεμπελιά της. Αγώνας με τις τόσες μέριμνες που μας πολιορκούν, και μας αφαιρούν τον χρόνο και την σκέψη.
Το «αγωνιζόμενος» εκφράζει και το θερμόν και επίπονον της προσευχής του, προσευχόταν με πόνο, με την καρδιά του, και επέμενε στην προσευχή. Καρπός και τούτο της αγάπης που βάζει ο Θεός στον έναν για τον άλλον μας.
«δια να σταθήτε τέλειοι και πλήρεις εις όλον το θέλημα του Θεού»: Το αίτημα μας για τους αδελφούς, η πλήρης συμμόρφωση με το θέλημα του Θεού, με όλο το θέλημα του Θεού, που είναι η ζωή μας. Όλα τα άλλα έρχονται μετά, είναι ο Κύριος που τα προσθέτει.
«εις όλον το θέλημα του Θεού»: Και στο σύνολο του, και σε κάθε του λεπτομέρεια, και την πιο ελάχιστη, όπως μας παρουσιάζεται την κάθε στιγμή

Εδάφιο 13
«μαρτυρώ γαρ αυτώ ότι έχει ζήλον πολύν υπέρ υμών και των εν Λαοδικεία και των εν Ιεραπόλει.»
«Διότι ομολογώ δι’ αυτόν, ότι δείχνει πολύν ζήλον για σας και δι’ όσους βρίσκονται εις την Λαοδίκειαν και εις την Ιεράπολιν.»

«Ζήλος» είναι η θερμή αγάπη, το θερμό ενδιαφέρον, που εκδηλώνεται με συγκεκριμένα έργα, και δεν μένει μια απλή επιθυμία, απλά λόγια.
Η Λαοδίκεια και η Ιεράπολις ήταν πόλεις της Φρυγίας σε απόσταση περίπου 10 χιλιομέτρων μεταξύ τους, και άλλο τόσο από τις Κολοσσαίς.

Εδάφιο 14
«Ασπάζεται υμάς Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός και Δημάς».
«Σας χαιρετά ο Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός, και ο Δημάς».

Ο Λουκάς φαίνεται να βοήθησε πολύ τον Παύλο και σαν γιατρός, τόσο τον ίδιο, όσο και την μαρτυρία για το ευαγγέλιο με τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στον κόσμο.
Χαρακτηριστικό, ότι δεν δίνει κανέναν χαρακτηρισμό στον Δημά. Στο Φιλήμονα 24 τον ονομάζει «συνεργός», αλλά εδώ απλώς τον αναφέρει. Ίσως είχαν εκδηλωθεί τα πρώτα σημάδια, που οδήγησαν τελικά τον Δημά να εγκαταλείψει τον Παύλο και το έργο του Θεού «αγαπήσας τον παρόντα κόσμο», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παύλος στην τελευταία του επιστολή, την δεύτερη προς Τιμόθεο, στο Δ10.

Εδάφιο 15
«Ασπάσασθε τους εν Λαοδικεία αδελφούς και Νυμφάν και την κατ’ οίκον αυτού εκκλησίαν»
«Χαιρετήστε τους αδελφούς που βρίσκονται εις την Λαοδίκειαν, και τον Νυμφάν και την εκκλησίαν του σπιτιού του».

«την κατ’ οίκον αυτού εκκλησίαν». Αυτή ήταν η μορφή των πρώτων εκκλησιών, συγκεντρώσεις σε σπίτια.

Εδάφιο 16
«και όταν αναγνωσθή παρ’ υμίν η επιστολή, ποιήσατε ίνα και εν τη Λαοδικέων εκκλησία αναγνωσθή, και την εκ Λαοδικείας ίνα και υμείς αναγνώτε.»
«Όταν διαβάσετε την επιστολήν, φροντίστε να διαβασθή και εις την εκκλησίαν των Λαοδικαίων και να διαβάσετε και σεις την επιστολήν από την Λαοδίκειαν».

Πιθανόν να είχε γράψει ο Παύλος επιστολή και στην Λαοδίκειαν, που σήμερα δεν την έχομε.
Η Λαοδίκεια είναι μια από τις 7 εκκλησίες της Αποκάλυψης, που κατεστράφη ολοκληρωτικά το 1402 μ. Χ., και σήμερα, απ’ αυτή την μεγαλόπολη, την πρωτεύουσα της Φρυγίας, διασώζεται μόνο το όνομα της σαν ανάμνηση, και μερικά ερείπια που οι Τούρκοι τα ονομάζουν Εσκή Χισσάρ. Έτσι πραγματοποιήθηκε πλήρως η απειλή του Αποκάλυψη Γ10.

Εδάφιο 17
«Και είπατε Αρχίππω βλέπε την διακονίαν ην παρέλαβες εν Κυρίω, ίνα αυτή πληροίς.»
«Να πήτε εις Άρχιππον: «Πρόσεχε την υπηρεσίαν που παρέλαβες εν Κυρίω, δια να την εκπληρώνης».

«είπατε Αρχίππω». Τα μέλη της Εκκλησίας θα πρέπει να θυμίζουν στους διακόνους τα καθήκοντα τους, εάν τα αμελούν.
Ίσως ο Άρχιππος να είχε κάποια πολύ σοβαρή διακονία στην εκκλησία στις Κολοσσαίς.
«Την διακονίαν ην παρέλαβες εν Κυρίω». Είναι ο Κύριος που του εμπιστεύθηκε αυτή την διακονίαν. Ίσως λοιπόν να ήταν το δύσκολο της διακονίας, που απαιτείτο η υπενθύμιση, και όχι κάποια αμέλεια εκ μέρους του Αρχίππου.

Εδάφιο 18
«Ο ασπασμός τη εμή χειρί Παύλου. Μνημονεύετε μου των δεσμών. Η χάρις μεθ’ υμών αμήν».
«Ο χαιρετισμός γράφεται με το χέρι εμού του Παύλου. Να θυμάσθε ότι είμαι φυλακισμένος. Η χάρις να είναι μαζί σας. Αμήν.»

«Μνημονεύετε μου των δεσμών». Η μόνη του αναφορά για το προσωπικό του θέμα της φυλάκισης, και πόση λίγη!
«Αμήν»: Αληθώς, να είναι.

Top