A huge collection of 3400+ free website templates, WP themes and more http://jartheme.com/ at the biggest community-driven free web design site.

Έργο του Σταυρού

1. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ)

Ο Δημιουργός των πάντων
Ο Δημιουργός των πάντων

 

 

 

 

 

 

Έγραφε ο Παύλος στους Γαλάτες: «Εις εμέ δε μη γένοιτο να καυχώμαι, ειμή εις τον σταυρόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια του οποίου ο κόσμος εσταυρώθη ως προς εμέ, και εγώ ως προς τον κόσμον» (Γαλάτας ΣΤ14).

Ο σταυρός του Χριστού στέκει ορόσημο στην ζωή του καθενός που τον δέχεται, χωρίζοντας την στα δύο, η ζωή πριν, και η ζωή μετά.

Το πρώτο ερώτημα εδώ είναι: Γιατί στήθηκε εκείνος ο σταυρός; Γιατί χύθηκε εκείνο το αίμα;

Γνωστή η απάντηση. Αλλά, ας προσπαθήσουμε να δούμε λίγο πιο βαθιά τα πράγματα, στο φως που μας δίνει η Γραφή.

Το πρώτο που θα πρέπει εδώ να πούμε είναι ότι, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον σταυρό, και το έργο που έγινε εκεί, εάν δεν καταλάβει πρώτα την αμαρτία, την φρίκη της αμαρτίας.

Έχετε ποτέ σκεφθεί τι είναι η αμαρτία στο βάθος της, το κάθε κακό που κάνομε, ή το κάθε καλό που παραλείπομε να κάνομε; Εάν ο Θεός είναι η πηγή του καλού, το ίδιο το καλό, τότε το κάθε κακό που κάνομε, προς οοιονδήποτε και αν στρέφεται, είναι πρώτα απ’ όλα προσβολή, άρνηση του Θεού.

Για παράδειγμα, έρχεται το δίλημμα, η δυσκολία, λέγω ένα από κείνα τα μικρά, τα συνηθισμένα ψέμματα, την ξεπερνάω. Αυτή την ώρα ξέρετε τι πραγματικά έκανα; Έκανα μια προσευχή. Είπα στον Θεό: Εσύ δεν μπορείς με την αλήθεια Σου να με βοηθήσεις, κάθησε στην άκρη. Εγώ θα πω το ψέμμα, δηλαδή, θα επικαλεσθώ σε βοήθεια τον πατέρα του ψέμματος, τον Διάβολο, και θα λύσω το πρόβλημα μου. Και έτσι Τον αρνήθηκα, Τον ατίμασα. Θα μας πει στο Ρωμαίους Β23: «Ατιμάζεις τον Θεό, όταν παραβαίνεις τον νόμο». Είναι σαν να Του λες, «Μπορώ να ζήσω χωρίς Εσένα, και παρά την θέληση σου».

Εδώ η νόμιμη απάντηση της Θείας Δικαιοσύνης, σε τούτη την αλαζονική πρόκληση εναντίον της, δεν μπορεί να είναι άλλη, παρά αυτή: «Η ζωή σου είναι δώρο δικό μου. Αφού το χρησιμοποιείς να με αγνοήσεις, να με προσβάλλεις, να με πολεμήσεις, το δώρο αυτό σου αφαιρείται».

Μας το είχε πει απ’ την αρχή: «Κατά την ημέρα που θα αμαρτήσεις, θα πεθάνεις».

Σύμφωνα με αυτή την προειδοποίηση, για κάθε αμαρτία, θα έπρεπε να επεμβαίνει η Θεία Δικαιοσύνη, και να επιφέρει άμεσα τον θάνατο του αμαρτωλού. Αλλά τότε θα καταστρεφόταν το γένος μας, γιατί ποιος από μας δεν αμαρτάνει; Και το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο θα ματαιωνόταν.

Και δεν εφαρμόστηκε σε όλη της την αυστηρότητα. Όπως λέγει και στον Ψαλμό ΡΓ10: «Δεν έκαμεν εις ημάς κατά τας αμαρτίας ημών, ουδέ ανταπέδωκεν εις ημάς κατά τας ανομίας ημών». Και πέρασαν οι αιώνες, «η περίοδος της ανοχής του Θεού», όπως το ονομάζει στο Ρωμαίους Γ25, «οι χρόνοι της αγνοίας», όπως το ονομάζει στο Πράξεις ΙΖ30, και τα πράγματα συνέχιζαν έτσι. Η Δικαιοσύνη του Θεού αδρανούσε, φαινόταν σαν να μην υπάρχει. Οι άνθρωποι αμάρταναν, και όμως ζούσαν. Ο θάνατος βέβαια βασίλευε και βασιλεύει, αλλά όλοι τον θεωρούν σαν αποτέλεσμα φυσικής παρακμής, ή αρρώστειας. Κανένας δεν είχε καταλάβει την πραγματική αιτία του, ότι είναι το αποτέλεσμα καταδίκης που έπεσε επάνω μας, ότι ο θάνατος είναι «ο μισθός της αμαρτίας».

Και περνούσαν τα χρόνια, και κάποτε έφτασε μια μοναδική στιγμή στην ιστορία μας. Θα μας πει στο Ρωμαίους Ε6: «Διότι όταν εμείς είμεθα ακόμη ασθενείς (ηθικά ασθενείς, τελείως αδύναμοι να κάνομε το καλό), ο Χριστός επέθανε κατά τον ωρισμένον καιρόν υπέρ των ασεβών».

«Κατά τον ωρισμένον καιρόν». Ήταν η τελευταία ώρα, η ώρα που η ανεκτικότητα του Θεού είχε φθάσει στα όρια της. Εάν κάτι δεν έκανε τότε για την επανόρθωση μας, θα έπρεπε να μας κρίνει και να μας καταστρέψει.

Και αυτό το κάτι ήταν το στήσιμο του σταυρού, εκείνη την φοβερή Παρασκευή, για τον Ίδιο Του τον Υιό. Εκεί μπήκαν τα θεμέλια της επανόρθωσης μας.

Ας προσπαθήσομε τώρα, στο φως της Γραφής, να βρούμε τους λόγους που έκαναν αναγκαίο το στήσιμο αυτού του σταυρού:

Α) Ήταν ένας άνθρωπος κατά την καρδία του Θεού, ο Δαβίδ. Αλλά όπως και ο ίδιος ομολογεί, «είχε συλληφθεί εν ανομία, και εν αμαρτία τον εγέννησεν η μήτηρ του» (ΨΝΑ5), όπως και όλους μας. Και κάποτε τον μπέρδεψε η αμαρτία, και τον έρριξε πολύ χαμηλά. Πήρε την γυναίκα του αξιωματικού του του Ουρία, και για ν’ απαλλαγεί από τον ίδιο, κανόνισε να σκοτωθεί. Βαρειά η πράξη του, την είχε κρύψει, αλλά ο Θεός τον έλεγξε με το στόμα του Νάθαν του προφήτη. Και η καρδιά του Δαβίδ, ευθεία καθώς ήταν με τον Θεό, δέχθηκε αμέσως τον έλεγχο Του, συνετρίβη, μετάνοιωσε ειλικρινά, και αμέσως προσέφυγε με πίστη στο έλεος του Θεού, για συγχώρηση και επανόρθωση. Και ο Θεός βλέποντας την ειλικρίνεια της μετάνοιας του, τον πόθο του για επανόρθωση, και την πίστη στο έλεος Του, δεν του το αρνήθηκε.

Αλλά το πράγμα δεν μπορούσε να σταματήσει εκεί. Μάτια, πολλά μάτια είχαν δει αυτό που είχε γίνει. Μάτια από τον ορατό αλλά και τον αόρατο κόσμο. Και είχαν αρχίσει πονηρές καρδιές, στόματα ακάθαρτα να ψιθυρίζουν: «Τι Θεός δίκαιος είναι αυτός, που συγχωρεί τον εγκληματία; Αυτός δεν είπε ότι ο «μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος»; Για ποια δικαιοσύνη μιλά;».

«Ο Κύριος παρέβλεψε το αμάρτημα σου& δεν θέλεις αποθάνει», ήταν το μήνυμα που του έστειλε με τον Νάθαν. «Επειδή όμως δια ταύτης της πράξεως έδωκας μεγάλην αφορμήν εις τους εχθρούς του Κυρίου να βλασφημώσι, δια τούτο το παιδίον το γεννηθέν εις σε εξάπαντος θέλει αποθάνει» (Β’ Σαμουήλ ΙΒ13,14). Πόνεσε ο Δαβίδ. Τούτος ήταν ο μεγαλύτερος πόνος που έφερε η αμαρτία του. «Ικέτευσε…ενήστευσε…διενυκτέρευσε κοιτόμενος κατά γης», αλλά δεν έγινε τίποτα, ήταν θέμα δικαιοσύνης εκ μέρους του Θεού.

Διαβάζουμε το Ρωμαίους Γ24-26: «Τον οποίον (Χριστόν) ο Θεός προόρισε να είναι, δια μέσου της πίστεως, το όργανον εξιλασμού δια του αίματος του, και τούτο δια να φανή η δικαιοσύνη του Θεού (εις ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού), επειδή είχε παραβλέψει τις αμαρτίες του παρελθόντος, εις την περίοδον της ανοχής του, δια να φανή η δικαιοσύνη του εις τον παρόντα καιρόν, ώστε να είναι δίκαιος και συγχρόνως να δικαιώνη εκείνον που πιστεύει εις τον Ιησούν».

«Ωστε να είναι δίκαιος και συγχρόνως να δικαιώνη εκείνον που πιστεύει εις τον Ιησούν». Δηλαδή, ο Χριστός τιμωρήθηκε, σταυρώθηκε, έτσι ώστε ο Θεός να μπορεί να συγχωρήσει εμένα και εσένα, χωρίς να κινδυνεύει να θεωρηθεί άδικος. Αν είναι σε θέση τώρα ο Θεός να συγχωρήσει όποιον μετανοεί και πιστεύει στο λυτρωτικό έργο του Χριστού γι’ αυτόν, είναι γιατί, πριν μας συγχωρήσει, μας έχει ήδη τιμωρήσει στο πρόσωπο του Χριστού. Τον θάνατο που εμείς αξίζαμε, τον υπέστη Αυτός για μας.

Το αίμα του Ιησού Χριστού χύθηκε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, όχι για να ικανοποιηθεί, για να αποζημιωθεί η δικαιοσύνη του Θεού, έτσι ώστε να δώσει την συγνώμη που ζητούσε η αγάπη Του, (όπως το δέχονται μερικοί), αλλά για να φανεί η Δικαιοσύνη του Θεού, (εις ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού),, που τόσους αιώνες, μέχρι εκείνη την Παρασκευή, ήταν καλυμμένη, φαινόταν σαν να μην υπήρχε, και ο Θεός κινδύνευε να θεωρηθεί άδικος από το Σύμπαν των ηθικών όντων.

Από τότε που στήθηκε αυτός ο σταυρός, όλοι είναι σε θέση να καταλάβουν, (αν θέλουν βέβαια να καταλάβουν), ότι είναι αδύνατον σε κάποιον ν” αμαρτάνη, χωρίς κάποτε να τιμωρηθή.

Ο σταυρός του Χριστού είναι το θεμέλιο και η εγγύηση της σωτηρίας μας. Είναι όμως και η εγγύηση ότι η τελική κρίση, για την οποία μας μιλά ο Λόγος του Θεού, θα γίνει. Αν ο Θεός δεν ελυπήθηκε τον Ίδιο Του τον Υιό, αλλά Τον οδήγησε σ” έναν τόσο φρικιαστικό θάνατο για την υπόθεση της αμαρτίας, δεν υπάρχει περίπτωση ο αμαρτωλός να ξεφύγει από την δικαιοσύνη Του ατιμώρητος.

Εκεί, σ” εκείνον τον σταυρό, στην θέα όλης της ανθρωπότητας, φάνηκε πως ο Θεός λογαριάζει την αμαρτία του ανθρώπου. Στην εκτίμηση Του, η ποινή που της πρέπει είναι μία, θάνατος. Και το έδειξε χύνοντας το αίμα ενός αθώου, στην θέση των άλλων, που στέκονται ανά τους αιώνες μάρτυρες τούτης της φρικιαστικής εκτέλεσης.

Να και ένας από τους λόγους, που σαν μέσο εκτέλεσης, κανόνισε να είναι η δημόσια σταύρωση, και όχι ένας λιγώτερο οδυνηρός θάνατος, κάπου απόμερα.

Από αυτό το γεγονός και μετά, καμμία ψευδαίσθηση δεν είναι δυνατή. Όλες οι αμαρτίες ή θα συγχωρηθούν, ή θα κριθούν. Να περάσουν απαρατήρητες, αποκλείεται.

Ευχαριστούμε τον Θεό για τον σταυρό του Χριστού. Μέχρι να σταθούμε απέναντι σ’ αυτόν τον σταυρό, την αμαρτία την θεωρούσαμε σαν μια μορφή ελευθερίας, σαν μια συγχωρητέα αδυναμία, σαν κάτι που δεν γίνεται χωρίς αυτό, αναγκαίο κακό, όπως θέλαμε να πιστεύουμε μερικές φορές. Της είχαμε φτειάξει και τραγούδι, «γλυκειά μου αμαρτία». Το αληθινό της πρόσωπο μόνο στον σταυρό του Χριστού το γνωρίσαμε. Είναι αυτή που μας χώρισε απ’ τον Θεό, απ’ την ζωή, ο δολοφόνος της ψυχής μας, καταδικασμένος και τιμωρημένος σε θάνατο απ’ την δικαιοσύνη του Θεού, στο πρόσωπο του Χριστού, που εκείνη την ώρα την είχε φορτωθεί επάνω Του. «Θα γνωρίσετε την αλήθεια«, είπε ο Κύριος, «και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει«.

Είναι βέβαια μερικοί που ισχυρίζονται, ο Θεός είναι αγάπη, στο τέλος όλους θα τους συγχωρήσει, όπως ο πατέρας συγχώρησε τον άσωτο, σαν τούτος γύρισε, χωρίς την ανάγκη τιμωρίας. Η Γραφή όμως λέγει ότι ο Θεός, «μέλλει να κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη δι’ ανδρός τον οποίον διώρισε, και έδωκε εις πάντας βεβαίωσιν περί τούτου, αναστήσας αυτόν εκ των νεκρών» (Πράξεις ΙΖ31).

Και επιμένει η Γραφή: «Χωρίς χύσεως αίματος δεν γίνεται άφεσις» (Εβραίους Θ22), χωρίς, δηλαδή, προσφορά ζωής, (γιατί όπως μας λέγει στο Λευιτικό ΙΖ11, η ζωή είναι στο αίμα. Το αίμα που χύνεται, είναι η ζωή που εκπνέει).

Εάν ο Ιησούς Χριστός συνέχιζε να γυρίζει, ακόμα έως σήμερα, τις πόλεις και τα χωριά διδάσκοντας και ευεργετόντας τους ανθρώπους, τούτη Του η προσφορά θα ήταν χωρίς αξία, εάν δεν πρόσφερε το αίμα Του στην αγιότητα του Θεού, που είχε υβρισθεί με την αμαρτία μας, στην δικαιοσύνη Του που είχε προσβληθεί. Όλες οι άλλες προσφορές που κάνουν οι άνθρωποι στον Θεό, είναι σαν κείνον που πρόσβαλε, έθιξε βαριά κάποιον, και… του πηγαίνει δώρο στα γενέθλια του. Εκείνο που αυτός θέλει, πάνω απ” όλα, και πρώτα απ” όλα, είναι ν” αποκατασταθεί η τιμή του.

«Ωστε να είναι δίκαιος και συγχρόνως να δικαιώνη εκείνον που πιστεύει εις τον Ιησούν», ο πρώτος λόγος που στήθηκε ο σταυρός του Χριστού, να αποκαλυφθεί η δικαιοσύνη του Θεού, που τόσο την είχαν παραξηγήσει οι άνθρωποι, είχαν φθάσει να πιστεύουν ότι δεν υπήρχε. Τούτη τους η αντίληψη είχε εξανεμίσει μέσα τους τον φόβο του Θεού, το μόνο που μπορεί να ανασχέσει τον κατήφορο προς το κακό. Ο Θεός είχε χάσει την θέση που Του άρμοζε μέσα στις συνειδήσεις τους. Με τον σταυρό την ξαναποκτά. Και είναι ο πολυτιμότερος θησαυρός για όλη την Δημιουργία, ένας Θεός σεβαστός, τιμώμενος από όλους, εγγυητής της τάξης και της ασφάλειας στο Σύμπαν.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό σ” ένα κράτος, ή σε μια οικογένεια, από του να έχει έναν ανυπόληπτο αρχηγό, έναν αρχηγό που κανένας δεν υπολογίζει, δεν αγαπά, δεν σέβεται. Είναι αδύνατον μετά να σταθεί τούτο το κράτος, τούτη η οικογένεια. Λέγει στον Ψαλμό 96:10,11: «Ο Κύριος βασιλεύει& η οικουμένη θέλει βεβαίως είσθαι εστερεωμένη& δεν θέλει σαλευθή& αυτός θέλει κρίνει τους λαούς εν ευθύτητι. Ας ευφραίνωνται οι ουρανοί, και ας αγάλλεται η γη…». Πότε θα είναι στερεωμένη και θα ευφραίνεται η οικουμένη; Όταν ο Κύριος βασιλεύει και κρίνει.

Υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος που κατέστησε αναγκαίον τον σταυρό, την τιμωρία, τούτος αφορά εμάς. Φαντασθείτε τι θα συμβεί σ’ έναν κακοποιό, ή και σ’ ένα απ’ τα παιδιά μας, εάν για λόγους αδυναμίας, ή και μεγαλοψυχίας, συνέχεια τον συγχωρούν. Ο ίδιος στο τέλος θα αποθρασυνθεί, θα εξαχρειωθεί, θα καταστραφεί, και πολλοί βλέποντας την ατιμωρησία που απολαμβάνει, θα τον μιμηθούν. Τότε το κακό θ’ απλώσει και θα διαλύσει εκείνη την κοινωνία, εκεί πραγματικά θα έρθει το χάος.

Το να συγχωρούσε ο Θεός άνευ όρων, χωρίς να τιμωρήσει την αμαρτία, θα ήταν σαν να της παραχωρούσε μια μόνιμη θέση στην ζωή της ανθρωπότητας, συντελώντας έτσι ο Ίδιος στην καταστροφή της. Και τι είναι η τιμωρία παρά ο τρόπος με τον οποίον βοηθάς εκείνον που κάνει το κακό να καταλάβη ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά μ’ αυτόν. Η τιμωρία είναι, ή θα πρέπει τουλάχιστον να είναι, η αρχή της επανόρθωσης του.

Και αν θέλομε να δούμε τα πράγματα και από μια άλλη πλευρά: Ο Λόγος του Θεού μας λέγει ότι, «Πρέπει όλοι να εμφανισθούμε εμπρός στο βήμα του Χριστού, δια ν’ αναταμειφθεί ο καθένας σύμφωνα με τα όσα έχει πράξει, είτε καλό είτε κακό» (Β’ Κορ. Ε10). Και το δικαστήριο του Θεού δεν είναι σαν τα ανθρώπινα. Στο Εβραίους Ι31 θα μας πει: «Είναι φοβερόν να πέση κάποιος στα χέρια του Θεού του ζωντανού».

Αν ο Θεός συγχωρούσε τον αμαρτωλό, χωρίς ταυτόχρονα να του φανερώνει την δικαιοσύνη Του, το πώς πρόκειται να κρίνει το κακό, τότε θα βύθιζε τούτον τον τελευταίο στην πλέον επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Έχοντας συνεχώς την ανοχή του Θεού, ποτέ δεν θα μπορούσε να φαντασθεί ότι κάποια μέρα θα δώσει λογαριασμό, θα κριθεί. Και η κρίση θα έπεφτε επάνω του σαν τρομερή έκπληξη. Δικαιολογημένα ο αμαρτωλός θα Του έλεγε τότε: «Με αποκοίμισες, με εξηπάτησες. Μου έδειχνες συνεχώς το έλεος Σου, και επαναπαύθηκα. Δεν μου έδωσες να καταλάβω την δικαιοσύνη Σου, ότι κάποια μέρα θα έφθανες να με κρίνεις τόσο αυστηρά».

Να λοιπόν οι λόγοι που έκαναν επιτακτική την ανάγκη της φανέρωσης της δικαιοσύνης του Θεού, πριν ν’ αρχίσει το έλεος Του να σκορπά τους θησαυρούς της συγνώμης Του. Να γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να προηγηθεί η απονομή της δικαιοσύνης, η τιμωρία.

Η τιμωρία. Πως θα έπρεπε να είναι αυτή η τιμωρία; Λογικά θα έπρεπε να γίνει ένας δεύτερος κατακλυσμός. Αλλ’ αυτό, αντί να αναγεννούσε την ανθρωπότητα θα την εξαφάνιζε. Να δημιουργούσε μετά ένα καινούργιο ανθρώπινο γένος, θα ήταν σαν να ομολογούσε ο Ίδιος ο Θεός την αποτυχία Του. Τούτο το ίδιο το άρρωστο γένος θα έπρεπε να θεραπευθεί.

Στην Θεία δικαιοσύνη αρκούσε εάν μπορούσαν να γίνουν δύο πράγματα:

1) Να δινόταν στους ανθρώπους να καταλάβουν καθαρά, έτσι που να μην το ξεχάσουν ποτέ, ότι η αμαρτία συνεπάγεται οπωσδήποτε την ποινή του θανάτου. Ήταν κάτι, που όπως είπαμε, είχε ξεχασθεί και παρανοηθεί.

2) Να τους έκανε ν’ αναγνωρίσουν, με ειλικρίνεια και ταπείνωση, τούτο το Θείο δίκαιο. Μια τέτοια αναγνώριση θα ήταν:

Α) Η βάση, η αφετηρία για την ανόρθωση τους.

Β) Η ουσιαστική επανόρθωση της αδικίας που διαπράχθηκε ενάντια στο πρόσωπο του Θεού, της προσβολής που γινόταν στην τιμή Του, στην αγιότητα Του.

Όταν ο επαναστάτης άνθρωπος πεισθεί για το άδικο του, και αναγνωρίσει ότι του αξίζει ο θάνατος, τότε η ηθική τάξη αποκαταστάθηκε. Και από το άλλο μέρος, ο Θεός, όσο αυτό Του το δικαίωμα Του αναγνωρίζεται ειλικρινέστερα και πληρέστερα απ’ τον ένοχο, τόσο πιο εύκολα μπορεί να υποχωρήσει απ’ αυτό. Θυμάμαι, όταν κάποτε πήγα να τιμωρήσω ένα απ’ τα παιδιά μου για κάποια του αταξία, αφοπλίστηκα σαν το είδα να κατεβάζει το κεφάλι, αναγνωρίζοντας την ενοχή του. Δεν υπήρχε πλέον λόγος να το τιμωρήσω.

Επιτακτική λοιπόν η ανάγκη να φανερωθεί η Δικαιοσύνη Του, αλλά μ’ έναν τέτοιο τρόπο που να μην καταστραφεί το γένος μας;

Ασύληπτο το πρόβλημα, αλλά και η Θεία σοφία έφθασε σε μια ασύληπτη λύση. Μια λύση, που όπως μας αναφέρεται στο Α’ Πέτρου Α12, και οι ίδιοι οι άγγελοι στέκονται με δέος, «επιθυμούν να παρακύψουν», να εμβαθύνουν. Ξαναδιαβάζουμε το Ρωμαίους Γ24-26: «Τον οποίον (Χριστόν) ο Θεός προόρισε να είναι, δια μέσου της πίστεως, το όργανον εξιλασμού δια του αίματος του, και τούτο δια να φανή η δικαιοσύνη του Θεού (εις ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού), επειδή είχε παραβλέψει τις αμαρτίες του παρελθόντος, εις την περίοδον της ανοχής του, δια να φανή η δικαιοσύνη του εις τον παρόντα καιρόν, ώστε να είναι δίκαιος και συγχρόνως να δικαιώνη εκείνον που πιστεύει εις τον Ιησούν».

Τούτο το χωρίο μπορούμε να το αποδώσουμε κάπως έτσι: «Ο Θεός έκρινε αναγκαίο, λόγω της ατιμωρησίας που τόσο καιρό απολάμβαναν οι μυριάδες των αμαρτωλών, που διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλον επάνω στην γη, ν’ αποκαλύψει τελικά την δικαιοσύνη Του με μια εντυπωσιακή πράξη. Και το έκανε τιμωρόντας τον Ιησού με την τιμωρία την οποία άξιζε να υποστεί ο κάθε ένας από εκείνους τους αμαρτωλούς».

Γιά τον Θεό ήταν αρκετή η θυσία ενός μόνου, στον αιματηρό θάνατο του οποίου έδειξε τι πραγματικά άξιζε σε όλους. Ένα μόνον θύμα που θυσιάσθηκε, στην θέα του οποίου όλοι μπορούν, και οφείλουν να λένε μέσα τους: «Να πως έπρεπε να μου φερθεί ο Θεός. Τούτης της καταδίκης που τώρα είμαι ο μάρτυρας, έπρεπε να είμαι το αντικείμενο. Η δική μου θέση ήταν εκεί πάνω στον σταυρό».

Αμέσως μετά την πτώση, θα πρέπει ο Θεός να δίδαξε τον άνθρωπο την ιδέα της αντικατάστασης, σαν προοίμιο του σταυρού. Έτσι, μόνον ο Άβελ έγινε αποδεκτός, γιατί, αναγνωρίζοντας ότι του αξίζει θάνατος, πλησίασε τον Θεό προσφέροντας αίμα, θυσιάζοντας την ζωή ενός άλλου στην θέση της δικής του, κάτι που δεν έκανε ο Κάϊν, γιατί δεν ένοιωθε την κρισιμότητα της αμαρτίας που είχε μπει ανάμεσα σ” αυτόν και στον Θεό.

Και στην διάρκεια της Παλαιάς Οικονομίας, είχε φροντίσει να γραφεί ανεξίτηλα στην συνείδηση του λαού Του η ιδέα της αντικατάστασης. Το αρνί που σφάχθηκε προς εξαγοράν των πρωτοτόκων τους. Το χάλκινο φίδι που ύψωσε ο Μωυσής στην έρημο. Τα ζώα που θυσιαζόταν γιά τις αμαρτίες τους, ο αποδιομποπαίος τράγος που φορτωνόταν τις αμαρτίες του λαού. Κάτι ανάλογο βρίσκουμε και στον υπόλοιπο, τον ειδωλολατρικό κόσμο. Και αυτοί είχαν προετοιμασθεί γιά το έργο που επρόκειτο να γίνει.

Η Παλαιά Διαθήκη μιλούσε για έναν “Υπηρέτη του Ιεχοβά”, που θα είχε σαν αποστολή να εξιλεώσει το πρόσωπο του Θεού για την αμαρτία του κόσμου: “Ο Κύριος έθεσεν επ’ αυτόν την ανομίαν πάντων ημών…ετραυματίσθη δια τας παραβάσεις ημών, εταλαιπωρήθη δια τας ανομίας ημών”, θα προφητεύσει ο Ησαϊας στο ΝΓ.

Ένας, λοιπόν, αντικαταστάτης στην θέση όλων των άλλων.

Να σταθούμε σε κείνον τον έναν. Πως έπρεπε να είναι αυτός ο ένας, το θύμα, ο αντικαταστάτης; Τι προϋποθέσεις έπρεπε να συγκεντρώνει, γιά ν” αναλάβει αυτή την φοβερή αποστολή;

α) Θα έπρεπε να είναι ένας σαν και μας. Άνθρωπος πρόσβαλλε το πρόσωπο του Θεού, άνθρωπος έπρεπε ν” αποκαταστήσει την προσβολή, σαν εκπρόσωπος του γένους μας. Άγγελος δεν θα μπορούσε να το κάνει.

β) Θα έπρεπε τούτος ο άνθρωπος να προσφερόταν εθελοντικά, αγόγγυστα, όχι διά της βίας, ή κατόπιν πιέσεων. Γιατί τότε θα ήταν αδικία εις βάρος του, και ποτέ η δικαιοσύνη δεν αποκαθίσταται με αδικίες. Τούτη η ελεύθερη προσφορά, η ελεύθερη υποταγή, τούτη είναι που δίνει την αξία στην θυσία του Χριστού.

γ) Ο πραγματικός τούτος άνθρωπος θα έπρεπε να είναι άγιος, απόλυτα άγιος, γιά δύο λόγους:

1) Εάν είχε προσωπική αμαρτία, θα πέθαινε εξοφλώντας την ποινή τούτης της αμαρτίας, και όχι των αμαρτιών των αδελφών του. Εάν ο Μωυσής ύψωνε στο ξύλο ένα από τα φίδια που τους τσιμπούσαν, τούτο θα έδειχνε την τιμωρία μόνον εκείνου του συγκεκριμένου φιδιού.

2) Τούτο το πρόσωπο που θα μας αντικαταστούσε, θα έπρεπε να είναι απόλυτα άγιο, και για να μπορεί να βλέπει, να μισεί και να καταδικάζει την αμαρτία, το ίδιο όπως ο Θεός την βλέπει, την μισεί και την καταδικάζει.

Εάν την κατεδίκαζε έστω και κάτι λιγώτερο, θα ήταν σαν να έλεγε στον Θεό: «Αναγνωρίζω ότι έχεις δίκηο που ζητάς τον θάνατο γιά την αμαρτία, αλλά στο βάθος βάθος μου φαίνεται ότι είσαι λιγάκι υπερβολικός». Και με μιά τέτοια προσφορά, που αφήνει και το παραμικρό υπονοούμενο, ποτέ δεν αποκαθίσταται η αγιότητα, η τιμή του Θεού. Και από το άλλο μέρος, αν το παιδί δυσφορήσει έστω και λίγο για την τιμωρία που του επιβάλλεις, τότε δεν κατάφερες τίποτα για τον συνετισμό του.

Και το πρόβλημα εδώ είναι, πως κανενός ανθρώπου η συνείδηση, και του πλέον καθαρού, δεν μπορεί να φθάσει να βλέπει την αμαρτία, όπως την βλέπει ο Θεός. Σε ποιόν δεν μένει, το λιγώτερο ένα αίσθημα απορίας, καθώς διαβάζει το γεγονός με τον Ανανία και την Σαπφείρα, ότι ο Θεός εφάνηκε κάπως υπερβολικός εδώ. Η αμαρτία έχει διαβρώσει την συνείδηση μας, και ο πλέον καθαρός από μας δεν μπορεί να την καταλάβει στο βάθος της, και να δεχθεί ανεπιφύλαχτα ότι η κρίση γι” αυτήν είναι μία, ο θάνατος, ή ότι η αμαρτία στην σκέψη είναι η ίδια με την αμαρτία στην πράξη.

Στην Παλαιά οικονομία ο αρχιερέας δεν μπορούσε να εισέλθει στα Άγια των Αγίων για να κάνει εξιλέωση για τις αμαρτίες του λαού, παρά μόνον ντυμένος λευκό λεπτό λινό. Και το αίμα με το οποίο ράντιζε το θυσιαστήριο της εξιλέωσης, έπρεπε να είναι από ζώο άμωμο. Κανένας, λοιπόν, παρά μόνον ένας τέλεια άγιος άνθρωπος θα μπορούσε να εξιλεώσει για την αμαρτία, και να μεσολαβήσει για τον αμαρτωλό. Άνθρωπος που δεν έχει πέσει θα μπορούσε μόνον να προσφέρει την αποζημίωση που οφείλεται στον Θεό από τον πεσμένον άνθρωπο

Γράφει ο Ησαϊας, 600 χρόνια πριν στηθεί εκείνος ο σταυρός: «Εμείς νομίσαμε ότι τραυματίσθηκε και πληγώθηκε και ταλαιπωρήθηκε από τον Θεό γιά τον εαυτόν του. Αυτός όμως τραυματίσθηκε γιά τις παραβάσεις μας και ταλαιπωρήθηκε γιά τις ανομίες μας» (ΝΓ4-5). Στο Β” Κορ. Ε21 ο Λόγος Του θα μας πει: «Αυτόν που αμαρτία δεν διέπραξε ο Θεός τον έκανε αμαρτία γιά χάρη μας, γιά να γίνωμε εμείς δικαιοσύνη του Θεού με την πίστη μας σ” Αυτόν».

Επάνω στον σταυρό θα πρέπει ν” ανεβεί ο «Υιός του ανθρώπου». Όλο αυτό το μυστήριο της αντικατάστασης βασίζεται στην απόλυτη ομοιότητα Του με μας.

Ο Ιησούς Χριστός ανέβηκε επάνω στον σταυρό, αποδεχόμενος τούτη την τιμωρία, σαν κάτι που Του άξιζε απόλυτα, σαν εκπροσώπου του ανθρωπίνου γένους που ήταν. Η ήρεμη, αγόγγυστη και σιωπηλή υποταγή με την οποία οδήγησε τον εαυτόν Του στον θάνατο, απεκάλυψε ότι κατεδίκαζε και Αυτός την αμαρτία μας, έτσι ακριβώς όπως την καταδικάζει ο Θεός. Από τον σταυρό Του, εκεί υψώθηκε η πλέον τέλεια υποταγή που προσφέρθηκε ποτέ στην δικαιοσύνη του Θεού, εκ μέρους του ανθρωπίνου γένους. Εκεί αποκαταστάθηκε η τιμή του Θεού, που την είχε ποδοπατήσει η αμαρτία μας. Αν ο Κύριος στην ζωή Του εξεπλήρωσε τον στόχο που είχε καθορισθεί για τον ιδανικό άνθρωπο, στον θάνατον Του εξεπλήρωσε εκείνον του πεσμένου ανθρώπου.

Και μένει τώρα το ερώτημα: Πως ο καθένας από μας μπορεί να ωφεληθεί από το έργο που έκανε ο Ιησούς Χριστός για όλον τον κόσμο; Διαβάζουμε το Ρωμαίους Γ25: «Ο Ιησούς Χριστός είναι το όργανο εξιλασμού διά του αίματος του, διά μέσου της πίστεως«. Και όταν όρισε στον Μωυσή να κρεμάσει το χάλκινο φίδι στο μέσον της πεδιάδας, του πρόσθεσε: «Και θα τους πεις Μωυσή, καθένας που θα δαγκωθεί και θα κυττάξει το χάλκινο φίδι, θα σωθεί«. Να το έργο του ανθρώπου, να η δική του συμμετοχή, η πίστη του. Τούτη η πίστη είναι εξ ίσου αναγκαία με την θυσία που έγινε. Χωρίς αυτή την πίστη, η θυσία χάνει την αποτελεσματικότητα της, και συμφιλίωση δεν έρχεται. «Κύριε αναγνωρίζω ότι η δική μου θέση ήταν εκεί πάνω. Σ’ ευχαριστώ που πέθανες Εσύ για μένα, και τώρα εγώ είμαι ελεύθερος απ’ την αμαρτία».

Δεν υπάρχει άλλο πλησίασμα στον Θεό από τον πεσμένο άνθρωπο, παρά μόνο μέσα από το αίμα του Ιησού Χριστού. Ο,τιδήποτε άλλο Του προσφέρει ο άνθρωπος, δείχνει άγνοια της δικής του κατάστασης, του χαρακτήρα του Θεού, και συνιστά επιπλέον αυτή η προσφορά, το βαρύ αμάρτημα της υπερηφανείας. Η τιμή του Θεού έχει θιγεί από τον άνθρωπο, και το μόνο που ζητά ο Θεός είναι η αποκατάσταση της. Όλες οι άλλες προσφορές που κάνουν οι άνθρωποι, και οι τρόποι που εφευρίσκουν να πλησιάσουν τον Θεό, να συμφιλιωθούν μαζί Του, είναι μάταιοι.

Πόσο καθαρά το είχε καταλάβει ο Άβελ ότι, από τον εαυτόν του δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα που να εξευμενίσει τον Θεό. Αναγνωρίζει ότι του αξίζει θάνατος, και σπεύδει να βρει αντικαταστάτη. Προσφέρει αίμα, την ζωή, δηλαδή, ενός ζώου, στην θέση της δικής του. Βάζει τον θάνατο ενός άλλου, μεταξύ του εαυτού του και των συνεπειών της αμαρτίας του. Προοίμιο τούτο, όπως είπαμε, του σταυρού.

2. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Η ΕΞΙΛΕΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ)

Αν ρίξεις μια ματιά στην ιστορία της ανθρωπότητας, θα βρεις μερικές ώρες που σημάδεψαν πραγματικά την πορεία της. Κάποιος τις ονόμασε “οι μεγάλες ώρες της ανθρωπότητας”. Για παράδειγμα η ώρα της Γιάλτας, τότε που οι νικητές στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, συναντήθηκαν και μοίρασαν τον κόσμο, έβαλαν τα καινούργια σύνορα.

Αν κάποιος έψαχνε να βρει την μεγαλύτερη απ’ αυτές τις ώρες, μια ώρα που έφερε την ριζικώτερη επανάσταση, που γύρισε πραγματικά καινούργια σελίδα στην ιστορία μας, μια νέα αρχή στο γένος μας, δεν θα εύρισκε άλλη, από εκείνη την φοβερή ώρα στην Γεθσημανή, και στον σταυρό που ακολούθησε μετά.

Και εδώ έγινε μια συνάντηση, και υπογράφηκε ένα σύμφωνο ειρήνης. Συναντήθηκαν δύο αντίπαλοι, συναντήθηκε η αμαρτία του ανθρώπου με την αγιότητα του Θεού. Συναντήθηκε ο αμαρτωλός άνθρωπος, που εκείνη την ώρα τον εκπροσωπούσε ο Ιησούς, με τον άγιο Θεό του.

Το τι ακριβώς έγινε εκεί, χρόνια τώρα, το προεικόνιζε η είσοδος του Ισραηλίτη Αρχιερέα, μια φορά τον χρόνο στα Άγια των Αγίων, όπου έμπαινε με αίμα, και ομολογούσε τις αμαρτίες τις δικές του και του λαού, σαν εκπρόσωπος τους.

Εκεί, σε κείνη την συνάντηση, εξιλεώθηκε μια για πάντα το πρόσωπο του Θεού, άλλαξε η δυσμενής διάθεση Του απέναντι μας.

Διαβάζουμε μερικά εδάφια:

Εβραίους Β17: «Δια τούτο έπρεπε να γίνει καθ’ όλα όμοιος με τους αδελφούς του, δια να είναι εύσπλαγχνος και πιστός αρχιερεύς εις την υπηρεσίαν του Θεού, ώστε να μπορεί να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού».

Α’ Ιωάννου Β2: «Αυτός είναι ιλασμός των αμαρτιών μας και όχι μόνον των δικών μας αλλά και όλου του κόσμου».

Α’ Ιωάννου Δ10: «Εις τούτο συνίσταται η αγάπη, όχι εις το ότι εμείς αγαπήσαμε τον Θεό, αλλ’ ότι αυτός μας αγάπησε και έστειλε τον Υιόν του ως ιλασμόν για τις αμαρτίες μας».

Ρωμαίους Γ25,26: «Τον οποίον ο Θεός προόρισε να είναι, δια μέσου της πίστεως, το όργανον εξιλασμού δια του αίματος του».

Ο Ιησούς Χριστός έγινε το “ιλαστήριο”, το “εξιλαστήριο θύμα”, για να συμφιλιωθεί ο άνθρωπος με τον Θεόν του.

Η αμαρτία είχε φέρει την έχθρα, είχε στήσει φραγμό ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο. Είχε κάνει τον άνθρωπο εχθρό του Θεού, “εχθροί όντες του Θεού”, θα μας πει στο Εφεσίους Β, και τον Θεό εχθρό του ανθρώπου. Εχθρό του ανθρώπου; Ναι. Η άγια καρδιά Του, η πιο ευαίσθητη καρδιά στο σύμπαν, μη ξεχνάμε, Αυτός φύτεψε και την ευαισθησία στην δική μας καρδιά, θλίβεται, αποξενώνεται και οργίζεται στην θέα ενός ανθρώπου που παύει ν’ αντιδρά στο κακό, και ταυτίζεται μαζί του, που αδιαφορεί για το καλό. Στον Ψαλμό ΙΑ5 θα μας πει: “Ο Κύριος εξετάζει τον δίκαιον& τον δε ασεβή και τον αγαπώντα την αδικίαν μισεί η ψυχή αυτού”.

Το καλό είναι η ίδια η φύση του Θεού, και το κακό είναι η άρνηση Του. Και είναι φυσιολογικό ο Θεός να εναντιώνεται σε ό,τι ισοδυναμεί με άρνηση του εαυτού Του. Είναι το φως που δεν μπορεί ν’ ανεχθεί το σκοτάδι.

Η Αγία Γραφή μας βοηθά να κατανοήσουμε τι νοιώθει η Θεία καρδιά στην θέα του κακού μας. Θυμόσαστε τότε στην Γαι, ή με τον Ανανία και την Σαπφείρα. Εκεί θέλησε να δείξει την αποστροφή Του για την αμαρτία μας, και χάθηκαν με μιάς, γιά κάτι, που εμείς ούτε σημασία δεν θα του δίναμε. Στο Ρωμαίους Β8, αλλά και σε άλλα εδάφια, ο Λόγος Του θα μας μιλήσει απερίφραστα για «θυμό» και «οργή» του Θεού.

Και το ερώτημα τώρα εδώ είναι: Πως θα μπορούσε ν’ αλλάξει η αποστροφή, η απέχθεια που ο Θεός νοιώθει στην θέα της αμαρτίας του ανθρωπίνου γένους, όταν μεσ’ απ’ αυτό το γένος δεν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα, όταν αυτό συνεχίζει ν’ αμαρτάνει, να προσβάλλει την Θεία αγιότητα; Πως θα μπορούσε να εξιλεωθεί το πρόσωπο Του, ώστε στην θέση του θυμού και της οργής, να εκχυθεί τώρα επάνω μας η χάρη Του, η μόνη που μπορεί να μας βοηθήσει να ανορθωθούμε, και να προχωρήσομε προς τον σκοπό για τον οποίον μας δημιούργησε;

Αν πάμε στις ειδωλολατρικές θρησκείες, αλλά και στον Χριστιανικό κόσμο που δεν έχει την Γραφή σαν οδηγό, εκεί θα δούμε ν’ ακολουθούν τούτο σαν αρχή: Αν ο άνθρωπος προσβάλλει τον Θεό, θα πρέπει, γιά να τον εξευμενίσει, γιά να ξανακερδίσει την συμπάθεια του, να πληρώσει το τίμημα που αντιστοιχεί στην παράβαση του. Να το πληρώσει με κάποια προσφορά, με κάποιον βασανισμό, ή με κάποιο πάθημα, που θα πρέπει ο ίδιος να υποφέρει.

Τούτη η αντίληψη όμως είναι τελείως αντίθετη με την διδασκαλία της Γραφής. Κατά τον Λόγο του Θεού, είναι ο Ίδιος ο προσβεβλημένος Θεός, που παίρνει από μόνος Του την πρωτοβουλία γιά συμφιλίωση με τον αμαρτωλό κόσμο, καθορίζει τις προϋποθέσεις γι” αυτήν, και δίνει και τα μέσα γιά την πραγματοποίηση της: «Διότι τόσον αγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν Του τον μονογενή, διά να μην χαθεί καθένας που πιστεύει εις αυτόν αλλά να έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάννης Γ16). «Τα δε πάντα είναι εκ του Θεού, ο οποίος μας συμφιλίωσε με τον εαυτόν Του διά του Ιησού Χριστού, και έδωκε σε μας την διακονίαν της συμφιλίωσης» (Β” Κορ. Ε18).

Ποια ήταν η δυσκολία, το εμπόδιο που έπρεπε να φύγει για να συμφιλιωθεί ο Θεός μαζί μας; Η δυσκολία πάντα είναι απ’ το μέρος το δικό μας. Κάτι χρειαζόταν να κάνομε εμείς, που δεν μπορούσαμε να το κάνομε. Τι χρειαζόταν; Χρειαζόταν μια επίσημη αποδοκιμασία της αποστασίας μας, μια ελεύθερη και επίσημη καταδίκη της αμαρτίας μας. Τούτο θα έσβυνε την προσβολή, και θα έδιωχνε το αίσθημα οργής και αγανάκτησης που είχε βαρύνει στην καρδιά του Θεού. Όταν σε προσβάλει κάποιος, περιμένεις να σου ζητήσει από μόνος του συγνώμη. Βέβαια, μπορείς να τον αναγκάσεις, αλλά αυτό δεν έχει καμμία αξία. Σκοπός είναι να καταλάβει ο ίδιος το λάθος του, και να σου δώσει ελεύθερα, αβίαστα την συγνώμη του.

Αυτό ακριβώς είναι που έκανε ο Ιησούς Χριστός σαν εκπρόσωπος του γένους μας.

Ο Ιησούς, μέσω της ενσάρκωσης, είχε γίνει μέλος της ανθρώπινης οικογένειας. Γεννήθηκε ανάμεσα μας και αναπτύχθηκε, κάτω ακριβώς απ’ τις ίδιες συνθήκες με μας. Ο Ίδιος ονόμασε τον εαυτόν Του: «Ο υιός του ανθρώπου», που σημαίνει, με άρθρο, ο φυσιολογικός, ο τέλειος εκπρόσωπος του γένους μας.

Ήταν ο μόνος από μας που μπορούσε να λέγει: «Ποιος με ελέγχει για αμαρτία;» Η μόνη συνείδηση που δεν την βασάνισαν ποτέ η ενοχή και οι τύψεις. Η μόνη ανθρώπινη ζωή που ήταν, απ’ την αρχή της έως το τέλος της, μια ζωντανή καταδίκη της αμαρτίας, μια εκδήλωση αγιότητας, μια αδιάκοπη υπηρεσία προς το καλό. Ήταν το πιο όμορφο θέαμα που παρουσίασε ποτέ η γη, μια ζωή «εις οσμήν ευωδίας» για τον Θεό, όπως αναφέρει ο Λόγος Του.

Ένας από μας, τελείως φυσιολογικός, πορευόταν ακριβώς τον δρόμο που μας είχε χαράξει ο Θεός, σαν μας δημιούργησε. Ήταν η πρώτη ικανοποίηση που έδινε η ανθρώπινη οικογένεια στον Δημιουργό της, μετά την συνεχή αποστροφή και πόνο που Του δημιουργούσε.

Η ταύτιση Του με μας ήταν απόλυτη. Μέσω του ανεξιχνιάστου θαύματος της αγάπης, μπήκε Εκείνος μέσα στην φρίκη των αμαρτιών, τις οποίες καθημερινά έβλεπε γύρω Του, λες και ήταν Αυτός υπεύθυνος αυτουργός τους. Ανεγνώρισε ότι η αμαρτία ήταν κάτι το αφύσικο, κάτι που θα έπρεπε να σηκωθεί απ” το γένος μας.

Ήταν η πρώτη ανθρώπινη συνείδηση που είδε, έκρινε, και κατεδίκασε την αμαρτία, ακριβώς όπως την βλέπει, την κρίνει, και την καταδικάζει ο Θεός.

Τούτη η συνείδηση ήταν το σκηνικό που παίχτηκε όλο το δράμα, το μέρος όπου έγινε η ουσιαστική πράξη που έφερε την λύτρωση μας. Εξωτερικά εμείς είδαμε τον Γολγοθά, τον σταυρό, αλλά η ουσιαστική μάχη, που έφερε την νίκη, δόθηκε εκεί μέσα.

Εκεί μέσα στην συνείδηση Του, στην παρουσία του Θεού, έγινε απ” τον αντιπρόσωπο του ανθρωπίνου γένους επίσημα αποδοκιμασία της επανάστασης μας, της ανυπακοής μας, που τόσο ξεδιάντροπα παρελαύνει με καμάρι εμπρός στον κόσμο, και αμαυρώνει την Θεία δόξα. Εκεί αναγνωρίσθηκε, κρίθηκε και καταδικάστηκε η αμαρτία, όπως την κρίνει και την καταδικάζει ο Θεός. Εκεί αναγνωρίσθηκε ταπεινά, και έγινε αποδεκτός, ο θάνατος, σαν ο μισθός που πρέπει στην αμαρτία, (μιά αναγνώριση που επρόκειτο σε λίγο να επικυρωθεί από την συνείδηση μεγάλου μέρους της ανθρωπότητας, απ” όλους εμάς που πιστέψαμε στον Χριστό). Εκεί αναγνωρίσθηκαν, με όλον τον οφειλόμενο σεβασμό, οι απαιτήσεις της Θείας Δικαιοσύνης, και η επανόρθωση που της οφειλόταν.

Εδώ λύθηκε το βαθύτερο πρόβλημα της ανθρωπότητας, που είναι η ρίζα όλων των προβλημάτων της, το πρόβλημα της αμαρτίας.

Μια ιδέα του τι έγινε εκεί, μπορούμε να πάρωμε ακούγοντας προσεκτικά τα λόγια της κραυγής του Ιησού: «Θεέ μου Θεέ μου γιατί μ” εγκατέλειπες» (Ματθαίος ΚΖ46). Ηταν η στιγμή που γευόταν την φρίκη της εγκατάλειψης, στην οποίαν ο Θεός αφήνει τον αμαρτωλό. Ήταν ακριβώς η ώρα που ο Θεός, όπως λέγει στην Β” Κορ. Ε21, «τον είχε κάνει αμαρτία για μας, για χάρη μας».

Το ότι ήλθε η συμφιλίωση, και άλλαξε στην συνέχεια η διάθεση του Θεού απέναντι στον αμαρτωλό, φάνηκε απ” το γεγονός ότι Του χάρισε πάλι το πρόσωπο Του. Όχι πια «Θεέ μου», αλλά «Πατέρα«, «Πατέρα, στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου». Το εμπόδιο για την σωτηρία μας, η άγια αποστροφή του Θεού απέναντι μας, είχε παραμερισθεί.

Να ποιά είναι η βαθύτερη έννοια του δράματος, που παίχτηκε στον σταυρό. Τούτες οι ώρες του μαρτυρίου είναι μιά μοναδική στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι η στιγμή που το δημιούργημα αρχίζει να επιστρέφει πάλι στον Δημιουργό Του.

Εκεί στον σταυρό τιμωρήθηκε η αμαρτία της ανθρωπότητας, με την τέλεια συγκατάθεση αυτής της ιδίας. Εάν δεν δινόταν τούτη η συγκατάθεση, εκεί στον σταυρό δεν θα αποκαλυπτόταν, εμπρός στα μάτια όλου του Σύμπαντος, η Δικαιοσύνη του Θεού, αλλά η δύναμη Του να τιμωρεί. Ο σταυρός δεν θα αποκάλυπτε έναν Θεό δίκαιο, αλλά έναν Θεό αυταρχικό. Εκεί πάνω, το δίκηο της Δικαιοσύνης Του αναγνωρίσθηκε ελεύθερα και με όλον τον οφειλόμενον σεβασμό, από έναν μεν, αλλά γιά λογαριασμό όλων.

Αυτό θα πρέπει να το τονίσωμε: Η επανόρθωση που πραγματοποιήθηκε στον σταυρό δεν έγκειται στο απερίγραπτο πάθος, στον φρικιαστικό πόνο, στο αίμα που συνόδευαν αυτόν τον θάνατο. Δεν ήταν αυτά που άλλαξαν την καρδιά του Θεού απέναντι μας. Αυτά ήταν για μας έξω, να δούμε πόσο ο Θεός απεχθάνεται την αμαρτία, και πόσο αμείλικτη είναι η δικαιοσύνη Του. Η ουσία αυτής της επανόρθωσης βρίσκεται στην αδιαμαρτύρητη και απόλυτη υποταγή με την οποία Εκείνος υπέφερε αυτόν τον θάνατο, σαν κάτι που Του άξιζε.

Να γιατί και από μας ο Θεός δεν ζητά τον ίδιο πόνο, το αίμα μας, αλλά ζητά μόνον την ίδια εσωτερική καταδίκη γιά την αμαρτία.

Και έρχεται τώρα η επόμενη ερώτηση: Το έργο του Ιησού Χριστού, εδώ στην γη, ολοκληρώθηκε. Η τιμωρία επεβλήθηκε. Ο Ίδιος κρεμάστηκε αδιαμαρτύρητα. Στην συνέχεια ο Θεός Τον ανέστησε, σημάδι ότι το έργο Του έγινε αποδεκτό. Το χρέος είχε πληρωθεί, ο εγγυητής έπρεπε να βγει απ” την φυλακή. Φθάνει αυτό το έργο, από μόνο του, να φέρει την συμφιλίωση του Θεού με τον άνθρωπο; Αν όχι, τι χρειάζεται να κάνη το κάθε ανθρώπινο πλάσμα ξεχωριστά, εσύ και εγώ, για να μετέχει σ” αυτή την «εξιλέωση» του Θεού, να φύγει δηλαδή απ” την οργή Του, και να κουρνιάσει κάτω από την χάρη Του;

Διαβάζουμε το Ρωμαίους Γ25: «Ο Ιησούς Χριστός είναι το όργανο εξιλασμού διά του αίματος του, διά μέσου της πίστεως«. Και όταν όρισε στον Μωυσή να κρεμάσει το χάλκινο φίδι στο μέσον της πεδιάδας, του πρόσθεσε: «Και θα τους πεις Μωυσή, καθένας που θα δαγκωθεί και θα κυττάξει το χάλκινο φίδι, θα σωθεί«. Να το έργο του ανθρώπου, να η δική του συμμετοχή, η πίστη του. Τούτη η πίστη είναι εξ ίσου αναγκαία με την θυσία που έγινε. Χωρίς αυτή την πίστη, η θυσία χάνει την αποτελεσματικότητα της, και συμφιλίωση δεν έρχεται.

Με την πίστη στον σταυρωθέντα Ιησού ο αμαρτωλός: α) Κλείνει και την δική του προσωπική αμαρτία στην αμαρτία της ανθρωπότητας, που ο Χριστός φορτώθηκε επάνω Του γιά χάρη μας. β) Αναγνωρίζει, στην καταδίκη του σταυρού, την καταδίκη που αυτός ήταν άξιος να λάβει, και που ο Θεός τώρα παραιτείται από του να του την επιβάλλει.

Εκείνο που ο Θεός απαιτεί απ” το μέρος για να μας συγχωρήσει, δεν είναι να πληρώσουμε το χρέος μας, αλλά να το αναγνωρίσουμε. Γιατί απ” αυτή την αναγνώριση εξαρτάται και η ανόρθωση μας. Να δούμε την προσωπική μας αμαρτία όπως την είδε ο Ιησούς, με την ίδια αποδοκιμασία, όταν συγκατατέθηκε να γίνη Εκείνος αμαρτία για χάρη μας. Στα μάτια του Θεού, ο άνθρωπος που θα πάρει αυτή την θέση, είναι σαν να σταυρώνεται ο ίδιος.

Εμπρός σ” ένα τέτοιο πρόσωπο, που αναγνωρίζει το δίκαιο της τιμωρίας που ο Θεός έχει δικαίωμα να επιβάλλει επάνω του, η Δικαιοσύνη Του αφοπλίζεται, και η Αγάπη Του μπορεί τώρα να σκορπίσει τους θησαυρούς της συγνώμης. Και η Θεία Δικαιοσύνη μπορεί τώρα ν” αφοπλισθεί, γιατί έχει ικανοποιηθεί στον σταυρό του Χριστού. Ένας αμαρτωλός που φθάνει σ” αυτή την θέση, εάν συγχωρηθεί, θα είναι προς επανόρθωση του, και όχι προς καταστροφή του, όπως θα γινόταν εάν συγχωριόταν συνεχώς ο κακοποιός που δεν αναγνώριζε ποτέ το λάθος του.

Κάθε φορά που μια καρδιά εκείνο το «υπέρ αυτών» το κάνει «υπέρ εμού», «για μένα», «για χάρη μου», που σ” αυτό το «εκείνος για μένα», απαντά γεμάτη ευγνωμοσύνη «και εγώ γι” Αυτόν» (θα ζήσω), τούτη η καρδιά είναι πια για τον Θεό ο άσωτος που επέστρεψε. Το άταχτο και αμαρτωλό παιδί έχει κουρνιάσει στην αγκαλιά του Πατέρα, έχει βρει χάρη. Ηταν νεκρό και αναστήθηκε. Και είναι από δω και πέρα ο Πατέρας που θα σταθεί δίπλα του, να το βοηθήσει να προχωρήσει στον δρόμο, απ’ όπου το ξεστράτισε η αμαρτία

Το «γιά μένα», που σημαίνει «στην θέση μου», να το μεδούλι του Ευαγγελίου. Και ο Χριστός που με αντικατέστησε στον σταυρό, είναι ο μόνος που δικαιωματικά Του ανήκει να γίνει αντικαταστάτης μου και μέσ” στην καρδιά μου. Στο Β” Κορ. Ε14,15 θα μας πει: «Η αγάπη του Χριστού μας συσφίγγει. Έχομεν καταλήξει εις το συμπέρασμα ότι εάν ένας πέθανε δι” όλους, άρα επέθαναν όλοι. Και επέθανε δι” όλους ώστε εκείνοι που ζουν να μην ζουν πλέον διά τον εαυτόν τους, αλλά δι” εκείνον που επέθανε γι” αυτούς και αναστήθηκε».

Ο Ίδιος ο Ιησούς χρησιμοποίησε μια φράση που μας δίνει την ίδια εικόνα όταν είπε ότι, «Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να υπηρετηθή, αλλά δια να υπηρετήση, και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθαίος Κ28). Τα λύτρα πληρώνονται για τον κρατούμενο που θέλουμε να ελευθερώσουμε, για τον εγκληματία που θέλουμε ν” απαλλάξωμε απ” την ποινή.

Έγραφε ο Παύλος στους Κορινθίους, εξηγόντας τον τρόπο που τους πλησίασε στην αρχή: «Εγώ αδελφοί, όταν ήλθα σε σας, σας εκήρυξα την αλήθεια του Θεού, όχι με υπεροχήν λόγου ή σοφίας. Απεφάσισα να μη γνωρίζω τίποτα άλλο, όταν ήμουν μεταξύ σας, παρά τον Ιησούν Χριστόν και αυτόν εσταυρωμένον» (Α” Κορινθίους Β1,2). «Μπορεί», τους λέγει στο Α18,23 «ο λόγος του σταυρού να είναι για άλλους μωρία, για άλλους σκάνδαλο, αλλά για κείνους που σώζονται είναι η δύναμη απ” τον Θεό που τους σώζει».

Ποιοί είναι αυτοί που σώζονται; Είναι εκείνοι που στο πρόσωπο που ψυχοραγεί εκεί πάνω στον σταυρό, έχουν δει τον εαυτόν τους, έχουν δει τον κακούργο που του άξιζε ο θάνατος. Είναι εκείνοι που, σαν στάθηκαν απέναντι στον σταυρό, είπαν απ” την καρδιά τους: «Χριστέ, κατέβα από κει, αυτή η θέση είναι δική μου».

Από που, λοιπόν, μπορεί ο άνθρωπος να σύρει την δικαιοσύνη του; Απ” τον εαυτόν του; Απ” τα καλά του έργα; Απ” την ευλάβεια του; Όχι, την δικαιοσύνη του, την τακτοποίηση του με τον Θεό, την αποκομίζει ολοκληρωτικά απ” τον Χριστό. Απ” αυτό το πρόσωπο, στου οποίου την ανείπωτη αγάπη, οφείλει το ανθρώπινο γένος τούτη την αιώνια ευλογία.

 

3. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΟΥ ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΡΓΟ)

«Και έκαμεν εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων, δια να κατοικώσιν εφ’ όλου του προσώπου της γης, και διώρισε τους προδιατεταγμένους καιρούς, και τα οροθέσια της κατοικίας αυτών& δια να ζητώσι τον Κύριον, ίσως δυνηθώσι να ψηλαφήσωσιν αυτόν και να εύρωσιν& αν και δεν είναι μακράν από ενός εκάστου ημών& διότι εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και υπάρχομεν» (Πράξεις ΙΖ27,28). Η πρώτη, η μεγαλύτερη, η παγκόσμια αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο, είναι η Δημιουργία. Είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο τον έβαλε. Δεν θα έφθανε όμως αυτό. Του έδωσε και τον νουν, τον προίκισε και με την λογική, έτσι ώστε, μέσα απ’ αυτό το απέραντο, το θαυμάσιο έργο που έβλεπε ολόγυρα του, να φθάσει να γνωρίσει τον Δημιουργό του, αν το ήθελε.

Αλλά ο νους, η λογική του έχει χρησιμοποιήσει το φως της τόσο λάθος, ώστε αντί να βρει τον Θεό, έφτειαξε και λάτρεψε είδωλα στην θέση Του. Ο άνθρωπος βυθίστηκε στο σκοτάδι, και αντί να έρχεται κοντά στον Θεό, ξεπέφτει μακρυά Του. Χρειάστηκε τώρα ο Ίδιος ο Θεός να ψάξει και να βρει τον άνθρωπο.

Αλλά πώς να επικοινωνήσει μαζί του; Ο νους του είχε τελείως σκοτεινιάσει. Υπήρξε ανάγκη λοιπόν για τον Θεό να προσφύγει κάπου αλλού, σε μια τελείως διαφορετική ικανότητα του ανθρώπου, για να του αποκαλύψει το πρόσωπο Του, και τα σχέδια γι’ αυτόν. Μας λέγει στο Α’ Κορ. Α21: «Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας».

Μέσω της Δημιουργίας, που είναι η αποκάλυψη της σοφίας του Θεού, χρησιμοποιόντας τον νουν του, δεν μπόρεσε ο άνθρωπος να γνωρίσει τον Θεό. Ο Θεός εγκαταλείπει τώρα την σοφία, και αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, μ’ έναν τρόπο, που όχι μόνον δεν έχει τον χαρακτήρα της σοφίας, αλλά φαίνεται στον νου σαν μια ανοησία, ενόχληση, σκάνδαλο στην λογική& αποκαλύπτεται με το κήρυγμα ενός εσταυρωμένου: «Δια της μωρίας του κηρύγματος»!

Η ικανότητα του ανθρώπου στην οποία ο Θεός προσφεύγει τώρα, αντί για την λογική του, είναι η πίστη του. Εκείνο που τώρα ζητά, δεν είναι πλέον ο άνθρωπος να Τον ερευνήσει, αλλά να Του παραδώσει τον εαυτόν του με ένα συντετριμμένο πνεύμα, και μια καρδιά που πιστεύει.

Και συνεχίζει στο Α’ Κορ. Α22,23: «Επειδή και οι Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν».

Αντί μιας σειράς θαυμάτων, μιας σειράς πράξεων παντοδυναμίας, συνταρακτικών αποκαλύψεων, και ο,τιδήποτε άλλο θα μπορούσε, κατά την ανθρώπινη λογική, να συγκλονίσει και αναμορφώσει την ανθρωπότητα, τι προσφέρει το κήρυγμα του ευαγγελίου στον κόσμο; Έναν σταυρωμένο, ένα συμπυκνωμένο σύνολο αδυναμίας, παθημάτων, εξευτελισμού, και ακατανόητης μωρίας. Κάτι που βάζει τελείως στην άκρη την ανθρώπινη σοφία. Σκάνδαλο για τους Ιουδαίους, που συνέχεια ζητούσαν αποκαλύψεις δυνάμεως, θαύματα, μωρία για τους Έλληνες που ζητούσαν να τα γνωρίσουν όλα με την σοφία.

Ο Παύλος, κηρύττοντας το έργο του σταυρού, και θυμίζοντας στους Ιουδαίους τις προφητείες του Ησαϊα (ΚΘ14), και του Αββακούμ (Α5), τους τις μετέφερε με τούτα τα λόγια: «Ίδετε οι καταφρονηταί, και θαυμάσατε, και αφανίσθητε& διότι έργον εγώ εργάζομαι εν ταις ημέραις υμών, έργον εις το οποίον δεν θέλετε πιστεύσει, εάν τις διηγηθή εις εσάς» (Πράξεις ΙΓ41).

Α’ Κορ. Α24: «Αλλά σ’ εκείνους που είναι καλεσμένοι, Ιουδαίους και Έλληνες, (κηρύττομεν) Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν».

Τούτη Του την αποκάλυψη, μ’ έναν τέτοιο τρόπο σωτηρίας, τον είχε χρησιμοποιήσει ο Θεός μια μόνον φορά στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης, προοίμιο και σύμβολο του τι θα γινόταν τώρα. Ήταν τότε στην έρημο, που ο λαός Ισραήλ πορευόταν απ’ την Αίγυπτο προς την γη Χαναάν, την γη της υπόσχεσης. Κάποια αμαρτία είχε μπει στον λαό, κάποιο πνεύμα αποστασίας και γογγυσμού ενάντια στον Θεό, και τότε δηλητηριώδη φίδια άρχισαν να τους δαγκώνουν, και ο λαός επέθαινε. Γεμάτος αγωνία ο Μωυσής προσευχήθηκε, κι ο Θεός του είπε: Φτιάξε για τον εαυτόν σου ένα φλογερό φίδι και να το βάλεις επάνω σε ένα ξύλο. Και καθένας που θα δαγκωθεί, και κοιτάξει σ” αυτό, θα ζήσει.

Και ο Μωυσής έκανε ένα φίδι χάλκινο, και το έβαλε επάνω σε ένα ξύλο. Και αν φίδι δάγκωνε κάποιον, αυτός, κοιτάζοντας το χάλκινο φίδι, ζούσε.»

Και έτσι ο κάθε δαγκωμένος ερχόταν στο δίλημμα: Στους γιατρούς; Στα βότανα; Στα μέσα θεραπείας που η ανθρώπινη σοφία είχε εφεύρει, ή σ’ αυτό που έλεγε ο Θεός; Μα τούτο ήταν μωρία. Ένα κύτταγμα και θα ερχόταν η θεραπεία;

Χρόνια αργότερα, εκείνο το βράδυ που Τον επισκέφθηκε, ο Κύριος εξήγησε στον Νικόδημο τον τρόπο σωτηρίας που ο Θεός είχε ορίσει για το ανθρώπινο γένος, έναν τρόπο τόσο διαφορετικό από εκείνον που περίμενε ο Νικόδημος και οι Ιουδαίοι: «Όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο«, του λέγει, «έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου, ώστε καθένας που πιστεύει σ” Αυτόν να μη χαθεί, αλλά να έχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάννης Γ14,15).

Δηλαδή, θα πρέπει: α) Η αμαρτία να εκτεθεί δημόσια, κατανικημένη, και χωρίς δύναμη για το μέλλον. β) Τούτο δεν πρέπει να γίνει στο πρόσωπο ενός αμαρτωλού, όπως στο ξύλο ο Μωυσής δεν έπρεπε να κρεμμάσει κάποιο από τα φίδια, αλλά ένα χάλκινο ομοίωμα του. Αν γινόταν αυτό, θα διεκήρυττε την τιμωρία και την ήττα της αμαρτίας μόνον εκείνου του αμαρτωλού. Πρέπει να γίνει στο πρόσωπο ενός αγίου ανθρώπου, τελείως αναμάρτητου, έτσι που να μπορεί να σηκώσει επάνω του την αμαρτία ολοκλήρου του γένους, σαν εκπρόσωπος του. Λέγει ο Λόγος του Θεού στο Β” Κορ. Ε21: «Αυτόν που δεν γνώρισε αμαρτίαν τον έκανε για χάρη μας αμαρτία, δια να γείνωμεν εμείς δικαιοσύνη του Θεού δι” αυτού». γ)Χρειάζεται και κάτι εκ μέρους του ανθρώπου: «Και θα τους πεις Μωυσή, ο καθένας που θα δαγκωθεί, και κυττάξει στο φίδι, θα ζήσει«.

Έχετε ποτέ σκεφθεί, τι είχε κρεμασθεί πάνω σ” αυτό το ξύλο εκείνη την φοβερή Παρασκευή; Ήταν κάτι που η αγιότητα του Θεού είχε φρίξει, δεν μπορούσε να το βλέπει. Σαν ένοιωσε τούτη την αποστροφή του Θεού, Αυτός που το είχε φορτωθεί, φώναξε με αγωνία, «Θεέ μου Θεέ μου γιατί μ” εγκατέλειπες» (Ματθαίος ΚΖ46).

Ήταν κρεμασμένη η αμαρτία, η δική μου και η δική σου. Αυτή που μας αφαιρεί την ζωή. Ο τύραννος που μας δυναστεύει. Αυτός που έκανε τον Παύλο να κράξει με αγωνία: «Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ, ποιός θα μ” ελευθερώσει από το σώμα του θανάτου αυτού«. Αυτός, που, ενώ κάθε Κυριακή βράδυ, μετά από ένα Σαββατοκύριακο ασωτείας, παίρνεις την μεγάλη απόφαση να σταματήσεις πιά αυτή την ζωή, την Δευτέρα το πρωί σε οδηγεί να κάνεις πάλι τα ίδια.

Νάτην κρεμασμένη, νικημένη από τον Κύριο. Που την νίκησε; Αυτή με όλη της την δύναμη, και όλα τα μέσα που διέθετε, Τον απέτρεπε να ανέβει εκεί πάνω. Αυτός την νίκησε και ανέβηκε για να κάνει το θέλημα του Θεού.

Έχει πλέον νικηθεί, και οι σκλάβοι της μπορούν τώρα να ελευθερωθούν. Όταν έβγαλαν απ’ την μέση τον Σαντάμ Χουσσεϊν, όλοι οι φυλακισμένοι του ελευθερώθηκαν απ’ την εξουσία του. Στην φυλακή θα έμενε μόνον όποιος ήθελε να μείνει εκεί, γιατί την είχε συνηθίσει.

Τώρα μπορεί, όποιος το θέλει, να ελευθερωθεί απ’ αυτή, φθάνει να ρίξει μια ματιά πίστης στον σταυρό: «Σ’ ευχαριστώ Κύριε, εκεί πάνω πήρες και την δική μου αμαρτία, και εγώ τώρα είμαι ελεύθερος». Ίσως να μην το καταλαβαίνει στην αρχή, αλλά έτσι το όρισε ο Θεός, και κείνο που θέλει ο Θεός είναι η υπακοή μας.

Είναι όντως μωρία ο σταυρός; Όχι, είναι η βαθύτερη σοφία. Ο Κύριος είπε: . «Θα γνωρίσετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει«. Και την αλήθεια για την αμαρτία την γνωρίσαμε στον σταυρό. Μέχρι ν” αντικρύσουμε αυτόν τον σταυρό, την αμαρτία την βλέπαμε σαν μια μορφή ελευθερίας, ή σαν μια συγχωρητέα αδυναμία, σαν κάτι που δεν γίνεται χωρίς αυτό, αναγκαίο κακό, όπως θέλαμε να πιστεύουμε μερικές φορές. Της είχαμε φτειάξει και τραγούδι, «γλυκειά μου αμαρτία». Την στιγμή όμως που την αντικρύζουμε πάνω στον σταυρωμένο Χριστό, εκεί γνωρίζουμε το αληθινό της πρόσωπο, ένας κακούργος, ο δολοφόνος της ψυχής μας, καταδικασμένος και τιμωρημένος με θάνατο απ” την δικαιοσύνη του Θεού. Για να φθάσει να υποστεί ο Γιός του Θεού έναν τέτοιο θάνατο για την αμαρτία, σκεφθείτε πόσο κακό είναι η αμαρτία για την ζωή μας, πόσο αποτρόπαιο, βδελυρό για την αγιότητα του Θεού.

Το πρώτο όμως θανατηφόρο κτύπημα στην αμαρτία το δίνει η άγια ζωή του Ιησού. Τούτη η μοναδική ζωή, καθώς την γνωρίζει κάποιος, του δείχνει πόσο ακάθαρτη, πόσο αφύσικη είναι η ζωή που ζει αυτός, η ζωή στην αμαρτίας.

Σαν κάποιος γνωρίσει την αλήθεια, και καθώς βλέπει τον Χριστό σταυρωμένο, δεν μπορεί, παρά ν’ αναφωνήσει: «Κύττα τι μου άξιζε».

Η καρδιά τώρα που θα δεχθεί με ειλικρίνεια το έργο του Χριστού, είναι φυσικό επόμενο να θελήσει να διακόψει ριζικά την σχέση της με την αμαρτία, γιατί τούτο το έργο έγινε ακριβώς, γιά να καταστραφεί η αμαρτία, και να ελευθερωθούν οι σκλάβοι της. Είναι αδιανότητο να δέχεσαι το έργο του Χριστού, και να θέλεις μετά να συνεχίσεις στην αμαρτία, που ήταν η μόνη αιτία αυτού του μαρτυρικού θανάτου. Θα ήταν ένα έγκλημα χειρότερο και από εκείνων που σταύρωσαν τον Κύριο. Γράφει ο Παύλος στο Ρωμαίους ΣΤ1,2: «Θα επιμένωμεν εις την αμαρτίαν δια να πλεονάση η χάρις; Μη γένοιτο. Εμείς που επεθάναμε ως προς την αμαρτίαν, πως μπορούμε να ζούμε ακόμα μέσα σ” αυτήν;» Δεν μπορείς να πιστεύεις τον Χριστό σταυρωμένο για την αμαρτία, στην δική σου θέση, και συ να συνεχίζεις να κρατάς έστω και κάποια σχέση μαζί της. Αυτό σημαίνει, «πεθάναμε ως προς την αμαρτία». Κάποιος, πολύ σωστά είπε: «Ο σταυρός του Χριστού με καταδικάζει να είμαι άγιος».

«Πεθάναμε ως προς την αμαρτία», από την στιγμή που πιστεύσαμε στο λυτρωτικό έργο που έκανε στον σταυρό ο Χριστός για μας. Τι σημαίνει αυτό; Ότι από κείνη την στιγμή και μετά δεν ξανακάνουμε αμαρτία; Όχι, δεν είναι η αμαρτία που πέθανε, εμείς πεθάναμε ως προς αυτή. Η αμαρτία είναι εκεί, και πάντα αγωνίζεται να ξαναπάρει τα πράγματα στα χέρια της. Η διαφορά μας όμως από πριν: Τότε ήταν ο αφέντης μας, τώρα έχει γίνει ο εχθρός μας. Και αντιμέτωποι μ” έναν τέτοιο εχθρό, μπορεί να χάσουμε και κάποια μάχη.

«Πεθάναμε ως προς την αμαρτία» σημαίνει, την σιχαθήκαμε, την μισήσαμε, δεν την θέλουμε πιά στην ζωή μας, από τότε που είδαμε το πραγματικό της πρόσωπο στον σταυρό του Χριστού. Δεν θέλουμε πιά εκείνη την δύναμη της αποστασίας ενάντια στον Θεό που μας κυβερνούσε, εκείνο το πνεύμα που μας είχε στρέψει στους εαυτούς μας, εκείνον τον εγωκεντρικό, τον ατομιστή άνθρωπο μέσα μας που μας κυβερνούσε.

Με την αμαρτία οι σχέσεις δεν κόβονται προοδευτικά. Δεν είναι σαν εκείνους που αποφασίζουν, σήμερα θα καπνίσω 20, αύριο 10, μεθαύριο 5 τσιγάρα, και έτσι σιγά σιγά θα το κόψω. Για να διαρρήξουμε τις σχέσεις μας με την αμαρτία χρειάζεται μια οριστική, μια ριζική απόφαση, και ένα Θείο έργο να κατέχει από τώρα και στο εξής την ψυχή, και να παρεμβάλλεται μεταξύ της θέλησης του πιστού και της αμαρτίας. Είναι το έργο του σταυρού, που το έχω αγκαλιάσει με πίστη. Είναι αυτό, που όταν έρχεται ο πειρασμός για αμαρτία, αμέσως με οδηγεί στην σκέψη: «Πως μπορώ να κάνω την αμαρτία, όταν γι” αυτή πέθανε ο Χριστός!»

Με την αμαρτία τις σχέσεις μας τις διακόπτουμε οριστικά, ριζικά, εξ αρχής, άλλο αν στην πράξη απαλλασσόμεθα προοδευτικά απ” αυτόν τον θανατηφόρο σύντροφο μας. Αφού ο Χριστός πέθανε για την αμαρτία, πέθανα και εγώ για την αμαρτία. Αυτό σημαίνει πίστη στον Χριστό, αυτό σημαίνει «ακολουθώ τον Χριστό, μαζί Του στον θάνατο», αλλά όπως θα δούμε, «και στην ζωή Του».

Πόσο το είχε καταλάβει και το ζούσε ο Παύλος, όταν έγραφε στους Γαλάτας: «Εις εμέ δε μη γένοιτο να καυχηθώ για τίποτα άλλο παρά δια τον σταυρόν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δια του οποίου ο κόσμος είναι σταυρωμένος ως προς εμέ και εγώ ως προς τον κόσμο» (ΣΤ14).

Στο Ρωμαίους ΣΤ1, σχολιάζοντας την υποθετική ερώτηση που μπορεί να κάνουν οι πιστοί: «Θα επιμείνουμε στην αμαρτία για να περισεύσει η χάρις;», δίνει αμέσως τούτη την απάντηση: «Μη γένοιτο. Εμείς που επεθάναμε ως προς την αμαρτία, πως μπορούμε να ζούμε ακόμη σ” αυτήν;«. Μπορεί ένας νεκρός, που πέθανε και τον θάψανε, να επιστρέψει πάλι, και ν” αρχίσει την παλιά του ζωή; Έτσι είναι και με μας, είμαστε νεκροί ως προς την αμαρτία, και με το βάπτισμα μας, και θαμένοι. Όσο, βέβαια θέλουμε να μένουμε μαζί με τον Χριστό στον θάνατο Του. Όποια στιγμή σταματήσουμε να το θέλουμε, μπορούμε να φύγουμε αμέσως από κει, και ν” αρχίσουμε πάλι την παλιά ζωή, η οποία ποτέ δεν έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά μέσα μας.

Δικαιώθηκες με την θυσία του Χριστού για την αμαρτία; Άρα έχεις πεθάνει ως προς την αμαρτία. Τούτο είναι ένα γεγονός («επεθάναμε»). Δεν είναι απλά μια απόφαση, μια δέσμευση που πήραμε ενώπιον του Θεού ν” αποκηρύξουμε από δω και πέρα το κακό, την αμαρτία στη ζωή μας. Δεν είναι κάτι που «πρέπει να γίνει». Είναι κάτι που «ήδη είναι». Στην πραγματικότητα ο Χριστός πέθανε, και γω όμως με την πίστη μου ταυτίστηκα μαζί Του στον θάνατο ως προς την αμαρτία.

Πάλιν να το πούμε, η αμαρτία δεν πεθαίνει, δεν ξεριζώνεται ολοκληρωτικά απ” την καρδιά, εμείς κρατιόμαστε συνεχώς, ελεύθερα, με την θέληση μας, νεκροί ως προς αυτήν, λόγω του γεγονότος του θανάτου του Χριστού, που με την πίστη μας τον έχουμε κάνει και δικό μας θάνατο ως προς την αμαρτία.

«Πεθάναμε», λοιπόν, «ως προς την αμαρτία». Και στην συνέχεια: «Έχομεν ταφεί μαζί του δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον». Και ξέρουμε, όταν πεθαίνει και θάβεται κάποιος, δεν τον συνδέει πλέον τίποτα με την παλιά του ζωή, και με τα πιό αγαπητά του πρόσωπα και πράγματα. Σταματά κάθε σχέση. Έτσι και μεις, όταν πεθάνουμε μαζί με τον Χριστό, και βαπτισθούμε, κόβουμε κάθε σχέση με την προηγούμενη ζωή μας, την φυσική, αυτήν που την κυβερνούσε το πνεύμα του κόσμου.

Και γιατί πεθάναμε και θαφτήκαμε με το βάπτισμα; Για να μείνουμε εκεί, σε αδράνεια, στον τάφο; Όχι: «Εχομεν ταφή μαζί του δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ώστε όπως ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών με την δόξαν του Πατέρα, έτσι και μεις να ζήσωμεν μια νέα ζωή» (Ρωμαίους ΣΤ4). Πεθάναμε ως προς την αμαρτία, αποκηρύξαμε την ζωή της, μόνο και μόνο για να πάρουμε μια καινούργια ζωή. Μια ζωή τελείωσε για μας, μια καινούργια ζωή έχει αρχίσει. Ορόσημο ο σταυρός. Και αυτή η καινούργια ζωή είναι η εγγύηση ότι δεν θα γυρίσουμε πάλι πίσω στην παλιά ζωή της αμαρτίας.

Θα μας πει στο Ρωμαίους ΣΤ5: «Ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα».

Ο άνθρωπος που συμμετέχει στον θάνατο του Ιησού, δεν μπορεί παρά να συμμετέχει και στην ανάσταση Του. Όπως το Πνεύμα ανέστησε τον Ιησού, έτσι το Ίδιο Πνεύμα, πρώτα θ” αναγεννήσει τον άνθρωπο που συμμετέχει στον θάνατο του Ιησού, και κάποτε στον χρόνο θα του αναστήσει και το σώμα, ακριβώς όπως του Ιησού. Και από το άλλο μέρος, δεν μπορείς να έχεις μέρος στην αναστημένη ζωή του Χριστού, εάν πρώτα δεν πάρεις μέρος στον θάνατο Του.

Τούτο να το τονίσομε: Αν δεν σταυρωθεί ολοκληρωτικά ο παλαιός άνθρωπος που είναι μέσα μου, δεν γίνεται τίποτα, ματαιοπονώ στον αγώνα μου με την αμαρτία, η αναστημένη ζωή του Χριστού δεν έρχεται μέσα μου. Μόνον ο «παθών σαρκί πέπαυται αμαρτίας«, Α” Πέτρου Δ1. Ό,τι κρατήσεις απ” τον παλιό άνθρωπο, σχέδια του, όνειρα του, επιθυμίες του, μη νόμιμες, αλλά και νόμιμες, κρατάς και την αμαρτία που είναι κολημμένη επάνω του. Είναι θέμα χρόνου πλέον αυτή να σε κάνει, στην αρχή να γογγύζεις, να δυσανασχετείς, να σου φαίνεται βάρος το θέλημα του Θεού, και μετά να επαναστατήσεις ενάντια σ’ αυτό.

Τούτο να το προσέξομε: Δεν αρκεί να φέρομε στον σταυρό μεμονωμένες κακές μας πράξεις, χρειάζεται να ανεβάσομε εκεί όλο τον παλιό άνθρωπο, με τις επιθυμίες του, τα όνειρα του, τα σχέδια του, νόμιμα και μη, και τον κρατάμε συνεχώς εκεί, γιατί πάντα αυτός θέλει να κατέβει.

Στο Ρωμαίους ΣΤ6 μας δίνει τούτη την διευκρίνιση: «Τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία».

Σταυρώθηκε ο παλαιός μας ο άνθρωπος, το ατομιστικό «εγώ». Αυτός ήταν δούλος της αμαρτίας, και μέσω αυτού η αμαρτία έλεγχε και οδηγούσε το σώμα μας να κάνει το κακό, την γλώσσα να πει ψέμμα, τα χέρια ν’ αδικήσουν, τα πόδια να τρέξουν προς το κακό& έτσι αυτό είχε γίνει «το σώμα της αμαρτίας», ένα όργανο στα χέρια της αμαρτίας. Ο Θεός, στην θέση του παλιού ανθρώπου που σταυρώθηκε, κτίζει τώρα έναν καινούργιον άνθρωπο στην ομοιότητα του Χριστού. Τούτον τον άνθρωπο τον κυβερνά το Πνεύμα, και μέσω αυτού το Πνεύμα ελέγχει και οδηγεί το σώμα στην νέα του δραστηριότητα για το καλό. Το σώμα τώρα, από «σώμα αμαρτίας«, έχει γίνει «όργανο δικαιοσύνης».

Ο Ιησούς, απ” τα βάθη της ουράνιας κατοικίας Του, μεταδίδει τον εαυτόν Του στον άνθρωπο, που έχει οικειοποιηθεί τον θάνατο Του δια πίστεως, και έτσι γεμίζει με την άγια Του ζωή το κενό που δημιουργήθηκε μέσα του μετά την αποκήρυξη της παλαιάς ζωής του.

4. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΟΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ)

«Ήτο δε ως έκτη ώρα (12 μεσημέρι), και έγεινε σκότος εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης. Και εσκοτίσθη ο ήλιος. Και εσχίσθη εις το μέσον το καταπέτασμα του ναού» (Λουκάς ΚΓ44,45).

Ο Ματθαίος συμπληρώνει για κείνη την φοβερή ώρα: «Και ιδού, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο, από άνωθεν έως κάτω. Και η γη εσείσθη, και αι πέτραι εσείσθησαν. Και τα μνημεία ηνοίχθησαν, και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ανέστησαν…» (Ματθαίος ΚΗ51,52).

Ήταν Παρασκευή, η 14η του Εβραϊκού μήνα Νισσάν, τους έτους 33, εάν είναι σωστό το ημερολόγιο μας. Ημέρα που στήθηκε εκείνος ο σταυρός για τον Υιόν του Θεού, που είχε γίνει για μας Υιός ανθρώπου. Από τότε και μετά κάτι άλλαξε στην ανθρωπότητα. Μια καινούργια σελίδα είχε γυρίσει στην ιστορία της.

Τις επιπτώσεις του σταυρού να μελετήσουμε, στην συλλογική ζωή της ανθρωπότητας, στην ατομική μας ζωή, στην Δημιουργία όλη, αλλά και στην καρδιά του Ιδίου του Θεού.

Δυό μέρες πριν σταυρωθεί, το απόγευμα της Τετάρτης, λίγο μετά που συναντήθηκε με τους Έλληνες, ο Κύριος είχε ανανεώσει, ακόμα μια φορά την απόφαση Του, να προχωρήσει σε τούτον τον δρόμο της οδύνης, προκειμένου να υπηρετηθεί το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου. Τότε, σαν επιδοκιμασία για τούτη την απόφαση, σαν έκφραση ικανοποίησης, μίλησε ο Ίδιος ο Θεός με φωνή απ’ τον Ουρανό, και Τον άκουσαν όλοι που βρισκόταν εκεί γύρω. Εξηγόντας τούτη την φωνή, ο Κύριος περιέγραψε, με αυτά τα λόγια, τον αντίκτυπο τούτης της φοβερής ώρας, που σε λίγο άρχιζε:

Ιωάννης ΙΒ30-32: «Απεκρίθη Ιησούς και είπεν, Ου δι” εμέ η φωνή αύτη γέγονεν αλλά δι” υμάς. Νυν κρίσις εστίν του κόσμου τούτου, νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω. Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν».

Τούτη την ώρα, λέγει, γίνονται τρία πράγματα πάνω στην γη:

Α) «Νυν κρίσις εστίν του κόσμου τούτου». Κρίνεται όλος ο κόσμος, γίνεται ο διαχωρισμός του σε δύο, γίνεται η πλέον ριζική επανάσταση.

Β) «Νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω». Αποπέμπεται ο προηγούμενος αφέντης του.

Γ) Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν». Εμφανίζεται ο καινούργιος μονάρχης.

Όλα αυτά γίνονται «νυν». Να η βαρύτητα της παρούσης ώρας για την ανθρωπότητα.

Να τα πάρωμε ένα ένα:

Α) «Νυν κρίσις έστίν του κόσμου τούτου».

Ο σταυρός ήταν ο θρόνος που έστησε η ανθρωπότητα στον Υιό του Θεού, όταν Αυτός ήλθε να την επισκεφθεί. Είναι λοιπόν ο σταυρός που δείχνει το βάθος της εχθρότητας που έχει ο άνθρωπος στην καρδιά του για τον Θεό του. Και εάν σκεφθούμε ότι ο Κύριος ήταν η ενσάρκωση του καλού, εκείνο που σταύρωσαν ήταν το καλό, δείχνοντας έτσι πόσο δούλη είναι η καρδιά τους στο κακό. Τούτος ο σταυρός, λοιπόν, αποτελεί την βάση της κρίσης και της καταδίκης της ανθρωπότητας.

Αλλά ο Γολγοθάς, το θέατρο όπου η ανθρώπινη αμαρτία επέδειξε τον εαυτόν της όσο πουθενά αλλού, έγινε ταυτόχρονα το μέρος της πλέον εκπληκτικής αποκάλυψης της Θείας χάρης. «Όπου επερίσσευσεν η αμαρτία, εκεί υπερεπερίσσευσεν η χάρις», θα μας πει στο Ρωμαίους Ε20.

Τούτος ο σταυρός στάθηκε αιτία ν’ αρχίσει να γίνεται και ένα άλλο είδος κρίσης, ένας διαχωρισμός στην ανθρωπότητα. Περνόντας εμπρός στον σταυρό του Χριστού, ένα μέρος του ανθρωπίνου γένους βρίσκει σ’ αυτόν την σωτηρία τους μέσω πίστης, ενώ το άλλο μέρος, μέσω απιστίας, συμπληρώνει την καταδίκη του. Η τελική παγκόσμια κρίση θα είναι, απλά, η επικύρωση της κρίσης, που έχει ήδη αρχίσει, από τότε που στήθηκε αυτός ο σταυρός.

Στο Κολοσσαείς Β14 θα μας πει: «Εξαλείψας το καθ’ ημών χειρόγραφον συνιστάμενον εις διατάγματα, το οποίον ήτο εναντίον εις ημάς, και αφήρεσεν αυτό εκ του μέσου, προσηλώσας αυτό επί του σταυρού». Τούτο το χειρόγραφο, ένα γραμμάτιο με ανεκτέλεστα διατάγματα του νόμου, είναι και η βάση της καταδίκης του κάθε ενός μας. Για όσους δέχονται το λυτρωτικό Του έργο, το εξάλειψε, το αφαίρεσε απ’ την μέση, γι’ αυτούς δεν υπάρχει πλέον βάση για κατηγορία. Για τους άλλους μένει.

Ο σταυρός του Χριστού έχει μια μυστηριώδη δύναμη να ξεσκεπάζει τις καρδιές, να φανερώνει την ηθική κατάσταση του ανθρώπου. Παράδειγμα, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, τα δύο αυτά μέλη της Ιουδαϊκής αριστοκρατίας. Ο ατιμωτικός θάνατος του Ιησού, ενώ θα έπρεπε να τους είχε αποθαρρύνει, αντίθετα, κάνει να ξεσπάσει με δύναμη η λανθάνουσα πίστη τούτων των δύο, και να τους ελευθερώσει από κάθε ανθρώπινο φόβο. Να θυμήθηκε άραγε ο Νικόδημος, σαν Τον είδε να κρέμμεται στον σταυρό, το σύμβολο του χάλκινου φιδιού, όπως του το είχε ζωγραφίσει ο Κύριος εμπρός στα μάτια του την πρώτη φορά;

Κλασσικό παράδειγμα και οι δύο ληστές. Τους κρέμασαν και τους δύο σαν ληστές, ή σαν κακούργους. Ο σταυρός όμως απεκάλυψε την άβυσσο που χώριζε την καρδιά του ενός από αυτήν του άλλου.

Να αναφέρομε και τον Ιούδα, τούτο το τόσο τραγικό πρόσωπο. Θα έλεγε κάποιος, ότι σαν Τον είδε σταυρωμένο, θα ένοιωσε ότι δικαιώθηκε. Και όμως, αυτός ο σταυρός τον συνέτριψε, αποκαλύπτοντας στην συνείδηση του το μέγεθος της ενοχής του.

Κάποτε ο Κύριος είπε τούτα τα λόγια: «Πυρ ήλθον να βάλω εις την γην, και τι θέλω, εάν ήδη ανήφθη; Βάπτισμα δε έχω να βαπτισθώ, και πως στενοχωρούμαι εωσού εκτελεσθεί; Νομίζετε ότι ήλθον να δώσω ειρήνην εν τη γη; Ουχί, σας λέγω, αλλά διαχωρισμόν» (Λουκάς ΙΒ50,51).

Η φωτιά αυτή του χωρισμού είχε ανάψει, από τότε που άρχισε την δημόσια διακονία Του. Παντού όπου επήγαινε, ήταν σημείο αντιλεγόμενο. Το πρόσωπο Του χώριζε τους ανθρώπους. Τους μεν τους έφερνε κοντά Του, και τους συσπείρωνε γύρω Του, τους δε τους απομάκρυνε, και τους συσπείρωνε εναντίον Του. Αλλά τότε ακόμα αυτή η φωτιά ήταν μακρυά από του να γίνει φλόγα, πυρκαϊά, και ν” αγκαλιάσει όλη την γη. Εδώ χρειαζόταν κάτι ακόμα να γίνει. Κάτι που θ” αποκάλυπτε το θανάσιμο μίσος που υπάρχει στον κόσμο για τον Θεό. Και τούτο είναι που θα έφερνε την βαθειά διαίρεση μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, για την οποία μιλά στην συνέχεια, μια διαίρεση που θα έφτανε και μέσα στην ίδια την οικογένεια (Ματθαίος Ι 34-36). Ποιό είναι αυτό το γεγονός;

«Βάπτισμα έχω να βαπτισθώ και πόσο στενοχωρούμαι έως ότου γίνη!« (Εδ. 50). Είναι το βάπτισμα Του στον θάνατο, είναι ο σταυρός. Χωρίς τον σταυρό, η φωτιά που άναψε στην γη απ” την παρουσία του Χριστού θα σβυνόταν, και ο κόσμος σύντομα θα έπεφτε στην προηγουμένη του νάρκη. Ο σταυρός Του όμως είναι που κρατά αυτή την φλόγα αναμμένη. Από τότε, καθώς το Έργο του Σταυρού κηρύσσεται στους ανθρώπους, γίνεται ένας βαθύς χωρισμός, ο καθένας παίρνει μια από τις δύο θέσεις, του ληστή από δεξιά, ή του ληστή από αριστερά. Οι μεν αδιαφορούν, ή χλευάζουν, ή εναντιώνονται, οι δε αγγίζονται και συντρίβεται η καρδιά τους, αναγνωρίζοντας στον σταυρωμένο Χριστό το δικό τους πρόσωπο, που σ’ αυτό άξιζε τούτη η καταδίκη. Οι μεν ταυτίζονται με τον σταυρωμένον και βρίσκουν την σωτηρία τους, οι δε με τους άλλους κάτω που Τον σταύρωσαν, και επισημοποιούν την καταδίκη τους. Έτσι ο σταυρός γίνεται το μαχαίρι που φέρνει την διαίρεση στην ανθρωπότητα, και κρατά τούτη την φωτιά του διαχωρισμού συνεχώς αναμμένη.

Β) Ο αντίκτυπος του σταυρού πάνω στις δυνάμεις του σκότους: «Νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω». Η σταύρωση του Υιού του Θεού είναι η πλέον απεχθής πράξη, το πλέον αποτρόπαιο έγκλημα του Σατανά. Μέχρι τώρα προκαλούσε τον θάνατο ενόχων, εδώ προκάλεσε τον θάνατο του μόνου αθώου. Αυτό το έγκλημα βάζει τέλος στην μακροθυμία του Θεού προς αυτόν, και επομένως, στην εξουσία του πάνω στο ανθρώπινο γένος.

Όταν ολοκληρώθηκε το απολυτρωτικό έργο, άρχισε η έξωση του Διαβόλου. Η μια ψυχή μετά την άλλη απομακρύνεται από αυτόν. Τούτο θα συνεχισθεί μέχρι την τελική ημέρα. Τώρα συνεχίζει βέβαια ακόμα την δραστηριότητα του.

Στον σταυρό εκείνος που νικήθηκε είναι η αμαρτία, και όσοι την υποκινούν. Τούτο θα το καταλάβουμε, αν συλλογισθούμε τι είναι αμαρτία. Αμαρτία είναι η ανυπακοή στο Θείο θέλημα. Στον Σταυρό ενίκησε η υπακοή στο Θείο θέλημα. Εδώ τούτη η υπακοή έφθασε στο αποκορύφωμα της. Και δόθηκε μάχη για να φθάσει εκεί. Να θυμηθούμε την σκηνή στην Γεθσημανή, μα και τους χλευασμούς του κόσμου, και την εγκατάλειψη των δικών Του. Πιθανώς ο πειρασμός εδώ να ήταν: «Κύττα για ποιούς τα υφίστασαι όλα αυτά…» Και είχε την δύναμη να κατέβει από κει. Υπάκουσε όμως μέχρι θανάτου, και έτσι, «απεγύμνωσε δι” αυτού τας αρχάς και τας εξουσίας και τας διεπόμπευσε δημοσία, σύρων αυτάς εις την θριαμβευτικήν του πομπήν» (Κολοσσαείς Β15).

Γ) «Και όταν εγώ υψωθώ από την γην, θα ελκύσω όλους προς τον εαυτόν μου«. Στην εκθρόνιση του προηγουμένου άρχοντα, απαντά ο ερχομός του νέου άρχοντα του κόσμου, του Ιησού.

Η ύψωση Του στον θρόνο, έχει σαν πρώτο βήμα την ύψωση Του στον σταυρό. Από κει περνά ο δρόμος για τον ουράνιο θρόνο Του. Σταυρός και ανάληψη, να η ύψωση Του. Τούτα τα δύο μαζί ελευθερώνουν τον Ιησού απ” όλους τους γηίνους δεσμούς, και ειδικά από όλες τις εθνικές Του υποχρεώσεις προς τον Ισραήλ. Έτσι θα είναι σε θέση να επεκτείνει την δραστηριότητα Του πάνω σ” όλο τον κόσμο, να γίνει Κύριος όλων, «να ελκύσει όλους προς τον εαυτόν του», όπως απάντησε στους Έλληνες, στην αίτηση τους να έχουν κάποια επαφή μαζί Του, τότε που έφευγε απ’ τον Ναό, λίγο πριν συλληφθεί.

Να σημειώσουμε το που θα τους ελκύσει: «Προς εμαυτόν». Να το υπεργήινο κέντρο της Βασιλείας του Θεού. Γύρω απ’ το πρόσωπο Του θα συγκεντρωθεί ο νέος κόσμος, που θα γίνει ουράνιος σαν κι Αυτόν.

Έτσι προοδευτικά θα καταστραφεί το Βασίλειο του Σατανά, και θ’ απλώσει το Βασίλειο του Θεού, η Εκκλησία του Χριστού. Και όλα άρχισαν εκείνη την φοβερή Παρασκευή. Τι ημέρα ήταν κι αυτή για το ανθρώπινο γένος!!

Το Βασίλειο του Θεού, η Εκκλησία του Χριστού, είναι ο νέος κόσμος, που τα θεμέλια του τέθηκαν με το στήσιμο αυτού του σταυρού. Η φανέρωση της δικαιοσύνης του Θεού που δόθηκε στον κόσμο απ” τον σταυρό του Χριστού, μετά απ’ όλους αυτούς τους αιώνες που ανεχόταν ο Θεός την αμαρτία, θεμελίωσε μια νέα εποχή, και με την δυνατότητα της συγνώμης που τώρα υπάρχει, μπήκε η αρχή της ριζικής ανανέωσης της ανθρωπότητας.

Στον σταυρό γεννήθηκε ένας νέος κόσμος. Τούτος ο νέος κόσμος θ” αντικαταστήσει τον παλιό.

Ο θάνατος του Ιησού είναι στην πραγματικότητα η αρχή (ο κανόνας) του θανάτου για όλο το ανθρώπινο γένος. Με αυτόν όμως τον τρόπον γίνεται και το μέσον της παγκόσμιας ανανέωσης. Θα μας πει στο Β’ Κορ. Ε14-17: «Εάν εις απέθανεν υπέρ πάντων, άρα οι πάντες απέθανον. Και απέθανεν υπέρ πάντων, δια να μη ζώσι πλέον δι’ εαυτούς οι ζώντες, αλλά δια τον αποθανόντα και αναστάντα υπέρ αυτών…Όθεν εάν τις είναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα. Τα αρχαία παρήλθον, ιδού τα πάντα έγειναν νέα».

Τι είναι εκείνο που διαχωρίζει, σε τι διαφέρει ριζικά τούτος ο νέος κόσμος που ξεκίνησε εδώ, από τον παλαιό; Στην συνείδηση. Απ” την εποχή της πτώσης, στην ανθρωπότητα βασιλεύει μιά συνείδηση επαναστατική προς τον Θεό, που εξωτερικεύεται είτε με ανοικτή ανταρσία, είτε με εσωτερική υποκρισία. Τώρα όμως ξεκινά ο καινούργιος κόσμος, με μιά καινούργια συνείδηση. Ποιά είναι αυτή; Είναι η συνείδηση αυτού που έγινε απαρχή του, γενάρχης του, είναι η συνείδηση του Ιησού. Μιά συνείδηση που καταδικάζει την αμαρτία, όπως ο Ιησούς, όπως ο Θεός. Αν ρωτήσει κάποιος ποιό είναι το χαρακτηριστικό των μελών αυτής της νέας ανθρώπινης οικογένειας, των αληθινών πιστών του Χριστού, η απάντηση είναι: Τούτοι όλοι βλέπουν και καταδικάζουν την αμαρτία όπως Αυτός, έχουν την ίδια συνείδηση. Δεν υπάρχει άλλο χαρακτηριστικό, δεν μπορείς να τους ξεχωρίσεις διαφορετικά.

Όλοι εμείς που τώρα αποτελούμε την καινούργια ανθρωπότητα είμασταν δούλοι πριν στον κόσμο, στο πνεύμα του, στην γνώμη του, στις αξίες του, στις επιδιώξεις του. Και τον κόσμο ο μόνος που τον νίκησε είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, και τούτο για χάρη μας, για να μας ελευθερώσει απ’ αυτόν.

Πάλεψε αιματηρές μάχες μαζί του και τον νίκησε. Τον κατενίκησε πάνω ακριβώς σε κείνα τα δυο σημεία στα οποία ο κόσμος βασίζει την δύναμη του και δουλώνει τους ανθρώπους. Ποιά είναι αυτά; Ο φόβος και οι έλξεις του. Είδατε, τι εμποδίζει μια ψυχή να έλθει στον Χριστό; Ο φόβος, τι θα πει, πως θα του φερθεί ο κόσμος, και οι έλξεις, οι απολαύσεις, οι χαρές του κόσμου, που φοβάται οτι θα χάσει. Να θυμηθούμε τα λόγια Του, Ιωάννης ΙΣΤ33: «Αυτα σας τα ειπα, δια να εχετε ειρηνην μενοντες ενωμενοι μαζι μου. Εις τον κοσμον θα εχετε θλιψιν, αλλα εχετε θαρρος, εγω εχω νικησει τον κοσμον.»

Ερώτηση: Ποιό είναι το μνημείο αυτής της ηθικής νίκης πάνω στον κόσμο, που θα στέκει στους αιώνας των αιώνων;

Απάντηση: Ο σταυρός του Κυρίου. Να θυμηθούμε το Εβραίους ΙΒ2, «…ο οποιος υπεμεινε σταυρον, περιφρονησας την αισχυνην…» Τι σημαίνει ο σταυρός του Ιησού; Σημαινει, «Κόσμε περιφρονώ την ντροπή που συ βάζεις στις καρδιές, και δεν με πειράζει να κρεμασθώ σαν κακούργος γυμνός στα μάτια σου. Αψηφώ τον φόβο σου, περιφρονώ τις απολαύσεις και τα μεγαλεία σου, και ανεβαίνω εδώ πάνω για να κάνω το θέλημα του Θεού». Τούτη την ομολογία κάνει κατά βάθος κάθε καρδιά που δέχεται να συσταυρωθεί δια πίστεως με τον Ιησού Χριστό. Να λοιπόν η πλήρης ήττα του κόσμου, του φρονήματος εκείνου που δουλώνει τους ανθρώπους, και τους κάνει εχθρούς του Θεού, οδηγόντας τους έτσι στην αιώνια απώλεια. Και τούτη η νίκη μεταβιβάζεται από τότε σε όποιον πιστέψει στον Ιησού Χριστό.

Τα λόγια του Κυρίου θα μπορούσαμε να τ” αποδώσουμε και κάπως έτσι: «Εχετε θάρρος. όσο μένετε ενωμένοι μαζί μου, ούτε ο φόβος, ούτε η ντροπή, ούτε τα θέλγητρα του κόσμου θα μπορέσουν ποτέ να σας νικήσουν, γιατί εγω έχω νικήσει τον κόσμον.»

Με τον σταυρό, λοιπόν, του Χριστού ξεκίνησε ένας καινούργιος κόσμος, μια καινούργια δημιουργία.

Ο σταυρός είναι ο δεσμός, το σημείο ένωσης μεταξύ α και β δημιουργίας. Είναι το κέντρο της ιστορίας του κόσμου.

Ο καινούργιος κόσμος που ξεκινά απ’ τον σταυρό, παίρνει υλικό και το μεταμορφώνει απ’ τον παλιό κόσμο, χωρίς καμμία διάκριση. Στον σταυρό καταργήθηκε κάθε διαίρεση, κάθε χώρισμα στην γη, αλλά και αυτό που υπήρχε μεταξύ γης και ουρανού. Διαβάζομε στο Εφεσίους Β13-16: «Αλλά τώρα δια του Ιησού Χριστού σεις, που κάποτε είσαστε μακρυά, ήλθατε πλησίον δια του αίματος του Χριστού. Διότι αυτός είναι η ειρήνη μας, ο οποίος συνήνωσε τα δύο μέρη, και κατέρριψε το μεσότοιχον του φραγμού, δηλαδή, την έχθραν, καταργήσας δια της σαρκός του τον νόμον των εντολών που συνίστατο εις διαταγάς, δια να δημιουργήση εις τον εαυτόν του, από τα δύο μέρη, ένα νέον άνθρωπον, και να φέρη ειρήνην και να συμφιλιώση με τον Θεόν και τα δύο μέρη εις ένα σώμα δια του σταυρού, δια του οποίου εθανάτωσε την έχθρα

Ο νόμος που τους είχε δώσει ο Θεός μετά την απελευθέρωση τους απ’ την Αίγυπτο, απηγόρευε την επικοινωνία των Ιουδαίων με τους Εθνικούς, υψώνοντας έτσι ένα τείχος ανάμεσα τους, και χωρίζοντας την ανθρωπότητα στα δύο. Από το άλλο μέρος, γι’ αυτούς τους ιδίους, ο νόμος έγινε ένα γραμμάτιο, ένα χρεώγραφο ανεξόφλητο, επειδή δεν μπορούσαν να τον υπακούουν. Έτσι ο νόμος έστησε έχθρα, έφερε χώρισμα και μεταξύ του Θεού και του λαού Του. Χώρισμα, λοιπόν, μεταξύ γης και ουρανού, χώρισμα και μεταξύ των ανθρώπων. Τούτο το χώρισμα σηκώθηκε με το έργο του σταυρού. Θα μας πει στο Ρωμαίους Γ22: «Δικαιοσύνη δε του Θεού, δια πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας»

Αυτός είναι ο αντίκτυπος του σταυρού του Χριστού στα δημιουργήματα. Αλλά έναν βαθύ αντίκτυπο είχε και στον Ίδιο τον Δημιουργό τους.

Εκεί, σε κείνον τον σταυρό έγινε μια συνάντηση. Συναντήθηκε η αγιότητα του Θεού με την αμαρτία του ανθρώπου, που τον εκπροσωπούσε ο Ιησούς. Εκεί ο Ιησούς, σαν αντιπρόσωπος μας, έκρινε και καταδίκασε την αμαρτία, όπως ο Θεός, και ανεγνώρισε ότι η ποινή της ήταν μία, ο θάνατος, τον οποίον και δέχθηκε να υποστεί για χάρη μας.

Εκεί σ” αυτή την συνάντηση, και με τα όσα έγιναν εκεί, άλλαξε η καρδιά, η διάθεση του Θεού απέναντι μας. Εκεί ο Θεός «εξιλεώθηκε«, εξευμενίστηκε, γιά να χρησιμοποιήσουμε τον βιβλικό όρο. Εκεί έφυγε το εμπόδιο, που εμπόδιζε την αγάπη Του να ξεχυθεί επάνω μας.

Πρώτα, με πληγωμένη την καρδιά απ” την αμαρτία μας, γιατί τι είναι η αμαρτία, παρά προσβολή στην αγιότητα Του, μας σπλαχνιζόταν, μας αγαπούσε με το είδος εκείνο της αγάπης που αγαπάμε και μεις έναν δυστυχισμένο μας συνάνθρωπο. Τούτη άλλωστε η αγάπη Τον ώθησε να ενεργήσει γιά την σωτηρία μας.

Δεν είναι η ίδια αγάπη που αγαπά τώρα τούτον τον καινούργιο κόσμο, που ξεκίνησε με τον Χριστό σαν γενάρχη. Τώρα, γεμάτος ικανοποίηση, καθώς βλέπει το δημιούργημα Του να πραγματοποιεί το αγαθό, βρίσκει χαρά στο να δίνει, να συνεργάζεται μαζί του, γιά την πρόοδο του. Τούτη η αγάπη ξεχύνεται τώρα χωρίς εμπόδιο – το εμπόδιο ήταν η αμαρτία, αγκαλιάζει το δημιούργημα, και το οδηγεί σε πλήρη ταύτιση μαζί Του, σε απόλυτη συμμετοχή στην δική Του ζωή, που είναι και το ύψιστο αγαθό, ο τελικός σκοπός της ανθρωπίνης ύπαρξης. Πρώτο και μέγιστο δώρο αυτής της νέας αγάπης Του προς τον άνθρωπο, το Άγιο Πνεύμα, που το μοιράζεται πλέον μαζί μας. Στην θέση της οργής που πρώτα υπήρχε απέναντι μας, τώρα υπάρχει μιά σχέση επικοινωνίας, γεμάτη τρυφερότητα. Δεν είναι τώρα πλέον έλεος και συμπόνοια, είναι η αγάπη ενός πατέρα προς τον γυιό του.

Τι ακριβώς έγινε στην καρδιά του Θεού, και στις σχέσεις μας μαζί Του, μας βοηθά να το καταλάβουμε η παραβολή του ασώτου. Η ηθική μεταστροφή τούτου του παιδιού, έφερε και την αλλαγή στην καρδιά του πατέρα. Σαν επαναστάτησε τούτο το παιδί, πόνος, δίκαιη οργή πλημμύρισαν την πατρική καρδιά. Σαν επέστρεψε μετανοιωμένο, ένα άλλο είδος αγάπης άρχισε τώρα να την δονεί. Γεμάτος χαρά, βαθειά ικανοποιημένος, ανακουφισμένος ο πατέρας, στέκεται τώρα δίπλα του να του δώσει, να τον βοηθήσει, να τον υψώσει, εκεί που πάντα ονειρευόταν γι” αυτόν. Όπως είπε και κάποιος, «Η Θεία αγάπη αποκαλύπτει τον εαυτόν της στο δώρο του Υιού, ώστε να είναι σε θέση μετά να ξεχυθεί στην καρδιά με το δώρο του Πνεύματος».

Αυτό τον αντίκτυπο έχει στην καρδιά του Θεού, εάν κάποιος αποκηρύξει την αμαρτία όπως ο Ιησούς, εάν συσταυρωθεί μαζί Του.

5. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ)

Ρωμαίους Γ22-24. «Τον οποίον (Χριστόν) ο Θεός προόρισε να είναι, δια μέσου της πίστεως, το όργανον εξιλασμού δια του αίματος του, και τούτο δια να φανή η δικαιοσύνη του Θεού (εις ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού), επειδή είχε παραβλέψει τις αμαρτίες του παρελθόντος, εις την περίοδον της ανοχής του, δια να φανή η δικαιοσύνη του εις τον παρόντα καιρόν, ώστε να είναι δίκαιος και συγχρόνως να δικαιώνη εκείνον που πιστεύει εις τον Ιησούν».

Όταν ο Θεός δικαιώνει κάποιον, όταν τον διακηρύσσει δίκαιο, θεωρεί ότι αυτός ο άνθρωπος ποτέ του δεν έχει κάνει το κακό, και ποτέ του δεν έχει παραλείψει το καλό που όφειλε να κάνει. Αυτός ο άνθρωπος είναι πέρα για πέρα καθαρός στα μάτια του Θεού. Και τούτο το δώρο της δικαίωσης ο Θεός το κάνει στον καθένα που θα πιστέψει στο λυτρωτικό έργο του Χριστού, «εις πάντας, και επί πάντας τους πιστεύοντας».

Αλλά καθώς ακούγεται τούτη η διακήρυξη του Θεού, γραπτή μέσα στον Λόγο Του, ίσως σε κάποιον να γεννιέται η σκέψη, μήπως είναι υπερβολική, μήπως είναι αυθαίρετη; Ετσι απλά, με μόνον την πίστη; Χωρίς τίποτα άλλο; Χωρίς καμμία προσφορά, χωρίς καμμία προσπάθεια εκ μερους του ανθρώπου;

Εάν τα δεις τα πράγματα βαθειά, εάν δεις το έργο του σταυρού στην ουσία του, τότε θα καταλάβεις ότι, όχι, δεν είναι καθόλου αυθαίρετη τούτη η δικαίωση. Εάν ο Θεός αναγνωρίζει ήδη από τώρα δίκαιο τον αμαρτωλό, που δέχεται γιά τον εαυτόν του το λυτρωτικό έργο του Χριστού, είναι γιατί πίσω απ’ αυτή την αποδοχή βλέπει στην καρδιά του αμαρτωλού την βαθειά του επιθυμία για μια ζωή χωρίς αμαρτία, για την ζωή της αγιότητας. Η επιθυμία για μια τέτοια ζωή, και η αδυναμία σου να την πραγματοποιήσεις, μόνον αυτή σε οδηγεί να αποδεχθείς το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Υπάρχει, λοιπόν, εκεί μέσα, σε τούτη την αποδοχή, σε τούτη την πίστη, ο σπόρος της τέλειας δικαιοσύνης, που με την βοήθεια του Θεού, και την ολόψυχη συμμετοχή του ανθρώπου, σίγουρα θα βλαστήσει, και θα φέρει τον καρπό του μέσα σ” αυτόν τον τελευταίο. Όταν προσλαμβάνεσαι σε κάποια εταιρεία, με το που υπογράφεις την συμφωνία, σε θεωρούν από κείνη την ίδια την στιγμή μέλος τους, με όλα τα δικαιώματα που απορέουν απ’ αυτή την θέση. Γιατί στα δίνουν όλα αυτά με μιας; Γιατί σ’ αυτή την συμφωνία δεν βλέπουν πλέον τον σημερινόν άγνωστο, αλλά το μελλοντικό όργανο που θα εργασθεί με όλη του την καρδιά γιά τους σκοπούς της εταιρείας.

Να το ξαναπούμε: Η αποδοχή και μόνον του λυτρωτικού έργου του Χριστού, φανερώνει τον πόθο της καρδιάς γιά αγιότητα. Να γιατί ο Θεός, ήδη απ” την στιγμή που θα το δεχθεί ο άνθρωπος, τον διακηρύττει αμέσως δίκαιο, που σημαίνει, δεν θυμάται πλέον τις αμαρτίες του.

Τούτος ο άνθρωπος είναι κατάλληλος πλέον να πάρει το Πνεύμα του Θεού, γιατί το εμπόδιο της αμαρτίας έχει φύγει απ’ την μέση. Και ο Θεός του Το στέλνει. Και με το Πνεύμα Του τον βοηθά να κάνει τούτον τον πόθο πράξη και ζωή την κάθε ημέρα. Τούτος ο πόθος είναι που οδηγεί τον άνθρωπο σε υποταγή στο Άγιο Πνεύμα.

Και έτσι αρχίζει το σχολείο του αγιασμού, ο δάσκαλος και ο μαθητής. Η εγγραφή δωρεάν, χωρίς εξετάσεις. Είναι η πρώτη δικαίωση, βάσει του έργου του σταυρού, που μας βάζει στον δρόμο προς την δόξα, εκεί απ’ όπου ξέπεσε όλος ο κόσμος με την πτώση του Αδάμ. Η κατάσταση της δόξας δεν επιβάλλεται, κατακτάται από τον άνθρωπο σαν τούτος βοηθηθεί απ’ τον Θεό. Ποια είναι αυτή η δόξα; Η εικόνα του Χριστού μέσα σε μας, η αγιότητα η δική Του μέσα μας. Ο Θεός μας διεκήρυξε δικαίους, αγίους, γιά να γίνουμε τέτοιοι και στην πράξη.

Να διευκρινίσουμε καλά τα πράγματα:

Η δικαίωση, η απελευθέρωση απ’ την αμαρτία που παίρνει ο άνθρωπος που θα πιστέψει το έργο του σταυρού, είναι, πέρα για πέρα, δώρο, χάρη απ’ τον Θεό.

Γιά να πάρεις αυτή την πρώτη, την θεμελιακή χάρη, την άφεση των αμαρτιών, δεν απαιτείται τίποτα άλλο, παρά μόνον η πίστη. Ν” απλώσει ο άνθρωπος το χέρι της καρδιάς, να πάρει το δώρο που του προσφέρει ο Θεός. Ευθύς όμως ως η άπειρη τούτη χάρη γίνει αποδεκτή απ” τον άνθρωπο, του γεννά αμέσως μιά υποχρέωση, βάζει επάνω του μιά ευθύνη. Ποιά είναι αυτή; Η δουλειά γιά τον αγιασμό του. Να ανακαινίσει την ζωή του κατά το πρότυπο της ζωής του Χριστού. Αυτό είναι το έργο, γιά το οποίο μιά μέρα ο πιστός θα κριθεί.

Σαν ενωθεί ο άνθρωπος με τον Θεόν, σαν παύσει να είναι κάτω από καταδίκη, και αρχίζει να κολυμπά μέσα στα ιαματικά νερά της χάρης, τότε αρχίζει ν” αντλεί το καλό απ” την πηγή του, και να γίνεται και ο ίδιος καλός. Είναι το έργο του αγιασμού μέσα του, που ακολουθεί αμέσως μετά την συμφιλίωση του με τον Θεό. Τώρα μπορεί να γίνει πραγματικά καλός. Πρώτα μάταια προσπαθούσε, αν προσπαθούσε, να το πετύχει με τις δικές του δυνάμεις. Είναι το άγριο δένδρο, που τώρα κεντρώθηκε και έγινε ήμερο. Η εκ γενετής διεστραμμένη φύση, που τώρα αναγεννήθηκε.

Η δικαίωση με την πίστη στο λυτρωτικό έργο του Χριστού δεν είναι παρά η πόρτα, που μπαίνουμε στον δρόμο της αγιότητας, που οδηγεί στην τελική σωτηρία, τότε την ημέρα της κρίσης. Είναι τότε που θα εξακριβωθεί η αγιότητα που πραγματοποιήσαμε, και θα μας δοθεί η δεύτερη, η οριστική δικαίωση, που θα μας εισαγάγει στην δόξα. Δεν αρκεί να γραφεί ο φοιτητής στο Πανεπιστήμιο, χρειάζεται και να το βγάλει. Θα μας πει στο Εβραίους Ι19: «Λοιπόν, αδελφοί, το αίμα του Ιησού μας δίνει θάρρος να μπούμε εις τα Άγια των αγίων από έναν νέον και ζωντανό δρόμο».

Είναι ολέθριο λάθος να νομίζουμε ότι, άπαξ και επιτεύχθηκε η συγνώμη και η ειρήνη με τον Θεό, τέλειωσαν όλα εκεί, και ότι η σωτηρία, με αυτό και μόνο, γίνηκε τέλεια. Η συγχώρηση είναι η εγχείρηση που αφαιρεί τον όγκο. Χρειάζεται όμως μετά και η ανάρρωση, γιά να έλθει η πλήρης υγεία. Εάν ο Θεός κρίνει καλό ν” ανακηρύξει δίκαιο τον άνθρωπο που πιστεύει στο εργο του σταυρού, το κάνει γιά να μπορεί τώρα να σταθεί μαζί του, μιά και έφυγε η αμαρτία που τους χώριζε, και έτσι, στεκόμενος δίπλα του, και βοηθόντας τον, να τον επαναφέρει στην αγιότητα. Η δικαιοσύνη που ο Θεός καταλογίζει στον πιστό πρέπει να καταστεί βαθμιαία η πραγματική και προσωπική του ιδιότητα. Και καθώς προχωρά και ολοκληρώνεται ο αγιασμός του, η ειρήνη με τον Θεό, η χάρη Του, γίνεται οριστική, αμετάθετη πάνω του. Διαφορετικά, αν δεν προχωρήσει στον δρόμο του αγιασμού, κάποια στιγμή τούτη η χάρη θα ανακληθεί απ” αυτόν. Δικαιονόμαστε λοιπόν γιά έναν λόγο, γιά ν” αγιαστούμε. Πιστεύσαμε στον Χριστό σταυρωμένο, μόνον και μόνον γιά να Τον ζήσουμε και αναστημένον.

Ερχόμενοι τώρα στην καθημερινή, την πρακτική ζωή, θα πρέπει να πούμε τούτο όσον αφορά το θέμα του αγιασμού: Ένας που θα γνωρίσει και θ” αγγιχτεί απ” αυτό το έργο, δεν μπορεί παρά να καταδικάζει την αμαρτία, όπως την κατεδίκασε ο Ιησούς. Όταν έρχεται ο πειρασμός, η σκέψη, «να κάνω τούτη την αμαρτία; Μα γι’ αυτή τα υπέφερε όλα αυτά ο Χριστός», αυτή είναι που τον κρατά μακρυά της, και δημιουργεί σιγά σιγά μέσα στην ψυχή, καθώς η πίστη της αγκαλιάζει αυτό το έργο, μιά ανυπέρβλητη αντιπάθεια γιά την αμαρτία, την αμαρτία που τόσο οδυνηρά εξιλεώθηκε απ” τον Χριστό.

Έτσι, γνωρίζοντας και αγκαλιάζοντας με πίστη το έργο του Ιησού, ξεσηκώνεται από μόνη της μέσ” την καρδιά μιά δύναμη, ένας πόθος προς το «καλό», και μιά βαθειά αντιπάθεια προς το κακό. Η θέα του σταυρού δεν μπορεί παρά να κάνει την ψυχή που αφυπνίσθηκε να «σταυρωθεί μαζί με τον Χριστό», «να βαπτισθεί στον θάνατο του Χριστού«, γιά να χρησιμοποιήσουμε την Βιβλική έκφραση (Γαλάτας Β19, Ρωμαίους ΣΤ3). Τον αντίκτυπο τούτον είχε αισθανθεί εκείνος ο ημιάγριος Αφρικανός που κραύγασε: «Ο σταυρός του Χριστού με καταδικάζει να είμαι άγιος».

Να έχει άραγε τελειώσει το έργο της εξιλέωσης με τον σταυρικό θάνατο του Ιησού; Όχι. Αναστημένος τώρα πιά, εκεί στην δόξα Του, το συνεχίζει με το να μεσολαβεί γιά χάρη μας ενώπιον του Θεού. Θα μας πει στο Ρωμαίους Η34: «Ο Χριστός είναι εκείνος που επέθανε, και ακόμη περισσότερον, αναστήθηκε, ο οποίος είναι εις τα δεξιά του Θεού, ο οποίος και μεσιτεύει γιά μας«. Και στο Α” Ιωάννη Β1: «Εάν κανείς αμαρτήσει, (οπότε διακόπτεται η σύνδεση με τον Πατέρα, και οι προσευχές Του δεν φθάνουν πιά στον θρόνο Του, και μέχρις ότου τακτοποιηθεί), έχομεν Παράκλητον προς τον Πατέρα τον Ιησούν Χριστόν, τον Δίκαιον. Αυτός είναι ιλασμός των αμαρτιών μας, και όχι μόνον των δικών μας, αλλά και όλου του κόσμου». Και στο Εβραίους Ζ25: «Διά τούτο και δύναται να σώζη γιά πάντα εκείνους που προσέρχονται δι” αυτού εις τον Θεόν, διότι ζη πάντοτε διά να μεσιτεύη υπέρ αυτών». Τούτη η ουράνια μεσιτεία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η προέκταση και η συνέχεια του έργου της εξιλέωσης που άρχισε εδώ κάτω.

Μένει τώρα ένα ακόμα ερώτημα στην μελέτη μας πάνω στο έργο του σταυρού: Πως θ” αποκατασταθεί η θιγείσα αγιότητα του Θεού, αφού δεν δέχονται όλοι το εξιλεωτικό έργο του σταυρού;

Η αποκατάσταση της θιγείσας αγιότητας του Θεού δεν γίνεται μόνον από την εξιλέωση, αλλά και από την κρίση. Η εξιλέωση είναι η επανόρθωση που προσφέρεται ελεύθερα από την πιστή ανθρωπότητα. Η κρίση είναι η ικανοποίηση που ο Θεός παίρνει απ” το μέρος εκείνο της ανθρωπότητας, που Του έχει αρνηθεί αυτή την επανόρθωση. Και η μία όμως ενέργεια, και η άλλη, θα πρέπει να γίνουν θεληματικά. Θα πρέπει η ίδια η ανθρωπότητα να αποκαταστήσει από μόνη της ελεύθερα, αυτό που η ίδια προσέβαλε. Εάν το επέβαλε ο Θεός δυναμικά, η προσβολή θα παρέμενε. Άνθρωπος έκανε την προσβολή, άνθρωπος έπρεπε ελεύθερα, αβίαστα να την αποκαταστήσει.

Σε τούτο το έργο της αποκατάστασης ηγήθηκε ο Ιησούς Χριστός. Γι” αυτό και έγινε άνθρωπος. Γι” αυτό και την «κρίση όλη» ο Θεός την έδωσε σε άνθρωπο, όχι, π.χ. σε άγγελο (Ιωάννης Ε22). Στο Ιωάννης Ε27 ο Κύριος το επεξηγεί με σαφήνεια: «Και εξουσίαν έδωκεν αυτώ και κρίσιν ποιείν, ότι Υιός ανθρώπου εστι«, δηλαδή, Του έδωσε όλη την κρίση, μόνον και μόνον γιατί είναι άνθρωπος.

Εάν με προσβάλλει μια οικογένεια, θα περιμένω οι ίδιοι να έλθουν να μου ζητήσουν συγνώμη. Όσα από τα μέλη της δεν θελήσουν, και επιμένουν στην προσβολή, θα περιμένω οι ίδιοι, που μου ζήτησαν συγνώμη, να τα κρίνουν – τότε θ” αποκατασταθεί πλήρως η προσβολή. Είναι αυτό που έκανε η Αβιγαία, σαν ο άνδρας της ο Νάβαλ προσέβαλε τον Δαυίδ (Α” Σαμουήλ ΚΕ). Πήγε εσπευσμένα και βρήκε τον Δαυϊδ, που ήταν έτοιμος να φέρει το κακό στο σπίτι της. Εκεί ζήτησε συγνώμη, και μόνη της έκρινε και κατεδίκασε τον άνδρα της, που δεν θέλησε ο ίδιος ν” αποκαταστήσει την προσβολή που έκανε στον Δαυίδ, με τούτα τα λόγια: «Οι εχθροί σου, και οι ζητούντες κακόν εις τον κύριον μου, ας είναι ως ο Νάβαλ«. Έτσι, κρίνοντας και καταδικάζοντας η ίδια τον άνδρα της, απεκατέστησε αυτή, ως αντιπρόσωπος της οικογενείας της, την προσβληθείσα τιμή του Δαυίδ. Και ο Δαυίδ εξιλεώθηκε, το δέχτηκε, και δεν αποκατέστησε την προσβολή δυναμικά, κάτι που θα είχε κακές συνέπειες για τον ίδιο, όπως του το επεσήμανε και η Αβιγαία: «Δεν θέλει είσθε τούτο σκάνδαλον εις σε, ουδέ πρόσκομμα καρδίας ότι ο Κύριος μου εκδίκησεν αυτός εαυτόν.» Εάν έπαιρνε δυναμικά εκδίκηση, η προσβολή ηθικά θα παρέμενε, θα δικαιωνόταν μόνο και μόνο γιατί είχε την δύναμη να το κάνει.

Και το τελευταίο μας ερώτημα: Πως είμαστε βέβαιοι ότι η Δικαιοσύνη του Θεού ικανοποιήθηκε με το έργο του σταυρού, ότι πήραμε άφεση;

Εδώ θα πρέπει ν” ανατρέξουμε στο Ρωμαίους Δ25: «Ος (Χριστός) παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών».

«Και ηγέρθη δια την δικαίωσιν μας«. Όπως η αμαρτία μας Τον είχε οδηγήσει στον θάνατο, έτσι η δικαίωση μας Τον ανέστησε. Όταν ο οφειλέτης αποδεικνύεται αφερέγγυος, ο εγγυητής του ρίχνεται μαζί στην φυλακή. Αλλ” ευθύς ως αυτός ο τελευταίος καταφέρνει να πληρώσει το χρέος, ο οφειλέτης ελευθερώνεται νόμιμα, και μαζί του ελευθερώνεται και ο εγγυητής, μια και αυτός δεν βαρύνεται με δικό του χρέος. Όταν δούμε τον εγγυητή να κυκλοφορεί ελεύθερα, έξω από την φυλακή, καταλαβαίνουμε, είμαστε βέβαιοι, ότι το χρέος πληρώθηκε. Γι” αυτό και ο Παύλος λέγει στο Α” Κορινθίους ΙΕ17: «Εάν δε ο Χριστός δεν έχει αναστηθή…ευρίσκεσθε ακόμα μέσα στις αμαρτίες σας«. Αν ο Ιησούς δεν ανασταινόταν, θα αγνοούσαμε αν το χρέος μας είχε εξοφληθεί, μάλλον θα είμαστε σίγουροι ότι δεν είχε. Η ανάσταση Του είναι η απόδειξη της δικαίωσης μας, μόνον και μόνον διότι είναι το αναγκαστικό αποτέλεσμα αυτής.

Αλλά ο Θεός, και πριν απ’ την ανάσταση, είχε δώσει ένα σημάδι ότι το έργο του σταυρού είχε γίνει αποδεκτό. Να μεταφερθούμε λίγο εκεί στον Γολγοθά. «Ήτο ήδη περίπου έκτη ώρα (12 μεσημέρι) και έγινε σκοτάδι εις όλην την γην έως την ενάτην ώραν, και ο ήλιος δεν εφαίνετο και εσχίσθηκε τα καταπέτασμα του ναού εις το μέσον» (Λουκάς ΚΓ44,45). Αυτή η ελάττωση του εξωτερικού φωτός, αντιστοιχούσε ακριβώς στο ηθικό σκοτάδι που αισθανόταν η καρδιά του Ιησού, Όσο πιό πολύ συνδέεσαι με τον Θεό, τόσο πιό πολύ νοιώθεις τι σημαίνει να σ” εγκαταλείψει ο Θεός, να χάσης το πρόσωπο Του. Εκείνο το τρίωρο πραγματοποιήθηκε αυτό που λέγει ο Παύλος στο Γαλάτας Γ13: «Ο Χριστός μας εξηγόρασε από την κατάρα του νόμου, με το να γίνει ο ίδιος προς χάριν μας κατάρα, – διότι είναι γραμμένον, καταραμένος είναι όποιος κρεμμάται εις το ξύλον«. Τότε βγήκε μια κραυγή από μέσα Του: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μ” εγκατέλειψες». Ήταν ακριβώς η ώρα που σφαζόταν τ” αρνιά στον ναό.

Σε λίγο, όπως μας αναφέρειο Ιωάννης, ο Κύριος είπε «Διψώ», και λίγο μετά, «Τετέλεσται», το έργο τελείωσε στην εντέλεια του. Ήδη είχε αρχίσει να χάνει την αυτοσυνειδησία Του, η κατοχή του πνεύματος Του άρχισε να ξεφεύγει απ” Αυτόν. Αλλά όμως είχε περάσει και το σκοτάδι, είχε ανακτήσει το φως Του, το πρόσωπο του Πατέρα. Που το καταλαβαίνουμε; Τούτο το φοβερό τρίωρο μαχόταν με την Θεία κυριαρχική εξουσία και αγιότητα. Γι” αυτό δεν μπορούσε να πει «Πατέρα», αλλά «Θεέ μου, Θεέ μου». Τώρα όμως βλέπει πάλι το πρόσωπο Του, η ψυχή Του έχει ανακτήσει πλήρη ηρεμία, γι” αυτό τώρα πάλι Τον ονομάζει «Πατέρα«, και Του εμπιστεύεται προς φύλαξη το πνεύμα Του, την ψυχή Του: «Πατέρα, εις τα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου».

Αν ρωτήσει κάποιος, ποιό ήταν το πρώτο αποτέλεσμα που ήλθε, σαν ολοκληρώθηκε το έργο της απολύτρωσης, ποιό είναι το ένδοξο προοίμιο της ανάστασης, εδώ είναι η απάντηση: Ο Θεός χάρισε πάλι το πρόσωπο Του στον εκπρόσωπο του ανθρωπίνου γένους, που λίγο πριν Τον είχε αποστραφεί, λόγω της αμαρτίας που σήκωνε επάνω Του. Τούτη είναι και η πρώτη δική μας εμπειρία, μέχρι να ολοκληρωθεί το έργο της απολύτρωσης μας. Ο Θεός μας χαρίζει το πρόσωπο Του, και η ειρήνη Του ανατέλλει στις καρδιές μας. Όχι πια «Θεέ μου», αλλά «Πατέρα μου».

Πως είμαι βέβαιος, λοιπόν, ότι ο Θεός μου έδωσε άφεση αμαρτιών; Από ένα εξωτερικό γεγονός και από ένα εσωτερικό, μέσα μου. Το εξωτερικό, η ανάσταση του Χριστού. Το εσωτερικό, η ειρήνη στην καρδιά μου, το φως του προσώπου του Θεού εκεί μέσα.

6. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ)

1. Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ

Ο θάνατος Του δεν είναι το αποτέλεσμα της διαμάχης που ξέσπασε μεταξύ Αυτού και των αρχηγών του κράτους. Ήταν, όπως μας λέγει το Λουκάς ΚΒ22, «ωρισμένον», «έτσι έπρεπε να γίνει»

Ο Ίδιος για μια περίοδο ζήτησε ν’ αγωνιστεί ενάντια σ’ αυτή την μυστηριώδη αναγκαιότητα, προσφεύγοντας στην άπειρη δυνατότητα και ελευθερία του Θεού, μήπως τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά, («Πατέρα, εάν είναι δυνατόν, ας περάσει αυτό το ποτήρι από μένα»). Δεν μπορούσαν όμως, και η υποχρέωση έπεσε μ’ όλο το βάρος της επάνω Του. Έπρεπε να σταυρωθεί «εις άφεσιν των αμαρτιών» του κόσμου (Ματθαίος ΚΣΤ28).

Έτσι έπρεπε να γίνει αυτός ο τρόπος σωτηρίας για να εκπληρωθούν οι προφητείες. Ήταν θεία απόφαση, απόρροια της οποίας είναι και οι προφητείες. Έτσι έπρεπε επίσης να γίνει και για την ικανοποίηση ορισμένων ηθικών αναγκών.

Τι φοβερή εντύπωση θα είχε προκαλέσει στον Κύριο όταν Του αποκαλύφθηκε το τι έπρεπε να κάνει! Να θυμηθούμε τα λογία με τα οποία εξέφρασε τούτη την εντύπωση λίγο αργότερα,«Τωρα η ψυχη μου ειναι τεταραγμενη. Και τι να πω; Πατερα σωσε με απο την ωρα αυτη. Αλλα δι” αυτο ηλθα εις την ωρα αυτη. Πατερα δοξασε το ονομα σου». (Ιωανν.ΙΒ27,28). Ταράχθηκαν τα συναισθήματά Του, αλλά η υποτεταγμένη θέλησή Του ανέβηκε πάνω απ” αυτά.

Θα μας πει στο Γαλάτας Γ13: «Ο Χριστός μας εξαγόρασε απ” την κατάρα του νόμου, με το να γίνει κατάρα γιά χάρη μας, διότι είναι γραμμένον, «Επικατάρατος καθένας που κρεμμιέται πάνω στο ξύλο».

Διαβάζουμε και το Εβραίους Θ26: «Τώρα εφανερώθηκε (ο Χριστός) μιά γιά παντα εις το τέλος των αιώνων, διά να καταργήσει την αμαρτίαν με την θυσίαν του εαυτού του». Και το Α” Πέτρου Α20: «Ο οποίος είχε προορισθεί πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, αλλά εφανερώθηκε κατά τους τελευταίους χρόνους γιά σας». Αυτός ήταν ο ρόλος που είχε ανατεθεί πριν τους αιώνες στον Χριστό, να γίνει το εξιλαστήριο θύμα στην περίπτωση της αποστασίας του ανθρώπου, γιά να μπορεί τούτος ο τελευταίος να συμφιλιωθεί με τον Θεό του.

2. ΓΙΑΤΙ ΣΤΑΥΡΟΣ – Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΣΑΝ ΤΡΟΠΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

«Δεν μας επιτρεπεται να θανατωσωμε κανεναν. Δια να εκπληρωθει ο λογος του Ιησου, τον οποιον ειπε, δια να δηλωσει με ποιον θανατον εμελλε να πεθανει.» (Ιωάννης ΙΗ31-32).

Εάν οι Ιουδαίοι ήσαν κύριοι του εαυτού τους, η είχαν αποφασίσει να φέρουν εις πέρας την υπόθεση μόνοι τους, όπως στην περίπτωση της εκτέλεσης του Στέφανου, ο Ιησούς θα είχε εκτελεσθεί με τον Ιουδαϊκό τρόπο, με λιθοβολισμό, έτσι εκτελούσαν τους ψευδοπροφήτες. Τότε όμως δεν θα είχε υψωθεί στον σταυρό, απ” τον οποίον, με την ηρεμία Του, την υποταγή Του, την υπομονή Του, την συγνώμη Του, την αγάπη Του, σύρει συνεχώς όλους τους ανθρώπους στον εαυτό Του, όπως ακριβώς είχε προαναγγείλει: «Και οταν εγω υψωθω απο την γη θα ελκυσω ολους προς τον εαυτον μου.»(Ιω. ΙΒ32). Τι διαφορά ο σταυρός απ” την θορυβώδη ποινή του λιθοβολισμού! Πέραν αυτού, μόνον ο σταυρός εξασφάλιζε την εκπλήρωση ορισμένων προφητειών, όπως αυτή στο Ιω. ΙΘ36,37.

Να πούμε δυό λόγια για την σταύρωση, τι ακριβώς γινόταν, θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε το έργο της αγάπης που φανερώνεται εδώ.

Η ποινή της σταύρωσης χρησιμοποιόταν από αρκετούς αρχαίους λαούς. Οι Ρωμαίοι ειδικά σταύρωναν μόνον τους σκλάβους, και τους μεγαλύτερους εγκληματίες.

Το πρώτο μέρος της ποινής της σταύρωσης αποτελούσε το μαστίγωμα, που στον Κύριο έγινε, είτε πριν ξεκινήσουν για τον Γολγοθά, είτε στον δρόμο καθώς πήγαιναν.

Ο κάθε κατάδικος σήκωνε τον σταυρό του. Εμπρός δε από τον λαιμό του κρεμόταν μια ταμπέλα, που ανέγραφε το έγκλημα του. Η σταύρωση γινόταν έξω από κατοικημένες περιοχές, πάντα όμως κοντά σ” έναν δρόμο, για να την βλέπουν όσο το δυνατόν πιό πολλοί.

Στο μέσον του κατακορύφου ξύλου βάζανε μια ξύλινη σφήνα, όπου βασταζόταν ο κατάδικος, σαν να ήταν καβάλα σε άλογο, γιατί διαφορετικά, από το βάρος του σώματος, μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα χέρια. Συνήθως, πρώτα ύψωναν και στερέωναν τον σταυρό, και μετά, αφού ανέβαζαν τον κατάδικο με την βοήθεια σχοινιών, τον κάρφωναν. Τα πόδια τα κάρφωναν είτε το ένα πάνω στο άλλο με ένα καρφί, είτε δίπλα δίπλα με δύο καρφιά. Ο σταυρωμένος συνήθως ζούσε 12 ώρες, μερικές φορές όμως έως την δεύτερη και τρίτη ημέρα.

Ο πυρετός που σύντομα ανέβαινε δημιουργούσε μια αφόρητη δίψα. Η φλόγωση των πληγών απ” τα καρφιά και τις μαστιγώσεις, η συμφόρηση του αίματος στο κεφάλι, την καρδιά και τα πνευμόνια, το πρήσιμο των φλεβών, μια απερίγραπτη κόπωση, οι βασανιστικοί πόνοι στο κεφάλι, η ακαμψία των άκρων που προκαλείτο απ” την αφύσικη στάση του σώματος – όλα αυτά μαζί, έκαναν την τιμωρία της σταύρωσης φρικιαστική.

Είναι μια ερώτηση εδώ: Γιατί ο Θεός όρισε τον σταυρικό θάνατο του Υιού Του για την υπόθεση της αμαρτίας, και όχι έναν άλλον, λιγώτερο οδυνηρό θάνατο; Είναι τρεις λόγοι που μπορούμε να υποθέσομε εμείς, ίσως και πολλοί άλλοι:

Α). Με την διάρκεια του ο σταυρικός θάνατος αφήνει στον σταυρωμένο χρόνο ν” αναγνωρίσει πλήρως το δίκαιο του Θεού, αν θελήσει να το κάνει.

Β). Αν σκεφθούμε ότι σκοπός της σταύρωσης, σαν μέσο εκτέλεσης, ήταν ο συνδυασμός όσον το δυνατόν σφοδροτέρων πόνων με όσον το δυνατόν μεγαλύτερον εξευτελισμό, διαλέγοντας τούτον τον τρόπο ο Θεός έδειξε σε μας όλους, πιο καθαρά από κάθε τι άλλο, την απέχθεια Του για την αμαρτία, και το αμείλικτο της Δικαιοσύνης Του.

Γ). Με τον δραματικό του χαρακτήρα, είναι ο πλέον κατάλληλος να φέρει εσωτερική αναστάτωση, και να εντυπωθεί ανεξίτηλα στην μνήμη και την συνείδηση του ανθρώπου, που βλέπει ή μαθαίνει γι” αυτό το γεγονός.

Στον νου μας έρχεται ο Νικοδημος, τι θα ένοιωσε εκείνη την τραγική Παρασκευή, όταν Τον είδε κρεμασμένο στο σταυρό! Αυτό το θέαμα όμως, αντί να του γίνει εμπόδιο, αντί να δώσει έδαφος σε απιστία και απελπισία, όπως σε άλλους (στους μαθητές π.χ.), κάνει την λανθάνουσα πίστη του να ξεσπάσει, πέραν από κάθε ανθρώπινη λογική, «Ηλθε δε και ο Νικοδημος (ο οποιος ειχε ελθει προς τον Ιησουν την νυκτα κατ” αρχας), φερνοντας μειγμα σμυρνας και αλοης…»(Ιωανν.ΙΘ39), όταν οι μαθητές κρυβόταν! Ο ληστής επίσης; Έβλεπε ή άκουγε τον Κύριο να κάνει θαύματα και δεν πίστευσε, Τον είδε ταπεινωμένο, σταυρωμένο και πίστευσε. Ο άλλος, στην κατάσταση που βρισκόταν, σκλήρυνε ακόμα. Τι μυστήριο ο σταυρός! Είναι το σημείο που δόθηκε στους Φαρισαίους. Για άλλους γίνεται σκάνδαλο, για άλλους σωτηρία! Εκεί ξεσκεπάζονται οι καρδιές.

Θα πρέπει να πούμε κάτι και για τους Ιουδαίους: Εάν είχαν μείνει πιστοί στην Παλαιά Διαθήκη, τότε στον σταυρό θα ήταν από κάτω ένας λαός που θα θρηνούσε, και όχι θα περιέπαιζε.

Κατά την διάρκεια της σταύρωσης συνέβησαν ορισμένα υπερφυσικά φαινόμενα (Ματθαίος ΚΖ45). Ίσως ήταν το πένθος και ο αποτροπιασμός όλης της Δημιουργίας για το έγκλημα που διέπραττε η ανθρωπότητα αυτή την ώρα, για την εξαχρείωση στην οποία την είχε οδηγήσει η αμαρτία. Ήταν η ώρα που ο Θεός είχε πραγματικά αποστρέψει το πρόσωπο Του, και σαν αποτέλεσμα σκοτείνιασαν τα πάντα.

Για τον σταυρό να πούμε και τούτο: Ο σταυρός ήταν τότε το ύψιστο σημείο αισχύνης στα μάτια του κόσμου. Είναι δύσκολο σήμερα να κατανοήσομε την αισχύνη του σταυρού, μια και ο Κύριος έχει προσδώσει αίγλη στο όργανο τούτο του θανάτου και της ατιμίας. Τότε ο σταυρός ήταν συνδεδεμένος με φονιάδες, ληστές, απόβλητους της κοινωνίας. Σήμερα κοσμεί ναούς, σημαίες, στήθη ανθρώπων, είναι αντικείμενο προσκυνήματος. Στο Εβραίους ΙΒ2 μας αναφέρει για τον Κύριο ότι, «υπέφερε σταυρόν, καταφρονήσας την αισχύνην». Για να καταλάβομε τούτη την φράση, θα πρέπει να εκδύσομε τον σταυρό από την δόξα που του προσέδωσε Αυτός που σταυρώθηκε, και να τον θεωρήσομε ό,τι πραγματικά ήταν, το όργανο της πλέον οδυνηρής και επονείδιστης θανατικής εκτέλεσης.

3.Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΟΣΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΑΛΛΟΥ

Από πού ξεκίνησε αυτό το έργο:

«Διότι έτσι (ούτω) αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωκε τον Υιόν του τον μονογενή, δια να μην χαθεί όποιος πιστεύει εις αυτόν, αλλά να έχει ζωήν αιώνιον». (Εδ.16).

«Ούτω αγάπησε ο Θεός τον κόσμο». «Τον κόσμο». Οι Φαρισαίοι είιχαν τον κόσμο υπόδικο σε οργή και κρίση. Ο κόσμος ήταν μέχρι τώρα έξω από την θεοκρατική κυβέρνηση του Θεού. Εδώ όμως ο Κύριος τους λέγει ότι και αυτούς αγαπά ο Θεός, και σ” αυτούς δίνει δώρο τον Υιό.

«Τον μονογενή». Να τι ήταν ο Κύριος για τον Πατέρα. Από δω κάποιος μπορεί να συμπεράνει για το μέγεθος της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Κάποτε ο άνθρωπος (Αβραάμ) προσέφερε στον Θεό τον μοναδικό Του γυιό, θα μπορούσε τώρα ο Θεός, με την σειρά Του, να υστερήση στο θέμα της αγάπης από το δημιούργημά Του, και να προσφέρει κάτι λιγώτερο; Αυτόν λοιπόν τον μονογενή, όχι τον έστειλε, αλλά τον «έδωσε», που σημαίνει τον παρέδωσε έως τα τελευταία όρια της θυσίας, με κίνδυνο να τον χάσει για πάντα.

Στα λόγια αυτού του εδαφίου περιέχονται τα πάντα: «Αγάπησε», το κίνητρο. «Τον κόσμο», όλους χωρίς εξαίρεση. «Υιός«, το μέσον σωτηρίας. «Χαθεί», η πορεία και η κατάληξη του ανθρώπου χωρίς σωτηρία. «Πιστεύει», το βήμα σωτηρίας εκ μέρους του ανθρώπου, που δείχνει και την απλότητά της. «Ζωήν αιώνιον», το κέρδος από την σωτηρίαν.

Συμφωνα μ” αυτο το εδαφιο, η σωτηρια ειναι καθαρα πρωτοβουλια της θεϊκης αγαπης. Δεν ειναι καποιο δικαιωμα μας, ή καποια ανταποδοση, καποια ανταμοιβη για κατι καλο που καναμε εμεις. Ουτε και την παιρνομε σαν ανταμοιβη στην πιστη μας. Η πιστη ειναι απλως το χερι που απλωνομε να παρωμε το δωρο. Οποιος το απλωσει το παιρνει, όπως, οποιος δεν το απλωσει δεν το παιρνει. Ειναι καθαρα ιδεα, εργο, προσφορα της θεϊκης αγαπης, «Ολα δε προερχονται απο τον Θεον, ο οποιος μας συμφιλιωσε με τον εαυτον του δια του Ιησου Χριστου.» (Β. Κορ. Ε18). Να θυμηθούμε και την έννοια της προτροπής που μας κάνει ο Λόγος του Θεού στα Β” Κορ. Ε19-21: «Συμφιλιωθείτε με τον Θεό, μιά και ο Ίδιος ο Θεός συμφιλιώθηκε μαζί σας, μιά που Εκείνος έκανε ό,τι σύμφωνα με την φύση Του, ήταν απαραίτητο να γίνει γι” αυτόν τον σκοπό».

Η αυθορμητη αυτη αγαπη του Θεου για τον αμαρτωλο κοσμο, δεν ειναι ασυμβιβαστη με την οργη και τις προειδοποιησεις Του για καταδικη. Για να το κατανοησωμε αυτο θα πρεπει να διακρινομε προσεκτικα την ουσια της. Αυτο που ενωνει τον συγχωρημενο αμαρτωλο με τον Θεο, δεν ειναι η αγαπη της συναναστροφης, (σ” αγαπω, μου ταιριαζεις, θελω να κανομε παρεα). Αντιθετως ειναι μια αγαπη οικτου, συμπονοιας, σαν αυτη που νοιωθομε στην θεα ενος δυστυχισμενου, εστω και αν ειναι εχθρος μας. Το μεγεθος αυτης της αγαπης ειναι αναλογο με το μεγεθος της δυστυχιας στην οποια βρισκεται ο αμαρτωλος, (γι” αυτο που εχει χασει, και γι” αυτο που τον περιμενει). Οσο πιο πολυ δυστυχισμενος ειναι καποιος, τοσο πιο πολυ σου κινει τον οικτο. Και ο βαθυτερος σκοπος των προειδοποιησεων και των απειλων για κολαση, ειναι να σωσουν απ” τον ολεθρο. Ετσι συνδυαζονται οι φαινομενικα ασυμβιβαστες εννοιες, «τοσο πολυ αγαπησε»«για να μην χαθει κανενας».

Όλοι γνωρίζομε ότι η αγάπη μετριέται με το κόστος που έχει. Το κόστος της αγάπης του Θεού για μας: «Ο οποίος (Θεός) δεν ελυπήθηκε τον ίδιον του τον υιό, αλλά τον παρέδωκε για χάρη όλων μας» (Ρωμαίους Η32). Υπήρξε μια νίκη που κερδήθηκε απ” τον Θεό πάνω στον εαυτόν Του, όταν παρέδωσε τον αγαπημένον Του σ” αυτό τον δρόμο του πόνου και της ντροπής, ακριβώς όπως κερδήθηκε μια νίκη απ” τον Αβραάμ πάνω στον εαυτόν του, όταν με τον Ισαάκ ανέβηκε στο βουνό της θυσίας. Και ο μεν Αβραάμ προσέφερε τον Ισαάκ σε Κείνον από τον Οποίον είχε τον Ισαάκ, και όλα όσα είχε, στον Μεγάλο Ευεργέτη του, στον Δημιουργό του. Ο Θεός όμως πρόσφερε τον Υιόν Του σε σένα και σε μένα, που Τον ατιμάζαμε με τις παραβάσεις μας, με την αμαρτία μας, σε εχθρούς Του, και εδώ είναι η διαφορά.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Α.ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ)

1. Αφού ο Θεός είναι αγάπη, δεν θα μπορούσε να μας συγχωρήσει όλους, χωρίς να χρειασθεί να χυθεί το αίμα του Χριστού; Δεν θα μπορούσε να μας δώσει την συγνώμη Του, όπως ο πατέρας την έδωσε στον άσωτο γυιό, χωρίς καμμία τιμωρία, σαν τούτος μετανοιωμένος πίστεψε στην πατρική αγάπη, και γύρισε πίσω; Γιατί στην δική μας την περίπτωση χρειάσθηκε να στηθεί ο σταυρός; Γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να τιμωρηθεί η αμαρτία μας, πριν ο Θεός δώσει την συγνώμη Του;

2. Είναι πολλοί που τοποθετούν τα πράγματα ως εξής: Η αγάπη του Θεού ήθελε την σωτηρία μας, αλλά η δικαιοσύνη Του απαιτούσε την τιμωρία μας. Λένε ότι, το αίμα του Χριστού χύθηκε για να ικανοποιηθεί, να αποζημιωθεί η δικαιοσύνη του Θεού, ώστε να δώσει την συγνώμη που ζητούσε η αγάπη Του. Συμφωνεί η Γραφή μ’ αυτή την άποψη (και ειδικώτερα το εδάφιο – κλειδί Ρωμαίους Γ24-26); Ο σταυρός του Χριστού στήθηκε για να ικανοποιηθεί ή για να αποκαλυφθεί η δικαιοσύνη του Θεού;

3. Ο θάνατος του Ιησού ήταν αναγκαίος. Δεν θα μπορούσε όμως να κανονίσει ο Θεός έναν λιγώτερο οδυνηρό, λιγώτερο εξευτελιστικό θάνατο για τον Υιό Του; Δεν θα μπορούσε να μην γίνει δημόσια, στην θέα όλων; Γιατί θέλησε τον σταυρικό θάνατο; Τι μήνυμα θέλει να μας στείλει χρησιμοποιόντας αυτό το επονείδιστο και οδυνηρό όργανο εκτέλεσης;

4. Πως ο σταυρός του Χριστού μας αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπο της αμαρτίας;

5. Τι υπηρετεί στο Σύμπαν των ηθικών όντων η δικαιοσύνη και ο φόβος του Θεού; Γιατί αυτά χρειάζονται; Πως ο σταυρός τα αποκατέστησε στην συνείδηση μας;

6. Λογικά, η τιμωρία που άρμοζε να μας επιβληθεί, θα έπρεπε να ήταν ένας δεύτερος κατακλυσμός. Αλλά τούτο θα εξαφάνιζε το γένος μας, αντί να το ανορθώσει. Άρα η Θεία δικαιοσύνη δεν επεδίωκε τον θάνατο μας, αλλά να μας δώσει να καταλάβομε ορισμένα πράγματα, που αν τα καταλαβαίναμε, θα έμπαινε η βάση για την ανόρθωση μας. Γι’ αυτό η τιμωρία τελικά δεν επεβλήθηκε σε μας, αλλά σε αντικαταστάτη μας. Ποια είναι αυτά; Τι περιμένει ο Θεός να πει ο καθένας από μας, βλέποντας τον Χριστό σταυρωμένον στην θέση του;

7. Μπορούμε να θυμηθούμε πως όλα αυτά τα χρόνια ο Θεός δίδαξε τον λαό Του την ιδέα της αντικατάστασης;

8. Τι προϋποθέσεις θα έπρεπε να συγκεντρώνει κάποιος για ν’ αναλάβει αυτό το φοβερό έργο της αντικατάστασης μας εμπρός στην δικαιοσύνη του Θεού, να δεχθεί αυτός την τιμωρία που έπρεπε σε όλους μας;

9. Φθάνει μόνον η θυσία του Χριστού για να φέρει την συμφιλίωση μας με τον Θεό, ή χρειάζεται κάτι να κάνομε και μεις;

Β. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Η ΕΞΙΛΕΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ)

10. Ο Ιησούς Χριστός έγινε το «ιλαστήριο», το εξιλαστήριο θύμα, για να συμφιλιωθεί ο άνθρωπος με τον Θεό. Η αμαρτία είχε στήσει έχθρα ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο. Πως μπορούμε να εννοήσομε την έχθρα του ανθρώπου προς τον Θεό, αλλά και του Θεού προς τον άνθρωπο; Τι είναι εκείνο που μισεί ο Θεός, την αμαρτία, ή και τον αμαρτωλό;

11. Ποιος πήρε την πρωτοβουλία για την συμφιλίωση, ο άνθρωπος, ή ο Θεός;

12. Τι έπρεπε να γίνει εκ μέρους του ανθρώπου, για να σβύσει η προσβολή που έφερε η αμαρτία μας στην τιμή του Θεού, για να φύγει το αίσθημα της οργής και αγανάκτησης (Ρωμαίους Α), που είχε βαρύνει στην καρδιά Του; Και για να χρησιμοποιήσομε την Γραφική έκφραση, για να εξιλεωθεί το πρόσωπο Του απέναντι μας; Ποια είναι η προσφορά εδώ του Χριστού, και γιατί, από όλους εμάς, μόνον Αυτός μπορούσε να το κάνει;

13. Τι ήταν εκείνο απ’ το έργο του σταυρού που άλλαξε την διάθεση του Θεού απέναντι μας, που εξιλέωσε το πρόσωπο Του: Το απερίγραπτο πάθος του σταυρού; Ο φρικιαστικός πόνος που το συνόδευε; Η θέα του αίματος που χυνόταν; Ή κάτι άλλο;

14. Το έργο του Ιησού Χριστού, εδώ στην γη, ολοκληρώθηκε. Η τιμωρία επεβλήθηκε. Ο Ίδιος κρεμάστηκε αδιαμαρτύρητα. Στην συνέχεια ο Θεός Τον ανέστησε, σημάδι ότι το έργο Του έγινε αποδεκτό. Το χρέος είχε πληρωθεί, ο εγγυητής έπρεπε να βγει απ” την φυλακή. Φθάνει αυτό το έργο, από μόνο του, να φέρει την συμφιλίωση του Θεού με τον άνθρωπο; Αν όχι, τι χρειάζεται να κάνη το κάθε ανθρώπινο πλάσμα ξεχωριστά, εσύ και εγώ, για να μετέχει σ” αυτή την «εξιλέωση» του Θεού, να φύγει δηλαδή απ” την οργή Του, και να κουρνιάσει κάτω από την χάρη Του;

Γ. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΟΥ ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΡΓΟ)

15. Έναν τρόπο σωτηρίας, παρόμοιο μ’ αυτόν του σταυρού, είχε χρησιμοποιήσει ο Θεός, μια μόνον φορά, στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης& και κει χρειάσθηκε κάτι να κρεμασθεί πάνω σε ξύλο. Πότε έγινε αυτό, και σε τι έγκειται η ομοιότητα του με το έργο του σταυρού;

16. Η αμαρτία είχε στήσει υψηλό οικοδόμημα, δέσποζε μέσα στις συνειδήσεις μας. Νομίζαμε ότι η ζωή δεν γίνεται χωρίς αυτή (π.χ. χωρίς το ψέμμα). Τι ήταν εκείνο που γκρέμισε τούτο το οικοδόμημα, που έδωσε θανατηφόρο κτύπημα στην αμαρτία, και την γκρέμισε μέσα στην συνείδηση μας; Τι ήταν εκείνο που μας απεκάλυψε το αληθινό της πρόσωπο;

17. Ποιά είναι η νέα στάση απέναντι στην αμαρτία της καρδιάς που θα δεχθεί με ειλικρίνεια το έργο του σταυρού, (μια στάση, μια θέση που έρχεται σαν φυσικό αποτέλεσμα τούτης της αποδοχής);

18. Όταν δεχόμαστε το έργο του Χριστού στον σταυρό, «πεθαίνομε ως προς την αμαρτία». Τι σημαίνει αυτό; Ότι από κει και μετά δεν ξανακάνομε αμαρτία; Εδώ ποιός ακριβώς πεθαίνει, εμείς ή η αμαρτία μέσα μας;

19. Με την αμαρτία οι σχέσεις διακόπτονται προοδευτικά, ή μία και έξω; Τι χρειάζεται για να διακόψομε τις σχέσεις μας με την αμαρτία; Τι σημαίνει, «πεθάναμε μαζί με τον Χριστό»; Αυτό το «επεθάναμε ως προς την αμαρτία» είναι μια απόφαση , μια δέσμευση που πήραμε ενώπιον του Θεού ν’ αποκηρύξομε από δω και πέρα το κακό στην ζωή μας, ή ένα γεγονός που έχει ήδη γίνει, απ’ την στιγμή που δεχθήκαμε το λυτρωτικό έργο του Χριστού;

20. Στον σταυρό τι φέρομε, τις κακές πράξεις του παλαιού ανθρώπου, και κρατάμε ό,τι καλό έχει, και τις νόμιμες επιθυμίες του (π.χ. την επιθυμία για οικογένεια, για δουλειά κ.λ.π.), ή όλο τον παλαιό άνθρωπο, μαζί με τις νόμιμες επιθυμίες του, τα σχέδια του, τα όνειρα του;

21. Δεδομένου ότι η παλαιά ζωή της αμαρτίας ποτέ δεν καταστρέφεται ολοκληρωτικά μέσα μας, τι είναι εκείνο που μας ασφαλίζει και μας εγγυάτται ότι δεν θα γυρίσομε ποτέ πιά πίσω σε τούτη την ζωή;

Δ. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΟΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ)

22. Δυό μέρες πριν σταυρωθεί, το απόγευμα της Τετάρτης, λίγο μετά που συναντήθηκε με τους Έλληνες, ο Κύριος είχε ανανεώσει, ακόμα μια φορά την απόφαση Του, να προχωρήσει σε τούτον τον δρόμο της οδύνης, προκειμένου να υπηρετηθεί το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου. Τότε, σαν επιδοκιμασία για τούτη την απόφαση, σαν έκφραση ικανοποίησης, μίλησε ο Ίδιος ο Θεός με φωνή απ’ τον Ουρανό, και Τον άκουσαν όλοι που βρισκόταν εκεί γύρω. Εξηγόντας τούτη την φωνή, ο Κύριος περιέγραψε, με αυτά τα λόγια, τον αντίκτυπο τούτης της φοβερής ώρας, που σε λίγο άρχιζε:

Ιωάννης ΙΒ30-32: «Απεκρίθη Ιησούς και είπεν, Ου δι” εμέ η φωνή αύτη γέγονεν αλλά δι” υμάς. Νυν κρίσις εστίν του κόσμου τούτου, νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω. Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν».

Τούτη την ώρα, λέγει, γίνονται τρία πράγματα πάνω στην γη:

Α) «Νυν κρίσις εστίν του κόσμου τούτου». Κρίνεται όλος ο κόσμος, γίνεται ο διαχωρισμός του σε δύο, γίνεται η πλέον ριζική επανάσταση.

Β) «Νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω». Αποπέμπεται ο προηγούμενος αφέντης του.

Γ) Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν». Εμφανίζεται ο καινούργιος μονάρχης.

Όλα αυτά γίνονται «νυν». Να η βαρύτητα της παρούσης ώρας για την ανθρωπότητα.

Οι ερωτήσεις μας εδώ:

23. Γιατί ο σταυρός αποτελεί την βάση της κρίσης και της καταδίκης της ανθρωπότητας;

24. Πως ο σταυρός διαχωρίζει στα δύο την ανθρωπότητα; Υπάρχουν παραδείγματα στην Γραφή που δείχνουν τον σταυρό ν’ αποκαλύπτει τα βάθη της καρδιάς, κάτι που εξωτερικά κανένας δεν θα μπορούσε να το διακρίνει;

25. Πως νικήθηκε η αμαρτία στον σταυρό; Πως νικήθηκε και εξεβλήθη ο Διάβολος; Τι εννοεί λέγοντας, «απεγύμνωσε δι” αυτού (του σταυρού) τας αρχάς και τας εξουσίας και τας διεπόμπευσε δημοσία, σύρων αυτάς εις την θριαμβευτικήν του πομπήν» (Κολοσσαείς Β15);

26. Ποιο είναι το κέντρο της Βασιλείας του Θεού; Πως προοδευτικά ο Κύριος υψώθηκε στον ουρανό; Ποια είναι τα διαδοχικά στάδια τούτης της ύψωσης;

27. Στον σταυρό γεννήθηκε ένας καινούργιος κόσμος, ξεκίνησε μια καινούργια ανθρωπότητα. Ποια είναι η ριζικώτερη διαφορά της με την παλαιά;

28. Στο Ιωάννης ΙΣΤ33 ο Κύριος λέγει: «Αυτα σας τα ειπα, δια να εχετε ειρηνην μενοντες ενωμενοι μαζι μου. Εις τον κοσμον θα εχετε θλιψιν, αλλα εχετε θαρρος, εγω εχω νικησει τον κοσμον.»

Ποια είναι τα σημεία εκείνα στα οποία ο κόσμος βασίζει την δύναμη του, και δουλώνει τους ανθρώπους; Πως ο Κύριος, με τον σταυρικό Του θάνατο, νίκησε τον κόσμο ακριβώς σε τούτα τα σημεία, μια νίκη που μεταδίδει στην συνέχεια σ’ όλους εκείνους που δέχονται τούτο το έργο;

29. Ποιός ήταν ο αντίκτυπος του έργου του σταυρού στην καρδιά του Θεού; Αλλοιώς αγαπά τον αμαρτωλό πριν, και αλλοιώς σαν αυτός δεχθεί τούτο το έργο. Σε τι διαφέρει η αγάπη Του πριν από την αγάπη του μετά;

Ε. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ)

30. Όταν ο Θεός δικαιώνει κάποιον, όταν τον διακηρύσσει δίκαιο, θεωρεί ότι αυτός ο άνθρωπος ποτέ του δεν έχει κάνει το κακό, και ποτέ του δεν έχει παραλείψει το καλό που όφειλε να κάνει. Αυτός ο άνθρωπος είναι πέρα για πέρα καθαρός στα μάτια του Θεού. Και τούτο το δώρο της δικαίωσης ο Θεός το κάνει στον καθένα που θα πιστέψει στο λυτρωτικό έργο του Χριστού, «εις πάντας, και επί πάντας τους πιστεύοντας».

Αλλά καθώς ακούγεται τούτη η διακήρυξη του Θεού, γραπτή μέσα στον Λόγο Του, ίσως σε κάποιον να γεννιέται η σκέψη, μήπως είναι υπερβολική, μήπως είναι αυθαίρετη; Ετσι απλά, με μόνον την πίστη; Χωρίς τίποτα άλλο; Χωρίς καμμία προσφορά, χωρίς καμμία προσπάθεια εκ μερους του ανθρώπου; Τι ο Θεός βρίσκει στην πίστη του ανθρώπου που Τον οδηγεί να δώσει, χωρίς καμμία προϋπόθεση, τούτο το ύψιστο δώρο;

31. Σαν ο άνθρωπος πιστέψει στο έργο του σταυρού, ο Θεός του δίνει το δώρο της δικαίωσης. Φθάνει αυτό να μας εισαγάγει στην δόξα; Μήπως το δώρο της δικαίωσης θα πρέπει ν’ ακολουθηθεί και από ένα άλλο έργο, που αυτό, μαζί με το έργο της δικαίωσης, μας εξασφαλίζει την είσοδο τότε στην δόξα, την απολύτρωση μας στην πληρότητα της, (τώρα έχει λυτρωθεί μόνον το πνεύμα μας, μένει ακόμα και το σώμα μας);

32. Να έχει άραγε τελειώσει το έργο της εξιλέωσης με τον σταυρικό θάνατο του Ιησού, ή ακόμα συνεχίζεται;

33. Πως θ” αποκατασταθεί η θιγείσα αγιότητα του Θεού, αφού δεν δέχονται όλοι το εξιλεωτικό έργο του σταυρού; Τι θα γίνει με την μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων που δεν το δέχονται;

34. Τι μας βεβαιώνει ότι η Δικαιοσύνη του Θεού ικανοποιήθηκε με το έργο του σταυρού, ότι πήραμε άφεση στις αμαρτίες μας;

Top

Η προφητεία του Ησαϊα

1 Τις επίστευσεν εις το κήρυγμα ημών; και ο βραχίων του Κυρίου εις τίνα απεκαλύφθη; 2 διότι ανέβη ενώπιον αυτού ως τρυφερόν φυτόν και ως ρίζα από ξηράς γής· δεν έχει είδος ουδέ κάλλος· και είδομεν αυτόν και δεν είχεν ώραιότητα ώστε να επιθυμώμεν αυτόν. 3 Καταπεφρονημένος και απερριμμένος υπό των ανθρώπων· άνθρωπος θλίψεων και δόκιμος ασθενείας· και ως άνθρωπος από του οποίου αποστρέφει τις το πρόσωπον, κατεφρονήθη και ως ουδέν ελογίσθημεν αυτόν.
4 Αυτός τωόντι τας ασθενείας ημών εβάστασε και τας θλίψεις ημών επεφορτίσθη· ημείς δε ενομίσαμεν αυτόν τετραυματισμένον, πεπληγωμένον υπό Θεού και τεταλαιπωρημένον. 5 Αλλ” αυτός ετραυματίσθη διά τας παραβάσεις ημών, εταλαιπωρήθη διά τας ανομίας ημών· η τιμωρία, ήτις έφερε την ειρήνην ημών, ήτο επ” αυτόν· και διά των πληγών αυτού ημείς ιάθημεν. 6 Πάντες ημείς επλανήθημεν ως πρόβατα· εστράφημεν έκαστος εις την οδόν αυτού· και ο Κύριος έθεσεν επ” αυτόν την ανομίαν πάντων ημών. 7 Αυτός ήτο κατατεθλιμμένος και βεβασανισμένος αλλά δεν ήνοιξε το στόμα αυτού· εφέρθη ως αρνίον επί σφαγήν, και ως πρόβατον έμπροσθεν του κείροντος αυτό άφωνον, ούτω δεν ήνοιξε το στόμα αυτού. 8 Από καταθλίψεως και κρίσεως ανηρπάχθη· την δε γενεάν αυτού τις θέλει διηγηθή; διότι εσηκώθη από της γης των ζώντων· διά τας παραβάσεις του λαού μου ετραυματίσθη. 9 Και ο τάφος αυτού διωρίσθη μετά των κακούργων· πλην εις τον θάνατον αυτού εστάθη μετά του πλουσίου· διότι δεν έκαμεν ανομίαν ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού.
10 Αλλ” ο Κύριος ηθέλησε να βασανίση αυτόν· εταλαιπώρησεν αυτόν. Αφού όμως δώσης την ψυχήν αυτού προσφοράν περί αμαρτίας, θέλει ιδεί έκγονα, θέλει μακρύνει τας ημέρας αυτού, και το θέλημα του Κυρίου θέλει ευοδωθή εν τη χειρί αυτού. 11 Θέλει ιδεί τους καρπούς του πόνου της ψυχής αυτού και θέλει χορτασθή· ο δίκαιος δούλός μου θέλει δικαιώσει πολλούς διά της επιγνώσεως αυτού· διότι αυτός θέλει βαστάσει τας ανομίας αυτών. 12 Διά τούτο θέλω δώσει εις αυτόν μερίδα μετά των μεγάλων και τους ισχυρούς θέλει μοιρασθή λάφυρον, διότι παρέδωκε την ψυχήν αυτού εις θάνατον και μετά ανόμων ελογίσθη και αυτός εβάστασε τας αμαρτίας πολλών και θέλει μεσιτεύσει υπέρ των ανόμων. (Ησαϊας κεφάλαιο 53)

Αγαπη1χΣταυρος111Απερίγραπτος (Θεός)6 - Louie Gigl_VP8

Θυσία εξιλέωσης των αμαρτιών μας

24 δικαιούνται δε δωρεάν με την χάριν αυτού διά της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού, 25 τον οποίον ο Θεός προέθετο μέσον εξιλεώσεως διά της πίστεως εν τω αίματι αυτού, προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού διά την άφεσιν των προγενομένων αμαρτημάτων διά της μακροθυμίας του Θεού, 26 προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού εν τω παρόντι καιρώ, διά να ήναι αυτός δίκαιος και να δικαιόνη τον πιστεύοντα εις τον Ιησούν. (Ρωμαίους 3:24-26)

Αίμα καθαρισμού συνειδήσεων

14 πόσω μάλλον το αίμα του Χριστού, όστις διά του Πνεύματος του αιωνίου προσέφερεν εαυτόν άμωμον εις τον Θεόν, θέλει καθαρίσει την συνείδησίν σας από νεκρών έργων εις το να λατρεύητε τον ζώντα Θεόν; (Εβραίους 9:14)

Αίμα καθαρισμού αμαρτιών

7 εάν όμως περιπατώμεν εν τω φωτί, καθώς αυτός είναι εν τω φωτί, έχομεν κοινωνίαν μετ” αλλήλων, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας. (1 Ιωάννη 1:7)

Αίμα που μας φέρνει στο Θεό

18 Επειδή και ο Χριστός άπαξ έπαθε διά τας αμαρτίας, ο δίκαιος υπέρ των αδίκων, διά να φέρη ημάς προς τον Θεόν, θανατωθείς μεν κατά την σάρκα, ζωοποιηθείς δε διά του πνεύματος· (1 Πέτρου 3:18)

Αίμα που λυτρώνει από την πατροπαράδοτη διαγωγή

18 εξεύροντες ότι δεν ελυτρώθητε από της ματαίας πατροπαραδότου διαγωγής υμών διά φθαρτών, αργυρίου ή χρυσίου, 19 αλλά διά του τιμίου αίματος του Χριστού, ως αμνού αμώμου και ασπίλου. (1 Πέτρου 1:18-19)

Η θυσία του Ιησού Χριστού

Σταυρος888Σταυρος33Μαθητης77Σωτηρια111χχ

Οδός μαρτυρίου
Οδός μαρτυρίου

Πνευματικά μηνύματα

Βουλες434Βοηθεια939Γρηγορος88Βραχος777ΓνωριμιαΔικαιοσυνη1χ1χΔιωγμοςΔιδασκαλια4Γεννηση_απο_ΘεοΔιαγωγη1χ11χΓινεστεΔειπνο87γιοι77Βραβειο7Δικαιωση33Βασιλια9Γνωριζει88Δοκαρι44Γνωριζουμε77Βοηθεια1χ1χΒοηθεια929Βοηθεια44Γνωριμια111Γνωριμια33 Δουλευετε1ΕιμαστεΕιρηνευετεΔρομος88Δρομος45Δυναμη1χ1χδρομος99Ειρηνη1χΔυναμαι77ΔοκιμαζετεΕιρηνη1χ1χΔοκιμασια5Δρομος77Δυναμη1χΔοκιμασια3Δυναμη9Δυνατος99Δοξα111χχχΔοξα7788Δωρο11Δωρο111Δοξα8877Δοξα_ΘεουΕλθετε99 Ειρηνη838Ειρηνη939Ελεος3χΕιρηνηΕλεος8Ελεος5χ5Ελεος55Ελεος111Εκ του ΘεουΕισελθε7Ελεος88Ελεος777ΕκτιμησεΕιρηνη3Εκλογη7788Εκτελεστης88Ελεος1xΕλεος1χ1Ειρηνη88Ειρηνη99Ειρηνη77Ελεος1χ1χ1ΕλεημοναςΕλεος1χ1χ Ελπιδα111χχχΕλευθερωσει87Ελπιδα737ΕλευθεριαΕλθετε88Εμπιστοσυνη3Εμπιστοσυνη88Ενας77Ελπιδα858Ελπιδα1χΕλθετε555Ελπιδα11χ1Ελεος7776ΕλθετεΕνας777Ελπιδα44Εκλεκτοι77Ελεος7799Ελευθερια44Ελευθερια3χΕλευθερια11χχΕλπιδα88Ελπιδα77Ελπιδα55 Ενωμενοι7Εξομολογηση88εντολες2χΕντολεςΕλπιδα1χ1χ1Εξομολογηση1χ1Εμπιστοσυνη9Ενοχος77ΕνδοξοςΕνδυθητε33Εντολες1χΕνδυθητε88 ΕργαΣκοτουςΕρευναΕργατες4Εργα888Εργα55ΕξουσιαΕτοιμοι44Επενδυση22Επιεικεια2ΕτοιμοτηταΕυαγγελιο1χ1ΕπιγνωσηΕπιλογη867Ευαγγελιο1χ1χ1Ευαγγελιο1χεπιλογηΕπιστοληΕπιστροφη99Επιλογη Εχθροι22ΕυωδιαΕυχαριστια5ΕυφραινομαιΖητειτε33Ευαγγελιο818Ευσεβεια77ΖητατεΖωη99Ζητουμε7Ευαγγελιο11χjpgευημεριαΖωη959