Ανάλ. Ευαγ. Ιωάννη(Συνέχεια1)

Επιστροφή

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6

O Κυριος, μετα το περιστατικο με τον παραλυτικο, εφυγε απ’ την Ιερουσαλημ, παρ’ ολο που ακολουθουσαν οι μεγαλες γιορτες του Πασχα και της Πεντηκοστης, γιατι οι Ιουδαιοι, οπως ειδαμε, σχεδιαζαν να Τον σκοτωσουν (Κεφ.5). Επεστρεψε στην Γαλιλαια. Εδω εμεινε απ’ την γιορτη των Πουριμ (Μαρτιος – Κεφαλαιον 5), εως την εορτη της Σκηνοπηγιας (Οκτωβριος – Κεφαλαιον 7), επτα περιπου μηνες. Τα Συνοπτικα Ευαγγελια αναφερουν πολλα θαυματα κατα την διαρκεια αυτης της περιοδου. Ο Ιωαννης ομως δεν αναφερει πολλα απ’ αυτα, διοτι δικος του στοχος ειναι να μας δειξει πως αναπτυχθηκε η απιστια στην Γαλιλαια.

Ο ΧΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΩΝ. Ιωαννης ΣΤ1-13.

“Υστερα απ’ αυτα ο Ιησους εφυγε περαν απο την λιμνη της Γαλιλαιας, δηλαδη της Τιβεριαδος. Και τον ακολουθουσε λαος πολυς, διοτι εβλεπαν τα θαυματα που εκανε εις τους ασθενεις.” (Εδ.1-2)

Ο Κυριος αρχισε εκ νεου το εργο Του στην Γαλιλαια (πολλες λεπτομερειες μας αναφερουν, οπως ειπαμε, τα Συνοπτικα), που χαρακτηριζοταν απο καθημερινα θαυματα, ενω Τον συνοδευαν μεγαλα πληθη.
Καποια στιγμη θελησε “να απελθει”, οπως λεγει το κειμενο. Δηλαδη μαλλον αναζητησε την απομονωση. Και πραγματι, συμφωνα με το Μαρκος Δ30 και Λουκας Θ10, οι Αποστολοι ειχαν μολις σμιξει με τον Κυριο τους, αφου ολοκληρωσαν την πρωτη τους αποστολη, και ο Ιησους επιθυμουσε να τους ξεκουρασει και να περασει λιγο χρονο μαζι τους σε ησυχια. Εκτος απ’ αυτο, συμφωνα με το Ματθαιος ΙΔ13, Αυτος ειχε μολις πληροφορηθει τον φονο του Ιωαννη του Βαπτιστη, και κατω απ’ τις οδυνηρες εντυπωσεις αυτου του νεου, που Του εδωσε ενα προμηνυμα για το πλησιασμα και του δικου Του τελους, χρειαζοταν να συγκεντρωσει τις σκεψεις Του, και να προετοιμασει τους μαθητες Του για το επικειμενο αυτο γεγονος.

“Ο Ιησους ανεβηκε εις το ορος και εκαθοτανε εκει μαζι με τους μαθητας του. Επλησιαζε δε το Πασχα, η εορτη των Ιουδαιων.” (Εδ.3,4)

“Εις το ορος”, δηλαδη εις τα ορεινα. Αφησε την παροχθια πεδιαδα και εκει πανω ζητησε λιγη απομονωση μαζι με τους μαθητας Του.
Το εδαφιο 4 μας αναφερει οτι επλησιαζε το Πασχα. Κανονικα αυτος ο κοσμος θα επρεπε να ηταν στον δρομο προς την Ιερουσαλημ, και ομως ερχοταν προς Αυτον.
Ανημπορος να παει στην Ιερουσαλημ για την γιορτη (Ζ1), και βλεποντας αυτα τα πληθη να σπευδουν προς Αυτον εδω στην ερημια, αναγνωριζει σ’ αυτο το απροσμενο γεγονος κατι που ο Πατερας ετοιμαζε.
Το εδαφιο 4 ειναι το κλειδι της ολης αφηγησης. Ενα Πασχα προκειται να λαβει χωρα εδω, και με τα οσα στην συνεχεια συνεβησαν, ο Κυριος θα τους εξηγησει ποιο ειναι το αληθινο αρνι που θα θυσιασθει καποιο Πασχα για χαρη τους, ετσι που, τρωγοντας την σαρκα Του και πινοντας το αιμα Του να ζησουν.

“Οταν ο Ιησους εσηκωσε τα ματια και ειδε οτι ερχεται σ’ αυτον πολυς κοσμος, λεγει εις τον Φιλιππον, “Απο που θα αγορασωμε ψωμια για να φαγουν οι ανθρωποι αυτοι;”. Αυτο το ειπε δια να τον δοκιμασει (πειραζων αυτον), διοτι αυτος ηξερε τι επροκειτο να κανει. Απεκριθη εις αυτον ο Φιλιππος, “Διακοσιων δηναριων ψωμια δεν αρκουν εις αυτους για να παρη απο λιγο ο καθενας.” (Εδ.5-7)

Ο Κυριος που ηταν στην Καπερναουμ περασε κατ’ ευθειαν απεναντι στην λιμνη με βαρκα. Ο κοσμος που Τον ακολουθουσε ειδε προς τα που κατευθυνθηκε η βαρκα. Ξεκινησαν λοιπον και αυτοι πεζοι, κανοντας τον κυκλο της λιμνης απ’ την βορεινη της πλευρα. Ετσι αρχισαν σιγα σιγα να μαζευονται, βαδιζοντας την αποσταση των 10-20 χιλιομετρων που τους χωριζε.
Συμφωνα με τα Συνοπτικα, ο Κυριος αφησε την απομονωση Του και τους δεχθηκε με εγκαρδιοτητα. Ετσι ενα μερος της ημερας αφιερωθηκε σε διδασκαλια και θεραπειες.
Βλεποντας τοτε τα πληθη, που ειχαν τοσον ζηλον, να αυξανουνε συνεχως (“Πολλοι και πεζη απο ολες τις πολεις μαζευοταν εκει και ηλθαν πριν απ’ αυτους” ΜαρκοςΣΤ33), ο Ιησους νοιωθει εκεινο το αισθημα της βαθειας συμπαθειας που περιγραφουν ο Ματθαιος και ο Μαρκος. Αλλα ενα αλλο αισθημα, του οποιου μονον ο Ιωαννης εχει πιασει το μυστικο, προεχει στην καρδια Του. Ειναι αυτο της χαρας. Αναμφιβολλα, ειχε ποθησει να ειναι μονος και αυτες οι αφιξεις ματαιωναν τον σκοπον Του. Αλλα τοση επιμονη, τοση καρτερια, ειναι γι’ Αυτον μια ακαταμαχητη εκκληση. Συγκινειται, και εισερχεται με προθυμια στην νεα κατασταση που ανοιγεται εμπρος Του. Εδω διακρινει καθαρα μια σκεψη του Πατερα. Ο Πατερας ετοιμαζει γι’ αυτους τους ανθρωπους μια ευωχια, ενα πανηγυρι, και ο Κυριος ειναι ετοιμος ν’ ανταποκριθει με προθυμια στο μερος που Αυτος εχει να κανει.
Διακρινοντας την σκεψη του Πατερα, παιρνει την πρωτοβουλια και απευθυνεται στον Φιλιππο: “Φιλιππε, ειναι φιλοξενουμενοι μας, ειναι εμεις που πρεπει να τους δωσωμε να φανε, το ‘χεις καθολου σκεφθει;” Στα Συνοπτικα μας αναφερεται οτι ταυτοχρονα με τον Κυριο, ειχαν και οι μαθητες αυτη την εγνοια, το τι θα φαει ο κοσμος. Μαλιστα ζητησαν απο τον Κυριο να τους απολυσει, να πανε να βρουν τροφη. Ο Κυριος ομως ειχε ηδη την λυση (Εδ.6). Η σκεψη αυτου που επροκειτο να κανει, ειχε ηδη μορφωθει στο μυαλο Του απο μονη της.
Γιατι ν’ απευθυνεται ειδικα στον Φιλιππο; Να ηταν ο υπευθυνος για την αγορα των τροφιμων; Μαλλον οχι. Το Ιωαννης ΙΓ29 αφηνει να εννοηθει οτι ο υπευθυνος ηταν ο Ιουδας.
Μια αποψη ειναι οτι ο Φιλιππος ειχε εναν διστακτικο και υπερσυντηρητικο χαρακτηρα, και θελησε ετσι ο Κυριος να αλλαξει κατι μεσα του.
Ασχετα ποιος ηταν ο λογος, απ’ αυτη την ερωτηση μπορουμε να συμπερανωμε κατι για τις σχεσεις μεταξυ του Κυριου και των μαθητων Του, καθως επισης και για τον χαρακτηρα του Κυριου και των μαθητων. Πρεπει να βασιλευε μεταξυ τους μια ευχαριστη ατμοσφαιρα, που δεν της ελειπε το χιουμορ. Στο Μαρκο Γ17 μας αναφερεται: “Ιακωβον του Ζεβεδαιου, και Ιωαννην τον αδελφον του Ιακωβου. Και επωνομασεν αυτους Βοανεργες, το οποιον σημαινει “Υιοι βροντης”. Εδω με χιουμορ καυτηριαζει την επιθετικη πλευρα του χαρακτηρα τους (εαν αυτος ηταν τελικα ο λογος που τους ονομασε ετσι). Ο Κυριος θα πρεπει ηταν ευχαριστος, με χιουμορ, και να μην δημιουργουσε βαρεια, καταθλιπτικη ατμοσφαιρα γυρω Του που να σε απωθει. Ηταν “πληρης χαριτος”, οπως μας λεγει ο Ιωαννης στο Α14, και γυρω Του ακτινοβολουσε αυτη η χαρη.
“Πειραζων αυτον”. Δεν εχει την εννοια του πειρασμου, οπως την ξερωμε. Εχει την εννοια της δοκιμασιας. Δοκιμαζε τον Φιλιππο να δει πως θα κανει τους υπολογισμους του, βασιζομενος στην ανθρωπινη λογικη, ή στην πιστη στο προσωπο Του. Και η πιστη του Φιλιππου φαινεται πως ηταν ακομα μικρη, γι’ αυτο εσπευσε να κανει αμεσως τους σωστους λογαριασμους.

“Λεγει εις αυτον ενας απο τους μαθητας του, ο Ανδρεας, ο αδελφος του Σιμωνος Πετρου, “Υπαρχει εδω ενα παιδι που εχει πεντε κριθαρενια ψωμια και δυο ψαρια. Αλλα τι να κανουν αυτα σε τοσους πολλους;” (Εδ.8,9)

Τελικα στην παγιδα που στηθηκε για τον Φιλιππο πεφτει ο Ανδρεας.
Τα κριθαρενια ψωμια χρησιμοποιοταν απ’ τις πτωχοτερες ταξεις.
Ο μικρος ηταν πλανοδιος εμπορος, και ο Αντρεας τον ειχε διακρινει μεσα στο πληθος.

“Ο Ιησους ειπε, “Βαλτε τους ανθρωπους να ξαπλωσουν”. Υπηρχε εκει πολυ χορταρι. Εξαπλωθηκαν λοιπον οι ανδρες, οι οποιοι ησαν περιπου πεντε χιλιαδες.” (Εδ. 10)

Σ’ αυτες τις πενιχρες προμηθειες ο Ιησους ειχε βρει εκεινο που χρειαζοταν, το υλικο στο οποιο η δυναμη που Του ειχε δωσει ο Θεος θα μπορουσε να εργασθει. Ηταν το “λιγο”, που σαν Του το διαθεσει ο ανθρωπος, το ευλογει και το πολλαπλασιαζει.
Τωρα στην δικη Του θεα το συμποσιο εχει προετοιμασθει, το τραπεζι εχει στρωθει: “Κανετε τον κοσμο να καθισει”, λεγει στους μαθητες Του. Και τα πληθη πηραν τις θεσεις τους πανω στον πρασινο ταπητα που η γη ειχε στρωσει, λες και τον ειχε ετοιμασει ειδικα γι’ αυτη την ωρα. Οι ανδρες καθησαν χωριστα, συμποσια, συμποσια – ανα 100 ή ανα 50 – και μονον αυτοι φαινεται οτι μετρηθηκαν. Οι γυναικες και τα παιδια στην Ανατολη παντα κρατουν μια αποσταση σεβασμου απ’ τον επι κεφαλης της οικογενειας και τους καλεσμενους του.

“Επηρε τοτε ο Ιησους τα ψωμια και αφου ευχαριστησε τον Θεο, εμοιρασε εις τους μαθητας, οι δε μαθηται εις τους ξαπλωμενους. Επισης και απο τα ψαρια, οσο ηθελαν.” (Εδ.11).

Αυτη ηταν η πανηγυρικη στιγμη. Ο Ιησους παιρνει αναμεσα σ’ αυτο το πληθος την θεση του πατερα μιας οικογενειας στην ωρα ενος γευματος, και ειδικωτερα σ’ αυτο του Πασχα. Ευχαριστει, σαν τον πατερα που περιβαλλεται απο την οικογενεια του, για τις ευλογιες και τις υποσχεσεις του Θεου. Αυτη η στιγμη φαινεται να εχει εντυπωσιασει ιδιαιτερα τους θεατες. Την αναφερουν και τα τεσσερα Ευαγγελια. Ο κοσμος και οι ιδιοι οι μαθητες φαινεται να εχουν την εντυπωση οτι ηταν αυτη η προσευχη της ευχαριστιας που προκαλεσε την Θεια παντοδυναμια να ενεργησει και εκανε το θαυμα (Εδ.23). Μετα την ευχαριστια, ο Κυριος διανεμει την τροφη, καθως κανει ο πατερας στο Πασχαλινο γευμα.
Η μικρη λεπτομερεια, “οσο ηθελαν”, σχηματιζει μια αντιθεση με τα λογια του Ανδρεα, “αλλα τι να κανουν αυτα σε τοσους πολλους” (εδ.9).

“Οταν εχορτασαν ολοι, λεγει εις τους μαθητας του, “Μαζεψτε τα κομματια που περισσεψαν για να μην χαθει τιποτα”. Εμαζεψαν λοιπον και εγεμισαν δωδεκα κοφινια με κομματια απο τα πεντε κριθαρενια ψωμια που περισσεψαν σε κεινους που ειχαν φαγει”. (Εδ.12-13)

Αυτη η εντολη ειναι η θριαμβευτικη απαντηση στους δειλους υπολογισμους του Φιλιππου και του Αντρεα. Ηταν μια ευλογια που ηλθε μετα την ευχαριστια, και δεν επρεπε να υποτιμηθει ουτε στο ελαχιστο. Γι’ αυτο και ο Κυριος διεταξε και μαζεψαν τα περισευματα.

“Οταν ειδαν οι ανθρωποι το θαυμα που εκανε ο Ιησους, ελεγαν, “Αυτος πραγματικα ειναι ο προφητης που μελλει να ελθει εις τον κοσμον. Ο Ιησους επειδη αντεληφθη οτι επροκειτο να ελθουν και να τον αρπαξουν, δια να τον κανουν βασιλεα, εφυγε παλιν εις το ορος μονος.” (Εδ.14-15)

Εδω ειναι η αρχη της κρισης, την αναπτυξη της οποιας θα παρακολουθησωμε ως το τελος του κεφαλαιου.
Ο Ιησους ειχε δεχθει τα πληθη με ανοικτη αγκαλια. Ειχε κανει μια γιορτη γι’ αυτους. Τουτη η γιορτη ηταν ενα συμβολο εκεινης της αλλης γιορτης – του Πασχα που θα εθυσιαζετο – και που θα τους εξασφαλιζε ενα υψηλοτερο βασιλειο. Κοβοντας και διδοντας ετσι το ψωμι, ειχε συμβολισει εκεινο το δωρο του εαυτου Του, που Αυτος ειχε κανει στο ανθρωπινο γενος. Αλλα αντι να υψωθουν στην ελπιδα και στην επιθυμια ενος τετιου πνευματικου συμποσιου, οι Γαλιλαιοι σκεφτονται μονον το υλικο θαυμα, και στην κατασταση σαρκικης εξαψης που βρισκονται, βλεπουν ηδη σ’ αυτο τα εγκαινια ενος Μεσσιανικου βασιλειου, τετιου οπως μονοι τους το ειχαν πλασει στην φαντασια τους. Μια επιλογη μεταξυ τους ηταν αναγκαια πλεον για τον Ιησου, για να καθαρισει το εργο Του απ’ ολες τις πολιτικες νοθευσεις.
Ο Προφητης τον οποιον τα πληθη νομιζαν οτι ανεγνωριζαν στον Ιησου, εχει παρουσιασθει στο Α21,25 σαν μια προσωπικοτητα ξεχωριστη απ’ τον Μεσσια (ηταν τοτε που εστειλαν να ρωτησουν τον Ιωαννη τον Βαπτιστη για το ποιος ειναι). Αλλα εδω, απο τα εδαφια 14 και 15, φαινεται οτι αρκετοι τον θεωρουσαν οτι ηταν ο ιδιος ο Μεσσιας. Φανταστηκαν οτι μιας και ο κοσμος ειχε ηδη αναγνωρισει τον Ιησου σαν τετιον, δεν μπορουσε παρα να εκδηλωθει και Αυτος επισημα.
“Που μελλει να ελθει”. Ειναι ενας υπαινιγμος στην προφητεια (Δευτ. ΙΗ18), στην οποιαν βασιζοταν η αναμονη για τον ερχομο αυτου του προσωπου.
“Να τον αρπαξουν”. Το σχεδιο τους ηταν να Τον αρπαξουν, εστω και αντιθετα απ’ την θεληση Του, να Τον πανε στην Ιερουσαλημ, και κει να Τον στεψουν βασιληα.
Ο Κυριος ομως το καταλαβαινει, ισως στην συζητηση μαζι τους, ισως βλεποντας τους τροπους του ν’ αλλαζουν, μπορει και απο εσωτερικη πληροφορια. Η κατασταση ειναι πολυ δυσκολη. Εαν απεμακρυνετο αμεσως με τους μαθητας Του, η αναταραχη αντι να ησυχαζε, υπηρχε κινδυνος ν’ απλωθει πλατια στην Γαλιλαια. Εαν απ’ το αλλο μερος παρεμενε εκει, υπηρχε κινδυνος οι μαθητες Του να εμπηρεαζοταν απ’ αυτον τον σαρκικο ενθουσιασμο, ο οποιος θα ευρισκε μεγαλη ανταποκριση στις καρδιες τους. Υπαρχει και η υποψια οτι καποιος απ’ τους δωδεκα, το πιθανωτερο ο Ιουδας, να ειναι πισω απ’ αυτη την υποκινηση του κοσμου. Σε τουτη την υποψια οδηγει ολη η μετεπειτα συμπεριφορα του (προκειται για τον μαθητη που προσκολληθηκε στον Κυριο για την ικανοποιηση μονον σαρκικων φιλοδοξιων).
Για τον Κυριο λοιπον ειναι αναγκαιο να παρει αμεσως μετρα. Και τα παιρνει. Η πρωτη κινηση που κανει ειναι να στειλει πισω τους μαθητες Του, στην αλλη πλευρα της λιμνης, για να τους αποκοψει απο το πληθος. Αυτο φαινεται απο το Ματθαιος ΙΔ22 και Μαρκος ΣΤ45: “Και αμεσως αναγκασε τους μαθητες του να μπουν στο πλοιο και να πανε πριν απ’ αυτον απεναντι, εις την Βηθσαϊδαν, εως οτου αυτος απολυσει τον κοσμον”. Αυτο το “αναγκασε”, εξηγειται μονο απο το γεγονος που αναφερεται στα εδαφια 14,15. Ισως οι περισσοτεροι απο τους Αποστολους ν’ αγνοουσαν την αληθινη αιτια αυτης της αποφασης, που παρθηκε τοσο αιφνιδιαστικα απο τον Κυριο. Μετα απο αυτο, ο Ιησους ηρεμει και απολυει το πληθος, που σκορπιζεται τωρα απο μονο του στην γειτονικη χωρα. Ο Ματθαιος και ο Μαρκος αναφερουν, “και εχοντας απομακρυνει το πληθος, απεσυρθη στο ορος, χωριστα, για να προσυχηθει.”
Μετα απ’ αυτο, μονο ενα μερος του πληθους, σιγουρα το πλεον ενθουσιωδες, παρεμεινε επι τοπου (ιδε εδ.22).

“Οταν εβραδυασε, κατεβηκαν οι μαθηται του εις την λιμνην, εμπηκαν εις πλοιαριον και επηγαιναν προς την απεναντι οχθη της λιμνης εις την Καπερναουμ, ειχε δε πια σκοτεινιασει και ο Ιησους δεν ειχε ελθει και η λιμνη εφουσκωνε, διοτι επνεε δυνατος ανεμος.” (Εδ.16-18)

Τελικα ξεκινησαν το σουρουπο, κατοπιν της εντολης του Κυριου (Ματθ.ΙΔ22, Μαρκ. ΣΤ45). Μαλλον θα ειχαν δωσει ραντεβου σε καποιο σημειο της οχθης, να παιρνανε απο κει τον Κυριο για να συνεχισουν απεναντι, και ο Κυριος αργουσε. Καθως μεγαλωναν τα κυματα απ’ τον αερα, μεγαλωνε και η ανησυχια μεσα τους.

“Οταν ειχαν προχωρησει περι τα εικοσι πεντε ή τριαντα σταδια, βλεπουν τον Ιησουν να περπατη επανω εις την λιμνην και να πλησιαζει εις το πλοιαριον και εφοβηθηκαν. Αλλ’ αυτος τους λεγει, “Εγω ειμαι, μη φοβασθε”. Ηθελαν τοτε να τον παραλαβουν εις το πλοιαριον και αμεσως το πλοιαριον εφθασε εις την ξηραν, εις την οποιαν επηγαιναν.” (Εδ.19-21)

Το ενα σταδιο ειναι περιπου 200 μετρα. Ηταν δηλαδη καπου στο μεσο της λιμνης.
Σαν ειδαν απο μακρυα την φιγουρα του Κυριου να πλησιαζει τον περναν για φαντασμα. Εδω ηταν που ο Πετρος ζητησε και περπατησε στα κυματα (Ματθ. ΙΔ28). Με το που μπηκε στο πλοιαριο, του μετεδωσε δυναμη, και αυτο αμεσως εφθασε εκει που πηγαιναν. Ηταν η ιδια δυναμη που ειχε μεταδωσει στον Πετρο και στον εαυτον λιγο πριν, νικωντας μ’ αυτην τις δυναμεις της βαρυτητος.

“Την αλλην ημεραν ο κοσμος, που εστεκετο εις την αλλην οχθην της λιμνης, ειδε οτι δεν υπηρχε εκει αλλο πλοιαριον παρα ενα, εκεινο, εις το οποιον εμπηκαν οι μαθηται του, και οτι ο Ιησους δεν ειχε μπει εις το πλοιαριον μαζι με τους μαθητας του αλλ’ οτι οι μαθηται του ειχαν αναχωρησει μονοι. Ηλθαν ομως αλλα πλοιαρια απο την Τιβεριαδα πλησιον εις τον τοπον, οπου εφαγον ψωμι μετα την ευχαριστιαν του Κυριου. Οταν λοιπον ο λαος ειδε οτι ο Ιησους δεν ηταν εκει ουτε οι μαθηται του, εμπηκαν και αυτοι εις πλοιαρια και ηλθαν εις την Καπερναουμ και αναζητουσαν τον Ιησουν. Και οταν τον ευρηκαν εις την απεναντι οχθη της λιμνης, του ειπαν, “Ραββι ποτε ηλθες εδω;” (Εδ.22-25)

Ενα μερος του οχλου ειχε διαλυθει. Παρεμεναν οι πιο φανατικοι. Το βραδυ ειχαν δει ενα μονον πλοιαριον, και τους μαθητες να φευγουν χωρις τον Ιησουν. Το πρωι Τον εψαξαν αλλα δεν Τον βρηκαν. Εν τω μεταξυ ειχαν ελθει και αλλα πλοιαρια απο απεναντι (πιθανως να τα ειχαν στειλει να τους παρουν, ή θα ηταν ψαραδες που κατεφυγαν την νυκτα στην ακτη λογω της θυελλας). Μπαινουν λοιπον σ’ αυτα και ερχονται στην Καπερναουμ.
“Μετα την ευχαριστιαν του Κυριου”. Παρ’ ολο που δεν εξυπηρετει τιποτα στην διηγηση τουτη η αναφορα, μνημονευεται γιατι τουτη η σκηνη, ο Κυριος να ευχαριστει πριν τι γευμα, τους ειχε εντυπωσιασει πολυ.

ΟΙ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ. Ιωαννης ΣΤ25-65.
Οπως και στο προηγουμενο κεφαλαιο, αφορμη των συζητησεων ειναι το θαυμα. Εκει, διδοντας ζωη στα νεκρα μελη του παραλυτικου, τους εξηγησε οτι η ζωη ειναι Αυτος ο Ιδιος, και ειναι ο λογος Του που μπορει να την μεταδωσει. Εδω χορταινοντας τους, αφου πολλαπλασιασε θαυματουργικα τους αρτους και τα ψαρια, τους εξηγει οτι Αυτος ειναι που μπορει να δωσει την αληθινη τροφη που χρειαζεται η καρδια του ανθρωπου, και να ικανοποιηση την καθε αναγκη του. Πηγαινει ομως ακομα παρα περα και εξηγει οτι, δεν αρκει μονον Αυτος να δωσει, πρεπει και ο ανθρωπος να δεχθει να παρει. Διαφορετικα η τροφη που δινει δεν φερνει αποτελεσμα. Στο κεφαλαιο 5 τονισθηκε το προσωπο του Ιησου σαν η πηγη της ζωης. Εδω στο κεφαλαιο 6 τονιζεται το προσωπο του Ιησου σαν η πηγη της τροφης, αλλα ταυτοχρονα και η πιστη του ανθρωπου σαν το μεσον του να παρεις αυτη την ετοιμη τροφη.

“Και οταν τον ευρηκαν εις την απεναντι οχθην της λιμνης, του ειπαν, “Ραββι, ποτε ηλθες εδω”; Ο Ιησους τους απεκριθη, “Αληθεια, αληθεια σας λεγω, με ζητατε οχι διοτι ειδατε θαυματα αλλα διοτι εφαγατε απο τα ψωμια και χορτασατε.” (Εδ.25-26).

Βλεπομε τον Κυριο να μην τους απαντα κατ’ ευθειαν στην ερωτηση τους, αλλα να πηγαινει πιο βαθεια, στα κινητρα που τους οδηγουν να κανουν τουτη την ερωτηση: “Αληθεια, αληθεια ξερω τι κρυβεται μεσα σας. Με ζητατε, το βλεπω. Αλλα ο λογος που με ζητατε, εκει ειναι το λαθος σας. Με ζητατε γιατι φαγατε και χορτασε η κοιλια σας, ενω το σωστο θα ηταν να με ζητουσατε γιατι χθες, οπως και τις προηγουμενες ημερες, με ειδατε να κανω καταπληκτικα πραγματα, γιατι ειδατε σημεια απο τον ουρανο.”
Ποιο ηταν το λαθος αυτων των ανθρωπων; Ηταν οτι η καρδια τους ειχε κολλησει στα γηινα πραγματα, η σκεψη τους ηταν μονον πως θα γεμισει η κοιλια τους, και οταν το προηγουμενο απογευμα Τον ειδαν να τους χορταινει κατα θαυματουργικο τροπο, να, σκεφτηκαν, αυτος ειναι καταλληλος για βασιλιας μας, γιατι αυτος θα μας λυσει το βιοτικο προβλημα.
Τουτο ομως που ο Θεος ειχε δωσει στον Ιησου να κανει, δεν αποσκοπουσε κατα κυριον λογο να τους χορτασει (τι και αν χορταιναν σημερα, αυριο παλι θα πειναγαν), αλλα ηταν κυριως ενα σημειο, που εδειχνε ποιος ηταν Αυτος, και τι μπορουσε να κανει.
Τι θα μπορουσαν λοιπον να Του ζητησουν; Θα μπορουσαν να Του πουν: “Κυριε, συ που κανεις τοσα θαυμαστα πραγματα, και χθες χορτασες την πεινα του σωματος μας, κανε να χορτασει και η πεινα της καρδιας μας. Δωσε μας περισσοτερα. Λυσε μας το προβλημα του θανατου, ελευθερωσε μας απ’ τα δεσμα που εχομε επανω μας, παρε τους φοβους μας και τις ανησυχιες μας”, και τοσα αλλα, κατι σαν και αυτο που σε λιγο Του ειπε ο Πετρος: “Που να παμε Κυριε, λογους ζωης αιωνιου εχεις”.
Τι διαφορα μεταξυ αυτου του κοσμου, που ερχονται με τις σαρκικες τους βλεψεις και τις γηινες επιθυμιες, και του αλλου που κραυγαζει: “Το πνευμα μου διψα εσενα, τον ζωντανο Θεο”, εκεινων που ψαχνουν απεγνωσμενα για την αληθεια, την ειρηνη, την δικαιοσυνη, την αληθινη αγαπη, το αληθινο νοημα της ζωης. Τουτοι οι τελευταιοι ειναι μονον σε θεση να διακρινουν πισω απο τετια σημεια Αυτον που μπορει να τους χορτασει.
Και συνεχιζει ο Κυριος:

“Να εργαζεσθε οχι για την τροφη την φθαρτην, αλλα δια την τροφην, που μενει εις ζωην αιωνιον, την οποιαν θα σας δωσει ο Υιος του ανθρωπου. Διοτι τουτον ο Πατερας, ο Θεος, εσφραγισε.” (Εδ.27)

Το ψωμι και το ψαρι τους στηριξαν εκεινη την ημερα. Την αλλην ημερα θα πειναγαν παλι. Υπαρχει μια αλλη τροφη που μενει μεσα σου αιωνιως, και ευθυς ως υψωνονται οι αναγκες της ψυχης σου αμεσως αυτη τις ικανοποιει (να θυμηθουμε το ζωντανο νερο που υπεσχεθηκε στην Σαμαρειτισσα). Αυτην τη τροφη την δινει ετοιμη ο Κυριος. Τα ψωμια που πολλαπλασιασε δεν ειναι τιποτα αλλο παρα η προεικονιση, η υποσχεση και η εγγυηση για μια τετια τροφη.
Αλλα για να την παρη ο ανθρωπος θα πρεπει να εργασθη. Οχι να την προετοιμασει, αφου την δινει ο Κυριος ετοιμη. Απλα χρειαζεται να κανει τον εαυτον του καταλληλο στο να την παρει. Πως; Πιστευοντας στον απεσταλμενον του Θεου που την φερνει. Και ακριβως, για να μπορεσει να Τον αγγιξει η ανθρωπινη πιστη, αναγκαστηκε ο Ιδιος να γινει “υιος ανθρωπου”, ανθρωπος δηλαδη. Αν ερχοταν σαν αγγελος π.χ., δυσκολα θα επικοινωνουσαμε μαζι Του και θα Τον πιστευαμε. Γι’ αυτο εγινε ανθρωπος. Τον ειδαμε, Τον ακουσαμε, Τον αγγιξαμε. Τελικα τουτη η τροφη ειναι Αυτος ο Ιδιος. Αυτον εσφραγισε ο Θεος σαν απεσταλμενο να φερει στον κοσμο αυτη την τροφη. Πως Τον σφραγισε, πως Τον συστησε; Δινοντας Του να κανει σημεια, τα θαυματα.
Αρα τι ειναι τα θαυματα; Ειναι τα σημεια που εδωσε ο Θεος για να συστησει το προσωπο του Ιησου Χριστου, και να κτισει ετσι στον ανθρωπο την πιστη σ’ Αυτο το προσωπο. Τουτο τον σκοπο εξυπηρετουσε κατα βαθος το θαυμα του πολλαπλασιασμου των αρτων.
Και εκεινο το αλλο θαυμα, το περπατημα στην θαλασσα, δεν ηταν χωρις λογο, κατι ηθελε και αυτο να δειξει. Οπως ειπαμε ο κινδυνος με τους μαθητας ηταν να παρασυρθουν και να Τον δουν σαν επιγειο βασιλια, πραγμα που θα δυσχεραινε αφανταστα το εργο Του. Με τουτο το θαυμα, του περπατηματος πανω στην θαλασσα, τους εδειξε οτι η κυριαρχια Του απλωνεται και πιο πλατεια, και πανω στις δυναμεις της φυσης. Και απ’ την αλλη μερια, οπως το θαυμα του πολλαπλασιασμου των αρτων προεικονιζε το σωμα Του που δινοταν για τροφη του κοσμου, ετσι και τουτο το τελευταιο ειναι μια προεικονιση και μια εγγυηση, οτι καποτε θα ελθει κατ’ αυτον τον τροπο να ελευθερωσει την Εκκλησια Του απ’ τις δυναμεις της φθορας, που την κρατανε δεμενη στην γη, και μας απο τουτα τα φθαρτα σωματα κατω απο το βαρος των οποιων στεναζομε.
Ειδικα τουτη η αγρια νυκτα που χωριστηκε προσωρινα απο κοντα τους για να τους ξανασυναντησει σε λιγο περπατοντας πανω στα κυματα, θυμιζει εκεινη την φοβερη Παρασκευη που χωρισθηκε απο κοντα τους μενοντας κρεμασμενος μεταξυ γης και ουρανου. Τι φοβος και τι απελπισια και τοτε! Και μετα απο τρεις ημερες σε κεινο το δωματιο, καθως ηταν μαζεμμενοι για τον φοβο των Ιουδαιων, ηλθε οπως ηλθε και εδω πανω στα κυματα, νικητης πανω στις δυναμεις του θανατου, του χωρου, και του χρονου. Ετσι καποια μερα θα ελθει να παρει τους πιστους Του. Ειναι αυτες τις δυναμεις που θα λυσει, και θα υψωθουν οι δικοι Του σε συναντηση Του. Το περπατημα του Πετρου στα κυματα ειναι η προεικονιση τουτου του γεγονοτος.

“Εκεινοι του ειπαν, “Τι πρεπει να κανωμε για να εργαζομαστε τα εργα που ο Θεος θελει;” Ο Ιησους τους απεκριθη, “Τουτο ειναι το εργον που θελει ο Θεος, να πιστευετε εις αυτον που εστειλε εκεινος”. (Εδ.28,29)

Το δωρο που τους δινει ο Θεος ειναι ασυληπτο, συνεχης χορτασμοςτης πεινας τους. Και τους ενδιαφερει. Τους εξηγησε ομως οτι πρεπει να εργασθουν και αυτοι για να το παρουν. Τον ερωτουν λοιπον, “Τι εργα πρεπει να κανωμε, τι θελει ο Θεος απο μας;” Το μυαλο τους κολλημενο στις ανθρωπινες συναλλαγες, εκανες τοσο, παρε σαν αμοιβη τοσο. Αλλα ο Κυριος δεν τους μιλα για εργα αλλα για “εργο”. Ποιο ειναι αυτο;
Ο Θεος στελνει αυτο το δωρο της αιωνιας τροφης μ’ ενα προσωπο στην γη. Απο τον ανθρωπο ζητα μονο να πιστεψει αυτο το προσωπο. Η κατοχη αυτου του δωρου ειναι λοιπον θεμα αποδοχης, οχι δικαιωματος, ειναι δωρο οχι μισθος. Εαν καποιος πιστεψει αυτο το προσωπο, θα το δωσει και σ’ αυτον. Την πιστη του ανθρωπου στο προσωπο του Χριστου, αυτη την προϋποθεση εβαλε ο Θεος για να παρει ο ανθρωπος αυτο το δωρο.

“Τοτε του ειπαν, “Τι σημειον λοιπον κανεις, δια να το δουμε και να σε πιστεψωμε; Ποιο ειναι το εργο που κανεις; Οι πατερες μας εφαγαν το μαννα στην ερημον καθως ειναι γραμμενον, “Αρτον απο τον ουρανον τους εδωκε να φαγουν”. (Εδ.30,31)

Του λενε: “Μας ζητας να σε πιστευσωμε. Δειξε ομως και αλλα θαυματα, μεγαλα θαυματα. Εκεινο που εκανες χθες το απογευμα δεν φθανει στο υψος εκεινου που εκανε ο Μωϋσης, που επι σαραντα χρονια, καθε πρωι, ταϊζε τους πατερες μας απο τον ουρανο. Θελομε να δουμε και αλλα για να σε πιστευσωμε.”
Το “αρτον εκ του ουρανου εδωκεν αυτοις φαγειν” ειναι παρμενο απ’ τον Ψαλμο ΟΗ24,25, οπου σαν υποκειμενο του “εδωκεν” αναφερεται ο Θεος, οχι ο Μωυσης.
Ειναι δυσκολο να φανταστει κανεις αυτα τα λογια στο στομα ανθρωπων που ειχαν δει το χθεσινο θαυμα, και προηγουμενα θαυματα. Φαινεται ομως οτι η δυσαρεσκεια τους που δεν ειχε ανταποκριθει στις προσδοκιες τους για να ηγηθει μια Μεσσιανικης βασιλειας, οπως την σχεδιαζαν αυτοι, τους ειχε εξοργισει.

“Ειπε εις αυτους ο Ιησους, “Αληθεια, αληθεια σας λεγω, δεν σας εδωκε ο Μωυσης τον αρτον απο τον ουρανον, αλλ’ ο Πατερας μου σας δινει τον αρτον τον αληθινον απο τον ουρανον. Διοτι ο αρτος του Θεου ειναι εκεινος που κατεβαινει απο τον ουρανον και δινει ζωην εις τον κοσμον.” (Εδ.32,33)

“Αληθεια, αληθεια σας λεγω δυο πραγματα, καταλαβετε τα. Πρωτον, το μανα τοτε δεν το ειχε δωσει ο Μωυσης, αλλα ο Πατερας μου. Και τουτη την τροφη παλι ο Πατερας μου σας την δινει. Δεν μπορειτε λοιπον να κανετε καμμια συγκριση, οτι εκεινο ηταν πιο δυνατο θαυμα απο τουτο. Δευτερον, μιλαμε για δυο διαφορετικα πραγματα. Το μυαλο σας εχει κολλησει στην υλικη τροφη. Αυτην ζητατε και αυτην περιμενετε να σας δωσω. Η τροφη ομως που φερω εγω στον κοσμο ειναι ενα ψωμι υψηλοτερης φυσης. Ειναι “αληθινο”, πνευματικο, θειο στην ουσια του, και μενει, δεν ειναι φθαρτο”. (Για το “αληθινο”, ειναι οπως λεμε, “τουτο αληθινα ειναι φαγητο, τουτο αληθινα με χορτασε”). “Ειναι ουρανιο ψωμι, που κατεβαινει στην γη και μπορει να θρεψει και να δωσει ζωη, οχι μονον στον Ισραηλ, σε σας, αλλα τωρα πλεον και σε ολον τον κοσμον, γιατι και γι’ αυτους ο Πατερας το στελνει”.

“Εκεινοι του ειπαν, “Κυριε, δος μας παντοτε τον αρτον τουτον”. Ο δε Ιησους τους ειπε, “Εγω ειμαι ο αρτος της ζωης. Εκεινος που ερχεται σ’ εμε δεν θα πεινασει και εκεινος που πιστευει σ’ εμε δεν θα διψασει ποτε” (Εδ.34,35)

Το λαθος που εκαναν οι συνομιλητες του Κυριου ηταν πως ξεχνουσαν οτι “ο ανθρωπος δεν ζει μονον με ψωμι”. Γι’ αυτο Του λενε: “Κυριε, ειμαστε ετοιμοι να σε ακολουθησωμε, μονο ταϊσε μας καθε μερα, οπως τοτε με το μαννα”.
Γυριζει ο Κυριος και τους λεγει, “Η τροφη που πραγματικα σας λειπει, αυτη που θα δωσει ζωη μεσα σας, ειναι εδω εμπρος στα ματια σας ετοιμη. Ειμαι εγω ο ιδιος. Μενει σε σας ν’ απλωσετε το χερι και να την παρετε, δηλαδη να με πιστεψετε, να ελθετε σε μενα μ’ ενα πνευμα που πεινα και διψα για σωτηρια.”
Καθως κυτταμε γυρω μας βλεπομε την ζωη σ’ ολες της τις εκδηλωσεις μεσα στα δημιουργηματα του Θεου. Τα ζωα, τα δενδρα, ο ανθρωπος, ολα κατεχουν μεσα τους ζωη. Αυτη η ζωη ξεκινησε απο καπου, εχει μια πηγη. Τουτη η πηγη, για να μπορεσει να ελθει κοντα μας, πηρε σαρκα και οστα. Ετσι την ειδαμε, την ακουσαμε, την αγγιξαμε. Στην πρωτη επιστολη του, στο Α2, ο Ιωαννης μας λεγει, “Και η ζωη εφανερωθηκε, και ειδαμε, και μαρτυρουμε, και αναγγελομε προς εσας την ζωην την αιωνιον, η οποια ηταν κοντα στον Πατερα, και εφανερωθηκε σε μας”.
Και γιατι ηλθε μεσα σ’ ενα ανθρωπινο σωμα στον κοσμο; Ηλθε γιατι υπαρχουν μερικοι που η καρδια τους πεινα και διψα, και τουτα τα υλικα πραγματα δεν ειναι αυτα που μπορουν να χορτασουν την πεινα, και να σβυσουν την διψα τους.
Και αν ρωτησει καποιος, τι ακριβως ειναι η πεινα και η διψα της καρδιας, θα μπορουσαμε να πουμε:
α) Πεινα, ειναι αυτο το αισθημα της αδυναμιας να κανει καποιος το καλο. Ειναι αυτο που λεγει ο Παυλος, “Θελω να κανω το καλο, αλλα δεν μπορω”.
β) Διψα, ειναι αυτο απο το οποιο υποφερει η συνειδηση.
Εαν τα παρεις και τα δυο μαζι, εκφραζουν αυτη την βαθεια ανησυχια που οδηγει τον αμαρτωλο στον Ιησου Χριστο. Τοτε ο ανθρωπος παιρνει απ’ Αυτον και παυει να διψαει, δηλαδη ηλθε η ειρηνη μεσα του, παυει και να πειναει, που σημαινει, αντλει συνεχως απ’ Αυτον δυναμεις για να κανει το καλο που ποθει.
Υπαρχει λοιπον η πηγη για την ικανοποιηση αυτων των δυο ηθικων αναγκων του ανθρωπου, χρειαζεται ομως ο ανθρωπος, α) να “ελθει” κοντα της με σοβαροτητα και αισθηση αμαρτιας, και β) να την εμπιστευθει. Τοτε παιρνει απ’ αυτη την ουρανια τροφη και χορταινει. “Να ελθει” λοιπον και “να πιστευσει”. Οι δυο προϋποθεσεις, το εργο του ανθρωπου.

“Αλλα οπως σας ειπα, αν και με ειδατε, ομως δεν πιστευετε.” (Εδ.36)

Τον ειχαν δει στο μεγαλειο και στην αγαθοτητα Του. Ειχαν εντυπωσιασθει, γι’ αυτο Του ζητουσαν και αλλα θαυματα. Ομως δεν πιστευαν το ποιος παργματικα ηταν, και το τι μπορουσε να τους προσφερει. Τα σημεια δεν τους μιλουσαν, γιατι δεν υπηρχαν πνευματικες αναγκες μεσα τους, που θα μπορουσαν να τους οδηγησουν σ’ Αυτον.
Εδω, μεχρι τα επομενα λογια Του στα εδαφια 37,38, πρεπει να μεσολαβησαν στιγμες σιωπης και βαθειας περισυλλογης. Γι’ αυτο υπαρχει ενα ασυνδετο μεταξυ τους. Ο Ιησους, υστερα απο οδηγια του Πατερα Του, γεματος χαρα, ειχε ετοιμασει ενα θαυμαστο Πασχα γι’ αυτον τον κοσμο. Αλλα αυτες οι βραδυνοες καρδιες δεν το ειχαν καταλαβει καθολου. Ζητανε ψωμι, ζητανε γη και παλιν γη, ενω Αυτος, μεσω αυτου του συμβολικου γευματος, επιθυμουσε να τους προσφερει “ζωη”, να τους ανοιξει τον ουρανο. Τουτη η οδυνηρη προσκαιρη αποτυχια, δεν μετακινει την πιστη Του στο εργο που ο Πατερας Τον εστειλε να κανει. “Και αν σεις δεν πιστευετε, το εργο θα γινει. Και θα γινει μεσα στις καρδιες που ο Πατερας ετοιμαζει και θα μου στειλει. Και η ευθυνη της απορριψης που μου κανετε θα βαρυνει εσας.” Αυτα ειναι που τους λεγει στην συνεχεια, κανοντας μια τελευταια εκκληση στις συνειδησεις τους.
Πριν προχωρησωμε ομως να κανωμε μια διευκρινιση: Στο εδαφιο 27 τους ειπε οτι για να παρουν την ουρανια τροφη θα πρεπει να εργαζονται. Και οταν στο 28 Τον ερωτουν τι εργο να κανουν, τους απαντα, το μονον που εχουν να κανουν ειναι να πιστεψουν σ’ Αυτον. Γενναται το ερωτημα, ειναι εργο η πιστη;
Ας δουμε πρωτα τι ειναι εργο.
Οταν εργαζομαι τι κανω; Δινω κατι. Ο εργατης δινει απ’ τις δυναμεις του, ο υπαλληλος την σκεψη του,ολοι δινουν τον χρονο τους.
Ποιο ειναι το μεγαλυτερο εργο που μπορει να κανει μια ελευθερη υπαρξη; Να δωσει ολοκληρο τον εαυτον της. Αυτο ακριβως ειναι η πιστη που εννοει ο Κυριος. Δεν υπαρχει μεγαλυτερο “δοσιμο”, μεγαλυτερο εργο απ’ αυτο. Οταν ο Κυριος μας καλει να Τον πιστεψωμε, εννοει να Του τα δωσωμε ολα: Χρονο, δυναμεις, σκεψεις, δραστηριοτητα, ικανοτητες, χαρισματα. Αυτη ειναι η αληθινα ζωντανη πιστη, που ο Κυριος την προσδιοριζει με τουτα τα λογια: “Τουτο εστιν το εργον του Θεου, ινα πιστευητε εις ον απεστειλε εκεινος.” Ειναι ακριβως αυτη η πιστη για την οποιαν ο Ιακωβος λεγει: “Πιστη ανευ εργων νεκρα εστι”, δηλαδη πεθαμενη, διανοητικη, απλη πεποιθηση. Κατα την ιδια ακριβως εννοια διαχωριζει και ο Παυλος αυτη την ζωντανη πιστη, απ’ την νεκρη της τηρησης νομων και συνηθειων, η οποια οδηγει σε νεκρα εργα τυπων. Σε τετιου ειδους πιστη μας καλει ο Κυριος. Παραδειγμα ο Παυλος που τα εδωσε ολα, οι μαθητες που τα αφησαν ολα, ο Αβρααμ που τα θυσιασε ολα.

“Καθε τι που μου δινει ο Πατερας θα ελθει σε με και εκεινον που ερχεται σε με δεν θα τον βγαλω εξω, διοτι κατεβηκα απο τον ουρανον οχι δια να κανω το θελημα το δικο μου αλλα το θελημα εκεινου που με εστειλε.”(Εδ.37,38)

Εδω ο Κυριος αναφερει για μια αλλη ομαδα ανθρωπων που ερχονται κοντα Του κατα εναν διαφορετικο τροπο, και οχι οπως οι τωρινοι ακροατες Του.
“Καθε τι”. “Παν ο”. Ειναι ενα συγκεκριμενο συνολο, οι πιστοι ολων των εποχων. Οταν ολοκληρωθει το εργο, τοτε θα φανει πληρες αυτο το συνολο, τιποτα δεν θα μπορεσει να το εμποδισει να σχηματισθει.
Καθε εναν απ’ αυτο το συνολο τον “διδασκει”, “τον ελκυει” (Εδ.44,45), και “τον δινει” στον Ιησου Χριστο, ο Πατερας. Μονον απο τετιους αποτελειται αυτο το συνολο.
Δεν ειναι προκαθορισμενο ποιοι θα μπουν εδω μεσα. Αν ηταν δεν θα ελεγε “μου διδει” (σημερα, συνεχως), αλλα “μου εχει ηδη δωσει”.
Καθε τετια ψυχη που την εχει προετοιμασει ο Θεος, ο Ιησους την δεχεται, την παιρνει σαν δωρο απ’ τον Θεο, δεν την διωχνει οπως απωθει εδω μ’ εναν τροπο αυστηροτητας τους σαρκικα σκεπτομενους ακροατες Του. Και μ’ αυτην την ψυχη θα ασχοληθει προσωπικα απο δω και περα.
Αυτη η ψυχη “προς αυτον ηξει”. Το “ηξει” εδω δεν σημαινει απλα “ερχομαι”. Σε μια τετια περιπτωση θα ελεγε “ελευσεται”. Σημαινει “ερχομαι και ειμαι εδω”, “αφικνουμαι”. Δηλαδη τετιες ψυχες, οχι μονον θα ελθουν σ’ Αυτον, θα πιστεψουν, αλλα και θα μεινουν μαζι Του, και μαζι Του (για ο,τι εξαρταται απ’ Αυτον) θα φθασουν στο τερμα. Δεν θα ναυαγησουν στον δρομο, οπως οι τωρινοι ακροατες Του.
Ποιες αραγε να ειναι αυτες οι ψυχες; Ειναι ολες εκεινες που αναφερει στους μακαρισμους. Ειναι οι “πεινωντες και διψωντες την δικαιοσυνην” (Ματθ.Ε6). Αυτην την πεινα και διψα ειναι που ο Θεος προετοιμαζει μεσα σ’ αυτες τις ειλικρινεις καρδιες. Αυτη η πεινα και η διψα τους στελνει στον Χριστο, οταν ακουσουν την φωνη Του, το καλεσμα Του: “Ελατε σε μενα ολοι σεις οι κουρασμενοι και φορτωμενοι και εγω θα σας αναπαυσω” (Ματθ. ΙΑ28), “Ω παντες οι διψωντες, ελθετε προς τα υδατα…” (Ησ. ΝΕ1-3). Τουτοι ερχονται λοιπον γιατι ειναι ηδη προετοιμασμενοι απ’ τον Πατερα. Ειναι ο Θεος που προετοιμαζει θεριευοντας τουτο το κενο (πεινα, διψα) μεσα τους.
Αυτη η θεια ενεργεια που στελνει τον ανθρωπο στον Χριστο, δεν ειναι μια καταπατηση της ελευθεριας του. Ειναι απλα μια ωθηση, που αντιτιθεται στις σαρκικες ωθησεις που δεχεται ο ανθρωπος, σαν και αυτες που εσυραν αυτο το πληθος τουτη την ημερα κοντα στον Χριστο. Η τελικη αποφαση παντα ανηκει στον ανθρωπο.
Αυτους τωρα που θα Του στειλει ο Πατερας, θα τους καλωσορισει. Ο,τι και αν Του κανουν, οπως και αν Του φερθουν. Ισως Τον στενοχωρησουν, ισως Τον πληγωσουν, ισως και να Τον προδωσουν. Αυτος ομως, αδιαφορα απο προσωπικες συμπαθειες ή αντιπαθειες, θα τους δεχθει. Για ποιο λογο; Γιατι αυτο ειναι το θελημα του Πατερα. Και Αυτος ηλθε να κανει μονο το θελημα του Πατερα. Ο Παυλος π.χ. Τον διωκε. Τον καλωσορισε ομως και τον δεχθηκε, γιατι αυτο ηταν το θελημα του Πατερα, ηταν συστημενος απο τον Πατερα.

“Τουτο ειναι το θελημα του Πατερα μου, ο οποιος με εστειλε, να μην χασω τιποτα απο ο,τι μου εχει δωσει αλλα να το αναστησω την εσχατην ημεραν” (Εδ.39)

Η επιθυμια του Πατερα δεν ειναι μονον να τους δεχθει, αλλα και να τους φυλαξει να μην ξαναπεσουν στην αμαρτια, ετσι που να μην χαθει κανενας. Ειναι επιφορτισμενος απο τον Θεο να τους οδηγησει στο ενδοξο τελος της σωτηριας, να τους ελευθερωσει απο τον θανατο, και την εσχατη ημερα να σηκωσει και τα σωματα τους απ’ τον ταφο, και να τους παρουσιασει δοξασμενους εμπρος στον Θεο. Τοτε με τα ψωμια επρεπε ολα να μαζευθουν, να μην χαθει τιποτα, ηταν δωρο του Θεου. Και οι πιστοι ειναι δωρο του Θεου στον Χριστο, και δεν θα πρεπει να χαθει κανενας, αυτη ειναι η επιθυμια του Πατερα. Ποιος εχει αναλαβει την φροντιδα για να μην χαθουν; Ο Ιησους Χριστος. Και ποιο θα ειναι το αποκορυφωμα του εργου της σωτηριας τους; Η ανασταση των σωματων τους.

“Διοτι τουτο ειναι το θελημα εκεινου που με εστειλε: Ο καθενας, που βλεπει τον Υιον και πιστευει εις αυτον, να εχη ζωην αιωνιον και εγω θα τον αναστησω την εσχατην ημεραν.” (Εδ.40)

Να ο μοναδικος ορος που εβαλε ο Θεος για την σωτηρια του ανθρωπου: “Πας ο θεωρων τον Υιον και πιστευων εις αυτον”. Αυτο μονον εχει να κανει ο ανθρωπος απ’ την δικη του πλευρα. Και το εργο του Χριστου ποιο ειναι; Να προσφερει τον εαυτον Του εις την θεα ολων.
Οποιος “θεωρησει” αυτο το προσωπο, που σημαινει, οποιος σταθει με προσοχη απεναντι Του, και Τον κυτταξει, και αυτο το κυτταγμα μεταβληθει σε πιστη, αυτος σωθηκε. Οπως τοτε με τον παραλυτικο. Ειχε ακουσει για τον Χριστο, και μεσα του γεννηθηκε η πιστη. Και η πιστη εγινε πραξη, εσπευσε να Τον συναντησει. Αποτελεσμα: Βλεποντας την πιστη τους ειπε, “Ανθρωπε, σου συγχωρουνται οι αμαρτιες” (Λουκ.Ε20). Αυτο ηταν, σωθηκε αιωνιως. Τον ειχε αναλαβει πλεον ο Ιησους να τον φερει στο τερμα της σωτηριας. Εδω ειναι και το προβλημα με τους συνομιλητες του, “εωρακατε με και ου πιστευετε” (εδ.36).
Ποιοι θα ειναι αυτοι, δεν το γνωριζει ο Ιδιος. Ο Πατερας του εχει δωσει μονον μια οδηγια, “Οποιος σε πιστεψει” αυτον κρατησε τον κοντα σου να μου τον φερεις στον ουρανο (αφου πρωτα τον ετοιμασεις).
Ακουγοντας αυτα τα λογια, μια μουρμουρα αρχιζει να υψωνεται αναμεσα στους συγκεντρωμενους. Αυτο αναγκαζει τον Κυριο να τους ξαναδιευκρινισει ορισμενες αληθειες.

“Εγογγυζαν τοτε οι Ιουδαιοι εναντιον του, διοτι ειπε, “Εγω ειμαι ο αρτος που κατεβηκε απο τον ουρανον” και ελεγαν, “Δεν ειναι αυτος ο Ιησους, ο υιος του Ιωσηφ, του οποιου τον πατερα και την μητερα εμεις γνωριζομεν; Πως λοιπον λεγει, “Εχω κατεβη απο τον ουρανον;” (Εδ.41,42)

“Εγογγυζαν”. Ηταν ενας ψιθυρος που ακουγοταν. Ηταν αδυνατο να καταλαβουν οτι μια ουρανια υπαρξη ειχε κατεβει απο τον ουρανο και ειχε ενσαρκωθει.

“Ο Ιησους τοτε τους απεκριθη, “Μη γογγυζετε μεταξυ σας. Κανεις δεν μπορει να ελθει σε με, εαν ο Πατερας που με εστειλε δεν τον ελκυση, και εγω θα τον αναστησω την εσχατην ημεραν.” (Εδ.43,44)

Εκεινο που τους λεγει ο Κυριος ειναι: “Μη γογγυζετε, δεν ειναι ο λογος μου παραλογος που να μην τον κατανοειτε. Αλλο φταιει. Απλα, εσας δεν σας εχει διδαξει, δεν σας εχει ελκυσει κοντα μου ο Πατερας. Αλλοι λογοι σας εφεραν κοντα μου. Γι’ αυτο τουτα που σας λεγω σας ειναι ακατανοητα”.
Στην συνεχεια τους ξαναεξηγει πως πραγματοποιειται η σωτηρια του ανθρωπου: Ο Πατερας τους ελκυει και μου τους αναθετει. Εγω αναλαμβανω να τους φυλαξω και να τους οδηγησω μεχρι το ενδοξο στεφανωμα του εργου μου, που ειναι η ανασταση των σωματων τους μεσα απ’ τους ταφους.
Την πρωτοβουλια για την σωτηρια την εχει ο Πατερας, για την ολοκληρωση της ο Υιος. Χωρις αυτη την ελξη απ’ τον Πατερα κανεις δεν μπορει να ελθει κοντα Του, κανεις δεν μπορει να Τον πιστεψει.
Τι να ειναι αραγε αυτη η ελξη; Οπως θα δουμε στο εδαφιο 45, δεν ειναι κατι σαν ενστικτο, ή σαν τις φυσικες μας ροπες. Ειναι μια διδασκαλια, μια καθαρη, διαυγης, φωτεινη διδασκαλια μεσα σου, οπως φωτεινος ειναι και ο Θεος.
Ειδικα για τους Ιουδαιους, το μεσον που χρησιμοποιει ο Θεος να τους ελκυει ειναι ο νομος Του (Π.Δ.). Εκει μεσα μπορουν να συνειδητοποιησουν την ανεπαρκεια της υπακοης τους, και την αντιθεση των επιθυμιων τους με το Θειο θελημα. Εκει μεσα τους ξεσηκωνει για την αναμονη Αυτου που θα εδιορθωνε το κακο, κανοντας ετσι τον Ιησου μια υπαρξη γνωστη και επιθυμητη, ετσι που οταν εμφανισθηκε, μια βαθεια ελξη εσυρε αρκετους κοντα Του. Τον ιδιο ακριβως ρολο παιζει και το Ευαγγελιο σημερα στους ανθρωπους.
Ετσι ο Θεος στελνει τον Ιησου για τις ψυχες, και απο το αλλο μερος ελκυει τις ψυχες στον Ιησου. Στην ψυχη μενει να κανει μονο ενα δικο της βημα, οταν ελκυσθει στον Χριστο, να Τον πιστεψει. Μεσα της ομως εχει προηγηθει ενα μεγαλο εργο του Θεου, για να κερδηθει η θεληση της, και να πιστεψει.

“Ειναι γραμμενον εις τους προφητας, “Και θα ειναι ολοι διδαγμενοι απο τον Θεον”. Οποιος λοιπον ακουσε απο τον Πατερα και εμαθε, αυτος ερχεται σε με. Οχι οτι εχει ιδει κανεις τον Πατερα, αλλα μονον εκεινος που ειναι απο τον Θεον, εκεινος εχει ιδει τον Πατερα.” (Εδ.45,46)

Τα λογια Του οι πιο πολλοι δεν τα δεχοταν γιατι δεν Τον ανεγνωριζαν γι’ αυτο που ηταν. Αναγκαζεται να επικαλεσθει μια αλλη μαρτυρια, που ολοι την δεχοντουσαν. Ειναι αυτη του Νομου και των Προφητων. Λεγει π.χ. ο Ησαϊας στο ΝΔ13: “Παντες οι υιοι σου θελουσιν εισθε διδακτοι του Κυριου” (Μιλα για την νεα Ιερουσαλημ, την Εκκλησια Του). Δηλαδη ολη η Μεσσιανικη κοινοτητα θα αποτελειται απο προσωπα διδαγμενα απο τον Θεο.
Ο Θεος εχει δωσει σημαδια της παρουσιας Του σ’ ολον τον κοσμο. Ολη η δημιουργια μιλα γι’ Αυτον, για τις τελειοτητες του χαρακτηρα Του (την σοφια, την δυναμη Του, το απειρο Του, κ.λ.π.). Η συνειδηση μεσα μας μιλα για την αγιοτητα Του, για την δικαιοσυνη Του. Οι βροχες , ο ηλιος, το οξυγονο, ο κυκλος της ζωης, για την φροντιδα και την αγαπη Του για μας. Οι Ιουδαιοι ειδικα ειχαν, μεσω της Παλαιας Διαθηκης, μια πληρεστερη αποκαλυψη του προσωπου Του. Μενει στον ανθρωπο τωρα να Τον εκζητησει, να εκζητησει την πηγη της ζωης του, την αιτια της υπαρξης του. Οι περισσοτεροι ανθρωποι ομως εκλεισαν τ’ αυτια και τα ματια τους, “απεδοκιμασαν να εχουν επιγνωση του Θεου” (Ρωμ. Α). Οσοι ομως Τον εκζητουν, αυτους τους διδασκει και τους στελνει στον Χριστο. Τουτοι απο μονοι τους, χωρις αυτη την διδασκαλια του Θεου, δεν θα μπορουσαν ποτε να ελθουν στον Χριστο. Οι αλλοι, επειδη τους λειπει αυτη ακριβως η διδασκαλια, ειναι αδυνατον να πιστεψουν, οπως συμβαινει και εδω με τους ακροατες του Κυριου μας. Τον πλησιαζουν, οχι διδακτοι απ’ τον Θεο, αλλα σκλαβοι των επιθυμιων της σαρκας. Και ειχαν τα μεσα να διδαχθουν απ’ τον Θεο, δεν θελησαν ομως.

“Οχι οτι εχει ιδει κανεις τον Πατερα, αλλα μονον εκεινος που ειναι απο τον Θεον, εκεινος εχει ιδει τον Πατερα.” (Εδ.46)

Ειναι λοιπον μερικοι που ακουνε απο τον Θεο αυτη την ειδικη διδασκαλια Του, που τους ελκυει προς τον Χριστο. Τον Θεο ομως δεν Τον εχει δει καθαρα κανενας. Ο μονος που Τον εχει δει ειναι ο Ιησους Χριστος. Γι’ αυτο ειναι ο μονος που μπορει να Τον αποκαλυψει, ή οπως ειπε ο Ιδιος, “Εγω ειμαι ο δρομος, η αληθεια και η ζωη”.
Η θεια διδασκαλια λοιπον, για την οποια μας μιλησε προ ολιγου, ειναι απλως προπαρασκευαστικη, και υπηρετει στο να φερει τον ανθρωπο στον Χριστο. Στην συνεχεια ο Υιος οδηγει τον ανθρωπο στον Πατερα. Στο Ματθαιο ΙΑ27 μας λεγει: “Ουδεις γνωριζει τον Υιον, παρα μονον ο Πατερας. Ουτε τον Πατερα γνωριζει κανεις, παρα μονον ο Υιος, και σε οποιον θελει ο Υιος να αποκαλυψει Αυτον”. Και στο Ιωαννη ΙΔ6, “Κανεις δεν ερχεται εις τον Πατερα παρα δι’ εμου.”
Μια ερωτηση εδω, το “εχει ιδει” (“εωρακε”) να αναφερεται στην προαιωνια Του υπαρξη (πριν την ενσαρκωση Του), ή στην γηινη Του κατασταση; Ηταν δηλαδη μνημη απο πριν την ενσαρκωση, ή Τον εβλεπε τωρα σαν ανθρωπος στην γη; Το Ε19: “Δεν μπορει ο Υιος να πραττει τιποτα απο μονος του, εαν δεν βλεπει τον Πατερα να το κανει” μας οδηγει να δεχθουμε το δευτερο. Αυτο το “κυτταγμα” πρεπει να γινοταν μεσω του Πνευματος, που ο Πατερας Του το ειχε δωσει “χωρις μετρο” (Γ34). Τον Θεο Τον εβλεπε και επικοινωνουσε μαζι Του μεσω ανθρωπινων αισθητηριων (νους, συνειδηση κ.λ.π.).

“Αληθεια, αληθεια σας λεγω, εκεινος που πιστευει σε με εχει ζωην αιωνιον” (Εδ.47)

“Αληθεια, αληθεια σας λεγω”, δηλαδη, “Ετσι, ετσι ακριβως ειναι, ασχετα τι εσεις λετε και πιστευετε”. Εδω ο Κυριος τους μιλα με εξουσια, την οποιαν αντλει απ’ την ειδικη θεση που κατεχει.

“Εγω ειμαι ο αρτος της ζωης. Οι πατερες σας εφαγαν το μαννα εις την ερημο και πεθαναν. Αυτος ειναι ο αρτος, που κατεβαινει απο τον ουρανον, δια να φαγη ο ανθρωπος απο αυτον και να μη πεθανει” (Εδ.48-50)

Τοτε εφαγαν το μαννα, πεθαναν ομως. Τουτο το ψωμι, εαν καποιος το φαει, δεν θα πεθανει. Εκεινο για το οποιο μιλα εδω ειναι ο φυσικος θανατος, οχι ο αιωνιος, ο θανατος κατα την ηθικη του εννοια, γιατι τον αντιδιαστελλει με τον φυσικο θανατο στην ερημο. Στο Η51 λεγει: “Αληθεια, αληθεια σας λεγω, εαν καποιος φυλαξει τον λογον μου, θανατον δεν θελει ιδει εις τον αιωνα”, δηλαδη ο πιστος δεν θα γευθει ουτε φυσικο θανατο.
Εδω θα πρεπει να διευκρινισωμε οτι αυτο που εμεις θεωρουμε σαν φυσικο θανατο, ειναι απλως το ορατο μερος μιας διαδικασιας που εχει αρχισει απο πριν, και συνεχιζεται και μετα. Ειναι ενας κατηφορος, μια πορεια προς την ατελεια, προς την αδυναμια και την φθορα, ηθικα και φυσικα. Π.χ. το δενδρο που τα ποντικια αρχισαν να τρωνε τις ριζες του, ηδη ενεπλακη απο κεινη την στιγμη στην διαδικασια του θανατου. Θα κιτρινισει, θα ξεραθει, καποιος αερας θα το πεταξει κατω, θα αποσυντεθει. Απο ολα αυτα εμεις παρατηρησαμε το ξεραμα και το πεσιμο του, δεν ειναι ομως αυτος ο θανατος του. Απ’ την στιγμη που καποιος πιστεψει στον Χριστο, αναστελλεται η διαδικασια του θανατου, φυσικα και ηθικα, και αρχιζει εκεινη της ζωης. Ο Ιησους γινεται η πηγη που τροφοδοτει τουτη την ζωη. Ειναι οπως το δενδρο που ξεραινεται απο ελλειψη νερου, και καποια ριζα του εκει που ψαχνει στο χωμα, συναντα μια πηγη νερου. Τοτε σταματα η διαδικασια του θανατου και αρχιζει εκεινη της ζωης. Η πηγη του νερου ειναι η πηγη της ζωης για το δενδρο.
Και κεινο που εμεις ονομαζομε “θανατο”; Αυτο ο Λογος του Θεου το λεγει διχοτομηση, χωρισμος του σωματος απ’ την ψυχη, και δεν ειναι τιποτα αλλο απο το σπασιμο στο τσοφλι του αυγου για να πεταξει το πουλι που ειναι μεσα ελευθερο μ’ ενα νεο σωμα, αυτο την αναστασεως, που μας εχει ετοιμασει ο Κυριος. Και κεινη την ωρα για τον πιστο (την ωρα αυτου που εμεις θεωρουμε σαν φυσικο θανατο), η διαδικασια της ζωης συνεχιζεται εν Χριστω Ιησου. Ειναι μια απελευθερωση που οδηγει πιο ψηλα στην ζωη, και οχι ενα σκαλοπατι που οδηγει πιο χαμηλα στην φθορα. Ειναι οπως ο σπορος που σπερνεται και σαπιζει, οχι για να χαθει, αλλα για να ξεπροβαλλει κατω απο μια νεα μορφη ζωης, κατα πολυ τελειοτερη της προηγουμενης.

“Εγω ειμαι ο αρτος ο ζωντανος, που κατεβηκε απο τον ουρανον. Εαν φαγει κανεις απο τον αρτον αυτον, θα ζηση αιωνιως. Ο αρτος δε τον οποιον εγω θα δωσω, ειναι η σαρκα μου, την οποιαν θα δωσω υπερ της ζωης του κοσμου.” (Εδ.51)

“Ο αρτος ο ζωντανος”. Ο Ιησους δεν ειναι μονον ο αρτος που δινει ζωη, αλλα ειναι Αυτος ο Ιδιος η ιδια η ζωη που μπηκε, περιοριστικε σ’ ενα ανθρωπινο σωμα. Γι’ αυτον τον λογο μπορει να δωσει ζωη σ’ οποιον Τον παιρνει μεσα του.
Απο δω και κατω αρχιζουν τα “σκληρα λογια” (Εδ.60) στην ομιλια Του. Μεχρι τωρα τους μιλουσε για μια ανωτερη τροφη της οποιας προεικονιση και εγγυηση ηταν το θαυματουργικο ψωμι της προηγουμενης ημερας. Μετα τους ειχε δηλωσει οτι αυτη η τροφη ηταν το ιδιο το προσωπο Του. Τωρα, ειναι αποφασισμενος να τους κανει ν’ ακουσουν το παραδοξο εως το τελος, και τους εξηγει: Αυτη η τροφη ειναι η σαρκα μου. Αυτην πρεπει να φατε για να ζησετε. Αλλα πριν ομως, για να μπορεσει η σαρκα μου να σας δωσει ζωη, θα πρεπει να προσφερθει σαν θυσια, θα πρεπει “Εγω να την δωσω υπερ της ζωης του κοσμου”. Εδω αναφερεται προφανως στην θυσια του σταυρου.
Αυτο μας θυμιζει το αρνι στην Αιγυπτο, που επρεπε πρωτα να το θυσιασουν, και μετα να το φανε ολοκληρο – αυτο θα τους εδινε δυναμη για την πορεια τους στην καινουργια πατριδα. Το αιμα του τους ειχε ηδη λυτρωσει απ’ τον ζυγο.
Η σκεψη του Κυριου ειναι προσηλωμενη σε κεινο το αληθινο Πασχα που θα γιορτασθει σε λιγο, και στο οποιο, οχι μονον ο Ισραηλ, αλλα ολοκληρο το ανθρωπινο γενος θα εχει προσκληθει για να φαγει απο το αρνι που προκειται να θυσιασθει: “υπερ της ζωης του κοσμου”.

“Οι Ιουδαιοι εφιλονεικουσαν μεταξυ τους και ελεγαν, “Πως μπορει αυτος να μας δωση να φαγωμεν την σαρκα του;” (Εδ.52)

Ο γογγυσμος, ο ψιθυρος αρχισε τωρα να μετατρεπεται σε μια διαμαχη, σε μια συγκρουση μεταξυ τους. Αλλοι ελεγαν οτι τα λογια Του ηταν παραλογα. Αλλοι εμπηρεασμενοι απο τα θαυματα, μα και απο τα ιδια τα λογια Του, επεμεναν οτι Αυτος ειναι ο Μεσσιας. Εκεινο που τους επαναστατουσε ομως ηταν, α) Πως μπορουσε η σαρκα Του να τους θρεψει εις ζωην αιωνιον, και β) Πως μπορουσαν να φανε αυτη την σαρκα.

“Ειπε λοιπον σ’ αυτους ο Ιησους, “Αληθεια, αληθεια σας λεγω, εαν δεν φαγετε την σαρκα του Υιου του ανθρωπου και δεν πιητε το αιμα του, δεν εχετε ζωην μεσα σας.” (Εδ.53)

Ο Κυριος συνεχιζει κανοντας τις εκφρασεις Του ακομα πιο συγκεκριμενες: “Για να εχετε ζωην μεσα σας, τουτο χρειαζεται να κανετε, να φατε την σαρκα και να πιητε το αιμα του Υιου του ανθρωπου.
“Αληθεια, αληθεια”, (“αμην, αμην”): Ετσι ακριβως ειναι, αδιαφορα τι εσεις σκεπτοσαστε γι’ αυτο.
Για να κατανοησωμε αυτο το εδαφιο θα πρεπει να μεταφερθουμε πισω στην Αιγυπτο. Ο αγγελος του θανατου επροκειτο να κτυπησει σε λιγο ολα τα σπιτια. Η οργη του Θεου θα ξεσπουσε. Για τον λαο ομως του Θεου υπηρξε ελεος. Αρκει να προσφεροταν ενα αρνι για αντικατασταση. Επρεπε να χυθει το αιμα του θυματος, και μ’ αυτο το αιμα επρεπε να βαφτουν οι πορτες. Ο αγγελος του θανατου θα περναγε, θα το εβλεπε, και θα προσπερνουσε. Η σωτηρια τους ομως δεν σταματουσε εδω, απο δω αρχιζε. Επρεπε στην συνεχεια να φυγουν, να φυγουν απ’ την σκλαβια και να βαδισουν ολοταχως για την χωρα της ελευθεριας. Η σαρκα του αρνιου, οταν την εφαγαν, τους εθρεψε, και τους εδωσε δυναμη για την πορεια τους.
Σε μια τετια Αιγυπτο, σε μια χωρα σκλαβιας βρισκεται ο καθε ανθρωπος. Ο Λογος του Θεου λεγει: “Καθε ενας που κανει την αμαρτια, δουλος ειναι της αμαρτιας” (Ιω.Η34). Η Αιγυπτος ειναι η αμαρτια. Και ο αγγελος του θανατου επισκεπτεται τις πορτες: “Ο μισθος της αμαρτιας ειναι θανατος” Ρωμ.ΣΤ23).
Για να σωθουμε χρειαστηκε να θυσιασθει ο Ιησους Χριστος, εγινε Αυτος το πασχαλινο αρνι που μας αντικατεστησε. Πρωτα χρειαστηκε να γινει “Υιος ανθρωπου”, δηλαδη ανθρωπος, για να μπορεσει να Τον αγγιξει η πιστη μας, ωστε να ειμαστε σε θεση να Τον “φαμε” και να Τον “πιουμε”. Η αιωνια η ζωη, η ιδια η πηγη της, μπηκε σ’ ενα ανθρωπινο σωμα, γαι να μας γινει προσιτη.
Το αιμα Του επρεπε να χυθει, οπως τοτε του αρνιου, για να εξασφαλισει την εξιλεωση. Ηταν η πραξη πανω στην οποιαν ικανοποιηθηκε η Θεια Δικαιοσυνη.
Πινω και τρωγω κατι, σημαινει, το οικειοποιουμαι, το κανω δικο μου, το αφομοιωνω. Οπως το ποτο και το φαγητο για το σωμα. Το τρως, το οικειοποιησαι, το αφομοιωνεις, και ζεις και κινεισαι με τις δυναμεις που αυτο δινει μεσα σου. Το ιδιο ακριβως σημαινει το να φαμε την σαρκα και να πιουμε το αιμα του Υιου του ανθρωπου.
“Πινω το αιμα του”, σημαινει, οικειοποιουμαι, κανω δικο μου δια πιστεως, το εργο που υπηρετησε το αιμα Του, οταν χυθηκε στον σταυρο. Ποιο εινα αυτο το εργο; Η ικανοποιηση της δικαιοσυνης του Θεου. Αφου λοιπον το κανω δικο μου δια πιστεως, σημαινει οτι ισχυει και για μενα, δηλαδη και για μενα εχει ικανοποιηθει η δικαιοσυνην του Θεου. Ετσι επιτυγχανω την συμφιλιωση με τον Θεο, και ο αγγελος του θανατου προσπερνα την πορτα μου. Πρακτικα να τι εχω να κανω: Να πιστεψω οτι το αιμα του Ιησου Χριστου χυθηκε και για τις δικες μου αμαρτιες. Αυτο σημαινει “πινω”, δηλαδη οικειοποιουμαι το αιμα Του. Αυτη ειναι και η βαση της σωτηριας μας.
Δεν αρκει ομως αυτο. Βγαινοντας απο την Αιγυπτο, εχω εμπρος μου μια πορεια για να φθασω στην ουρανια πατριδα. Με το που ελευθερωθηκα απο την αμαρτια “πινοντας” το αιμα του Ιησου Χριστου, μια καινουργια ζωη ανοιγεται εμπρος μου. Ειναι η αγια ζωη, η ζωη της αφιερωσης, που με καλει ο Θεος να ζησω. Πως ομως θα την περπατησω; Δεν ειναι δυσκολο. Πρωτος τουτη την ζωη την περπατησε η κεφαλη μας, ο Ιησους Χριστος. Η κομμενη σαρκα Του αντιπροσωπευει ακριβως αυτην την αγια ζωη που περπατησε ο Κυριος εδω στην γη. Σε μας εκεινο που μενει ειναι να την φαμε, δηλαδη να την οικειοποιηθουμε, να την κανωμε δικη μας μεσω της πιστης, και με την βοηθεια του Αγιου Πνευματος που εστειλε και κατοικησε μεσα μας.
Ειναι παραλογα τα λογια Του; Οχι. Ειδικα για τους Ισραηλιτες που καθε χρονο γιορταζαν τους συμβολισμους αυτης της μεγαλης αληθειας, με την θυσια του Πασχαλινου αρνιου.

“Εκεινος που τρωγει την σαρκα μου και πινει το αιμα μου εχει ζωην αιωνιον και εγω θα τον αναστησω την εσχατην ημεραν”. (Εδ.54)

Στο εδαφιο 53 τους το ειπε αρνητικα: “Εαν δεν με φατε και δεν με πιητε δεν εχετε ζωην”. Εδω τους το τονιζει και θετικα. Τους συμπληρωνει ομως και κατι αλλο. Το δοξασμενο οριο που θα φθασει αυτη η ζωη που εχει ηδη αρχισει να κυλα μεσα στους πιστους, θα ειναι η ανασταση των σωματων τους. Ετσι η πνευματικη τους ανασταση θα ακολουθηθει απ’ την σωματικη. Ειναι η τεταρτη φορα σ’ αυτο το κεφαλαιο που ο Ιησους υποσχεται την σωματικη ανασταση των πιστων, σαν ολοκληρωση της σωτηριας που Αυτος φερει στο ανθρωπινο γενος. Η φυση ανορθωμενη και δοξασμενη ειναι η ολοκληρωση της νικης που κερδηθηκε απ’ την Θεια χαρη πανω στην αμαρτια.
“Διοτι η σαρκα μου ειναι αληθινα τροφη και το αιμα μου αληθινα ειναι ποτο” (Εδ.55).
Η σαρκα Του και το αιμα Του ειναι για το πνευμα μας πραγματικες τροφες, και γι’ αυτο του δινουν ζωη.

“Εκεινος που τρωγει την σαρκα μου και πινει το αιμα μου μενει μεσα μου και εγω μεσα του” (Εδ.56)

Αν πιεις με πιστη απ’ την πηγη της εξιλεωσης που επετευχθη με το αιμα του Ιησου, και αν τρεφεσαι συνεχως δια του Πνευματος απ’ την αγια ζωη που πραγματοποιηθηκε στην σαρκα Του, συναπτεις μαζι Του μια ενωση, δια της οποιας το προσωπο Του κατοικει μεσα σου, και συ σ’ Αυτον.
“Εγω μεσα του” (“καγω εν αυτω”). Ειναι σαν να παρεις ενα φυτο απο ενα χωμα, και να το φυτευσεις σε ενα αλλο. Ετσι και μεις, ξεριζωνομαστε απο το εδαφος της δικης μας ζωης, και μεταφυτευομαστε στο νεο εδαφος που η τελεια δικαιωση και η αγια δυναμη του Χριστου προσφερει. Συγκεκριμενα να τι κανωμε: Αποποιουμεθα, αποκηρυσσομε καθε δικη μας αξια, δυναμη, σοφια, και εμπιστευομαστε τον Χριστο, σαν Αυτον που κατεχει ολα οσα χρειαζομαστε. “Μενω εν Αυτω” λοιπον σημαινει, αντλω απ’ Αυτον και οχι απο μενα.

“Καθως απεστειλε με ο ζων Πατηρ καγω ζω δια τον Πατερα, και ο τρωγων με κακεινος ζησεται δι’ εμε.” (Εδ.57)

Εδω να τα βαλωμε με την σειρα:
Η υψιστη, η προαιωνιος πηγη της ζωης, εκει που ξεκινα η ζωη, ειναι ο Πατερας, ο Δημιουργος της ζωης.
Ο Πατερας εστειλε τον Ιησου με μια αποστολη εδω στην γη. Ο Ιησους για να εκπληρωσει την αποστολη Του, ειναι σε διαρκη κοινωνια με τον Πατερα. Κατα την διαρκεια της γηινης υπαρξης Του, αντλει ακαταπαυστα απο τον Πατερα ζωη, φως, δυναμη, για να μπορεσει να εκπληρωσει την αποστολη Του. Καθε φορα που ενεργει ή μιλα, ζητα απ’ τον Θεο ο,τι ειναι αναγκαιο γι’ αυτον τον σκοπο και το λαβαινει. Αυτο σημαινει το “καγω ζω δια τον Πατερα”. Ας προσεξωμε εδω, δεν λεγει, “δια του Πατρος”, που θα σημαινε απλα μονον οτι η δυναμη μεσω της οποιας εργαζοταν ηταν αυτη του Πατερα. Ουτε “ενεκα του Πατρος”, που θα σημαινε, “με σκοπο την δοξα ή την υπηρεσια του Πατερα”. Λεγει “δια τον Πατερα”, που σημαινει (δια+αιτιατικη) την αιτια, οχι τον σκοπο. Εκεινο που θελει να μας πει εδω απλα ο Κυριος ειναι οτι, σαν απεσταλμενος απ’ τον Πατερα, σ’ Αυτον βρισκει ασταματητα την ηθικη αιτια της δραστηριοτητας Του (Αυτου το θελημα εκτελει καθε στιγμη), σ’ Αυτον βρισκει την πηγη και το προτυπο για καθε Του κινηση (“Καθως βλεπω κανω”), απ’ Αυτον αντλει την δυναμη για να υλοποιησει τις βουλες Του. Δηλαδη απ’ Αυτον παιρνει οδηγια τι να κανει, πως να το κανει, και την δυναμη να το κανει. Ο Κυριος μας δεν κανει τιποτα αλλο παρα να μενει με επιμελεια και πιστοτητα (“Ο Πατερας μου εργαζεται και εγω εργαζομαι”, Ιωανν. Ε17) σ’ αυτη την σχεση που Του εξασφαλισε ο Πατερας οταν Τον εστειλε στην γη. Ετσι η ζωη του Θεου επαναπαραγεται τελεια εδω στην γη. Ο Ιησους ειναι ο Θεος που εζησε σε μια ανθρωπινη ζωη.
Η σχεση του πιστου (αυτου που “Τον τρωγει”) προς τον Ιησου, ειναι ομοια με την σχεση του Ιησου προς τον Πατερα. Και η σχεση του Ιησου προς τον Πατερα, δεν ειναι μονον το μοντελο της σχεσης του πιστου προς τον Ιησου, ειναι και η αρχη της, η ηθικη της αιτια. Η δευτερη σχεση υφισταται διοτι υπαρχει η πρωτη.
Ο Ιησους τωρα, υποσχεται στον πιστο, σ’ αυτον που Τον τρωγει, την ιδια πηγη και εγγυηση ζωης, που ο Πατερας ειχε εξασφαλισει γι’ Αυτον: “Κακεινος ζησει δι’ εμε”, δηλαδη, “Θα ειμαι Εγω η αιτια που θα ζει”. Ο πιστος σε καθε τι που κανει, αναζητα στον Χριστο το μοντελο και την δυναμη, οπως ο Ιησους εκανε με τον Πατερα. Ετσι η ζωη του Χριστου, και επομενως του Πατερα, γινεται δικη του, και βιωνεται μεσω αυτου (του πιστου) εδω στην γη.
Ενα παραδειγμα που θα μας βοηθησει να το καταλαβωμε τι γινεται στον πιστο σαν Τον “τρωγει”:
Τις δυναμεις της φυσης τις χρειαζεται το υλικο μας σωμα για να ζησει, να κινηθει. Μας ειναι ομως απροσιτες στην μορφη που ευρισκονται. Πρεπει να συγκεντρωθουν σε κατι που να ειναι προσιτο και αφομοιωσιμο απο τα σωματα μας. Να λοιπον τι εχει κανει ο Δημιουργος μας γι’ αυτο: Τις μαζευει και τις βαζει μεσα στο σταρι π.χ. Εχετε σκεφθει τι κρυβεται μεσα στο σταρι; Τι χρειαστηκε για να γινει το σταρι; Ο ηλιος εστειλε την φωτεινη του ενεργεια, η γη με τα στοιχεια της εδωσε την χημικη ενεργεια, οι μικροοργανισμοι προσεφεραν και αυτοι το εργο τους. Ολα αυτα μαζευτηκαν σε μια μορφη προσιτη και αφομοιωσιμη σε μας. Και να το σταρι ετοιμο, και μεις το κανωμε ψωμι και το τρωμε. Και σαν το τρωμε, ο,τι εχει μαζευθει μεσα του αποδεσμευεται μεσα μας και μας δινει ζωη, κινηση.
Ο Ιησους ειναι ο μονος που εχει προσπελαση στην ανωτατη πηγη της ζωης, τον Θεο. Απο κει αντλει ζωη. Αυτη η ζωη υφισταται στις λεπτομερειες της μια ανθρωπινη επεξεργασια και συγκεντρωνεται στο προσωπο Του (οπως με το σταρι). Να τι ακριβως εγινε: Η ζωη ενσαρκωθηκε για να μπορεσωμε να την αγγιξωμε, να την “φαμε”, να την οικειοποιηθουμε. Εγινε για μας “ο αρτος της ζωης”.
Και τι μενει σε μας να κανωμε; Οπως για την φυσικη ζωη πρεπει να παρωμε το κομματι του ψωμιου, να το φαμε, και να το αφομοιωσωμε μεσα μας, ετσι και για να εξασφαλισωμε αυτη την υψηλοτερη ζωη, πρεπει να “φαμε” και να αφομοιωσωμε μεσα μας το προσωπο του Υιου του ανθρωπου.
Τι σημαινει “να αφομοιωσωμε τον Ιησου Χριστο”; Δυο πραγματα: α) Να ειναι το προτυπο μας στο καθε τι. β) Να αντλουμε απ’ Αυτον, δια πιστεως, το καθε τι που χρειαζομαστε.
Τι θα συμβει τοτε; Η ζωη του Θεου με ολες τις εκδηλωσεις της (αγιοτητα, ειρηνη, δυναμη, πραοτητα, σοφια κ.λ.π.) θα ξεχυλισει μεσα μας, χωρις εμεις να χρειαστει να κανωμε τιποτα αλλο, καμμια αλλη προσπαθεια.
Ο Θεος Πατερας, δια του Ιησου Χριστου, εδωσε τον εαυτον Του σε ολους. Να το μυστικο της ζωης του Χριστου, να το μυστικο της ζωης των δικων Του. Ειναι αυτο το μυστηριο της σωτηριας, που ο Παυλος το αναφερει στο Εφεσιους Α10, “Να συγκεφαλαιωση τα παντα εν τω Χριστω”.
Ετσι δεν ειναι ακατανοητο αυτο που ο Κυριος εξηγουσε στους Ιουδαιους, οτι ενας ανθρωπος μπορει να γινει για τους αλλους η πηγη της ζωης (αναφεροταν βεβαια στην γηινη ζωη Του). Να λοιπον η αληθινη τροφη, ας μην ζητανε αλλη θαυματουργικη. Αλλωστε το διαβαζανε και στην Παλαια Διαθηκη:

“Με αρτον μονον δεν θελει ζησει ο ανθρωπος, αλλα με παντα λογον εξερχομενον δια στοματος Θεου” (Δευτ. Η3). Και ο Ιησους Χριστος ειναι ο Λογος του Θεου.
“Αυτος ειναι ο αρτος, ο οποιος κατεβηκε απο τον ουρανον, οχι οπως το μαννα που εφαγαν οι πατερες σας και πεθαναν. Εκεινος που τρωγει αυτον τον αρτον θα ζησει αιωνιως.” (Εδ. 58)

Εαν φας αυτον τον αρτον, θα ζησεις. Αν τον απορριψεις, θα πεθανεις.
Να κανωμε εδω μερικες συμπληρωματικες παρατηρησεις στα εδαφια 51β-58, και ειδικα στο τι σημαινουν οι φρασεις “Να πιεις το αιμα Του”, και “Να φας την σαρκα Του”.
Να πουμε πρωτα οτι μερικοι θελησαν να τους δωσουν εφαρμογη στο Δειπνο του Κυριου. Αυτο ομως ειναι αδυνατον για τους εξης λογους: α) Για ποιο σκοπο να υπαινιχθει ο Κυριος εναν θεσμο που κανενας δεν μπορουσε να προειδει απο τωρα; β) Ποτε ο Ιησους δεν εκανε να εξαρταται η κατοχη της αιωνιας ζωης απο την τελεση μιας εξωτερικης πραξης, σαν αυτη του Δειπνου του Κυριου. Σ’ ολη Του την διδασκαλια η μονη προϋποθεση της σωτηριας ειναι η πιστη. γ) Δεν θα επαναλαμβανοταν συνεχεια διοτι η σωτηρια λαμβανεται μια φορα.
Για να διευκρινισωμε την σκεψη του Κυριου, πρεπει να κανωμε εναν διαχωρισμο μεταξυ της ενεργειας του ανθρωπου και του δωρου του Θεου, οπως ο Κυριος τα διαχωριζει στο εδαφιο 27.
α) Η ενεργεια του ανθρωπου ειναι πιστη και μονον πιστη. “Να φας την σαρκα Του” σημαινει, να θεωρεις (παρατηρεις) με πιστη την αγια ζωη του Κυριου, και να την παρεις μεσα σου δια του Αγιου Πνευματος, με σκοπο να επαναπαραχθει στην ατομικη σου ζωη. “Να πιεις το αιμα Του” σημαινει, να θεωρησεις με πιστη τον σταυρικο Του θανατο, και να τον κανης και δικο σου λυτρο, οικειοποιουμενος την εξιλεωση που πετυχε.
β) Το Θειο δωρο τωρα ειναι: 1) Να γευθεις την συγγνωμη του Θεου. 2) Να ζησεις δια του Αγιου Πνευματος την αγια ζωη του Χριστου. Δεν ειναι ομως μονον αυτο. Ο Κυριος επιμενει με εμφαση και σ’ ενα τριτο. Την ανασταση των σωματων μας. Αυτο λοιπον που θα μεταδωσει στον πιστο δεν ειναι μονον η ηθικη Του φυση. Ειναι η πληρης Του ζωη, η φυσικη και η πνευματικη, ολη Του η προσωπικοτητα. Θα γινωμε ομοιοι κατα παντα με Αυτον, πνευματικα και φυσικα.
Θα γινει οτι και με τον σπορο του σταριου. Τα σπορια στο σταχυ δεν ειναι τιποτα αλλο παρα η εμφανιση του σπορου απ’ τον οποιον προεκυψε το σταχυ, μυστηριωδως πολλαπλασιασμενου. Ετσι και οι πιστοι, αγιασμενοι και αναστημενοι απ’ τους νεκρους, προκειται να ειναι η επαναπαραγωγη, σε χιλιαδες ζωντανα αντιτυπα, του δοξασμενου Χριστου, καθ’ ολα ομοιοι μ’ Αυτον. “Και καθως εφορεσαμε την εικονα του χοϊκου, θελομεν φορεσει και την εικονα του επουρανιου”, Α. Κορ. ΙΕ49.
Ο Ιησους γνωριζε, αισθανοταν βαθεια οτι ανηκε, σωμα και πνευμα, στην ανθρωποτητα. Ηταν αυτο το αισθημα που Του υπαγορευε αυτα τα λογια, και οχι γιατι ηθελε να προκαλεσει ενοχληση στους ακροατες Του.
Οι εκφρασεις “να πιεις”, “να φας” ειναι μεταφορικες, αλλα το αποτελεσμα, η κοινωνια μαζι Του, ειναι πραγματικο. Γι’ αυτο και ο Παυλος λεγει, “Μελη ειμαστε του σωματος αυτου, απο την σαρκα του, και απο τα οστα του”, Εφ.Ε30.
Αυτη η πληρης ενωση μαζι Του, μεσω της οποιας μας διοχετευει την ζωη Του, δεν ειναι κατι το μεταφορικο, ειναι μια πραγματικοτητα. Ειναι ομως απ’ το αλλο μερος ενα μυστηριο γιατι δεν μπορουμε να το αντιληφθουμε με τις αισθησεις μας: “Το μυστηριο τουτο ειναι μεγα. Εγω δε λεγω τουτο περι του Χριστου και της Εκκλησιας”, Εφ. Ε32.
Αυτο το μυστηριο εδω στην ομιλια Του, εκφραζεται με λεξεις. Θελοντας ο Κυριος να το εκφρασει και με μια πραξη, θεσπισε την τελετη του Δειπνου του Κυριου. Θα πρεπει λοιπον να πουμε οτι το Δειπνο του Κυριου, και αυτη εδω η ομιλια Του, αναφερονται σε ενα και στο ιδιο θειο γεγονος, που εκφραζεται εδω mε μια μεταφορα, και εκει με ενα συμβολο.

“Αυτα ειπε σε συναγωγην, οταν εδιδασκε εις την Καπερναουμ.”
“Πολλοι απο τους μαθητας του, οταν ακουσαν, ειπαν, “Ειναι σκληρος ο λογος αυτος. Ποιος μπορει να τον ακουει;” (Εδ.59,60)

“Σκληρος”, δηλαδη, δυσκολα να τον δεχθεις. Πως μπορουν να φανε την σαρκα Του και να πιουν το αιμα Του, και ετσι να εχουν ζωη; Μοιαζει σαν παραλογισμος. Εαν το προσεγγισεις επιφανειακα, θα μπορουσε να σκανδαλισει ακομα και τους ιδιους τους μαθητες.
“Μαθητες”: Ειναι προσωπα που ακολουθουσαν τον Κυριο, εχοντας αφησει τις συνηθεις τους ασχολιες (Εδ.66). Απο αναμεσα τους ο Κυριος ειχε διαλεξει τους δωδεκα. Μερικοι απ’ αυτους θα ηταν σιγουρα μεταξυ των 500 για τους οποιους μιλα ο Παυλος στο Α. Κορ. ΙΕ6.

“Ο Ιησους ηξερε εσωτερικως οτι γογγυζουν γι’ αυτο οι μαθητες του και τους ειπε, “Αυτο σας σκανδαλιζει; Εαν ιδητε τον Υιον του ανθρωπου να ανεβαινει εκει που ηταν προτητερα, τι θα ελεγατε;” (Εδ. 61-62)

“Σκανδαλιζει”, σημαινει, κανει την πιστη σας να σκονταψει.
Τα λογια Του, καπως πιο ελευθερα, μπορουμε να τα αποδωσωμε ετσι: “Σκανδαλισθηκατε που σας ειπα οτι για να εχετε ζωη, πρεπει να φατε την σαρκα και να πιητε το αιμα ενος ανθρωπου, που τωρα ειναι εδω εμπρος σας. Αυτο πολυ πιο δυσκολα θα το αποδεχθειτε, οταν δειτε αυτον τον ιδιο ανθρωπο ν’ ανεβαινει παλι στον ουρανο απ’ τον οποιον κατεβηκε πριν, και την σαρκα του και το αιμα του να εξαφανιζονται απο εμπρος σας. Και τοτε για να ζησετε, θα εισαστε παλι υποχρεωμενοι να φατε απο την σαρκα του και να πιειτε απο το αιμα του. Και αυτα τωρα δεν θα ειναι εμπρος σας να τα αγγιζετε. Τοτε θα καταλαβετε οτι αυτο το φαγωμα και το πιοσιμο ηταν μιας τελειως διαφορετικης φυσης, απ’ οτι κατ’ αρχας υποθεσατε!”. Η αναληψη του Κυριου, απο τοτε και μετα που δεν θα Τον εχουν πλεον ορατα εμπρος τους, διευκρινιζει οτι τα λογια Του δεν ηταν παραλογα, δεν μιλουσε για κανιβαλλισμο, αλλα για ενα διαφορετικο φαγωμα και πιοσιμο, που μπορει να γινει και χωρις να Τον βλεπωμε, “Μακαριοι οσοι δεν ειδαν και επιστεψαν”, Ιω. Κ29.

“Το πνευμα ειναι εκεινο που δινει ζωην, η σαρκα δεν ωφελει τιποτα. Τα λογια τα οποια εγω σας μιλω, ειναι πνευμα και ζωη.” (Εδ.63)

Εαν ο Κυριος ελεγε: “Τα λογια μου ειναι πνευμα”, καποιος θα μπορουσε να συμπερανει απ’ αυτο, οτι τα λογια Του πρεπει να γινουν αντιληπτα πνευματικα. Το οτι προσθετει ομως “και ζωη”, δεν επιτρεπει αυτη την εξηγηση. Η αληθινη εννοια ειναι: “Τα λογια μου ειναι η ενσαρκωση και η επικοινωνια του Πνευματος. Ειναι το Πνευμα που κατοικει σ’ αυτα, και ενεργει μεσω αυτων. Αυτος ειναι ο λογος που μεταδιδουν ζωη (γιατι το Πνευμα ζωοποιει)”.
Στην Παλαια Διαθηκη τους το ειχε πει με τουτα τα λογια: “Θελετε φυλαττει τα προσταγματα μου και τας κρισεις μου, τα οποια καμνων ο ανθρωπος, θελει ζησει δι’ αυτων” (Λευιτικο ΙΗ5).
Αν λοιπον δεχοντουσαν τα λογια Του (εστω και αν δεν τα καταλαβαιναν, εστω και αν τους σκανδαλιζαν), να τι θα γινοταν: Θα ερχοταν μεσα τους το Αγιο Πνευμα (που βρισκεται σ’ αυτα τα λογια), και θα δημιουργουσε το ορατο αποτελεσμα που τους ειχε πει (θα τους εφερνε ζωη)

“Και ομως υπαρχουν μερικοι απο σας που δεν πιστευουν”. Διοτι ηξερε απο την αρχη ο Ιησους ποιοι ειναι εκεινοι που δεν πιστευουν και ποιος ειναι εκεινος που θα τον παραδωσει.” (Εδ.64-65)

Του ειχαν πει: “Αυτος ο λογος ειναι σκληρος”.
Τους απαντησε: “Σας φαινεται σκληρος γιατι τον καταλαβαινετε εσφαλμενα”.
Τωρα τους εξηγει γιατι δεν μπορουν να τον καταλαβουν. Ειναι γιατι δεν πιστευουν. Πολλοι ερχοντουσαν στον Κυριο. Ο Κυριος ομως απ’ αρχης διεκρινε οτι τα κινητρα δεν ηταν σε ολους καθαρα. Στο Ιωαννη Β24 μας λεγει οτι, “Αυτος ο Ιησους δεν τους εμπιστευοταν, διοτι τους εγνωριζε ολους”. Παρ’ ολα αυτα τους κρατουσε, οπως κρατησε και τον Ιουδα.
Οταν διαλεξε τον Ιουδα, συμφωνα μ’ αυτα που μας λεγει εδω ο Ιωαννης (“ηδει γαρ εξ αρχης”), γνωριζε οτι αν καποιος Τον προδιδε μεταξυ των μαθητων, θα ηταν αυτος. Οχι ομως οτι τον ειχε διαλεξει για να Τον προδωσει. Ισως ειχε ελπισει να κερδισει την νικη πανω στις εγωιστικες και γηινες επιθυμιες που εφεραν αυτον τον ανθρωπο, οπως και τοσους αλλους, κοντα Του. Η προνομιακη θεση που του εδωσε, ισως ηταν ενα μεσον να τον κερδισει, ή να καταληξει σε μια βαθυτερη πτωση του, εαν ποδοπατουσε αυτη την χαρη. Αλλα και αυτη η μεγαλη πτωση θα μπορουσε να γινει η αιτια της συντριβης της υπερηφανειας αυτης της σκληρης προσωπικοτητας. Η στιγμη που επαιρνε το μοιραιο κομματι απο τα χερια του Κυριου, εκει στο τελευταιο δειπνο, θα μπορουσε, αν συναισθανοταν το μεγεθος του εγκληματος του, να ειχε γινει γι’ αυτον η στιγμη της μετανοιας και της σωτηριας.
Εκεινο που μας λεγει εδω ο Λογος του Θεου ειναι οτι, μεταξυ των μαθητων του Κυριου τοτε, μεταξυ των μελων της Εκκλησιας σημερα, θα υπαρχουν και θα συμπορευονται μερικοι που θα ονομαζονται πιστοι του Ιησου Χριστου, αλλα δεν θα Τον πιστευουν. Και αν το “μερικοι” το δεις στα εδαφια Ρωμ.Γ3, ΙΑ7, Εβραιους Γ 16 -“μερικοι απιστησαν”, που αναφερεται σ’ ολο σχεδον το Ιουδαϊκο Εθνος, καταλαβαινεις οτι μιλα για μεγαλο πληθος ανθρωπων. Αυτους δεν ειναι η ελξη του Πατερα που τους εφερε στον Ιησου, αλλά άλλα γηινα ελατηρια. Ενα πρωτο σημειο που τους διακρινεις αυτους ειναι οτι μερικες φορες, αντι να τους γεμιζουν τα λογια του Θεου, τους σκανδαλιζουν, οπως συνεβη εδω με τους ακροατες του Κυριου. Αυτη ειναι μια πραγματικοτητα που πρεπει να την εχωμε υπ’ οψιν στην Εκκλησια. Χωρις την θεια προετοιμασια δεν γινεται τιποτα. Γι’ αυτο σ’ αυτο το θεμα (στο να δωσει την καρδια του καποιος στον Χριστο) δεν πρεπει να πιεζεται κανενας. Ανθρωποι που δεν τους εχει ελκυσει ο Πατερας, μονον προβληματα δημιουργουν στην Εκκλησια, και σκανδαλιζουν και τους αλλους με τις πτωσεις τους. Η σειρα ειναι παντα αυτη: Ο Θεος “δινει”, “διδασκει”, “ελκυει” (το θειο στοιχειο). Ο ανθρωπος “πιστευει”, “ερχεται” (το ανθρωπινο στοιχειο).
Μετα τα οσα ελεχθησαν εδω, το εργο στην Γαλιλαια φαινοταν σαν να καταστρεφεται. Παρουσιαζε την οψη μιας πλουσιας συγκομιδης, που την κτυπησε ξαφνικα χαλαζι. Αυτα τα λογια του Κυριου ηταν ενα “αντιο”. Εκεινοι στους οποιους απευθυνοταν τα καταλαβαν.

“Γι’ αυτον τον λογον πολλοι απο τους μαθητας του εφυγαν και δεν επηγαιναν πλεον μαζι του” (Εδ.66)

Εδω τους ειπε εκεινα τα σκληρα λογια, “να τον φανε και να τον πιουνε”.
Στο Λουκα Θ23 τους λεγει: “Εαν καποιος θελει να ελθει οπισω μου, ας απαρνηθει εαυτον, και ας σηκωσει τον σταυρον αυτου καθ’ ημεραν, και ας με ακολουθει”.
Στο Λουκα ΙΔ25 ειπε: “Εαν καποιος ερχεται σε μενα, και δεν μισει τον πατερα του, και την μητερα, και την γυναικα, και τα τεκνα, και τους αδελφους, και τις αδελφες, ακομα δε και την ζωην του, δεν μπορει να ειναι μαθητης μου”.
Ποια να ειναι αραγε η προθεση του Κυριου λεγοντας αυτα τα λογια;
Ας ελθομε στην θεση των ανθρωπων που Τον εβλεπαν και Τον ακουγαν. Για να Τον ακολουθησει καποιος σ’ αυτα που ελεγε, θα επρεπε να ειχε βρει στο προσωπο Του κατι πιο πολυτιμο απ’ ολα αυτα που του ζητουσε ν’ αφησει. Να λοιπον γιατι τα ελεγε τοσο καθαρα (“ωμα” θα λεγαμε). Ηθελε να διαχωρισει ποιοι ησαν αυτοι, και να αποθαρρυνει ολους τους αλλους. Το εδαφιο 66 μας λεγει οτι ακριβως αυτο επετευχθη και εδω.
Ο Ιησους προτιμουσε εναν μικρο πυρηνα ανθρωπων στηριγμενων στην πιστη, και αποφασισμενων να δεχθουν την αυταπαρνηση που αυτη επεβαλε, απο κεινα τα πληθη στα οποια ο δεσμος με το προσωπο Του ηταν φαινομενικος.
Υπηρχε ομως και κατι περισσοτερο. Ολο Του το εργο θα ηταν σε κινδυνο, αν δεχοταν οπαδους με τετιο σαρκικο πνευμα.
Τα λογια Του, τοτε και σημερα, εχουν τουτο το χαρακτηριστικο, τους δικους Του τους φερουν πιο κοντα, τους αλλους τους απομακρυνουν. Και ειναι αναγκαιο να αποβαλλει απο κοντα Του καθε τι το οποιο δεν ειναι αποφασισμενο να παει μαζι Του στο μονοπατι του σταυρου, και σ’ ενα ολοκληρωτικα πνευματικο βασιλειο. Οι επιθυμιες αυτων που τωρα φευγουν ηταν μια γηινη Μεσσιανικη βασιλεια, η προσδοκια αυτου του πραγματος τους ειχε ελκυσει κοντα Του.
Ετσι λοιπον εγινε ο πρωτος καθαρισμος της νηπιακης Εκκλησιας Του, και διεφυλαχθη το εργο Του.
Απο εκεινη την στιγμη βλεπομε τους ψευδοπιστους να επανερχονται εις τα προηγουμενα, στις συνηθεις δηλαδη ασχολιες τους, που τις ειχαν αφησει για να ακολουθησουν τον Κυριο στην πλανοδια ζωη Του.
Τουτο το ευεργετικο κοσκινισμα, οπως θα δουμε στην συνεχεια, θελησε να το κανει και μεταξυ των δωδεκα, γιατι ηξερε οτι και εκει υπηρχαν ακαθαρτα στοιχεια.

“Ειπε τοτε ο Ιησους εις τους δωδεκα, “Μηπως και σεις θελετε να φυγετε;”. Απεκριθη ο Σιμων Πετρος, “Κυριε, σε ποιον να παμε; Εχεις λογια ζωης αιωνιου, και εμεις εχομε πιστεψει και γνωρισει οτι συ εισαι ο Χριστος, ο αγιος του Θεου”. (Εδ.67-69)

Βλεποντας τα πληθη να φευγουν, απευθυνεται στους δωδεκα, στους τελευταιους που εχουν μεινει.
Δεν αποβλεπει σε αριθμους. Δεν αποβλεπει σε προσωπα. Τον ενδιαφερει μονον να μεινει το εργο Του καθαρο, οπως Του το ορισε ο Πατερας.
Τους δωδεκα δεν επιθυμει να τους προτρεψει να φυγουν. Απλα τους δινει την ελευθερια, αν θελησουν να το κανουν: “Αν επιθυμειτε και σεις να φυγετε, εισθε ελευθεροι”.
Ο ορμητικος Πετρος, χωρις να ρωτησει τους αλλους, απαντα για λογαριασμο τους.
Η απαντηση που δινει στον Κυριο εκφραζει δυο γεγονοτα:
α) Το βαθυ κενο που ολες οι αλλες διδασκαλιες ειχαν αφησει στην ψυχη του.
β) Τον πλουτο ζωης που ειχε βρει στην διδασκαλια του Ιησου.
Τα λογια του Κυριου ειναι τα μονα που λυνουν το υπαρξιακο προβλημα του ανθρωπου, και ηταν αυτο που βασανιζε τον Πετρο.
Εκεινο που Του λεγει ο Πετρος ειναι το εξης: “Κυριε, μπορεις να μας λες εκπληκτικα πραγματα, πραγματα που δεν καταλαβαινομε, πραγματα που τρομαζουν. Δεν μας πειραζει ομως. Τα οσα εχομε ζησει και ακουσει κοντα Σου ολο αυτον τον καιρο, μας πειθουν οτι και αυτα ειναι σωστα, ασχετα αν εμεις τα καταλαβαινομε ή οχι, γι’ αυτο και τα δεχομαστε προκαταβολικα”.
Για να πιστεψει καποιος, πρεπει πρωτα να γνωρισει μας λεγει ο Λογος του Θεου (“Και εμεις εγνωρισαμε και επιστεψαμε…” Α.Ιωανν. Δ16). Αλλα υπαρχει ομως και μια βαθεια εσωτερικη γνωση που ακολουθει την πιστη: Ο Παυλος λεγει οτι ειναι η πιστη του που θα τον βοηθησει “Να γνωρισει αυτον και την δυναμη της αναστασεως αυτου και την κοινωνια των παθηματων αυτου…” (Εφ. Γ10). Ειναι απ’ την σκοπια αυτης της τελευταιας που μιλα εδω ο Πετρος. Ολα μεσα του ξεκινησαν οταν, απο την ωθηση μιας αμεσης εντυπωσης, ειχε διακηρυξει τον Ιησου σαν τον Χριστο, μαζι με τον Ιωαννη και τον Αντρεα. Απο κεινη την ωρα η καθημερινη εμπειρια με τον Κυριο, τους ειχε κανει να εδραιωσουν την αληθεια αυτης της πρωτης εντυπωσης.
“Ο αγιος του Θεου” (Κριτικο κειμενο). Σημαινει, “Αυτος τον οποιον εσφραγισε ο Θεος” (Εδ.27). Αυτος ο ορος πρωτοχρησιμοποιηθηκε απο τους δαιμονες (Μαρκος Α24, Λουκας Δ34). Ηταν αυτο που τους εντυπωσιαζε, που παρουσιαζε την μεγαλυτερη αντιθεση μ’ αυτους, η αγιοτητα Του, εν σχεσει με την δικη τους ακαθαρσια. Θα μπορουσαν π.χ. να Τον πουν “ο δυνατος του Θεου”, αλλα ειχαν και αυτοι αρκετη δυναμη. Αυτην την αγιοτητα βλεπουν και οι μαθητες Του σαν το πιο σοβαρο πιστοποιητικο της θεια προελευσης του Κυριου, και οχι την σοφια Του, ή την δυναμη Του, ή κατι αλλο. Αυτη η αγιοτης Του τους επειθε οτι ηταν εκ Θεου Μεσσιας, πιο πολυ απ’ ολα τ’ αλλα. Το ειπε και ο τυφλος που γιατρευτηκε, “Αμαρτωλους ο Θεος δεν ακουει”, Ιω. Θ31.

“Απεκριθη εις αυτους ο Ιησους, “Δεν εδιαλεξα εγω εσας τους δωδεκα; Και ομως ενας απο σας ειναι διαβολος”. (Εδ.70)

Ο Πετρος ειχε μιλησει εξ ονοματος ολων. Ο Κυριος τον διορθωνει, “Παρ’ ολο που εγω σας διαλεξα, σ’ εναν απο σας εχει μπει μεσα το πνευμα του Σατανα, και τον εχει κανει οργανο του”
Ο σκοπος που λεγει αυτα τα λογια φαινεται να ειναι:
α) Να κανει τον Ιουδα ν’ αντιληφθει οτι δεν μπορει να υποκρινεται εμπρος Του.
β) Να αφυπνισει την συνειδηση του και να τον κανει να καταλαβει το λαθος του.
γ) Να προλαβει τον πειρασμο στην σκεψη των μαθητων, οτι ο Κυριος τους ειχε αποτυχει να διακρινει τις προθεσεις του Ιουδα.
“Και”: Παρ’ ολο που η αγαπη Του τον ειχε διαλεξει, αυτος θα Τον προδινε.
Καμμια ομως αντιδραση δεν σημειωνεται απο την μερια του Ιουδα. Παραμενει με υποκριτικη πιστοτητα, δεχομενος και σαν δικη του την διακηρυξη του Πετρου.

“Εννοουσε τον Ιουδα, τον υιον του Σιμωνος, τον Ισκαριωτην, που ητο ενας απο τους δωδεκα και αυτος θα τον παρεδιδε.” (Εδ.71)

“Ισκαριωτης”, ειναι απο το Ish-Kerioth, που σημαινει, ανθρωπος της Κεριοθ. Η Κεριοθ ηταν πολη της φυλης Ιουδα (Ιησους του Ναυη ΙΕ25). Ο Ιουδας ηταν ο μονος Ιουδαιος μαθητης του Κυριου. Ισως ομως “Ισκαριωτης” να ηταν το ονομα του πατερα του.
Η πιστη λοιπον ναυαγησε στην Γαλιλαια γιατι οι επιθυμιες των ανθρωπων παρεμειναν στα γηινα. Κατι που σημερα γινεται στον Χριστιανικο κοσμο. Οι επιθυμιες για τα υλικα πραγματα εχουν την υπεροχη πανω στις πνευματικες και ηθικες αναγκες. Γι’ αυτο και το Ευαγγελιο παραμεριζεται σιγα σιγα, γιατι δεν ανταποκρινεται σ’ αυτες τις επιθυμιες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7

Επτα μηνες ειχαν περασει χωρις την εμφανιση του Ιησου στην Ιερουσαλημ. Η οργη των αρηγων του λαου ειχε προς στιγμη κοπασει. Αλλα η φωτια μισοκαιγε κατω απο τις στακτες, και με την πρωτη εμφανιση του Ιησου στην πρωτευουσα, η φλογα δεν αργησε να ξεσπασει εκ νεου, με αυξημενη βιαιοτητα.

“Υστερα απο αυτα περιηρχετο ο Ιησους την Γαλιλαιαν. Δεν ηθελε να μεινη εις την Ιουδαιαν, διοτι οι Ιουδαιοι εζητουσαν να τον σκοτωσουν.” (Εδ.1)

Στο 6ο καφαλαιο του Ιωαννη αντιστοιχει η περιοδος που καλυπτεται στο Ματθαιο ΙΔ13-ΙΣΤ28, και στον Μαρκο ΣΤ30-Η38. Ειναι τα γεγονοτα που αναφερονται στο “Υστερα απο αυτα”. Βρισκομαστε στον μηνα Οκτωβρη.

“Επλησιαζε δε η εορτη των Ιουδαιων η σκηνοπηγια” (Εδ.2)

Η εορτη της Σκηνοπηγιας εορταζοταν τον Οκτωβρη και διαρκουσε 8 ημερες. Ηταν σε αναμνηση των 40 χρονων που οι πατερες τους ειχαν ζησει σε σκηνες στην ερημο. Κατα την διαρκεια της εορτης ο κοσμος εμενε σε σκηνες καμωμενες απο φυλλα και κλαδια δενδρων, στις στεγες των σπιτιων , στις πλατειες και στους δρομους. Καθε πρωι γινοταν μια σπονδη στον Ναο, για να τους υπενθυμισιε τα νερα που τους εδωσε ο Θεος απ’ την πετρα. Και καθε βραδυ αναβοταν δυο καντηλιερια στην αυλη, που συμβολιζαν το φωτεινι συννεφο που τους ειχε οδηγησει την νυκτα. Ο Ιωσηπος την θεωρει σαν την πιο ιερη και μεγαλη απο τις Ισραηλιτικες εορτες. Παραλληλα ομως εορταζοταν και το τελος των συγκομιδων του ετους, και ο κοσμος παραδινοταν σε αχαλινωτα φαγοποτια, που θυμιζαν τις εορτες του Βακχου.
Ο καθε Ιουδαιος θα επρεπε να εορτασει τουλαχιστον μια απ’ τις τρεις βασικες εορτες στην Ιερουσαλημ. Μια και ο Κυριος δεν ειχε παει ουτε στην εορτη του Πασχα, ουτε σ’ αυτην της Πεντηκοστης, ολοι Τον περιμεναν σ’ αυτη την τελευταια εορτη. Ετσι εξηγειται το “λοιπον” του επομενου κεφαλαιου.

“Του ειπαν λοιπον οι αδελφοι του, “Φυγε απο εδω και πηγαινε εις την Ιουδαιαν δια να ιδουν και οι μαθηται σου τα εργα που κανεις, διοτι κανεις δεν κανει τιποτα εις τα κρυφα οταν ζητει να γινη γνωστος. Εαν κανης αυτα τα πραγματα, φανερωσου εις τον κοσμον.” Διοτι ουτε και οι αδελφοι του δεν επιστευαν εις αυτον.” (Εδ.3-5)

Επικεφαλης αυτων των αδελφων θα ηταν σιγουρα ο Ιακωβος, που εγινε ο πρωτος επισκοπος στην Εκκλησια της Ιερουσαλημ (Πραξεις ΙΒ17, ΙΕ13, ΚΑ18, Γαλατας Α19, Β9).
Τι ωθησε τους αδελφους Του να Τον παρακινησουν να κανει αυτο το ταξιδι; Η επιθυμια τους να Τον δουν να δοξαζεται; Μαλλον οχι. Η προθεση τους να Τον δουν στα χερια των εχθρων Του; Ουτε και αυτο. Εκεινο που πρεπει να τους ωθησε ηταν οτι ειχαν μπερδευθει, ειχαν ζαλισθει με τις αξιωσεις του Ιησου. Καθε μερα ησαν μαρτυρες θαυμαστων γεγονοτων και δεν μπορουσαν να τ’ αρνηθουν. Απ’ το αλλο μερος τους πηγαινε δυσκολα ν’ αναγνωρισουν σαν Μεσσια αυτον με τον οποιον ειχαν τοσο πολυ εξοικειωθει. Θελουν λοιπον να Τον αναγκασουν να εκδηλωθει, τι επι τελους ειναι. Εαν αυτος ειναι πραγματικα ο Μεσσιας επρεπε να φανερωσει τον εαυτον του στους αρμοδιους στην Ιερουσαλημ, και οχι στους ανιδεους Γαλιλαιους. Στην ιερουσαλημ, εκει δεν θα επρεπε να φανει και να αναγνωρισθει ο Μεσσιας; Γιατι να φοβαται να παει εκει; Αλλωστε ειναι υποχρεωμενος να παει, γιατι αυτον τον χρονο δεν ειχε παει ουτες στην εορτη του Πασχα, ουτε σ’ αυτη της Πεντηκοστης. Εδω βρισκομε κατι αναλογο με την αιτηση της μητερας Του στον γαμο της Κανα, και οπως θα δουμε στην συνεχεια, η αντιδραση του Κυριου ειναι και εκει και εδω η ιδια.
“Οι μαθητες σου”. Οι αδελφοι Του εννοουν τους μαθητες Του στην Ιουδαια. Απο το προηγουμενο ταξιδι Του ειχε αρκετους μαθητες εκει, μαλιστα μπορουσες να βρεις και αναμεσα τους και μελη του Συνεδριου (Νικοδημος, Ιωσηφ απο Αριμαθαια). Μ’ αυτο που Τον παρακινουν να κανει οι αδελφοι Του ειναι σαν να εννοουν: “Αυτα τα Μεσσιανικα εργα που αφειδως κανεις σ’ αυτα τα πληθη (στους Γαλιλαιους) χωρις κανενα αποτελεσμα, κανετα στην Ιουδαια, οπου εχεις μαθητες (“Οι Φαρισαιοι ειχαν ακουσει οτι ο Ιησους κανει και βαπτιζει περισσοτερους μαθητες παρα ο Ιωαννης, Ιωανν.Δ1), και οπου οι ανθρωποι ειναι ικανοι να βγαλουν πιο σοβαρα συμπερασματα.”
Πολυ σωστα παρατηρουν οτι δεν μπορει καποιος να ζητα δημοσια αναγνωριση και να εργαζεται μυστικα.
“Εαν κανεις αυτα”: Δεν αμφισβητουν την πραγματικοτητα των θαυματων. Αλλα πολυ λογικα, Του λενε, αποκαλυψου σε ανθρωπους πιο αρμοδιους που θα μπορεσουν να αποφσισουν γι’ αυτα που κανεις, και γι’ αυτα που ισχυριζεσαι. Ή προχωρα μεχρι τελους και εκει που πρεπει, ή αποτραβηξου. Ετσι θα λυνοταν και η δικη τους απορια, μια και ολα τα εβλεπαν θολα, και δεν μπορουσαν να παρουν θεση.
Και ειχαν δικηο. Η Μεσσιανικη υποθεση δεν θα μπορουσε ν’ αποφασισθει στην Γαλιλαια. Αυτο το γνωριζε και ο Κυριος. Μονο που κρατουσε για τον εαυτον Του την εκλογη του καταλληλου χρονου.
Σαν “κοσμο” εννοουσαν το μεγαλο θεατρο της Ιερουσαλημ.
Ετσι βλεπομε, 6 μηνες πριν το τελευταιο Πασχα, οι αδελφοι Του δεν Τον πιστευαν. Ηταν βυθισμενοι στο διλημμα, που απο την μια μερια το δημιουργουσε η εντυπωση των θαυματων Του, και απ’ την αλλη οι αξεπεραστες αμφιβολλιες του σαρκικου τους νου. Επιθυμουσαν δε διακαως να φθασουν σε καποιο συμπερασμα. Να σημειωσωμε οτι στον Μαρκο Γ μας αναφερεται οτι προς στιγμη και αυτοι Τον θεωρησαν τρελλο.

“Λεγει τοτε εις αυτους ο Ιησους, “Ο δικος μου καιρος ακομη δεν ηλθε, ενω για σας ο καιρος ειναι παντοτε καταλληλος. Ο κοσμος δεν μπορει να μισει εσας, εμε ομως με μισει, επειδη μαρτυρω οτι τα εργα του ειναι πονηρα. Πηγαινετε σεις εις την εορτην. Εγω δεν θα παω ακομη εις την εορτην αυτην, διοτι ο καταλληλος καιρος για μενα ακομη δεν εχει ελθει”. (Εδ.6-8)

Η απαντηση που θα επρεπε να τους δωσει ηταν: “Αυτο που μου ζητατε να κανω, ειναι το βημα για τον θανατο μου. Αλλα ακομα δεν ειναι καιρος ν’ αφησω την γη”.
Αυτο ομως ηταν αδυνατο να τι καταλαβουν, Το μυαλο τους ειχε κολλησει στον Μεσσια – επιγειο βασιλια. Γι’ αυτο τους απαντα μ’ εναν υπαινιγμο.
“Καιρος”. Τουτη τηνη λεξη θα πρεπει να την αντιληφθουμε μ’ εναν ευρυ τροπο, ωστε να εχει εφαρμογη και στους δυο. Ο “καιρος” για τον Ιησου ειναι η ωρα που θα πρεπει να δειξει δημοσια, σε μια μεγαλη γιορτη στα Ιεροσολυμα π.χ., ποιος ειναι (αυτο που Του ζητουσαν οι αδελφοι Του να κανει). Ο “καιρος” για τους αδελφους Του ηταν η ωρα της γιορτης, που θα εδειχναν οτι ειναι πιστοι Ιουδαιοι με το ν’ ανεβουν στα Ιεροσολυμα, στην γιορτη.
Εκεινο που τους υπαινισσεται εδω ειναι οτι τα πραγματα δεν θα ελθουν ετσι οπως τα περιμενουν, ο κοσμος δεν θα Τον αναγνωρισει σαν Μεσσια, γιατι απλουστατα Τον μισουν.
Αυτος ο κοσμος εχει αποκλειστικα και μονον ευεργετηθει απ’ Αυτον. Που οφειλεται λοιπον αυτο το μισος; Οφειλεται στο οτι τα λογια Του και η ζωη Του αποκαλυπτουν την βαθεια αχρειοτητα που κρυβεται πισω απ’ την εξωτερικη εμφανιση της δικαιοσυνης τους. Για τους αδελφους Του ομως, που τα λογια και η ζωη τους λιγο πολυ συμβαδιζαν με αυτα του κοσμου, δεν υπηρχε ενας τετριος κινδυνος. Ειναι η αιωνια παλη του σκοτους εναντιον του φωτος. ο φοβος του σκοτους μην ελθει το φως και το αποκαλυψει (Οπως ο κλεφτης σπαει το φως για να μπορεσει να κανει τα ανομα εργα του)
Το “ακομη” (“Εγω δεν ανεβαινω ακομη εις την εορτην αυτη”) δεν υπαρχει στους βασικους κωδικες. Πρεπει να ειναι μια αυθαιρετη προσθηκη για να δικαιολογηθει η κατοπιν ενεργεια του Κυριου, με τουτα τα λογια Του, που φαινομενικα δημιουργουν μια αντιθεση (Ενω ειπε οτι δεν θα παει, τελικα πηγε).
Εκεινο που Του ειχαν ζητησει οι αδελφοι Του ηταν ν’ ανεβει σαν Μεσσιας. Τους εξηγει λοιπον εδω οτι σαν τετιος δεν ανεβαινει, διοτι “ο καιρος Του δεν ηλθα ακομη”. Αλλωστε η εορτη κατα την οποιαν θα παρουσιαζε τον εαυτον Του ετσι οπως Του το ζητουσαν θα ηταν το Πασχα (Λουκας Θ31,51), και οχι η Σκηνοπηγια. Το οτι δε θα επρεπε να κανει καποτε αυτη την δημοσια εμφανιση το γνωριζε πολυ καλα και ο Ιδιος.
Για να κατανοησωμε την απαντηση του Κυριου, θα πρεπει να υπονοησωμε στην συνεχεια του “Εγω δεν ανεβαινω εις την εορτην αυτην”, το “σαν Μεσσιας”: “Εγω δεν ανεβαινω εις την εορτην αυτην σαν Μεσσιας”. Αυτο υπονοει το “ο δικος μου καιρος δεν εχει ελθει ακομα”. Αυτο βεβαια δεν Τον φερνει σε αντιθεση αν ανεβαινε στην εορτη κατ’ αλλον τροπον. Αλλωστε ειχε ηδη αποφασισει ν’ ανεβει. Το οτι οι αδελφοι Του Του εδειξαν το πως, δεν σημαινει οτι θ’ αφηνε τα σχεδια Του προκειμενου να μην ικανοποιηθει η εσφαλμενη επιθυμια τους. Οπως και με την μητερα Του στον γαμο της Κανα, ετσι και εδω αρνηθηκε να κανει αυτο που Του ζητουσαν με τον τροπο που Του το ζητουσαν (και στις δυο περιπτωσεις σκοπευαν στον ιδιο στοχο – να Τον εξαναγκασουν να δειξει ποιος ειναι), αλλα απαντησε στην αιτηση με σοφια κατα εναν πιο μετριοπαθη τροπο που εξυπηρετουσε τα σχεδια Του. Η μεταστροφη των αδελφων Του λιγο αργοτερα, πειθει οτι και αυτοι ανεγνωρισαν την ορθοτητα της ενεργειας Του απ’ τα γεγονοτα που επακολουθησαν.

“Αφου τους ειπε αυτα εμεινε εις την Γαλιλαιαν. Αλλ’ οταν επηγαν οι αδελφοι Του εις την εορτην, τοτε επηγε και αυτος, οχι φανερα αλλα σχεδον κρυφα.” (Εδ. 9,10).

Ηταν αναγκη να δωσει μαρτυρια εις τα Ιεροσολυμα, εμπρος στο συγκεντρωμενο πληθος. Σοφα κινουμενος δεν πηγε φανερα μαζι με τα καραβανια των προσκυνητων. Δυο ηταν οι λογοι για τουτο: α) Υπηρχε κινδυνος να εκδηλωθει μια καινουργια κινηση ενθουσιασμου στον οχλο, σαν εκεινη του Κεφαλαιου 6, χωρις να μπορει να ελεχθει. β) Οι αρχες θα λαμβανα προκαταβολικα εχθρικα μετρα εναντιον Του, εμποδιζοντας Τον ετσι να δωσει μαρτυρια.
Ηταν η τριτη φορα που ερχοταν στην Ιερουσαλημ απο τοτε που αρχισε το εργο Του. Την πρωτη φορα ηλθε σαν Μεσσιας – Βασιλιας και πηγε στον Ναο (Κεφ. 2). Την δευτερη σαν απλος προσκυνητης (Κεφ.5). Εδω δεν μπορει ουτε δημοσια να εμφανισθει. Τι θλιβερη κλιμακωση!

“Οι Ιουδαιοι Τον αναζητουσαν κατα την εορτην και ελεγαν, “Που ειναι εκεινος;”, και εγινετο μεγαλη φιλονεικια γι’ αυτον μετακυ του λαου. Οι μεν ελεγαν, “Ειναι καλος ανθρωπος”, αλλοι ελεγαν, “Οχι, πλανα τον λαον”. Κανεις ομως δεν μιλουσε γι’ αυτον δημοσια επειδη εφοβουντο τους Ιουδαιους”. (Εδ.11-13)

Τουτα τα εδαφια μας περιγραφουν μ’εναν ζωντανο και δραματικο τροπο, τι γινοταν στην Ιερουσαλημ, πριν την αφιξη του Κυριου, οταν η απουσια Του εγινε αισθητη. Τυουτη η λαϊκη αναταραχη δειχνει οτι τα μετρα που πηρε ο Κυριος ηταν απολυτως αναγκαια. Θα πρεπι να ειχαν ολοι εντυπωσιασθει απο την προηγουμενη περιοδεια Του στην Ιερουσαλημ, οταν το Σαββατο θεραπευσε τον παραλυτικο (Κεφ.5).
Σαν αργουσε να ελθει η πρωτη αναταραχη ειχε αρχισει να κοπαζει. Ο κοσμος παρακαλουθουσε ησυχα τους εορτασμους, οταν ξαφνικα ο Ιησους εμφανιζεται στον Ναο και αρχιζει το εργο της διδασκαλιας. Οι αρχες δεν ειχαν παρει κανενα μετρο εναντιον Του, και υπηρχε ακομα αρκετος χρονος πριν το τελος της γιορτης για να ολοκληρωσει το εργο Του, και να προσκαλεσει στην πιστη τον λαο που ειχε ελθει απ’ ολες τις επαρχιες του κοσμου.
Το επομενο μερος της διηγησης του Ιωαννη περιλαμβανει τρεις διδασκαλιες του Κυριου, διακοπτομενες και εν μερει προκαλουμενες απ’ τις παρατηρησεις των ακροατων Του.
Η πρωτη ειναι μια εξηγηση σχετικα με την προελευση της διδασκαλιας Του, και μια δικαιολογηση του θαυματος στο κεφαλαιο 5 (Εδ.14-24)
Η δευτερη ειναι μια δηλωση της θειας Του προελευσης, που προκληθηκε απο μια αντιρρηση (Εδ.25-30).
Η τριτη περιεχει, επι τη ευκαιρια μιας αποφασης που ελαβαν οι αρχηγοι του λαου, την αναγγελια του εγγυζοντος τελους Του. Εδω καλει την προσοχη των Ιουδαιων στις συνεπειες που θα εχει για αυτους αυτο Του το τελος (Εδ.31-36).

“Κατα το μεσον της εορτης ανεβηκε ο Ιησους εις τον Ναον και εδιδασκε. Οι Ιουδαιοι ησαν καταπληκτοι και ελεγαν, “Πως αυτος ξερει γραμματα, αφου δεν εσπουδασε;” (Εδ.14,15)

Ο Κυριος χρησιμοποιουσε με τολμη και εμπειρια τις Γραφες, χωρις να εχει περασει απο σχολειο, απο ραββινικη διδασκαλια. Τουτο δημιουργουσε απορια στους Ιουδαιους.
“Γραμματα” κατα βαση ηταν οι Γραφες. Αυτες ησαν το ουσιαστικο αντικειμενο των φιλολογικων τους σπουδων. Οι Γραφες ησαν τα “Ιερα Γραμματα”.

“Απεκριθη τοτε εις αυτους ο Ιησους, “Η διδασκαλια μου δεν ειναι δικη μου, αλλα εκεινου που με εστειλε. Εαν θελη κανεις να κανη το θελημα του Θεου, θα γνωρισει εαν η διδασκαλια μου προερχεται απ’ αυτονή αν εγω μιλω απο τον εαυτον μου.” (Εδ.16-17)

Πολυ σωστα οι ακροατες Του Του παρατηρουσαν οτι για να διδαξεις πρεπει πρωτα να εχεις περασει απο σχολειο. Ο Κυριος τους απαντα οτι ικανοποιει αυτη τους την απαιτηση: “Δεν εχω περασει απο το σχολειο των Ραββινων, αλλα προερχομαι απο ενα αλλο, πολυ καλο σχολειο. Αυτος που με εστειλε ειναι ο δασκαλος μου, Αυτος με διδαξε και τι να πω. εκεινο που περιοριζομαο εγω να κανω ειναι, να σας μεταδωσω με πιστοτητα την σκεψη Του. Το μηνυμα λοιπον που σας φερνω δεν προε4ρχεται απο μενα.”
Εδω καποιος θα ρωτουσε: “Πως μπορεις να αποδειξης αυτο που ισχυριζεσαι οσον αφορα την προελευση της διδασκαλιας Σου;”
“Αυτο”, τους λεγει ο Κυριος< "δεν θα σας το αποδειξω εγω. Ο καθε ενας απο σας, και ο πλεον ανιδεος ειναι σε θεση να το αποδειξη. Αρκει να πληροι μια προϋποθεση: Να θελει, να επιδιωκει με σοβαροτητα να κανει το θελημα Του, μονον αυτο". Η διδασκαλια του Ιησου, εαν την παρεις στην βαθεια της εννοια, ειναι στην πραγματικοτητα μια θεια μεθοδος αγιασμου. Οποισδηποτε λοιπον ζητα με σοβαροτητα να κανει το θελημα του Θεου, δηλαδη να αγιασθει, συντομα θα καταλαβει και θα αποδειξει την αποτελεσματικοτητα αυτης της μεθοδου, και χωρις αλλο θα αποδωσει πιστη, σεβασμο και υποταγη στην θεια προελευση του Ευαγγελιου. Ειναι τα ιδια τα αποτελεσματα στην ζωη σου που θα σε πεισουν για την ορθοτητα, για τηνθεια προελευση της διδασκαλιας Του. Προϋποθεση παντα να επιδιωκεις με σοβαροτητα το θελημα του Θεου. Εκεινο που λεγει εδω ο Κυριος στους ακροατες Του, ειναι το ιδιο που τους ειπε στο Ε46, "Εαν επιστευατε στον Μωϋση, θα επιστευατε και σε μενα", και στο Γ21, "Αυτος που κανει την αληθεια ερχεται προς το φως". Ο λογος λοιπον που δεν μπορουν να διακρινουν την θεια προελευση της διδασκαλιας Του ειναι γιατι πραγματικα δεν πιστευουν στην αποκαλυψη που τους εδωσε ο Θεος μεσω του Μωϋση και των Προφητων, ειναι γιατι δεν θελουν να κανουν την αληθεια. Να δουμε τι ακριβως συμβαινει εδω: Η πλεον λογικη επιθυμια του ανθρωπου ειναι εκεινη της αγιοτητας. Ειναι ψυχες που την ποθουν διακαως και αγωνιζονται και προσπαθουν. Αλλα βλεπουν αυτο το ιδανικο τους να εξαφανιζεται ταχεως απο εμπρος τους και αποκαμωμενοι κραυγαζουν μαζι με τον Παυλο: "Δεν πραττω το αγαθον, το οποιον θελω. Αλλα το κακο το οποιον δεν θελω, τουτο πραττω...Ταλαιπωρος ανθρωπος εγω. Ποιος θα με ελευθερωσει απο το σωμα του θανατου τουτου;" (Ρωμ.Ζ19,24). Ο Χριστος ειναι η μονη λυση σ' αυτο το προβλημα. Οταν η ψυχη Τον συναντησει στο Ευαγγελιο, βρισκει σ' Αυτον, μονον σ' Αυτον, πρωτα αναπαυση και μετα δυναμη για να πραγματοποιησει αυτη την υψιστη της επ[ιθυμια. Ο Χριστος της προσφερει τον εαυτον Του γι' αυτον ακριβως τον σκοπο. Αυτη λοιπον η ηθικη αδυναμια να πραγματοποιησει αυτο το υψιστο ιδανικο, ειναι που σπρωχνει την ψυχη στον Χριστο. Να λοιπον απο τι γεννιεται η πιστη στο προσωπο Του (Δεν ειναι αποτελεσμα μιας λογικης σκεψης, αλλα προϊον μιας ηθικης εμπειριας - αδυναμιας). Να γιατι Τον πιστευουν μονον οσοι ποθουν το καλο. Στους αλλους δεν προσφερει απολυτως τιποτα, γιατι λοιπον να Τον πιστεψουν; Στην διδασκαλια του Ιησου υπαρχει ενα ειδικο χαρακτηριστικο που δεν αποτυγχανει να τραβηξει την προσοχη εκεινου ο οποιος ειναι στον δρομο του να κανει την δοκιμη που αναφερεται στο εδαφιο 17. Αυτο το χαρακτηριστικο θα αποκαλυψει σ' αυτον, κατα τον πλεον αποφασιστικο τροπο, την θεια προελευση της διδασκαλιας του Ιησου. Διηγουνται, στο Θιβετ, το 1846, στην Λασσα, ειχε ελθει ενας νεαρος Κινεζος γιατρος. Τουτος ο νεαρος ειχε αφιερωθει σε αγαθοεργιες. Πηγαινε μονον σε πτωχους αρρωστους και παντα δωρεαν. Ετρωγε μονον μια φορα την ημερα, και ποτε κρεας. Φαινοταν σαν γερος. Καποτε ηλθε σε μια εκκλησια ιεραποστολων. Την προσοχη του την τραβηξε μια εικονα που παριστανε την σταυρωση. Οταν τελειωσε η προσευχη, ρωτησε αποτομα τι σημαινε. Του εξηγησαν το εργο του σταυρου. Κυττουσε μετα την σταυρωση για μιση περιπου ωρα ακινμητος. Μετα αρχισε να κλαιει. Απλωσε τα χερια προς τον χριστο, επεσε στα γονατα, και σαν σηκωθηκε ειπε κλαιγοντας, "Να ο αληθινος Βουδας τον οποιον ο ανθρωπος πρεπει να λατρευει." Στν συνεχεια, εκανε μια βαθεια υποκλιση στους ιεραποστολους και ειπε: "Σεις εισθε απο τωρα οι διδασκαλοι μου, σας παρακαλω κανετε με μαθητη σας." Αυτο ειναι το αγγιγμα, η βαθεια σχεση, που υπαρχει μεταξυ της ψυχης που επιθυμει να κανει οτι ειναι καλο, ευθυς ως αποκαλυφθει στην συνειδηση της ο Χριστος, δια του Οποιου μονμον βλεπει τον εαυτον της ικανη να το πραγματοποιησει.

“Εκεινος που μιλει απο τον εαυτον του, ζητει την δικην του δοξαν, οποιος ομως ζητει την δοξα εκεινου που τον εστειλε, αυτος ειναι αληθης και δεν υπαρχει σ’ αυτον αδικια (ψευδος).” (Εδ.18)

Πως θα καταλαβεις οτι ενας αγγελιοφορος ειναι πιστος; Οταν στο μηνυμα του δεν κανει καμμια αλλοιωση, τετια που ν’ αποβλεπει στο δικο του συμφερον, και ζητα μονον το συμφερον αυτου που τον εστειλε, οταν δεν προβαλλει καθολου τον εαυτον του. Εαν αυτη η αληθεια εχει εφαρμογη στο προσωπο του Ιησου, αυτο αφηνεται στην σκεψη των ακροατων Του να το κρινουν.
Η διδασκαλια του Ιησου εχει ενα ειδικο χαρακτηριστικο, που ειναι ειδικα προσαρμοσμενο ν’ αγγιξει τον ανθρωπο που εχει ποθο για την αγιοτητα: Τουτο το χαρακτηριστικο ειναι οτι τεινει ολοκληρωτικα να δοξασει τον Θεο, και μονον τον Θεο.
Απο τον στοχο τωρα, μπορει καποιος να βγαλει συμπερασμα για την προελευση. Αφου στο Ευαγγελιο το καθε τι αποβλεπει προς τον Θεο, αρα η προελευση του ειναι απο τον Θεο. Πραγματικα στο Ευαγγελιο, απο την πρωτη εως την τελευταια του σελιδα, ειναι ο Θεος που υψωνεται. Εκεινος δε που διαρκως κρινεται και ταπεινωνεται εκει μεσα ειναι ο ανθρωπος. Αρα αυτο το βιβλιο ειναι εκ του Θεου. Οποτε4 και ο Κυριος δεν ειναι δυνατον “να πλανα τα πληθη”, αφου δεν ζητα την δικη Του δοξα.
Δεν ειναι λοιπον “αδικος”. “Αδικια” εδω κυριως σημαινει ηθικη αταξια, διασαλευση της δημοσιας ταξης. Πανω στον Κυριο υπηρχε μια πολυ βαρια κατηγορια, η παραβαση της εντολης του Σαββατου (Κεφ.5) απο την προηγουμενη Του επισκεψη. Αυτη η κατηγορια Τον ανησυχουσε, οχι βεβαια για τον εαυτον Του, γιατι γνωριζε οτι ηταν ατοπη. Αυτο που Τον ανησυχουσε ηταν οτι θα μπορουσε να γινει προσκομμα στην πιστη αυτων που ειλικρινα ηθελαν να πιστεψουν. Πως μπορεις να πιστεψεις καποιον που ο ιδιος κανει αντιθετα απο το θελημα του Θεου – ετσι θα συμβουλευαν οι επι κεφαλης του λαου εκεινους που θα εδειχναν διαθεση να πιστεψουν. Αυτος ειναι τωρα ο λογος που Τον αναγκαζει να μιλησει για την συμπεριφορα Του

“Δεν σας εδωσε ο Μωυσης τον νομον; Και ομως κανεις απο εσας δεν εκτελει τον νομον. Διατι ζητατε να με σκοτωσετε;” (Εδ.19)

Οι ερμηνειες, “πως εχετε το δικαιωμα να με καταδικασετε, σεις που οι ιδιοι αμαρτανετε;”, ή “Σεις που δεν μετρατε την συμπεριφορα σας με τον κανονα του νομου, πως θα με κρινετε συμφωνα μ’ αυτον;”, δεν ειναι σωστες, διοτι αν ο Κυριος ειχε παραβει πραγματικα τον νομο, θα ηταν παραλογο να θελει να καλυψει αυτην Του την παραβαση πισω απο την δικη τους (αμαρτανω εγω, αμαρτανετε εσεις, αρα ειμαστε στα ισα). Σ’ αυτη την περιπτωση η παραβαση Του θα υπηρχε, και η κατηγορια για απατη θα εστεκε.
Για να καταλαβομε τι εννοει εδω ο Κυριος, θα πρεπει να θυμηθουμε το εδαφιο Ε16. Ζητουσαν να Τον σκοτωσουν γιατι ελυε τον νομο του Σαββατου. Αυτο που τους λεγει εδω τους το λεγει πιο καθαρα στα εδαφια 22,23. Εδω τους το λεγει καπως γενικα. Εκει τους το λεγει πιο συγκεκριμενα. Εκεινο που τελικα τους λεγει ειναι: “Εσεις οι ιδιοι, μ’ ολο τον σεβασμο για τον Μωυση τον Νομοθετη σας, γνωριζετε καλα οτι περιστασιακα βαζετε τους εαυτους σας πανω απο τον νομο του, και δεν κανετε ασχημα. Και τωρα επιθυμειτε να με καταδικασετε σε θανατο, διοτι σκεφθηκα οτι μπορουσα να κανω οπως και σεις, και με πολυ περισσοτερο μαλιστα δικαιωμα απο σας;” 9Π.χ. οταν κινδυνευει ανθρωπος ο καθενας θα παραβιασει την αργια του Σαββατου, προκειμενου να τον σωσει).
Ο Κυριος μ’ αυτη την ερωτηση απευθυνεται στα πληθη που Τον περικυκλωνουν, θεωροντας τα σαν αντιπροσωπευοντα ολο το Εθνος και τους πνευματικους τους αρχηγους μαζι.

“Απεκριθη ο οχλος, “Δαιμονιον εχεις. Ποιος ζητα να σε σκοτωσει;” Ο Ιησους τους απεκριθη, “Ενα καλο εργο εκανα και εισθε ολοι καταπληκτοι γι’ αυτο.” (Εδ. 20-21)

Ο Κυριος επροκειτο να συνεχισει και να τους εξηγησει, αλλα ενα μερος απο τον οχλο, αυτοι που δεν γνωριζαν τα σχεδια των αρχηγων τους, Τον διακοπτει και Τον κατηγορει οτι ενδιδει σε σκοτεινες ιδεες και υποψιες χωρις βαση. (Τοτε η καταθλιψη, η μελαγχολια, οι σκοτεινες σκεψεις η μανια καταδιωξεως απεδιδοντο παντα σε διαβολικη κατοχη – “κακοδαιμονια”). Ο Κυριος ομως δεν τους δινει προσοχη, τουτη η υποθεση θα πρεπει να πεσει απο μονη της, και συνεχιζει: Αναγνωριζει οτι εχει κανει ενα εργο – δεν θελει να τους το π-αρουσιασει σαν θαυμα – μια πραξη που καποιος μπορει να θεωρησει σαν παραβαση της εντολης του Σαββατου.
“Ενα εργο”, σε αντιθεση με ολα τα δικα σας του ιδιου ειδους (θα τους εξηγησει παρακατω ποια δικα τους εννοει). “Και ολοι θαυμαζετε”, τρομαζετε σαν να ειδατε κατι το τερατωδες.

“Ο Μωυσης σας εδωσε την περιτομη – οχι οτι αυτη προερχεται απο τον Μωυσην αλλ’ απο τους πατερες – και το Σαββατον περιτεμνετε ανθρωπον. Εαν λοιπον ενας ανθρωπος περιτεμνεται το Σαββατον, δια να τηρηθη ο νομος του Μωυσεως, οργιζεσθε εναντιον μου διοτι ολοκληρον ανθρωπον εκανα υγιη το Σαββατον;” (Εδ.22,23)

Να σας αναφερω, τους λεγει, και μια περιπτωση που ο Μωυσης συνηγορει υπερ εμου στην πραξη που εκανα:
Την αργια του Σαββατου και την περιτομη την ορισε ο Μωυσης. Η περιτομη γονοταν την 8ην ημερα απο την γεννηση του αγοριου. Εαν αυτη επεφτε Σαββατο, καταργουσαν την αργια και εκαναν την περιτομη. Ο Μωυσης οριζοντας την περιτομη (Λευτικο ΙΒ3) δεν τους ειχε αφησει καμια δευκρινηση. Μονοι τους θεωρουσαν πιο σπουδαια την περιτομη απο την αργια του Σαββατου. Σωστα λοιπον θεωρησαν πιο σοβαρο να περιτμησουν και να περιποιηθουν στην συνεχεια το βρεφος που περιτμηθηκε. Η υγεια του ανθρωπου ηταν πιο σπουδαια απο την αργια του Σαββατου.
Το “Δια τουτο” ισως αναφερεται στο “θαυμαζετε” του εδαφιου 21. Ισως ομως και ν’ αναφερεται στο εδαφιο 22 με την εξης εννοια: “Ειναι ακριβως δια τουτο, δηλαδη με το σχεδιο να σας διδαξει να μην κρινετε οπως κρινετε – οταν σκανδαλιζοσαστε με το εργο που εκανα το Σαββατο – που ο Μωυσης δεν δισταζει να βαλλει αυτη την συγχιση επανω σας. Ετσι με εχει δικαιωσει προκαταβολικα, κανοντας σας ολους να εκτελειτε την πραξη για την οποια τωρα ζητατε να με θανατωσετε.”
“Οχι οτι ειναι απο τον Μωυση, αλλα απο τους πατερες”: Τουτη την φραση μπορουμε να την κατανοησωμε με τους εξεις δυο τροπους: α) “Παρ’ ολο που η περιτομη δεν αποτελει ενα μερος του Μωσαϊκου κωδικα ο οποιος δοθηκε μεσω αγγελων (Γαλ. Γ19, Εβρ.Β2), αλλα μονον μια εντολη του Θεου που διατηρηθηκε στην πατριαρχικη παραδοση, παρ’ ολα αυτα, η αργια του Σαββατου υποχωρει εμπρος της: Μια φανερη αποδειξη ποσο πιο σπουδαια ειναι η σωτηρια του ανθρωπου εναντι της αργιας του Σαββατου.
β) Συνηθως ο νεωτερος θεσμος καταργει τον παλαιοτερο. Θα επρεπε λοιπον η εντολη της περιτομης να υποχωρησει σ’ αυτην του Σαββατου, που ηταν νεωτερη. Συνεβη ομως το αντιθετο. Ολα λοιπον συνηγορουν υπερ του σωστου της ενεργειας του Κυριου.
Τα γεγονοτα που τιθενται εδω παραλληλα ειναι η περιτομη και η θεραπεια του παραλυτικου. Και τα δυο εχουν μια φυσικη οψη και μια ηθικη. Στην περιτομη η φυσικη ειναι ενας τοπικος καθαρισμος. Η ηθικη, η εισοδος του νηπιου στην Διαθηκη του Θεου προς τον λαον Του. Στην θεραπεια του παραλυτικου, η φυσικη ειναι η αποκατασταση της υγειας του.. Η ηθικη, η σωτηρια της ψυχης του (“Ιδου εγινες υγιης, μην αμαρτανεις πλεον” Ε14). Εαν η αργια του Σαββατου δεν τηρειται για το πρωτο, ποσο πιο περισσοτερο δεν θα πρεπει να τηρειται για το δευτερο που ειναι πιο πολυ σπουδαιο!
Ο Κυριος πολυ σεμνα τους το αναφερει σαν “εργο”, οχι σαν θαυμα. Ας σκεφθουν επι πλεον ομως οτι δεν ειναι ενα απλο εργο (περιποιηση αρρωστου) αλλα ενα θαυμα θεραπειας. Τι εχουν να πουν τοτε;
Συνοψιζοντας τους εφιστα την προσοχη σε δυο πραγματα: α) “Ο,τι εχω κανει, εσεις ολοι το κανετε, και για πραγμα πολυ λιγοτερης αξιας.” β) “Ο ανθρωπος δεν εγινε για το Σαββατο, αλλα το Σαββατο για τον ανθρωπο”. (Μαρκος Β27).

“Μη κρινετε κατ’ οψιν, αλλα την δικαιαν κρισιν κρινετε”. (Εδ.24)

“Οψις”, ειναι η εξωτερικη, η καθαρα τυπικη πλευρα των πραγματων.
“Δικαια”, αυτη που ζυγιζει τις πραξεις συμφωνα μα το αληθινο πνευμα του νομου.

“Μερικοι απο τους Ιεροσολυμιτες ελεγαν, “Δεν ειναι αυτος που ζητουν να σκοτωσουν; Και να, μιλει δημισια και δεν του λεγουν τιποτα. Μηπως εννοησαν πραγματικα οι αρχοντες οτι αυτος ειναι ο Χριστος; Αλλα γι’ αυτον ξερομε απο που ειναι, δια τον Χριστον ομως, οταν ελθη, κανεις δεν θα ξερει απο που ειναι.” (Εδ.25-27)

Η παρρησια με την οποια μιλουσεκαι η δυναμη του κηρυγματος Του εντυπωσιασε μερικους απο τους κατοικους των Ιερισολυμων, απ’ αυτους που γνωριζαν τα σχεδια των αρχηγων τους, και αρχισαν να μιλουν ευνοϊκα για τον Ιησου.
Κατι ομως τους εβαζε σε αμφιβολλιες, τους εδενε.
Υπηρχε μια διαχυτη γνωμη οτι η προελευση του Μεσσια (Οχι οσον αφορα τον τοπο – ολοι γνωριζαν οτι θα ηταν η Βηθλεεμ – αλλα οσον αφορα τους γονεις του) θα ηταν αγνωστη. Τρια πραγματα, ελεγαν οι Ραββινοι, ερχονται χωρις να τα περιμενεις: Ο Μεσσιας, ο αγγελος του Θεου, και ο σκορπιος. Αυτη η ιδεα πιθανως να προηλθε απο τις προφητειες (Ησαϊας ΙΑ1, ΝΓ2) οπου αναφερεται η βαθεια ταπεινωση στην οποια θα ειχε πεσει η οικογενεια του Δαβιδστον καιρο της ελευσης του Χριστου (“ριζα απο ξηρας γης”). Ηταν μια κακη ερμηνεια της Αγια Γραφης, που την δεχτηκαν ολοι αβασανιστα, και τους στεκοταν εμποδιο στο ν’ αναγνωρισουν τον Κυριο, παρ’ ολη την εντυπωση που ειχε προκαλεσει επανω τους το προσωπο Του και τα λογια Του.

“Τοτε ο Ιησους εφωναξε δυνατα, καθως εδιδασκε εις τον ναον, και ειπε, “Με ξερετε και ξερετε απο που ειμαι. Και ομως δεν εχω ελθει απο τον εαυτον μου αλλ’ εκεινος που με εστειλε ειναι αληθινος, και αυτον εσεις δεν τον ξερετε. Εγω τον ξερω, διοτι ειμαι απ’ αυτον και εκεινος μ’ εστειλε.” (Εδ.28,29)

Τουτα τα λογια ο Κυριος τα ελεγε στον Ναο, εμπρος στους αρχηγους του λαου που Τον ακουγαν (Εδ.32).
“Λετε οτι με ξερετε και ξερετε απο που ειμαι. Και νομιζετε οτι απο μονος μου ανελαβα αυτο το αξιωμα, αυτη την αποστολη. Δεν ειναι ομως τα πραγματα ετσι. Δεν με ξερετε ουτε οσον αφορα την προελευση μου, ουτε οσον αφορα την αποστολην μου. Πισω απο μενα βρισκεται Αυτος που με εστειλε σ’ αυτη την αποστολη, και Αυτος ειναι ο μονος που εχει την εξουσια ν’ αναθετει “Θειες” αποστολες. Αυτος ειναι ο αληθινος αποστολεας μου. Εσεις δεν Τον γνωριζετε, παρ’ ολο που ισχυριζεσθε οτι εισθε οι μονοι λ;ατρευτες Του. Αυτη η αγνοια ειναι που σας κανει να μην γνωριζετε και το δικο μου προσωπο και αποστολη.” Μονον κατ’ αυτη την εννοια λοιπον ισχυει αυτη η παραδοση, οτι δεν θα γνωριζουν την προελευση του Μεσσια (Εδ.27).
Στην αγνοια τωρα την δικη τους, αντιπαραθετει την δικη Του βαθεια γνωση για τον Θεο, και την σχεση που εχει μαζι Του. Αυτη η σχεση ειανι, α) μια σχεση ουσιας (“Ειμαι απ’ αυτον”, προερχομαι απ’ Αυτον). Εχει μια κοινωνια ουσιας με τον Θεο που τους ενωνει. Αυτο τον κανει να γνωριζει τον Θεο. β) Τον γνωριζει γιατι ειναι ο απεσταλμενος Του – ο απεσταλμενος παντα εχει στενη σχεση, γνωριζει τον αποστολεα.

“Εζητουσαν τοτε να τον πιασουν αλλα κανεις δεν εβαλε το χερι επανω του, διοτι δεν ειχε ελθει ακομη η ωρα του.” (Εδ. 30)

Ηταν αποτελεσμα αυτης της εντονης διαμαρτυριας του Κυριου, που οι εχθροι Του σκληρυνθησαν περισσοτερο και θελησαν να Τον συλλαβουν. Αλλα ακομα δεν ειχε ελθει η ωρα του θανατου Του. Και απο την αλλη μερια δεν ειχε ακομα προετοιμασθει το εδαφος απο ηθικης πλευρας για την συλληψη Του. Ο κοσμος Τον σεβοταν (Λουκας Κ19). Η συνειδηση των αρχηγων ακομα αντιστεκοταν στ’ ακραια μετρα που τους εσπρωχνε το μισος τους.
Οταν η σκληρυνση της καρδιας τους ολοκληρωθηκε, και το Αγιο Πνευμα επαψε να συγκρατει τα χερια τους, τοτε ηλθε η “ωρα” Του. Γι’ αυτο δεν τελεσφορησε τουτη τους η πρωτη προσπαθεια να Τον συλλαβουν.

“Πολλοι απο τον λαο επιστεψαν εις αυτον και ελεγαν, “Οταν ελθει ο Χριστος μηπως θα κανει περισσοτερα θαυματα απο οσα κανει αυτος;”. Οι Φαρισαιοι ακουσαν να ψιθυριζει ο κοσμος αυτα τα πραγματα γι’ αυτον και εστειλαν οι Φαρισαιοι και οι αρχιερεις υπηρετας δια να τον πιασουν.” (Εδ.31,32)

Οι εχθροι Του ειδαμε προηγουμενως ν’ αποφασιζουν την συλληψη Του. Απ’ το αλλο μερος ομως, ενα μεγαλο κομματι του πηθους στερεωνεται στην πιστη. Εαν ειχαν λιγη τολμη, και δεν βαρυνε επανω τους η σκια των αρχηγων, θα Τον ειχαν ανακηρυξει Μεσσια. Τουτη τους την θεση την πληροφορηθηκαν ομως οι αρχηγοι και εστειλαν ανθρωπους να Τον συλλαβουν.
Οι “αρχιερεις” ησαν οι αρχηγοι αναμεσα στο Συνεδριο, και εδω μαλλον ηταν απο την καστα των Σαδδουκαιων.
Απ’ οτι φαινεται οι αξιωματικου δεν ειχαν εντολη να Τον συλλαβουν αμεσως, γιατι δεν θα αποτυγχαναν να το κανουν, αν και εφοβουντο τον οχλο. Μαλλον θα ειχαν σκοπο ν’ ανακατευθουν στο πληθος, και εκμεταλευομενοι μια ευνοϊκη στιγμη, οταν ο Ιησους θα τους εδινε καποια αφορμη εναντιον Του, και μετεστρεφετο η κοινη γνωμη, θα Τον συνελαμβαναν και θα Τον εφερναν στο Συνεδριο.

“Ειπε τοτε ο Ιησους, “Ακομη ολιγον χρονον θα ειμαι μαζι σας και υστερα θα παω σ’ εκεινον που με εστειλε. Θα με ζητησετε αλλα δεν θα με βρειτε. Οπου ειμαι εγω, δεν μπορειτε εσεις να ελθετε.” (Εδ.33,34)

Ο Κυριοςσυνεχεια μεχρι εδω τους εξηγουσε αυτο που συνοψιζει στο ΙΔ6: “Εγω ειμαι η οδος, και η αληθεια, και η ζωη. Ουδεις ερχεται προς τον Πατερα, ειμη δι’ εμου.”
Αφου λοιπον επιθυμουν να πλησιασουν τον Θεο, να η ευκαιρια, ας βιαστουν γιατι θα την χασουν.
“Εγω προσωρινος ειμαι εδω, ενα εργο εχω να κανω, και θα επιστρεψω σ’ Αυτον που με εστειλε. Λιγο θα μ’ εχετε ακομα μαζι σας.”
Αν δεν το κανετε, θα σας συμβουν δυο πραγματα:
α) “Θα με ζητησετε και δεν θα με βρειτε”. Θα ζητατε τον Μεσσια να σας σωσει, και δεν θα Τον βρισκετε. Θα γνωρισετε την εγκαταλειψη του Θεου, αφου με απορριπτετε. Πως θα ενωθειτε με τον Θεο, αφου απορριπτετε τον μονον που μπορει να σας ενωσει;
β)”Οπου ειμαι εγω σεις δεν μπορειτε να ελθετε”. Που θα παει ο Κυριος; Στην παρουσια του Πατερα. Ποιοι αλλοι θα πανε εκει; Οσοι σωθουν απ’ τους ανθρωπους. Ποιος θα τους σωσει και θα τους οδηγησει εκει; Ο Ισους Χριστος. Αφου λοιπον απορριπτουν Αυτον, τον μονον που μπορει να τους σωσει και να του οδηγησει στην ουρανια πατριδα, απορριπτουν την ιδια την ατομικη τους σωτηρια, καταδικαζουν τους εαυτους τους σε αιωνιο θανατο, και αυτο ειναι το πιο τραγικο (Δεν θα δουν ποτε τον Θεο, δηκλαδη την ζωη).

“Ειπαν τοτε οι Ιουδαιοι μεταξυ τους, “Που προκειται αυτος να παει ωστε να μην μπορουμα να τον βρουμε; Μηπως προκειται να παει εις τους Ιουδαιους τους διασκορπισμενους εις τα Εθνη (Ελληνικα Εθνη) και να διδασκει τους Εθνικους (Ελληνες); Τι σημαινει αυτος ο λογος που ειπε, “Θα με ζητησετε και δεν θα με βρειτε”, και “Οπου ειμαι εγω, εσεις δεν μπορειτε να ελθετε;” (Εδ.35-36)

Τουτα τα λογια ειναι ειρωνικα.
“Αφου δεν τα κξαταφερε με τους αληθινους Ιουδαιους, που ζουν στην αγια γη και μιλουν την γλωσσα των πατερων, τωρα θελει να παει στους Ιουδαιους που ειναι διασκορπισμενοι στις Ελληνικες (Εθνικες) χωρες, και κει να παιξει τον ρολο Του σαν Χριστος, και μεσω αυτων να γινει διδασκαλος των Ελληνων (Εθνικων). Αληθει, ωραιος Μεσσιας ειναι!”
Σαν “Ελληνες” αναφερονται γενικως τα Εθνη.
Αλλα και αυτη η εξηγηση δεν τους πολυικανοποιει και επαναλαμβανουν μηχανικα τα λογια του Κυριου, διερωτομενοι τι να σημαινουν.
“Σ’ αυτον που με εστειλε” Θεωροντας τον τσαρλατανο, σκεφτονται οτι μ’ αυτα τα λογια θα θελει να δικαιολογησει ενα σχεδια αυτοεξοριας, οπως στο Η22 αυτοκτονιας. Και ηταν πολυ δυσκολο να κατανοησουν τι σημαινε το “θα επεστρεφε στον Πατερα”. Ηταν ο υλιστικος τροπος της σκεψης τους που τους εμποδιζε σ’ αυτο.
Εδω, χωρις να το θελουν, κανουν και μια προφητεια, οτι ο Μεσσιας θα παει στα Εθνη. Και πραγματι το ευαγγελιο συντομα πηγε στα Εθνη, ο ιδιος ο Ιωαννης το εγραψε μαλιστα σε τοπο και σε γλωσσα Εθνικη. Ο Θεος μετετρεψε τον χλευασμο τους σε γεγονος.
Η τελευταια και μεγαλη μερα της γιορτης ειχε φθασει. Ο Ιησους σταματα νε εχει απολογητικο υφος, και δηλωνει με επισημοτητα οτι Αυτος ειναι η εκπληρωση ολων των ιστορικων συμβολων που θυμιζει αυτη η εορτη. Αυτες οι δηλωσεις χειροτερευουν την σταση αυτων που δεν θελουν να πιστεψουν, ενω φερουν πιο κοντα Του αυτους που πιστευουν.
Τουτο το κομματι μπορουμε να το διαιρεσωμε σε 4 μερη: α) Η αληθινη πηγη. Ζ37-52. β) Το αληθινο φως. Η12-20. γ) Ο αληθινος Μεσσιας. Η21-29. δ) Η αθεραπευτη φυση της Ιουδαϊκης απιστιας. Η30-59.

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΗΓΗ. Ιωαννης Ζ37-52.

“Την τελευταια ημεραν την μεγαλην της εορτης εσταθηκε ο Ιησους και εφωναξε δυνατα, “Εαν κανεις διψα, ας ελθη σ’ εμε και ας πιη. Εκεινος που πιστευει σ’ εμε, καθως ειπε η Γραφη, “Θα τρεξουν απ’ την κοιλια του ποταμοι νερου ζωντανου”. (Εδ.37-38)

Στν γιορτη της σκηνοπηγιας, εμεναν επτα ημερες σε σκηνες, και την ογδοη επεστρεφαν σπιτια τους.. Τουτο μαλλον συμβολιζε την εισοδο τους στην γη Χανααν, μετα απο 40 χρονια στην ερημο. Τουτη η ογδοη ηταν και η μεγαλυτερη μερα της γιορτης.
Καθε πρωι κανανε μια σπονδη για να θυμιζουν το γεγονος τοτε που, διψασμενοι, με τα στοματα στεγνα, σταθηκαν εμπρος στον βραχο, εκει στην ερημο. Ο Μωυσης κτυπησε τον βραχο και τα νερα ξεπεταχτηκαν μεσ’ απ’ αυτον και εσβυσαν την διψα τους. Χαρακτηριστικο ειναι οτι κατα την διαρκεια της σπονδης ο κοσμος εψαλλε το Ησαϊας ΙΒ3: “Εν ευφροσυνη θελετε αντλησει υδωρ εκ των πηγων της σωτηριας”.
Ο Κυριος εισερχεται εις το πνευμα της γιορτης, σηκωνεται ορθιος και τους φωναζει: “Εγω ειμαι ο αληθινος βραχος απ’ τον οποιον πηγαζει το ζωντανο νερο. Εαν καποιος διψα, ας ελθει και ας πιει.”
Χαρακτηριστικο ειναι οτι παντα εκμεταλευεται τις ειδικες περιστασεις καθε εορτης, για να δειξει οτι η Παλαια Διαθηκη εκπληρουται σ’ Αυτον. Το προσωπο Του ειναι η ουσια ολων των Θειων συμβολων που αναφερει η Παλαια Διαθηκη. Αυτος ειναι ο αληθινος ναος (κεφ.2), ο αληθινος χαλκινος οφις (κεφ.3), ο αληθινος αρτος εξ ουρανου (κεφ.6), ο αληθινος βραχος (κεφ.7), το αληθινο φωτεινο συννεφο (κεφ.8), το αληθινο πασχαλινο αρνι (κεφ.19).
“Διψα” ειναι το συμβολο τ6ων πνευματικων αναγκων (“Μακαριοι σεις που πεινατε και διψατε την δικαιοσυνην”, Ματθαιος Ε6).
Η προσκληση απευθυνεται σε ολους οσους διψανε. “Εαν καποιος”. Μας υπενθυμιζει ποσο σποραδικες ειναι αυτες οι περιπτωσεις (ειναι γιατι οι πνευματικες αναγκες ευκολα καταπνιγονται).
Το μονο που εχει να κανει ο διψασμενος ειναι απλα, να ελθει στον Χριστο και να πιει. Δεν χρειαζεται αυτος να προσπαθησει τιποτα. Ειναι ο Ιδιος ο Χριστος που θα τον ξεδιψασει. Σαν καποιος που διψα θα ελθει στον Χριστο, πρωτα θα πιει ο ιδιος. Οι πνευματικες του αναγκες θα ικανοποιηθουν, ο ποθος για ειρηνη, γαι δικαιοσυνη, για αγαπη, για αγιοτητακ.λ.π. Το βαρος της συνειδησης θα φυγει. Στην συνεχεια θα ξεχειλιζει, και θα γινει πηγη για τους αλλους γυρω του (πηγη χαρας, ειρηνης αγαπης, ηρεμιας). Τι θαυμασια υποσχεση αυτη!
“Απ’ την κοιλια του”: Απο μεσα του, οπως το νερο μεσ’ απ’ τον βραχο.
“Καθως ειπε η Γραφη”: Ο Κυριος μαλλον αναφερεται στο περιστατικο με το νερο απο τον βραχο, δηλαδη θα συμβει κατι παρομοιο οπως τοτε (Εξοδος ΙΖ6, Αριθμοι Κ11). Ισως ν’ αναφερεται και στο Ησαϊα ΝΗ11: “Και ο Κυριος θελει σε οδηγει παντοτε, και χορταινει την ψυχη σου εν ανομβριαις, και παχυνει τα οστα σου. Και θελεις εισθαι ως κηπος ποτιζομενος, και ως πηγη υδατος, της οποιας τα υδατα δεν εκλειπουσι.”

“Αυτο το ειπε δια το Πνευμα, το οποιον θα επαιρναν εκεινοι που θα πιστευαν εις αυτον. Διοτι δεν ειχε δοθει ακομα Πνευμα Αγιον, επειδη ο Ιησους δεν ειχες ακομα δοξασθει.” (Εδ.39)

Στο ΣΤ63 μας ειπε οτι, “Το Πνευμα ειναι που δινει ζωη”. Ακριβως αυτο ειναι το εργο του Αγιου Πνευματος, να κανει τον Χριστο να ζει μεσα στις καρδιες των πιστων, και να τις γεμιζει και να τις ξεχειλιζει για τους διπλα.
Μεχρι που ο Κυριος ηλθε στην γη, το Αγιο Πνευμα ειχε μεν ενεργησει επανω σε ανθρωπους (στην εποχη της Παλαιας Διαθηκης αλλα και στους μαθητες, που τους εδωσε δυναμη για θαυματα, οταν ο Κυριος τους απεστειλε ανα δυο), αλλα ποτε δεν ειχε κατοικησει μονιμα μεσα σε ανθρωπο. Γι’ αυτο και οι Αποστολοιειχαν αναγκη και οι ιδιοι να ξεδιψανε τοτε στην παρουσια του Ιησου, και δεν ησαν ακομα ικανοι να ξεδιψασουν αλλους.
Η αναληψη του Κυριου ειναι ο απολυτος δοξασμος Του, η επαναποκατασταση Του, σαν ανθρωπος, στην δοξα Του σαν Λογος. αυτη η ανωτερα θεση Τον καθιστα ικανο να διαχειριστει και να στειλει το Αγιο Πνευμα στους δικους Του. Τους το ειχε υποσχεθει, “Το Πνευμα… παρ’ υμιν μενει και εν υμιν εσται”, Ιωαννης ΙΔ17,18. Ηταν απ’ την ημερα της Πεντηκοστης και μετα, που το Αγιο Πνευμα αρχισε να κατοικει μονιμα μεσα σε ανθρωπους.
Οταν ηλθε το Πνευμα γεμισε, και γεμιζει, τους πιστους. Περαν των καρπων δινει και χαρισματα (γλωσσων, προφητειας, διδασκαλιας κ.λ.π.). Οι πιστοι ξεχυλανε και φερνουν και αλλους στην πιστη, και αλλοι γεμιζουν απο το ξεχυλισμα το δικο τους.
Ηαποκατασταση του Ιησου σ’ ολη Του την δοξα, και απο μια αλλη αποψη χρειαζοταν, για να ειναι σε θεση το Αγιο πνευμα να δοξαζει και να μορφωνει στις καρδιες των δικων Του αυτον τον τελειο Ιησου.

“Πολλοι απο το πληθος, οταν ακουσαν αυτα, ελεγαν, “Αυτος ειναι πραγματικα ο Προφητης”, αλλοι ελεγαν, “Αυτος ειναι ο Χριστος”, αλλοι ελεγαν, “Μηπως ο Χριστος ερχεται απο την Γαλιλαιαν; Δεν ειπε η γραφη οτι ο Χριστος ερχεται απο το σπερμα του Δαβιδ κα απο την κωμοπολιν Βηθλεεμ που ηταν ο Δαβιδ; ” Εγινε λοιπον διχασμος γι’ αυτον μεταξυ του πληθους. Μερικοι ηθελαν να τον πιασουν αλλα κανεις δεν εβαλε το χερι επανω του.” (Εδ.40-44)

Ο Ιωαννης μας εχει διασωσει μονο μια περιληψη των οσων ελεχθησαν.
Για τον Προφητη που περιμεναν ιδε Α12, ΣΤ14.
Για το “Οπου ηταν ο Δαβιδ” ιδε το Α. Σαμουηλ ΙΣΤ4.
“Μερικοι ηθελαν να τον πιασουν”. Οι πιο βιαιοι απ’ το πληθος θα ωθουσαν τους αξιωματικους να Τον συλλαβουν.

“Τοτε επεστρεψαν οι υπηρεται προς τους αρχιερεις και τους Φαρισαιους, οι οποιοι τους ειπαν, “Γιατι δεν τον εφερατε;”. Απεκριθησαν οι υπηρεται, “Κανεις ανθρωπος δεν εμιλησε ποτε οπως μιλει αυτος ο ανθρωπος”. Οι Φαρισαιοι τους απεκριθησαν, “μηπως και εσεις εχετε πλανηθει; Επιστεψε σ’ αυτον κανεις απο τους αρχοντες ή τους Φαρισαιους; Οσον γι’ αυτον τον οχλον, που δεν ξερει τον νομον, ειναι καταραμενος.” (Εδ.45-49)

Οι ραββινοι ελεγαν για τους αμορφωτους: “Ο αγραμματος ανθρωπος δεν ειναι θεοσεβης. Οι σπουδασμενοι μονον θ’ αναστηθουν”. Οι μορφωμενοι Ιουδαιοι ονομαζαν τον αμορφωτο κοσμο: “λαο της γης”, “τυφλοποντικες”.
“Που δεν ξερει τον νομον”: Ηθελαν να πουν, οτι γι’ αυτους που γνωριζαν τον νομον, υπηρχαν σοβαρα στοιχεια, που προερχοταν απο τον νομο, για την απορριψη του Ιησου.

“Λεγει εις αυτους ο Νικοδημος, ο οποιος ειχε ελθει εις αυτον την νυκτα και ο οποιος ητο ενας απ’ αυτους, “Καταδικαζει ανθρωπον, ο νομος μας εαν δεν τον ακουση προηγουμενως και μαθη τι εκανε;” Απεκριθησαν εις αυτον, “Μηπως και συ εισαι απο την Γαλιλαια; Ερευνησε και θα ιδης, οτι δεν εχει ελθει προφητης απο την Γαλιλαιαν”. (Εδ.50-52)

Ο Νικοδημος τους επαναφερει στην ταξη, στο ονομα ακριβως του νομου, που μονον αυτοι ισχυριζονται οτι γνωριζουν. Φαινεται οτι ειχε γινει προοδος μεσα του. Τοτε πλησιασε τον Κυριο νυκτα, εδω η τολμη του εχει προχωρησει.
“Μηπως και εσυ εισαι απο την Γαλιλαιαν;”: Κακοβουλα θεωρουν οτι, για να εισαι μαθητης του Ιησου, πρεπει να εισαι Γαλιλαιος (σαν τον Ιησου). Ο Ιωνας ομως ηταν απο την Γαλιλαια, ισως και αλλοι οπως ο Ηλιας, ο Ναουμ, καο ο Ωσηε. Στην οργη τους οι Συνεδροι το γενικευσαν λεγοντας ψεμματα.
Η Γαλιλαια συνεχιζε να ειναι μια αποβλητη περιοχη στην θεοκρατια. Δεν ηταν η χωρα των προφητων, ακομα λιγοτερο του Μεσσια. Παρολα αυτα ομως ο Ησαϊας ειχε προφητευσει το κηρυγμα του Μεσσια στην Γαλιλαια (Ησαϊας Θ1,2), και αυτο ηταν το πιο σοβαρο στοιχειο που ξεχνουσαν στο Συνεδριο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8

Η ιστορία της γυναίκας της συλληφθείσης επί μοιχεία. Ιωάννης Ζ53-Η11 Τούτο το κομμάτι δεν πρέπει να είναι αυθεντικό γραπτό του Ιωάννη, για τους εξής λόγους:
α) Δεν αναφέρεται καθόλου σε πάρα πολλούς κώδικες. Αν ήταν αναγνωρισμένο αποστολικό κείμενο, μπορεί να παραλειπόταν από αβλεψία σε λίγους, όχι όμως σε τέτοια έκταση που παραλείπεται αυτό.
β) Υπάρχουν 60 παραλλαγές σ’ αυτά τα 12 εδάφια στους κώδικες που τ’ αναφέρουν. Μπορείς να διαχωρίσεις 3 διαφορετικά κείμενα. Ένα αληθινα αποστολικό κείμενο ουδέποτε θα είχε υποστεί τέτοιες αλλοιώσεις.
Να θυμίσωμε ότι η κανονικότης των βιβλίων της Καινής Διαθήκης βασίζεται μόνον στην αποστολικότητα τους, σε κανένα άλλο κριτήριο. Οι Απόστολοι και ο Παύλος είναι μία ειδική ομάδα ανθρώπων που ο Θεός τους έκανε αυτόπτες μάρτυρες και τους οδήγησε τι να γράψουν.
γ) Στους κώδικες που το αναφέρουν ευρίσκεται σε τελείως διαφορετικές θέσεις: Μετά το εδάφιο 36, στο τέλος του Ευαγγελίου του Ιωάννη, στο τέλος του Λουκά 21, μεταξύ των κεφαλαίων 7 και 8 του Ιωάννη.
Από απόψεως εσωτερικής κριτικής τρεις αιτίες μας οδηγούν να συμπεράνωμε ότι δεν είναι αυθεντικό αποστολικό κείμενο:
α) Το στυλ του δεν φέρνει την σφραγίδα των γραπτών του Ιωάννη. Το “ουν”, η πιο συνηθισμένη μορφή μετάβασης του Ιωάννη από πρόταση σε πρόταση, λείπει τελείως, έχει αντικατασταθεί με το “δε” (11 φορές). Ο Ιωάννης δεν χρησιμοποιεί τις λέξεις “όρθρος” (λέγει “πρωία”), “πας ο λαός”, “καθίσας εδίδασκεν”, “Οι γραμματείς και Φαρισαίοι”.
β) Η εισαγωγή: Ζ53, δεν παρουσιάζει καμμία ακριβή έννοια.
γ) Υπάρχει μία πλήρη έλλειψη αρμονίας μεταξύ του πνεύματος αυτής της ιστορίας και εκείνης όλης της αφήγησης του Ιωάννη. Η τελευταία, μας παρουσιάζει σ’ αυτό το μέρος, την μαρτυρία που ο Ιησούς δίνει για τον εαυτόν Του, και την θέση πίστης ή απιστίας που παίρνουν οι ακροατές Του. Η ιστορία αυτή εδώ δείχνει τελείως ξεκρέμαστη.
Ευθύς ως αυτό το κομμάτι απορριφθεί, η σύνδεση μεταξύ της μαρτυρίας που προηγείται, και αυτής που ακολουθεί, είναι φανερή. Φαίνεται καθαρά από το “πάλιν”, Η12, το οποίον ενώνει την νέα δηλωση, Η12-20, προς εκείνη της μεγάλης μέρας της γιορτής, Ζ37.
Πιθανον να ήταν ένα αληθινό γεγονός που διατήρησε η προφορική παράδοση και όχι τα Αποστολικά κείμενα. Δεν έχει όμως την αποστολικότητα, και έστω και αν είναι αληθές, είναι εκτός Καινής Διαθήκης.

Ο ΙΗΣΟΥΣ, ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Ιωάννης Η12-20.

“Πάλιν ουν αυτοίς ελάλησεν ο Ιησούς λέγων. Εγώ ειμί το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής.” (Εδ.12)

Πάλιν ο Ιησούς τους εμίλησε και είπε, “Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Εκείνος που με ακολουθεί δεν θα περιπατήσει εις το σκοτάδι αλλά θα έχει το φως της ζωής”.
“Πάλιν ουν”: Ο Κύριος αφού είχε εφαρμόσει στον εαυτόν Του ένα πρώτο σύμβολο, αναλαμβάνει τον λόγο για να εφαρμόσει και ένα δεύτερο.
Ο Ιησούς είναι για τον κόσμο, ότι ήταν το φωτεινό σύννεφο για τους Ισραηλίτες 40 χρόνια στην έρημο (γεγονός που τους το θυμίζει η γιορτή της Σκηνοπηγίας που τώρα εορτάζουν).
Όπως έχομε εξηγήσει στο Α4 και “φως”, είναι η τέλεια αποκάλυψη του ηθικού καλού, δηλαδή του ζωντανού Θεού.
Την ζωή μας την βύθισε στο σκοτάδι η αμαρτία (η εγωιστική επιθυμία και τα πάθη). Έτσι που δεν γνωρίζομε γιατί ήρθαμε, που πάμε, ποιός είναι ο σωστός δρόμος να πορευθούμε. Όταν μια καρδιά δεχθεί τον Χριστό, αυτά τα σκοτάδια διαλύονται. Μοιάζει τότε ο πιστός, σαν τους Ισραηλίτες στην έρημο: Σηκωνόταν, προχωρούσαν, κατασκήνωναν κατά το πως τους οδηγούσε το φωτεινό σύννεφο που προπορευόταν.
Απ’ το άλλο μέρος, όταν είσαι σε κοινωνία με το φως, ξεπηδά φως από την ζωή σου (απο το πρόσωπό σου, απο τις ενέργειες σου, απο το μάτι σου), όπως ο Μωυσής είχε λάμψη που την πήρε από την επαφή του με τον Θεό.
Είναι επίσης αυτό το φως μέσα σου που σε βοηθά να τα αντιλαμβάνεσαι όλα γύρω σου (θεία και ανθρώπινα).
“Ου μη” =ότι και να λέει η δυσπιστία της καρδιάς, δεν είναι να φοβάται πλέον, οποιοδήποτε και αν είναι το σκοτάδι της, ότι θα εξαναγκασθεί ακόμα να περπατήσει στην νύκτα.
“Έξει”= Θα το κατέχει εσωτερικά.
Έτσι έχουμε δύο θεία δώρα: α) Το νερό της ζωής, Ζ37, που ξεδιψά κάθε πνευματική ανάγκη. Για να το πάρει ο άνθρωπος πρέπει να πιεί, δηλαδή να πιστέψει. β) Το φως που πηγάζει από την ζωή και οδηγεί, Η12. Εδώ ο άνθρωπος θα πρέπει να περιπατήσει ακολουθόντας το, δηλαδή να υπακούσει πρακτικά.
“Το φως της ζωής”= Το φως που ξεπηδά από την ζωή.

Είπον ουν αυτώ οι Φαρισαίοι. Συ περί σε αυτού μαρτυρείς. Η μαρτυρία σου ουκ έστιν αληθής”.(Εδάφιο 13)

Τότε οι Φαρισαίοι του είπαν, “Συ δίνεις μαρτυρία δια τον εαυτόν σου, η μαρτυρία σου δεν είναι αληθινή”.
“Ουκ έστιν αληθής”, δεν σημαίνει: “Είναι εσφαλμένη”, αλλά: “Δεν είναι αξιόπιστη”. Υπήρχε ένα Ραββινικό απόφθεγμα που έλεγε: “Κανένας δεν μπορεί να δίνει μαρτυρία για τον εαυτόν του”.
Ο Κύριος αντιμετωπίζει πρώτα την ερώτηση στην ουσία της (εδ.14), και μετά όσον αφορά τον τρόπο διατύπωσης (εδ. 15-18).

“Απεκρίθη Ιησούς και είπε αυτοίς, καν εγώ μαρτυρώ περί εμαυτού, αληθής έστιν η μαρτυρία μου, ότι οίδα πόθεν ήλθον και που υπάγω. Υμείς δε ουκ οίδατε πόθεν έρχομαι ή που υπάγω”.(Εδάφιο 14)

Ο Ιησούς τους απεκρίθη, “Και εάν ακόμη δίνω μαρτυρίαν, η μαρτυρία μου είναι έγκυρη, διότι ξέρω από που ήλθα και που πηγαίνω, σεις όμως δεν ξέρετε από που έρχομαι ή που πηγαίνω.
Στο κεφάλαιο 5, ο Κύριος είχε δεχθεί την θέση ενός συνηθισμένου ανθρώπου, έτσι όπως Τον έβλεπαν εξωτερικά. Για αυτό στο Ε31 τους είπε: “Εάν εγώ μαρτυρώ περί εμαυτού, η μαρτυρία μου ουκ έστιν αληθής”, και αναγκάσθηκε να επικαλεσθεί την διπλή μαρτυρία του Πατέρα (μέσω των θαυμάτων και της Γραφής) υπέρ του εαυτού Του.
Εδώ ισχυρίζεται και αξιώνει την αληθινή Του θέση, που θεληματικά έχει αφήσει. Αυτό Τον αναγκάζει να το κάνει η φιλονεικία με τους ακροατές Του, που έχει προχωρήσει πάρα πέρα.
“Οίδα”: Έχει ένα εσωτερικό φως, γνωρίζει αμετάβλητα, καθαρά, διάφανα, ποιός είναι, από που ήλθε, που πηγαίνει.
Αυτό το εσωτερικό φως, όσον αφορά το προσωπό Του, Τον τοποθετεί απολύτως πέραν από την ψευδαίσθηση της υπερηφανείας.
Ο Κύριος έχει καθαρή συνείδηση ότι είναι ένα Ον που ήλθε από ψηλά, έχει μια αποστολή να εκπληρώσει εδώ στην γη, και σύντομα θα επιστρέψει στον ουρανό, απ’ όπου ήλθε.
Σ’ αυτό το πρόσωπο, που έχει δώσει μια τέτοια ασυνήθιστη μαρτυρία για τον εαυτόν Του, βασίζεται όλη η Χριστιανοσύνη. Αυτός είναι και ο ηρωισμός της πίστης, να αφιερωθείς σε ένα πρόσωπο με μιά τέτοια ασυνήθιστη μαρτυρία.
“Υμείς ουκ είδατε”. Εάν είχαν την καρδιά τους ανοικτή, θα διέκριναν στον ουράνιο και ιερό χαρακτήρα της εμφάνισης, των έργων, και των λόγων Του, την θεότητα της προέλευσης και του προορισμού Του.

“Υμείς κατά την σάρκα κρίνετε, εγώ ου κρίνω ουδένα. Και αν κρίνω δε εγώ, η κρίσις η εμή αληθινή εστίν, ότι μόνος ουκ ειμί, αλλ’ εγώ και ο πέμψας με πατήρ.”(Εδάφια 15,16)

Σεις κρίνετε σύμφωνα με ανθρώπινους κανόνες, εγώ δεν κρίνω κανένα. Αλλά και αν εγώ κρίνω, διότι δεν κρίνω εγώ μόνος αλλά εγώ και ο Πατέρας οου με έστειλε.
Στο εδάφιο 13, οι Φαρισαίοι Του είχαν πει: “Συ περί σεαυτού μαρτυρείς. Η μαρτυρία σου ουκ έστιν αληθής”. Ο Κύριος εδώ τους εξηγεί που έκαναν το λάθος, και έβγαλαν αυτό το εσφαλμένο συμπέρασμα: “‘Εκριναν κατά σάρκα”, δηλαδή, έβλεπαν μόνο την εξωτερική εμφάνιση του Ιησού. Έβλεπαν εξωτερικά έναν άνθρωπο αδύνατο, όμοιο με αυτούς, και με όλα όσα έλεγε τους φαινόταν ότι υπερτιμούσε τον εαυτόν Του. Ο σαρκικός τους νους δεν τους άφηνε να διακρίνουν από τα λόγια και τα έργα Του, ποιός υπήρχε πίσω από αυτή την αδύναμη εξωτερικά εμφάνιση.
“Εσείς κρίνετε, πολύ εύκολα και επιπόλαια. Αντίθετα εγώ δεν κρίνω προσωπικά κανέναν”. Και να σκεφθείς ότι ο Κύριος είναι το φως, και όπως μας λέγει ο Λόγος Του: “Αυτός εγνώρισε τι ήτο εντός του ανθρώπου” (Ιωάννης Β 25). Και όμως είχε αρνηθεί στον εαυτόν Του ένα τέτοιο δικαίωμα.
Παρόλα αυτά όμως, κάποιος θα μπορούσε να Του ισχυρισθεί ότι κρίνει, και μάλιστα με βαρειές κρίσεις. Απάντηση: “Και αν κρίνω”= εάν σας φαίνεται ότι κρίνω….
1) Δεν είναι ο Κύριος που κρίνει, είναι ο Πατέρας που κρίνει: “Καθώς ακούω κρίνω” (Ιω.Ε30). “Εγώ, καθώς είμαι μειωμένος στην ανθρώπινη υπόσταση, δεν κρίνω κανέναν, δεν επιτρέπω στον εαυτόν μου καμμία κρίση”.
2) “Ουδένα”. Δηλαδή προσωπικά κανέναν (γιά κανέναν δεν απήγγειλε μιά τελική απόφαση). Οι κρίσεις που Του έδινε ο Πατέρας να απαγγείλει αφορούσαν γενικά την ηθική κατάσταση του κόσμου, και τον χαρακτήρα των πράξεων τους, του οποίου ήταν καθημερινά μάρτυς.
“Η κρίσις μου είναι αληθής”, δηλαδή αξιόπιστη, μπορείς να βασισθείς σ’ αυτή.

“Και εν τω νόμω τω υμετέρω γέγραπται ότι δύο άνθρωπων η μαρτυρία αληθής εστίν. Εγώ ειμί ο μαρτυρών περί εμαυτού και μαρτυρεί περί εμού ο πέμψας με πατήρ”.(Εδάφια 17,18)

Εις τον νόμον σας είναι γραμμένον, ότι η μαρτυρία δύο ανθρώπων είναι έγκυρη. Εγώ είμαι που δίνω μαρτυρίαν δια τον εαυτόν μου και μαρτυρεί δι’ εμέ και ο Πατέρας που με έστειλε”.
Ο Μωσαϊκός νόμος, για να σταθεί μια μαρτυρία, απαιτούσε τουλάχιστον δύο μάρτυρες (Δευτ.ΙΖ6, ΙΘ15).
Ο Κύριος τους δηλώνει εδώ ότι και αυτή η απαίτηση του νόμου ικανοποιείται στο πρόσωπό Του (όσον αφορά τις κρίσεις που εκφέρει πάνω στον κόσμο (εδ. 16), και την μαρτυρία που δίνει για τον εαυτόν Του (εδ.18). Υπάρχουν δύο μάρτυρες, ο Ίδιος και ο Πατέρας.
Του Ιδίου την μαρτυρία και την κρίση την ακούνε και την βλέπουν. Του Πατέρα όμως; Αυτή φαίνεται από τα εξής:
α) Τα θαύματα που Του είχε δώσει ο Θεός να κάνει . “Τα γαρ έργα α έδωκεν μοι ο Πατήρ ίνα τελειώσω αυτά, αυτά τα έργα α ποιώ μαρτυρεί περί εμού ότι ο Πατήρ με απέσταλκεν” (Ε36).
β) Υπάρχει όμως και κάτι πολύ βαθύτερο. Αν διαβάσομε προσεκτικά τα εδάφια 16 και 19, θα δούμε ότι δίπλα στον Κύριο, υπήρχε συνεχώς και μία άλλη παρουσία, που αυτοί δεν μπορούσαν να την διακρίνουν. Είναι η παρουσία του Ιδίου του Θεού. Στο φως που δίνει αυτή η παρουσία ο Κύριος θεάται και γνωρίζει τον εαυτόν Του και την αποστολή Του. Στο φως αυτής της παρουσίας ενεργεί και ομιλεί. (“Καθώς ακούω κρίνω, καθώς βλέπω κάνω” Κεφ. 5). Από αυτό το φως παίρνει και γίνεται ο Ίδιος το φως του κόσμου (Εδ. 12). Διηγούνται κάποτε, γύρω στα 1600, ο Hedinger, εφημέριος του Δούκα του Wurtemburg, οδηγήθηκε να επιπλήξει, πρώτα ιδιωτικά και μετά δημόσια, τον ηγεμόνα του για ένα βαρύ του αμάρτημα. Ο τελευταίος, εξοργισμένος, απείλησε ότι θα τον τιμωρούσε. Ο Ηedinger, δυνάμωσε με προσευχή, και πήγε στον Δούκα, έχοντας στην έκφραση του προσώπου του ζωγραφισμένη την ειρήνη του Θεού, και στην καρδιά του την αίσθηση της παρουσίας Του. Αφού τον κύτταξε προσεκτικά ο Δούκας του είπε: “Hedinger γιατί δεν ήλθες μόνος, καθώς σε διέταξα;” “Είμαι μόνος Υψηλοτάτε”. “Όχι, δεν είσαι μόνος”. “Συγνώμη Υψηλοτάτε, αλλά είμαι μόνος”. Του Δουκός επιμένοντος με αυξανομένη ταραχή, ο Hedinger του είπε: “Βεβαίως Υψηλότατε, ήλθα μόνος. Αλλά εάν ευαρεστήθηκε ο Θεός να μου στείλει έναν άγγελο μαζί μου, δεν μπορώ να πω”. Και ο Δούκας του έπετρεψε να φύγει, χωρίς να τον βλάψει. Η ζωντανή κοινωνία αυτού του δούλου του Θεού με τον Θεόν του, είχε γίνει εκείνη την στιγμή αισθητή και στα μάτια ενός τρίτου.
Όταν κάποτε ο Μωυσής τρόμαξε στην ιδέα της εγκαταλειψής του από τον Θεό, ο Θεός τον βεβαίωσε: “Η παρουσία μου θέλει έλθει μετά σου, και θέλει σοι δώσει ανάπαυσιν” (Εξοδ.ΛΓ 14).
“Τω υμετέρω”: “Δεν λέγει τον “νόμον μας”. Ο Ιησούς ήταν απείρως πάνω από τον νόμο. Υπετάγη πλήρως μεν, αλλά εθελοντικά.
Τούτα τα εδάφια, παραφρασμένα, θα μπορούσε κάποιος να τα αποδώσει κάπως έτσι: “Ζητάτε μιά εγγύηση όσον αφορά αυτά που λέγω για τον εαυτόν μου και σας. Κυττάχτε. Είναι εν Θεώ που γνωρίζω και δίνω μαρτυρία για τον εαυτόν μου, καθώς και είναι εν Αυτώ που σας γνωρίζω και σας κρίνω”. Αυτό το φως λάμπει μέσα Του, και μέσω αυτού γνωρίζει τους άλλους. Γι’ αυτό είναι το φως του κόσμου (εδ. 12).

“Έλεγον ουν αυτώ. Που εστίν ο Πατήρ σου; απεκρίθη Ιησούς. Ούτε εμέ οίδατε ούτε τον Πατέραν μου. Ει εμέ ήδειτε, και τον πατέραν μου αν ήδειτε”.(Εδάφιο 19)

Έλεγαν λοιπόν εις αυτόν, “Που είναι ο Πατέρας σου;”. Απεκρίθη ο Ιησούς, “Ούε εμέ ξέρετε, ούε τον Πατέρα μου. Εάν ηξέρατε εμέ, θα ηξέρατε και τον Πατέραν μου”.
Ο Κύριος τους μίλησε για έναν δεύτερο μάρτυρα. Αλλά έναν μάρτυρα πρέπει να τον βλέπεις και να τον ακούς. Εδώ είναι σαν να Του λένε: “Εάν μιλάς εκ μέρους του Θεού, ας κάνει ακουστόν του εαυτόν Του. Αν είναι κάποιος άλλος ας φανερωθεί να τον δούμε”. Και είναι πολύ δικαιολογημένη αυτή η θεση τους. Ο κάθε ονειροπόλος, τσαρλατάνος, ή ψεύστης μπορεί να λέει ότι επικαλείται τον Θεό.
Ο Κύριος τους απαντά ότι είναι αδύνατον να τους ικανοποιήσει αυτό το αίτημα τους. Η ζωντανή παρουσία του Θεού σε μια ανθρώπινη ύπαρξη, είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις. Αυτό το γεγονός γίνεται αντιληπτό μόνο από ένα πνευματικό όργανο, την πίστη. Εάν σου λείπει αυτό, δεν μπορείς ν’ αντιληφθείς τίποτα. Εάν επίστευαν στην μαρτυρία του Ιησού, μόνοι τους θα διέκριναν σ’ Αυτόν, τον Θεό, ο Οποίος είναι σε στενή σχέση μαζί Του. (Περισσότερα θα δούμε στο ΙΔ 10), και δεν θα ρωτούσαν; “Που είναι Αυτός;”
Ο Κύριος βλέπει μια σφαίρα,που δεν την βλέπει ο άνθρωπος. Κομμάτι αυτής της σφαίρας είναι και τούτος ο υλικός κόσμος που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις. Εμείς, με την πίστη μας, μόνο αναλαμπές πιάνομε από αυτή την σφαίρα – αν και μέσα σ’ αυτή ζούμε κινούμεθα και υπάρχουμε: “Βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τοτε δε πρόσωπον με πρόσωπον. Άρτι γιγνώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην”. (Α’ Κορ. ΙΓ 12). Όπως προχωρούμε, αυτή η πραγματικότητα ανοίγει σιγά σιγά τις κουρτίνες της. (Βλέπομε άλλες αιτίες, άλλες πραγματικότητες, μια άλλη συνέχεια κ.τ.λ. – όλα αυτά προς το παρόν με το μάτι της πίστης, η αλήθεια τους βεβαιώνεται στην εφαρμογή τους).
Ας προσέξομε κάτι: Κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό αν δεν γνωρίσει πρώτα τον Χριστό. Διότι Αυτός Τον απεκάλυψε. Κανένα δόγμα ή θρησκεία δεν έχει γνώση Θεού, εάν δεν ακολουθεί προς τούτο τον μόνον δρόμο που είναι ο Χριστός.

“Ταύτα τα ρήματα ελάλησεν εν τω γαζοφυλακίω διδάσκων εν τω ιερώ. Και ουδείς επίασεν Αυτόν, ότι ούπω εληλύθει η ώρα αυτού.”(Εδάφιον 20)

Αυτά τα λόγια τα είπε ο Ιησούς κοντά εις το θησαυροφυλάκιον όταν εδίδασκε εις τον ναόν, και κανείς δεν τον έπιασε, διότι δεν είχε έλθει ακόμη η ώρα του.
Γαζοφυλάκιο, ήταν το όλο μέρος που κατετίθοντο τα ποσά που συγκεντρούντο για την συντήρηση του ναού και για άλλες ιερές χρήσεις. Εκεί υπήρχαν 13 χάλκινα κιβώτια γι’ αυτόν τον σκοπό. Ήταν στην αυλή των γυναικών (μέσα από τον περίγυρο του ναού), και το καθένα έφερε επάνω του μία επιγραφή για την χρήση για την οποία προοριζόταν τα λεφτά που περιείχε. Σ’ ένα από αυτά, που προοριζόταν για τους φτωχούς, είδε ο Κύριος την χήρα να ρίχνει το δίλεπτο της. Η θέση του γαζοφυλακίου ήταν δίπλα στην περίφημη αίθουσα Gazith, που συνεδρίαζε το Συνέδριο. Άρα ήταν κάτω από τα μάτια και τα αυτιά του συνεδριάζοντος Συνεδρίου που ο Κύριος εδίδασκε αυτά που τώρα αναφέρουμε. Ήταν πραγματικά μέσα στα χέρια τους. Αλλ’ αυτά ήταν ακόμα αδύναμα, λόγω του ελέγχου της συνείδησής τους, και λόγω της δημόσιας εύνοιας που συγκεντρούτο γύρω από τον Ιησού. Δεν είχε έλθει ακόμα η ώρα Του.
Ο Ιησούς έχει μόλις εφαρμόσει για τον εαυτόν Του τα δύο βασικά σύμβολα που θυμίζει η γιορτή. Η μαρτυρία που συνεχίζει να δίνει, συμπληρώνει τις δύο που προηγούνται. Είναι μια πιο γενική διαβεβαίωση που αφορά την αποστολή Του.

“Είπεν ουν πάλιν αυτοίς. Εγώ υπάγω και ζητήσετέ με, και εν τη αμαρτία ημών αποθανείσθε. Όπου εγώ υπάγω υμείς ου δύνασθε ελθείν. Έλεγον ουν οι Ιουδαίοι, μήτι αποκτενεί εαυτόν, ότι λέγει, Όπου εγώ υπάγω υμείς ου δύνασθε έλθειν;”.(Εδάφια 21,22)

Πάλιν τους είπε, “Εγώ φεύγω και θα με ζητήσετε αλλά θα πεθάνετε μέσα στην αμαρτία σας. Όπου εγώ πάω, δεν μπορείτε σεις να έλθετε”. Τότε είπαν οι Ιουδαίοι, “Μήπως θα αυτοκτονήσει; Διότι λέγει, “Όπου πάω εγώ, δεν μπορείτε σεις να έλθετε”. Και αυτός τους είπε, “Σεις είσθε εκ των κάτω, εγώ είμαι εκ των άνω.
Η γιορτή τελείωνε. Ήταν η τελευταία φορά που ο Κύριος ευρέθει ανάμεσα στο συγκεντρωμένο πλήθος. Την επόμενη φορά που θα βρεθεί, θα είναι για να χύσει το αίμα Του. Την άλλη μέρα τα πλήθη θα σκόρπιζαν και θα επέστρεφαν στα σπίτια τους, σε όλα τα μέρη του κόσμου. Ο Κύριος τους απευθύνει για ύστατη φορά τούτα τα τραγικά και θλιμμμένα λόγια.
Το εδάφιο 21 τους προειδοποιεί για την κρισιμότητα της παρούσας ώρας, όσον αφορά τον κόσμο και προσωπικά τον καθένα τους. Ο Ιησούς, ο μόνος που μπορεί να τους σώσει, θα είναι μόνο για λίγο μαζί τους. Εάν Τον απορρίψουν τελικά, ο ουρανός, εκεί που Αυτός σε λίγο θα επιστρέψει, θα κλείσει οριστικά γι’ αυτούς, και δεν θα τους μένει τίποτα άλλο, παρά η καταδίκη σε αιώνιο θάνατο. Τους επαναλαμβάνει, περισσότερο εμφατικά, ότι τους είπε στο Ζ 33,34.
Τον Μεσσία βέβαια θα εξακολουθούν να Τον ζητάνε, αλλά μόνο για να τους ελευθερώσει από τον εξωτερικό ζυγό.
“Εν τη αμαρτία υμών”: Στην κάτασταση της εσωτερικής διαφθοράς, της πλάνης της καρδιάς, της αποξένωσης από τον Θεό. Είναι αυτή η κατάσταση που θα φέρει την καταδίκη και τον θάνατο. Είναι από αυτή ακριβώς την κατάσταση, που μόνον ο Ιησούς μπορεί να τους ελευθερώσει. (Το “εν ταις αμαρτίαις υμών” στο εδ.24 αναφέρεται στις ειδικές εκδηλώσεις αυτής της κατάστασης).
Στο ΙΓ33 μίλησε και στους Αποστόλους για έναν τέτοιο χωρισμό. Για αυτούς όμως θα είναι προσωρινός, γιατί υπεσχέθει ότι θα έλθει πάλι να τους παραλάβει (ΙΔ 3). Για τους Ιουδαίους όμως αυτός ο χωρισμός θα είναι οριστικός, δεν θα υπάρξει πλέον γέφυρα προς τον ουρανόν, γιατί απορρίπτουν τον μόνον που μπορεί να τους φέρει στον Πατέρα (ΙΔ 6).
Υπήρχε η γνώμη (την αναφέρει ο Ιώσσηπος) ότι όποιον αυτοκτονούσε, τον περίμενε μια ειδική ποινή στον Άδη. Εδώ λοιπόν είναι σαν να του λένε εμπαικτικά: “Βεβαίως, αν αυτοκτονήσεις και χωθείς βαθειά μεσ’ τον Άδη, εμείς δεν πρόκειται να σ’ ακολουθήσουμε εκεί”. Αυτό το “δεν μπορείτε” τους ερέθισε, και πήγαν πέρα απ’ την απάντηση που Του είχαν δώσει στο Ζ35 (ότι πρόκειται να πάει στους διεσπαρμένους μεταξύ των Ελλήνων Ιουδαίους).

“Και έλεγεν αυτοίς, Υμείς εκ των κάτω έστε, εγώ εκ των άνω ειμί. Υμείς εκ τούτου του κόσμου έστε, εγώ ουκ ειμί εκ του κόσμου τούτου.”(Εδάφιο 23)

“Σεις είσθε εκ των κάτω, εγώ είμαι εκ των άνω. . Σεις είσθε από αυτόν τον κόσμο, εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυτό.
Ο Κύριος αφήνει τον αστεϊσμό τους να περάσει απαρατήρητος. Συνεχίζει την προειδοποιησή Του, και τους εξηγεί αυτο το “δεν μπορείτε”.
Τους χωρίζει μια άβυσσος. Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να τους υπηρετήσει σαν Σωτήρας, και να τους υψώσει μαζί Του στον ουρανό, στην πατρίδα Του.
“Εκ των κάτω…εκ των άνω”, από την γη, από τον ουρανό.
“Εκ τούτου του κόσμου…”. Εδώ, “κόσμος”, δηλώνει κυρίως την ανθρώπινη ζωή, συγκροτημένη ανεξάρτητα από την θεία θέληση (αναφορικά με την διάθεση και την ηθική της δραστηριότητα), και επομένως σε αντίθεση με αυτήν. Κάποιος μπορεί να είναι “εκ των κάτω”, χωρίς να είναι “εκ του κόσμου τούτου” (όπως ο Κύριος είπε για τους μαθητές Του, ότι “δεν είναι εκ του κόσμου τούτου”, ΙΖ14).
“Εγώ ουκ ειμί εκ του κόσμου τούτου”. Πέραν του ότι δεν είναι εκ της γης, είναι ξένος – Του δημιουργούν αποστροφή – οι επιθυμίες, οι επιδιώξεις κ.λ.π. του κόσμου, όλη η σφαίρα της ανθρώπινης ζωής που είναι γυμνή από κάθε θεία πνοή.
Ο Ιησούς είναι η μόνη γέφυρα “των κάτω” προς “τα άνω”.

“Είπoν ουν υμίν ότι αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών. Εάν γαρ μη πιστεύσητε ότι εγώ ειμί, αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών”.(Εδάφιο 24)

Δια τούτο είπα ότι θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας, διότι αν δεν πιστέψωετε ότι εγώ είμαι, θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας”.
“Εάν γαρ μη πιστεύσητε ότι εγώ ειμί και ουδείς άλλος”.
Όπως όλη η πίστη στην Παλαιά Διαθήκη στηρίζεται στην δήλωση του Θεού: “Ιδέτε τώρα ότι εγώ, εγώ είμαι, και δεν είναι Θεός πλην εμού” (Δευτ. ΛΒ 39, Ησ. ΜΓ 10)”, έτσι και όλη η πίστη στην Καινή Διαθήκη στηρίζεται στην δήλωση του Ιησού Χριστού: “Εγω είμαι ο Σωτήρας πέραν του οποίου δεν υπάρχει άλλος”.
Προσεκτικά ο Κύριος αποφεύγει να τους δηλώσει ότι, “Εγώ είμαι ο Χριστός”, λόγω του πολιτικού χρωματισμού που αυτοί έδιναν σ’ αυτό τον όρον. Ήταν αυτό ακριβώς που προσπαθούσαν να Του αποσπάσουν απ’ το στόμα. Αντ’ αυτού τους δηλώνει: “Είμαι αυτός που μπορεί να ικανοποιήσει τις σωστές επιθυμίες της ψυχής σας”, “είμαι ο μόνος που μπορεί να σας σώσει απ’ την αμαρτία και να σας οδηγήσει στον Θεό”

“Έλεγον ουν αυτώ, Συ τις ει; Είπεν αυτοίς ο Ιησούς, Την αρχή ότι και λαλώ υμίν”.(Εδάφιον 25)

Τότε εκείνοι του είπαν, “Συ ποιός είσαι;” και ο ιησούς τους είπε, “Ότι σας λέγω από την αρχήν.
Η απάντηση που προσπαθούσαν να Του αποσπάσουν είναι, εαν Αυτός είναι ο Χριστός (το πολιτικό πρόσωπο που νόμιζαν ότι θα τους ελευθερώσει). Γι’ αυτό Τον ερωτάνε πάλι: “Ποιός είσαι εσύ τότε;” ή “Έχεις τουλάχιστον το κουράγιο να μιλήσεις ειλικρινά;” Οι εχθροί Του θέλουν να πιάσουν κάτι από τα λόγια Του για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον Του.
Τούτη ειδικά η απάντηση του Κυρίου είναι ένα από τα πλέον αμφισβητούμενα (ως προς την έννοια του) εδάφια της Καινής Διαθήκης, και ειδικά το, “την αρχήν”. Μερικοί το ερμηνεύουν: “Είμαι ότι σας λέγω ασταμάτητα από την αρχήν, από τότε που άρχισα να σας μιλώ”. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν ταιριάζει για τους εξής λόγους: α) Δεν θα έλεγε “την αρχήν”, αλλά “απ’ αρχής”, όπως στο ΙΕ27. β) Δεν θα ήταν στην αρχή της πρότασης.
Άλλοι το ερμηνεύουν: “Απόλυτα ότι σας δηλώνω”, δηλαδή, “Τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω από ότι περιέχουν τα λόγια μου”. Ο Κύριος επικαλείται δηλαδή, τις μαρτυρίες Του που αφορούν το προσωπό Του σαν την επαρκή έκφραση της φύσης Του: ” Εμβαθύνατε στον λόγον μου και θα διακρίνετε την φύση μου”.
Υπέρ αυτής της ερμηνείας συνηγορούν: α) Η ιδιάζουσα θέση του “την αρχήν”, στην αρχή της πρότασης. β) Η χρήση της αντωνυμίας “ότι” που ακολουθεί: “οτιδήποτε μπορεί να είναι που σας το έχω πει”. Αυτοί το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να συνοψίσουν τις διαβεβαιώσεις Του που είχε δώσει για του εαυτόν Του (ότι είναι τα φως του κόσμου, το ζωντανό νερό, η αληθινή τροφή εκ του ουρανού κ.τ.λ.) και θα γνωρίσουν τι είναι Αυτός. γ) Το “και” που εμφανώς δείχνει την ταυτότητα μεταξύ της ομιλίας και της φύσης Του.
Κατά αυτής της ερμηνείας : Το “την αρχήν” δεν έχει αυτή την έννοιαν του “απολύτως” , παρά μόνο σε αρνητικές προτάσεις. Αλλά η έννοια εδώ της πρότασης είναι ουσιαστικά αρνητική: “Απολύτως τίποτα άλλο από ότι ελάλησα”. Άλλωστε δεν μπορούμε να απαιτήσομε από την Καινή Διαθήκη συντακτική και γραμματική ακρίβεια.
Μια, λίγο εξαναγκαστική ερμηνεία, είναι: “Στην αρχήν”, δηλαδή, “επί του παρόντος”. Το “μετά”, ή το “τέλος”, που αντιστοιχεί σε αυτήν “την αρχήν” θα το βρούμε στο εδάφιο 28: “Όταν υψώσητε τον υιόν του ανθρώπου, τότε γνώσεσθε ότι εγώ ειμί….”. Επί του παρόντος , ο Ιησούς αποκαλύπτει τον εαυτόν Του μόνο από το κήρυγμά Του. Όταν όμως τα μεγάλα γεγονότα της σωτηρίας θα έχουν ολοκληρωθεί, τότε αυτοί θα λάβουν μια νέα αποκάλυψη, πιο φωτεινή.
Άσχετα ποιά ερμηνεία θα διαλέξομε, εκείνο που ουσιαστικά μας λέγει εδώ ο Λόγος του Θεού είναι τα εξής; Για να γνωρίσεις βαθειά το πρόσωπο του Χριστού, την φύση Του, την αποστολή Του εδώ στον κόσμο, θα πρέπει να εμβαθύνεις στις μαρτυρίες που έδωσε για τον εαυτόν Του, στα κηρύγματά Του. Γνωρίζοντάς Τον βαθειά εκεί μέσα, θα σου αποκαλύπτεται προοδευτικά μεσ’ την καρδιά σου, σαν ο αληθινός ναός (κεφ.2), σαν το ζωντανό νερό (Κεφ.4), σαν ο αληθινός Υιός του Θεού (Κεφ.5), σαν ο άρτος εξ ουρανού (Κεφ.6) κ.λ.π. Τα ίδια Του τα λόγια θα Τον αποκαλύπτουν και θα κτίζουν την πίστη μέσα σου. Δεν είναι ανάγκη να πας σε κάποιο σχολείο ή θεολογικό σεμινάριο για να Τον γνωρίσεις. Και ο Πέτρος δεν χρειάστηκε τίποτα από όλα αυτά για να ομολογήσει: “Εσύ είσαι ο άγιος του Θεού”. Αυτή η ομολογία ξεπήδησε σαν καρπός της πίστης μετά από όσα είδε και άκουσε. Και για μας σήμερα: “Η πίστη είναι αξ ακοής. Η δε ακοή διά του Λόγου του Θεού” (Ρωμ. Ι 17). Ακούγοντας και πιστεύοντας στον Λόγο του Θεού, ο Ίδιος ο Θεός θα σου αποκαλύπτεται, όπως και στον Πέτρο: “Σάρκα και αίμα ουκ απεκάλυψεν σοι αλλ’ ο πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς” (Ματθαίος ΙΣΤ17). Και είναι μία αποκάλυψη που τυπώνεται βαθειά μέσα σου, έτσι που λέγοντας την λέξη “Χριστός”, η καρδιά σου θα σκιρτά γνωρίζοντας τι είναι αυτό το Πρόσωπο και τι σχέση έχει με σένα.
Ο Ιησούς ουδέποτε ζήτησε, ούτε δέχτηκε καμμία προσκόλληση, που να προέκυπτε από οποιανδήποτε άλλη προέλευση, παρά μόνο εκείνη της ηθικής πεποίθησης σ’ Αυτόν, δηλαδή της πίστης στα λόγια Του.
Να γιατί απαγόρευσε στους 12 να μην πουν σε κανένα, ότι Αυτός είναι ο Χριστός (Ματθαίος ΙΣΤ20). Θα τον ομολογήσεις σαν Χριστό, σαν προσωπικό σου Σωτήρα, όχι γιατί στον διδάξανε στα σχολεία, ή γιατί το άκουσες από κάποιον άλλον. Θα Τον ομολογήσεις γιατί προσωπικά άκουσες την μαρτυρία Του, την πίστεψες, και Αυτός σου αποκαλύφθηκε στην καρδιά σου. Μόνο αυτή την προσέγγιση δέχεται ο Κύριος, αυτό είναι το μονοπάτι να Τον πλησιάσεις.

“Πολλά έχω περί υμών λαλείν και κρίνειν, αλλ’ ό πέμψας με αληθής εστίν, καγώ ά ήκουσα παρ’ αυτού ταύτα λαλώ εις τον κόσμον”.(Εδάφιον 26)

Έχω πολλά να πω για σας και να σας κατακρίνω. Αλλά εκίνος που με έστειλε λέγει την αλήθεια, και όσα εγώ άκουσα από αυτόν, αυτά λέγω εις τον κόσμον”.
Αφού τους απάντησε στην ερωτησή τους, στο εδάφιο 25, ο Κύριος συνεχίζει τις καταγγελίες που τους είχε αρχίσει στα εδάφια 21-24. Εκεί τους είχε πει σκληρές αλήθειες αναφορικά με την ηθική τους κατάσταση. Συνεχίζει στο εδάφιο 26: “Τέτοιες δηλώσεις και κρίσεις έχω πολλές ακόμα να κάνω αναφορικά με εσάς”. Τα εδάφια 34,37,40,41,43,44,45,49,55 μας δείχνουν τι ακριβώς είχε ο Κύριος στο μυαλό Του να τους πει. “Αλλά”, προσθέτει, “όσο οδυνηρή μπορεί να είναι για εμένα αυτή η αποστολή, δεν μπορώ να αποφύγω να σας τα πω, διότι αυτό μου υπαγορεύει να σας πω Αυτός που με έστειλε, και εγώ Τον υπακούω. Ό,τι λέει Αυτός είναι αλήθεια, γιατί είναι ο Ίδιος η αλήθεια. Το έργο μου εδώ κάτω είναι αυτό ακριβώς, να κάνω τον κόσμο ν’ ακούσει ό,τι Αυτός μου λέγει”.
Για το “ήκουσα”, ίδε το Ε30. Δεν αναφέρεται στην προύπαρξή Του.

“Ουκ έγνωσαν ότι τον Πατέρα αυτοίς έλεγεν”.(Εδάφιο 27)

Δεν κατάλαβαν ότι τους μιλούσε για τον Πατέρα.
Η αντίληψη η δική μας για το πρόσωπο του Κυρίου διαφέρει ριζικά απ’ την αντίληψη των συγχρόνων Του, και των ιδίων των μαθητών Του ακόμη. Εμείς έχομε πλήρη την αποκάλυψη. Τότε αναλαμπές έβλεπαν κάθε φορά. Οι προκαταλήψεις και οι παραδόσεις των ανθρώπων επίσης, τους είχαν κρύψει πολλές από τις αλήθειες της Παλαιάς Διαθηκής για το πρόσωπο του Μεσσία. Βέβαια εδώ την μεγαλύτερη ευθύνη έχει η κακή προδιάθεση της καρδιάς τους, που δεν τους άφηνε να καταλάβουν. Ειδικά εδώ, τους φαινόταν αδιανόητο, πως ένας άνθρωπος μπορεί να επικοινωνεί με τον άπειρο Θεό.

“Είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς. Όταν υψώσητε τον υιόν του ανθρώπου, τότε γνώσεσθαι ότι εγώ ειμί, και απ’ εαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξεν με ο Πατήρ ταύτα λαλώ. Και ο πέμψας με μετ’ εμού εστίν. Ουκ αφήκεν με μόνον, ότι εγώ τα αρεστά αυτώ ποιώ πάντοτε”.(Εδάφια 28,29)

Ο Ιησούς λοιπόν τους είπε, “όταν θα υψώσετε τον Υιόν του ανθρώπου, τότε θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι και ότι δεν κάνω τίποτα από τον εαυτόν μου αλλά καθώς ο Πατέρας μου με εδίδαξε, αυτά λέγω. Και εκείνος που με έστειλε είναι μαζί μου, δεν με άφησε μόνον ο Πατέρας, διότι εγώ κάνω πάντοτε όσα του είναι αρεστά”.
Θα έλθει λοιπόν κάποια μέρα που θα αποκτήσουν πλήρες φως για το πρόσωπό Του.
Πότε θα γίνει αυτό; Όταν “Τον υψώσουν”. Το ύψωμα εδώ αναφέρεται ειδικά στον σταυρικό Του θάνατο. Αλλά το σταύρωμά Του δεν μπορεί να γίνει από μόνο του η αιτία να πέσουν τα λέπια απο τα μάτια τους. Άρα κάτι βαθύτερο κρύβεται σ’ αυτή την “ύψωση”. Είναι η ύψωση προς τον ουράνιο θρόνο Του, το πέρασμα προς την δόξα, και ο σταυρός είναι το σκαλοπάτι για να ανέβει εκεί επάνω. Είναι λοιπόν σαν να τους λέει: “Όταν με σκοτώσετε, θα είναι σαν να με ανεβάζετε στον θρόνο μου”.
“Υιός του ανθρώπου”: δηλώνει ακριβώς αυτή Του την ταπεινή εμφάνιση, που είναι τώρα η αιτία της απόρριψης Του.
Να λοιπόν πως πραγματοποιήθηκε, πραγματοποιείται, και θα πραγματοποιηθεί αυτή η αναγνώριση, από τότε που Τον σταύρωσαν και μετά:
α) Όταν ήλθε το Άγιο Πνεύμα απεκαλύφθη στον Ισραήλ (αλλά και στον κόσμο) δια του αποστολικού κηρύγματος, η αγία και θεία φύση του προσώπου Του και του έργου Του.
β) Η εμφάνιση και η ανάπτυξη της Εκκλησία Του.
γ) Η κρίση που κτύπησε την Ιερουσαλήμ και όλο το έθνος το 70 μ.χ.
Τότε όλοι κατάλαβαν, είτε το ήθελαν είτε όχι, ποιός πραγματικά ήταν, και άλλοι Τον πίστεψαν, άλλοι προχώρησαν σε εθελοντική σκλήρυνση.
Από τότε δεν έχει σταματήσει να πραγματοποιείται αυτή η αναγνώριση από τον Ισραήλ, καθώς βλέπουν την ανάπτυξη της Εκκλησίας, και καθώς το Άγιο Πνεύμα εργάζεται (και στις ημέρες μας υπάρχει μεγάλος αριθμός επιστροφών από τους Ισραηλίτες).
Θα ολοκληρωθεί δε αυτή η αναγνώριση όταν θα επιστρέψουν σαν έθνος, και κλαίγοντας όλοι με μια φωνή θα λένε σε μια νέα Κυριακή των Βαίων: “Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου”, Λουκ. ΙΓ35 (εκεί τους προφήτευσε ότι αυτό θα πουν όταν Τον ξαναδούν. Ιδέ Ζαχαρία ΙΒ,ΙΓ για το πως θα Τον υποδεχθούν σαν έθνος, όταν γυρίσει).
Στο Ματθαίο ΙΒ39 τους είπε ότι το μόνο σημάδι που θα τους δοθεί για να Τον αναγνωρίσουν (αφού απορρίπτουν όλα όσα τους έδειξε), θα είναι το σημείο του Ιωνά. Τότε αναγκαστικά θα Τον γνωρίσουν.
Στον Ματθαίο δε ΚΣΤ64, τους είπε: “Απ’ άρτι όψεσθε τον υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού”. Τότε αναγκαστικά θα Τον γνωρίσουν όλοι.
Αυτό το εδάφιο λοιπόν σημαίνει: “Εσείς οι ίδιοι θα πείτε τότε αμήν, σε όλες αυτές τις δηλώσεις μου, που με τόση ελαφρότητα απορρίπτετε αυτή την ώρα”.
Και θα γνωρίσουν και αυτό ακριβώς που αναφέρει στο εδάφιο 29, ότι: “ο πέμψας με μετ’ εμού εστίν” (ότι τους δήλωσε στο Η16-18). “Εσείς μπορείτε να με απορρίπτετε, εάν θέλετε, ο Πατέρας όμως μένει σε στενή κοινωνία με μένα, καθώς σας είπα, και Αυτός θα προστατεύσει το έργο μου”. Ήταν κάτι που το ομολόγησαν αργότερα με το στόμα του Γαμαλιήλ, το ότι έμεινε το έργο (παρ’ όλο που φαινομενικά έδειχνε ν’ αποτυγχάνει) γιατί ήταν ο Θεός από πίσω (Πράξεις Ε 34-39).
“Ουκ αφήκεν με μόνον”: “Ο Θεός σε καμμία στιγμή δεν με άφησε μόνον, διότι σε κάθε στιγμή με βλέπει να κάνω τα αρεστά εις Αυτόν, αυτό που Τον ευχαριστεί”. Μια στιγμή λοιπόν, μια απλή στιγμή, στην οποία ο Ιησούς θα ενεργούσε ή μιλούσε από δική Του παρόρμηση, θα ερχόταν μια ρήξη στην σχέση Του με τον Πατέρα. Ο Πατέρας θα είχε αποσύρει απ’ τον Ιησού τον εαυτόν Του. Η εθελοντική και πλήρης εξάρτηση του Ιησού, ήταν η συνεχής προϋπόθεση της συνεργασίας του Πατέρα. (Ιδέ και Ι 17και ΙΕ 10). Η κοινωνία του Υιού και του Πατέρα βασίζεται πάνω σε μία καθαρά ηθική συνθήκη.
“Τα αρεστά”: Δεν έκανε μόνο “ο,τι” ευχαριστούσε τον Πατέρα , αλλά το έκανε “διότι” Τον ευχαριστούσε. Δεν υπήκουε απλά σε μιά σειρά κανόνων, αλλά το κίνητρο Του ήταν να ευχαριστεί πάντα τον Πατέρα. Αποδεικνύεται λοιπόν απ’ αυτά που λέγει, ότι ο Κύριος, όχι μόνον δεν είχε διαπράξει την ελαχίστη αμαρτία, αλλά και ότι δεν είχε αμελήσει να κάνει και το ελάχιστο καλό (όσον αφορά τις πράξεις, λόγια, σκέψεις κ.λ.π.)
Από τα εδάφια 12-20 βλέπομε τον Κύριο ν’ αποδίδει στον εαυτόν Του δύο τρόπους διδασκαλίας: α) Μαρτυρία, δια της οποίας αποκαλύπτει την προέλευση Του, την αποστολή Του σαν Υιού και το έργο Του, και β) Κρίση, δια της οποίας αποκαλύπτει την ηθική κατάσταση των ακροατών Του.
Στο εδάφιο 26 τους είχε πει: “Πολλά έχω περί υμών λαλείν και κρίνειν”. Στα ακόλουθα εδάφια 30-50 βλέπομε ποιές είναι αυτές οι βαρειές κρίσεις, που ο Κύριος είχε κατά νουν (“Δεν είστε ελεύθεροι”, “δεν είστε παιδιά του Αβραάμ”, “δεν είστε παιδιά του Θεού αλλά του διαβόλου”). Στα επόμενα εδάφια (50-59), έχομε μια ακόμα μαρτυρία για το προσωπό Του: Είναι ο καταστροφέας του θανάτου, και είναι πριν τον Αβραάμ.

“Ταύτα αυτού λαλούντος επίστευσαν εις αυτόν. Έλεγεν ουν ο Ιησούς προς τους πεπιστευκότας αυτώ Ιουδαίους. Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ αληθώς μαθηταί μου εστέ και γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια θέλει ελευθερώσει υμάς.”(Εδάφια 30,31,32)

“Πολλοί επίστευσαν εις αυτόν”: δηλαδή έδειξαν μια διάθεση, ανοικτά εκπεφρασμένη, να Τον αγνωρίσουν σαν τον Μεσσία. Σύμφωνα με το ΙΒ42 (“Όμως μέντοι και εκ των αρχόντων πολλοί επίστευσαν εις αυτόν”) ίσως αναμεταξύ τους να υπήρχαν και μέλη του Συνεδρίου. Αυτοί θα διέκριναν ότι στα λόγια του Ιησού υπήρχε κάτι πιο βαθύ, και δεν ήταν μια μάταιη καυχησιολογία.
Ο Κύριος όμως δεν θαμπώθηκε από αυτό το πλήθος, όπως δεν θαμπώθηκε από την επίσκεψη του Νικοδήμου (Γ1,2), ούτε και από τον ενθουσιασμό του Γαλιλαϊκού πλήθους (ΣΤ14,15). Αντίθετα, θέλει να διαχωρίσει αυτούς που η πίστη τους είναι μόνον επιφανειακή. Τους περνά από ένα τεστ. Τους απευθύνει μια υπόσχεση, η οποία, μη παραβλέποντας την μεγαλειότητα της, παρουσιάζει μια βαθειά ταπεινωτική πλευρά. ( Είναι ο συνήθης τρόπος ενέργειας του Κυρίου. Εκείνος του οποίου η πίστη είναι μόνο επιφανειακή, σκοντάφτει στην αγιότητα του νέου λόγου Του και πέφτει. Οι άλλοι όμως προχωρούν πιο βαθειά στην ουσία των πραγμάτων). Ο σύνδεσμος “ουν” στο εδάφιο 31, εξηγεί με μια λέξη, αυτό ακριβώς που προαναφέραμε.
Εδώ αναφέρει για Ιουδαίους μόνον που πίστευσαν. Οι άλλοι που είχαν πιστεύσει θα είχαν μάλλον αναχωρήσει για τις πατρίδες τους. Η ακόλουθη σκηνή πιθανόν να έλαβε χώρα την επόμενη ημέρα (μετά τις οχτώ μέρες της γιορτής). Ο Ιησούς τώρα λοιπόν περιβάλλεται μόνο από το Ιουδαϊκό στοιχείο.
Και αυτοί που αναφέρονται εδώ ότι επίστευσαν, δεν έπαψαν να σκέφτονται όπως οι άλλοι Ιουδαίοι, ή όπως οι Γαλιλαίοι στην αρχή του κεφαλαίου 6. Συνέχιζαν να μοιράζονται τις Μεσσιανικές επιθυμίες του Έθνους τους. Το μόνο που ήταν διατεθειμμένοι ν’ αναγνωρίσουν στον Ιησού – το μόνο που άρχισαν να πιστεύουν – ήταν ότι ο Ιησούς ήταν αυτός που θα ικανοποιούσε αυτές τους τις επιθυμίες.
Ίσως αυτοί στους οποίους απευθύνεται τώρα ο Κύριος να ήσαν μια μόνο ομάδα απ’ τους “πολλούς”, του εδαφίου 30.
Ο Κύριος γνωρίζει ότι η απελευθέρωση από τον Ρωμαϊκό ζυγό ήταν το μεγάλο έργο που περίμεναν από τον Μεσσία. Δίδει λοιπόν πνευματικό χαρακτήρα σ’ αυτή την ελπίδα, και υπόσχεται μια πλήρη απελευθέρωση στην καρδιά των πιστών. Για να γίνει αυτό όμως θα πρέπει εκ μέρους τους, να “μείνουν εν τω λόγω Του”, δηλαδή να εμμένουν με υπακοή στον Λόγον Του. Αυτό είναι αναγκαίο γιατί υπάρχουν εμπόδια για την πίστη τους που πρέπει να υπερπηδηθούν. Ο Λόγος Του θα συναντήσει στις καρδιές τους βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις. Υπάρχει λοιπόν ο κίνδυνος γι’ αυτούς – παρόλο πιστούς – να ξανακυλίσουν στην απιστία. Το “μένω εν” είναι όπως ένα γόνιμο έδαφος στο οποίο η αληθινή πίστη πρέπει να ριζώσει πιο βαθειά και πιό βαθειά για να κρατηθεί και να αυξηθεί, και να φέρει καρπό.
Πάνω σ’ αυτή την προϋπόθεση, αυτοί θα κατέχουν πραγματικά την ιδιότητα του μαθητή. Όντες τώρα μάθητες Του, θα φθάσουν στον πλήρη φωτισμό, που θα φέρει με την σειρά του μέσα τους την πλήρη απελευθέρωση.
Η “αλήθεια” είναι το περιεχόμενο των λόγων του Ιησού. Είναι η πλήρης αποκάλυψη της πραγματικής ουσίας των πραγμάτων, δηλαδή του ηθικού χαρακτήρα του Θεού, του ανθρώπου, και της σχέσης τους. Αυτό το νέο φως θα υπηρετήσει να σπάσει τον ζυγό, όχι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά, ό,τι είναι πιό αποφασιστικό για την σωτηρία, τον ζυγό της αυτοκρατορίας της αμαρτίας μέσα στην καρδιά.
Σε τι, πράγματι, η δύναμη της αμάρτιας βασίζεται μέσα στην ανθρώπινη καρδιά; Σε μια πλάνη, ότι το θέλημα του Θεού δεν είναι για το καλό μας. Αν έλθει το φως της αλήθειας, αυτή η πλάνη σπάει, και η θέληση αηδιάζει μ’ αυτό που την είχε αποπλανήσει, και σύμφωνα με την έκφραση του Ψαλμωδού, “το πουλί δραπετεύει από το δόκανο του κυνηγού”. Αυτή είναι η αληθινή Μεσσιανική απελευθέρωση. Η άλλη, η εξωτερική, απλώς θα είναι το συμπλήρωμά της.

“Απεκρίθησαν προς αυτόν. Σπέρμα Αβραάμ εσμέν και ουδενί δεδουλεύκαμεν πώποτε. Πως συ λέγεις ότι ελεύθεροι γενήσεσθε; Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς, Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος εστιν της αμαρτίας”.(Εδάφια 33,34 )

Αυτοί που απαντούν έτσι είναι “οι πιστεύσαντες Ιουδαίοι” των εδαφίων 30-32.
Το ερώτημα είναι, πως ενώ πίστευσαν λένε τέτοια λόγια;
Η απάντηση δίνεται από τα εδάφια Β23,24: “…. πολλοί επίστευσαν εις το όνομα αυτού θεωρούντες αυτού τα σημεία α εποίει. Αυτός δε ο Ιησούς ουκ επίστευεν εαυτόν αυτοίς δια το αυτόν γινώσκειν πάντας”.
Τί εγνώριζε ο Κύριος; Ότι μέσα τους υπήρχαν δύο άνθρωποι. Ο ένας ήταν ο πιστός που μόλις γεννιόταν – σ’ αυτόν απευθύνεται η υπόσχεση των εδαφίων 31,32. Ο άλλος ήταν ο παλιός Ιουδαίος που ακόμα ζουσε μέσα τους, και του οποίου πληγώθηκε η υπερηφάνεια, όταν τους είπε ότι είναι σκλάβοι και χρειάζονται απελευθέρωση.
Για να κάνει η υπόσχεση των εδαφίων 31,32 να δονηθεί η χορδή της καρδιάς ενός ανθρώπου, θα πρέπει αυτή η καρδία να έχει γνωρίσει εμπειρίες σαν εκείνες που αναφέρει ο Παύλος στο Ρωμαίους 7: Την αγωνία και την απελπισία απ’ την ήττα της στην ειλικρινή της μάχη ενάντια στην αμαρτία (κάτι που είχε νοιώσει π.χ. η καρδιά του Παύλου, του Ζακχαίου, της πόρνης).
“Ουδενί δεδουλεύκαμεν πώποτε”: Σαν έθνος είχαν υποταχθεί πολλές φορές σε άλλα έθνη, άρα δεν εννοούν εδώ την ελευθερία τους σαν έθνος. Εκείνο που μάλλον εννοούν είναι, η πολιτική ατομική ελευθερία που απολάμβαναν σαν Ιουδαίοι. Με μια μόνο εξαίρεση, η οποία ειδικώς είχε προβλεφθεί, ο νόμος απαγόρευε την δουλεία για όλα τα μέλη της Ιουδαϊκής κοινότητας (Λευιτικό 25). Η αξιοπρέπεια ενός ελεύθερου ατόμου έλαμπε στο μέτωπο του κάθενος που έφερε τον τίτλο “τέκνον του Αβραάμ”. Ήταν όλοι αυτοί που συνομιλούσαν τώρα με τον Κύριο. Όταν ο Κύριος τους είπε ότι “η αλήθεια θα σας ελευθερώσει” κατάλαβαν ότι δεν τους μιλούσε για απελευθέρωση από τον Ρωμαϊκό ζυγό. Αφού λοιπόν δεν νοιώθουν να είναι προσωπικά σκλάβοι σε κανέναν, τους κοροϊδεύει που τους λέγει ότι θα τους απελευθερώσει; Και γιατί τους ονομάζει σκλάβους;
Για να καταλάβουμε πιο καλά την απάντηση του Κυρίου στο εδάφιο 34, θα πρέπει να διαβάσομε το Ρωμαίους ΣΤ 16-18. Η αμάρτια στην οποία ο άνθρωπος κατ’ αρχάς ελεύθερα (“παριστάνετε”) παραδίνει τον εαυτόν του γίνεται ένας κύριος, μετά ένας τύρρανος, και τελειώνει με ολοκληρωτική κατάσχεση της θελησής του. Είναι μια σκλαβια που το άτομο είναι υπεύθυνο, γιατί έχει συνεργασθεί στο να την δημιουργήσει.

“Ο δε δούλος ου μένει εν τη οικία εις τον αιώνα, ο υιός μένει εις τον αιώνα. Εάν ουν ο υιός υμάς ελευθερώσει, όντως ελεύθεροι έσεσθε”.(Εδάφια 35,36)

Τούτα τα λόγια μας θυμίζουν την παλαιά εποχή, τότε που σ’ ένα αρχοντόσπιτο υπήρχαν τα παιδιά (οι υιοί) και οι δούλοι. Ας παρατηρήσωμε μερικά σημεία για τον καθένα τους:
1. Οι δούλοι
α) Έγιναν δούλοι γιατί κάποιος κάποτε τους σκλάβωσε. Από μόνοι τους δεν μπορούν να αλλάξουν ποτέ αυτή την κατάσταση.
β) Η θέση τους προς τον κύριο της οικίας είναι δουλική. Δηλαδή ότι προσφέρουν το προσφέρουν εξαναγκαστικά, επειδή τους το επιβάλλουν.
γ) Ο κύριος της οικίας ανα πάσα στιγμή, αν δει ότι δεν τον συμφέρει, μπορεί να τους πουλήσει, να τους διώξει από το σπίτι.
2. Οι υιοί
α) Είναι σε απόλυτη κοινωνία πνεύματος με τον κύριο του σπιτιού (τα ίδια όνειρα, τα ίδια σχέδια, οι ίδιες ευθύνες, τα ίδια βάρη κ.τ.λ).
β) Δεν μπορεί ποτέ να αποσπασθεί, να διωχθεί από το σπίτι, γιατί είναι οργανικό μέλος του σπιτιού.
Εδώ “οικία” είναι το Θεοκρατικό κράτος, η οικογένεια του Θεού, κύριος δε ο Ίδιος ο Θεός. Τον αμαρτωλό, ο Θεός τον θεωρεί και τον αντιμετωπίζει σαν σκλάβο, σαν δούλο (γιατί η καρδιά του, η θελησή του, είναι δουλωμένη στην αμαρτία). Ότι αυτός κάνει προς τον Θεό, το κάνει εξαναγκαστικά, όχι απ’ την καρδιά του. Αυτός “ου μένει” στο σπίτι. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκδιωχθεί. Ο Θεός θα τον κρατήσει, όσο επιθυμεί να τον χρησιμοποιήσει μόνον. Αντίθετα, όπως ένα παιδί δεν μπορεί να εκδιωχθεί από μία οικογένεια, έτσι οι υιοθετηθέντες δεν εκδιώκονται απ’ την Βασιλεία του Θεού.
Στην οικογένεια, στο Βασίλειο του Θεού, υπάρχει μόνον ένας πραγματικός υιός, κληρονόμος και αντιπρόσωπος της πατρικής περιουσίας. Είναι ο Ιησούς Χριστός. Σ’ Αυτόν έχει παραχωρηθεί από τον Πατέρα το δικαίωμα της απελευθέρωσης των σκλάβων και της υιοθεσίας τους. Όλοι οι άλλοι, πλην αυτού, είναι υιοί εξ υιοθεσίας. Για να γίνεις λοιπόν υιός πρέπει πρώτα να γίνει η πράξη της απελευθέρωσης. Ο μόνος που έχει ορισθεί να κάνει αυτή την πράξη, είναι ο Ιησούς Χριστός (“Ο νόμος του Πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού με ηλευθέρωσεν από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου”. (Ρωμ. Η 2)).
“Όντως ελεύθεροι”: Πνευματικά ελεύθεροι εν Θεώ, και επομένως, αληθινά μέλη του σπιτιού Του, και για πάντα.

“Ξέρω ότι είσθε απόγονοι του Αβραάμ, αλλά ζητάτε να με σκοτώσετε, διότι ο λόγος μου δεν έχει θέσιν μέσα σας. Εγώ εκείνο που είδα κοντά στον Πατέρα μου διακηρύττω, και εσείς ό,τι έχετε μάθει απ’ τον πατέρα σας κάνετε”. Απεκρίθησαν εις αυτόν, “Ο πατέρας μας είναι ο Αβραάμ”. Λέγει εις αυτούς ο Ιησούς, “Εάν ήσαστε παιδιά του Αβραάμ, θα εκάνατε τα έργα του Αβραάμ, αλλά τώρα ζητάτε να με σκοτώσετε, άνθρωπον που σας είπα την αλήθειαν, που άκουσα από τον Θεόν. Αυτό δεν το έκανε ο Αβραάμ. Σεις κάνετε τα έργα του πατέρα σας”. Εκείνοι του είπον, “Εμείς δεν εγεννηθήκαμε από πορνείαν, έναν Πατέρα έχομεν, τον Θεόν”.(Εδάφια 37-41)

Όταν ο κόσμος θέλει να κρίνει κάποιον (π.χ. στην περίπτωση συνοικεσίου), το πρώτο που ρωτά είναι, από τι σπίτι κατάγεται. Το σπίτι θα διδάξει τον άνθρωπο την συμπεριφορά, τις ηθικές αρχές, τις αξίες. Πίσω απ’ το κάθε σπίτι όμως, υπάρχει ένα πρόσωπο, ο πατέρας, αυτός δίνει τις κατευθύνσεις, απ’ αυτόν ξεκινάνε όλα.
“Γνωρίζω” τους λέγει ο Κύριος, “ότι κατάγεστε από τον Αβραάμ. Αν όμως ο Αβραάμ ήταν πραγματικά ο πατέρας σας, θα κάνατε ότι έκανε και εκείνος”. Τι έκανε ο Αβραάμ; Ο Αβραάμ ξεχωρίσθηκε, α) Για την απόλυτη υπακοή του στην θεία αλήθεια (Γεν 12,22), και β) Για τον πλήρη σεβασμό του στα όργανα (αγγέλους) που ο Θεός χρησιμοποίησε για να του την κάνει γνωστή (Γεν 16,18). Ενώ αυτοί, που ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοί του, να τι κάνουν: α) Θέλουν να σκοτώσουν ένα άνθρωπο, β) Έναν άνθρωπο που είναι όργανο της αλήθειας. γ) Της αλήθειας που προέρχεται από τον Θεό. Ναι μεν λοιπόν, ως προς την φυσική καταγωγή είναι απόγονοι του Αβραάμ, ως προς την ηθική όμως έχουν ένα άλλο πατέρα, του οποίου και κάνουν τις επιθυμίες, όπως ο Κύριος κάνει τις επιθυμίες του Ουράνιου Πατέρα. Αν ήταν πραγματικά απόγονοι του Αβραάμ, θα έκαναν ό,τι και ο Αβραάμ.
Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής τους το είπε με πιο σκληρα λόγια:
“Γεννήματα εχιδνών, τις έδειξε εις έσας να φύγητε της μελλούσης οργής; Κάμετε λοιπόν καρπούς αξίους της μετανοίας, και μην φαντασθήτε να λέγεται καθ’ εαυτούς, πατέρα έχωμεν τον Αβραάμ” (Ματθ. Γ8,9).
Ποιό είναι το πρόβλημα με αυτούς τους ανθρώπους; Όταν ακούσανε τον λόγο του Κυρίου, αγγίχτηκε η καρδιά τους , αλλά όμως δεν “χωρά” μέσα τους, (όπως λέμε: “αυτά δεν χωράνε σε εμένα”) δηλαδή, δεν κάνει καμμία πρόοδο μέσα τους. Βρήκε μια καρδιά γεμάτη προκαταλήψεις και ανθρώπινες παραδόσεις, και σαν το βραχώδες έδαφος, ξεράθηκε με το που φύτρωσε.
Να γιατί ο Κύριος τους τόνισε και μας τονίζει και σήμερα το εδάφιο 31: “Είναι ανάγκη να μείνετε στον Λόγον Μου”. Μέσα στην καρδιά μας έχουν κτισθεί τείχη, προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες, ψεύτικα πρπαγματα, που ούτε και εμείς γνωρίζομε πολλές φορές, που όσο μένομε στον Λόγον Του τα γκρεμίζει, και η αλήθεια λάμπει σιγά σιγά μέσα μας και μας ελευθερώνει.
Άλλα όχι μόνο δεν κάνει καμμία πρόοδο μέσα τους, αλλά και τους ενοχλεί, τους εξοργίζει, γι’ αυτό θέλουν να απλλαγούν από Αυτόν, θέλουν να Τον σκοτώσουν. Γιατί αυτό άραγε; Στην στιγμή που μέχρι τώρα, μόνο ευεργεσίες και έργα αγάπης έχουν δει από τον Κύριο; Την απάντηση την δίνει ο Κύριος στο εδάφιο 38: “Καθώς εγώ”, τους λέγει, “λέγω ότι βλέπω κοντά στον πατέρα μου, έτσι και εσείς κάνετε ότι ακούτε πλησίον του πατέρα σας”. Δηλαδή, άλλός σας κατευθύνει, και εσείς απλά κάνετε τις επιθυμίες του.
Ερχόμαστε σ’ αυτό που είπαμε στην αρχή. Ο καθένας προέρχεται από κάποιο σπίτι και κάνει και φέρεται όπως τον δίδαξαν στο σπίτι του. Μας λέγει ο Λόγος του Θεού ότι υπάρχουν δυο σπίτια, δυο πατέρες, ο Θεός και ο Διάβολος. Δυο πηγές, του καλού και του κακού, του φωτός και του σκότους. Με αυτές τις δύο πηγές είμαστε σε ασταμάτητη σχέση. Μια απ’ αυτές τις δυο μας εμπνέει και μας κατευθύνει. Είναι ακριβώς δυο πρόσωπα. Το ένα μας εμπνέει και μας κατευθύνει προς το καλό, και το άλλο προς το κακό.
Ερώτηση: Υπάρχει κάτι που με εξαναγκάζει να δεθώ με το ένα ή το άλλο απ’ αυτά τα δυο πρόσωπα; Η απάντηση δίνεται στο εδάφιο 44: “Και τας επιθυμίας του Πατρός σας θέλετε να κάμετε”. Άρα αυτή εξάρτηση που τοποθετούμεθα απέναντι σ’ αυτές τις δυο πηγές είναι ελεύθερη, προσωπική. Ο Κύριος με πιστότητα και ταπείνωση καλλιεργεί, αναπτύσσει, τελειποιεί την κοινωνία με τον Πατέρα. Μέσω αυτής της κοινωνίας αντλεί συνεχώς από την πηγή του καλού και κάνει το καλό: “Α εγώ εώρακα παρά τω πατρί”. Οι Ιουδαίοι, από το άλλο μέρος, μέσω του πνεύματος της υπερηφάνειας και της υποκρισίας διατηρούν στενή σχέση με την αντίθετη πηγή, με τον άλλο πατέρα. Έτσι συνεχώς παίρνουν απ’ αυτόν την έμπνευση και την παρακίνηση για κάθε είδους διεστραμμένα έργα: “Α ηκούσατε παρά του πατρός σας”.
Ο λόγος του Ιησού βρίσκει αντίσταση μέσα τους, γιατί η πηγή που τους εμπνέει είναι αντίθετη μ’αυτή που καθοδηγεί τον Ίδιο.
Χαρακτηριστικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο καθοδηγούν αυτά τα δύο πρόσωπα. Ο Λόγος του Θεού για μεν την περίπτωση του Θεού χρησιμοποιεί το ρήμα “βλέπω”, για δε την περίπτωση του Διαβόλου, το “ακούω”. Το θέλημα του Θεού το βλέπεις, είναι καθαρό, χωρίς αμφιβολλίες και ταλαντεύσεις, είναι φως: “Εν τω φωτί σου είδομεν φως” (Ψαλμός ΛΣΤ10). Στην περίπτωση του Διαβόλου δεν “βλέπουν”, απλώς “ακούν”. Ακούν μυστικές εισηγήσεις, ύπουλα ψυθιρίσματα, ενός απατεώνα μέσα στο σκοτάδι.
Εμπνεόμενοι από αυτές τις δυο πηγές, ο μεν Κύριος “λαλούσε”, έδινε μαρτυρία τούτη την ώρα. Αυτοί “ποιούσαν’, έκαναν τα σχέδια της δολοφονίας Του.

“Εκείνοι του είπαν, “Εμείς δεν εγεννηθήκαμε από πορνείαν, έναν Πατέρα έχομεν, τον Θεόν”. Τότε ο Ιησούς τους είπε, “Εάν ο Θεός ήτο Πατέρα σας, θα με αγαπούσατε, διότι εγώ από τον Θεόν εβγήκα και ήλθα εδώ. Δεν ήλθα από τον εαυτόν μου αλλ΄ εκείνος με έστειλε. Γιατί δεν καταλαβαίνετε την γλώσσαν μου; Διότι είσθε ανίκανοι να ακούτε τον λόγον μου.”(Εδάφια 41-43 )

“Εντάξει”, Του απαντάνε, “ας αφήσουμε τον Αβραάμ. Στην πνευματική όμως σφαίρα που μιλάς, εμείς μόνον έναν Πατέρα έχουμε, τον Θεό, και στο σπίτι Του μόνο καλά έργα διδαχθήκαμε. Δεν είμαστε εκ πορνείας”.
Απ’ την εποχή της επιστροφής απ’ την αιχμαλωσία, επί Έσδρα και Νεεμία, δεν ήλθαν ποτέ πια σε επιμειξίες με Ειδωλολάτρες. Πνευματική πορνεία θεωρούσαν να είναι κάποιος γεννημένος από γονείς, που ο ένας να είναι ειδωλολάτρης. Τότε το παιδί εθεωρείτο παράνομο, επειδή ανήκε, μέσω του ενός εκ των γονέων, στον θεό των ειδωλολατρών, τον Διάβολο. Στους εκ πορνείας θεωρούσαν ότι ανήκαν οι Σαμαρείτες.
“Εάν” τους λέγει ο Κύριος, “είμασταν απ’ το ίδιο σπίτι, θα με αγαπούσατε, θα μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, θα καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλο. Εγώ έχω έλθει απ’ τον Θεό”. Στό πρόσωπο Του, στα έργα Του, στα λόγια Του, δεν υπήρχε τίποτα που ν’ αδυνάτιζε αυτήν την εντύπωση. “Εκείνος με έστειλε, ενσαρκώθηκα, και είμαι εδώ κάτω όχι για κάποιο δικό μου έργο, αλλά εκτελώ μια αποστολή που Εκείνος μου αναθέτει την κάθε στιγμή”.
Αν ήταν πραγματικά απ’ τον Θεό, γαλουχημένοι με τα σχέδια τους, στόχους και τις αρχές του σπιτιού του Θεού, δεν θα δυσκολευόταν να Τον αναγνωρίσουν. “Να λοιπόν γιατί δεν με αναγνωρίζετε. Είναι κάτι μέσα σας που σας κάνει να μην αντέχετε, σας κάνει να μισείτε τα λόγια μου”. Αυτό το κάτι θα τους το εξηγήσει πιο αναλυτικά στην συνέχεια.

“Σεις κατάγεσθε από τον πατέρα σας, τον διάβολον, και τας επιθυμίας του πατέρα σας θέλετε να κάνετε. Εκείνος από την αρχήν ήτο ανθρωποκτόνος και δεν στέκεται εις την αλήθειαν, διότι δεν υπάρχει αλήθεια μέσα του. Όταν λέγη ψεύδη, μιλεί από τον εαυτόν του, διότι είναι ψεύστης και πατέρας του ψεύδους”.(Εδάφιο 44)

Να λοιπόν ποιό είναι το πρόβλημα μ’ αυτούς: Εξαρτιόνται εσωτερικά, έχουν ανοίξει την καρδιά τους στον εχθρό της αλήθειας, τον Διάβολο. Αυτός την έχει γεμίσει με μίσος και πάθη, και τους έχει κάνει έτσι κουφούς στην φωνή του Θεού που τους μιλά μέσω του Ιησού.
Και η ευθύνη τους είναι ότι αυτό το κάνουν θεληματικά (“θέλετε”), θέτουν τους εαυτούς των στο έργο της πραγματοποίησης των επιθυμιών του Διαβόλου με διάθεση, με συμπάθεια. Γι’ αυτό τους ονομάζει ο Κύριος “υιούς του Διαβόλου”. Υπάρχουν και τέτιοι; Ναι. Πως μπορούμε να τους ξεχωρίσομε; Ιδέ το Α. Ιωάννη Γ 8-15.
Και ποιές είναι αυτές οι επιθυμίες του Πατέρα τους που τις υπηρετούν; Είναι δύο: α) Είναι ανθρωποκτόνος, έχει μίσος για τον άνθρωπο. β) Έχει μίσος για την αλήθεια. Αυτές εμπνέει στα παιδιά του. Γι’ αυτές τις δύο τους κατηγορά ο Κύριος στο εδάφιο 40: “Νυν δε ζητείτε με αποκτείναι άνθρωπον ος την αλήθεια υμίν λελάληκα”.
Ο Διάβολος στάθηκε ανθρωποκτόνος από την αρχή του ανθρωπίνου γένους. ‘Ωθησε μέσω ψεύδους τον άνθρωπο να αποκοπεί από την πηγή της ζωής, τον Θεό. Τον οδήγησε να αμαρτήσει, και ως εκ τούτου να πεθάνει. Τον κατάντησε ερείπιο φυσικά και πνευματικά. Αυτό συνεχίζει να κάνει (με το ψέμμα αποπλανά τους ανθρώπους και τους αποκόβει από τον Θεό), αυτές τις δολοφονικές προθέσεις εμπνέει στα παιδιά του. Πρώτο παράδειγμα δολοφονικού μίσους ανθρώπου προς τον αδελφόν του, ο Κάϊν. Το ίδιο δολοφονικό μίσος τώρα τους εμπνέει και ζητάνε να σκοτώσουν τον Κύριο.
Ερώτηση: Από που προέκυψε το δολοφονικό αυτό μίσος του Διαβόλου για τον άνθρωπο; Αυτό μας το διευκρινίζει η δεύτερη επιθυμία του: Μισεί την αλήθεια. Τι είδε λοιπόν ο Διάβολος εξ αρχής στον άνθρωπο; Το μελλοντικό όργανο της αλήθειας και τον καταστροφέα των δικών του ψεμμάτων. Να ένας από τους σκοπούς της δημιουργίας μας. Είμαστε τα όργανα που ο Θεός θέλει να χρησιμοποιήσει για να καταστρέψει το ψέμμα του Διαβόλου. (Διαβάστε προσεκτικά τα Ιώβ Α,Β). Γι’ αυτό ο Διάβολος μας μισεί μανιασμένα. Αυτό να το καταλάβωμε καλά, το παραμικρό ψέμμα που λέμε ή κάνουμε, είναι προσφορά, λατρεία στον Διάβολο, τον Πατέρα του ψεύδους, και ατίμωση στον Θεό. Το παραμικρό ψέμμα μας βγάζει έξω από τον σκοπό της δημιουργίας μας. Σ’ αυτόν τον ρόλο του ο πρώτος άνθρωπος απέτυχε και στην αποτυχία του συμπαρέσυρε και τους απογόνους του. Μέχρι που ήρθε ο δεύτερος άνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός. Θυμόσαστε τι απάντηση έδωσε ο Κύριος όταν τον ρώτησε ο Πιλάτος: “Βασιλιάς είσαι συ;” “Απεκρίθη, ο Ιησούς, Συ λέγεις, ότι βασιλεύς είμαι εγώ. Εγώ δια τούτο εγεννήθην, και δια τούτο ήλθον εις τον κόσμον δια να μαρτυρήσω εις την αλήθειαν. Πας όστις είναι εκ της αληθείας, ακούει την φωνήν μου” (Ιωάννης ΙΗ 37). Το πρόσωπο στο οποίον πραγματοποιήθηκε τέλεια η ιδέα του ανθρώπου, του ανθρώπου σαν όργανο της αλήθειας, είναι ο Ιησούς Χριστός. Γι’ αυτό και αυτό το διπλό μίσος του Διαβόλου συγκεντρώθηκε στο πρόσωπο Του, στον ύψιστο βαθμό. Να και το έργο το δικό μας, των απογόνων του Ιησού, να μαρτυρήσωμε εις την αλήθεια. Μικροψέμματα, μικροσυμβιβασμοί μας βγάζουν έξω από το έργο μας. Βέβαια ο Διάβολος λυσσά εναντίον μας, γιατί του καταστρέφομε τα έργα. Αλλ’ εάν ο Θεός, την αλήθεια Του οποίου υπηρετούμε, είναι μαζί μας, ποιός μπορεί να είναι εναντίον μας;
Ας επανέλθομε λίγο στο πρόσωπο του Διαβόλου. Ο Λόγος του Θεού μας λέγει: “Εν τη αληθεία ουκ έστηκεν”, δηλαδή, “δεν έχει σταθεί στην περιοχή της αλήθειας, και τώρα δεν είναι εκεί”. (Όταν λέμε αλήθεια εννοούμε την πραγματική ουσία των πραγμάτων, καθαρά αναγνωρισμένη και βεβαιωμένη, αυτή που η πηγή της είναι ο Θεός). Αυτό υπονοεί ότι κάποτε του αποκαλύφθηκε η αλήθεια, αλλά αυτός δεν στάθηκε σ’ αυτήν. Γιατί; Διότι “ουκ έστιν η αληθεία εν αυτώ”. Δεν υπάρχει αλήθεια μέσα του. Του λείπει εσωτερικά η αλήθεια στην υποκειμενική της έννοια. Πιο απλά, δεν την επιθυμεί, και γι’ αυτό δεν μένει στην περιοχή της. Κάποιος μπορεί να διαμένει στην αλήθεια, σ’ εκείνο δηλαδή που ο Θεός αποκαλύπτει, μόνο όταν ειλικρινά την επιθυμεί. Δηλαδή αυτό που συνέβη με τον Διάβολο είναι ότι ο Θεός Του αποκαλύφθηκε, όταν Του απεκάλυψε την αλήθεια, αυτός δεν θέλησε να μείνει σταθερά σ’ αυτήν και να υποταγεί σ’ αυτήν. Αυτή είναι η έννοια του κακού στην πρώτη του μορφή. Και να τι ήλθε σαν συνέπεια: Μη θέλοντας ο Σατανάς να αποκομίσει τίποτα από την θεία αλήθεια, είναι αναγκασμένος ότι κάνει, ότι λέγει, ότι κτίζει, να το σύρει “εκ των ιδίων”, απ’ τις δικές του πηγές. Αλλά το δημιούργημα αποκομμένο από τον Δημιουργό είναι ανίκανο να κατέχει και να δημιουργεί τίποτα το πραγματικό. Μπορεί βέβαια να κάνει μεγάλα πράγματα “εκ των ιδίων”, και να εκστομίζει και μεγάλα λόγια, αλλά όλα είναι ψεύτικα, τίποτα δεν μένει, είναι μια κούφια φαντασμαγορία, που για μια στιγμή εντυπωσιάζει και μετά καταρρέει. Το ψεύδος είναι σ’ αυτή την περίπτωση η φυσιολογική του γλώσσα, όπως η αλήθεια είναι η φυσιολογική γλώσσα του Ιησού που προέρχεται απ’ την κοινωνία Του με τον Θεό. Να λοιπόν πως συμπληρώνεται το κακό. Μην θέλοντας να υποταχθείς στην θεία αλήθεια, στην αποκάλυψη του καλού, στον Ίδιο τον Θεό δηλαδή, είσαι αναγκασμένος να υψώσεις το εγώ σου, και να αντλείς, να παίρνεις από εκεί.
Ένα παράδειγμα θα μας βοηθήσει να το κατανοήσωμε. Σε κάποια εταιρεία ένα απ’ τα κύρια στελέχη της παραιτήθηκε για να κάνει δικές του δουλειές. Όντας αποκομμένος από την εταιρεία συνέχιζε τις επαφές του σαν τάχα εκπρόσωπος της εταιρείας, εξαπατόντας πολλούς. Έκλεισε δουλειές, έκανε μεγάλα έργα. Όλα όμως κτισμένα στο ψέμμα. Ο ίδιος δεν είχε καμμία δύναμη, καμμία οικονομική επιφάνεια. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να ψεύδεται. Όλα όμως κάποια μέρα ήλθαν στο φως και κατέρρευσαν. Αυτός είναι ο Διάβολος και η δυναμή του. Να γιατί καθημερινά είμαστε μάρτυρες κατάρρευσης αξιών, συστημάτων κ.τ.λ. Έχουν κτισθεί πάνω στο ψέμμα, γιατί δεν μπορεί ο Διάβολος να προσφέρει την αλήθεια, αφού εθελοντικά απεκόπει απ’ αυτήν. Ναι, ο κόσμος όλος έχει εξαπατηθεί και κτίζει πάνω στην πλάνη, πάνω σε κάτι που δεν υπάρχει.
Στην συνέχεια ο Κύριος αφήνει τον πατέρα και ασχολείται με τα παιδιά του:

“Αλλ’ επειδή εγώ λέγω την αλήθειαν, δεν με πιστεύετε. Ποιός από σας μπορεί να με ελέγξει δι’ αμαρτίαν; Και εάν εγώ λέγω την αλήθειαν, γιατί δεν με πιστεύετε; Όποιος είναι από τον Θεόν, ακούει τα λόγια του Θεού. Δια τούτο σεις δεν ακούτε, διότι δεν είσθε από τον Θεόν.”(Εδάφια 45-47)

Τι κάνει έναν άνθρωπο πιστευτό; Το ότι λέγει την αλήθεια. Αυτοί όμως είναι τόσο τυφλωμένοι απ’ το ψέμμα που ο πατέρας τους έχει διαποτίσει τις καρδιές τους, ώστε δεν Τον εμπιστεύονται επειδή ακριβώς μιλά την αλήθεια.
Για να δικαιολογήσουν την δυσπιστία τους απεναντί Του, θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι σε θέση να Τον κατηγορήσουν για κάποιο Του λάθος. Τους ερωτά λοιπόν; “Τις εξ υμών ελέγχει εμέ περί αμαρτίας;”. Η αγιότης και η αλήθεια πάνε μαζί. .
Κάποια παύση θ’ ακολούθησε για να τους δοθεί ο χρόνος να σκεφθούν. Καμμία όμως απάντηση. Η ηθική Του συμπεριφορά δεν δίνει κανένα έδαφος για δυσπιστία στην αλήθεια της διδασκαλίας Του.
Συνεχίζει ο Κύριος: “Εάν λοιπόν, καθώς η σιωπή σας αποδεικνύει, διδάσκω την αλήθεια, γιατί δεν με πιστεύετε;”. Την απάντηση την δίνει ο Ίδιος στο εδάφιο 47.
“Είναι εκ του Θεού”: Δηλώνει την κατάσταση μιας ψυχής που έχει τοποθετήσει τον εαυτόν της, και τώρα βρίσκεται κάτω από την επίδραση της θείας ενέργειας. Είναι το αντίθετο του “ουχ έστηκεν” βεβαιωμένο αναφορικά με τον Διάβολο. Είναι κάτι που ο άνθρωπος ελεύθερα το κάνει, διαφορετικά θα ήταν παράλογη και άδικη η κατηγορία που τους απευθύνει εδώ ο Κύριος.

“Απεκρίθησαν τότε οι Ιουδαίοι, “Καλά δεν λέμε ότι είσαι Σαμαρείτης και έχεις δαιμόνιον;” Απεκρίθη ο Ιησούς, “Εγώ δαιμόνιον δεν έχω αλλά τιμώ τον Πατέρα μου, και σεις με ατιμάζετε. Εγώ δεν ζητώ την δόξαν μου. Υπάρχει εκείνος που την ζητεί και κρίνει.”(Εδάφια 48-50)

“Για να τολμάς”, Του λένε, “να ονομάζεις εμάς τους συμπατριώτες σου υιούς του Διαβόλου, δεν μπορεί παρά να είσαι Σαμαρείτης (εχθρός δηλαδή του Έθνους μας) και παράφρων, δαιμονισμένος”.
Η απάντηση του Κυρίου στην συνέχεια, θυμίζει το Α’ Πέτρου Β23: “Όστις λοιδορούμενος δεν αντελοιδόρει, πάσχων δεν ηπείλει, αλλά παρέδιδεν εαυτόν εις τον κρίνοντα δικαίως”.
Στην ύβρη τους αντιπαράθετει ήρεμα μια απλή άρνηση: “Εγώ δεν σας μιλώ κάτω απ’ την ώθηση μίσους – άρα δεν ισχύουν οι κατηγόριες που με κατηγορείτε. Η μαρτυρία που φέρω εναντίον σας είναι μια εκδήλωση σεβασμού, υποταγής στην θεία αγιότητα. Και το κάνω παρόλο που μου κοστίζει την συμπάθεια σας. Αλλ’ εσείς αντί να κλίνετε το κεφάλι προς την φωνή αυτού που σας λέγει την αλήθεια απο τον Θεό, τον υβρίζετε. Υβρίζετε αυτόν που δοξάζει Εκείνον τον οποίον αξιώνετε ότι είναι ο Πατέρας σας. Μπορεί λοιπόν να είσθε παιδιά αυτού του Πατέρα;”.
“Παρόλα αυτά”, τους δηλώνει ο Κύριος, “οι προσβολές σας είναι μικρής σπουδαιότητας για μένα”. Γιατί; Γιατί εμπιστεύεται στον Θεό την φροντίδα της δόξας Του. Γνωρίζει ότι ο Θεός Τον φροντίζει στο κάθε τι, θα φροντίσει και για το όνομα Του. Ο Ίδιος επιθυμεί να δοξασθεί μόνο στο μέτρο που ο Πατέρας Του δίνει δόξα στις καρδιές των ανθρώπων.
Ο Πατέρας θα ζητήσει την δόξα Του και θα κρίνει τους συκοφάντες Του. Το έκανε; Ναι: α) Με την αποστολή του Αγίου Πνεύματος και την θεμελίωση του νέου, του αιωνίου Ισραήλ (Εκκλησίας) ύψωσε το έργο του Υιού Του. β) Η πτώση της Ιερουσαλήμ και η τελική κρίση, είναι ότι συνέβη και θα συμβή με τους συκοφάντες Του.

“Αμήν αμήν λέγω υμίν, εαν τις τον εμόν λόγον τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα”.(Εδάφιο 51)

Εις το εδάφιο 50 τους είχε πει ότι ο Πατέρας θα ζητήσει την δόξα Του, και ο Πατέρας θα τους κρίνει για τον τρόπο που Του φέρονται. Το μέσον βάσει του οποίου ο Πατέρας αφ’ ενός θα τον δοξάσει, και αφ’ ετέρου θα τους κρίνει είναι ο Λόγος Του, τα όσα λέγει τώρα, τα όσα είναι γραμμένα εις την Καινή Διαθήκη. Σε όσους Τον τηρήσουν θα δώσει ζωή, τους άλλους θα τους κρίνει μέσω αυτού του Λόγου: “Ο λόγος τον οποίον ελάλησα, εκείνος θέλει κρίνει αυτόν κατά την εσχάτην ημέρα” (Ιωάννης ΙΒ48). Δηλαδή ο Θεός Πατέρας ετίμησε, τιμά και θα τιμήσει τον λόγον του Κυρίου μας, γιατί τελικά αυτός ο λόγος είναι λόγος δικός Του, να θυμηθούμε, ο Κύριος έλεγε, “καθώς ακούω κρίνω”.
Όσοι απιστήσουν στον Λόγον Του εκείνοι θα κριθούν. Για όσους όμως Τον πιστεύσουν, και μείνουν και τηρήσουν τον Λόγον Του, γι’ αυτούς έχει μια μεγαλειώδης υπόσχεση: “Θάνατον ου μη θεωρήσει εις τον αιώνα”: Ουδέποτε θα γευθούν θάνατο, δεν θα πιούν αυτό το πικρό ποτήρι, δεν θα γευθούν ούτε στον θανατό τους θάνατο.
Στο εδάφιο 35 αυτό το θέμα του θανάτου τους το είχε πει με τούτα τα λόγια: “Ο δε δούλος ου μένει εν τη οικία εις τον αιώνα, ο υιός μένει εις τον αιώνα”. Εδώ παρομοιάζει τον παρόντα κόσμο με ένα αρχοντικό που έχει υιούς και δούλους. Όλοι αυτοί γεύονται τα αγαθά, την φροντίδα και την στοργή του οικοδεσπότη. Και οι μεν τον υπακούν γιατί έχουν το ίδιο πνεύμα και τον αγαπόυν, οι δε από φόβο. Έτσι είναι ο κόσμος στην σχέση του με τον Θεό. Κάποτε όμως ο δούλος είναι άχρηστος και ο οικοδεσπότης τον διώχνει μακρυά του. Είναι ο θάνατος του απίστου. Πωλείται σ’ έναν άλλο οίκο, στον Άδη, όπου παύει να γεύεται τα αγαθά του προηγουμένου του οικοδεσπότη.
Ο υιός όμως ποτέ δεν φεύγει από το σπίτι. Ποιός πατέρας διώχνει το παιδί του; Απλώς, εκείνο που εμείς το λέμε “πεθαίνω”, ο Ουράνιος Πατέρας μας το λέγει: “Σε ανεβάζω σε άλλον πιο καλό τόπο, πιό καλό δωμάτιο”. Θυμόσαστε τι είπε ο Κύριος; “Υπάγω να σας ετοιμάσω τόπον. Και αφού υπάγω και σας ετοιμάσω τόπον, πάλιν έρχομαι, και θέλω σας παραλάβει προς εμαυτόν, δια να ήσθε και εσείς όπου είμαι και εγώ”. (Ιω. ΙΔ 2,3). Να θυμηθούμε και τα λόγια του Ψαλμού ΚΓ4: “Και εν κοιλάδι σκιάς θανάτου αν περιπατήσω, δεν θέλω φοβηθεί κακόν. Διότι συ είσαι μετ’ εμού. Η ράβδος σου και η βακτηρία σου, αύται με παρηγορούσιν”.
Ο θάνατος για μας τους πιστούς Του είναι απλώς το πέρασμα ενός γεφυριού κάτω από το άγρυπνο μάτι του Κυρίου μας, τίποτα διαφορετικό από την πορεία της κάθε μέρας μας, μόνο που τότε θα Τον δούμε πιο καθαρά.
Τούτη η μεγάλη υπόσχεση ισχύει για όσους τηρούν τα λόγια Του.

“Είπον ουν αυτώ οι Ιουδαίοι. Νυν εγνώκαμεν ότι δαιμόνιον έχεις. Αβραάμ απέθανεν και οι προφήται, και συ λέγεις. Εάν τις τον λόγον μου τηρήσει, ου μη γεύσηται θανάτου εις τον αιώνα. Μη συ μείζων ει του πατρός ημών Αβραάμ, όστις απέθανεν; Τίνα σεαυτόν ποιείς;”(Εδάφια 52,53)

Και η απάντηση του Κυρίου:

“Απεκρίθη Ιησούς. Εάν εγώ δοξάζω εμαυτόν, η δόξα μου ουδέν έστιν. Έστιν ο Πατήρ μου ο δοξάζων με, ον υμείς λέγετε ότι Θεός υμών εστίν. Και ουκ εγνώκατε αυτόν, εγώ δε οίδα αυτόν. Καν είπω ότι ουκ οίδα αυτόν, έσομαι όμοιος υμίν ψεύστης. Αλλά οίδα αυτόν και τον λόγον αυτού τηρώ.” (Εδαφια 54,55)

Η δική τους άγνοια τώρα, ξυπνά μέσα Του με τον νόμο της αντίθεσης, την βαθειά αίσθηση της βαθειάς εσωτερικής γνώσης που Αυτός εχει για τον Θεό, και τους τονίζει: “Εγώ οίδα Αυτόν, καν είπω ότι ουκ οίδα αυτόν, έσομαι όμοιος υμίν ψεύστης”. Και ποιά η απόδειξη ότι Τον γνωρίζει; Το λέγει ο Ίδιος: “Τον λόγον αυτού τηρώ”. Πως θα καταλάβομε αν κάποιος γνωρίζει τον Θεό; Μήπως το ότι ξέρει βαθειά θεολογικά θέματα, μήπως διότι έχει σπουδάσει θεολογία; Όχι. Το μέτρο της υπακοής του είναι το μέτρο της γνώσης που έχει για τον Θεό. Γιατί; Γιατί ο Θεός αποκαλύπτεται μόνο σε αυτούς που Τον υπακούν. Να θυμηθούμε τα λόγια του Κυρίου: “Ο έχων τας εντολάς μου και φυλάττων αυτάς, εκείνος είναι ο αγαπών με. Ο δε αγαπών με θελεί αγαπηθεί υπό του Πατρός μου. Και εγώ θέλω αγαπήσει Αυτόν, και θέλω φανερώσει εμαυτόν εις αυτόν.” (Ιω. ΙΔ 21).
Γι’ αυτό και εδώ ο Κύριος χρησιμοποιεί για μεν τους Ιουδαίους το “εγνώκατε” (γιγνώσκω), που σημαίνει μια γνώση επίκτητη, κάτι που το μαθαίνεις διδασκόμενος, ενώ για τον εαυτόν Του, το “οίδα”, που σημαίνει μια βαθειά εσωτερική διαισθητική γνώση που μορφώνεται μέσα σου. Εμείς “οίδαμε” τον Θεό, ο κόσμος Τον “γνωρίζει” (κατά πως τους Τον διδάξανε).
Στην συνέχεια έρχεται στην ερώτηση τους, που Του έθεσαν στο εδάφιο 53 : “Μη συ μείζων ει του πατρός ημών Αβραάμ;”

“Αβραάμ ο πατήρ υμών ηγαλλιάσατο ίνα ίδη την ημέραν την εμήν, και είδεν και εχάρη.”(Εδάφιο 56)

“Ναι”, τους απαντά, “Εγώ ήμουν το αντικείμενο της ελπίδας του όσο ήταν στην γη, και ο ερχομός ο δικός μου στην γη είναι το αντικείμενο της χαράς του τώρα που βρίσκεται στον ουρανό.” Και τι τραγική ειρωνία! Για εκείνο που ο Αβραάμ, ο πατέρας τους όπως τον λένε, χαίρεται, για το ίδιο πράγμα σε αυτούς έχει εξαφθεί το μίσος και η μοχθηρία.
Στον Αβραάμ ο Θεός είχε δώσει μια υπόσχεση: “Εν τω σπερματί σου θέλουσι ευλογηθεί πάντα τα έθνη της γης. Διότι υπήκουσας εις την φωνήν μου” (Γεν ΚΒ 18). Από τότε προσδοκούσε με αγαλλίαση να δει την εμφάνιση Αυτού που θα υλοποιούσε αυτή την υπόσχεση, να δεί την “ημέραν την εμήν”, την εμφάνιση δηλαδή του Χριστού στην γη. Αυτή του η προσδοκία ικανοποιήθηκε. Το γεγονός έγινε, και αυτός είδε και εχάρει.
Εδώ ο Κύριος μας σηκώνει το πέπλο του αοράτου κόσμου, για τον οποίον μόνο Αυτός έχει γνώση, και μας αποκαλύπτει το εξής γεγονός: Οι ευρισκόμενοι στον Παράδεισο (στην παρουσία του Θεού), έχουν γνώση για την εξέλιξη των σχεδίων του Θεού στην γη. Ο Αβραάμ είδε τον ερχομό του Κυρίου, ο Μωυσής και ο Ηλίας στην μεταμόρφωση, ήταν ενήμεροι για τις περιστάσεις της γηίνης ζωής του Ιησού, και τις συζητούσαν μαζί Του. Το πως, βέβαια, τα γεγονότα τούτου του κόσμου γίνονται αισθητά σε εκείνους που ζουν στον κόλπο του Θεού, δεν το γνωρίζομε. Ο Κύριος απλώς βεβαιώνει εδώ το γεγονός.

“Είπον ουν οι Ιουδαίοι προς Αυτόν, πεντήκοτα έτη ούπω έχεις και Αβραάμ εώρακας;”(Εδάφιο 57)

Δηλαδή, ακόμα δεν γέρασες και έχεις δει τον Αβραάμ;
Και η απάντηση του Κυρίου, εδάφιο 58: “Είπεν αυτοίς ο Ιησούς, αμήν αμήν λέγω υμίν, πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί”.
Ο Αβραάμ γεννήθηκε. Δηλαδή κάποια στιγμή στην ιστορία ήλθε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Υπήρξε γι’ αυτόν κάποια αρχή. Ο Κύριος όμως χρησιμοποιεί για τον εαυτό Του το ρήμα “είμαι”. Ούτε το “ήμουνα”, ούτε το “γεννήθηκα”. Δηλαδή δεν υπάρχει αρχή για τον Κύριο, ούτε κάποτε ήλθε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Τα λόγια Του μας θυμίζουν τον ψαλμό 90 2: “Πριν γεννηθώσιν τα όρη, και πλάσεις την γην και την οικουμένην, και από του αιώνος έως του αιώνος, συ είσαι ο Θεός”.
Και η αντίδραση τους σ’ αυτά Του τα λόγια, Εδάφιο 59:
“Ήραν ουν λίθους ινα βάλωσιν επ’ αυτόν . Ιησούς δε εκρύβη και εξήλθεν εκ του ιερού”. Και πραγματικά δεν τους είχε απομείνει τίποτα άλλο, από το να πέσουν να Τον προσκυνήσουν, ή να κάνουν αυτό που έκαναν. Οι πετρες ήταν μεσ’ την αυλή του Ναού, γιατί ακόμα το κτίσιμο του δεν είχε τελειώσει.
Ο Κύριος περιεβάλλετο από ένα κύκλο μαθητών και φίλων. Αυτοί διευκόλυναν και την αναχώρησή Του.
Εδώ τελειώνει το κεφάλαιο 8.
Ήταν το τέλος της πλέον θυελλώδους διαμάχης που είχε ο Κύριος στην Ιουδαία. Η απιστία υψωνόταν και εδώ. Όπως θα δούμε στην συνέχεια, απ’ αυτή την στιγμή αρχίζει ο Κύριος να εγκαταλείπει την χαμένη κοινότητα στην τύφλωση της. Το έργο Του από εδώ και πέρα και ως το τέλος, είναι να μαζέψει γύρω Του τον μικρό αριθμό εκείνων που πρόκειται να σχηματίσουν τον πυρήνα της μελλοντικής, της αιώνιας κοινότητας. Και από τότε, αυτό συνέχεια κάνει μέσω του Αγίου Πνεύματος στην γη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 9

Σύνδεση με τα προηγούμενα
Ο Κύριος μας βρίσκεται στα ιεροσόλυμα. Η μεγάλη διαμάχη που είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, έχει κοπάσει. η απίστία υψώνεται και εδώ στην Ιουδαία, όπως και στην Γαλιλαία. Από τώρα και στο εξής βλέπουμε τον Κύριο, να εγκαταλείπει το μεγάλο κοπάδι, την μάζα του λαού και τους αρχηγούς των στην τύφλωση τους, και να συγκεντρώνει την προσοχή Του στους λίγους πλέον που τον ανεγνώρισαν, και που θα αποτελέσουν τον πυρήνα του καινούργιου κοπαδιού, του δικού Του.
Ήταν κάποιο απόγευμα που περπατούσε με τους,μαθητές Του προς τις πύλες του Ναού, όταν συνέβει το περιστατικό που ααφέρεται στο κεφάλαιο 9.
” Και παράγων είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής. (2) Και ηρώτησαμν Αυτόν οι μαθητές Του λέγοντες. Ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς Αυτού ίνα τυφλός γεννήθει; (3) Απεκριθή Ιησούς, ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθεί τα έργα του Θεού εν αυτώ. (4) Ημάς δει εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με εώς σήμερα εστίν. Έρχεται νυξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. (5) όταν εν τω κόσμω ω, φως ειμί του κόσμου.
(6) Ταύτα είπων έπτυσεν χαμαί και εποίησεν πηλόν εκ του πτύσματος και επέχρισεν αυτού τον πήλον επί τους οφθαλμούς. (7) και είπεν αυτώ. ‘Υπαγε νύψας εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ (που ερμηνεύεται απεσταλμένος). Απήλθεν ουν και ενίψατο και ήλθε βλέπων”.
Διάβασμα από την μετάφραση των 4.
– Ο τυφλός καθόταν στην στοά και ζητιάνευε. Οι μαθήτες έμαθαν απ’ τον ίδιο ή απ’ τον κόσμο δίπλα ότι ήταν εκ γενετής τυφλός. Παρετήρησαν την προσοχή του Κυρίου για αυτό τον άνθρωπο, και μέσως Του έκανα την ερώτηση: “Κύριε τίνος την αμαρτία πληρώνει Αυτός, την δική του ή των γονέων του;”
Σύμφωνα με την αντίληψη που επικρατούσε τότε, και επικρατεί ακόμα και σε μας σήμερα το να υποφέρει κάποιος είναι μόνο συνέπεια της αμαρτίας. Εδώ όμως γεννήθηκε το ερώτημα στους μαθητές: α) εάν μεν η τυφλωσή του οφείλεται σε αμαρτία του ιδίου, ποτέ πρόλαβε να την κάνει αφού γεννήθηκε τυφλός; β) Εάν οφείλεται σε αμαρτία των γονέων του, δεν θα είναι αδικία στον Θεό, να τιμωρείτε αυτός για τους γονείς του; Δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στην απορία τους, γι’ αυτό ερωτούν τον Κύριο. Πολλές φορές η απορία τους, γίνεται και δική μας απορία.
Και η απάντηση του Κυρίου:
α) Δεν αρνείτε την ύπαρξη αμαρτίας σ’αυτόν ή στους γονείς του.
β) Τους εξηγεί ότι ο ατομικός πόνος, δεν συνδέεται πάντα με την αμαρτία αυτού που υποφέρει, ή με την αμαρτία του περιβάλλοντος του, και ως εκ τούτου δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να κρίνουμε αυτόν που υποφέρει, ή το περιβάλλον του. Βέβαια ο πόνος συνδέεται κάτα ένα τρόπο με την συλλογική αμαρτία της ανθρωπότητας.
γ) Τους διδάσκει ότι δεν ανήκει σε αυτούς (και σ’ εμάς) να εξηγήσουμε το γιατί, σαν τους φίλου του Ιώβ, αλλά μας καλεί όταν συναντήσουμε στον δρόμο μας τον πόνο, να το θεωρήσουμε σαν μια ευκαιρεία για να εργασθούμε να φανούν “τα έργα του Θεού” μέσα απ’ αυτή την περίσταση. Η κάθε περίσταση πόνου και δυστυχίας, που ο πιστός θα συναντήσει στον δρόμο του, θα πρέπει να θεωρηθεί σαν μια θεία αποστολή, να φανερωθούν ” τα έργα του Θεού”.
Συγκεκριμένα:
Όπως το κακό, ο Διάβολος, έχει το έργο του στην γη, έτσι και ο Θεός έχει το δικό Του. Αυτό συνίσταται στο να κάνει ακριβώς το κακό, μια ευκαιρία για το καλό. Αυτή είναι η πρόθεση του Θεού. Όλες οι ενέργειες δια των οποιών εμείς συνεργαζόμαστε για να υλοποιηθεί αυτή η πρόθεση του Θεού, είναι αυτές που ο Κύριος ονομάζει “τα έργα του Θεού”.
Παράδειγμα ο τυφλός. Πάνω σ’αυτή την δυστυχία, η πρόθεση του Θεού (όπως είχε αποκαλυφθεί στον Ιησού) ήταν να δώσει σωματική πρώτα και μετά πνευματική θεραπεία. Ο Θέος το είχε σχεδιάσει. Όταν ήλθε η στιγμή να φανερωθεί το απεκάλυψε στον Κύριο, και Εκείνος, ενώ τόσοι περνούσαν από εμπρός του, “είδεν” μόνον τον τυφλόν.
– Εκείνος που προετοιμάζει αυτά τα έργα, τα στήνει στον δρόμο μας, και μας δίνει το σήμα να ενεργήσουμε είναι “ο πέμψας” του εδαφίου 4. Όταν “ο πέμψας”, ο Θεός δηλαδή, δώσει το σήμα, θα πρέπει ο εργάτης να ενεργήσει, άμεσα, όσο ακόμα έχει το φως της ημέρας και μπορεί να εργάζεται. Τι να εννοεί άραγε εδώ ο Λόγος του Θεού; Ας το δούμε πρώτα στην ζωή του Κυρίου μας και μετά στην δική μας.
Όπως είπαμε στα προηγούμενα,τούτο το περιστατικό θα πρέπει να έγινε απόγευμα. Την ώρα που ο Κύριος έλεγε αυτά τα λόγια πιθανόν να κύτταζε τον ήλιο, που σε λίγο θα έδυε, θα έφευγε. Αυτή η μέρα που σε λίγο τελειώνει,είναι γι’ Αυτόν το σύμβολο της γηινής Του ζωής, η οποία βρίσκεται στον τερματισμό της. “Όταν η νύκτα έρχεται”, τους λέγει, ” Οι εργάτες σταματούν την εργασία τους. το, έργο το δικό μου είναι να φωτίσω τον κόσμο όπως αυτός ο ήλιος. (Σε λίγο θα έδινε το φυσικό και πνειματικό φως στον τυφλό που είχε εμπρός Του). Σε λίγο τελειώνει. Δεν πρέπει να χάσω λοιπόν ούτε στιγμή, απ’ τον χρόνο που μου απομένει”. Σημειωτέον ότι όταν ο Κύριος πήρε την οδηγία από τον Πατέρα να θεραπεύσει τον τυφλό, ήταν πάλιν Σάββατο, και δεν μπορούσε ν’ αναβάλλει.
Ο Κύριος σε λίγο ανέβαινε στον ουρανό. Θ’ άρχιζε γι’ Αυτόν η περίοδος της ανάπαυσης, η νύκτα κατά την οποία ο εργατης δεν μπορεί να δουλεύσει, γιατί αναπαύεται. Έπρεπε να ολοκληρώσει το έργο Του εδώ στην γη. Αν αμελούσε έστω και μια θεία κλήση να κάνει το κάλο, εάν έχανε έστω και μια στιγμή στην γη, θα άφηνε ανεπανόρθωτο κενό στο έργο της σωτηρίας που μετά την αναχωρησή του θα ερχόταν το Άγιο Πνεύμα να συνεχίσει. Μην ξεχνάμε όλο το έργο και την δραστηριότητα του Αγίου Πνεύματος που ανγγενά και αγιάζει, εώς το τέλος του παρόντος θείου θελήματος, αντλείτε και βασίζεται στο γήινο έργο του Χριστού. Η σπορά η δική του είναι που καρποφορεί τώρα. Θυμόσαστε τι είπε στους μαθητές του στο 4:38; “Εγώ σας απέστειλα να θερίζητε αυτό εις το οποίον εσείς δεν εκοπιάσατε. Άλλοι εκοπίασαν και εσείς εισήλθετε εις τον κόπον αυτών”. Τώρα ο Κύριος θερίζει εκείνο που έσπειρε στην γη ( εργαζόμενος βέβαια εκεί, και το έργο της μεστείας). Να γιατί δεν θέλει να χάσει ούτε στιγμή όσο είναι ακόμα στην γη.
– ” Αφού είπε ταύτα, έπτυσε χαμαί, και έκανεν πηλόν εκ του πτύσματος. Και επέχρισεν τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού. Και είπεν προς Αυτόν, ύπαγε, νίφθητι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, (το οποίον ερμηνεύεται Απεσταλμένος). Υπήγε λοπόν και ενύφθη και ήλθε βλέπων”.
Εδώ γεννιόνται μερικά ερωτηματικά
α) Συνήθως ο Κύριος τις θεραπείες του τις έκανε με έναν απλό λόγο. Γιατί εδώ χρησιμοποιεί και ένα υλικό μέσο, την λάσπη με το σάλιο Του; Μήπως εκεί μέσα κρύβεται η δύναμη για την θεραπεία; ( κάτι ανάλογο με τα τιμιόξυλα, τα λείψανα των αγίων, τα φυλακτά κ.τ.λ. που χρησιμοποιεί σήμερα ο κόσμος). Όχι βέβαια, γιατί όπως γνωρίζουμε από τα θαύματα Του μόνο ο λόγος Του έχει την δύναμη να κάνει το θαύμα.
Μήπως το έκανε σαν ένα τεστ, να δοκιμάσει την πίστη του ανθρώπου; Μάλλον όχι, γιατί αργότερα, όπως θα δούμε, ο άνθρωπος Τον γνώρισε και Τον πίστεψε. (Εδάφια 36-38)
Εάν δούμε και τις άλλες περιπτώσεις που ο Κύριος χρησιμοποίησε πέραν του λόγου Του και κάποιο υλικό μέσο (στον κωφάλαλο το σάλιο (Μάρκος 7:33), και στον άλλο τυφλό πάλι το σάλιο (Μάρκος 8:23) θα διαπιστώσουμε ότι επρόκειτο για ανθρώπουες που δεν δούλευαν όλα τα αισθητηριά τους. Ήθελε λοιπόν ο Κύριος μάλλον να τους φέρει σε άμεση σχέση με το πρόσωπο Του, να τους τυπωθεί ότι τους θεράπευσε αυτός που τους έβαλε το σάλιο, να παρουσιάσει δηλαδή στην πίστη τους το αληθινό της αντικείμενο. Ήταν αναγκαίο να αποφθεγχθεί κάθε σύγχιση, να καταλάβουν ότι η θεραπεία προέρχεται απ’ Αυτόν, για να τον πιστέψουν και να σωθούν στην συνέχεια.
β) Το δεύτερο είναι γιατί ο Κύριος φόρτωσε πάνω στην φυσική του τύφλωση και μια άλλη τεχνητή, αυτήν με την λάσπη. Και γιατί επίσης τον έστειλε στην συγκεκριμένη κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ενώ για τον παραλυτικό π.χ. του κεφαλαίου 5, δεν χρησιμοποίησε σε τίποτα την κολυμβήθρα της Βησθαιδά που ήταν δίπλα.
Πιο απλά γιατί ενώ ο Κύριος θα μπρούσε να δώσει μόνος Του την θεραπεία, θέλησε νά κάνει συμμέτοχο στο έργο Του την κολυμβήθρα του Σιλωάμ (Για αυτό έβαλε και την λάσπη)-για να δώσει στα νερά αυτή την δυνατότητα). Γιατί λοιπόν θέλησε να υψώσει τα νερά της Σιλωάμ.
Για να το καταλάβουμε αυτό θα πρέπει να γνωρίζουμε τι συμβόλιζαν τα νερά του Σιλωάμ για τον λαό Ισραήλ. Να θυμηθούμε λοιπόν δυο πράγματα:
α) Στην γιορτή της Σκηνοπηγίας που μόλις είχε τελειώσει, το νερό που έπερνε ο ιερέας να κάνει κάθε πρωί την σπονδή, το έπαιρνε ειδικά από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Τούτη η σπονδή θύμιζε την θαυματουργική ανάβλυση των νερών από την πέτρα στην έρημο, και γινόταν κάτω από τους αλλαλαγμούς χαράς του λαού. Η πηγή παρουσιαζόταν στον λαό σαν το σύμβολο των θεοκρατικών χαρών και σαν εγγύηση όλων των Μεσσιανικών ευλογιών.
β) Στον Ησαία Η 5-8, αναφέρεται: “Και ελάλησεν έτι Κύριος προς εμέ, λέγων. Επειδή ο λαός ούτος απέβαλε τα ύδατα του Σιλωάμ τα ρέοντα ησύχως, και χαίρει εις τον Ρεσίν (βασιλιά της Συρίας), και ειος τον υιόν του Ρεμαλία (βασιλιά του Ισραήλ), δια τούτο, ιδού, ιδού ο Κύριος ανεβιβάζει επ’ αυτούς τα ύδατα του ποταμού (Ευφράτη), τα δυνατά και τα πολλά, του βασιλέα της Ασσυρίας, και πάσαν την δόξαν αυτού. Και θέλει υπερβεί πάντα τα αυλάκια αυτού. Κια θέλει περάσει δια του Ιούδα, θέλει πλυμμηρίσει και υπεραναβεί, θέλει φθάσει μέχρι λαιμού. Κια το εξάπλωμα των πτερύγων αυτού θέλει γεμίσει το πλάτος της γης σου, Εμμανουήλ”. Δηλαδή, τα νερά του Σιλωάμ, που ανέβλυζαν ήσυχα από μία πηγή, στους πρόπδες του όρους του Ναού, συμβόλιζαν την θεία σωτηρία που θα εργζόταν, ο Εμμανουήλ, ο απεσταλμένος. Αντίθετα τα νερά του Ευφράτη, τα πολλά και ορμητικά, συμβόλιζαν την κτηνώδη δύναμη των εχθρών τους. υτό είχε τυπώσει η Παλαιά Διαθήκη στην συνείδηση του λαού. Ακούγοντας Σιλωάμ, το μυαλό τους πήγαινε στον Μεσσία, και στην σωτηρία που θα έφερνε με ήπιο τρόπο.
Δίνοντας στην κολυμβήθρα ο Κύριος ένα τυπικό μέρος από το έργο της θεραπείας, είναι σαν να του λέει: Αυτό που συμβόλι8ζαν και προαπεικόνιζαν αυτά τα νερά, το έχετε ζωντανό στα μάτια σας, είμαι εγώ. Εγώ είμαι η πραγματική πηγή του Σιλωάμ, για την οποία σας είχε μιλήσει ο προφήτης Ησαίας. Εγώ είμαι ο Απεσταλμένος. Δεν υπάρχουν πλέον συμβολισμοί, έχουμε ζωντανό τον Κύριο.
Πέραν τούτου, κάνοντας τα νερά του Σιλωάμ να συμμετέχουν στην θεραπεία, τοποθετεί στα μάτια όλων, αυτό το έργο κάτω από την προστασία του Θεού. Βλέπει ο κόσμος, τον Ίδιο τον Θεό, να συμμετέχει σε αυτό το έργο, που γίνεται μέρα Σάββατο (Αφού θεωρούσαν ότι ο Θεός είχε ευλογήσει τα νερά του Σιλωάμ).
– Ο Τυφλός έκανε ότι του είπε ο Κύριος, πλύθηκε, βρήκε το φως Του αμέσως, και ήλθε τρέχοντας να Τον ευχαριστήσει, αλλά δεν Τον βρήκε – ο Κύριος ήταν απλώς περαστικός από εκεί – και έτσι γύρισε σπίτι του. Την συνέχεια θα την δούμε την επόμενη φορά.
Σύνδεση με το πρηγούμενο
Η συνάντηση του Κυρίου με τον τυφλό, τι έγεινε, και τώρα η συνέχεια στο γεγονός.
Διάβασμα από την μετάφραση των 4 (κατευθείαν) των εδαφίων 8-34
– Όταν επιστρέφει στο σπίτι του, ο κόσμος χωρίζεται στρα δύο. Άλλοι αναγνωρίζουν με ειλικρίνεια ότι αυτός ήταν ο τυφλός που ζητιάνευε και τώρα βλέπει. Άλλοι όμως θέλουν να παρακάμψουν το γεγονός του θαύματος, και λένε: “Μοάζει σ’ αυτόν, δεν είναι αυτος”. Είναι αυτοί που του κνουν τις ερωτήσεις, και στην συνέχεια τον οδηγούν στους Φαρισαίους.
– Φθάνοντας στους Φαρισαίους τους εξηγεί τι ακριβώς έγινε,. κια αυτούς, όμως τους βλέπουμε να χωρ’ίζονται σε δύο ομδες, που ξεκινά η κάθε μια από διαφορετική βάση συλλογισμού.
α) Οι μεν: Αφού ο Ιησούς παρέβη το Σάββατο (έκανε πηλό και θεραπεία= εργασίες απαγορευμένες το σάββατο), δεν μπορεί να είναι εκ του Θεού, άρα, προκύπτει λογικά, το θαύμα δεν γίνεται δεκτό.
β) Οι δε: Αφού έκανε θαύμα θεραπείας, σημαίνει ότι είναι απ’ τον Θεό – και έτσι σιωπηρά αρνούνται ότι υπάρχει παραβίαση του Σαββάτου.
Και είναι η πρώτη ομάδα που πιέζει τον πρώην τυφλό για να του αποσπάσουν κάποια λέξη που να θέτει σε αμφισβήτηση τα λεγόμενά του. Αυτός διακρίνει την πρόθεσή τους,την κακοπιστία τους και κουρασμένος, και κάπως εκνευρισμένος τους απαντά κοφτά και ειρωνικά.
-Στην συνέχεια τους βλέπουμε να καλούν τους γονείς του. Υποπτεύονται, φαίνεται, κάποια συμπαιγνία μεταξύ του Ιησού και του τυφλού γι’ αυτό θέλουν να εξετάσουν τα πράγματα και από άλλη πηγή.
Εκείνοι όμως φοβούνται την φοβερη ποινή, του να σε κάνουν αποσυνάγωγο, και μεταθέτουν την ευθύνη στον ίδιο τον γυιό τους. Αποσυνάγωγο, σήμαινε να σε αποκόψουν απο κάθε κοοινωνική σχέση. Αν δεν παρενεβάλλετο ο Ρωμαικός νόμος, και αν ήθελαν να τον εφαρμόσουν στην ακρότητά του,θα οδηγούσε σε θάνατο τον αποκοπτόμμενο. Φοβερό μέτρο απέναντι στον Ιησού και σε όσους Τον ακολουθούσαν. Και το είχαν ήδη απεφασισμένο.
– Μην βγάζοντας τίποτα από τους γονείς, ξανακαλούν πάλι τον πρώην τυφλό.
Η προσπαθειά τους, στην νέα αυτή εξέταση, είναι το να τον κάνουν να αποκηρύξει το θαύμα για χάρη της διάταξης που είχαν αυτοί θεσπίσει για το Σάββατο. να κρύψει δηλαδή το γεγονός, την αλήθεια, για χάρη του δόγματός των.
“Δια δόξαν τω Θεώ”, του λένε, δηλαδή, δήλωσε υποταγή υποταγή στον Θεό, γιατί λίγο πριν βλασφήμισες την αγιότητα Του και την αλήθεια Του, λέγοντας ότι μπορεί να δώσει τον τίτλο του προφήτη σ’ έναν παραβάτη του Σαββάτου.
“Ημείς οίδαμεν” (εδ. 24,29), Την γνώση την έχουμε μόνο εμείς. Σύμφωνα λοιπόν με εμάς που γνωρίζουμε τον νόμον, αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός. Και αφού είναι αμαρτωλός, δεν μπορεί να έκανε θαύμα εκ του Θεού. Άρα δεν υπάρχει θαύμα!
Ο τυφλός αναγνωρίζει την αδυναμία του στην γνώση για τα θεολογικά θέματα. Γνωρίζει όμως δυο πράγματα πολύ καλά, τούτα και λέγει: α) “Εν οίδα ότι τυφλός ων άρτι βλέπω”, έζησα εγώ ο Ίδιος το γεγονός, και β) κάτι που οι ίδιοι τον είχαν κατηχήσει, τούτο το απλό αξίωμα: “οίδαμεν ,ότι αμαρτωλόν ο Θεός ουκ ακούει, αλλ’ εάν τις θεοσεβής η και το θέλημα αυτού ποιή τούτου ακούει”.
– Τώρα αισθάνονται ιδιαίτερα την δύναμη της θέσης του και την δική τους αδυναμία. Τον ξαναερωτούν, μήπως κάπου τα μπερδέψει και πιασθούν από τα λόγια Του.
Αυτό τον εξοργίζει και τους λέει ειρωνικά: “Δεν ακούτε; ε, τότε θα είσαστε κουφοί”.
Του απαντούν με λοιδορία, με μια ύβρη, στα εδάφια 28,29.
Την απαντησή του στο εδάφιο 30, μπορούμε να την αποδώσουμε κάπως έτσι: “Το αληθινό θαυμαστό πράγμα συνίσταται στο εξής: ότι εσείς δεν γνωρίζετε απο που αυτός άνθρωπος έρχεται, και όμως μου έχει ανοίξει τα μάτια” ή πιο, ελεύθερα. Υπάρχει εδώ ένα θαύμα μεγαλύτερο και από αυτήν ακόμα την ίδια την θεραπεία μου. Είναι η απιστία σας”.
Νικημένοι απο την ανήλεη λογική του, που βασίζεται στην απλή λογικ’η, ότι ή ό,τιείναι, είναι’, εξοργίζονται και τον υβρίζουν: “Εν αμναρτίαις συ εγννήθεις όλος’, δηλαδή, αφού ήσουνα τυφλός εκ γενετής, σημαίνει ότι γεννήθηκες βουτηγμένος στην αμαρτία, και η τύφλα σου δεν είναι παρά μια κατάρα από τον Θεό επάνω σου. Έτσι χωρίς να το καταλάβουν, αυτοπαγιδεύονται, και αποδέχονται το θαύμα που προσπαθούν να αρνηθούν. Αναγνωρίζουν δηλαδή ότι ήταν όντως τυφλός, και τώρα βλέπει.
-Στην συνέχεια τον εξέβαλλον έξω. Ίσως μετά τον έκαναν κξαια αποσυνάγωγο. Τούτη η περίπτωση είναι η πρώτη που ένας πιστός αποκόπτεται από την θεοκρατική κοινότητα λόγω της πίστης του. Είναι η πρώτη ρήξη μεταξύ της Εκκλησίας και της Συναγωγής, γι’ αυτό την ν’αναφέρει με λεπτομέρεια ο Λόγος του Θεού.
Εκεί όμως έξω που τον έβγαλαν, τον περίμενε ο Κύριος, για να τον βάλει στο καινούργιο κοπάδι που είχε αρχίσει να μαζεύει. Όπως και μας, μας αποβάλλει ο κόσμος για να μας μαζέψει ο Κύριος στην Εκκλησία.
Για να το ξαναθυμηθούμε, τούτο που ουσιαστικά λένε εδώ οι Φαρισαίοι είναι: “Ο θεός δεν μπορεί να προσφέρει την δυναμή του σε έναν παραβάτη του Σαββάτου. Έτσι το θαύμα που αποδίδεται στον Ιησού δεν υφίσταται”.
Στην ιστορική συνέχεια, οι αντίθετοι των θαυμάτων στην εξιστόρηση του Ευαγγελίου, διαλογίζονται κατά τον ίδιο τρόπο, μόνο που αντικαθστούν την θρησκευτική διάταξη μ’ ένα επιστημονικό αξίωμα: “το υπερφυσικό δεν μπορεί να υπάρξει. Όθεν, όσο καλά τεκμηριωμένα αποδεικνύονται τα θαύματα του Ιησού, δεν υπάρχουν”. Κια αποδύονται σε έναν αγώνα χρησιμοποιόντας ψέμματα, ακρότητες, και φθάνοντας πολλές φορές σε θέσεις γελειότητος για αν στηρίοξουν το αξίωμά τους ενάντια στην αλήθεια, ενάντια στο ιστορίκο γεγονός. Τελικά όμως το γεγονός, η αλήθεια, θα θριαμβεύσει πάνω στις διάφορες ανθρώπινες διατάξεις, και επιστημονικά αξιώματα, εξαναγκάζοντας τα να υποκύψουν. Τι μπόρεσε να σταθεί ενάντια στην αλήθεια του Ευαγγελίου και δεν γκρεμίστηκε.
Οι Φαρισαίοι έκτισαν όλο τους το οικοδόμημα πάνω σ’ ένα ψέμμα, θέλησαν να περάσουν τις δικές τους διατάξεις (περί Σαββάτου κ.λ.π σαν Νόμο του Θεού. παγιδεύτικαν, απογειωποιήθηκαν όπως είδαμε εδώ), εξαναγκάστηκαν να χρησομοποιήσουν ψέμα για να το στηρίξουν. Τελικά κατέρρευσε. Μη μας εντυπωσιάσει λοιπόν το μέγεθος, η λαμπρότης, η δόξα ενός πνευματικού οικοδομήματος. Εκείνο που να κυττάμε είναι τα θεμελία του, που στηρίζεται. Αν δεν έχει καλά θεμέλια για να στηρίξεις το οικοδόμημα θα φτάσεις σε παραλογισμούς. Και ο λόγος του Θεού μας λέγει: “Διότι θεμέλιον άλλο ουδείς δύναται να θέσει παρά το τεθέν, το οποίον είναι ο Ιησούς Χριστός” (Α’ Κορ.Γ 11).

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ, κεφάλαιο 9, εδάφια 35-41
– Ο Κύθριος βρίσκει όσους στέκονται υπέρ της αληθείας.
– Η σώζουσα πίστη. Αρκεί ότι πιστεύεις σε ότι έχει ορίσει ο Θεός, και ας μην το καταλαβαίνεις.
– Υιός Ανθρώπου.
– Διαχωρισμός, τυφλοί και βλέποντες, φως οι μη βλέποντες.
– Να φύγει η σοφία του κόσμου από το μυαλό μας.
– Ασυγχώρητη αμαρτία αν συνείδητα απορρίπτεις.
– Να θυσιασθούμε υπέρ της αληθείας.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ, κεφάλαιον 9, εδάφια 34-51
Θυμόσαστε τον τυφλό που συνάντησε ο Κύριος; Έψαξε να βρεί τον Κύριο, δεν Τον βρήκε, πήγε στο σπίτι του. Τον έφεραν στον Συνέδριο, θυμόσαστε την συζήτηση στο Συνέδριο. Και νάτος τώρα, αποδιωγμένος, “τον έβγαλαν έξω”. Ίσως σε λίγο τον έκαναν και αποσυνάγωγο.
Για να διαβάσουμε όμως την συνέχεια στα εδάφια 35-37: “ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω και ευρών, αυτόν είπεν. Συ πιστεύεις εις τον υιόν του ανθρώπου; (36) Απεκρίθη εκείνος και είπεν. Και τις έστιν Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; (37) Είπεν αυτώ ο Ιησούς. Και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστιν. (38) Ο δε έφη. Πιστεύω Κύριε και προσεκύνησεν αυτώ”.
Διάβασμα από την μετάφραση των 4.
– “Ευρών” Γιατί ο Κύριος έψαξε και τον βρήκε; Τι το ιδιαίτερο παρουσίαζε αυτός ο φτωχός και ασήμαντος ζητιάνος στα μάτια του Θεού; .Μια αναδρομή στα όσα συνέβησαν: α) Οι γονείς του έντρομοι σίγουρα θα προσπαθούσαν να τον πείσουν να κρύψει την αλήθεια – γνώριζαν το μίσος των Ιουδαίων για τον Ιησού. β)Όλο το συνέδριο με τα επιχειρηματά τους έπεσε απάνω του γ) Το “συμφέρον” ήταν να το σκεπάσει, ίσως του έδιαν και χρήματα. Όμως αυτός τα αγνόησε όλα, τα θυσίασε όλα, προκειμένου να μην θυσιάσει την αλήθεια. Στάθηκε υπέρ της αλήθειας, στάθηκε υπέρ του Θεού. Άρα ήταν εκ του Θεού, γι’ αυτό και ο Θεός τον κάλεσε. Να ποιούς καλεί, να ποιούς θέλει ο Θεός. Και κάτι άλλο, είναι ο Θεός που βρίσκει τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος τον Θεό.
Όταν Τον βρήκε του κάνει την ερώτηση:
– Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του ανθρώπου; Με άλλα λόγια του λέγει ο Κύριος; “Συ που φέρθηκες με τόσο κουράγιο, συ που με ομολόγησες μπρος στο Συνέδριο ότι είμαι Προφήτηςότι είμαι από τον Θεό, πιστεύεις τώρα κάτι που θα σου πω, πιστεύεις στο, Υιόν του ανθρώπου;”
Του απαντά ο τυφλός: “Κύριε, εγώ σε ομολόγησα σαν προφήτη, τι μου πεις είναι εντολή του Θεού, πες μου ποιός είναι να τον πιστεύσω τώρα αμέσως”.
Μα, θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος, τούτον τον “υιόν του ανθρώπου ο τυφλός ούτε καν Τον γνώριζε, και ο Θεός του ζητούσε να Τον πιστεύσει, και όπως βλέπουμε στην συνέχεια, αυτή η πίστη του τον έσωσε.
Αυτό είναι το μεγάλειο, αυτή είναι η σοφία, και αυτή είναι η τραγικότητα της “σωτηρίας δια πίστεως”. καλείτε ο άνθρωπος να παραμερίσει κάθε δική του πεποίθηση, αξία, γνώμη και ταπεινά να δεχθεί τον τρόπο, τον δρόμο που όρισε ο Θεός, έστω και αν στην αρχή δεν το καταλαβαίνει, ίσως του φαίνεται και παράξενος. Στο Θεό στην αρχή αρκείτο ότι δέχθηκες μόνο και μόνο γιατί το όρισε Αυτός, όσο παράξενο και αν σου φαίνεται, μετά όμως το κατανοείς. Αυτή είναι η πίστη που σώζει. Για δέστε πόσο καθαρά το λέγει στο Ρωμαίους Ι9: “Εάν ομολογήσεις με το στόμα σου ότι ο Ιησούς είναι Κύριος και πιστέψεις με την καρδιά σου ότι ο Θεός τον ανέστησε εκ νεκρών, τότε θα σωθείς”. Μην ξεχνάμε, πιστεύω, σημαίνει μου λέει κάποιος κάτι και εγώ απλά το δέχομαι.
Περίπτωση Ζόκι που νόμιζε ότι έλεγε μαγικά λόγια – και όμως σώθηκε, ο Θεός εξετίμησε γιατί έκανε αυτό που του είπε, αδιάφορα τι νόμιζε ο ίδιος.
Που του ζητά να πιστεύσει; Σε ένα πρόσωπο που το ονομάζει “Υιόν του ανθρώπου”. Είναι ένας άνθρωπος όμοιος με εμάς, αδελφός μας, που έχει μια εξαιρετική θέση αναμεταξύ μας. Υψώθηκε από αναμεταξύ μας για να μας σώσει. Ο άνθρωπος πρόσβαλλε το άγιο όνομα του Θεού, δια της αμαρτίας, ο άνθρωπος από μόνος, του, εκούσια, αβίαστα, έπρεπε να το αποκαταστήσει. Είναι ο Ιησούς Χριστός που έγινε “Υιός ανθρώπου” γι’ αυτόν τον λόγον.
– Ο Κύριος θα μπορούσε να του πει: “Εγώ είμαι, ο Ίδιος”. Προτιμώ όμως να δηλώσει τον εαυτό Του με μια περίφραση Είναι Αυτός”, τους λέγει , που σου έδωσε το φως σου και τώρα Τον είδες , είναι Αυτός που τώρα μιλά μαζί σου”!
– Τότε το φως έλαμψε πλήρως μέσα στο πνεύμα του τυφλού. Μια λέξη μόνο, “πιστεύω Κύριε”, και χώρις να πει κάνεναν άλλον λόγο, μια εκδήλωση λατρείας, επέσε και με τον προσεκύνησε. Τούτο ήταν όλο και όλο, φωτίσθηκε σώθηκε.
Ω! πόσο απλό είναι, όταν η καρδιά θέλει. Μια απλή ομολογία είναι αρκετή.
-Στην παρουσία αυτού του ανθρώπου, γονατισμένου στα πόδια Του και εσωτερικά φωτισμένου, ο Ιησούς αισθάνεται την ανάγκη να διακυρήξει τι απήχηση θα είχε η διακονία Του μέσα σε όλο τον κόσμο, μια απήχηση που τούτα που συνέβησαν εδώ είναι το πρώτο παράδειγμα:
Εδάφιο 39 “Και είπεν ο Ιησούς. Εις κρίμα εγώ εια τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσιν και οι βλέποντες τυφλοί γενώνται”.
Διάβασμα από την μετάφραση των 4.
Ο κόσμος, λέγει ο Κύριος, αποτελείτε από δύο κατηγορίες, από τους “βλέποντες” και από τους μη “βλέποντες”. Ποιοι είναι αυτοί;
α) Οι μη βλέποντες”. Προσοχή δεν τους ονομάζει “τυφλούς”. Το όργανο της ορασής τους, δεν είναι κατεστραμμένο, απλώς δεν είχαν μέχρι τώρα την δυνατότητα να δουν. Αυτοί είναι οι άνθρωποι οι βυθισμένοι σε πνευματική άγνοια, ενώ αυτοί που οι αρχοντές τους τους ονομάσαν: “Ο όχλος αυτός, που δεν γνωρίζει τον νόμον” (7 49). Είναι οι αμαθείς περί τα πνευματικά, εκείνοι τους οποίους ο Ιησούς στο Ματθαίο 11 25 και Λουκά 10 21, τους ονομάζει “νήπια”,σε αντίθεση με τους άλλους, που τους ονομάζει “Σοφούς και συνετούς”.
β) “Οι βλέποντες” Τώρα, τώρα είναι αυτά που από την αρχή εως το τέλος του κεφαλαίου, αναφέρουν για τον εαυτόν τους: “Εμείς οίδαμεν”. Είναι αυτοί οι ειδικοί, που νομίζουν ότι τα γνωρίζουν, αυτοί που ο Κύριος τους ονομάζει “Σοφούς και συνετούς”.
Αυτές οι δυο κατηγορίες , ζουν ανεμειγμένες μέσα στον κόσμο, μέχρι τον ερχομό του Ιησού Χριστού. Ο ερχομός, μου εξηγεί ο Κύριος, θα έχει τις εξής συνέπειες:
γ) “Οι μη βλέποντες θα αποκτήσουν το φως τους” Πως; μη έχοντας καμμία δική τους γνώση να κρατήσουν, συναισθανόμενοι την αδυναμία τους να καταλάβουν το μυστήριο της ύπαρξης, παραδίδουν χωρίς δυσκολία τον εαυτό τους στην αποκάλυψη της αλήθειας. Φωτίζονται αμέσως από τιος ακτίνες του ηλίου που ανέταιλλε στον κόσμο. τούτο είναι το θέλημα του Θεού γι’ αυτούς.
δ) “Οι βλέποντες να τυφλωθούν”. Τούτο είναι το θέλημα του Θεού γι’ αυτούς. Ο ήλιος θα τους καταστρέψει και το λίγο φως που έχουν, και θα μείνουν για πάντα τυφλοί. Ποτέ πια δεν θα ξαναδούν.
Γι’ αυτό ο Κύριος δεν λέγει πως θα γίνουν “μη βλέποντες”, αλλά “τυφλοί”.
Τι συμβαίνει μ’ αυτούς; Μη επιθυμόντας να θυσιάσουν την δική τους γνώμη, αποστρέφονται την αποκάλυψη της αλήθειας, τολμούν όπως είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια να σκεπάσουν και τα θεία γεγονότα, προκειμένου να κρατήσουν τα δικά τους θεολογικά αξιώματα.
Τα ίδια πράγματα τα είπε ο Κύριος στο Ματθαίο 11 25 και στο Λουκά 10 21, με τούτα τα λόγια: Σ’ ευχαριστώ Πατέρα, Κύριε του ουρανού και της γης, διότι απέκρυψας αυτά από σοφούς και συνετούς. και τα απεκάλυψες σε νήπια”.
Να δούμε τώρα στην συνέχεια την αντίδραση των Φαρισαίων, “των βλεπόντων”.
(40) Ήκουσαν εκ των Φαρισαίων ταύτα οι μετ’ αυτού όντες και είπον ούτω. Μη και ημείς τυφλοί εσμέν; (41) Είπεν αυτοίς ο Ιησούς. Ει τυφλοί ήτε, ουκ αν είχετε αμαρτία. Νυν δε λέγετε ότι βλέπετε, η αμαρτία υμών μένει”.
Διάβασμα από την μετάφραση των 4.
Του λένε ειρωνικά: “Μήπως και μας, τους σοφούς του Ισραήλ, μας κατατάσσεις στο πλήθος των φτωχών”.
Η απάντηση του Κυρίου είναι πολύ αυστηρή σ’αυτό τον σαρκασμό. Αντί να τους μεταχειρισθεί σαν τυφλούς, κάτι που σίγουρα περίμεναν, τους λέγει αντιθέτως: “είσθε έτσι, γιατί μόνοι σας επιθυμείτε να είσθε τέτιοι”
Εάν άνηκαν στο μέρος εκείνο του λαού, που δεν γνώριζε τον Νόμο και τους Προφήτες, η απιστία τους θα μπορούσε εν μέρει να συγχωρεθεί από την αγνοιά τους. Είναι αυτή ακριβώς η αμαρτία “εναντίον στον Υιό του ανθρώπου”, που μπορεί να συγχωρεθεί (Ματθ. ΙΒ 32)
Αυτοί όμως, όπως μας λέγει στο Λουκά (11 52): “κατέχουν το κειδί της γνώσης”. Είναι εν πλήρει επιγνώσει τους που απορρίπτουν τον Μεσσία. Θυμόσαστε την παραβολήν του αμπελώνος; Όταν ο Άρχοντας στο τέλος έστειλεν τον Υιόν του να πάρει από τους καρπούς, δεν ήταν ότι δεν τον γνώριζαν, αλλά να τι είπαν μεταξύ τους: “Αυτός είναι ο κληρονόμος. Εμπρός να τον σκοτώσωμεν και η κληρονομιά θα είναι δική μας” (Μάρκος ΙΒ 7)
Γνωρίζουν καθαρά την αλήθεια και την απρρίπτουν. Αυτό τους καθιστά αναπολόγητους. Γι’ αυτό “η αμαρτία τους μένει”. Μένει για θεία κρίση. Δεν θα συγχωρηθεί ποτέ. να μια άλλη περίπτωση θανασίμου αμαρτίας.
Και να το επεκτείνουμε λιγάκι, οι Εθνικοί που κατεδίωξαν την Εκκλησία, άνηκαν στους “μη βλέποντας”, το έκαναν από άγνοια, γι’ αυτό ο Θεός τους κάλεσε. Σε αυτόν τον λαό η αμαρτία βαραίνει ακόμα επάνω τους. (σαν Έθνος).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 10

Το επεισόδιο με τον τυφλό μόλις έχει τελειώσει.
Στο κεφάλαιο 10 που ακολουθεί, ο Ιωάννης μας αναφέρει στην αρχή, στα εδάφια 1-21, μια ομιλία του Κυρίου, δοσμένη με τρείς παραβολές. Τούτη η ομιλία συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα που έχουν προηγηθεί, και διευκρινίζει καθαρά πως είναι η κατάσταση τούτη την στιγμή, και πως θα εξελιχθεί.
Αυτές οι τρείς παραβολές σχηματίζουν προοδευτικά τρείς εικόνες:
α) Εξ αφορμής του γεγονότος της βίαιης αποπομπής του τυφλού, ο Ιησούς βλέπει το αληθινό Μεσσιανικό κοπάδι να διαχωρίζεται από μόνο του από την παλαιά Ισραηλιτική κοινότητα, και να συγκεντρώνεται γύρω Του. Αυτή είναι η πρώτη εικόνα, του ποιμένα, εδάφια 1-6.
β) Στην συνέχεια ο Κύριος περιγράφει τα ένδοξα προνόμια που μέσω Αυτού θα απολαύσει το κοπάδι που ήδη σχηματίσθηκε, σε αντίθεση με τις οδυνηρές συνέπειες που επιφυλάσσονται για το παλαιό κοπάδι, που παρέμεινε κάτω από την εγωιστική και κακόβουλη διεύθυνση των τωρινών αρχηγών τους. Αυτή είναι η δεύτερη εικόνα, της πύλης, εδάφια 7-10.
γ) Τέλος, φωτίζει καθαρά το πνεύμα της Μεσσιανικής Του υπηρεσίας που είναι, ανιδιοτελής αγάπη για το κοπάδι, σε αντίθεση με το συμφεροντολογικό πνεύμα των προηγουμένων ποιμένων. Αυτή είναι η τρίτη εικόνα, του καλού ποιμένα, εδάφια 11-18.
Έτσι με αυτές τις τρείς εικόνες ο Κύριος μας εξηγεί τρία πράγματα:
1. Τον τρόπο με τον οποίον σχηματίζει το κοπάδι Του.
2. Τον τρόπον κατά τον οποίον το τροφοδοτεί.
3. Το κίνητρο που Τον ωθεί να ενεργήσει έτσι.
Από τότε μέχρι σήμερα επαναλαμβάνονται ακριβώς τα ίδια πράγματα. Καθώς θα τα μελετάμε, θα έρθει και η δική μας πείρα να τα βεβαιώσει: “Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Ίδιος χθες και σήμερα, και εις τους αιώνας” (Εβρ. ΙΓ 8).
Ας δούμε λοιπόν αναλυτικά την κάθε εικόνα:

Ο ποιμένας

“Άμην αμήν λέγω υμίν, ο μη εισερχόμενος δια της θύρας εις την αυλή των προβάτων αλλά ανεβαίνων αλλαχόθεν εκείνος κλέπτης εστιν και ληστής. Ο δε εισερχομένος δια της θύρας ποιμήν έστιν των προβάτων. Τούτω ο θυρωρός ανοίγει και τα πρόβατα τη φωνής αυτού ακούει και τα ίδια πρόβατα φωνεί κατ’ όνομα και εξάγει αυτά. Όταν τα ίδια πάντα εκβάλη, έμπροσθεν αυτών πορεύεται και τα πρόβατα αυτώ ακολουθεί, ότι οίδασιν την φωνήν αυτού. Αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσουσιν, αλλά φεύξονται απ’ αυτού, ότι ουκ οίδασιν των αλλοτρίων την φωνήν. Ταύτην την παροιμίαν είπεν αυτοίς ο Ιησούς, εκείνοι δε ουκ έγνωσαν τίνα ην α ελάλει αυτοίς”.
“Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω, εκείνος που δεν μπαίνει από την πόρτα εις την μάνδρα των προβάτων αλλά ανεβαίνει από άλλο μέρος, αυτός είναι κλέπτης και ληστής. Εκείνος όμως που μπαίνει από την πόρτα είναι ο βοσκός των προβάτων. Εις αυτόν ο θυρωρός ανοίγει και τα πρόβατα ακούνε την φωνήν του και καλεί τα δικά του πρόβατα με το όνομά τους και τα βγάζει έξω. Και όταν βγάλει έξω τα δικά του πρόβατα, βαδίζει μπροστά τους και αυτά τον ακολουθούν, διότι ξέρουν την φωνήν του. Ένα ξένον όμως δεν θα τον ακολουθήσουν αλλά θα φύγουν από αυτόν, διότι δεν αναγνωρίζουν την φωνή των ξένων”. Αυτή την παραβολή τους είπε ο Ιησούς, αλλά εκείνοι δεν εννόησαν τι εσήμαιναν αυτά που τους έλεγε”.(Εδάφια 1-6)

Για να κατανοήσωμε τούτη την εικόνα, πρέπει να έχωμε υπόψιν τα εξής: Η αυλή των προβάτων είναι το μαντρί, όπως το λέμε σήμερα. Στην Ανατολή το μαντρί δεν είναι ένα σκεπασμένο κτίριο όπως οι δικοί μας οι σταύλοι. Είναι μια απλή περίφραξη από πασάλους ή τοίχο. Μέσα σε αυτή την περίφραξη φέρνουν διάφοροι ποιμένες τα κοπάδια τους. Στο ίδιο μαντρί φυλάσσονται πολλά κοπάδια μαζί, απ’ το σούρουπο εως την ανατολή του ηλίου. Την φύλαξη την έχει αναλάβει ένας κοινός φύλακας. Οι ποιμένες αφού του παραδώσουν τα κοπάδια τους, πηγαίνουν στο σπίτι τους. Το πρωί επιστρέφουν, κτυπάνε την πόρτα της περίφραξης, που είναι σημειωτέον δυνατά στερεωμένη, και ο φύλακας τους ανοίγει. Μπαίνοντας μέσα ξεχωρίζει ο καθένας τα προβατά του, καλόντας τα με την φωνή του. Αφού ο καθένας μαζέψει το κοπάδι του, το οδηγεί στην βοσκή.
Ας δούμε τώρα τι σημαίνει η κάθε λεπτομέρεια σ’ αυτή την εικόνα.
α) Από το εδάφιο 16 που λέγει: “Και άλλα πρόβατα έχω που δεν είναι από αυτή την αυλήν”, συμπεραίνομε ότι η αυλή είναι ο λαός Ισραήλ, το βασίλειο του Θεού στην προπαρασκευαστική του μορφή.
β) Ο ποιμένας είναι ο Κύριος μας. Αν δούμε την Παλαιά Διαθήκη, ο Μεσσίας παρουσιάζεται σαν ποιμένας του Ισραήλ (Ψ 23, Ησαίας Μ 11, Ιεζεκιήλ ΛΔ). Το κεφάλαιο ΙΑ ειδικά του Ζαχαρία, παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη αναλογία με την παρούσα κατάσταση. Σαν τον ποιμένα του Ζαχαρία, ο Ιησούς αφού μάταια αναζήτησε να συγκεντρώσει τον Ισραήλ, τώρα τον εγκαταλείπει σαν Έθνος. Αφήνοντας στους Φαρισαίους (τους ανόητους ποιμένες για τους οποίους μιλά ο Ζαχαρίας), την διεύθυνση του κυρίου μέρους του κοπαδιού, περιορίζεται να βγάλει έξω από το μαντρί, που πρόκειται να καταστραφεί, τα λίγα “πτωχά πρόβατα”, τα οποία, σαν τον τυφλό, κυττάν προς Αυτόν.
γ) Για να φθάσεις στο κοπάδι υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο ένας είναι ο νόμιμος, από την πόρτα. Ο άλλος είναι ο παράνομος, να πηδήσεις από την μάντρα.
Από τον πρώτο, τον νόμιμο, απ’ την πόρτα δηλαδή, μπαίνει ο νόμιμος ποιμένας. Είναι ο Κύριος, Αυτόν που ο Θεός όρισε και προανήγγειλε σαν Μεσσία, σαν ποιμένα του κοπαδιού.
Απ’ την μάνδρα πηδάνε οι παράνομοι, οι κλέφτες και οι ληστές. Είναι οι Φαρισαίοι. Τούτη η ομάδα των ανθρώπων, χωρίς κανένα νόμιμο δικαίωμα, είχε πηδήσει και είχε αρπάξει την εξουσία πάνω στο κοπάδι, και το καταδυνάστευε για δικό τους συμφέρον. Τίποτα πραγματικά στον Νόμο και στους Προφήτες δεν δικαιολογούσε τον ρόλο, που αυθαίρετα διεκδικούσε αυτή η τάξη για τον εαυτόν της πάνω στον λαό του Θεού, τίποτα δεν δικαιολογούσε την δεσποτική εξουσία που ασκούσαν. Το κινητρό τους ήταν μόνο τι θ’ αρπάξουν, κλέφτες και ληστές.
δ) Το ερώτημα είναι τώρα, ποιός είναι αυτός ο φύλακας, που αναγνωρίζει τον ποιμένα και του ανοίγει την πόρτα, αυτός δηλαδή που είναι επιφορτισμένος από τον Θεό να εισαγάγει τον Μεσσία στην θεία Του υπηρεσία;
Φαίνεται πολύ καθαρά, ότι λέγοντας ο Κύριος αυτά τα λόγια, σκεφτόταν τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Ο Θεός είχε υψώσει τον Ιωάννη τον Βαπτιστή ειδικά για να δείξει τον Μεσσία στον κόσμο, και να Τον εισαγάγει ανάμεσά τους. Διαβάζομε το Ιωάννης Α 6-8: “Παρουσιάσθηκε κάποιος άνθρωπος, απεσταλμένος απ’ τον Θεόν, τού οποίου το όνομα ήτο Ιωάννης. Αυτός ήλθεν χάριν μαρτυρίας, να μαρτυρήσει δια το φως, δια να πιστέψουν όλοι δι’ αυτού. Δεν ήτο εκείνος το φως αλλά ήλθε να μαρτυρήσει δια το φως”. Ήταν αυτός του οποίου η μαρτυρία είχε φέρει στον Ιησού τους πρώτους Του πιστούς ακολούθους.
ε) Στην συνέχεια ο Λόγος του Θεού μας εξηγεί ότι ο νόμιμος ποιμένας δεν διαφέρει από τους κλέφτες και τους ληστές μόνον στον τρόπο που εισέρχονται στο μαντρί. Διαφέρουν και στον τρόπο που ενεργούν προς τα πρόβατα. Ο ληστής κατακρατεί τα πρόβατα με βίαια μέτρα. Ο ποιμένας όμως, απλώς κάνει τα πρόβατα να ακούσουν την φωνήν του, και τα πρόβατά του αμέσως την αναγνωρίζουν βαθειά μέσα στην καρδιά τους, ξεχωρίζονται από τα πρόβατα των άλλων κοπαδιών, και έρχονται μόνα τους να μαζευτούν γύρω του.
Ας μελετήσωμε προσεκτικά την σειρά των ενεργειών που αναφέρονται στο εδάφιο 3:
Ι) Ο θυρωρός του ανοίγει την πόρτα.
ΙΙ) Φωνάζει τα προβατά του και αυτά ακούνε την φωνήν του.
Έτσι έγινε και με την κλήση την δική μας. Μέσα στους δρόμους της ζωής που είχαμε τραβήξει, ακούγαμε πολλές φωνές, πολλές προσκλήσεις. Τίποτα όμως, καμμία από αυτές δεν άγγιζε την καρδιά μας. Μέχρι που κάποτε ακούσαμε μια άλλη φωνή, και εκεί σκίρτησε η καρδιά μας. Τρέξαμε τότε κοντά της.
Έχει δουλευθεί και ήδη υπάρχει μια αρμονία μεταξύ της φωνής του Χριστού και της καρδιάς των πιστών, λες και το ένα είναι φτιαγμένο για το άλλο. Δυνάμει αυτής της αρμονίας Τον αναγνωρίζουν αμέσως, όταν δείχνει τον εαυτό Του και ομιλεί.
Ας θυμηθούμε αυτά που λέγει ο Ιωάννης στο πρώτο του κεφάλαιο: “Μέσα σ’ Αυτόν (τον Ιησού Χριστό) υπήρχε ζωή και η ζωή ήτο το φως των ανθρώπων… εις τον κόσμον ήτο και ο κόσμος δι’ αυτού έγινε αλλ’ ο κόσμος δεν τον ανεγνώρισε…” Δηλαδή, το φως βάσει του οποίου αμέσως Tον διακρίνομε, είναι ένα κομμάτι απο τον εαυτόν Του που το έχει δώσει στον κόσμο. Αυτό το εσωτερικό φως ώθησε τους πρώτους μαθητάς να πουν ευθύς ως Τον συνάντησαν, “Εσύ είσαι ο Μεσσίας” (Ιω. Α). Βάσει αυτού του φωτός Τον αναγνωρίσαμε και εμείς χωρίς δισταγμό.
ΙΙΙ) Στην συνέχεια, “τα ίδια πρόβατα φωνεί κατ’ όνομα”, δηλαδή τα δικά Του πρόβατα τα φωνάζει ένα ένα με το όνομα τους.
Με αυτά τα λόγια ο Κύριος θέλει να δώσει έμφαση στην ολοκληρωτικά νέα αξία που αυτά αποκτούν στην καρδιά Του, όταν άπαξ, μέσω της ενέργειας της πίστης, έχουν γίνει πραγματικά δικά Του.
Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτή την βασική λεπτομέρεια. Πρώτα τα φωνάζει με μια γενική κλήση, που τα καλεί σε πίστη στ’ όνομά Του. Όσα ακούσουν την φωνήν Του και έλθουν κοντά Του, τα φωνάζει να Τον ακολουθήσουν, προσωπικά το καθένα, με το ατομικό τους όνομα.
Με πιό απλά λόγια: Σε όσους Τον πιστέψουν και έλθουν κοντά Του, τους δίνει ένα σημείο αναγνώρισης και χάρης, ολοκληρωτικά προσωπικό. Τους δίνει ένα ατομικό όνομα και μ’ αυτό τους ξέρει πλέον. Αυτό το ειδικό όνομα που δίνεται στον καθένα είναι απόδειξη τις πλέον προσωπικής γνώσης και στοργής που τρέφει για το καθένα Του πρόβατο. Θυμηθήτε π.χ. τον Σίμωνα που τον ονόμασε Πέτρο.
Είναι όπως π.χ. ο πατέρας γνωρίζει τον πρωτότοκο του και μ’ ένα ειδικό όνομα, πέραν αυτού που έχει, είναι “ο μεγάλος”. Μέσα σε αυτή την λέξη είναι όλοι οι πόθοι του γι’ αυτόν, είναι ό,τι αυτός είναι για τον πατέρα (το καμάρι, η ανάπαυση, η ελπίδα κ.λ.π.). Είναι ίσως εδώ αυτό που λέγει στην Αποκάλυψη Β17: “Εις εκείνον που νικά.. θα του δώσω και πέτραν λευκήν και εις την πέτρα θα είναι γραμμένον ένα καινούργιο όνομα, που δεν ξέρει κανείς παρά εκείνος που το παίρνει”.
ΙΙΙΙ) Αφού μαζευτούν δίπλα Του, και φωνάξει το καθένα με τ’ όνομά του, δίνοντας τους έτσι ένα σημείο στοργής, στην συνέχεια μας λέγει το εδάφιο, “εξάγει αυτά”, τα προσκαλεί να εξέλθουν απ’ την μάνδρα.
Ο Κύριος έχει αναγνωρίσει το σημάδι του αναποφεύκτου διαχωρισμού στην βίαιη αποβολή του εκ γενετής τυφλού, καθώς επίσης και στο γεγονός ότι όποιος Τον ομολογούσε θα αφορίζοταν (Θ 22), αλλά και στην βίαιη αντίδραση που είχε ξεσηκωθεί εναντίον Του. Η μέριμνά Του τώρα είναι να βγάλει όσα είναι δικά Του μέσα από το μαντρί, που έχει παραδοθεί στην καταστροφή. Αυτή την ενέργεια περιγράφει το “εξάγει”. Αναφέρεται σε μια ιστορική ενέργεια που έχει ήδη γίνει.
Το εδάφιο 4 αναφέρει μια άλλη λέξη, “εκβάλλει”. Αυτή η λέξη δηλώνει μια δυναμική, θα λέγαμε, τραχειά ενέργεια, με την οποία ο ποιμένας βοηθά, σπρώχνει το πρόβατό του που ακόμα διστάζει, να αποσπασθεί μακρυά από τα άλλα πρόβατα της μάντρας, και να ζήσει τις νέες ευκαιρείες που Αυτός σε λίγο θα του παρουσιάσει. Τούτο το “εκβάλλει” θυμίζει το “ανάγκασέ τους να εισέλθωσι” στον Λουκά ΙΔ 23.
V) Αφού τώρα ένα ένα τα βγάλει όλα (“πάντα”) έξω, να τι κάνει μετά: “Όταν τα ίδια πάντα έκβάλη έμπροσθεν αυτών πορεύεται”. Πηγαίνει εμπρός για να τα οδηγήσει.
Νά τους τώρα, εμπρός Αυτός, πίσω τα πρόβατά Του, προχωρούν. Κατά μήκος όμως του δρόμου, ακούγονται φωνές, ξένες φωνές, δεξιά και αριστερά, που ζητούν ν’ αποσπάσουν τα πρόβατα απ’ τα βήματα του ποιμένα. Είναι οι κλέφτες, που μη μπορώντας τώρα να ενεργήσουν ανοικτά σαν ληστές, χρησιμοποιούν μέσα αποπλάνησης και εκφοβισμού, όπως έκαναν οι Φαρισαίοι λίγο πριν με τον τυφλό (Θ 14-40). Αλλά δεν τα καταφέρνουν ούτε εδώ να σπάσουν τον δεσμό που έχει σχηματισθεί, όπως δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν με την βία τον σχηματισμό του. Γιατί; Ας διαβάσομε τα εδάφια 4 και 5: “Και όταν βγάλη έξω τα δικά του πρόβατα, βαδίζει μπροστά τους και τα πρόβατα Τον ακολουθούν, διότι ξέρουν (οιδασι) την φωνήν Του. Έναν ξένον όμως δεν θα Τον ακολουθήσουν αλλά θα φύγουν απ’ αυτόν, διότι δεν αναγνωρίζουν την φωνήν των ξένων”.
Στην αρχή μας λέγει, μέσα στο μαντρί τα πρόβατα “άκουσαν” την φωνήν Του. Τώρα όμως “οίδασι” την φωνήν Του. Έχει μεγάλη διαφορά το “άκουσαν” από το “οίδασι”. Καθώς τα πρόβατα πορεύονται μαζί Του εξοικειώνονται πιό πολύ και πιο πολύ με την φωνήν Του, αυτό σημαίνει το “οίδασι”, την γνωρίζουν βαθειά και προσωπικά τώρα. Κάθε φωνή που δεν είναι δική Του προκαλεί μέσα τους κάτι το ξένο και αποκρουστικό.
Εδώ χαρακτηριστικά αναφέρεται ένα γεγονός για κάποιον Σκώτο ταξιδιώτη, που έχοντας συναντήσει κάτω απ’ τα τείχη της Ιερουσαλήμ έναν βοσκό που οδηγούσε στο σπίτι το κοπάδι του, άλλαξε ρούχα μαζί του, και έτσι μεταμφιεσμένος, ανέλαβε να καλέσει τα πρόβατα κοντά του. Αυτά παρέμειναν ακίνητα. Τότε ο αληθινός βοσκός άφησε να ακουσθεί η φωνή του. Όλα έτρεξαν κοντά του αδιαφορώντας για τα καινούργια του ρούχα.
Τελειώνοντας το εδάφιο 6 μας λέγει: “Αυτήν την παραβολή τους είπε ο Ιησούς, αλλ’ εκείνοι δεν εννόησαν τι εσήμαιναν αυτά που τους έλεγε”. Τους ήταν ηθικά αδύνατον να εφαρμόσουν στους Φαρισαίους την εικόνα των κλεπτών και ληστών
Από τότε, η ιστορία της Εκκλησίας έχει να μας διηγηθεί, ότι το ίδιο γεγονός επαναλαμβάνεται συνέχεια. Άνθρωποι που ο Κύριος δεν τους έχει χρήσει, αυτοχρήονται (χωρίς να έχουν τα προσόντα που απαιτεί ο Λόγος του Θεού), καταλαμβάνουν το ποίμνιο με βίαια μέσα, και το καταδυναστεύουν προς δικό τους όφελος. Πάντα όμως ο Κύριος βγάζει από εκεί τα δικά Του πρόβατα, ένα μικρό υπόλοιπο κάθες φορά, και έτσι σιγά σιγά σχηματίζεται η Εκκλησία του.

Ο Κύριος πόρτα για ασφάλεια και τροφή. Εδάφια 7-10.
Στην συνέχεια ο Κύριος θα μας πεί μια άλλη παραβολή, που δεν είναι συνέχεια της πρώτης. Είναι μια όμορφη εικόνα, που περιγράφει την γεμάτη χάρη ζωή του κοπαδιού, και ό,τι αυτό απολαμβάνει κοντά στον Μεσσία Του.
Η πρωτη εικόνα ήταν δανεισμένη από μια πρωινή σκηνή. Τούτη εδώ μας πηγαίνει στο μεσημέρι.
Ας την δούμε:

“Είπεν ουν πάλιν ο Ιησούς. Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι εγώ ειμί η θύρα των προβάτων. Πάντες όσοι ήλθον προ εμού κλέπται εισίν και λησταί, αλλ’ ουκ ήκουσαν αυτών τα πρόβατα. Εγώ ειμί η θύρα. Δι’ εμού αν τις εισέλθη σωθήσεται και εισελεύσεται και εξελεύσεται και νομήν ευρήσει. Ο κλέπτης ουκ έρχεται ει μη ίνα κλέψη και θύση και απολέση. Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν”.
“Είπεν λοιπόν πάλιν ο Ιησούς, αλήθεια, αλήθεια σας λέγω ότι εγώ είμαι η πόρτα των προβάτων. Όλοι όσοι ήλθαν πριν από εμέ, είναι κλέπται και λησταί, αλλά τα πρόβατα δεν τους άκουσαν. Εγώ είμαι η πόρτα. Όποιος θα μπει δι’ εμού, θα σωθεί και θα μπαίνει και θα βγαίνει, και θα βρίσκει βοσκήν. Ο κλέπτης δεν έρχεται παρά για να κλέψει και να σφάξει και να καταστρέψει. Εγώ ήλθα για να έχουν ζωήν και να την έχουν άφθονη”.(Εδ.7-10).

Νάτα λοιπόν τα πρόβατα σ’ ένα πλούσιο λειβάδι. Εκεί στην μέση του λειβαδιού υπάρχει και μία περίφραξη με μία πόρτα. Τα πρόβατα μπαίνουν και βγαίνουν απ’ την πόρτα κατά την επιθυμία τους. Αν θέλουν σκέπαστρο και ασφάλεια, μπαίνουν μέσα στην περίφραξη και αναπαύονται ελεύθερα. Εάν πεινάνε, προχωρούν και βγαίνουν έξω στην πλούσια βοσκή, η πόρτα είναι πάντα ανοικτή γι’ αυτά. Έχουν ασφάλεια και τροφή κατά την επιθυμία τους, είναι ένα πραγματικά ευτυχισμένο κοπάδι.
Ας δούμε μερικά σημεία σ’ αυτήν την εικόνα:
α) Το πρόσωπο του ποιμένα σ’ αυτήν την καινούργια εικόνα εξαφανίζεται ολοκληρωτικά. Είναι η “πόρτα” που παίζει εδώ βασικό ρόλο. Η πόρτα με την περίφραξη είναι το σύμβολο του τελείως ασφαλούς καταφυγίου σωτηρίας. Αυτό είναι ο Κύριος για τα πρόβατά Του. Το καταφύγιο, η σωτηρία, αλλά και ο χορτασμός της ψυχής τους. Κοντά Του έχουν αφθονία τροφής, ασφάλεια, ανάπαυση, σωτηρία.
β) “Πάντες όσοι ήλθον προ εμού κλέπται εισίν και λησταί”. Ποίοι είναι αυτοί; Είναι οι Φαρισαίοι. Αυτή η αυθάδης κάστα ανθρώπων, όχι μόνον δέσποζε με απόλυτη εξουσία πάνω στον λαό του Θεού, τελείως παράνομα, αλλά και χρησιμοποιούσαν αυτή την εξουσία κατά τρόπο που να ικανοποιεί τον εγωισμό, την φιλοδοξία και την φιλαργυρία τους. Τούτοι είχαν έλθει πρίν από τον Κύριο. Όταν ήλθε ο Κύριος τους βρήκε να δεσπόζουν πάνω στον λαό.
γ) “Αλλ’ ουκ ήκουσαν αυτών τα πρόβατα”. Τούτα τα λόγια μας θυμίζουν την βαθειά απογοήτευση που είχε μείνει στην καρδιά ενός πλήθους Ισραηλιτών απ’ την Φαρισαϊκή διαδασκαλία. Θυμόσαστε τι Του απάντησε ο Πέτρος όταν ο Κύριος τους ρώτησε μήπως θέλουν να φύγουν; “Κύριε προς τινα απελευσόμεθα;” (Ιωάννης ΣΤ 68). Θυμηθείτε και εκείνο το “Δεύτε προς μέ πάντες οι κοπιώντες και οι πεφορτισμένοι…” (Ματθαίος ΙΑ 28-30). Ο εκ γενετής τυφλός είναι ένα κτυπητό παράδειγμα αυτών των ψυχών τις οποίες ο Φαρισαϊκός δεσποτισμός είχε ξεσηκώσει σε αγανάκτηση.
δ) Σε αντίθεση με αυτούς τους ψεύτικους σωτήρες, ο Κύριος ανανεώνει στο εδάφιο 9 την διαβεβαίωση Του: “Εγώ ειμί η θύρα. Δι’ εμού αν τις εισέλθει σωθήσεται και εισελεύσεται και εξελεύσεται και νομήν ευρήσει”.
“Δι’ εμού εάν τις εισέλθη σωθήσεται.” Να εισέλθει. Που να εισέλθει; Στην συμφιλίωση με τον Θεό. Είναι τα ίδια ακριβώς λόγια που είπε ο Πέτρος και ο Ιωάννης στο πλήθος: “Δεν υπάρχει δι’ ουδενός άλλου σωτηρία, ούτε υπάρχει άλλο όνομα υπό τον ουρανόν, δοσμένον εις τους ανθρώπους, δια του οποίου πρέπει να σωθούμε” (Πράξεις Δ 12).
Όχι μόνον θα σωθεί αλλά και “εισελεύσεται και εξελεύσεται”. Αυτή είναι μία φράση που συχνά χρησιμοποιείται στην Βίβλο και σημαίνει, “θα μπαινοβγαίνει ελεύθερα”, όπως κάποιος κάνει στο σπίτι του. Θα μπαίνει για να βρίσκει ασφάλεια και ανάπαυση. Θα βγαίνει για να βρίσκει τροφήν (“νομήν ευρήσεται”), όπως μας λέγει στην συνέχεια.
Αυτή είναι η σχέση των πιστών με τον Κύριο. Είναι σαν τα παιδάκια που παίζουν γύρω από το σπίτι τους και ελεύθερα μπαινοβγαίνουν για να πάρουν ό,τι χρειάζονται. Είναι μια σχέση χορτασμού και ανάπαυσης μέσα σε απόλυτη ελευθερία. Κοντά στον Χριστό μας κρατά όχι κάποιος εξαναγκασμός, αλλά ό,τι κρατά το παιδί στο σπίτι του.
δ) “Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν”. Αφού θα έχουν βοσκήν, θα έχουν ζωή. Ό,τι δε έχουν, θα το έχουν “περισσόν”, περισσότερο δηλαδή από ό,τι χρειάζονται.
Αυτή είναι η ευτυχισμένη κατάσταση του Μεσσιανικού κοπαδιού. Αυτή την κατάσταση ο Κύριος την βάζει τώρα σε αντίθεση με την τρομερή τύχη που αναμένει την μάζα των ανθρώπων, που παραμένουν κάτω απ’ την αρχηγία των Φαρισαίων. Αφού αυτή η μάζα υπηρετήσει την ικανοποίηση της υπερηφάνειας, της φιλοδοξίας και της φιλαργυρίας των αρχηγών τους, θα φθαρούν πρώτα ηθικά και μετά και σωματικά. “Ο κλέπτης ουκ έρχεται ει μη ίνα κλέψη και θύση και απολέση”. Αφού τους κλέψουν δηλαδή, θα τους σφάξουν και θα τους καταστρέψουν με την ολέθρια καθοδήγησή τους.
Είναι ακριβώς ότι συμβαίνει και σήμερα. Κλέφτες και ληστές, χωρίς να έχουν κανένα απ’ τα πιστοποιητικά που ο Λόγος του Θεού ορίζει, καταδυναστεύουν τον λαό του Θεού προς ίδιον όφελος. Τι τρομερή τύχη περιμένει και αυτούς και το κοπάδι που οδηγούν!
Από το άλλο μέρος τι χάρη, τι ανάπαυση, τι ασφάλεια στα πρόβατα του Κυρίου που ευτυχισμένα βόσκουν και αναπαύονται γύρω Του, χωρίς να απομακρύνονται από Αυτόν. Αυτός είναι γι’ αυτά η σωτηρία, η ανάπαυση, ο χορτασμός.

Ο καλός ποιμένας Εδάφια11-16.
Και τώρα να φθάσαμε στην τρίτη παραβολή, στην τρίτη εικόνα. Η πρώτη ήταν όλο φρεσκάδα με την πρώτη χροιά του πρωινού. Η δεύτερη απεικόνιζε την ζωή και την δραστηριότητα του κοπαδιού κατά την διάρκεια της ημέρας. Η τρίτη πρέπει να μας τοποθετεί στην στιγμή που απλώνονται τα σκοτάδια της νύκτας, όταν τα πρόβατα επιστρέφοντας στο μαντρί με τον ποιμένα, εκτίθενται στην προσβολή του λύκου, που το σούρουπο παραφυλάει στο μονοπάτι τους.
Ας την μελετήσωμε.

“Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός. Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων. Ο μισθωτός και ουκ ων ποιμήν, ου ουκ έστιν τα πρόβατα ίδια, θεωρεί τον λύκον ερχόμενον και αφίησιν τα πρόβατα και φεύγει – και ο λύκος αρπάζει αυτά και σκορπίζει – ότι μισθωτός έστιν και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων.
Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός και γινώσκω τα εμά και γινώσκουσι μέ τα εμά, καθώς γινώσκει μέ ο πατήρ καγώ γινώσκω τον πατέρα, και την ψυχήν μου τίθημι υπέρ των προβάτων. Και άλλα πρόβατα έχω α ουκ έστιν εκ της αυλής ταύτης. Κακείνα δει με αγαγείν και της φωνής μου ακούσουσιν, και γενήσονται μια ποίμνη, εις ποιμήν”
“Εγώ είμαι ο βοσκός ο καλός. Ο βοσκός ο καλός θυσιάζει την ζωήν του δια τα πρόβατα. Ο μισθωτός, ο οποίος δεν είναι βοσκός, και τα πρόβατα δεν είναι δικά του, βλέπει τον λύκον να έρχεται και αφήνει τα πρόβατα και φεύγει, και ο λύκος τα αρπάζει και τα σκορπίζει, διότι είναι μισθωτός και δεν τον μέλλει δια τα πρόβατα. Εγώ είμαι ο βοσκός ο καλός και γνωρίζω τα δικά μου και γνωρίζομαι από τα δικά μου – όπως με γνωρίζει ο Πατέρας και γνωρίζω και εγώ τον Πατέρα – και θυσιάζω την ζωήν μου δια τα πρόβατα. Έχω και άλλα πρόβατα τα οποία δεν είναι από αυτήν την μάνδρα. Πρέπει να φέρω και εκείνα και θα ακούσουν την φωνήν μου και θα γίνει ένα ποίμνιον, ένας βοσκός”.(Εδ.11-16).

Εδώ ο Κύριος εμφανίζεται πάλι σαν ποιμένας. Αλλά τούτη η τρίτη εικόνα δεν πρέπει να συγχέεται με την πρώτη. Στην πρώτη, η κεντρική ιδέα ήταν η αντίθεση μεταξύ του “ποιμένα” και του “κλέφτη”. Εδώ είναι η αντίθεση μεταξύ του “καλού ποιμένα” και του “μισθωτού φύλακα”. Στην πρώτη εξετάσθη η νομιμότης της Μεσσιανικής αποστολής του Κυρίου. Εδώ εξετάζεται η ανιδιοτελής αγάπη που Τον κινεί ν’ αναλάβει αυτή την αποστολή.
Ας δούμε τώρα μερικά σημεία μέσα σε αυτή την παραβολή:
α) Πρώτα από όλα τι είναι εκείνο που κάνει τον Κύριο μας, όχι απλώς έναν ποιμένα, αλλά “έναν καλό ποιμένα”, (σημειωτέον ότι η λέξη “καλός” στην Ελληνική γλώσσα δείχνει την υψίστη ηθική ωραιότητα). Μας το λέγει το εδάφιο 10: “Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων”. Αυτό έκανε ο Κύριος για να σώσει τα πρόβατα Του. Ο Κύριος μας λοιπόν είναι ο “καλός ποιμένας”, γιατί η αγάπη Του έφθασε μέχρι το σημείο της πλήρους απάρνησης του εαυτού Του, μέχρι την ολοκληρωτική θυσία.
β) Το δεύτερο ερώτημα είναι ποιός είναι αυτός “ο μισθωτός”. “Μισθωτός”, όπως γνωρίζομε, δεν είναι ο ιδιοκτήτης του κοπαδιού, ο αληθινός ποιμένας δηλαδή, αλλά ένα πρόσωπο που ο ιδιοκτήτης το πληρώνει για να ποιμαίνει τα πρόβατα. Ποίοι άραγε είναι αυτά τα πρόσωπα που τους αναφέρει ο Κύριος σε τούτη την παραβολή; Όπως μας λέγει η Αγία Γραφή οι μόνοι εξουσιοδοτημένοι και πληρωνόμενοι δημόσιοι λειτουργοί που είχε ορίσει ο Θεός ήσαν οι Ιερείς και οι Λευίτες. Σ’ αυτούς ο Θεός είχε εμπιστευθεί την ηθική καθοδήγηση του λαού Του. Αλλά στην διάρκεια των τελευταίων χρόνων, η τάξη των Φαρισαίων τους είχε τελείως υποσκελίσει, κάνοντάς τους πειθήνια όργανά της.
Αναμφίβολλα, υπήρχαν πολλοί μέσα στον Ισραήλ που ήθελαν να κρατήσουν την αλήθεια του Θεού, Ο Λόγος του Θεού μας αναφέρει και άρχοντες (ΙΒ 42), και ιερείς (Πράξεις ΣΤ 7) . Αλλά ως συνήθως γίνεται, η δειλία τους έκανε σιωπηλούς.
Ένας μόνο άνθρωπος είχε το κουράγιο ν’ αναλάβει αυτή την φοβερή διαμάχη με το κυβερνόν κόμα, και να εκθέσει την ζωήν του για την διατήρηση της θείας αλήθειας, και για την σωτηρία των προβάτων. Ο Κύριος έκανε ότι όφειλαν να κάνουν οι “μισθωτοί”, οι Ιερείς και οι Λευίτες, απέναντι στους “λύκους”, στους Φαρισαίους.
Εχοντας τώρα περιγράψει τους “δειλούς φύλακες”, ο Κύριος επιστρέφει, στα εδάφια 14-16, στην περιγραφή του καλού ποιμένα και της συμπεριφοράς του προς το ποίμνιον, και εφαρμόζει αυτή την εικόνα στον εαυτόν Του:
“Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός και γινώσκω τα εμά και γινώσκουσιν με τα εμά, καθώς γινώσκει μέ ο πατήρ καγώ γινώσκω τον πατέρα, και την ψυχήν μου τίθημι υπέρ των προβάτων”.
Υπάρχει μια όμορφη σχέση μεταξύ του ποιμένα και των προβάτων Του, μια σχέση στοργής, που πηγάζει από την βαθειά γνώση που έχει ο ένας για τον άλλον.
Λέγοντας ο Κύριος “γνωρίζω”, δεν εννοεί ότι απλώς τα διακρίνει, τα ξεχωρίζει απ’ τα υπόλοιπα πρόβατα. Η έννοια είναι πολύ πιό βαθειά. Ο Ιησούς διεισδύει με το μάτι της γνώσης, μιας γνώσης που πηγάζει απ’ την αγάπη Του γι’ αυτά, μέσα σε ολόκληρη την εσωτερική ύπαρξη του καθενός από τα πρόβατα, και διακρίνει τέλεια όλα που Αυτός κατέχει σ’ αυτά. Ας θυμηθούμε εδώ το Εβραίους Δ12: “Ο Λόγος του Θεού… εισχωρεί βαθειά μέχρι χωρισμού ψυχής και πνεύματος, αρθρώσεως και μυελών, και κρίνει συλλογισμούς και προθέσεις της καρδιάς.” Αυτή η γνώση είναι αμοιβαία. Και οι πιστοί γνωρίζουν τι είναι ο Ποιμένας τους, όλα εκείνα που Αυτός αισθάνεται γι’ αυτούς, και όλα εκείνα που Αυτός επιθυμεί να κάνει γι’ αυτούς. Έτσι αυτοί ζουν στο γαλήνιο φως μιας τέλειας αμοιβαίας γνώσης.
Τούτη η γνώση μας λέγει ο Κύριος είναι, “καθώς γινώσκει με ο Πατήρ καγώ γινώσκω τον Πατέρα”, δηλαδή είναι της ίδιας φύσης, όχι απλώς όμοια, με την αμοιβαία γνώση που συνδέει τον Πατέρα με τον Υιόν.
“Και την ψυχήν μου τίθημι υπέρ των προβάτων”. Και= και επομένως, δηλαδή: “Λόγω αυτής της αγάπης που προέρχεται απ’ την βαθειά γνώση που έχω γι’ αυτά, θυσιάζω για χάρη τους την ψυχήν μου”. Βέβαια την ψυχήν Του την θυσιάζει για όλο τον κόσμο, (Α Ιω Β 2), αλλά δυστυχώς, μόνον οι πιστοί επωφελούνται.
Τι όμορφο ! Ο Κύριος με γνωρίζει βαθειά, πιο πολύ από ότι εγώ γνωρίζω τον εαυτόν μου. Γνωρίζει τις ανάγκες μου, γνωρίζει τις αδυναμίες μου. Ξέρει τι να κάνει με μένα. Και εμείς Τον γνωρίζομε βαθειά. Κάθε μέρα και πιό πολύ γνωρίζομε τι είναι ο Κύριος για μάς, γνωρίζομε την αγάπη Του και την πιστότητά Του. Μπορούμε και εμείς να πούμε μαζί με τον Παύλο εκείνο το θριαμβευτικό: “Ξέρω εκείνον εις τον οποίον έχω πιστέψει και είμαι πεπεισμένος ότι είναι δυνατός να φυλάξη αυτά που Του εμπιστέυθηκα, έως εκείνην την Ημέραν” (Β’ Τιμ. Α 12).
Και φθάσαμε στο εδάφιο 16, το πιό όμορφο εδάφιο για εμάς τους Εθνικούς:
“Και άλλα πρόβατα έχω α ούκ έστιν εκ της αυλής ταύτης, κακείνα δει με αγαγείν και της φωνής μου ακούσουσιν, και γενήσονται μία ποίμνη, εις ποιμήν”.
Είναι αδιανόητο αυτό το ιερώτερο και πλέον αφοσιωμένο έργο αγάπης, να έχει σαν έπαθλό του μόνον αυτούς τους λίγους πιστούς, όπως οι μαθητές και ο τυφλός, που συγκατατίθενται να αποχωριστούν απ’ τον άπιστο κόσμο. Ο θάνατος ενός όντος, σαν τον Υιό του Θεού, πρέπει να επιτύχει ένα αντίστοιχο έπαθλο. Τα “άλλα πρόβατα”, η κατοχή των οποίων θα Τον αποζημιώσει για την απώλεια εκείνων που σήμερα αρνούνται να Τον ακολουθήσουν, είναι προφανώς οι πιστοί Εθνικοί.
Αυτά τα πρόβατα μας λέγει εδώ, τα “έχει” ήδη, όχι “θα τα έχει”. Απλώς περιμένουν ν’ ακούσουν την φωνήν Του, και θα μαζευτούν γύρω Του. Πως γίνεται αυτό; Το έχουμε ξαναπεί προηγουμένως.
Ας διαβάσομε πάλι προσεκτικά τα εδάφια Α 4,10: “Μέσα σ’ Αυτόν (στον Λόγον) υπήρχε ζωή και η ζωή ήτο το φως των ανθρώπων”, και “Εις τον κόσμον ήτο και ο κόσμος δι’ αυτού έγινε αλλ’ ο κόσμος δεν τον ανεγνώρισε”. Εκείνο που μας λέγει εδώ ο Λόγος του Θεού είναι ότι ο Λόγος, και πριν την ενσάρκωσή Του, εργαζόταν ανάμεσα στον αμαρτωλό κόσμο. Και μεταξύ των ειδωλολατρών έδινε στην ανθρώπινη ψυχή ζωή και φως. Όσοι τώρα παραδόθηκαν και υπάκουσαν σ’ αυτό το εσωτερικό φως, είναι τα προβατά Του, που ευθύς ως ακούσουν την φωνήν Του τρέχουν γύρω Του, γιατί σ’ Αυτόν αναγνωρίζουν το ιδανικό τους. Ας θυμηθούμε εδώ τρία σχετικά εδάφια: ” Όποιος είναι από τον Θεόν, ακούει τα λόγια του Θεού” (Η 47). “Όποιος είναι από την αλήθεια, ακούει την φωνήν μου” (ΙΗ 37), και “Όποιος ακολουθεί την αλήθεια έρχεται εις το φως” (Γ 21).
Αυτό το έργο του “αγαγείν” το ανέθεσε στην συνέχεια στον Παύλο και στις ιεραποστολές, που συνεχίζονται μέχρι και σήμερα.
Όπως θα μας πει και στην επιστολή προς Εφεσίους, το τείχος που χώριζε τους Ιουδαίους από τους Εθνικούς, γκρεμίστηκε με τον θάνατο του Χριστού, και όλοι μαζί τώρα, σχηματίζουν ένα κοπάδι με έναν ποιμένα.
Στα προηγούμενα εδάφια είδαμε, πως ο Κύριος με τρείς όμορφες εικόνες παρμένες από την ζωή στην ύπαιθρο, του ποιμένα, της πόρτας των προβάτων, του καλού ποιμένα, εξήγησε στους Ιουδαίους ακροατές Του αντίστοιχα τούτα τα τρία πράγματα: α) Πως ο Μεσσίας θα σχηματίσει το κοπάδι Του. β) Πως θα το τροφοδοτεί και θα το αναπαύει. γ) Τι είναι εκείνο που Τον ωθεί να ενεργήσει έτσι.
Μέσα όμως σ’ αυτές τις παραβολές τους ανέφερε και δύο νέες ιδέες που ξεσήκωσαν πολλές αμφιβολλίες στο μυαλό τους: α) Ότι ο Μεσσίας θα πεθάνει, προκειμένου να δώσει την ζωήν Του για τα προβατά Του, και β) Ότι στην Μεσσιανική σωτηρία (βασιλεία) πρόκειται να κληθούν και ειδωλολάτρες, Εθνικοί. Για τις δικές τους πεποιθήσεις αυτές οι ιδέες είναι τελείως παράξενες. Βλέπετε σχημάτιζαν τις πεποιθήσεις τους με βάση τις ανθρώπινες διδασκαλίες και παραδόσεις, και όχι με βάση το Λόγο του Θεού, που με τόση λεπτομέρεια προλέγει (στην Π.Δ.) τα δύο αυτά γεγονότα.
Είναι αυτές οι αμφιβολλίες στο μυαλό τους, που αναγκάζουν τον Κύριο να τους βεβαιώσει στην συνέχεια με έμφαση, α) Ότι ο Θεός ευαρεστείται με αυτό το έργο, και μ’ Αυτόν που το εκτελεί και, β) Ότι αυτός είναι ο αληθινός στόχος της αποστολής Του στον κόσμο.

“Δια τούτο με ο πατήρ αγαπά, ότι εγώ τίθημι την ψυχήν μου, ίνα πάλιν λάβω αυτήν. Ουδείς αίρει αυτήν απ’ εμού, αλλ’ εγώ τίθημι αυτήν απ’ εμαυτού. Εξουσίαν έχω θείναι αυτήν, και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν αυτήν. Ταύτην την εντολή έλαβον παρά του πατρός μου”.
“Δια τούτο ο πατέρας με αγαπά, διότι θυσιάζω την ζωήν μου, δια να την πάρω πάλιν. Κανείς δεν μου την αφαιρεί, αλλά εγώ οικειοθελώς την θυσιάζω. Έχω εξουσίαν να την θυσιάσω και έχω εξουσιαν πάλιν να την πάρω. Αυτή την εντολή έλαβα από τον πατέρα μου”.(Εδάφια 17,18)

“Ο ουράνιος Πατέρας”, τους εξηγεί, “είναι ικανοποιημένος μαζί Μου, με αγαπά, δια τον λόγο ότι, δι’ αυτό το έργο, που τόσο πολύ Τον ενδιαφέρει, δηλαδή για την σωτηρία των ανθρώπων, εγώ θυσιάζω την ζωήν μου, και όχι απλώς την θυσιάζω, αλλά την θυσιάζω για να την ξαναπάρω πίσω”.
Ας σταθούμε εδώ να προσέξωμε μερικά σημεία:
α) Αναμφίβολλα ο Πατέρας αγαπά τον Υιόν αιωνίως. Από την στιγμήν όμως που ο Υιός έγινε άνθρωπος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και να αγαπηθεί από τον Πατέρα, παρά σαν άνθρωπος πλέον. Ήλθε σε μια καινούργια ύπαρξη για να υπηρετήσει κάποιο σκοπό. Ποιός είναι αυτός ο σκοπός, ο νέος νόμος που καλείται να υπηρετήσει η καινούργια Του ύπαρξη; Να σώσει, με προσφορά την ζωήν Του, το πεσμένο γένος με το οποίο βρίσκεται τώρα συνδεδεμένος. Η συνεχής διάθεση του Υιού να δεχθεί αυτή την υποχρέωση αγάπης, είναι αυτή που ικανοποιεί απέραντα τον Πατέρα, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Πατέρα.
Είναι σαν να παίρνω εργάτη έναν φίλο μου. Τον αγαπώ και είμαι ικανοποιημένος μαζί του σαν φίλο μου. Τώρα όμως μας συνδέει και μια καινούργια σχέση. Για να είμαι ικανοποιημένος μαζί του, θα πρέπει αυτός να ανταποκριθεί με συνέπεια στον καινούργιο του ρόλο, να εργασθεί δηλαδή ευσυνείδητα. Αν δεν εργασθεί σωστά, κινδυνεύει και η προηγούμενη αγάπη μας.
Βάσει των προηγουμένων συμπεραίνεται ότι η αιώνια αγάπη που ο Θεός είχε δια τον Υιόν Του, με την ενανθρώπιση του Κυρίου μπήκε σε δοκιμασία. Μόνο αν ο Κύριος υπηρετούσε μέχρι τέλους τον σκοπό για τον οποίον ήλθε, θυσιάζοντας σαν άνθρωπος την ζωήν Του, θα ήταν αρεστός, θα ικανοποιούσε τον Πατέρα. Αυτό για να καταλάβωμε τι κοστίσαμε στον Ίδιο τον Θεό. Έβαλε για χάρη μας σε δοκιμασία την σχέση Του με τον Υιόν Του. Εάν ο Υιός υπέκυπτε στην αδυναμία της ανθρώπινης φύσης που τώρα φορούσε – θυμηθείτε τον αγώνα στην Γεθσημανή, και δεν εκπλήρωνε μέχρι τέλους τον σκοπό της καινούργιας Του ύπαρξης, ούτε λίγο ούτε πολύ, τούτο το εδάφιο μας λέγει, θα έχανε την αγάπη του Πατέρα, που σημαίνει θα αποκοβόταν από τον Πατέρα.
Γι’ αυτό και ο Λόγος του Θεού ονομάζει στο Εφεσίους Ε 2, “ευωδιάζουσα θυσία προς τον Θεό”, τον θάνατο του Κυρίου μας.
β) Τον αγαπά όχι μόνο γιατί θυσιάζει την ζωήν του, αλλά διότι “την θυσιάζει για να την πάρει πάλιν”. Δηλαδή αν μόνον την θυσίαζε, αυτό δεν θα ικανοποιούσε τον Πατέρα. Θα έπρεπε ο Κύριος να επιστρέψει με την ανάσταση πάλιν ανάμεσα στους ανθρώπους, για να συνεχίσει και να μην αφήσει ημιτελές το έργο που άρχισε. Θα μπορούσε να μην ανασταινόταν πάλιν σαν άνθρωπος, και να επέστρεφε απλώς στην κατάσταση που είχε πριν την ενσάρκωση. Δέχτηκε όμως με την ανάστασή Του, να πάρει πάλι το ανθρώπινο σχήμα, δοξασμένο τούτη την φορά, και με αυτό να συνεχίσει το έργο που είχε αρχίσει σαν Ποιμένας, σαν Κεφαλή τώρα της Εκκλησίας, για να μαζέψει και να οδηγήσει όλα τα πρόβατα του Θεού, και εκείνα που ήσαν από τα Έθνη. Τούτο ήταν το σχέδιο του Θεού, και για να πραγματοποιηθεί απαιτούσε όχι μόνον τον θάνατό Του, αλλά και την ανάσταση Του μεταξύ των ανθρώπων. Αν δεν ανασταινόταν ήταν σαν να μας εγκατέλειπε, να άφηνε ημιτελές το θέλημα του Πατέρα, κάτι που θα αμαύρωνε την δόξα του Πατέρα.
Εδώ ο Κύριος κάνει τούτη την εξήγηση: “Κανείς δεν μου την αφαιρεί, αλλ’ εγώ οικειοθελώς την θυσιάζω. Έχω εξουσίαν να την θυσιάσω και έχω εξουσίαν πάλιν να την πάρω. Αυτή την εντολή έλαβα από τον Πατέρα μου”.
Δηλαδή, και το να πεθάνει, και το ν’ αναστηθεί, είναι καθαρά θέμα θέλησης δικής Του. Ουδείς μπορεί να Τον εξαναγκάσει να το κάνει. Ούτε και ο Ίδιος ο Θεός, η ελευθερία Του είναι σεβαστή. Το ότι θυσιάζεται, και στην συνέχεια ανασταίνεται, είναι διότι ο Ίδιος το θέλει. Την δύναμη βέβαια γαι αυτές τις δύο ενέργειες θα τις αντλήσει από τον Θεό, μέσω της προσευχής.
“Αυτή την εντολή έλαβα από τον Πατέρα μου”. Αυτό δεν σημαίνει εδώ ότι ο Θεός τον διέταξε να πεθάνει και να αναστηθεί, γιατί αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με τα προηγούμενα, όπου εμφατικά δηλώνεται η πλήρης ελευθερία του Υιού.
Τούτο θα το καταλάβωμε πιο καλά, αν αντί για “εντολή” πούμε “αποστολή”: “Αυτήν την αποστολή έλαβα απ’ τον Πατέρα μου”. Όπως και σήμερα λέμε: Ο πρόεδρος της Δημοκρτίας έδωσε την εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης στον τάδε που το κόμα του πλειοψήφισε – που δεν σημαίνει ότι τον διατάζει, αλλά απλώς του αναθέτει αυτόν το ρόλο μήπως και τα καταφέρει.
Δηλαδή, όταν ο Πατέρας Τον έστειλε Του είπε: “Να τι θέλω να κάνω. Εσύ πηγαίνοντας τώρα μπορείς να πεθάνεις ή και να μην πεθάνεις, να αναστηθείς ή και να μην αναστηθείς, σύμφωνα πάντα με την ελεύθερη επιθυμία της καρδιάς Σου”.
Το ότι προσφέρεται εθελοντικά, ενώ θα μπορούσε να κάνει και το αντίθετο, είναι αυτό που δίνει την απέραντη ικανοποίηση στον Θεό, είναι αυτό που κάνει τον Θεό να Τον αγαπά σ’ αυτή την νέα Του κατάσταση, σαν υιό ανθρώπου.

Τα λόγια Του όμως, όπως πάντα, έφεραν διαίρεση:

“Σχίσμα πάλι εγένετο εν τοις Ιουδαίοις δια τους λόγους τούτους. Έλεγον δε πολλοί εξ αυτών, δαιμόνιο έχει και μαίνεται. Τι αυτού ακούετε; Άλλοι έλεγον, Ταύτα τα ρήματα ουκ έστι δαιμονιζομένου. Μη δαιμόνιον δύναται τυφλών οφθαλμούς ανοίξαι;”
“Έγινε τότε πάλιν διχασμός μεταξύ των Ιουδαίων εξ αφορμής των λόγων αυτών. Πολλοί απ’ αυτούς έλεγαν, “Έχει δαιμόνιον και είναι έξω φρενών, τι τον ακούτε;”. Άλλοι έλεγαν, “Αυτά δεν είναι λόγια δαιμονισμένου. Μήπως μπορεί δαιμόνιον να ανοίξη τα μάτια τυφλών;”(εδάφια 19-21)

Έτσι, όλο και περισσότερο, τα πρόβατα τα δικά Του αποχωρίζονται απ’ την μάζα του κοπαδιού, για να μαζευτούν γύρω Του.
Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα, ο Κύριος, καθώς συμπεραίνωμε και από τα Συνοπτικά Ευαγγέλια, πρέπει να επέστρεψε στην Γαλιλαία, όπου συνέχισε το έργο Του. Ύστερα όμως από δύο μήνες, περί τα μέσα του Δεκέμβρη, επιστρέφει πάλι στην Ιερουσαλήμ. Ήταν τότε η γιορτή των εγκαινίων.
Η τακτική που ακολουθούσε στην Ιερουσαλήμ ήταν η εξής: Συνήθως πήγαινε σε γιορτές. Ο Θεός Τον οδηγούσε να κάνει κάποιο θαύμα, σαν σημείο μαρτυρίας. Με αφορμή το θαύμα, και το θέμα της εορτής που εορταζόταν, έδινε μαρτυρία για τον εαυτόν Του και το έργο Του. Η μαρτυρία Του σήκωνε θυελλώδεις διαμάχες που δεν Του επέτρεπαν να την ολοκληρώσει. Για να μην οξυνθούν περισσότερο τα πράγματα, αποτραβιόταν στην Γαλιλαία, για να επανέλθει στην επόμενη εορτή, και να συνεχίση εκεί απ’ όπου Τον είχαν διακόψει στην μαρτυρία Του.
Τον τυφλό τον είχε γιατρέψει στην γιορτή της Σκηνοπηγίας. Η διαμάχη που ξέσπασε δεν Του επέτρεψε να ολοκληρώσει όσα ήθελε να τους πει εξ αφορμής αυτού του γεγονότος. Γι’ αυτό επιστρέφει μετά δύο μήνες στην εορτή των Εγκαινίων, και συνεχίζει την μαρτυρία που τότε Του είχαν διακόψει, συνοψίζοντας το κεντρικό νόημα της ομιλίας Του, που τους ανέπτυξε κατα την διάρκεια της προηγουμένης Του επίσκεψης, απαντόντας σε όλες τις ερωτήσεις που τότε δεν κατέστη δυνατόν ν’ απαντήσει, και κάνοντας τους μια τελευταία έκκληση.

“Εγένετο τότε τα εγκαίνια εν τοις Ιεροσολύμοις, χειμών ην. Και περιεπάτει ο Ιησούς εν τω ιερώ εν τη στοά του Σολομώντος. Εκύκλωσαν ουν αυτόν οι Ιουδαίοι και έλεγον αυτώ, Εως πότε την ψυχήν ημών αίρεις; Ει συ ει ο Χριστός, ειπέ ημίν παρρησία”.
“Εωρτάζετο τότε η εορτή των εγκαινίων εις τα Ιεροσόλυμα και ήτο χειμώνας. Και ο Ιησούς περιπατούσε εις τον ναόν, εις την στοάν του Σολωμόντος. Τότε τον εκύκλωσαν οι Ιουδαίοι και του έλεγαν, “Έως πότε θα μας κρατάς σε αμφιβολλίαν; Εάν εσύ είσαι ο Χριστός να μας το πεις δημόσια”.(εδάφια 22-24)

Η γιορτή των Εγκαινίων εισήχθη υπό των Μακκαβαίων, σε ανάμνηση του καθαρισμού του Ναού, μετά απο την βεβήλωσή του από τον Αντίοχο τον Επιφανή. Διαρκούσε 8 ημέρες, και ονομαζόταν και “φώτα”, λόγω του λαμπρού φωτισμού με τον οποίο εορτάζετο σ’ ολόκληρη την χώρα.
Ήταν χειμώνας, και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να μιλά σε ανοικτό χώρο. Κάποια στιγμή, εκεί που περπατούσε σε κάποια στοά, στην στοά του Σολομώντος – εκεί που αργότερα μαζευόταν οι πιστοί Του της πρώτης Εκκλησίας (όπως μας αναφέρεται στις Πράξεις), φαίνεται πως είχε ξεμακρύνει κάπως απ’ τους μαθητές Του. Αυτή την ευκαιρεία την εκμεταλλεύτηκαν οι Ιουδαίοι και Τον περιεκύκλωσαν, για να Τον αναγκάσουν να μιλήσει.
Έχουν χάσει την υπομονή τους με τις, όπως νομίζουν, διφορούμενες απαντήσεις Του. Μερικοί από ανάμεσά τους αισθάνονται ότι ποτέ κανένας δεν είχε πλησιάσει όσον Αυτός το Μεσσιανικό πρότυπο. Ας αναλάβει λοιπόν τον ρόλο Του σαν Μεσσίας, και ας τους ελευθερώσει από τον Ρωμαϊκό ζυγό, όπως τελευταία ο Ιούδας ο Μακκαβαίος καθάρισε τον ναό από την Συριακή βεβήλωση. Αν το κάνει, τώρα αμέσως, σε τούτη την γιορτή, θα Τον αναγνωρίσουν και θα Τον επευφημήσουν. Εάν όχι, ας το δηλώσει ανοικτά ότι δεν είναι ο Μεσσίας, για να μην ξεσηκώνει την προσμονή του κόσμου. Γιατί να ξυπνά τις εθνικές ελπίδες, χωρίς να τις πραγματοποιεί;
Η θέση του Κυρίου, σε σχέση με τους Ιουδαίους, δεν ήταν ποτέ τόσο κρίσιμη. Να πει “ναι”, είναι αδύνατον. Διότι η έννοια που δίνουν αυτοί στον όρο “Χριστός”, δεν έχει τίποτα το κοινό με εκείνη που Αυτός ο Ίδιος της δίνει. Να πει “όχι”, και τούτο είναι εξίσου αδύνατον, διότι Αυτός πράγματι είναι ο Χριστός.
Η απαντησή Του είναι θαυμαστή για την σοφία της:

“Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς. Είπον υμίν και ου πιστεύετε, τα έργα α ποιώ εν τω ονόματι του Πατρός μου ταύτα μαρτυρεί περί εμού. Αλλά υμείς ου πιστεύετε, ότι ούκ εστέ εκ των προβάτων των εμών”.
“Ο Ιησούς τους απεκρίθη, “Σας το είπα αλλά δεν το πιστεύετε. Τα έργα, τα οποία εγώ κάνω εις το όνομα του Πατέρα μου, αυτά μαρτυρούν δι’ εμέ. Αλλά σεις δεν πιστεύετε διότι, όπως σας είπα, δεν είσθε από τα δικά μου πρόβατα”.(Εδάφια 25-26)

“Είσαστε”, τους λέγει ο Κύριος, “σε αμφιβολλία και αναστάτωση, όχι από δικό μου σφάλμα, αλλά από δικό σας. Εγώ, ποιός είμαι, και γιατί ήλθα, σας το έχω εξηγήσει. Σας έχω εξηγήσει και αποδείξει ότι όλα τα σύμβολα του Νόμου και των Προφητών, που προεικονίζουν τον Μεσσία, εκπληρώνονται στο πρόσωπό Μου. Πέραν αυτού έχετε και την μαρτυρία του Ιδίου του Πατέρα μου. Όλα τα θαύματα που έκανα, Εκείνος μου έδωσε να τα κάνω. Όλα τα έκανα επικαλούμενος το ονομά Του. Εάν ήμουν απατεώνας, θα μου απαντούσε ποτέ ο Θεός έτσι; Εγώ δεν σας λέγω ότι είμαι ο Χριστός, αυτό εσείς οι ίδιοι οφείλετε να το αναγνωρίσετε. Αν δεν με αναγνωρίζετε, είναι γιατί δεν είμαι τέτοιος, όπως με ζητά η καρδιά σας. Γι’ αυτό προσποιείσθε ότι δεν με καταλαβαίνετε. Σας λείπει η ηθική προδιάθεση,” δεν είσθε απ’ τα πρόβατα τα δικά Μου”, γι’ αυτό δεν μπορείτε να με αναγνωρίσετε σαν ποιμένα. Η καρδιά η δική σας άλλου είδους Μεσσία επιθυμεί”.
Θυμόσαστε τότε που ρώτησε τους μαθητάς Του (Ματθαίος ΙΣΤ 15-20), να του πούνε, ποιός νομίζουνε ότι είναι, τότε που ο Πέτρος εν ονόματι και των άλλων Του απάντησε: “Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος”; Στην συνέχεια εκεί μας αναφέρεται: “Τότε παρήγγειλεν εις τους μαθητάς αυτού να μην είπωσι προς μηδένα, ότι αυτός είναι Ιησούς ο Χριστός”. Και τούτη η απαγόρευση φαινομενικά δείχνει παράξενη. Αυτό το κομμάτι όμως στον Ιωάννη μας δίνει την εξήγηση: Ο Κύριος ήθελε, απ’ την μαρτυρία και τα έργα Του, μόνοι τους να πιστέψουν ποιός είναι, και μόνοι τους να Τον αναγνωρίσουν και να Τον ονομάσουν Χριστό. Ήθελε να απωθήσει από κοντά Του όλους εκείνους που η καρδιά τους επιθυμούσε έναν ψεύτικο Μεσσία, μόνον και μόνον για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες τους, και να κρατήσει εκείνους που η καρδιά τους θα Τον αναγνώριζε ελεύθερα μέσα από την μαρτυρία και τα έργα Του. Δεν ήθελε το όνομα, αλλά την πίστη.
Στην συνέχεια, όπως θα δούμε, ο Κύριος αναφέρεται στα δικά Του πρόβατα, και στα προνόμια που αυτά απολαμβάνουν κοντά Του. Με αυτά τα λόγια τους εξηγεί ότι τους χωρίζει μια άβυσσος. Ταυτόχρονα όμως τούτα τα λόγια δουλεύουν σαν μια πρόσκληση, να έλθουν κοντά του οι λιγώτερο κακά διατεθειμμένοι.

“Τα πρόβατα τα εμά της φωνής μου ακούουσιν, καγώ γινώσκω αυτά και ακολουθούσιν μοι, καγώ δίδωμι αυτοίς ζωήν αιώνιον και ου μη απόλωνται εις τον αιώνα και ουχ αρπάσει τις αυτά εκ της χειρός μου”.
“Τα δικά μου πρόβατα ακούνε την φωνήν μου και εγώ τα ξέρω και με ακολουθούν. Τους δίνω ζωήν αιώνιον και δεν θα χαθούν ποτέ. Κανείς δεν θα τα αρπάξει από το χέρι μου”.(Εδάφια 27,28)

Εδώ ο Κύριος τους εξηγεί τα ίδια πράγματα που τους εξήγησε στην αρχή του κεφαλαίου μας με τις τρείς παραβολές, του ποιμένα, της πύλης των προβάτων, και του καλού ποιμένα. Να ποιά είναι αυτά τα πράγματα, αυτές οι αλήθειες:
α) Τα πρόβατα τα δικά Του ακούνε, ξεχωρίζουν την φωνήν Του, και είναι αυτή η φωνή που τα μαζεύει γύρω Του. Είναι αυτή ακριβώς η πίστη τους όταν ακούσουν τον λόγον Του.
β) Ο Κύριος, ο ποιμένας τους, γνωρίζει προσωπικά το καθένα πρόβατο με ένα ειδικό όνομα, όπως και το κάθε πρόβατο έχει μια τελείως προσωπική γνώση του Κυρίου Του.
γ) Οι δικοί Του τον ακολουθούν με πρακτική πιστότητα, και από το μέρος Του ο Κύριος τους δίνει το ύψιστο αγαθό, την ζωή.
δ) Η σωτηρία τους είναι άφθαρτη, δεν θα χαθουν ποτέ, και αυτό διότι είναι στα χέρια Του, δηλαδή είναι ιδιοκτησία δική Του, και Αυτός με πιστότητα θα τους διαφυλάξει από κάθε εχθρό (“Ούχ αρπάσει τις αυτά εκ της χειρός μου”).
Το εδάφιο 29 εξηγεί τι είναι ακριβώς εκείνο που εγγυάται την αιώνια ασφάλεια τους:

“Ο πατήρ μου ο δέδωκεν μοι πάντων μείζων έστιν, και ουδείς δύναται αρπάζειν εκ της χειρός του Πατρός”.
“Ο Πατέρας μου, ο οποίος μου τα έχει δώσει, είναι μεγαλύτερος όλων και κανείς δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι του Πατέρα”.(εδάφιο 29)

Οι πιστοί είμαστε στα χέρια του Χριστού, ανήκουμε προσωπικά σ’ Αυτόν. Ποιός μας έδωσε, ποιός μας ανέθεσε σ’ Αυτόν; Ο Θεός, ο Ουράνιος Πατέρας μας. Για να μας πάρει, να μας αρπάξει κάποιος από τον Χριστό, πρέπει να μας αρπάξει από τον Ίδιο τον Θεό. Αλλά κανείς δεν μπορεί, γιατί ο Θεός είναι πιό δυνατός απ’ όλους.
Το ερώτημα είναι, κανείς δεν μπορεί; Ναι, κανείς από τους εχθρούς από έξω. Μπορεί όμως αυτή η εγγύηση να εξασφαλίσει τους πιστούς από τις συνέπειες της δικής τους απιστίας; Το κείμενο δεν λέγει τίποτα τέτοιο. Ούτε και στην Ρωμαίους Η 38,39, όπου αναφέρονται εκείνοι που πιθανόν να μας χώριζαν απο την αγάπη του Θεού. Το πρόβατο μπορεί να σταματήσει να είναι πρόβατο μόνο από δική Του απιστία.
Και γιατί ο Πατέρας φυλά απαράβατα αυτά που ανήκουν στον Υιό; Μας το λέγει το εδάφιο 30:

“Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν”(εδάφιο 30)

“Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα”, και αφού είμαστε ένα, τα έχουμε όλα κοινά, και τα πρόβατα.
Ας σταθούμε λίγο σε αυτή την φράση του Κυρίου: “Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν”.
Λέγοντας ο Κύριος ότι “είναι εν με τον Πατέρα”, δεν εννοεί απλώς ότι “επιθυμούν εν και το ίδιο πράγμα”, ή ότι “εργαζόμαστε στο ίδιο έργο”, ή ότι “έχομε την ίδια δύναμη”. Αν εννοούσε αυτό θα το διευκρίνιζε πολύ καθαρά, θα έλεγε π.χ. “Εγώ και ο Πατέρας συνεργαζόμαστε”, και δεν θα διακινδύνευε άσκοπα μια φράση, που όπως θα δούμε στην συνέχεια, ξεσήκωσε θύελλα στους ακροατές Του.
Λέγοντας, “εν εσμέν”, διαβεβαιώνει για εκείνη την βαθειά ενότητα που Τον συνδέει με τον Πατέρα. Δεν είναι μόνο η αγάπη που τους συνδέει, ή η κοινή θέληση, ή η κοινή ενέργεια. Έχουν και την ίδια φύση, την ίδια ουσία. Είναι αυτό που αναφέρεται στο σύμβολο της πίστεως: “Ομοούσιο τω Πατρί”.
Τι σημαίνουν αυτά; Ότι ο Χριστός δεν είναι δημιούργημα. Θα ήταν τρομερή βλασφημία να πεί ποτέ ένα δημιούργημα, “εν εσμέν με τον Θεό”, “ο Θεός και εγώ”, “εμείς” (αναφερόμενος στον εαυτόν του και τον Θεόν). Για να τολμήσει ο Κύριος να το πεί έτσι, σημαίνει ότι είναι ομοούσιος με τον Θεό, όχι κτίσμα του Θεού.
Το “Εγώ και ο Πατήρ” πάλιν, μας διευκρινίζει ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστά πρόσωπα.

Όταν το άκουσαν αυτό οι Ιουδαίοι:

“Εβάσταζον πάλιν λίθους οι Ιουδαίοι ίνα λιθάσωσιν αυτόν”.(εδάφιο 31)

Δεύτερη φορά που επιχειρούν να Τον λιθοβολήσουν. Την άλλη φορά ήταν στην αυλή του Ναού, όπως έχομε δει, Η 59, κατά την διάρκεια μιας άλλης ομιλίας Του. Τότε ο Κύριος είχε αποσυρθεί. Εδώ όμως δεν αποσύρεται. Κάνει τις πέτρες να πέσουν από τα χέρια των αντιπάλων Του με μια ερώτηση.

“Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς. Πολλά έργα καλά έδειξα υμίν εκ του Πατρός. Διά ποίον αυτών έργον με λιθάζετε; Απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαίοι. Περί καλού έργου ου λιθάζομεν σε άλλα περί βλασφημίας, και ότι συ άνθρωπος ων ποιείς σεαυτόν Θεόν”.
“Απεκρίθη σ’ αυτούς ο Ιησούς, “Πολλά καλά έργα σας έδειξα από τον Πατέρα μου, για ποιό έργον από αυτά με λιθοβολείτε;”. Απεκρίθησαν εις αυτόν οι Ιουδαίοι, “Δεν σε λιθοβολούμε για κάποιο καλό έργον αλλά δια βλασφημίαν, διότι σύ, ενώ είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτόν σου Θεόν”.(Εδάφια 32-33)

Θυμόσαστε, όταν θεράπευσε τον παραλυτικό (Κεφ.5), ήταν τότε που εκδηλώθηκε το θανάσιμο μίσος τους. Στην συνέχεια, όταν θεράπευσε τον εκ γενετής τυφλόν (Κεφ. 9), τούτο το μίσος αυξήθηκε σε βιαιότητα. Και όπως θα δούμε στην συνέχεια, όταν ανέστησε τον Λάζαρο (Κεφ.11), τότε πια πήραν οριστικά την απόφαση ν’ απαλλαγούν από Αυτόν.
Όλα τούτα είναι “έργα καλά”, (το “καλά” δεν σημαίνει μόνο ευεργετικά, αλλά τέλεια σε αγιότητα και ηθικά ωραία), που ο Πατέρας Του έδωσε να κάνει. Στον Πατέρα ανήκε και η πρωτοβουλία και η δύναμη. Αυτό σημαίνει το “Εκ του Πατρός”. Ο Πατέρας τα έχει ετοιμασμένα, και τα έδωκε στον Υιό να τα κάνει, για να συστήσει τον Υιό, για να δείξει την χάρη που ο Υιός απολαμβάνει από τον Πατέρα (Να πως ξεκινούν τα θαύματα).
Η βαθύτερη αιτία που θέλουν να Τον λιθοβολήσουν δεν είναι η κατηγορία της βλασφημίας. Είναι γιατί όλα τούτα τα μεγάλα έργα που κάνει, αποδεικνύουν ότι αυτός είναι ο νόμιμος κληρονόμος, και φοβούνται ότι θα τους πάρει την κληρονομιά που έχουν αρπάξει. Είναι ακριβώς εκείνο που είπαν αυτοί που είχαν αρπάξει τον αμπελώνα, όταν ο ιδιοκτήτης του έστειλε τελευταίον τον υιόν του να πάρει από τους καρπούς: “Αυτός είναι ο κληρονόμος. Ας τον σκοτώσουμε, και ας κατακρατήσωμεν την κληρονομίαν του” (Ματθαίος ΚΑ 38). Θυμόσαστε και τον Παύλο; Και στην Έφεσο και στους Φιλίππους αυτή ήταν η βαθύτερη αιτία που τον κυνήγησαν, ήταν γιατί εβλάπτοντο τα συμφέροντά τους.
Η ερώτηση αυτή του Κυρίου φαίνεται να τους παραλύει. Έτσι ο Κύριος βρίσκει ευκαιρεία να τους ανασκευάσει την κατηγορία της βλασφημίας που Του αποδίδουν, και να τους διευκρινίσει το θέμα της σχέσης Του με τον Θεό, που είχαν αμφισβητήσει.
Και πρώτα να τι απαντά στην κατηγορία τους, ότι βλασφήμησε, με το να ονομάσει τον εαυτόν Του Θεό:

“Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς. Ουκ έστιν γεγραμμένον εν τω νόμω ημών ότι εγώ είπα, Θεοί εστέ; Ει εκείνους είπεν θεούς προς ους ο λόγος του Θεού εγένετο, και ου δύναται λυθήναι η γραφή, ον ο Πατήρ ηγίασεν και απέστειλεν εις τον κόσμον υμείς λέγετε ότι βλασφημείς, ότι είπον, Υιός του Θεού ειμί;”
“Ο Ιησούς τους απεκρίθη, “Δεν είναι γραμμένον εις τον νόμον σας, Εγώ είπα, είσθε θεοί; Εάν εκείνους είπε θεούς, προς τους οποίους ήλθε ο λόγος του Θεού – και η γραφή δεν είναι δυνατόν να καταργηθεί – σεις λέτε εις εκείνον, που ο Πατέρας τον αγίασε και τον έστειλε εις τον κόσμον, “Βλασφημείς”, επειδή είπα είμαι Υιός του Θεού;”(Εδάφια 34-36)

Εδώ ο Κύριος αναφέρεται στο εδάφιο 6 του Ψαλμού 82. Ο Λόγος του Θεού σε αυτόν τον Ψαλμό απευθύνεται στους δικαστές. Το λειτούργημά τους και η εξουσία τους είναι από τον Θεό. Είναι όργανα της θείας δικαιοσύνης, οι αντιπρόσωποί της στην γη. Γι’ αυτό τους ονομάζει θεούς. Συνεργάζονται με τον Θεό για την άσκηση της δικαιοσύνης Του, ο Θεός είναι ανάμεσά τους.
“Αφού λοιπόν τους συνεργάτες του Θεού η Γραφή τους ονομάζει θεούς, και η Γραφή ποτέ δεν βλασφημά, πως τότε εμένα, που είμαι απεσταλμένος του Θεού με μια ειδική εντολή, με κατηγοράτε ότι βλασφήμησα με το να ονομάσω τον εαυτόν μου “Υιόν του Θεού”;
Αξίζει εδώ να σημειώσωμε τον απεριόριστο σεβασμό που είχε ο Κύριος στην Γραφή. Το δήλωσε κατηγορηματικά: “Ου δύναται λυθήναι η γραφή”, “δεν είναι δυνατόν να καταργηθεί η Γραφή”.
Εδώ συγκεκριμένα ο Ιησούς δηλώνει τον εαυτόν Του σαν: “Ον ο Πατήρ ηγίασεν και απέστειλεν εις τον κόσμον”. Πρώτα τον “ηγίασε”, και μετά Τον “απέστειλε” στον κόσμο.
Με το “ηγίασε” δηλώνει μια πράξη που έγινε στον Ουρανό, πριν έλθει ο Κύριος στην γη, δια της οποίας ο Θεός Τον ξεχώρισε και Τον καθιέρωσε γι’ αυτή την αποστολή. Υπήρξε κάτι σαν συμβούλιο μεταξύ του Πατέρα και του Υιού, πριν τον ερχομό του τελευταίου στον κόσμο, του οποίου αυτός ο Ίδιος διατυπώνει το αποτέλεσμα όταν λέγει: “Κατέβηκα από τον ουρανό όχι δια να κάνω το θέλημα το δικό μου αλλά το θέλημα εκείνου που με έστειλε” (ΣΤ 38).
Στην συνέχεια ο Κύριος έρχεται στο θέμα της ειδικής σχέσης που έχει με τον Θεό, στο θέμα δηλαδή της θεότητός Του:

“Ει ου ποιώ τα έργα του πατρός μου, μη πιστεύετε μοι. Ει δε ποιώ, καν εμοί μη πιστεύητε, τοις έργοις πιστεύητε, ίνα γνώτε και πιστεύσητε ότι εν εμοί ο πατήρ καγώ εν τω πατρί.”
“Εάν δεν κάνω τα έργα του πατέρα μου, μη με πιστεύετε. Εάν όμως τα κάνω, τότε, και αν ακόμη δεν πιστεύετε σε εμέ, πιστέψατε εις τα έργα, δια να γνωρίσετε και πιστέψετε ότι ο πατέρας είναι εν εμοί και εγω εν τω πατρί”.(Εδάφια 37-38)

Υπάρχει πολλή ευγένεια στον τρόπο που εκφράζεται και αιτιολογεί εδώ ο Κυριος. Προσφεύγει με γαλήνη στα λογικά επειχηρήματα.
Συμφωνεί ότι μπορεί να τους είναι δύσκολο να δώσουν πίστη στις προσωπικές Του διαβεβαιώσεις, παρόλο που η μαρτυρία ενός προσώπου σαν και Αυτόν έπρεπε να φέρει τις αποδείξεις από μόνη της.
Αλλά στην μαρτυρία Του είναι ενωμένα και τα έργα που Του έδωσε ο πατέρας να εκτελέσει. Εάν δεν έχουν αυτιά, έχουν μάτια. Τούτα τα έργα θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν να γνωρίσουν ώστε να καταλάβουν. Τι να καταλάβουν; “Ότι εν εμοί ο πατήρ καγώ εν τω Πατρί”, ότι “Εγώ και ο πατέρας είμαστε ένα” (αυτό που τους είπε στο εδάφιο 30).
Αυτό που δεν μπόρεσαν, μάλλον δεν θέλησαν να το καταλάβουν αυτοί τότε, πόσο καθαρά το καταλαβαίνουν οι πιστοί Του. Όσο πιο βαθειά μελετάμε το πρόσωπο του Ιησού Χριστού διαπιστώνομε περισσότερο και περισσότερο δύο πράγματα:
α) Την πλήρη κοινωνία που έχει ο Ιησούς με τον Θεό, έτσι που ο Θεός κάνει μέτοχο σε όλα τα πλούτη Του αυτό το ανθρώπινο Όν, το όργανό Του στην γη. Αυτό σημαίνει το “εν εμοί ο Πατήρ”.
β) Την πλήρη απογύμνωση δια της οποίας ο Ιησούς, αποκηρύσσοντας την δική Του ζωή, σύρει το κάθε τι μόνον απ’ την πληρότητα του Πατέρα και των δώρων Του. Αυτό σημαίνει το “Εγώ εν αυτώ”.
Δηλαδή με απλά λόγια: Το μυστικό της ζωής του Ιησού, η σχέση που Τον συνέδεε σαν άνθρωπο με τον Ουράνιο Πατέρα ήταν η εξής: Ο Πατέρας Του χορηγεί τα πάντα, Τον κάνει κοινωνό σε όλα τα σχέδιά Του, τα πλούτη Του. Απ’ την μεριά Του ο Ίδιος, απαρνείται τα πάντα, όσα προέρχονται από τον εαυτόν Του, τα σχέδιά Του, την σοφία Του, την δύναμή Του, την ικανότητά Του να παράγει ζωή, την ίδια Του την ζωή, κ.λ.π και ζεί παίρνοντας το κάθε τι από εκείνα που Του χορηγεί ο Πατέρας, και κάνοντας μόνον εκείνα που Τον οδηγεί ο Πατέρας να κάνει.
Τούτο είναι το υπόδειγμα, το πρότυπο για μάς. Σαν ελεύθερα όντα είμαστε προικισμένοι με πολλές ικανότητες και με σοφία. Μπορούμε να προγραμματίζομε, να σχεδιάζομε, ν’ αυτενεργούμε. Να βασιζόμαστε στον εαυτόν μας. Ο Παύλος όμως που είχε καταλάβει το μυστικό να τι είπε: “Μετά του Χριστού συνεσταυρώθην. Ζω δε ουχί πλέον εγώ, αλλά ο Χριστός ζει εν εμοί” (Γαλάτας Β 20). Δεν κάνω πια σχέδια, όνειρα. Απλά περπατώ στα καλά έργα που έχει ήδη ετοιμάσει ο Θεός για εμένα (Εφ. Β10). Δεν βασίζομαι πιά στην δική μου σοφία, δύναμη, θέληση. Το κάθε τι που θα μου χρειαστεί από εδώ και πέρα το παίρνω από εκείνα που μου χορηγεί ο Θεός. Αυτό σημαίνει “Αυτός εν ημίν και ημείς εν Αυτώ”. Ή όπως το είπε ο Ίδιος ο Κύριος: “Καθώς συ, Πατέρα, είσαι εν εμοί και εγώ εν σοι, ας είναι και αυτοί εν ημίν ένα” (Ιωάννης ΙΖ 21).
Αυτά τα ήπια λόγια του Κυρίου φαίνεται να τους καλμάρουν προς στιγμήν. Δεν Τον λιθοβολούν, συζητάνε τώρα να Τον συλλάβουν και να Τον φέρουν στο Συνέδριο. Βρήκε όμως ευκαιρία ο Κύριος, ενώθηκε με τους μαθητάς Του, σπάει τον κλοιό τους και φεύγει.

“Εζήτουν ουν αυτόν πάλιν πιάσαι, και εξήλθεν εκ της χειρός αυτών”.
“Εζητούσαν τότε και πάλι να τον πιάσουν, αλλά εξέφυγε από τα χέρια τους”.
“Και απήλθεν πάλιν πέρα του Ιορδάνου εις τον τόπον όπου ην ο Ιωάννης το πρώτον βαπτίζων και έμεινεν εκεί”. Και πολλοί ήλθον προς αυτόν και έλεγον ότι ο Ιωάννης μεν σημείον εποίησεν ουδέν, πάντα δε όσα είπεν Ιωάννης πέρι τούτου αληθή ην. Και πολλοί επίστευσαν εις Αυτόν εκεί”.
“Και ανεχώρησε πάλιν πέραν από τον Ιορδάνην, εις τον τόπον όπου εβάπτιζε πρώτα ο Ιωάννης, και έμεινε εκεί. Και ήλθον πολλοί προς αυτόν και έλεγαν, “Ο Ιωάννης δεν έκανε κανένα θαύμα, αλλ’ όλα όσα είπε γι’ αυτόν, ήσαν αληθινά”. Και πολλοί επίστεψαν εις αυτόν εκεί.”(Εδάφιο 39-42)

Ο Κύριος βέβαια δεν μπορούσε να παραμείνει άλλο στην πρωτεύουσα γιατί η διαμάχη θα έφθανε σε κρίσιμο σημείο.
Επανήλθε στον Περαία, εκεί που ήταν πριν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, για να συνεχίσει την περιοδεία που είχε διακόψει.
Αυτά έγιναν λίγο πριν το τελευταίο Πάσχα.
Εκεί δε στον Περαία είχε την χαρά να μαζέψει μια πλούσια συγκομιδή: “Πολλοί επίστευσαν εις Αυτόν εκεί”.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 11

Στο κεφάλαιο αυτό ο Ιωάννης μας αναφέρει το γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου. Όπως διαβάσαμε στο κεφάλαιο 5, είχε ξεσπάσει μια διαμάχη μεταξύ των Ιουδαίων και του Κυρίου εξ αφορμής της θεραπείας του παραλυτικού. Τούτη η διαμάχη φούντωσε εκ νέου με την θεραπεία του εκ γενετής τυφλού. Το είδαμε στα κεφάλαια 9 και 10. Το τρίτο τούτο θαύμα, η ανάσταση του Λαζάρου, οδηγεί τούτη την διαμάχη στο ακρότατό της όριο. Στους Ιουδαίους δεν είχε απομείνει πλέον να κάνουν τίποτα άλλο από του να Τον προσκυνήσουν σαν Θεό, ή να Τον σκοτώσουν. Αποφασίζουν, όπως θα δούμε στην συνέχεια, επίσημα το δεύτερο.
Ας θυμηθούμε επίσης ότι τούτη την ώρα ο Κύριος μας βρίσκεται στην Περαία, στον Ιορδάνη, κοντά στο μέρος όπου εβάπτιζε ο Ιωάννης. Είχε αποσυρθεί εκεί και κήρυττε, μετά από την προσπάθεια των Ιουδαίων να Τον λιθοβολήσουν στα Ιεροσόλυμα.

“Υπήρχε κάποιος ασθενής ονομαζόμενος Λάζαρος από την Βηθανίαν, από το χωριό της Μαρίας και της αδελφής της Μάρθας. Αυτή ήτο η Μαρία που άλειψε τον Κύριο με μύρον και εσφόγγισε τα πόδια του με τα μαλλιά της, της οποίας ο αδελφός Λάζαρος ήτο ασθενής. Έστειλαν λοιπόν οι αδελφές προς αυτόν και του είπαν, “Κύριε, εκείνος που αγαπάς, είναι ασθενής”. Όταν άκουσε αυτό ο Ιησούς είπε, “Αυτή η ασθένεια δεν θα καταλήξει εις θάνατο αλλά είναι χάριν της δόξης του Θεού, δια να δοξασθεί δι’ αυτής ο Υιός του Θεού”. Ο Ιησούς αγαπούσε την Μάρθαν και την αδελφή της και τον Λάζαρον. Όταν λοιπόν άκουσε ότι ασθενεί, έμεινε τότε δύο ημέρες εις τον τόπον όπου ευρίσκετο. Έπειτα είπε εις τους μαθητάς, “Ας επιστρέψομεν εις την Ιουδαίαν”. Λέγουν εις αυτόν οι μαθηταί, “Ραββί, προ ολίγου οι Ιουδαίοι ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν και πάλιν πηγαίνεις εκεί;” Απεκρίθη ο Ιησούς, “Δεν είναι δώδεκα οι ώρες της ημέρας; Εάν περπατεί κανείς την ημέραν, δεν σκοντάφτει, διότι βλέπει το φως του κόσμου τούτου. Εάν όμως περπατεί την νυχτα, σκοντάφτει, διότι το φως δεν είναι μαζί του”. Αυτά είπε και κατόπιν συνέχισε, “Ο Λάζαρος ο φίλος μας έχει κοιμηθεί, αλλά πηγαίνω να τον ξυπνήσω”. Του είπαν τότε οι μαθηταί του, “Κύριε, αν έχει κοιμηθεί θα γίνη καλά”. Αλλά ο Ιησούς είχε μιλήσει δια τον θάνατόν του, εκείνοι δε ενόμισαν ότι μιλεί δια τον φυσικόν ύπνον. Τότε τους είπε ο Ιησούς καθαρά, “Ο Λάζαρος επέθανε, και χαίρω που δεν ήμουν εκεί διότι θα είναι δια το καλό σας δια να πιστέψετε. Αλλά ας πάμε σ’ αυτόν”. Είπε τότε ο Θωμάς ο λεγόμενος Δίδυμος, εις τους συμμαθητάς του, “Ας πάμε και εμείς δια να πεθάνουμε μαζί του”. (Εδάφια 1-16).
Εδάφια 1-2: “Ην δε τις ασθενών, Λάζαρος από Βηθανίας, εκ της κώμης Μαρίας και Μάρθας της αδελφής αυτής. Ην δε η Μαριάμ η αλείψουσα τον Κύριον μύρω και εκμάξασα του πόδας αυτού ταις θριξίν αυτής, ης ο αδελφός ο Λάζαρος ησθένει”

Η Βηθανία είναι ένα χωριό κοντά στα Ιεροσόλυμα, στην ανατολική πλευρά του όρους των Ελαιών. Σήμερα το ονομάζουν El Azirieh (Από το El-Aziz που σημαίνει “Λάζαρος” στα Αραβικά). Ακόμα και στις ημέρες μας δείχνουν εκεί το υποτιθέμενο σπίτι και μνήμα του Λαζάρου.
Για την Μαρία, μας αναφέρει ο Ματθαίος στο ΚΣΤ 7, ότι όταν ο Κύριος εφιλοξενείτο στο σπίτι του Σίμωνος του λεπρού, ήλθε και Τον άλειψε με μύρο. Ήταν τότε που σκανδαλίσθηκε ο Ιούδας.
Μας τις ξαναναφέρει ο Λουκάς στο Ι 38-42, τότε που η μεν Μαρία, όταν ήλθε ο Κύριος στο σπίτι τους, κάθησε στα πόδια Του και Τον άκουγε, η δε Μάρθα έκανε το νοικοκυριό, και αγανάκτησε με την Μαρία που καθόταν και ακουγε τον Κύριο και δεν την βοηθούσε.
Εδάφια 3,4:
“Απέστειλον ουν αι αδελφαί προς Αυτόν λέγουσαι, Κύριε, ίδε ον φιλείς ασθενεί. Ακούσας δε ο Ιησούς είπεν, Αυτή η ασθένεια ουκ έστιν εις θάνατον αλλ’ υπέρ δόξης του Θεού, ίνα δοξασθεί ο Υιός του Θεού δι’ αυτής”.
“Έστειλαν λοιπόν οι αδελφές προς Αυτόν και του είπαν, “Κύριε, εκείνος που αγαπάς, είναι ασθενής”. Όταν άκουσε αυτό ο Ιησούς, είπε, “Αυτή η ασθένεια δεν θα καταλήξει εις θάνατον αλλά ειναι χάριν της δόξης του Θεού, δια να δοξασθεί δι’ αυτής ο Υιός του Θεού”.
Φαίνεται ότι η υγεία του Λαζάρου χειροτέρευε πολύ, και οι δυο αδελφές αποφάσισαν να στείλουν αυτό το μήνυμα στον Κύριο. Βέβαια επιζητούσαν την βοήθειά Του, αλλά όμως ταυτόχρονα ήθελαν να Τον ενημερώσουν για την κατάσταση του φίλου Του που τον αγαπούσε. Το μήνυμά τους είναι διατυπωμένο με λεπτότητα. Δεν απαιτούν να έλθει στην Ιουδαία, διατί γνωρίζουν τον κίνδυνο που διατρέχει από τους Ιουδαίους. Απλώς Του εκθέτουν την κατάσταση, και ας κάνει Αυτός ότι νομίζει σωστό.
Όταν έφθασε ο ανθρωπος που έφερε το μήνυμα και ο Κύριος πληροφορήθηκε τα νέα, δεν έστειλε κάποια απάντηση στις αδελφές. Γύρισε μόνον στους μαθητές που ήταν μαζί Του, και τους είπε: “Αυτή η ασθένεια ουκ έστιν προς θάνατον αλλ’ υπέρ δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο Υιός του Θεού δι’ αυτής”.
Τούτη η έκφραση του Κυρίου είναι διφορούμενη. Δεν διευκρινίζει εάν ο Λάζαρος θεραπευθεί ή αναστηθεί. Το μόνο που λέγει είναι ότι, ό,τι και αν συμβεί, ο Θεός θα δοξασθεί, το τελικό γεγονός θα δουλέψει υπέρ της δόξης του Θεού.
Θα πρέπει εδώ να διευκρνίσωμε ότι “η δόξα του Θεού” είναι η λαμπρότης, το μεγαλείο που ξεχύνεται πλατειά στις καρδιές των ανθρώπων, όταν φανερώνονται οι τέλειες ιδιότητες του Θεού, και ειδικά η δυναμή Του, που ενεργεί στην υπηρεσία της αγιότητός Του ή της αγάπης Του. Και πια πράξη θα μπορούσε καλλίτερα να φέρει στις καρδιές μας ένα τέτοιο αποτέλεσμα παρά ο θρίαμβος της ζωής πάνω στον θάνατο. Είναι αυτό ακριβώς που θα πεί ο Κύριος στην Μαρία πιό κάτω, στο εδάφιο 40: “Ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσης όψη την δόξαν του Θεού”;
Για να λέγει αυτά τα λόγια ο Κύριος, σημαίνει ότι ο Πατέρας θα Του είχε ήδη αποκαλύψει τι επρόκειτο να κάνει.
Ο σκοπός του Θεού, όπως μας λέγει το εδάφιο 4, δεν είναι μόνο να φανεί η δύναμή Του, για να υψωθεί το μεγαλείο της δόξης Του στις καρδιές των ανθρώπων. Έχει και έναν άλλο σκοπό, το λέγει στο τέλος του εδαφίου: “Ίνα δοξασθή ο Υιός του Θεού δι’ αυτής”. Θέλει να υψώσει και Αυτόν που είναι όργανό Του στην γη, και μέσω Αυτού ενεργεί. Θέλει έτσι να Τον συστήσει στους ανθρώπους ότι Αυτός προέρχεται από τον Θεό.
Θυμόσαστε που στο Ι 30 ο Κύριος τους είπε: “Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν”; Να μια εφαρμογή που την βλέπομε εδώ: Η δόξα του Ενός είναι και δόξα του Άλλου.
Εδάφια 5-7:
“Ηγάπα δε ο Ιησούς την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής και τον Λάζαρον. Ως ουν ήκουσεν ότι ασθενεί, τότε μεν έμεινεν εν ω ην τόπω δύο ημέρας. Έπειτα μετά τούτο λέγει τοις μαθηταίς, Άγωμεν εις την Ιουδαίαν πάλιν”.
“Ο Ιησούς αγαπούσε την Μάρθαν και την αδελφή της και τον Λάζαρον. Όταν λοιπόν άκουσε ότι ασθενεί, έμεινε τότε δύο ημέρες εις τον τόπον εις τον οποίον ευρίσκετο. Έπειτα είπε εις του μαθητάς, “Ας επιστρέψουμεν εις την Ιουδαίαν”.
Τούτα τα εδάφια θα τα κατανοήσομε πιο καλά εάν τα διαβάσωμε έτσι: “Ο Ιησούς αγαπούσε την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής και τον Λάζαρον. Όταν λοιπόν το άκουσε, παρέμεινε, είναι αληθές. Αλλά μετά είπε: Ας πάμε…”
Ο Κύριος δεν πρέπει να καθυστέρησε εσκεμμένα αυτές τις δύο ημέρες, για να πεθάνει ο Λοάζαρος και να τον αναστήσει.
Ίσως να Τον εμπόδιζε το έργο Του να φύγει. Ίσως, και αυτό είναι το πιό πιθανό, να μην είχε λάβει οδηγία ακόμα από τον Πατέρα τι να κάνει.
Άλλωστε αν χωρίσωμε τις 4 ημέρες που ήταν ήδη στον τάφο όταν πήγε ο Κύριος, σε 1 ημέρα που έκανε ο αγγελιοφόρος να φέρει το μήνυμα (από εκεί που βρισκόταν ο Κύριος μέχρι την Βηθανία ήταν μιας ημέρας δρόμος), 1 ημέρα για να πάνε, και δύο που έμειναν από τότε που πήραν το μήνυμα, προκύπτει ότι ξεκινόντας ο ταχυδρόμος, ο Λάζαρος ξεψύχησε, και όταν έφθασε το βράδυ τον είχαν ήδη στον τάφο, γιατί εκεί συνηθίζουν να τους θάβουν την ίδια ημέρα.
Μετά από δύο ημέρες ο Κύριος λέγει στους μαθητάς Του: “Άγωμεν εις την Ιουδαίαν πάλιν”.
Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν τους λέγει: “Ας πάμε στην Βηθανία”, αλλά τους τονίζει ευθέως: “Εις την Ιουδαίαν πάλιν”. Έχει διακρίνει τον φόβο στις καρδιές τους, και θέλει να τον βγάλει στην επιφάνεια, να τους βοηθήσει να τον υπερνικήσουν, πριν ξεκινήσουν για το ταξίδι.
Εδάφια 8-10: “Λέγουσιν αυτώ οι μαθηταί. Ραββί, νυν εζήτουν σε λιθάσαι οι Ιουδαίοι, και πάλιν υπάγεις εκεί; Απεκρίθη Ιησούς, Ουχί δώδεκα εισίν ώραι της ημέρας; Εάν τις περιπατή εν τη ημέρα, ου προσκόπτει, ότι το φως του κόσμου τούτου βλέπει. Εάν δε τις περιπατεί εν τη νυκτί, προσκόπτει, ότι το φως ουκ έστιν εν αυτώ”.
“Λέγουσιν εις αυτόν οι μαθηταί, “Ραββί, προ ολίγου οι Ιουδαίοι ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν και πάλιν πηγαίνεις εκεί;” Απεκρίθη ο Ιησούς, “Δεν είναι δώδεκα οι ώρες της ημέρας; Εάν περιπατεί κανείς την ημέραν, δεν σκοντάφτει, διότι βλέπει το φως του κόσμου τούτου. Εάν όμως περπατεί την νύκτα, σκοντάφτει, διότι το φως δεν είναι μαζί του”.
Φόβος και ανησυχία λοιπόν στις καρδιές των μαθητών. Ό,τι πολλές φορές συμβαίνει και με εμάς, καθώς πορευόμαστε στο θέλημα του Θεού.
Ας μελετήσωμε προσεκτικά την απάντηση του Κυρίου: “Αν κάποιος” τους λέγει, “κληθεί να κάνει ένα ταξίδι, και το κάνει κατά την διάρκεια των 12 ωρών που είναι ημέρα, μπορεί να το κάνει άφοβα, ο ήλιος θα τον φωτίζει, και θα βλέπει τα εμπόδια. Αν όμως πέσει η νύκτα και αυτός θελήσει να συνεχίσει ακόμα την πορείαν του, τότε κινδυνεύει να σκοντάψει, να χαθεί”. Ας θυμηθούμε ότι τότε τα ταξίδια γινόντουσαν με τα πόδια.
Όταν έλεγε αυτά ο Κύριος ήταν πρωί, σε 12 ώρες θα μπορούσανε να πάνε στην Βηθανία χωρίς κίνδυνο, πριν τους πιάσει η νύκτα.
Άλλος όμως ήταν ο φόβος των μαθητών, δεν ήταν ο φόβος μη νυκτώσουν στο ταξίδι. Μα και ο Κύριος κάτι άλλο εννοούσε.
Θα αντιληφθούμε τι εννοούσε αν θεωρήσωμε “τις δώδεκα ώρες της ημέρας”, σαν τον χρόνο της ζωής που μας έχει χορηγηθεί από τον Θεό, μαζί με τον στόχο που έχει ορίσει να πετύχωμε σ’ αυτό τον χρόνο.
Έτσι λοιπόν είναι σαν να τους λέγει: “Μπορώ να πάω χωρίς φόβο στην Ιουδαία όπου το καθήκον με καλεί. Οι δώδεκα ώρες που μου χορηγούνται για την εκπλήρωση του στόχου μου, θα παραμείνουν άθικτες. Ο ήλιος του Θείου θελήματος, αναθέτοντάς μου τον στόχο μου, φωτίζει το μονοπάτι μου. Δεν θα σκοντάψω. Ο κίνδυνος σκοντάμματος και πτώσεως θα άρχιζε για μένα, όταν βλέποντας έναν κίνδυνο, τρεπόμουνα σε φυγή, και από φόβο ζητούσα αυθαιρέτως να επιμηκύνω το χρόνο της ζωής μου, να προσθέσω δηλαδή μια δεκάτη τρίτη ώρα, στις 12 που νόμιμα μου ανήκουν. Από εκείνη την στιγμή θα μπορούσα να σκοντάψω, να αμαρτήσω, να αφανισθώ. Διότι η επι πλέον ώρα ζωής που ο Θεός δεν μου έχει δώσει, θα ήταν μια ώρα χωρίς καθήκον ή αποστολή. Ο ήλιος του Θείου θελήματος δεν θα φώτιζε πλέον την πορεία μου”. Με άλλα λόγια: “Οι Ιουδαίοι δεν μπορούν να μου αποσπάσουν ούτε μια στιγμή από τον χρόνο που μου έχει χορηγηθεί, επί τόσο χρόνο όσο είμαι στην εκπλήρωση του στόχου Μου. Ο πραγματικός κίνδυνος θα παρουσιαστεί μόνον εάν κάνω αυτό που σκεφτόσαστε, εάν ζητήσω να επιμηκύνω αυθαιρέτως τον χρόνο της ζωής μου, αρνούμενος να πάω εκεί που το καθήκον με καλεί”.
Το ίδιο θα συμβεί με τους πιστούς, όταν καθώς προχωράνε στο Θείο θέλημα, παρουσιάζεται κάποιος κίνδυνος (π.χ. κάποιος διωγμός που οδηγεί στον θάνατο, ή σε κάποιο γιατρό κάποια θανατηφόρα μολυσματική αρρώστεια). Αν θελήσουν τότε από φόβο να επιμηκύνουν τον χρόνο της ζωής που τους έχει χορηγήσει ο Θεός, αποφεύγοντας το καθήκον που τους έχει ορίσει, σ’ αυτόν τον επί πλέον χρόνο το φως δεν θα είναι μέσα τους, το Θείο θέλημα δεν θα τους οδηγεί πλέον. Τότε κινδυνεύουν πραγματικά να πέσουν και να χαθούν.
Να λοιπόν μια περίπτωση που ο πιστός μπορεί να εγκαταλειφθεί από το Θείο θέλημα, να φύγει δηλαδή από μέσα του το φως που τον οδηγεί , και να χαθεί.
Εδώ επίσης αξίζει να θυμηθούμε αυτά που τους είπε ο Κύριος στον Ιωάννη Θ 4, όταν θεράπευσε τον τυφλό το Σάββατο: “Εγώ πρέπει να κάνω τα έργα εκείνου που με έστειλε εν όσω είναι ημέρα. Θα έλθει νύκτα, όταν κανείς δεν θα μπορεί να εργασθεί”. Και εκεί εννοούσε ότι δεν έπρεπε να χάσει ούτε στιγμή από τον χρόνο που Του είχε διαθέσει ο Πατέρας εδώ στην γη, γιατί αν σπαταλούσε άσκοπα μερικό απο τον χρόνον Του, θα έφευγε, και το έργο Του θα έμενε ημιτελές.
Να λοιπόν η οδηγία του Κυρίου μας όσον αφορά το έργο και τον χρόνο παραμονής μας εδώ στην γη: “Μην χάσετε ούτε μια στιγμή από τον χρόνο που σας έχει χορηγηθεί, αλλά και να μην προσθέσετε ούτε μια στιγμή παραπάνω από ότι σας έχει χορηγηθεί”.
Εδάφια 11-13:
“Ταύτα είπεν, και μετά τούτο λέγει αυτοίς. Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται. Αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν. Είπον ουν οι μαθηταί αυτώ, Κύριε, ει κεκοίμηται σωθήσεται. Ειρήκει δε ο Ιησούς περί του θανάτου αυτού, εκείνοι δε έδοξαν ότι περί της κοιμήσεως του ύπνου λέγει”.
“Αυτά είπε και κατόπιν συνέχισε,”Ο Λάζαρος ο φίλος μας έχει κοιμηθεί, αλλά πηγαίνω να τον ξυπνήσω”. Του είπαν τότε οι μαθηταί του, “Κύριε, αν έχει κοιμηθεί θα γίνει καλά”. Αλλά ο Ιησούς είχε μιλήσει δια τον θανατόν του, εκείνοι δε ενόμισαν ότι μιλεί δια το φυσικόν ύπνον”.
Από το εδάφιο 4, όπου ο Κύριος τους είχε πει ότι, “Αυτή η ασθένεια (του Λαζάρου) δεν θα καταλήξει εις θάνατον”, συμπεραίνομε ότι εις τον Κύριο είχε αποκαλυφθεί από τον Πατέρα και ο θάνατος αλλά και η ανάσταση του Λαζάρου.
Εδώ βλέπομε να αναγγέλει τον θάνατο του αρρώστου στους μαθητές Του. Χαρακτηριστικό είναι ότι ονομάζει τον θάνατο “ύπνο”, θεωρόντας τον έτσι σαν μια φάση της ζωής.
Οι μαθητές όμως δεν το κατάλαβαν. Νόμισαν ότι τους μίλησε για εκείνον τον ευεργετικό ύπνο που ακολουθεί μια παρατεταμένη αρρώστεια, που μετά από τον οποίον αρχίζει να βελτιώνεται η υγεία του ανθρώπου. Άλλωστε τα όσα τους είπε στο εδάφιο 4 τους είχαν πάρει από το νου την ιδέα του θανάτου.
Έχοντας αυτά κατά νου, και από τον φόβο μην γυρίσουν πάλι στην Ιουδαία, Του λένε: “Κύριε αφού κοιμάται, θα σωθεί από μόνος του. Ποιός ο λόγος να πάμε να τον ξυπνήσωμε”;
Εδάφια 14-16:
“Τότε ουν είπεν αυτοίς ο Ιησούς παρρησία, Λάζαρος απέθανεν, και χαίρω δι’ υμάς ίνα πιστεύσητε, ότι ουκ ήμην εκεί. Αλλά άγωμεν προς αυτόν. Είπεν ουν Θωμάς ο λεγόμενος Δίδυμος τοις συμμαθηταίς, Άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ’ αυτού”.
“Τότε τους είπε ο Ιησούς καθαρά, “ο Λάζαρος επέθανε, και χαίρω που δεν ήμουν εκεί διότι θα είναι για το καλό σας, δια να πιστέψετε. Αλλά ας πάμε σ’αυτόν”. Είπε τότε ο Θωμάς, ο λεγόμενος Δίδυμος, εις τους συμμαθητάς του, “Ας πάμε εκεί δια να πεθάνωμε μαζί του”.
Εδώ πλέον τους το λέγει κατευθείαν. “Ο Λάζαρος πέθανε. Εσείς φοβάστε, αλλά εγώ χαίρω. Όχι βέβαια γιατί πέθανε ο Λάζαρος, αλλά γιατί με όσα συμβούν σε λίγο, θα αυξηθεί και θα στερεωθεί η πίστη σας σε μένα, στα λόγια μου”. Και πράγματι αυτή η ενίσχυση στην πίστη τους θα τους είναι αναγκαία, όταν μετά από λίγο, μόνοι τους αυτή την φορά, θα βρεθούν εμπρός στον τάφο του Κυρίου.
Τέλος, για να υπερνικήσει και τους τελευταίους τους φόβους, τους λέγει κάπως απότομα, “Αλλά ας πάμε προς αυτόν”.
Τον ακολουθούν, αλλά όχι χωρίς διαμαρτυρία. Η απιστία φωλιάζει στις καρδιές μερικών από αυτούς. Τον ακολουθούν γιατί πιό πολύ Τον αγαπούν, παρά πιστεύουν στην σοφία του τρόπου που ενεργεί. “Αν Αυτός επιθυμεί να σκοτωθεί, ας πάμε και εμείς να χαθούμε μαζί Του”, μουρμουρίζει ο Θωμάς, που Τον αγαπούσε, αλλά δεν Τον πίστευε και πολύ.

“Ελθών ουν ο Ιησούς εύρεν αυτόν τέσσαρας ήδη ημέρας έχοντα εν τω μνημείω. Ην δε η Βηθανία εγγύς των Ιεροσολύμων ως από σταδίων δεκαπέντε. Πολλοί δε εκ των Ιουδαίων εληλύθεισαν προς την Μάρθαν και Μαριάμ ίνα παραμυθήσονται αυτάς περί του αδελφού”.
“Όταν ήλθε ο Ιησούς, τον ευρήκε ήδη ενταφιασμένον προ τεσσάρων ημέρων. Η Βηθανία ήτο πλησίον των Ιεροσολύμων περί τα δεκαπέντε στάδια. Και πολλοί απο τους Ιουδαίους είχαν έλθει εις την Μάρθαν και την Μαρίαν δια να τας παρηγορήσουν δια τον αδελφόν τους”.(Εδάφια 17-19)

Όταν ο Κύριος ήλθε στην Βηθανία, Τον πληροφόρησαν ότι ο Λάζαρος είχε θαφτεί πριν 4 ημέρες.
Ο Ιωάννης κάνει μια διευκρίνιση για το χωριό του Λαζάρου την Βηθανία: Απείχε απ’ τα Ιεροσόλυμα δεκαπέντε στάδια, δηλαδή 40 λεπτά περπάτημα. Γι’ αυτό φαίνεται είχαν έλθει και πολλοί Ιουδαίοι απ’ τα Ιεροσόλυμα, γνωστοί της Μάρθας και της Μαρίας, για να τις παρηγορήσουν. Από την συνέχεια φαίνεται ότι είναι οι ίδιοι εκείνοι Ιουδαίοι που ο Κύριος αντιμετώπισε στις προηγούμενες επισκέψεις Του στην Ιερουσαλήμ.

“Η ουν Μάρθα ως ήκουσεν ότι Ιησούς έρχεται υπήντησεν αυτώ. Μαριάμ δε εν τω οίκω εκαθέζετο. (21) Είπεν ουν η Μάρθα προς τον Ιησούν. Κύριε, ει ης ώδε ουκ αν απέθανεν ο αδελφός μου, αλλά και νυν οίδα ότι όσα αν αιτήσει τον Θεόν δώσει σοι ο Θεός”. Λέγει αυτή ο Ιησούς, Αναστήσεται ο αδελφός σου. Λέγει αυτώ Μάρθα, Οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα”.
“Μόλις άκουσε η Μάρθα ότι έρχεται ο Ιησούς, επήγε να τον προϋπαντήσει, ενώ η Μαρία εκάθησε εις το σπίτι. Είπε τότε η Μάρθα εις τον Ιησούν, “Κύριε, εάν ήσουνα εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου. Αλλά και τώρα ξέρω ότι όσα ζητήσεις από τον Θεόν, θα σου τα δώσει ο Θεός”. Λέγει εις αυτήν ο Ιησούς, “Ο αδελφός σου θα αναστηθεί”. Η Μάρθα του λέγει, “Ξέρω ότι θα αναστηθεί κατά την ανάστασιν, την εσχάτην ημέραν”.(Εδάφια 20-24)

Η πρώτη που έμαθε τα νέα για τον ερχομό του Κυρίου είναι η Μάρθα. Την θυμόμαστε από τον Λουκά Ι 41. Ήταν αυτή που ο Κύριος της είπε: “Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και ανυσηχείς για πολλά πράγματα…” Φαίνεται, δραστήρια καθώς ήταν, την βρήκαν πρώτοι οι αγγελειοφόροι. Η Μαρία ίσως είχε κάπου αποσυρθεί, στο εσωτερικό του σπιτιού, να μείνει μόνη με την θλίψη της.
Όταν το έμαθε η Μάρθα, τρέχει αμέσως προς τον Κύριο, ξεχνόντας να το πει στην Μαρία.
“Κύριε”, Του λέγει, “εάν ήσουνα εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου”. Τούτα λόγια βέβαια δεν είναι κατηγόρια για το αργοπόρημα του Κυρίου, γιατί γνώριζε η Μάρθα ότι πριν ο Κύριος λάβει το μήνυμα της, ο αδελφός της είχε πεθάνει. Απλώς εκφράζει την λύπη της. “Αλλά”, προσθέτει, “ακόμα και τώρα, στον θάνατο του, ο αδελφός μου μπορεί να γευθεί την δύναμη της προσευχής Σου”.
Δεν τολμά να Του πει κατευθείαν το αίτημα της, να ξαναδώσει ζωή στον αδελφό της, αρκείται μόνο να Του επισημάνει, “όσα ζητήσεις από τον Θεόν, θα σου τα δώσει ο Θεός”.
Ο Κύριος με έναν γενικό τρόπο της απαντά: “Ο αδελφός σου θα αναστηθεί”.
Η Μάρθα όπως και πολλοί ευσεβείς Ιουδαίοι, κυρίως αυτοί που ακολουθούσαν την Φαρισαϊκή διδασκαλία, πίστευαν ότι η Μεσσιανική Βασιλεία θα ξεκινήσει με μια επι μέρους ανάσταση νεκρών, σύμφωνα με το Δανιήλ ΙΒ 2. Δείχνει λοιπόν στον Κύριο, πως συμπεραίνει από τα λόγια Του ότι για αυτήν την ανάσταση της μιλά, που θα γίνει την εσχάτη ημέρα. Μέσα της όμως περιμένει με αγωνία πιο πολλές εξηγήσεις. Τον περιμένει να γίνει πιο σαφής για το “πότε” αναφέρεται Αυτός. Περιμένει, με άλλα λόγια, να της δηλώσει ο Κύριος ρητά, αυτό που μετά βίας τολμά να ελπίζει.
Βλέπομε λοιπόν μεσ’ την Μάρθα μια ρωμαλέα πίστη, που όμως δεν έχει αγκαλιάσει τόσο ικανοποιητικά το σωστό της αντικείμενο, που είναι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Κύριος, όπως θα δούμε στην συνέχεια, την βοηθάει σε αυτό ακριβώς, στο να κατευθύνει την πίστη της στο σωστό της αντικείμενο.

“Είπεν αυτή ο Ιησούς, Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται, και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα. Πιστεύεις τούτο;”.
“Τότε ο Ιησούς της είπε, “Εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή,. Όποιος πιστεύει σ’ εμέ, και αν πεθάνει θα ζήσει, και όποιος ζη και πιστεύει σ’ εμέ, δεν θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύεις αυτό;”.(Εδάφια 25,26:)

Η Μάρθα θεωρεί την ανάσταση σαν ένα φυσικό γεγονός που θα συμβεί κάποτε στο μέλλον.
Ο Ιησούς την οδηγεί στην αλήθεια: “Η ανάσταση”, της λέγει, “είναι ένα πρόσωπο, είμαι Εγώ. Όποιος έχει εμένα, έχει την ανάσταση”.
Η νίκη πάνω στον θάνατο είναι ένα ηθικό έργο, μια προσωπική πράξη που ολοκλήρωσε ο Ιησούς, και μπορεί να την προσφέρει όποτε Αυτός ευαρεστείται, ακόμα και σήμερα εάν το επιθυμεί. Απλώς θα κάνει να ακουστεί η φωνή Του, και τα μνημεία θα ανοίξουν (Ιωανν. Ε 28, 29).
“Μάρθα”, της λέγει με άλλα λόγια, “μην προσκολλάσαι στην δογματική αλήθεια, αφήσου με εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου. Το πρόσωπό μου είναι το αληθινό αντικείμενο της πίστης σας”.
Αυτός είναι, όπως λέγει στην Μάρθα, “η ανάσταση και η ζωή”. Και έχει την δύναμη και την εξουσία για ανάσταση, διότι Αυτός είναι η πηγή της ζωής. Στο Ε 26 μας είχε πει: “Διότι όπως ο Πατέρας έχει μέσα του ζωήν, έτσι έδωκε και εις τον Υιόν να έχει μέσα του ζωήν”. Δηλαδή έχει μέσα Του μια πηγή που συνέχεια αναβλύζει ζωή. Το πως τώρα αυτή η ζωή περνά από τον Ίδιο στους ανθρώπους, το εξήγησε στο εδ. ΣΤ 51: “Εγώ είμαι ο άρτος ο ζωντανός, που κατέβηκε από τον ουρανόν. Εάν φάγη κανείς από τον άρτον αυτόν, θα ζήσει αιωνίως”. Δηλαδή όποιος Τον φάγει – που σημαίνει, εμπιστευθεί τα λόγια Του, η ζωή θα κυλήσει μέσα του, και δεν θα πεθάνει ποτέ. Είναι αυτό που λέγει η Γραφή: “Ο άνθρωπος δεν θα ζήσει μόνον με ψωμί, αλλά με κάθε λόγον ο οποίος εξέρχεται από το στόμα του Θεού” (Ματθ. Δ 4).
Έτσι λοιπόν, “Όποιος πιστεύει εις Αυτόν”, που σημαίνει: “Όποιος επικοινωνεί με την πηγή της ζωής”, θα αντλεί, θα παίρνει συνεχώς ζωή, και θα εξακολουθεί να ζει στην γαλήνια λαμπρότητα της ζωής που δίνει η παρουσία του Χριστού και μετά απ’ αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν “φυσικό θάνατο”.
Όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν δεν θα γευθεί ποτέ του θάνατο, δεν θα αποκοπεί ποτέ του από την πηγή της ζωής, κάτι που θα υποστούν όλοι όσοι τώρα δεν Τον πιστεύουν.
Από εκεί και πέρα, όποτε ο Ιησούς το επιθυμήσει, όποτε είναι θέλημα του Πατέρα, με έναν Του λόγο, θα τους φέρει πάλι στην ενσώματη κατάσταση, θα τους αναστήσει. Ότι σε λίγο θα κάνει με τον Λάζαρο.
“Το πιστεύεις τούτο Μάρθα;”

Και η απάντηση της Μάρθας στο εδάφιο 27:

“Λέγει αυτώ. Ναι Κύριε, εγώ πεπίστευκα ότι συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού ο ερχόμενος εις τον κόσμον”.
“Λέγει εις αυτόν, “Ναι, Κύριε, εγώ έχω πιστέψει ότι συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, ο ερχόμενος εις τον κόσμον”.(εδάφιο 2)

Βέβαια όλα τούτα για την Μάρθα είναι καινούργια πράγματα και δυσκολεύεται να εκφρασθεί πάνω σε αυτές τις νέες αλήθειες που της απεκάλυψε, γι’ αυτό Του απαντά απλά: “Ναι, Κύριε, εγώ έχω πιστέψει ότι συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο ερχόμενος εις τον κόσμον, και ότι μου λες είναι αλήθεια, το πιστεύω”. Τώρα πραγματικά η πίστη της έχει βρει το αληθινό της αντικείμενο.

“Και τούτο ειπούσα απήλθεν και εφώνησεν Μαριάμ την αδελφή αυτής λάθρα ειπούσα, Ο διδάσκαλος πάρεστιν και φωνεί σε. Εκείνη δε ως ήκουσεν ηγέρθη ταχύ και ήρχετο προς αυτόν. Ούπω δε εληλύθει ο Ιησούς εις την κώμην, αλλ’ ην έτι εν τω τόπω όπου υπήντησεν αυτώ η Μάρθα”.
“Όταν είπε αυτά, έφυγε και εφώναξε την Μαρία την αδελφή της και της είπε μυστικά, “Ο διδάσκαλος είναι εδώ και σε φωνάζει”. Εκείνη μόλις το άκουσε, σηκώνεται γρήγορα και ερχεται σ’ αυτόν. Αλλά ο Ιησούς δεν είχε ακόμη έλθει στο χωριό, αλλά ευρίσκετο εις τον τόπο όπου τον προϋπάντησε η Μάρθα”.(Εδάφια 28-30)

Φαίνεται πως ο Κύριος είχε δώσει μια τέτοια εντολή στην Μάρθα. Ίσως να ήθελε να προετοιμάσει αυτήν όπως και την Μαρία για την σημασία του θαύματος που θα επακολουθούσε.
Πιθανόν να είχε πει στην Μάρθα να φωνάξει κρυφά την Μαρία, γιατί δεν ήθελε να μάθουν τον ερχομό Του οι Ιουδαίοι που είχαν πάει να τις συλλυπηθούν. Μην ξεχνάμε, ήταν μεταξύ τους αυτοί οι ίδιοι, που λίγο πριν, στην προηγούμενή Του επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα, ζητούσαν να Τον πετροβολήσουν .
Ο Κύριος είχε αποφύγει να μπει στο χωριό για να μην εκτεθεί σε άσκοπο, πριν της ώρας, κίνδυνο. Να σημειώσωμε επίσης ότι ο τάφος ήταν έξω από το χωριό.
Αλλά ο Ουράνιος Πατέρας είχε άλλο σχέδιο. Θέλησε να δώσει σε αυτό το θαύμα την μεγίστη δυνατή δημοσιότητα. Ο Ιησούς έπρεπε να κάνει ό,τι όφειλε. Τελικά όμως θα γινόταν αυτό που ο Πατέρας επιθυμούσε. Και στο Μάρκο Ζ 24,36 μας αναφέρονται άλλες δύο τέτοιες περιπτώσεις.
Η σοφία Του οδηγούσε τον Κύριο να μην εκτεθεί σε άσκοπο κίνδυνο πριν της ώρας Του, γιατί κινδύνευε το έργο Του. Ο Πατέρας όμως είχε προβλέψει κάτι διαφορετικό, ήθελε όλα να γίνουν ενώπιον αυτού του πλήθους των Ιουδαίων.

“Οι ουν Ιουδαίοι οι όντες μετ’ αυτής εν τη οικία και παραμυθούμενοι αυτήν, ιδόντες την Μαριάμ ότι ταχέως ανέστη και εξήλθεν, ηκολούθησαν αυτή δόξαντες ότι υπάγει εις το μνημείον ίνα κλαύσει εκεί”.
“Οι Ιουδαίοι, οι οποίοι ήσαν μαζί της εκεί εις στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν είδαν ότι η Μαρία εσηκώθηκε γρήγορα και εβγήκε, την ακολούθησαν και έλεγαν, “πηγαίνει εις το μνημείον για να κλάψει εκεί”.(Εδάφιο 31)

Βλέπομε λοιπόν τον Θεό να τους μαζεύει όλους γύρω Του, μάρτυρες για το θαύμα που θα επακολουθήσει.

“Η ουν Μαριάμ ως ήλθεν όπου ην Ιησούς ιδούσα αυτόν έπεσεν αυτού προς του πόδας λέγουσα αυτώ, Κύριε, ει ης ώδε ουκ αν μου απέθανεν ο αδελφός”.
“Ήλθε λοιπόν η Μαρία εκεί όπου ήτο ο Ιησούς, και μόλις τον είδε, έπεσε στα πόδια του και του είπε, “Κύριε εάν ήσουν εδώ δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου”.(Εδάφιο 32)

Μία και η ίδια σκέψη είχε γεμίσει την καρδιά των δύο αδελφών, ίσως και του ετοιμοθανάτου πριν πεθάνει: “Εάν ο Ιησούς ήταν εδώ!”.
Μάρθα και Μαρία, δύο πρόσωπα τελείως διαφορετικά. Την Μάρθα την είδαμε, ρωμαλέα στην πίστη της, δεν επιτρέπει στην θλίψη να την κλονίσει. Η Μαρία αντίθετα, ολοκληρωτικά συντετριμμένη, δεν κάνει καμμία προσπάθεια να ξεπεράσει την κατάθλιψη που την κατέλαβε. Αφήνεται να πέσει στα πόδια του Κύριου, είναι το μέρος που αυτή αγαπά, κάτι που δεν έκανε η Μάρθα. Δεν προσθέτει όμως στην έκφραση της λύπης της ούτε μια λέξη πίστης και ελπίδας, κάτι που έκανε η Μάρθα. Δυό χαρακτήρες τελείως διαφορετικοί, αλλά εξ ίσου αγαπητοί στον Κύριο. Απλώς γνωρίζοντας καλά την ανθρώπινη καρδιά, μεταχειρίζεται διαφορετικά τον καθένα. Η Μάρθα έχει ανάγκη από εξηγήσεις, κάθεται και τις της δίνει. Η Μαρία θέλει διαφορετική μεταχείριση. Οι εξηγήσεις δεν θα την βοηθήσουν. Αυτή έχει ανάγκη από συμπόνοια και άμεση ενέργεια.
Στην συνέχεια όμως τώρα, στα εδάφια 33,34, ο Ιωάννης μας αναφέρει ότι κάτι συνέβει στον Κύριο:

“Ιησούς ουν ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντες αυτή Ιουδαίους κλαίοντας, ενεβριμήσατο των πνεύματι και ετάραξε εαυτόν και είπεν, Που τεθείκατε αυτόν; Λέγουσιν αυτώ, Κύριε, έρχου και ιδέ”.
“Όταν ο Ιησούς την είδε να κλαίει και τους Ιουδαίους που την συνόδευαν να κλαίουν επίσης, αναστέναξε μέσα του και ταράχθηκε και είπε, “Που τον έχετε βάλει;” Του λέγουν, “Κύριε, έλα να ιδής”.(Εδάφια 33,34)

Καθώς είδε την Μαρία να κλαίει, μας λέγει ο Ιωάννης, και τους Ιουδαίους που ήταν μαζί της να κλαίνε, τότε ο Κύριος “ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν”.
Το ρήμα “εμβριμώμαι” έχει δύο έννοιες: α) Συγκινούμαι βαθειά, β) Καταλαμβάνομαι από δυσφορία, από αγανάκτηση.
Ότι και να σημαίνει από τα δύο, μας λέγει ότι ο Κύριος “ετάραξεν εαυτόν”, δηλαδή αντέδρασε ενεργητικά για να αποτινάξει αυτό το συναίσθημα που για μια στιγμή Τον είχε εξουσιάσει, και έτσι ανέλαβε πάλιν τον πλήρη έλεγχο της ύπαρξης Του.
Δεν μοιάζει όμως αυτό να είναι συναίσθημα λύπης ή συγκίνησης, γιατί βλέπομε στην συνέχεια να δακρύζει με πολλή φυσικότητα, χωρίς να κάνει προσπάθεια να το κρύψει. Ίσως λοιπόν σε αυτή την σκηνή να υπάρχει κάτι το ειδικό που έκανε τον Κύριο να αισθανθεί αυτό το ασυνήθιστο αίσθημα της δυσφορίας, της αγανάκτησης.
Για το τι ήταν αυτό που Τον έκανε να αισθανθεί έτσι, έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες. Μερικοί ερμήνευσαν ότι αγανάκτησε, δυσφόρησε με τον εαυτόν Του για το συναίσθημα της λύπης που αισθάνθηκε – άλλοι για τα υποκριτικά δάκρυα των Ιουδαίων – άλλοι για την απιστία της Μαρίας και των Ιουδαίων – άλλοι ενάντια στον Σατανά που οδήγησε τον άνθρωπο στον θάνατο. Τούτες οι ερμηνείες, αν τις εξετάσεις σε βάθος, δεν στέκουν.
Μέσα στην Γραφή μας αναφέρεται ακόμα μόνο μία φορά που ο Κύριος “εταράχθη τω πνεύματι”. Είναι στον Ιωάννη ΙΓ 21 όταν βλέπει την προδοσία του Ιούδα να προετοιμάζεται. Το πνεύμα Του (όχι η ψυχή Του) αναστατώνεται γιατί έρχεται σε επαφή με το κακό στην πιo μαύρη του μορφή. Μια ιερή απέχθεια ξεσηκώνεται μέσα στο πνεύμα Του καθώς νοιώθει την εγγύτητα, το πλησίασμα του αοράτου όντος που έχει καταλάβει την καρδιά του Ιούδα.
Κάτι παρόμοιο πρέπει να έγινε και εδώ. Από το ένα μέρος οι λυγμοί που ακούγονται ολόγυρά Του, Τον πιέζουν να επαναφέρει στην ζωή τον φίλον Του. Από το άλλο μέρος αν το κάνει αυτό, αυτοί που τώρα κλαίνε, πιέζοντας Τον έμμεσα να ενεργήσει, θα είναι οι ίδιοι που θα προτείνουν τον δικό Του θάνατο, γιατί βλέποντας και τούτο το θαύμα δεν τους είχε απομείνει πλέον άλλη λύση από το να Τον προσκυνήσουν ή να Τον εξοντώσουν. Τούτη η διαβολική διαστροφή φαίνεται να ταράζει το πνεύμα Του. Είναι αυτό ακριβώς που τους είπε στο Ι 32: “Πολλά καλά έργα σας έδειξα από τον Πατέρα μου, για ποιό έργο από αυτά με λιθοβολείτε;”
Αυτή η εσωτερική αναστάτωση βλέπομε στην συνέχεια να τερματίζεται με την αιφνίδια και κοφτή ερώτηση: “Που Τον έχετε βάλει;”
Και τώρα Τον οδηγούν στο μνήμα.

“Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον ουν οι Ιουδαίοι, Ίδε πως εφίλει αυτόν. Τινές δε εξ αυτών είπαν, Ουκ ηδύνατο ούτος ο ανοίξας τους οφθαλμούς του τυφλού ποιήσαι ίνα και ούτος μη αποθάνη;”
“Ο Ιησούς εδάκρυσε. Είπον τότε οι Ιουδαίοι, “Κύτταξε πόσον τον αγαπούσε”. Αλλά μερικοί από αυτούς είπαν, “Δεν μπορούσε αυτός, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού να κάνει κάτι ώστε να μην πεθάνει ο Λάζαρος;”.(Εδάφια 35-37)

“Εδάκρυσεν ο Ιησούς”. Στο Εβραίους Β 16-18 ο Λόγος του Θεού μας λέγει για τον Κύριο: “Διότι, βέβαια, δεν έρχεται να βοηθήσει αγγέλους, αλλά έρχεται να βοηθήσει απογόνους του Αβραάμ. Γι’ αυτό έπρεπε να γίνει καθ’ όλα όμοιος με τους αδελφούς του, δια να είναι εύσπλαχνος και πιστός αρχιερεύς εις την υπηρεσίαν του Θεού, ώστε να μπορεί να εξιλεώνει τα αμαρτίας του λαού. Διότι επειδή υπέφερε ο Ίδιος με όσα εδοκιμάσθηκε, είναι ικανός να βοηθήσει εκείνους που δοκιμάζονται”. Τούτο είναι μία αλήθεια. Για να βοηθήσεις αποτελεσματικά κάποιον δυστυχισμένο, πρέπει πρώτα από όλα να βυθισθείς βαθειά στο τι αισθάνεται, να τον νοιώσεις. Είναι αυτό που κάνει ο Κύριος εδώ. Η θλίψη τους γίνεται θλίψη Του. Είναι μια ήρεμη, ευγενική θλίψη που εκδηλώνεται με δάκρυσμα. Τούτες οι σκηνές πόσο μας βοηθούν να γνωρίσωμε βαθειά την ανθρώπινη επίγεια ζωή Του!
Αλλά και εδώ πάνω στον τάφο, εμφανίζεται πάλι η αναπόφευκτη διαίρεση που φέρει παντού το πρόσωπο του Ιησού. Μερικοί βλέποντας τα δακρυά Του συγκινούνται για την αγάπη Του. Οι άλλοι όμως τα βλέπουν κακόπιστα: Ή δεν τον αγαπούσε και δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για τον φίλο Του, ή δεν είχε την δύναμη να τον γιατρεύσει. Είναι τούτα τα λόγια που φέρνουν μια καινούργια ανστάτωση στον Κύριο, όπως θα δούμε στην συνέχεια.

“Ιησούς ουν πάλιν εμβριμώμενος εν εαυτώ έρχεται εις το μνημείον. Ην δε σπήλαιον και λίθος επέκειτο επ’ αυτώ. Λέγει ο Ιησούς, Άρατε τον λίθον. Λέγει η αδελφή του τελευτηκότος Μάρθα, Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ έστιν.”
“Ο Ιησούς αφού πάλιν αναστέναξε μέσα του, ήλθε εις το μνήμα. Ήτο δε ούτο σπήλαιον και ένας λίθος ήτο εις το στόμιον. Λέγει ο Ιησούς, “Σηκώστε τον λίθον”. Η Μάρθα, η αδελφή του αποθανόντος, του λέγει, “Κύριε, τώρα θα μυρίζει άσχημα, διότι είναι η τετάρτη ημέρα”.(Εδάφια 38-39)

“Ιησούς ουν πάλιν εμβριμώμενος εν εαυτώ”. Τούτη η νέα εσωτερική αναστάτωση του Κυρίου προκαλείται προφανώς από την κακόβουλη παρατήρηση των Ιουδαίων (εδ. 37). Αλλά φαίνεται να είναι λιγότερο βαθειά από την προηγουμένη, και ξεπερνιέται εύκολα.
“Ην δε σπήλαιον και λίθος επέκειτο επ’ αυτώ”: Το μνημείο, όπως και αρκετά που είναι σήμερα ορατά γύρω από την Ιερουσαλήμ, θα πρέπει να ήταν μια σπηλιά ανοιγμένη στον βράχο, στην είσοδο της οποίας τοποθετούσαν μια μεγάλη πέτρα, για να μην μπαίνουν μέσα τα σαρκοβόρα ζώα. Η πέτρα μπορούσε εύκολα να μετακινηθεί.
“Ήδη όζει, τεταρταίος γαρ έστιν”. Εδώ μπορούμε να υποθέσωμε δύο πράγματα αναφορικά με την Μάρθα: α) Ότι εκείνη την αποφασιστική στιγμή η πίστη της κλονίστηκε, γι’ αυτό αναγκάζεται ο Κύριος στην συνέχεια (εδ. 40), να την προτρέψει να υψώσει την πίστη της και να αγκαλιάσει την υπόσχεση που της είχε δώσει (Εδ. 23). β) Μπορεί όμως να μην αμφέβαλλε καθόλου μετά την υπόσχεση του Κυρίου, αλλά εκείνη την στιγμή να βρέθηκε σε σύγχιση και αγωνία, σκεπτόμενη το τι δυσάρεστο συναίσθημα θα ένοιωθαν ο Ιησούς και οι παρευρισκόμενοι όταν άνοιγε ο τάφος, και ξεχυνόταν αυτή η άσχημη μυρωδιά από εκείνον που τους ήταν τόσο αγαπητός.
Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε πόσο στενά ήταν συνδεδεμένη η ιδέα της μίανσης, μεταξύ των Ιουδαίων, με εκείνη του θανάτου και της σήψης.
Σημειωτέον ότι οι Ιουδαίοι, σε αντίθεση με τους Αιγυπτίους που απεμάκρυναν όλα τα εσωτερικά όργανα που εύκολα αποσυντίθεται, απλώς περιτύλιγαν τον νεκρό με λωρίδες ύφασμα, και τον διαπότιζαν με αρώματα για να καθυστερήσουν την σήψη.

“Λέγει αυτή ο Ιησούς, Ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσεις όψη την δόξαν του Θεού; Ήραν ουν τον λίθον. Ο δε Ιησούς ήρεν τους οφθαλμούς άνω και είπεν, Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσας μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτε μου ακούεις, αλλά δια τον όχλον τον περιστώτα είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας.”
“Ο Ιησούς της λέγει, “Δεν σου είπα ότι εάν πιστεύσεις θα δεις την δόξαν του Θεού;” Εσήκωσαν τότε τον λίθον όπου ευρίσκετο ο νεκρός. Ο δε Ιησούς εσήκωσε τα μάτια προς τα επάνω και είπε, “Πατέρα, σε ευχαριστώ διότι με άκουσες. Εγώ βέβαια ήξερα ότι πάντοτε με ακούς αλλά το είπα δια τον λαόν που παρευρίσκεται, για να πιστέψουν ότι εσύ με έστειλες”.
“Ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσης όψη την δόξα του Θεού;”(Εδάφια 40-42)

Ο Κύριος μάλλον πρέπει να αναφέρεται στο εδάφιο 4, γιατί μόνον εκεί αναφέρει το θέμα “της δόξης του Θεού”. Φαίνεται ο αγγελιοφόρος όταν γύρισε μετέφερε στις αδελφές τούτη την παρατήρηση του Κυρίου. Τούτη η παρατήρηση ήταν και το σημείο αφετηρίας της συζήτησης του Κυρίου με την Μάρθα, που είδαμε προηγουμένως (εδ. 23-27). Όλη εκείνη η συζήτηση ήταν η ανάπτυξη αυτού του θέματος.
“Η δοξα του Θεού”: Είναι ο ένδοξος θρίαμβος της παντοδυναμίας του Θεού πάνω στον θάνατο και στην φθορά, στην υπηρεσία της αγάπης Του. (Ιδέ και Ρωμαίους ΣΤ 4: “Ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών δια της δόξης του Πατέρα”). Αυτό είναι το μεγαλειώδες θέαμα που ο Κύριος υπόσχεται στην Μάρθα. Όχι δεν θα συμβεί εκείνο που με φόβο περιμένει να συμβεί, ότι οι παριστάμενοι θα αηδιάσουν με την μυρωδιά της σήψης, όταν μετακινηθεί ο λίθος. Η δύναμη του Θεού θα θριαμβεύσει πάνω στην φθορά.
“Ουκ είπον σοι”: Δεν υπάρχει καμμία μομφή σε αυτές τις λέξεις. Ο Κύριος δεν κατηγορά την Μάρθα ότι είναι ελλειπής στην πίστη της, ομιλόντας όπως μίλησε. Τα σημάδια της αποσύνθεσης είναι φανερά. Ο Κύριος την προτρέπει να πάρει τα μάτια της από εκεί. Την προτρέπει να κάνει μια ανώτερη πράξη πίστης, ένα ακόμα άλμα. Σε τούτο το άλμα της θυμίζει την υπόσχεσή Του για να την στηρίξει: “Ουκ είπον σοι”.
Η Μάρθα όπως είδαμε προηγούμενα είχε αναρριχηθεί στις δύσκολες πλευρές του βουνού. Μια τελευταία κορυφή να φθάσει, και να το θέαμα της δόξης του Θεού, της ζωής που θριαμβεύει πάνω στον θάνατο, θα φανεί από μόνο του στα μάτια της. Το μόνο που μένει ακόμα, είναι “να κυλίσει τον λίθο”.
Ο άνθρωπος θέλει πάντα να βλέπει για να πιστεύει. Η Μάρθα καλείται να κάμει το αντίθετο: Να πιστέψει για να δει.
Μερικοί νομίζουν ότι ο Κύριος, μ’ αυτές τις λέξεις, κάνει να εξαρτάται η εκπλήρωση της υποσχέσης Του απ’ την πίστη στης Μάρθας. Αλλά δεν είναι έτσι, γιατί τώρα ο Κύριος είναι αποφασιστικά δεσμευμένος, και δεν μπορεί να κάνει πίσω. Ο σκοπός που της λέγει αυτά τα λόγια είναι ο εξής:
Εκείνο που ο Κύριος θεωρεί σαν μεγαλυτέρας σημασίας για την Μάρθα, εκείνο που θέλει να την βοηθήσει μη το χάσει και δεν το δει, δεν είναι η ανάσταση του αδελφού της. Εάν κάμει τούτο το βήμα πίστης που την παροτρύνει, και για το οποίο την είχε προετοιμάσει στην συζήτηση που είχε μαζί της, θα δει κάτι άλλο πιο μεγαλειώδες, θα δει την δόξαν του Θεού. Τούτο θα την πλημμυρίσει με πολύ πιο μεγάλη χαρά απ’ ότι η ανάσταση του αδελφού της. Το σωματικό μάτι θα παρατηρήσει μόνο το εξωτερικό θαύμα, αλλά το μάτι της ψυχής θα δει την θεία αγάπη να θέτει τον εαυτόν της στην υπηρεσία του ανθρώπου, και να τον κάνει να θριαμβεύει πάνω στον θάνατο. Να γιατί λοιπόν δεν της λέγει “εάν πιστεύσεις θα δεις τον αδελφόν σου αναστημένο”, αλλά της λέγει, “Εάν κάνεις και τούτο το βήμα πίστης, σύμφωνα με όσα σου είπα, θα δεις την δόξα του Θεού”.
“Ο δε Ιησούς ήρεν τους οφθαλμούς άνω”. Ο ορατός ουρανός είναι για τον άνθρωπο ο πλέον πειστικός μάρτυς του αοράτου πλούτου και της δύναμης του Θεού. Διεισδύοντας με την ματιά Του στα άπειρα βάθη του, ο Ιησούς βλέπει εσωτερικά το πρόσωπο του Πατέρα.
“Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσας μου”. Το θαύμα είναι ήδη εκτελεσμένο στην θέα Του. Γι’ αυτό τον λόγο ευχαριστεί. Του το είχε επισημάνει και η Μάρθα στο εδ. 22: “Ξέρω ότι όσα ζητήσεις από τον Θεό, θα σου τα δώσει ο Θεός”. Ας σημειώσωμε εδώ την τέλεια βεβαιότητα που είχε ο Κύριος ότι εισακούετο από τον Πατέρα. Ήταν ο Υιός που ζητούσε και έπαιρνε το κάθε τι από τον θησαυρό του Πατέρα Του.
Εάν ο Ιησούς εκφράζει την ευγνωμοσύνη του φωναχτά, όπως κάνει εδώ, δεν είναι, όπως ο Ίδιος προσθέτει, διότι υπάρχει κάτι το ασυνήθιστο στην συμπεριφορά του Πατέρα προς Αυτόν, σε τούτη την ειδική περίπτωση. Ούτε είναι μια αναφώνηση που ξεπετάχτηκε από μέσα Του για κάποια εξαιρετική απάντηση σε προσευχή Του. Ο Πατέρας συνεχώς Τον ακούει, και Αυτός συνέχεια Τον ευχαριστεί. Εκείνο που Τον ωθεί, την σοβαρή αυτή την στιγμή, να ευχαριστήσει τον Πατέρα φωναχτά, είναι ο κόσμος που Τον περιβάλλει. Έχει προετοιμάσει τους μαθητές Του και τις δύο αδελφές στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους να δουν και να αντιληφθούν το έργο που πρόκειται να κάνει. Ο Πατέρας όμως απρόσμενα μάζεψε κόσμο γύρω από τον τάφο. Θέλει να τους προετοιμάσει να δουν και αυτοί την “δόξα του Θεού”, δηλαδή, να δουν στο θαύμα, όχι το θαύμα, αλλά ένα σημάδι (Αυτόν που ενεργεί πίσω του). Διαφορετικά η κατάπληξη που θα δοκιμάσουν θα μείνει άκαρπη. Δεν θα έχει σαν αποτέλεσμα πίστη στον Θεό. Την ευχαριστία που συνήθως την έλεγε μέσα Του, (πάντα αυτή πληρούσε την υιική Του καρδιά), τώρα, λόγω του κόσμου, την λέγει φωναχτά.
Οι Ιουδαίοι είχαν θεωρήσει την θεραπεία του εκ γενετής τυφλού σαν παράβαση του Σαββάτου, και ως εκ τούτου δεν το δεχόταν σαν έργο απ’ τον Θεό. Αποδίδοντας ευχαριστία στον Θεό αυτή την ώρα στην παρουσία όλου του κόσμου, ακόμα πριν εκτελέσει το θαύμα, ο Ιησούς επικαλείται εμπρός τους τον Θεό να Του χορηγήσει ή να Του αρνηθεί την συνεργασία Του. Εάν ο Λάζαρος αναστηθεί και φανεί στο κάλεσμά Του, θα είναι ο Θεός που έχει επιδείξει τον βραχίονά Του. Ο Ιησούς θα πρέπει να αναγνωρισθεί ως απεσταλμένος απ’ Αυτόν. Εάν όχι, αλήθεια, όλα τα άλλα θαύματα θα πρέπει να αποδοθούν στον Βελζεβούλ, και Αυτός θα αποδειχθεί απατεώνας!
Κάτι παρόμοιο έκανε ο Ηλίας στο Κάρμηλο.

“Και τούτο είπων φωνή μεγάλη εκραύγασεν, Λάζαρε δεύρο έξω. Εξήλθεν ο τεθνηκώς δεδεμένος τους πόδας, και τας χείρας κειρίαις και η όψις αυτού σουδαρίω περιεδέδετο. Λέγει αυτοίς ο Ιησούς, Λύσατε αυτόν και άφετε αυτόν υπάγειν”.
“Και αφού είπε αυτά, εφώναξε με δυνατή φωνήν, “Λάζαρε έλα έξω”. Και εβγήκε εκείνος που είχε πεθάνει, δεμένος τα χέρια και τα πόδια με λευκές ταινίες, και το πρόσωπο του γύρω δεμένο με λευκό μαντήλι. Τους είπε τότε ο Ιησούς, “Λύστε τον και αφήστε τον να φύγει.”(Εδάφια 43,44)

“Λάζαρε δεύρω έξω”. Όπως όταν ένας φωνάζει κάποιον δυνατά να ξυπνήσει.
Αναμφίβολλα, η δύναμη για την ανάσταση δεν είναι μέσα στην δυνατή φωνή. Τούτη η δυνατή φωνή είναι για τους παρισταμένους. Η δύναμη ανήκει στον Θεό που τούτη την ώρα την παραχωρεί στον αντιπρόσωπό Του εδώ στην γη.
“Δεύρο έξω”: Δύο απλές λέξεις, αλλά τι μεγαλειώδες αποτέλεσμα φέρουν .
Σημειωτέον ότι το κάθε πόδι τυλιγόταν ξεχωριστά με τους επιδέσμους, και έτσι δεν υπήρχε δυσκολία στον αναστημένο νεκρό να περπατήσει.
Ενώ παρέμεναν ακίνητοι με κατάπληξη, ο Ιησούς, με τέλεια ηρεμία, σαν τίποτα να μην έχει συμβεί, τους καλεί να πάρουν μέρος στο έργο Του: Τον έφερα στην ζωή. Αναλάβατε τώρα σεις να τον λύσετε.
Το άμεσο αποτέλεσμα στους θεατές από το θαύμα:

“Πολλοί ουν εκ των Ιουδαίων οι ελθόντες προς την Μαριάμ και θεασάμενοι α εποίησεν επίστευσαν εις αυτόν. Τινές δε εξ αυτών απήλθον προς τους Φαρισαίους και είπαν αυτοίς α εποίησεν Ιησούς”.
“Πολλοί από τους Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν έλθει εις την Μαρίαν και είδαν τι έκανε ο Ιησούς, επίστεψαν σ’ αυτόν, αλλά μερικοί απ’ αυτούς επήγαν εις τους Φαρισαίους και τους είπαν τι είχε κάνει ο Ιησούς”.(Εδάφια 45,46)

Και εδώ το άμεσο αποτέλεσμα, μία βαθειά διαίρεση.

Οι συνέπειες που επακολούθησαν το θαύμα:

“Συνήγαγον ουν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συνέδριον και έλεγον, Τι ποιούμεν ότι ούτος ο άνθρωπος πολλά ποιεί σημεία; Εάν αφώμεν αυτόν ούτως πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν, και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών και τον τόπον και το έθνος. Εις δε τις εξ αυτών Καϊάφας, αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου, είπεν αυτοίς, Υμείς ουκ οίδατε ουδέν, ουδέ λογίζεσθε ότι συμφέρει υμίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνει υπέρ του λαού και μη όλο το Έθνος απόληται”.
“Τότε οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συνεκάλεσαν συνέδριον και είπαν, “Τι να κάνωμεν; Επειδή αυτός ο άνθρωπος κάνει πολλά θαύματα. Εάν τον αφήσωμεν έτσι, όλοι θα πιστεύσουν σ’ αυτόν, και θα έλθουν οι Ρωμαίοι και θα μας πάρουν και τον τόπον και τον λαόν”. Ένας από αυτούς, ο Καϊάφας, ο οποίος ήτο αρχιερεύς το έτος εκείνο, τους είπε, “Σεις δεν καταλαβαίνετε τίποτα, ούτε σκέπτεσθε ότι αξίζει να πεθάνει ένας άνθρωπος υπέρ του έθνους για να μην χαθεί ολόκληρο το έθνος”.(Εδάφια 47-50)

Η ανάσταση του Λαζάρου ήταν αυτή που επιτάχυνε την απόφαση για την καταδίκη του Ιησού. Το ποτήρι ήτο πλήρες, αυτή το έκανε να ξεχειλίσει.
“Ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών και τον τόπον και το έθνος”. Ο φόβος τους δεν ήταν χωρίς βάση. Η ελαχίστη αναταραχή θα μπορούσε να προκαλέσει πρόφαση για τους Ρωμαίους, να επέμβουν και να τους πάρουν και τα τελευταία υπολείμματα ανεξαρτησίας που σαν λαός απελάμβαναν. Τότε θα χανόταν και η δύναμη του Συνεδρίου, η δική τους δηλαδή δύναμη.
“Άρουσιν ημών και τον τόπον και το Έθνος”: Δηλαδή, θα μας πάρουν από τα χέρια μας, από την εξουσία μας, και τον τόπο (την πρωτεύουσα σαν έδρα της κυβέρνησης), και το έθνος, δηλαδή, το έθνος που κυβερνάμε από αυτή την θέση.
Τούτη τους την σκέψη την είχε ήδη ειπεί ο Κύριος στην παραβολή του αμπελώνα: “Αυτός είναι ο κλήρονόμος. Εμπρός ας τον σκοτώσωμεν και ας πάρωμεν την κληρονομίαν του” (Ματθ. ΚΑ38).
Η αγωνία τους τώρα: “Τι ποιούμεν”; Δηλαδή, “Είναι αναγκαίο κάτι να κάνουμε, αλλά τι”;
Τότε, ανάμεσα από τους αναποφάσιστους συνέδρους που ταλαντεύονται μεταξύ συνείδησης και συμφέροντος, σηκώνεται ο Καϊάφας, θαρραλέα αρνείται τα δικαιώματα της συνείδησης, και αδίστακτα εκθέτει δικαιολογίες που τους οδηγούν σε άμεση δράση.
Ο Καϊάφας (το όνομα του ήτο Ιωσήφ) ήταν αρχιερέας από το 25-36 μ.Χ. Επομένως όλη η διακονία του Κυρίου ήταν στην εποχή της δικής του αρχιερωσύνης.
Σημειωτέον ότι επί Ρωμαίων η αρχιερωσύνη δεν ήταν ισόβια, όπως προβλεπόταν στην Παλαιά Διαθήκη. Οι Ρωμαίοι από φόβο μήπως ο αρχιερέας αποκτήσει δύναμη, παραμένοντας επί μακρόν στο αξίωμά του, τον άλλαζαν συχνά.
Ο Καϊάφας απότομα, υπεροπτικά, και με αγένεια, τους εκθέτει τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν, κίνδυνον που για να τον αποφύγουν, θα πρέπει να εξοντώσουν τον Ιησού.

” Τούτο δε αφ’ εαυτού ουκ είπεν, αλλά αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου επροφήτευσεν ότι έμελλεν Ιησούς αποθνήσκειν υπέρ του Έθνους, και ουχί υπέρ του έθνους μόνον αλλά ίνα και τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν”.
“Αυτό δεν το είπε από τον εαυτό του, αλλά επειδή ήτο αρχιερεύς του έτους εκείνου, επροφήτευσε ότι ο Ιησούς θα πέθαινε υπέρ του έθνους, και όχι μόνο υπέρ του έθνους, αλλά και δια να συγκεντρώσει εις ένα τα παιδιά του Θεού που ήσαν διασκορπισμένα”.(Εδάφια 51,52)

“Επροφήτευσεν”: Είπε προφητικά.
Αυτό το σατανικό σχέδιο, το οποίο προφητικά λέγει εδώ ο Καϊάφας, και του οποίου γίνονται οι ίδιοι τα όργανα να υλοποιηθεί, είναι ακριβώς αυτό που θα υπηρετήσει τον μεγάλο σκοπό του Θείου θελήματος, για την λύτρωση της ανθρωπότητας.
“Αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου”, δηλαδή όχι σαν πρόσωπο, αλλά σαν αξίωμα, σαν αντιπρόσωπό Του ο Θεός τον χρησιμοποίησε να πει αυτή την προφητεία, έστω και αν αυτός την εννοούσε διαφορετικά. Πάντα ο αρχιερέας ήταν ο άμεσος αντιπρόσωπος του Θεού στον λαόν Του. Ήταν αυτός που κρατούσε την μυστηριώδη δύναμη των Ουρίμ και Θουμίμ (την δύναμη αυτή την είχαν ήδη χάσει από τον καιρό της αιχμαλωσίας).
Έτσι και αυτή την μοναδική στιγμή για την θεοκρατεία και την ανθρωπότητα, μέσω αυτού, έστω και στην μορφή του πλέον απεχθή αφορισμού, μέσω δηλαδή του ειδικού Του οργάνου, αποκαλύπτει ο Θεός το σχέδιό Του.
“Και ουχ υπέρ του έθνους μόνον αλλ’ ίνα και τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν”.
Ο Ιωάννης επεξηγεί εδώ ότι το σχέδιο του Θεού είναι πιο πλατύ από ότι το είχε θωρήσει ο Καϊάφας. Περιελάμβανε και τους Εθνικούς. Είναι εκείνα τα “άλλα πρόβατα” που ανέφερε ο Κύριος στο Ι 16. Είναι αυτοί που ο Λόγος που ήταν στον κόσμο (Ιωάννη Α4,10) τους είχε προετοιμάσει να δεχθούν την φωνήν Του. Είναι οι “εκ του Θεού”(Η 47), “οι εκ της αληθείας” (ΙΗ37) . Αυτοί είναι που επρόκειτο να γίνουν “τέκνα Θεού”.

“Από εκείνης ουν της ημέρας εβουλεύσαντο ίνα αποκτείνωσιν αυτόν”.
“Από εκείνην λοιπόν την ημέραν απεφάσισαν από κοινού να τον θανατώσουν”.(Εδάφιον 53)

Φαίνεται ότι συμφώνησαν με την πρόταση του Καϊάφα. Από δω και πέρα είχε φύγει κάθε δισταγμός για τον φόνο. Απέμενε να ορισθεί ο χρόνος και τα μέσα.
Να λοιπόν που οδήγησε το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου.

Η περιοδεία στον Εφραίμ: εδάφια 54-57.
Ο Ιησούς είναι εξαναγκασμένος πλέον ν’ αποσυρθεί σε ένα απόμερο μέρος. Από το μέρος τους, οι αρχηγοί τώρα, κάνουν ένα νέο βήμα στο μονοπάτι που έχουν εισέλθει.

“Ο ουν Ιησούς ουκέτι παρρησία περιεπάτει εν τοις Ιουδαίοις, αλλά απήλθεν εκείθεν εις την χώραν εγγύς της ερήμου, εις Εφραίμ λεγομένην πόλιν, κακεί έμεινεν μετά των μαθητών.
Ην δε εγγύς το Πάσχα των Ιουδαίων, και ανέβησαν πολλοί εις Ιεροσόλυμα εκ της χώρας προ το πάσχα ίνα αγνίσωσιν εαυτούς. Εζήτουν ουν τον Ιησούν και έλεγον μετ’ αλλήλων εν τω ιερώ εστηκότες, Τι δοκεί υμίν; Ότι ου μη έλθη εις την εορτήν; Δεδώκεισαν δε οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι εντολάς ίνα εάν τις γνω που έστιν μηνύση, όπως πιάσωσιν αυτόν”.
“Γι’ αυτό ο Ιησούς δεν περιπατούσε πλέον φανερά μεταξύ των Ιουδαίων αλλά έφυγε από εκεί και ήλθε ειν την χώραν που είναι κοντά εις την ερημον, εις την πόλιν που ονομάζεται Εφραίμ, και εκεί διέμεινε μαζί με τους μαθητάς του. Επλησίαζε δε το πάσχα των Ιουδαίων και ανέβησαν πολλοί από την χώραν εις τα Ιεροσόλυμμα πριν από το Πάσχα δια να εξαγνισθούν. Εζήτουν τον Ιησούν και έλεγον μεταξύ τους, καθώς εστέκοντο εις τον ναόν, “Τι φρονείτε, δεν θα έλθη εις την εορτήν;”. Οι δε αρχιερείς και οι Φαρισαίοι είχαν δώσει εντολήν, εάν κανείς μάθει που είναι, να ειδοποιήσει για να τον πιάσουν”.(Εδάφια 54-57)

Η πόλις Εφραίμ ήταν κατά άλλους 8 και κατά άλλους 20 μίλια βορειανατολικά της Ιερουσαλήμ. Το μέρος ήτο κατάλληλο για τον Κύριο, και λόγω του ότι ήταν απομονωμένο, και διότι γειτόνευε με την έρημο, όπου θα μπορούσε να αποσυρθεί αν Τον κατεδίωκαν. Μπορούσε επίσης να προετοιμάσει εκεί με ησυχία τους μαθητάς Του για τον επικείμενον χωρισμό τους. Εκεί λοιπόν περιορίστηκε στην συντροφιά μαζί τους (“μετά”).
“Εκ της χώρας”. Από διάφορα μέρη της επαρχίας (όχι μόνο από την Εφραίμ) ανέβηκαν προς την πρωτεύουσα.
“Ίνα αγνίσωσιν εαυτούς”. Σε πολλά εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης (Γεν. ΛΕ 2, Έξοδος ΙΘ 10,11 κ.λ.π.) υπήρχε η εντολή να εξαγνίζονται, δηλαδή να καθαρίζονται πριν από κάθε μεγάλη γιορτή.
Τούτοι οι επαρχιώτες, μαζεμένοι ομάδες ομάδες στον ναό, συζητούσαν με ακούραστη περιέργεια μεταξύ τους, για τον ερχομό ή όχι του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα.
Η διαταγή για την σύλληψη του Κυρίου προήλθε από τους αρχιερείς, διότι αυτοί ήσαν η επίσημη εξουσία. Αναφέρονται όμως εδώ και οι Φαρισαίοι γιατί τούτοι ήσαν οι υποκινητές.
Τούτες οι εντολές εξυπηρετούσαν μάλλον πιο πολύ ρόλο εκφοβισμού, διότι δεν τους ήταν δύσκολο να Τον εντοπίσουν. Ήθελαν να τρομοκρατήσουν τον Κύριο και τους ακολούθους Του, και παράλληλα να προετοιμάσουν τον κόσμο να Τον θεωρήσει σαν ένα επικίνδυνο και εγκληματικό πρόσωπο.
Στην Βαβυλωνιακή Gemara (που γράφτηκε από παραδόσεις το 550 μ.Χ. περίπου) βρίσκεται η ακόλουθη παράγραφος: “Η παράδοση αναφέρει ότι το απόγευμα του Πάσχα ο Ιησούς σταυρώθηκε, και ότι αυτό συνέβει μετά αφού ένας αξιωματούχος εδήλωνε για σαράντα μέρες δημόσια: “Αυτός ο άνθρωπος που με την πλάνη του έχει αποπλανήσει τον κόσμο οφείλει να σταυρωθεί. Οποιοσδήποτε μπορεί να προβάλλει κάτι για την υπεράσπισή του, ας έλθει εμπρός και ας μιλήσει”. Αλλά κανείς δεν βρήκε να πεί τίποτα για την υπεράσπισή του. Κρεμάστηκε λοιπόν το απόγευμα του πάσχα”. Η αξιοσημείωτη αυτή παράγραφος μπορεί να συγκριθεί με αυτό που αναφέρει ο Ιωάννης. Και στις δύο αναφορές ανακαλύπτομε, λίγες εβδομάδες πριν το Πάσχα, μια δημόσια διακήρυξη εκ μέρους του Συνεδρίου, σχετικά με την εγγύζουσα καταδίκη του Ιησού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 12

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ Ιωάννης ΙΒ 1-36.

Αυτό το κομμάτι περιλαμβάνει τρία μέρη: 1) Το δείπνο του Κυρίου στην Bηθανία: Εδ. 1-11. 2) Την είσοδό Tου στην Iερουσαλήμ: Εδ. 12-19. 3) Την τελευταία σκηνή της διακονίας Του στον Ναό: εδ. 20-36.
Τούτα τα τρία γεγονότα αποτελούν την μετάβαση από την δημόσια διακόνια του Κυρίου στο πάθος Του.

1. Το δείπνο στην Βηθανία: εδ. 1-11.

“Ο ουν Ιησούς προ εξ ημερών του πάσχα ήλθε εις Βηθανίαν, όπου ην Λάζαρος ο τεθνηκώς, ον ήγειρεν εκ νεκρών”.
“Έξη ημέρες πριν από το Πάσχα ήλθε ο Ιησούς εις την Βηθανίαν, όπου ήτο ο Λάζαρος, ο οποίος είχε πεθάνει και τον οποίο ανέστησε εκ νεκρών”.(Εδάφιο 1)

Φαίνεται ότι ο Κύριος κατέβηκε από την πόλη Εφραίμ στην κοιλάδα του Ιορδάνου, και ενώθηκε πριν την Ιεριχώ με το μεγάλο καραβάνι των προσκυνητών, που ερχόταν από την Γαλιλαία μέσω Περαίας. Πριν φθάσουν την ίδια ημέρα στα Ιεροσόλυμα, ο Κύριος και οι μαθητές του, σταμάτησαν στην Βηθανία.
Πιθανόν, χρονολογικά τα γεγονότα, να εξελίχθηκαν ως εξής: Το Σάββατο το πέρασε στην Ιεριχώ, στο σπίτι του Ζακχαίου. Την Κυριακή οδοιπόρησε με το καραβάνι ως την Βηθανία, όπου και σταμάτησε. Το εσπέρας της ιδίας ημέρας θα πρέπει να έλαβε χώρα το δείπνο που Του προσεφέρθη, για το οποίο γίνεται λόγος εδώ. Την επομένη ημέρα, την Δευτέρα, έγινε η επίσημή Του είσοδος στα Ιεροσόλυμα. Η Παρασκευή της ιδίας εβδομάδας ήταν το Πάσχα (14 του μηνός Nisan).

“Εποίησαν ουν αυτώ δείπνον εκεί, και η Μάρθα διηκόνει, ο δε Λάζαρος εις ην εκ των ανακειμένων συν αυτώ.
Η ουν Μαριάμ λαβούσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικής πολυτίμου ήλειφεν τους πόδας του Ιησού και εξέμαξεν ταις θριξίν αυτής τους πόδας αυτού. Η δε οικία επληρώθη εκ της οσμής του μύρου”.
“Εκεί του έκαναν δείπνο και η Μάρθα υπηρετούσε, ο δε Λάζαρος ήτο μεταξύ εκείνων που ήσαν μαζί του στο τραπέζι. Η Μαρία τότε επήρε μίαν λίτραν γνησίου πολυτίμου μύρου νάρδου, άλειψε τα πόδια του Ιησού και τα εσφόγγισε με τα μαλλιά της, και το σπίτι εγέμισε από την μυρωδιά του μύρου”.(Εδάφια 2,3)

Το δείπνο, όπως είπαμε, έλαβε χώρα την Κυριακή το βράδυ. Από ότι φαίνεται εδώ, δεν έγινε στο σπίτι του Λαζάρου. Το πιθανότερο είναι ότι Του το πρόσφεραν ένα μέρος των κατοίκων της Βηθανίας, για να Τον τιμήσουν για το θαύμα που έκανε στο άσημο χωριό τους. Ίσως και να θέλησαν να Του δείξουν δημόσια τον σεβασμό τους, βλέποντας το μίσος στο οποίο ήτο εκτεθειμμένος, εκ μέρους των αρχηγών τους.
Αυτό το συμπόσιο ήταν πράγματι μια ενθαρρυντική ανταπόκριση μετά το καταδικαστικό διάταγμα του Συνεδρίου (ΙΑ 57).
Κατά την διήγηση του Ματθαίου και του Μάρκου, ίσως να έλαβε χώρα στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, τον οποίον ο Κύριος είχε θεραπεύσει. Εκεί ήταν και ο Λάζαρος καλεσμένος.
Δεν μπορούσαν όλοι να Τον φιλοξενήσουν, αλλά ο καθένας έτρεξε να συνεισφέρει στην τιμή που Του απεδίδετο, σύμφωνα με ό,τι μπορούσε. Ο κόσμος της Βηθανίας το επίσημο γεύμα, ο Σίμωνας το σπίτι, η Μάρθα την υπηρεσία της στο ξένο σπίτι, η Μαρία την βασιλική της αφθονία, η οποία ήταν από μόνη της ικανή να εκφράσει το συναίσθημα που την ενέπνευσε. Τέλος ο Λάζαρος με την παρουσία του, η οποία από μόνη της Τον δόξαζε περισσότερο από ότι οι άλλοι θα μπορούσαν να κάνουν.
Το γενικό έθιμο των αρχαίων εθνών ήταν ν’ αλείφουν με άρωμα τα κεφάλια των προσκεκλημένων στις γιορτές.
Ο Δαβίδ, περιγράφοντας με την εικόνα ενός συμποσίου, προετοιμασμένου υπό του Θεού, τις τέρψεις που του δίνει η κοινωνία μαζί Του, γράφει για τον Θεό στο Ψαλμό ΚΓ 5: “Ητοίμασας έμπροσθέν μου τράπεζαν απέναντι των εχθρών μου. Ήλειψας εν ελαίω την κεφαλήν μου. Το ποτήριον μου υπερχειλίζει”.
Ο Κύριος, στο Λουκά Ζ 46, σημείωσε στον Σίμωνα τον Φαρισαίο, που Τον είχε προσκαλέσει, αυτή την προσβλητική παράλειψη.
Στην Βηθανία όμως δεν γίνεται ένα τέτοιο λάθος. Είναι η Μαρία που επιφορτίζει τον εαυτόν της με αυτή την υπηρεσία. Μόνο που την κάνει με τον δικό της τρόπο, αυτόν που της υπαγορεύει η καρδιά της.
“Μύρο”: Είναι γενικός όρος που χαρακτηρίζει τα υγρά αρώματα.
“Νάρδος”: Είναι ένα τέτοιο υγρό άρωμα, το πλέον πολύτιμο της εποχής. Εξαγόταν από ένα φυτό που υπήρχε στην Ινδία, και λιγώτερο στην Συρία. Το τοποθετούσαν σε μικρές φιάλες από αλάβαστρο, και το χρησιμοποιούσαν για το άλειμμα του σώματος αλλά και για το αρωμάτισμα του κρασιού.
“Πιστικός”: Σημαίνει “εμπιστοσύνης”, “γνήσιος”, “ανόθευτος”.
“Λίτρα”: Είναι 12 ουγγιές. Ήταν τεράστια ποσότητα για άρωμα τόσο υψηλής αξίας. Βέβαια για τον σεβασμό και την λατρεία που έτρεφε η Μαρία στο πρόσωπο του Κυρίου, ούτε η ποσότητα ήταν μεγάλη, ούτε η αξία.
Αυτά τα μπουκάλια της νάρδου τα έφερναν ερμητικά κλεισμένα από την Ανατολή.
Σύμφωνα με το Μάρκο ΙΔ 3, η Μαρία, στην θέα όλων που καθόταν στο τραπέζι, έσπασε το λαιμό του μπουκαλιού πάνω στο κεφάλι του Κυρίου που καθόταν και Αυτός στο τραπέζι, και η πρώτη ποσότητα του αρώματος ξεχύθηκε πάνω Του. Θέλοντας όμως να δείξει την λατρεία της στο πρόσωπό Του, σκύβει, και σαν το άρωμα να ήταν κοινό νερό, το χύνει πάνω στα πόδια Του, και ήταν τόσο πολύ, που τώρα είναι αναγκασμένη να τα σκουπίσει. Γι’ αυτό τον σκοπό χρησιμοποιεί τα μαλλιά της. Τούτο το γεγονός υψώνει την αγάπη της στο πρόσωπο Του στο αποκορύφωμα της. Ήταν ντροπή μεταξύ των Ιουδαίων για μια γυναίκα να λύσει τις κορδέλες που έδεναν τα μαλλιά της και να εμφανισθεί με ανακατεμμένα μαλλιά.
Η Μαρία δείχνει ότι της ήταν τόσο πολύτιμο το πρόσωπό Του, που καμμία οικονομική θυσία δεν ήταν τόσο μεγάλη, και καμμία υπηρεσία τόσο ταπεινωτική γι’ Αυτόν. Ό,τι αυτή είναι, και ό,τι αυτή έχει, τα οφείλει σε Αυτόν. Ότι και να Του προσφέρει πάλι λίγο θα είναι.
Ήταν η δεύτερη φορά που ο Κύριος δέχεται αυτή την εκδήλωση λατρείας. Την πρώτη φορά ήταν στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου στην Γαλιλαία εκ μέρους κάποιας αμαρτωλής.

“Λέγει δε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης εις εκ των μαθητών αυτού, ο μέλλων αυτόν παραδιδόναι. Δια τι τούτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη πτωχοίς; Είπεν δε τούτο ουχ ότι περί των πτωχών έμελεν αυτώ, αλλ’ ότι κλέπτης ην και το γλωσσόκομον έχων τα βαλλόμενα εβάσταζεν”.
“Λέγει τότε ένας από τους μαθητές του, ο Ιούδας, ο υιός του Σίμωνος ο Ισκαριώτης, εκείνος που θα τον παρέδιδε, “Γιατί δεν επουλήθηκε αυτό το μύρο για τριακόσια δηνάρια και δεν εδόθηκε εις του πτωχούς;” Αυτό το είπε όχι από ενδιαφέρον για τους φτωχούς, αλλά διότι ήτο κλέπτης και είχε το ταμείον και αφαιρούσε εκείνα που έβαζαν μέσα”.(Εδάφια 4,6)

Αυτό το ξέσπασμα της αγανάκτησης του Ιούδα προκαλείται από το άθλιο πάθος της φιλαργυρίας που τον είχε κυριεύσει.
Από καιρό σ’ αυτή την καρδιά υπήρχε μια σκοτεινή δυσφορία για τον τρόπο ενεργείας που ακολουθούσε ο Κύριος. Αυτό το αίσθημα περίμενε ένα πρόσχημα να εκδηλωθεί.
Στον Ματθαίο αναφέρονται “οι μαθητές”, και στον Μάρκο “μερικοί” που διαμαρτύρονται. Πιθανόν να είναι πίσω από αυτούς ο Ιούδας που τους ξεσηκώνει. Ίσως όμως αυτός να εξέφρασε ό,τι οι άλλοι σκεφτόταν.
Σημειωτέον ότι ο Ιούδας γνωρίζει την ακριβή τιμή του μύρου σαν να ήταν έμπορος.
“Γλωσσόκομος”: Ήταν ένα μικρό μεταφερόμενο χρηματοκιβώτιο. Εκεί μέσα έβαζαν όσα τους δώριζαν. Από αυτά συντηριόταν και έδιναν και εις τους πτωχούς (ΙΓ 29).
Ο Ιούδας έκλεβε από αυτά που έριχναν εκεί μέσα.
Το ερωτημα είναι, γιατί είχε ανατεθεί στον Ιούδα αυτή η υπηρεσία.
Μερικοί δέχονται ότι ο Κύριος ήθελε με αυτό τον τρόπο να κάνει να εκδηλωθεί το πάθος του, για να τον θεραπεύσει.
Αλλά δεν ήταν ο Κύριος που έκανε την εκλογή, δεν εκτελούσε ποτέ δικό Του θέλημα. Αυτός σαν άνθρωπος υπηρετούσε τις επιλογές, και έκανε το θέλημα του Πατέρα.
Ίσως όμως, το πιθανώτερο, τον Ιούδα να τον εξέλεξαν οι μαθητές γι’ αυτό το καθήκον, καί ο Κύριος να μην θέλησε ν’ ανακατευθεί.

“Είπεν ουν ο Ιησούς, Άφες αυτήν, ίνα εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τηρήση αυτό. Τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε”.
“Τότε είπε ο Ιησούς, “Άφησε την δια την ημέραν του ενταφιασμού μου το εφύλαξε. Διότι τους πτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας, ενώ εμέ δεν με έχετε πάντοτε”.(Εδάφια 7,8)

Στο T.R. αναφέρει: “Άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό”.
“Άφες”: Άφησέ την, μην την ενοχλείς με τις παρατηρήσεις σου.
Εδώ πρέπει να έχει γίνει κάποια εσφαλμένη διόρθωση στο κείμενο από κάποιους που νόμιζαν ότο το αρωμάτισμα (βαλσάμωμα) ενός ανθρώπου δεν λαμβάνει χώρα πριν το θάνατό του. Η σωστή ερμηνεία δίνεται από τον Μάρκο ΙΔ 8: “Προέλαβεν μυρίσαι το σώμα μου εις τον ενταφιασμόν”. Το ίδιο αναφέρεται και στο T.R. Με απλά λόγια, ο Κύριος επισημαίνει στον Ιούδα ότι, “Δεν είναι για το τίποτα που χύθηκε το άρωμα. Αυτή έχει προκαταβολικώς αρωματίσει το σώμα μου για την ταφή μου”.
“Ενταφιασμός”: Το βαλσάμωμα και γενικώς οι προετοιμασίες της ταφής.
“Τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε”: Εάν οι πτωχοί είναι πράγματι το αντικείμενο της φροντίδας σου, θα υπάρχει πάντα η ευκαιρεία να ασκήσεις την γενναιοδωρία σου προς αυτούς. Το πρόσωπό μου όμως σύντομα θα αποσπασθεί από την φροντίδα της αγάπης σας.

“Έγνω ουν ο όχλος πολύς εκ των Ιουδαίων ότι εκεί έστιν και ήλθον ου δια τον Ιησούν μόνον, αλλά ίνα και τον Λάζαρον ίδωσιν ον ήγειρεν εκ νεκρών. Εβουλεύσατο δε οι αρχιερείς ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, ότι πολλοί δι’ αυτόν υπήγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησούν”.
“Πολλοί από τους Ιουδαίους έμαθαν ότι είναι εκεί, και ήλθαν όχι μόνον δια τον Ιησού, αλλά και δια να ιδούν τον Λάζαρον, τον οποίον ανέστησε εκ νεκρών. Οι αρχιερείς τότε απεφάσισαν να θανατώσουν και τον Λάζαρο, διότι εξ’ αιτίας του πολλοί από τους Ιουδαίους έφευγαν και επίστευαν στον Ιησού”.(Εδάφια 9-11)

Τα νέα ότι Κύριος είναι στην Βηθανία διαδόθηκαν πλατειά, και πολλοί ανυπομονόντας να Τον δουν, έτρεξαν μέχρι εκεί. Ήθελαν να δουν και τον Λάζαρο, το ζωντανό μνημείο της δύναμής Του.
Βλέποντας οι αρχιερείς, μετά τους Γαλιλαίους, και τους ίδιους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ ν’ αποσκιρτούν τώρα από κοντά τους, και να έλκονται προς τον Ιησούν, αποφασίζουν να λάβουν πιο δραστικά μέτρα, να σκοτώσουν και τον Λάζαρον.
Βλέπομε η διάθεση του κόσμου να γίνεται πολύ ευνοϊκή υπέρ του Κυρίου. Η ώρα για την βασιλική Του εμφάνιση είναι ώριμη. Ήταν αυτό που Του είχε ζητήσει η μητέρα Του (Β 4), και οι αδελφοί Του (Ζ 4). Αυτός όμως μέχρι τώρα είχε αρνηθεί.

2. Η είσοδος στην Ιερουσαλήμ: Εδ. 12-19.
Ο Ιησούς είχε πασχίσει σε κάθε περίπτωση να καταστείλει την λαϊκή εκδήλωση προς χάριν Του ( ΣΤ 15, Λουκάς ΙΔ 25-33, ΙΘ 11 κ.λ.π.). Τώρα αφήνει ελεύθερα τα αισθήματα του πλήθους, και παραδίνει τον εαυτόν Του στην δημόσια τιμή που προετοιμάζεται γι’ Αυτόν. Δεν θα έπρεπε μια φορά τουλάχιστον στην γήινη παρουσία Του να αναγνωρισθεί και χαιρετηθεί στον χαρακτήρα Του σαν ο βασιλιάς του Ισραήλ; Άλλωστε η ώρα του θανάτου Του ήταν κοντά. Εκείνη της βασιλικής Του εμφάνισης είχε λοιπόν σημάνει.
Όσον αφορά τον χρόνο της εισόδου Του, το πιο πιθανόν είναι ότι εισήλθε στα Ιεροσόλυμα την Δευτέρα το απόγευμα.

“Την επαύριον όχλος πολύς ο ελθών εις την εορτήν, ακούσαντες ότι έρχεται ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα έλαβον τα βάϊα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ και εκραύγαζον, Ωσσανά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ”.
“Την επομένη ημέρα πολύς κόσμος που είχε έλθει εις την εορτήν, όταν άκουσαν ότι έρχεται ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα, επήραν κλάδους από φοίνικας και εβγήκαν προς προϋπάντησιν του και έκραζαν, “Ωσσανά, ευλογημένος να είναι εκείνος που έρχεται εις το όνομα του Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ”.(Εδάφια 12,13)

“Όχλος πολύς”. Ήταν το πλήθος των προσκυνητών από όλα τα έθνη που είχαν συρρεύσει στην Ιερουσαλήμ. Είχαν πληροφορηθεί από αυτούς που είχαν πάει το προηγούμενο βράδυ στην Βηθανία, ότι ο Κύριος ετοιμαζόταν να έλθει στην Ιερουσαλήμ. Άρχισαν λοιπόν ομάδες ομάδες να βγαίνουν έξω για να Τον προϋπαντήσουν. Καθώς λοιπόν ερχόταν ο Κύριος και τους συναντούσε, μεγάλες ομάδες μαζευόταν γύρω Του.
Όλως μονομιάς μια έμπνευση ουράνιας χαράς ξεχύνεται σ’ αυτό το πλήθος. Η αγαλλίασή τους και οι ελπίδες τους ξεσπούν σε τραγούδια και σε γεμάτα νόημα σύμβολα. Το θαύμα ειδικά της ανάστασης του Λαζάρου είχε παίξει καταλυτικό ρόλο πάνω τους.
“Τα βάϊα των φοινίκων”. “Βάϊα” σημαίνει κλαδιά φοίνικα. Ο Ιωάννης προσθέτει “των φοινίκων” για να το διευκρινίσει στους Έλληνας αναγνώστας του. Μάλλον καλύτερα αποδίδεται: “Τα βάϊα (= κλαδιά φοινίκων) αυτών των φοινίκων που ευρέθηκαν στον δρόμο”. Δηλαδή έκοβαν κλαδιά από τους φοίνικες στον δρόμο.
Ο φοίνικας λόγω της μόνιμης ομορφιάς του μεγαλειώδους στέμματος των φύλλων του, ήταν το σύμβολο της δύναμης, ομορφιάς, χαράς αλλά και της σωτηρίας.
Στο Λευιτικό ΚΓ 40, όταν ο Θεός όρισε την γιορτή της Σκηνοπηγίας, τους είπε: “Θα πάρεις… κλάδους φοινίκων… και θέλετε ευφρανθεί ενώπιον Κυρίου του Θεού σας επτά ημέρας”. Στο Α’ Μακκαβαίων ΙΓ 51 ο Σίμων επιστρέφει μετά την απόκρουση του εχθρού, με όργανα και σείοντας βάϊα (φοινίκων). Και στην Αποκάλυψη Ζ 9 ο όχλος που ήτο εμπρός στον θρόνο και στο Αρνίο, φορούσε λευκά και είχαν φοίνικες στα χέρια τους.
“Ωσσανά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, και ο βασιλεύς του Ισραήλ”.
Οι επευφημίες του πλήθους και οι όροι που χρησιμοποιούν δεν αφήνουν αμφιβολλία ως προς την έννοια της εκδήλωσης: Ήταν σίγουρα ο Μεσσίας που περίμεναν.
Οι επευφημίες τους είναι παρμένες από τον Ψαλμό ΡΙΗ 25,26. Τούτος ο Ψαλμός εθεωρείτο Μεσσιανικός Ψαλμός. Ο κάθε Ισραηλίτης είχε τυπώσει αυτές τις λέξεις βαθειά στην καρδιά του. Τις τραγουδούσαν στην γιορτή της Σκηνοπηγίας και στο Πάσχα.
“Ωσσανά”= “σώσε, προσεύχομαι”. Είναι μια προσευχή απευθυνομένη στον Θεό, από τον λαόν του, εξ ονόματος του Μεσσία – Βασιλιά του. Είναι κάτι αντίστοιχο του “Ο Θεός σώζει τον Βασιλέα”.
“Ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου”: Δηλώνει αμυδρά και κατά γενικό τρόπο τον θείο αγγελειοφόρο, στου οποίου το πρόσωπο και το έργο ο Ισραήλ ικετεύει τις ευλογίες του ουρανού.
Βέβαια το πλήθος έλεγε και άλλες επευφημίες που τις αναφέρουν οι άλλοι ευαγγελιστές.
Ο Κύριος αντιλαμβάνεται ότι όλα τούτα είναι σχέδιο του Πατέρα. Το πλήθος ψάλλει τα εδάφια 25,26 του Ψαλμού ΡΙΗ. Τούτη η ώρα είναι η εκπλήρωση του εδαφίου 24 του ιδίου Ψαλμού: “Αυτή είναι η ημέρα την οποίαν έκαμεν ο Κύριος. Ας αγαλλιασθώμεν και ας ευφρανθώμεν εν αυτή”. Βλέποντας λοιπόν την θεία ενέργεια, ανταποκρίνεται και Αυτός μ’ ένα αληθινά Μεσσιανικό σημείο:

“Ευρών δε ο Ιησούς ονάριον εκάθισεν επ’ αυτό, καθώς εστιν γεγραμμένον, Μη φοβού, θυγάτηρ Σιών. Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται, καθήμενος επί πώλον όνου”.
“Ο δε Ιησούς ευρήκε έναν μικρό όνον, και εκάθησε επάνω του, καθώς είναι γεγραμμένον, μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών, να, ο βασιλεύς σου έρχεται καθισμένος εις ένα πουλάρι όνου”.(Εδάφια 14,15)

Αφού ο Κύριος επιθυμεί σήμερα να δεχθεί αυτή την υποταγή, δεν μπορεί να παραμένει αναμεμειγμένος με το πλήθος, πρέπει ν’ ανέβει στην σκηνή. Αλλά επιθυμεί να το κάνει με τον πλέον ταπεινό τρόπο, μ’ έναν τρόπο που ταιριάζει στην πνευματική φύση της βασιλείας Του.
Να έχουμε υπόψιν μας ότι στα πιο αρχαία χρόνια από την εποχή του Κυρίου, το γαϊδούρι δεν ήταν ένα περιφρονημένο ζώο (Κριτές Ε 9,10, Ι 4, Β’ Σαμουήλ ΙΖ 23). Αργότερα όμως προτιμιόταν το άλογο και το μουλάρι.
Ο Ζαχαρίας στο Θ 9 λέγει κατά λέξη: “Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών. Αλάλαζε θύγατερ Ιερουσαλήμ. Ιδού, ο βασιλεύς σου έρχεται προς σε. Αυτός είναι δίκαιος και σώζων, πραύς, και καθήμενος επί όνου, και επί πώλου υιού υποζυγίου”. Το πουλάρι αντιπροσωπεύει γι’ Αυτόν την ταπεινότητα του Μεσσία, και επομένως τον ειρηνικό χαρακτήρα της βασιλείας Του. Αυτό τον ειρηνικό χαρακτήρα τον αναφέρει στο επόμενο εδάφιο (10), όταν λέγει ότι θα καταστρέψει τα όπλα και θα φέρει την ειρήνη στα Έθνη. Ταπείνωση λοιπόν και ειρήνη, να οι δύο όψεις της βασιλείας Του, σε αντίθεση με τον πλούτο και την στρατιωτική δύναμη που χαρακτηρίζουν τους στόχους των κοσμικών βασιλείων.
“Θύγατερ Σιών”: Ο πληθυσμός της πόλης προσωποποιημένος.
“Μη φοβού”: “Μη φοβάσαι. Ένας βασιλιάς που έρχεται έτσι, δεν μπορεί να είναι ένας τύραννος”.
Βλέπομε λοιπόν εδώ να εκπληρούται κατά γράμμα η προφητεία του Ζαχαρία.

“Ταύτα ουκ έγνωσαν αυτού οι μαθηταί το πρώτον, αλλά ότε εδοξάσθη Ιησούς τότε εμνήσθησαν ότι ταύτα ην επ’ αυτώ γεγραμμένα και ταύτα εποίησαν αυτώ”.
“Τα λόγια αυτά δεν τα κατάλαβαν τότε οι μαθηταί του, αλλά όταν εδοξάσθηκε ο Ιησούς, τότε θυμήθηκαν ότι αυτά ήσαν γραμμένα για Αυτόν και ότι του τα έκαναν”.(Εδάφιο 16)

Μόνο μετά την ανάληψη, όταν φωτίσθηκαν από το Άγιο Πνεύμα, ξαναθυμούμενοι την γήινη ζωή Του, αντιλήφθηκαν την έννοια αυτού του συμβάντος, και ανεγνώρισαν σ’ αυτό την εκπλήρωση της προφητείας, στην οποία είχαν και αυτοί λάβει μέρος (“ταύτα εποίησαν αυτώ”)

“Εμαρτύρει ουν ο όχλος ο ων μετ’ αυτού ότε τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών. Δια τούτο και υπήντησεν αυτώ ο όχλος, ότι ήκουσαν τούτο αυτόν πεποιηκέναι το σημείον”.
“Ο δε κόσμος που ήταν μαζί του έδινε μαρτυρίαν ότι εφώναξε τον Λάζαρον από το μνήμα και τον ανέστησε εκ των νεκρών. Δια τούτο και τον υποδέχθηκε ο κόσμος διότι άκουσαν ότι έκανε αυτό το θαύμα”.(Εδάφια 17,18)

Το πλήθος που ήταν μαζί με τον Κύριο όταν ανέστησε τον Λάζαρο, έδινε μαρτυρίαν για το γεγονός. Το διηγιόταν στους ξένους που είχαν έλθει. Όταν αυτοί τον άκουγαν έβγαιναν να συναντήσουν τον Κύριο που ερχόταν από την Βηθανία.

“Οι ουν Φαρισαίοι είπαν προς εαυτούς, Θεωρείτε ότι ουκ ωφελείτε ουδέν. Ιδέ ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν”.
“Είπαν τότε οι Φαρισαίοι μεταξύ τους, “Βλέπετε ότι δεν κάνετε τίποτα; Να, όλος ο κόσμος έτρεξε οπίσω του”.(Εδάφιο 19)

Γεμάτοι πικρία οι Φαρισαίοι βλέπουν τα μέτρα τους να μην τελεσφορούν. Τούτα τα λόγια είναι μία έμμεση ώθηση του ενός προς τον άλλο, να χρησιμοποιήσουν χωρίς καθυστέρηση τα ακραία μέτρα που τους συμβούλευε ο Καϊάφας.

Η τελευταία σκηνή στον Ναό: Εδ. 20-36.
Από όλα τα γεγονότα που συνέβησαν μεταξύ της ημέρας των Βαίων και του εσπέρας της Πέμπτης, πριν το πάθος, ο Ιωάννης αναφέρει μόνον ένα, που παραλείπεται από τα Συνοπτικά: Την προσπάθεια μερικών Ελλήνων προσηλύτων να πλησιάσουν τον Ιησούν, και την ομιλία στην οποία Αυτός εξέφρασε τα αισθήματα που αυτή η απρόσμενη επίσκεψη δημιούργησε μέσα Του.
Εάν ο Ιωάννης τόσο ειδικά εκθέτει αυτό το συμβάν, δεν είναι για να συμπληρώσει την διήγηση των προκατόχων του (των συγγραφέων των Συνοπτικών). Είναι διότι σύμφωνα με αυτόν, τούτο το γεγονός έχει μία ιδιάζουσα σπουδαιότητα, και είναι σε κατευθείαν σύνδεση με τον σκοπό της όλης του διήγησης. Είχε δει σ’ αυτό, πέραν του τερματισμού της δημόσιας δραστηριότητας του Κυρίου, το προοίμιον των αγωνιών του πάθους. Είναι λοιπόν ένα ουσιώδες ορόσημο στην διήγησή του.
Ο Κυριός μας, μετά την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ την ημέρα των Βαίων, διέμενε στον ναό, σαν σε παλάτι Του, και εξασκούσε εκεί ένα είδος Μεσσιανικής κυριαρχίας. Την Δευτέρα εισήλθε, την Τρίτη εκαθάρισε τον Ναό διώχνοντας τους εμπόρους, την Τετάρτη αντιμετώπισε τις επίσημες αρχές, που απαιτούσαν μια εξήγηση όσον αφορά την προέλευση της εξουσίας που Αυτός διεκδικούσε για τον εαυτόν Του. Στην συνέχεια απεστόμωσε στην σειρά τους Φαρισαίους, Σαδουκκαίους και Γραμματείς που Τον πλησίασαν με επικριτικές ερωτήσεις. Μετά τους έθεσε την μεγάλη ερώτηση της θεότητος του Μεσσία από τον ψαλμό ΡΙ (“Είπεν ο Κύριος προς τον Κύριον μου…”), η οποία επρόκειτο να είναι και το κατηγορητήριο της δικαστικής Του καταδίκης. Μετά αφού απήγγειλε την κατάρα που θα εύρισκε τους ηγέτες του λαού. (“Ουαί σε εσάς…”), απεσύρθη, κατά το βράδυ, στο όρος των Ελαιών, όπου περιέγραψε μπροστά στα μάτια τεσσάρων από των μαθητών Του (Μάρκος ΙΓ) την εικόνα της κρίσης της Ιερουσαλήμ, της Εκκλησίας, και του ανθρωπίνου γένους.
Το εδ.36 της διήγησης του Ιωάννη, “Αφού είπε αυτά ο Ιησούς έφυγε από αυτούς και κρύφθηκε”, μας οδηγεί να υποθέσωμε ότι το περιστατικό αυτό με τους Έλληνες συνέβη το απόγευμα της Τετάρτης, την στιγμή που ο Ιησούς έφευγε από τον Ναό να πάει στην Βηθανία (Ιδέ το επίσημο αντίο, Ματθ. ΚΓ 37-39). Δεν επέστρεψε πάλι στον Ναό. Όλη την Πέμπτη, μέχρι που πήγε στην Γεθσημανή, μετά το τελευταίο δείπνο στην Ιερουσαλήμ, πρέπει να την πέρασε κατ’ ιδίαν στην Βηθανία.

“Ήσαν δε Έλληνες τινές εκ των αναβαινόντων ίνα προσκυνήσωσιν εν τη εορτή. Ούτοι ουν προσήλθον Φιλίππω τω από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ηρώτων αυτόν λέγοντες, Κύριε, θέλομεν τον Ιησούν ιδείν. Έρχεται ο Φίλιππος και λέγει τω Ανδρέα, έρχεται Ανδρέας και Φίλιππος και λέγουσιν τω Ιησού”.
“Ήσαν μερικοί Έλληνες μεταξύ εκείνων που είχαν ανέβει δια να προσκυνήσουν κατά την εορτήν. Αυτοί λοιπόν ήλθαν εις τον Φίλιππον, ο οποίος ήτο από τη Βηθσαιδά της Γαλιλαίας, και του είπαν, “Κύριε, θέλουμε να ιδούμε τον Ιησούν”. Έρχεται ο Φίλιππος και το λέγει στον Ανδρέα, και ο Ανδρέας και ο Φίλιππος το λέγουν εις τον Ιησούν”.(Εδάφια 20-22)

“Έλληνες”: Δεν πρέπει να ήσαν Ιουδαίοι κατοικούντες μεταξύ των Εθνικών και ομιλούντες την Ελληνική (Ελληνιστές), αλλά Έλληνες που είχαν ασπασθεί στην χώρα τους την Ιουδαϊκή θρησκεία (όχι κατ’ ανάγκη την Ελλάδα- οι Έλληνες είχαν σκορπίσει παντού τότε), και είχαν έλθει να εορτάσουν τις μεγάλες θρησκευτικές εορτές στην Ιερουσαλήμ (όπως ο Ευνούχος από την Αιθοιπία).
Η πλατειά αυλή των Εθνικών στον Ναό, ήταν προρισμένη για αυτούς τους προσυλήτους (Α’ Βασιλ. Η 41-43).
Εάν αυτοί οι ξένοι ήσαν μάρτυρες της εισόδου του Ιησού στην Ιερουσαλήμ, και εάν ήσαν παρόντες στην έξωση των εμπόρων – σ’ εκείνη την πράξη δια της οποίας ο Ιησούς είχε ανορθώσει στην αληθινή του χρήση το μόνο κομμάτι του Ιερού που ήτο ανοικτό σε αυτούς – μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε την επιθυμία τους να έλθουν σε μια πιο οικεία σχέση με έναν τέτοιον άνθρωπο.
Φαίνεται πως δεν επιζητούσαν απλώς να Τον δουν, όπως ο Ζακχαίος (Λουκάς ΙΘ 3), γιατί τότε δεν θα χρειάζοταν την μεσολάβηση του Φιλίππου. Μάλλον θα ήθελαν κατ’ ιδίαν συζήτηση μαζί Του, πάνω σε θρησκευτικά θέματα. Ίσως βλέποντας την αντίδραση των αρχηγών των Ιουδαίων να ήθελαν να Τον προσκαλέσουν να στραφεί στα Έθνη, να έλθει στην χώρα τους να τους διδάξει. Γιατί να φθειρόταν ένας τέτοιος σοφός δάσκαλος σαν και Αυτόν με τους στενόμυαλους Ιουδαίους;
Η Εκκλησιαστική Ιστορία αναφέρει (Ευσέβιος Α 13) για κάποια επιστολή σταλμένη από τον Βασιλιά της Έδεσσας, στην Συρία, με την οποία Τον προσκαλούσε να έλθει και να κανονίσει την διαμονή μαζί Του, υποσχόμενος μια βασιλική υποδοχή, που θα Τον αποζημίωνε για την επιμονή των Ιουδαίων να Τον απορρίπτουν.
Στην περίπτωση που έχομε εδώ, θα πρέπει να αναγνωρίσωμε μαζί με τον Κύριο και τους μαθητές Του, (ιδέ ό,τι ακολουθεί), μία από τις πρώτες εκδηλώσεις αγάπης για το Ευαγγέλιο εκ μέρους του Εθνικού κόσμου, το πρώτο σημάδι της ελκυστικής δύναμης που η ηθική του ωραιότης επρόκειτο σύντομα να ασκήσει επάνω σ’ όλο το ανθρώπινο γένος.
Ο Ιησούς, κατά την στιγμή που Του μετεβιβάσθη η αίτηση, θα πρέπει να ήταν στην αυλή των γυναικών, στην οποία εισήλθε αφού διέσχισε την αυλή των Εθνικών. Σε αυτό το μέρος δίδασκε συχνά.
“Κύριε”: Το πόσο θα πρέπει να είχαν εντυπωσιαστεί, φαίνεται από την πλήρη σεβασμού προσφώνηση, στον μαθητή ενός τέτοιου διδασκάλου.
Ο Κύριος τους είχε γνωστοποιήσει ότι η γήινη δραστηριότητα Του περιοριζόταν μόνο στους Ιουδαίους (“Δεν απεστάλην παρά στα χαμένα πρόβατα του οίκου Ισραήλ”, Ματθ. ΙΕ 24). Γι’ αυτό ο Φίλιππος δεν αποτολμά μόνος του να απευθυνθεί στον Κύριο, αλλά συμβουλεύεται πρώτα τον Ανδρέα. Και οι δυο μαζί παρουσιάζουν το αίτημα των Ελλήνων στον Ιησού.
Αυτή η αίτηση δημιουργεί πάνω στον Κύριο μια βαθειά συγκίνηση. Γιατί αυτό;
Είναι γιατί ξυπνά μέσα Του το αίσθημα της σχέσης Του με τον Εθνικό κόσμο, ο οποίος μέχρι τώρα ήταν στο περιθώριο της σκέψης Του. Βλέπει τον εαυτόν Του προορισμένο να επεκτείνει το έργο Του πάνω επίσης και σε αυτή την απέραντη περιοχή.
Αλλά αυτή η πνευματική βασιλεία, καθώς ο Ίδιος γνωρίζει καλά, μπορεί μόνον να πραγματοποιηθεί όταν Αυτός ο Ίδιος ελευθερωθεί από το Ιουδαϊκόν Του περιβάλλον, και υψωθεί σε μία καινούργια μορφή ύπαρξης. Αυτή ομως η μεταμόρφωση προϋποθέτει τον θάνατο Του. Έτσι το μονοπάτι του Γολγοθά αποκαλύπτεται από μόνο του στην θέα Του σαν το μόνο που μπορεί να οδηγήσει στη εγκαθίδρυση της νέας τάξης πραγμάτων.
Αυτός είναι ο λόγος που η αίτηση αυτών των Εθνικών Τον ταράσσει έως τα βάθη της ψυχής Του, όπως μας αναφέρεται στο εδάφιο 27. Οι Εθνικοί κτυπάνε την πόρτα, είναι μια αποφασιστική ώρα, είναι η μεγάλη επανάσταση της οικουμένης.
Έτσι αντί να απαντήσει με ένα ναι ή ένα όχι στην αίτηση που Του απευθύνεται, απορροφάται στους στοχασμούς Του.
Δέχθηκε αυτούς τους Εθνικούς, συζήτησε μαζί τους; Ο Ιωάννης δεν μας αναφέρει τίποτα. Πιστεύομε ότι διασχίζοντας την αυλή των Εθνικών, καθώς έβγαινε από τον Ναό, θα έδωσε μια μαρτυρία συμπάθειας, την οποία ποτέ δεν αρνήθηκε σε εκείνους που Τον ζητούσαν. Άλλωστε το είχε υποσχεθεί: “Και τον ερχόμενον προς εμέ δεν θέλω εκβάλλει έξω” (Ιω. ΣΤ 37). Ο Ιωάννης όμως έκρινε πιο σημαντικό να μας μεταφέρει τον λόγο του Κυρίου, γιατί εκεί είναι η ουσία που μας ενδιαφέρει.

“Ο δε Ιησούς αποκρίνεται αυτοίς λέγων, Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου”.
“Ο Ιησούς απεκρίθη εις αυτούς, “Ήλθε η ώρα να δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου”.
“Ελήλυθεν η ώρα”.(Εδάφιο 23)

Για τον Ιησού είναι η ώρα της ανύψωσης Του και της προσωπικής Του μεταμόρφωσης, μέσα από το οδυνηρό πέρασμα του θανάτου.
“Δοξασθεί”. Από το Ζ 39 συμπεραίνωμε ότι αυτός ο όρος έχει σχέση με την ουράνια εξύψωση του προσώπου Του. Αποτέλεσμα αυτού θα είναι η αναγνώριση Του σαν Μεσσίας και η επέκταση της βασιλείας Του μεταξύ των Εθνών.
“Υιός του ανθρώπου”. Αυτό τον όρον Του Τον υπαγορεύει το αίσθημα της αδιάρηκτης Του σύνδεσης με την ανθρωπότητα, της οποίας σύντομα θα είναι ο δοξασμένος αντιπρόσωπος στον ουρανό. Θα είναι τότε που θα κάνει ότι δεν μπορεί να κάνει εδώ τώρα, να επικοινωνεί χωρίς περιορισμό με τους Έλληνες και όλο τον κόσμο.
Στο εδάφιο 24 τώρα με μια εικόνα, και στο 25 με απλούς όρους, ο Κύριος εκφράζει την οδυνηρή κατάσταση που είναι αναγκαίο να προηγηθεί για να περάσει σε αυτή την δόξα.

“Αμήν αμήν λέγω υμίν, εαν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει”.
“Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω, εάν ο σπόρος του σιταριού δεν πέσει στην γη και πεθάνει μένει αυτός μόνος, εάν όμως πεθάνει, φέρει πολύν καρπόν”.(Εδάφιο 24)

“Αμήν, αμήν”: Αντίθετα με τα δικά σας όνειρα για δόξα (των μαθητών), υπάρχει αυτή η οδυνηρή αναγκαιότης του θανάτου.
Όσο ο σπόρος του σίτου παραμένει στην αποθήκη διατηρείται, αλλά χωρίς να αποκτά την δύναμη ν’ αναπαραγάγει τον εαυτόν του. Για να γίνει τούτο, πρέπει να ριχθεί στην γη, ο φλοιός του ν’ αποσυντεθεί, ώστε να πεθάνει σαν σπόρος, για να ξαναζήσει πάλι σε μια καινούργια ζωή, φέρνοντας στην υπάρξη ένα πλήθος καινούργιων σπόρων σαν και αυτόν τον ίδιον.

“Ο φιλών την ψυχήν αυτού απολλύει αυτήν, και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν”.
“Εκείνος που αγαπά την ζωήν του θα την χάσει και εκείνος που μισεί την ζωήν του εις τον κόσμον τούτον θα την φυλάξει εις ζωήν αιώνιον”.(Εδάφιο 25)

Είναι η εφαρμογή, η εξήγηση της προηγουμενης εικόνας. Είναι κάτι που ο Ίδιος εφαρμόζει για τον εαυτόν Του.
Τούτο που αναφέρει εδώ ο Κύριος είναι ένας θεμελιώδης νόμος της ανθρώπινης ζωής. Τον είχε αναφέρει και πάλι σχετικά με τους μαθητές Του (“Εκείνος που ζητεί να σώσει την ζωήν του, θα την χάση, και εκείνος, που θα χάση την ζωήν του εξαιτίας μου, αυτός θα την σώσει. Διότι τι έχει να ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν κερδίση τον κόσμον όλον, αλλά χάσει τον εαυτόν του ή υποστεί ζημίαν;”, Λουκάς Θ 24,25). Εδώ δηλώνει ότι και ο Ίδιος υπόκειται σε αυτόν τον νόμο, όπως και αυτοί.
“Ψυχή”: Με αυτή την έκφραση, ο Κύριος δηλώνει, την πνοή της φυσικής ζωής του ανθρώπου μαζί με όλες τις ικανότητες (δυναμεις) που αυτή είναι προικισμένη.
Αυτή η φυσική (ψυχική) ζωή είναι καλή, σαν το σημείο αφετηρίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Και ο Ιησούς την κατέχει επίσης. Αλλά ο προορισμός της δεν είναι να υποστηρίξει και να διαιωνίσει τον εαυτόν της σαν τέτοια (στην παρούσα της μορφή). Προορισμός της είναι να μεταμορφωθεί, απο μια ανώτερη δύναμη, σε μία πνευματική, αιώνια ζωή. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να υποταχθεί εθελοντικά, να προσφερθεί σαν θυσία στην μορφή της αυταπάρνησης. Διαφορετικά, αν δεν το κάνει αυτό, αφού ανθίσει (ακμάσει) για ορισμένο χρόνο, και αφού λιγώτερο ή περισσότερο ικανοποιήσει τον εαυτόν της, παρακμάζει, αποσυντίθεται και σβήνει για πάντα. Το λέγει και στην Α’ Πέτρου Α24: “Κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι και όλη η δόξα του σαν το άνθος του χορταριού. Εξεράθηκε το χορτάρι και το άνθος του έπεσε”.
Αυτός ο νόμος ισχύει ακόμα και για μία καθαρή ύπαρξη, και για τις νόμιμες επιθυμίες της. Έτσι εάν κάποιος κληθεί να θυσιάσει μια τίμια επιθυμία για να ανταποκριθεί σ’ ένα υψηλότερο καθήκον, και αρνηθεί αυτή την κλήση, δηλαδή θελήσει να διατηρήσει την ζωήν του, τις τίμιες, έστω, επιθυμίες του, αυτός τελικά θα την χάσει.
Κάθε τι που δεν παραδίδεται στον Θεό με μία ελεύθερη πράξη θυσίας, περιέχει μέσα του το σπέρμα του θανάτου.
Ο Ιησούς, ζητόντας την ασφάλεια Του, ζητόντας να κρατήσει την προσωπική Του ζωή, μπορεί τώρα, εάν Αυτός το επιθυμεί, να διαφύγει τον θάνατο, και να γίνει κάτι αντίστοιχο του Σωκράτη των Ελλήνων, ή του Καίσαρα της Ρώμης, ή του Σολομώντα των Ιουδαίων. Αλλά αυτός ο τρόπος του να “διατηρήσει” την ζωήν Του, θα Τον οδηγούσε ακριβώς στο να την χάσει. Μην έχοντάς την παραδώσει στον Θεό, δεν θα μπορούσε να την πάρει πισω από Αυτόν, δοξασμένη και μεταμορφωμένη (Εδ.23). Έτσι, αν την φύλαγε, θα την καταδίκαζε σε ακαρπία και γήινη αδυναμία. Για να είναι ένας Χριστός, θα πρέπει να απαρνηθεί να είναι ένας “μεγάλος” με τα μέτρα των ανθρώπων.
“Μισώ”: Είναι αυτό ακριβώς το αίσθημα της βαθειάς περιφρόνησης που αισθάνεται κάποιος, όταν αναλογίζεται το τι θα έχανε εάν τελικά αφοσιωνόταν να κρατήσει τούτη την φυσική ζωή.
“Εις ζωήν αιώνιον”: Όχι μόνο θα την πάρει τώρα μεταμορφωμένη στην πλέον υψηλή της φύση, αλλά θα την γευθεί και στην μελλοντική εποχή, όταν αυτή παρουσιασθεί σε όλη της την τελειότητα. Γι’ αυτό την βάζει σε αντίθεση με τον “κόσμο τούτον”.
Τούτο το απόφθεγμα εκφράζει τον πιο βαθύ κανόνα της ανθρώπινης ζωής: “Δίνω τον εαυτόν μου, για να τον πάρω πίσω μεταμορφωμένο”. Τούτο το αξίωμα κυβερνούσε απόλυτα την ζωή του Κυρίου, τούτο θα πρέπει να κυβερνά και την ζωη του πιστου Του. Είναι αυτό που αναπτύσσει στο επόμενο εδάφιο:

“Εάν εμοί τις διακονή, εμοί ακολουθείτω, και όπου ειμί εγώ εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται. Εάν τις εμοί διακονή τιμήσει αυτόν ο Πατήρ”.
“Εάν με υπηρετεί κανείς, πρέπει να με ακολουθεί, και όπου είμαι εγώ, εκεί θα είναι και ο υπηρέτης μου. Εαν κανείς με υπηρετεί θα τον τιμήσει ο Πατέρας”.(Εδάφιο 26)

“Ακολουθείτω”: Όπου τον οδηγώ, και εδώ συγκεκριμμένα στο μονοπάτι της θυσίας, το μόνο που οδηγεί στην ένδοξη μεταμόρφωση.
“Όπου ειμί εγώ”: Αναφέρεται στην κατάσταση της ουράνιας δόξας του Θεού.
“Εκεί ο διάκονος ο εμός έσται”: Ο πιστός θα συμμετέχει στην ουράνια αυτή κατάσταση της δόξας (ΙΖ 24).
“Τιμήσει αυτόν ο πατήρ”: Ο Πατέρας θα τιμήσει τον πιστό υπηρέτη ο οποίος εχει συγκατατεθεί να φέρει την αισχύνη του Υιού Του, αποκηρύσσοντας όλη την δική του δόξα. Θα τον κάνει να συμμετέχει στον δοξασμό αυτού Του του Υιού. Και για τους δύο που “μισούν την ψυχή τους εν τω κόσμω τούτω”, θα πραγματοποιηθεί αυτό που ελέγχθει στο εδάφιο 25: “Εις ζωήν αιώνιον φυλάξουσι αυτήν”.
Ίσως ο Αντρέας και ο Φίλιππος είχαν δει με κάποια σαρκική ικανοποίηση την συμπεριφορά αυτών των ξένων, που επιθυμούσαν να αποδώσουν υποταγή στον Κύριο τους. Ο Ιησούς, συνηθισμένος σε σιωπή συνεχώς μέσα Του, ακόμα και στις πλέον νόμιμες φιλοδοξίες της φυσικής ζωής (στην θέα της θείας Του αποστολής), καταπνίγει με τούτα τα λόγια αυτές τις φιλόδοξες σκέψεις στο μυαλό των μαθητών Του.
Τωρα όμως στην συνέχεια, αφού έχει δηλώσει τούτο τον νόμο της ζωής που Τον υποχρεώνει να πεθάνει, αισθάνεται σε όλη Του την ύπαρξη την αντίδραση σ’ αυτή την φοβερή σκέψη:

“Νυν η ψυχή μου τετάρακται, και τι είπω; Πάτερ σώσον με εκ της ώρας ταύτης; Αλλά δια τούτο ήλθον εις την ώρα ταύτην. Πάτερ, δόξασον σου το όνομα.”
“Τώρα η ψυχή μου ειναι ταραγμένη και τι να πω; Πατέρα, σώσε με από την ώρα αυτήν. Αλλά γι’ αυτό ήλθα εις την ώρα αυτήν. Πατέρα δόξασε το όνομα σου.”(Εδάφια 27,28α)

“Η ψυχή μου”: Η “ψυχή” είναι η έδρα των φυσικών συναισθημάτων, όπως το “πνεύμα” είναι εκείνο των θρησκευτικών συναισθημάτων. Αυτό που νοιώθει τώρα ο Κύριος δεν είναι όμοιο με αυτό που ένοιωσε στο ΙΑ 33 και ΙΓ 21. Εκεί ένοιωσε ένα ρίγος, μία φρίκη, θρησκευτικής και ηθικής φύσης, στο κακό που Τον πλησίαζε στην πλέον μισητή του μορφή. Εκεί αναστατώθηκε το πνεύμα Του, εδώ αναστατώνεται η ψυχή Του από την προσδοκία των προσωπικών Του οδύνων και του θανάτου.
“Τετάρακται”: Ο παρακείμενος δείχνει μία κατάσταση στην οποία ο Κύριος αισθάνεται τον εαυτόν Του ολοκληρωτικά συντετριμμένο. Και αυτή η ασυνήθης ανησυχία αποκαλύπτεται ειδικά στην συνείδηση Του με τον δισταγμό που αισθάνεται στο τι να προσευχηθεί. Πάντα είχε μία καθαρή εικόνα εκείνου που θα έπρεπε να ζητήσει από τον Πατέρα. Τώρα αυτή η καθαρότητα θολώνει. Ο Κύριος πέρασε από όλες τις καταστασεις που περνάμε και εμείς. Είναι η ίδια κατάσταση που ο Παϋλος περιγράφει στο Ρωμ. Η 26, όπου ο πιστός δεν ξέρει τι θα έπρεπε να προσευχηθεί. Έτσι αναγκάζεται για μία στιγμή, να απευθύνει την ερώτηση στον εαυτόν Του: “Τώρα τι να πω, τι να ζητήσω;”
Η θυσία της ζωής Του είναι από μόνη της μια ελεύθερη πράξη. Θα μπορούσε να ζητήσει από τον Θεό να Τον απαλλάξει από αυτό. Και ο Πατέρας θα Τον άκουγε, όπως πάντα. Ακόμα, εάν ήτο αναγκαίο, θα Του έστελνε και “δώδεκα λεγεώνες αγγέλων”. Αλλά δεν θα ήταν αυτό η καταστροφή του ανθρωπίνου γένους; Δεν θα οδηγούσε όλους αυτούς τους αγαπημένους που είχε μαζέψει γύρω Του στον αιώνιο όλεθρο; Ο Ιησούς δεν αισθάνεται τον εαυτόν Του ελεύθερο να προσευχηθεί έτσι. Είναι ήδη πολύ μακρυά προχωρημένος στο μονοπάτι στο οποίο πρόκειται να πραγματοποιήσει την σωτηρία του κόσμου, για να σταματήσει τόσο κοντά στο τέρμα.
“Πάτερ σώσον με εκ της ώρας ταύτης”. Τούτη την προσευχή δεν την έκανε, είναι μία υποθετική προσευχή, είναι η φωνή της σαρκικής Του φύσης, που κάνει τον εαυτό της ακουστό σε απάντηση της ερώτησης: “Τι είπω”. Αμέσως μετά ο Κύριος αναχαιτίζει αυτή την φωνή με την παρατήρηση στον εαυτόν Του ότι: “Αλλά δια τούτο ήλθα εις την ώρα αυτήν”. Το να απευθύνει αυτήν την ικεσία στον Θεό, ήταν το να αρνηθεί όλα όσα είχε κάνει και υποφέρει έως τώρα. Τελικά, δίνοντας διέξοδο στην φωνή του Πνεύματος, παραμένει οριστικά σε τούτη την προσευχή: “Πάτερ, δόξασόν Σου το όνομα”.
“Δόξασέ Σου το όνομα”: “Άντλησε, αποκόμισε από μένα την δόξα Σου, κάνοντας με ότι θέλεις. Τίποτα για μένα, το κάθε τι για Σένα!”.
Τούτη η εσωτερική Του διαμάχη μας αποκαλύπτει τον εσωτερικό Του κόσμο: Ένα πρόσωπο πλήρες συναισθημάτων, τελείως ανθρώπινο.
“Αλλά δια τούτο ήλθον εις την ώραν ταύτην”: Όλα εκείνα που έχει κάνει και έχει υποφέρει έχοντας στό τέρμα του δρόμου Του πάντα την θέα του Σταυρού, δεν Του επιτρέπουν να υποχωρήσει τούτη την στιγμή που η τρομερή ώρα εγγίζει. Πάντα έβλεπε τον Σταυρό στο τέρμα του δρόμου Του, τώρα είχε φθάσει κοντά, να κάνει πίσω; Να ζητήσει να μετακινήσει με την προσευχή Του τούτη την σκοτεινή ώρα; Δεν το είπε και στον Νικόδημο: “Πρέπει να υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου” (Γ 14).
“Σου”: Θα μπορούσε να το έλεγε: “Δόξασόν το ονομά Σου”. Έτσι όμως όπως το τοποθετεί, δίνει έμφαση, σαν σε αντίθεση με τον προσωπικό χαρακτήρα της προηγουμένης υποθετικής προσευχής (“Πάτερ Σώσον με”).
“Νύν η ψυχή μου τετάρακται”: Δύο πράγματα παρατηρούμε εδώ: α)Τον τελείως ανθρώπινο χαρακτήρα της μάχης που γίνεται στην καρδιά του Ιησού μεταξύ της φύσης και του πνεύματος, στην σκέψη του εγγύζοντος θανάτου, και β) Την ευθύτητα, θα λέγαμε, με την οποία εκφράζει τα εσώτερά Του αισθήματα, την “αδυναμία” Του, ενώπιον των προσώπων που είναι γύρω Του, τους οποίους δεν διστάζει να ενημερώσει για την αμηχανία στην οποία Τον βυθίζει η αναμονή των εγγυζόντων παθημάτων Του.
Τούτη η σκηνή είναι προοίμιο της αντίστοιχης στην Γεθσημανή. Μόνο που σε αυτήν την τελευταία, ο Ιησούς, στο ύψιστο σημείο της αγωνίας Του, εκστομίζει πράγματι την κραυγή “Σώσε με από αυτή την ώρα”, ενώ σε τούτη ζητά μόνον αν θα πρέπει να προσευχηθεί έτσι. Βλέπομε λοιπόν, όσο πλησίαζε στον σταυρό, να αυξάνεται και η εσωτερική Του αγωνία.

“Ήλθεν ουν φωνή εκ του ουρανού, Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω. Ο ουν όχλος ο έστως και ακούσας έλεγον βροντήν γεγονέναι, άλλοι έλεγον, Άγγελος αυτώ λελάληκεν”.
“Τότε ήλθε φωνή από τον ουρανόν, “Το εδόξασα και πάλιν θα το δοξάσω”. Ο κόσμος που παρευρίσκετο και άκουσε, έλεγε ότι έγινε βροντή, άλλοι έλεγαν, “Άγγελος του μίλησε”.(Εδάφια 28β,29)

Κάθε φορά που ο Υιός εκτελεί μια μεγάλη πράξη αυτοταπείνωσης και προσωπικής αφιέρωσης, ο Πατέρας απαντά με μία αισθητή μαρτυρία έγκρισης. Ότι είχε συμβεί στο βάπτισμα και στην μεταμόρφωση, επαναλαμβάνεται τώρα και εδώ.
Είναι η ώρα που κλείνει η δημόσια διακονία του Ιησού. Μόλις προ ολίγου προσέφερε τον εαυτόν Του σε θάνατο. Είναι φυσικό λοιπόν για τον Πατέρα, να θέσει δημόσια την σφραγίδα της ικανοποιησής Του πάνω στο πρόσωπό Του και το έργο Του, μιλόντας ο Ίδιος από τον Ουρανό.
“Εδόξασα”: Αναφέρεται στην διακονία του Κυρίου στον Ισραήλ που πλησίαζε στο τέλος της.
“Δοξάσω”: Αναφέρεται στο εγγύζον έργο του Ιησού πάνω σ’ όλον τον κόσμο, όταν απ’ το μέσον της δόξας του θα φωτίσει τους Εθνικούς.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο μεγάλα έργα που ο Πατέρας εκτελεί μέσω του Υιού, τοποθετείται ακριβώς η ώρα του πάθους και του θανάτου. Τούτη η ώρα είναι η αναγκαία μετάβαση από το ένα στο άλλο. Δεν υπάρχει λοιπόν έδαφος για υποχώρηση εμπρός σε αυτή την ώρα: “Πριν”- το όνομα του Θεού δοξασμένο στον Ισραήλ. “Μετά”- το όνομα του Θεού δοξασμένο σε όλο τον κόσμο. Πως μπορεί να τώρα να υποχωρήσει η υιική καρδιά του Ιησού;
“Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω”: Με τα δυο “και” τονίζεται ότι: “Εγώ που εκτέλεσα το ένα θα εκτελέσω επίσης και το άλλο”.
“Ο ουν όχλος ο εστώς και ακούσας έλεγεν βροντή γεγονέναι, άλλοι έλεγον, Άγγελος αυτώ λελάληκεν”: Όλος ο όχλος ακούει μία φωνή έναν ήχο. Αλλά η έννοια της φωνής γίνεται αντιληπτή από τον καθένα μόνο αναλογικά με την πνευματική του νοημοσύνη. Είναι όπως τον ανθρώπινο λόγο, το άγριο ζώο τον αντιλαμβάνεται μόνο σαν έναν “ήχο”, το εκπαιδευμένο ζώο αντιλαμβάνεται σ’ αυτόν μια “έννοια”, μια εντολή, για παράδειγμα, την οποία αμέσως υπακούει. Ο άνθρωπος όμως, μόνον αυτός, διακρίνει σ’ αυτόν μια σκέψη. Έτσι λοιπόν, “ο όχλος”, οι πιο πολλοί δηλαδή, δεν κατάλαβαν την φωνήν. Άλλοι όμως, και πιο πολύ οι μαθητές και ο Ιωάννης ειδικά την άκουσε και την κατέγραψε. Ένα ανάλογο φαινόμενο συνέβη στην εμφάνιση του Κυρίου στον Παύλο στον δρόμο προς την Δαμασκό (Πράξεις Θ 7, ΚΒ 9, ΚΣΤ 13,14). Παρόμοιο ήταν και το φαινόμενο της Πεντηκοστής. Άλλοι το είδαν σαν αποτέλεσμα μεθυσιού, άλλοι όμως διέκριναν μία αποκάλυψη των ενδόξων πραγμάτων του Θεού.

“Απεκρίθη Ιησούς και είπεν, Ου δι’ εμέ η φωνή αύτη γέγονεν αλλά δι’ υμάς. Νυν κρίσις εστίν του κόσμου τούτου, νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω. Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν”.
“Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε, “Η φωνή αυτή δεν έγινε για εμένα αλλά για εσάς. Τώρα γίνεται η δίκη του κόσμου τούτου, τώρα ο άρχων του κόσμου τούτου θα εκβληθεί έξω. Και όταν εγώ υψωθώ από την γην, θα ελκύσω όλους προς τον εαυτόν μου”.(Εδάφια 30-32)

Όταν ο Κύριος λέγει ότι αυτή η φωνή δεν ακούσθηκε για να ενδυναμώσει Αυτόν, αλλά τους γύρω Του, δεν θέλει να πει ότι Αυτός δεν έχει ανάγκη ενδυναμώσεως, ιδιαίτερα αυτή την τραγική ώρα. Αλλά, δεν ήταν ανάγκη γι’ Αυτόν να ενδυναμωθεί μ’ αυτό τον τρόπον, δηλαδή με μία αισθητή μαρτυρία. Θα μπορούσε π.χ. να γίνει με μία εσωτερική, μη αντιληπτή για τους άλλους, ενδυνάμωση. Όπως η αίτηση των Ελλήνων ξύπνησε μέσα Του το αίσθημα της βαρύτητας αυτής της ώρας, έτσι και τούτη η ουράνια φωνή δόθηκε από τον Πατέρα για να αποκαλύψει στους γύρω Του την σπουδαιότητα τούτης της στιγμής, να την νοιώσουν βαθειά μέσα τους. Τούτη την σπουδαιότητα τους εξηγεί εδώ ο Κύριος: Τούτη την ώρα γίνεται μία κρίση πάνω στην γη. α) Κρίνεται όλος ο κόσμος, γίνεται ο διαχωρισμός του σε δύο, γίνεται η πλέον ριζική επανάσταση. β) Αποπέμπεται ο προηγούμενος αφέντης του, και εμφανίζεται ο καινούργιος μονάρχης (Εδάφια 31-32). Όλα αυτά γίνονται “νυν”. Να η βαρύτητα της παρούσης ώρας για την ανθρωπότητα.
Να τα πάρωμε ένα ένα:
“Νυν κρίσις έστίν του κόσμου τούτου”. “Κριση” δεν σημαίνει πάντα καταδίκη. “Κρίση” είναι ένας διαχωρισμός: Το ένα το δηλώνει σαν καλό και το άλλο σαν κακό. Εδώ εν προκειμένω “κρίνεται”, δηλαδή διαχωρίζεται, η ηθική κατάσταση του ανθρώπου. Η μεν δηλώνεται σαν κακή, η δε σαν καλή.
“Κρίσις” λοιπόν εδώ δεν σημαίνει μόνο την καταδίκη του κόσμου σαν συνέπεια της απόρριψης και του θανάτου του Ιησού. Αναμφίβολλα, ο σταυρός είναι η βάση της καταδίκης του κόσμου, καθώς αυτός αποκαλύπτει πλήρως την ηθική κατάσταση της φυσικής ανθρωπότητας. Αυτός ο θρόνος, που ανηγέρθη υπό του ανθρώπου για τον Ιησού, δείχνει το βάθος της εχθρότητος για τον Θεό, που ο άνθρωπος έχει στην καρδιά του. Αλλά αυτή δεν είναι η μόνη πλευρά της κρίσης του κόσμου υπό του έργου του Χριστού (ιδέ Γ 18-21). Περνόντας εμπρός στον σταυρό, ένα μέρος του ανθρωπίνου γένους βρίσκει σε αυτόν την σωτηρία του μέσω πίστης, ενώ το άλλο μέρος μέσω της απιστίας του συμπληρώνει την καταδίκη του. Να η κρίση του κόσμου που άρχισε ακριβώς εκείνη την Μεγάλη Παρασκευή. Αρχίζει εσωτερικά αυτήν ακριβώς την ημέρα. Η πρώτη της μεγάλη εξωτερική μαρτυρία θα είναι η Πεντηκοστή. Η δεύτερη θα είναι η πτώση της Ιερουσαλήμ. Η τελική παγκόσμια κρίση θα είναι απλώς επικύρωση αυτής της κρίσης που ήδη έχει αρχίσει (Εδάφιο 48). Είναι λοιπόν ο σταυρός που φανερώνει την ηθική κατάσταση του ανθρώπου, εκεί ξεσκεπάζονται οι καρδιές.
Αλλά, κατά τον ίδιο χρόνο που ο σταυρός θα φανερώσει την ηθική κατάσταση του κόσμου, ταυτόχρονα θα εξαντλήσει το μέτρο της ανοχής που έχει δοθεί στον πρίγκηπά του. Η σταύρωση του Υιού του Θεού είναι η πλέον απεχθής πράξη, το πλέον αποτρόπαιο έγκλημα του Σατανά. Αυτό το έγκλημα βάζει τέλος στην μακροθυμία του Θεού προς αυτόν, και επομένως, στην εξουσία του πάνω στο ανθρώπινο γένος.
“Έξω”: Έξω από την κυριαρχία του επάνω στον κόσμο, επάνω στο ανθρώπινο γένος, καθώς τούτο βρίσκεται στην φυσική κατάσταση.
Όταν ολοκληρώθηκε το απολυτρωτικό έργο, άρχισε η έξωση του Διαβόλου. Η μια ψυχή μετά την άλλη απομακρύνεται από αυτόν. Τούτο θα συνεχισθεί μέχρι την τελική ημέρα. Τώρα συνεχίζει βέβαια ακόμα την δραστηριότητα του.
Στην εκθρόνιση του προηγούμενου άρχοντα, απαντά ο ερχομός του νέου άρχοντα του κόσμου, του Ιησού.
“Εάν υψωθώ εκ της γης”. Το παράξενο γεγονός είναι, ότι δεν θα ευρίσκεται εδώ στην γη, που Αυτός θα ιδρύσει την βασιλεία Του, έτσι όπως τον περίμεναν οι Ιουδαίοι. Είναι ανάγκη να αφήσει αυτό τον κόσμο, να υψωθεί σε μία υψηλότερη σφαίρα, πάνω από τον κόσμο, και από εκεί να ελκύει τους υπηκόους Του προς τον εαυτόν Του, ιδρύοντας έτσι την βασιλεία Του.
“Υψωθώ”: Όπως και ο ίδιος ο Κύριος είπε στο Γ 14 και Η 28, η ύψωση Του στον θρόνο, έχει σαν πρώτο βήμα την ύψωσή Του στον σταυρό. Από εκεί περνά ο δρόμος για τον ουράνιο θρόνο Του.
Λέγοντας “Εάν υψωθώ εκ της γης”, δηλώνει τον βίαιο τρόπο με τον οποίον θα εκδιωχθεί από την γη στην οποία πρόκειται να βασιλεύσει. Μετά θ’ ακολουθήσει η ανάληψη. Σταυρός και ανάληψη, να η ύψωση Του. Τούτα τα δύο μαζί ελευθερώνουν τον Ιησού από όλους τους γήινους δεσμούς, και ειδικά από όλες τις εθνικές Του υποχρεώσεις προς τον Ισραήλ. Έτσι θα είναι σε θέση να επεκτείνει την δραστηριότητα Του πάνω σε όλο τον κόσμο, να γίνει ο Κύριος όλων (Ρωμ. Ι 12). Αυτό είναι που Του επιτρέπει να λέγει, “πάντας ελκύσω προς εμαυτόν”, όλους, επομένως και τους Έλληνες που τώρα ζητούν να Τον πλησιάσουν. Η ώρα λοιπόν της κλήσης των Ελλήνων είναι κοντά. Αλλά πριν αυτή σημάνει, πρέπει να σημάνει μια άλλη ώρα πρώτα.
“Πάντας ελκύσω”. Προσπαθόντας να ερμηνεύσουν το “πάντας”, μερικοί είπαν πως αναφέρεται στους “εκλεγμένους” (στους “εκ της αληθείας”), όχι με την έννοια του απολύτου προορισμού βέβαια.
Άλλοι του δίνουν την έννοια, “άνθρωποι από κάθε έθνος”. Ίσως όμως να αναφέρεται μόνο στο κήρυγμα του σταυρού μέσα σε όλον τον κόσμο, και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος που το συνοδεύει (το “ελκύειν” δεν σημαίνει ότι θα υπάρχει πάντα και ανταπόκριση).
“Πρός εμαυτόν”: Να το υπεργήινο κέντρο της Βασιλείας του Θεού. Γύρω από το πρόσωπο Του θα συγκεντρωθεί ο νέος κόσμος, που θα γίνει ουράνιος σαν και Αυτόν τον Ίδιον.
Έτσι προοδευτικά θα καταστραφεί το βασίλειο του Σατανά, και προοδευτικά θ’ απλωθεί το Βασίλειο του Θεού, η Εκκλησία.

“Τούτο δε έλεγεν σημαίνων ποίω θανάτω ήμελλεν αποθνήκειν”.
“Αυτό το έλεγε δια να υποδείξει με ποιόν τρόπο θα πέθαινε”.(Εδάφιο 33)

Να πως εννοούσε ο Κύριος την “υψωσή” Του.
“Σημαίνων”: Δίνοντας τους να καταλάβουν.
Ο θάνατος του Ιησού είναι στην πραγματικότητα η αρχή (ο κανόνας) του θανάτου για όλο το ανθρώπινο γένος (Σύγκρινε Β Κορ. Ε 14-17). Με αυτόν όμως τον τρόπον γίνεται και το μέσον της παγκόσμιας ανανέωσης.
Αλλά σύμφωνα με την Ιουδαϊκή αντίληψη, η Μεσσιανική Βασιλεία επρόκειτο να είναι ο δοξασμός της γης, και ο Μεσσίας ο ορατός κυρίαρχος αυτής της νέας Εδέμ. Πως λοιπόν λέγει ο Ιησούς ότι επρόκειτο να αναχωρήσει από την γη; Αυτό γεννά την ακόλουθη ερώτηση των Ιουδαίων, εδάφιο 34:

“Απεκρίθη ουν αυτώ ο όχλος, Ημείς ηκούσαμεν εκ του νόμου ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα, και πως λέγεις εσύ ότι δει υψωθήναι τον υιόν του ανθρώπου; Τις έστιν ούτος ο υιός του ανθρώπου;”.
“Απεκρίθη εις αυτόν το πλήθος, “Εμείς ακούσαμε από τον νόμο ότι ο Χριστός μένει αιωνίως και πως εσύ λες ότι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου; Ποιός είναι αυτός ο υιός του ανθρώπου;”.(Εδάφιο 34)

“Ημείς ηκούσαμεν εκ του νόμου”: Εμείς, και αυτοί που μας τα ερμηνεύουν. Σύμφωνα με τα όσα είχαν διδαχθεί, ο Μεσσίας θα ερχόταν και θα θεμελίωνε μια αιώνια βασιλεία πάνω στα ερείπια των ειδωλολατρικών αυτοκρατοριών. Τα εδάφια που υπαινίσσονται είναι, Ησαίας Θ 6, Ψαλμός ΡΙ 2-4, Δανιήλ Ζ 14 κ.λ.π.
“Τις εστιν ούτος ο υιός του ανθρώπου”; Η απορία τους είναι η εξής: Εμείς περιμένουμε τον Μεσσία, εσύ ονομάζεις τον εαυτόν σου “Υιόν ανθρώπου”, και κάνεις άλλα πράγματα από αυτά που περιμένουμε να κάνει ο Μεσσίας. Μήπως πρόκειται για άλλο προσωπο; Είναι η ίδια η απορία του Ιωάννη του Βαπτιστή μέσα απο την φυλακή: “Συ είσαι ερχομένος, ή άλλον προσδοκώμεν;” (Ματθαίος ΙΑ 3).
Σημειωτέον ότι ο Κύριος πάντα απόφευγε να δηλώσει τον εαυτόν Του σαν τον Μεσσία, για να μην ξεσηκώσει τις εσφαλμένες τους προσδοκίες. Ο τίτλος “Υιός ανθρώπου” δεν ηταν γενικά χρησιμοποιούμενος στον Ισραήλ για να δηλώσει τον Μεσσία, και ήταν ένας από τους λόγους που τον είχε διαλέξει ο Κύριος.
Η ερώτηση που Του απευθύνθηκε Τον οδηγεί να τους εξηγήσει την ζωτική σημασία της παρούσης ώρας για τον Ισραήλ ειδικά:

“Είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς, Έτι μικρόν χρόνον το φως εν υμίν εστίν. Περιπατείτε ως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη. Και ο περιπατών εν τη σκοτια ουκ οίδεν που υπάγει. Ως το φως έχετε, πιστεύετε εις το φως, ίνα υιοί φωτός γένησθε. Ταύτα ελάλησεν Ιησούς και απελθών εκρύβη απ’ αυτών”.
“Τότε τους είπε ο Ιησούς, “Δια λίγον χρόνον έχετε το φως μεταξύ σας. Περπατάτε ενόσω έχετε το φως, δια να μη σας πιάσει το σκοτάδι. Εκείνος που περπατεί στο σκοτάδι δεν ξέρει που πηγαίνει. Εν όσω έχετε το φως, πιστεύετε στο φως, δια να γίνετε παιδιά του φωτός”. Αφού είπε αυτά ο Ιησούς έφυγε από αυτούς και κρύφθηκε”.(Εδάφια 35,36)

“Είπεν”, οχι “απεκρίθη”. Δεν υπήρχε πλέον χρόνος να τους διδάσκει και να τους συζητά. Γι’ αυτό δεν τους απαντά κατ’ ευθείαν. Απευθύνει στις καρδιές τους μια τελευταία προειδοποίηση, μια τελική έκκληση, κάνοντας τους να αισθανθούν την αποφασιστική σπουδαιότητα της παρούσης ώρας για τον εαυτόν τους και τον κόσμο.
“Έτι μικρόν χρόνον το φως εν υμίν εστίν”: Η ημέρα της σωτηρίας είναι προς το τέλος της. Ο ήλιος που ακόμα φωτίζει τον Ισραήλ, πρόκειται να εξαφανισθεί σε λίγο.
“Περιπατείτε ως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη”: Όπως ο ταξιδιώτης που χάνεται στην νύκτα, δεν βλέπει ούτε το μονοπάτι ούτε το τέλος του.
Τούτα τα εδάφια συνοψίζουν την ιστορία του Ισραήλ από την ώρα εκείνη που τους έλεγε αυτά τα λόγια ο Κύριος, έως σήμερα.
Βέβαια τους χορηγήθηκε στην συνέχεια η χάρη του Αποστολικού κηρύγματος, αλλά σαν Έθνος είχαν ήδη πάρει τον κατήφορο της απιστίας.
Και τούτη η χάρη σύντομα απεσύρθη από αυτούς αφού κατόρθωσε να σώσει μόνο έναν ορισμένο αριθμό μεμονωμένων ατόμων.
Απο τότε ο Ισραήλ πλανιέται στην ερημιά του κόσμου, σαν ένα καραβάνι χωρίς στόχο και οδηγό.
“Ως το φως έχετε” (εδάφιο 36): Λόγω του γεγονότος ότι εσείς έχετε το φως, πιστεύετε στο φως. “Πιστευετε εις το φως, ίνα υιοί φωτός γένησθε”.
Τα τελευταία λόγια του Σωτήρα στον κόσμον Του επρόκειτο να είναι μία πρόσκληση, όχι μία απειλή: “Μιά και σείς κατέχετε, μέσω εμού, την ζωντανή αποκάλυψη του Θεού, το “φως” δηλαδή, αναγνωρίστε το, πιστεύτε το, για να γίνετε παιδιά του φωτός”.
Μέσω πίστης στον Χριστό, ο άνθρωπος διεισδύεται από το φως, ώστε και αυτός ο ίδιος γίνεται φωτεινός (“υιός φωτός”).
Τούτο ήταν το “αντίο” του Ιησού στον Ισραήλ.
“Ταύτα ελάλησεν Ιησούς”: Δηλαδή, δεν τους έδωσε άλλη απόκριση.
“Και απελθών εκρύβη απ’ αυτών”: Αποσύρεται. Και την επομένη ημέρα δεν επανεμφανίζεται. Ο κόσμος Τον περίμενε στον Ναό ως συνήθως (Λουκάς ΚΑ 38), αλλά μάταια. Δεν ήταν πλέον ένα απλό σύννεφο που έκρυψε τον ήλιο. Ο ήλιος είχε δύσει γι’ αυτόν τον λαό, η νύχτα ερχόταν.

ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΙΟΥΔΑΙΚΗΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ
Ιωάννης ΙΒ 37-50.
Τούτο το κομμάτι αποτελεί το κλείσιμο του δευτέρου μέρους του Ευαγγελίου (Ε 1 – ΙΒ 36). Ο ευαγγελιστής διακόπτει την διήγηση του, και κάνοντας μια περισυλλογή, αναφέρει την αιτία του γεγονότος που διηγήθηκε σ’ αυτό το κομμάτι του Ευαγγελίου, το πως δηλαδή και γιατί ανεπτύχθη η Ιουδαϊκή απιστία.
Η ερώτηση στην οποία απαντά ο Ιωάννης είναι η εξής: ‘Πως εξηγείται η αποτυχία του έργου του Μεσσία στον Ισραήλ;” Αυτό είναι πράγματι ένα από τα πλέον σκοτεινά προβλήματα της ιστορίας.
Στο πρώτο μέρος, εδάφια 37-43, ο Ιωάννης εξηγεί τις αιτίες αυτού του μυστηριώδους γεγονότος. Στο δεύτερο, εδάφια 44-50, δείχνει την βαρύτητα του, συνοψίζοντας τις τραγικές του συνέπειες.
Οι αιτίες της Ιουδαϊκής απιστίας: Εδ. 37-43.
Εάν οι Ιουδαίοι είναι ο εκλεγμένος λαός, προετοιμασμένος από τον Θεό να δεχθούν τον Μεσσία, και να φέρουν την σωτηρία στα άλλα έθνη, δεν θα πρέπει να ήταν οι πρώτοι που θα άνοιγαν την αγκαλιά τους στον Ιησού; Μήπως, αφού δεν το έκαναν αυτό, θα πρέπει να βγει σαν συμπέρασμα ότι ο Ιησούς δεν ήταν πράγματι ο Μεσσίας;
Τα κεφάλαια 9-11 της επιστολής προς Ρωμαίους εξετάζουν αυτό το μεγάλο παράδοξο της ιστορίας του ανθρωπίνου γένους. Ήταν η μεγάλη απολογητική ερώτηση στα χρόνια των Αποστόλων.

“Τοσαύτα δε αυτού σημεία πεποιηκότος έμπροσθεν αυτών ουκ επίστευον εις αυτόν, ίνα ο λόγος Ησαίου του προφήτου πληρωθή ον είπεν, “Κύριε, τις επίστευσεν τη ακοή ημών; Και ο βραχίων Κυρίου τίνι απεκαλύφθη;”.
“Αν και είχε κάνει τόσα θαύματα μπροστά τους, δεν επίστευσαν εις αυτόν, δια να εκπληρωθεί ο λόγος του Ησαία του προφήτου, τον οποίον είπε, “Κύριε, ποιός επίστευσε εις το κήρυγμά μας; Και ο βραχίων του Κυρίου σε ποιόν έχει αποκαλυφθεί;”.(Εδάφια 37,38)

Τούτο το γεγονός, όσο παράλογο και αν φαίνεται, είχε προβλεφθεί και προλεχθεί. Τούτο εξηγεί εδώ ο Ιωάννης.
“Τοσαύτα σημεία”: Δηλαδή ο Ιησούς έκανε πολύ παραπάνω θαύματα από όσα αναφέρουν τα Ευαγγέλια. Όλα τα θαύματα ήσαν σημάδια, μαρτυρίες του Θεού με τα οποία εσφράγισε τον Υιόν Του.
Πέραν αυτού ήταν τα λόγια Του, η συμπεριφορά Του, η ζωή Του όλη, που εκπληρούσε μια μια όλες τις προφητείες.
Πόσα κίνητρα υπήρχαν λοιπόν για να Τον πιστέψουν οι Ιουδαίοι !
“Έμπροσθεν αυτών”: Εμπρός στα μάτια τους, δημόσια.
“Ουκ επίστευον”: Παρόλα τα σημάδια που ανανεωνόταν κάθε μέρα εμπρός στα μάτια τους, η επιμονή τους στην απιστία ήταν αδιάλλακτη.
“Ο λόγος του Ησαίου του προφήτου ον είπεν”: Είναι από το ΝΓ1.
Ο προφήτης, κατά την στιγμή της περιγραφής της ταπείνωσης, του θανάτου, και της εξύψωσης του Μεσσία, διερωτάται εάν θα υπάρχει κάποιος στον Ισραήλ που θα είναι διατεθειμένος να καλοσωρίσει με πίστη ένα μήνυμα σαν και αυτό, τόσο αντίθετο των σαρκικών επιθυμιών του κόσμου. Ο Μεσσίας τώρα, στον οποίον αναφέρεται αυτή η προφητεία, δεν μπορεί να ελπίζει σε μια καλλιτερη υποδοχή από ότι το ίδιο το μήνυμα.
“Ο βραχίων του Κυρίου τίνι απεκαλύφθει;” Ο “βραχίων του Κυρίου”. Είναι ο Ιησούς Χριστός πάνω στον οποίον φάνηκε η δύναμη του Θεού. “Τίνι απεκαλύφθη;”, ποιός Τον γνώρισε μέσα από τα σημάδια που έδωσε ο Θεός;
“Τις επίστευσεν;”. Είτε κανένας, είτε ένας μετρημένος αριθμός ατόμων.
“Τη ακοή ημών”: Εκείνο που εμείς οι προφήτες κηρύττομεν για ν’ ακούσει ο κόσμος.
Αυτό το κήρυγμα αναφέρεται στην εικόνα που ακολουθεί, όπου περιγράφεται ο Μεσσίας.
Έτσι λοιπόν είχε προλεχθεί με την προφητεία του Ησαία ότι ο Μεσσίας που θα έστελνε ο Θεός δεν θα εύρισκε πίστη στον Ισραήλ. Η ταπείνωση Του θα τους σκανδάλιζε σε τέτοιο βαθμό, που δεν θα μπορούσαν να διακρίνουν την αποκάλυψη της θείας δύναμης στην εμφάνισή Του.
Στην συνέχεια μας λέγει ότι όχι μόνον είχε προλεχθεί, άλλα ότι ήταν και επιθυμητό από τον Θεό, τόσο, που ο Ίδιος ο Θεός εργάσθηκε για την εκτέλεσή του. Ναι σ’ αυτή την τύφλωση υπάρχει κάτι το υπερφυσικό!

“Δια τούτο ουκ ηδύναντο πιστεύειν, ότι πάλιν είπεν Ησαίας, τετύφλωκεν αυτων τους οφθαλμούς και επώρωσεν αυτών την καρδίαν, ίνα μη ίδωσιν τοις οφθαλμοίς και νοήσωσιν τη καρδία και στραφώσιν, και ιάσομαι αυτούς”.
“Δια τούτο δεν μπορούσαν να πιστεύουν, διότι πάλιν είπε ο Ησαίας, “Ετύφλωσε τα μάτια τους και επώρωσε την καρδιά τους δια να μην ιδούν με τα μάτια και καταλάβουν με την καρδιά και επιστρέψουν και εγώ τους θεραπεύσω”.(Εδάφια 39,40)

“Ουκ ηδύνατο πιστεύειν”: Διότι όχι μόνο το είχε προείπει η παντογνωσία του Θεού, αλλά και η ίδια Του η παντοδυναμία εργάσθηκε για να κάνει τον Ισραήλ να μην πιστεύσει.
“Δια τούτο”: Διότι ο Ησαίας πάλιν είχε πει σε άλλο κομμάτι… Εξηγείται η αιτία.
Τα λόγια αυτά είναι παρμένα από τον Ησαία ΣΤ 9,10.
Σύμφωνα με τους Ο’ αυτή η σκλήρυνση είναι ένα απλό γεγονός οφειλόμενο στον Ισραήλ: “Η καρδιά αυτού του κόσμου σκληρύνθηκε”. Σύμφωνα με το Εβραϊκό κείμενο, είναι ο Ησαίας που λέγει να τυφλωθούν και να σκληρύνουν οι καρδιές τους: “Κάνε τις καρδιές αυτού του κόσμου παχειές…” Στον Ιωάννη αντιθέτως, το υποκείμενο των ρημάτων “τετύφλωκεν” και “επώρωσεν” φαίνεται να είναι μόνον ο Θεός.
Ο Ιωάννης σκόπιμα διορθώνει το Εβραϊκό κείμενο, διότι το γεγονός που ζητά ο Ησαίας κατ’ εντολήν του Θεού, πραγματοποιήθηκε από τον Ίδιο τον Θεό. Στην εποχή του Ιωάννη ήταν ήδη γεγονός πραγματοποιημένο υπό του Θεού, σαν απάντηση στην φωνή του Ησαία.
“Τετύφλωκεν”: Αποστέρησε το πνευματικό φως, την αίσθηση του αληθινού και του χρησίμου.
“Επώρωσεν”: Αποστέρησε την ηθική ευαισθησία, την αίσθηση του καλού.
Από την παράλυση αυτών των δύο οργάνων αναγκαστικά προκύπτει απιστία. Ο κόσμος μπορεί να βλέπει το ένα θαύμα πάνω στο άλλο, μπορεί να ακούει την μία μαρτυρία πάνω στην άλλη, και παρόλα αυτά να μην διακρίνει Αυτόν που ο Θεός συστήνει κατ’ αυτόν τον τρόπο ως Μεσσία τους.
Το υποκείμενο λοιπόν των δύο ρημάτων είναι ο Θεός, που δίνει και την εντολή στον Ησαία να μιλήσει έτσι.
“Ίνα μη ίδωσιν τοις οφθαλμοίς και νοήσωσιν τη καρδία και στραφώσιν, και ιάσομαι αυτούς”. Ο Θεός δεν επιθυμεί να τους θεραπεύσει. Γι’ αυτό θέλει να τους κάνει να μην πιστέψουν, γιατί αν πίστευαν θα αναγκαζόταν να τους συγχωρήσει και να τους θεραπεύσει.
Το ερώτημα είναι τώρα πως μπορεί να εξηγηθεί αυτή η τόσο επαναστατική – με την πρώτη ματιά – θέση;
Αυτές οι δηλώσεις του Θεού θα ήταν ανεξήγητες, εάν όταν τις απηύθυνε με τον Ησαία, θεωρούσε ακόμα τον Ισραήλ λαό Του. Αλλά τι προστάζει τον Ησαία: “Ύπαγε, κι ειπέ προς τούτον τον λαόν” (Ησ. ΣΤ9), όχι, “προς τον λαόν μου”. Και γνωρίζομε τι ένας πατέρας εννοεί, όταν μιλά για τον γυιό του και λέγει, “αυτό το παιδί”, αντί, “το παιδί μου”. Όταν μιλά έτσι σημαίνει ότι η πατρική και η υική σχεση έχουν διαραγεί.
Ο Ισραήλ είχε επί μακρόν καταχρασθεί και υβρίσει την θεία χάρη. Ήταν “σκοπός” μεσ’ τα σχέδια του Θεού. Τώρα, από εδώ και πέρα, θα χρησιμοποιηθεί απλώς σαν “μέσο”.
Εάν ο άνθρωπος αρνηθεί να υπηρετήσει την δόξα του Θεού με την υπακοή και την σωτηρία του, αυτό δεν θα εμποδίσει στην συνέχεια τον Θεό να τον χρησιμοποιήσει σαν μέσον, σαν όργανο για τα σχέδιά Του. Είναι αυτό που εξηγεί ο Λόγος του Θεού δια του Παύλου στο Ρωμαίους 9, αναφέροντας την περίπτωση του Φαραώ. Στο πρώτο μέρος αυτός ο βασιλιάς αρνείται ν’ ακούσει με προσοχή τον Θεό και να σωθεί. Και έχει το δικαίωμα να ενεργήσει έτσι. Αλλά μετά απ’ αυτό χρησιμοποιείται παθητικά για την σωτηρία των άλλων. Ο Θεός παραλύει μέσα του την αίσθηση της αλήθειας, του καλού, και του καλώς εννοουμένου συμφέροντος. Τον κάνει κουφό στις εκκλήσεις της συνείδησης και τις συμβουλές των άλλων. Τον παραδίνει στις εμπνεύσεις της δικής του ανόητης υπερηφάνειας, με τον σκοπό ώστε, μέσω του εμφανούς παραδείγματος της καταστροφής στην οποία κατακρημνίζει τον εαυτόν του, ο κόσμος να μπορεί να μάθει τι κοστίζει να ανθίστασαι στις εκκλήσεις του Θεού. Ετσι έμμεσα υπηρετεί τα σχέδια του Θεου, την σωτηρία του κόσμου.
Ότι συνέβη με τον Φαραώ, επαναλαμβάνεται με τους Ιουδαίους στην εποχή του Ιησού Χριστού.
Ήδη στην εποχή του Ησαία, η μάζα του κόσμου ήταν τόσο σαρκική, ώστε η μελλοντική τους απιστία στον Μεσσία, τον άνθρωπο των θλίψεων, εμφανίζεται στον προφήτη σαν ένα αναπόφευκτο ηθικό γεγονός (Ησαίας ΝΓ).
Εμείς πρέπει να πάμε παραπέρα, και να πούμε μαζί με τον Παύλο και τον Ιωάννη, ότι αυτή η απιστία επεβλήθηκε από τον Θεό.
Τι θα γινόταν πράγματι η Βασιλεία του Θεού, εάν ένας Ισραήλ σαν και αυτόν, είχε εξωτερικά, και χωρίς καμμία αλλαγή της καρδιάς, δεχθεί τον Ιησούν σαν Μεσσία του, και είχε γίνει, με τέτοιες διαθέσεις, ο πυρήνας της εκκλησίας; Αυτή η καθαρά διανοητική προσχώρηση του Ισραήλ, αντί να προωθήσει το θείο έργο στον Εθνικό κόσμο, θα το παρεμπόδιζε. Απόδειξη αυτού είναι ο επιζήμιος ο ρόλος που έπαιξε στην Αποστολική Εκκλησία η Φαρισαϊκή μειονότητα που είχε δεχθεί την πίστη. Μια μειονότητα ήταν αυτή, και κόντευσε να ανατρέψει την αλήθεια του Ευαγγελίου. Σκεφθείτε αν σαν μάζα, σαν έθνος προχωρούσαν και ανελάμβαναν τα ηνία, η παγκοσμιότητα του έργου θα χανόταν.
Η απόρριψη των Ιουδαίων είναι ένα μέτρο λοιπόν αναγκαίο δια την σωτηρία του Εθνικού κόσμου. Γι’ αυτό ο Λόγος του Θεού λέγει στο Ρωμαίους ΙΑ 12: “Η πτώσις αυτών είναι πλούτος του κόσμου, και η ελάττωσις αυτών πλούτος των Εθνών”, και ΙΑ 15: “Η αποβολή αυτών είναι φιλίωσις του κόσμου”. Θα μπορούσαν ποτέ τα Έθνη να είχαν καλοσωρίσει μια σωτηρία συνδεδεμένη με την περιτομή και τις Μωσαϊκές διατάξεις; Διότι εκεί θα εξέτρεπαν το Ευαγγέλιο οι Ιουδαίοι. Γι’ αυτό ο Θεός τους τύφλωσε, για να μην αναγνωρίσουν τον Ιησού. Δεν πίστεψαν, και ο υπερήφανος, νομικίστικος, σαρκικός Ισραήλ απερρίφθη, χωρίς να καταργηθεί το κριτήριο της πίστης για την σωτηρία. Ακόμα πιο καθαρά τούτη η θέση αναπτύσσεται στο Ρωμαίους ΙΑ 7-11 (“Έδωκεν αυτοίς ο Θεός πνεύμα κατανύξεως, οφθαλμούς του μη βλέπειν…”)
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ατομικά ο καθένας δεν μπορούσε ελεύθερα να στραφεί προς τον Θεό με μετάνοια, και να ξεφύγει την γενική σκλήρυνση, και την εθνική κρίση. (Ιω. ΙΒ 42, Ησ. ΣΤ 13).
Αυτή η απόφαση του Θεού για τον Ισραήλ δεν έκανε την τύχη τους χειρότερη. Αλλά για την σωτηρία των Εθνών είχε εξαιρετικά αποτελέσματα. Ο διωγμός επίσης της Εκκλησίας από τον επίσημο Ισραήλ, ήταν που τους οδήγησε να στραφούν στα Έθνη. Έτσι με την τιμωρία τους αυτή, έγιναν έμμεσα, αυτό που αρνήθηκαν να γίνουν με την σωτηρία τους, ο απόστολος του κόσμου. Τα σχέδια του Θεού τελικά υπηρετήθηκαν.
Όσον αφορά τώρα το ακανθώδες θέμα της “πρόβλεψης” του Θεού εν σχέσει με την “υπευθυνότητα” του ανθρώπου (μήπως η “πρόβλεψη” είναι αντίθετη, δεσμεύει την “υπευθυνότητα”), θα πρέπει να λάβωμε υπ’ όψιν μας ότι ο Θεός είναι πάνω από τον χρόνον. Ο Θεός δεν “προβλέπει” ένα συμβάν που για μας πρόκειται να γίνει, αλλά το “βλέπει”, όπως εμείς βλέπομε τα παρόντα γεγονότα. Ο Θεός δεν “προλέγει”, αλλά “περιγράφει”, σαν θεατής και μάρτυρας.
Άπαξ και προελέγχθη, αναμφίβολλα είναι αδύνατον να μην συμβεί το γεγονός, διότι ο Θεός μιλά για πράγματα υπάρχοντα. Αλλά το γεγονός δεν υπάρχει, διότι ο Θεός το έχει δει. Ο Θεός, αντιθέτως, το έχει δει, διότι στην δική Του θέα “ήδη είναι”.
Έτσι η αληθινή αιτία της Ιουδαϊκής απιστίας, που προλέχθηκε από τον Θεό, δεν είναι η θεία πρόβλεψη. Αυτή η αιτία, είναι σε τελευταία ανάλυση, η ηθική κατάσταση αυτού του κόσμου. Και τούτη η ηθική τους κατάσταση προέκυψε από την προηγουμένη τους απιστία. Και τούτη τους η απιστία θα πρέπει να τιμωρηθεί. Και η τιμωρία θα τους κτυπήσει την αποφασιστική στιγμή, με την κρίση της σκλήρυνσης.

“Ταύτα είπεν Ησαίας ότε είδεν την δόξαν αυτού, και ελάλησεν περί αυτού.”
“Αυτά είπεν ο Ησαίας, όταν είδε την δόξαν του και εμίλησε γι’ αυτον”.(Εδάφιο 41)

Το πρόσωπο που είδε ο Ησαίας και του μίλησε, είναι η θεία ύπαρξη που ενσαρκώθηκε αργότερα με το όνομα Ιησούς (“εμίλησε γι’ αυτόν”). Ήταν το ίδιο πρόσωπο, που όπως αναφέρεται στο Α. Κορ. Ι 4, οδηγούσε τον Ισραήλ μεσ’ από το σύννεφο, τότε στην έρημο.
Δεν ήταν όμως όλοι οι Ιουδαίοι που απίστησαν, υπήρξαν και εξαιρέσεις:

“Όμως μέντοι και εκ των αρχόντων πολλοί επίστευσαν εις αυτόν, αλλά δια τους Φαρισαίους ουχ ωμολόγουν ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται. Ηγάπησαν γαρ την δόξαν των ανθρώπων μάλλον ήπερ την δόξαν του Θεού”.
“Εν τούτοις και από τους άρχοντες πολλοί επίστεψαν εις αυτόν, αλλ’ εξ αιτίας των Φαρισαίων δεν ωμολογούσαν, δια να μην γίνουν αποσυνάγωγοι. Διότι ηγάπησαν τας τιμάς των ανθρώπων μάλλον παρά να τιμηθούν από τον Θεόν.”(Εδάφια 42,43)

Αυτή η εξαίρεση βεβαιώνει τον κανόνα (αυτό που είπε προηγουμένως ο Ησαίας), γιατί αποδεικνύει ότι, ακόμα και όπου η πίστη είχε αφυπνισθεί, ο φόβος των ανθρώπων κατέπνιγε την ομολογία και την ανάπτυξη της.
“Δια τους Φαρισαίους”. Βλέπομε πόσο βαρύ ήταν το φορτίο του Φαρισαϊσμού πάνω στο Έθνος.
“Δόξαν”: Την γνώμην, την επιδοκιμασίαν.
“Ωμολόγουν”. Κατά τα Ρωμαίους Ι 9,10 η ομολογία της πίστης είναι η προϋπόθεση της σωτηρίας. Σωστή πίστη είναι αυτή που ομολογείται.

Οι συνέπεις της πίστης και της απιστίας, Εδάφια 44-50.
Τούτα τα λόγια του Κυρίου θα πρέπει να είναι μια συνόψιση των βασικών σημείων της μαρτυρίας Του, που μας τ’ ανθολογεί ο Ιωάννης. Είναι τα σημεία που οι Ιουδαίοι όφειλαν να πιστέψουν, αλλά τα απέρριψαν. Δεν θα πρέπει να είναι μια ομιλία του Κυρίου που λέχθηκε έτσι όπως αναφέρεται (είναι στο εδάφιο 36 που ο Ιωάννης τελειώνει την διήγηση του, όσον αφορά τούτο το συγκεκριμένο περιστατικό που μας ανέφερε εδώ)

“Ο Ιησούς εφώναξε και είπε, “Εκείνος που πιστεύει σ’ εμέ, δεν πιστεύει σ’ εμέ αλλά σ’ εκείνον που με έστειλε. Και εκείνος που βλέπει εμέ, βλέπει εκείνον που με έστειλε. Εγώ ήλθα σαν φως εις τον κόσμον, δια να μην μείνη στο σκοτάδι κανένας που πιστεύει σ’ εμέ.”(Εδάφια 44-46)

Πόσες φορές δεν είχε ο Ιησούς δώσει μαρτυρία για την πλήρη Του κοινωνία με τον Πατέρα. Αυτός ήταν το όργανο. Στο πρόσωπο Του αποκαλυπτόταν, εκδηλωνόταν ο αόρατος Πατέρας. Το να πιστεύεις στον Χριστό είναι το να διεισδύεις δια της πράξης της πίστης κατ’ ευθείαν στην άπειρη πηγή του κάθε καλού, που εμφανίζεται και ενεργεί μέσ’ απ’ Αυτόν. Η πίστη στον Χριστό είναι ουσιαστικά πίστη στον Ίδιο τον Θεό.
“Εκείνος που βλέπει” (“Ο θεωρών”). Μαζί με την πίστη αναπτύσσεται και μια υποσυνείδητη γνώση, μια ενόραση, μια διαίσθηση της εσώτερης ύπαρξης του Θεού (των θείων ιδιοτήτων κ.λ.π.). Ο Ιησούς, η ζωντανή αποκάλυψη του Θεού, γίνεται, μέσω αυτής της πνευματικής θέας, το φως της ψυχής. Όποιος λοιπόν πιστεύει στον Χριστό, κατέχει τον Θεό, και με την πίστη του πιστοποιεί (μαρτυρεί) την αλήθεια του Θεού στην θέα των άλλων (Γ33). Τι σπουδαιότητα υπάρχει για την ανθρώπινη ύπαρξη στην αποδοχή μιάς τέτοιας αποκάλυψης !
Στην σπουδαιότητα της πίστης τώρα, αντιστοιχεί εκείνη της άρνησης να πιστέψεις:

“Και αν κανείς ακούσει τα λόγια μου και δεν πιστέψει, εγώ δεν τον καταδικάζω, διότι δεν ήλθα δια να καταδικάσω τον κόσμον, αλλά δια να σώσω τον κόσμον. Όποιος με απορρίπτει και δεν παραδέχεται τα λόγια μου, έχει τον κριτήν του. Ο λόγος που μίλησα, εκείνος θα τον κρίνει την εσχάτην ημέραν.”(Εδάφια 47,48)

Ο λόγος του Ιησού Χριστού είναι η τέλεια αποκάλυψη της σκέψης του Θεού. Αυτός θα είναι το κριτήριο τότε στην κρίση. Όχι ότι ο Ιησούς σαν πρόσωπο δεν θα παρευρίσκεται την φοβερή εκείνη ώρα της κρίσης. Απλώς η πρόταση, η απόφαση που θα προφέρει εκείνη την ώρα για τον καθέναν, θα είναι αντίστοιχη της θέσης που πήρε ο καθένας απέναντι στον λόγον Του. Είναι ακριβώς η ίδια θέση που αναπτύσσει με το Γ18 (“ήδη κέκριται”), Ε24, Η15.
Ήδη επιτελείται αδιάκοπα στην ανθρωπότητα η κρίση (ο διαχωρισμός) βάσει του Ευαγγελίου. Τούτο θα ολοκληρωθεί την τελική ημέρα.
Τα τελευταία εδάφια εξηγούν την αιτία, γιατί η θέση που παίρνεται απ’ τον άνθρωπο αναφορικά με τον Ιησού και τον λόγον Του, έχει μια τόσο αποφασιστική σπουδαιότητα. Είναι γιατί ο Ιησούς δεν έχει τίποτα δικό Του αναμεμειγμένο στην διδασκαλία Του. Την έχει μεταφέρει, όσον αφορά την ουσία και την μορφή, ακριβώς όπως την έλαβε απ’ τον Πατέρα.

“Διότι εγώ δεν μίλησα από τον εαυτόν μου, αλλ’ ο Πατέρας που με έστειλε, αυτός μου έδωσε εντολήν τι να πω και πως να μιλήσω. Ξέρω ότι η εντολή του είναι ζωή αιώνιος. Εκείνα λοιπόν που εγώ λέγω, τα λέγω όπως μου έχει πη ο Πατέρας”.(Εδάφια 49,50)

Εάν ο λόγος του Ιησού είναι το σημείο αναφοράς, το κριτήριο της κρίσης, είναι διότι είναι αυτός του Ιδίου του Θεού, και όσον αφορά την ουσία (“τι να πω”), και όσον αφορά την μορφήν (“πως να μιλήσω”).
“Μου έδωσε εντολήν”. Δεν πρόκειται για μια εντολή, που την πήρε άπαξ για όλα τα θέματα πριν αφήσει τον ουρανό. Εάν ήταν έτσι θα ερχόταν σε αντίθεση με τα Ε19,20,30, Η16. Ο Ιησούς λαμβάνει για κάθε περίπτωση την εντολή που έχει να εκπληρώσει. Πριν μιλήσει ακούει. Και ακούει γιατί τείνει την προσοχήν Του ν΄ακούσει. Αυτή η συνεχής προσοχή και υπακοή γεννιέται μέσα Του (εδ.50) απ’ την βεβαιότητα που έχει για την αναζωογονητική και αναμορφωτική δύναμη εκείνου του λόγου που ο Πατέρας Του εμπιστεύεται. Οιεσδήποτε και αν είναι οι αντιρρήσεις και οι αμφιβολλίες που αυτός ο Λόγος προκαλεί, ο Κύριος γνωρίζει την δύναμη του, μέσω της οποίας αυτός ο Λόγος παράγει στις ψυχές “αιώνια ζωή”. Γι’ αυτό τον δίνει στους ανθρώπους έτσι όπως τον λαμβάνει, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτόν Του να του επιφέρει καμμία αλλαγή (Ιδέ Ε30, ΣΤ63,68, Ζ16,17, Η28).
Εδώ τελειώνει το δεύτερο μέρος του Ευαγγελίου μας. Ο Ιωάννης μας εξιστόρησε, πως το φανατισμένο απ’ τους ηγέτες του πλήθος οδηγήθηκε στην απιστία, σε αντίθεση με μια μικρή μειονότητα, που οδηγήθηκε στην πίστη.

Συνέχεια

Top