Ανάλ. Ευαγ. Λουκά

Κατά Λουκά Ευαγγέλιο

ΠΡΟΛΟΓΟΣ. Λουκας Α1-4.

Λίγα λόγια για τον Λουκά.
Ήταν Εθνικός (μη Ιουδαίος) απ” την Αντιόχεια. Γιατρός στο επάγγελμα. Οι αναγνωρισμένοι γιατροί τότε έδιναν εξετάσεις, και τους εχορηγείτο δίπλωμα. Άνθρωπος καλλιεργειμένος και καλός γνώστης της Ελληνικής, όπως φαίνεται απ” τα γραπτά του. Να σημειώσωμε οτι το Ευαγγέλιο του απευθύνεται σε Έλληνες.
Μαθήτευσε κοντά στον Παύλο, τον οποίον ακολούθησε κι υπηρέτησε σε μεγάλο μέρος των ιεραποστολικών του περιοδειών.
Καταγόταν απ” την Αντιόχεια. Πότε πίστεψε στον Χριστό, αν είδε προσωπικά τον Κύριο, δεν γνωρίζομεν με βεβαιότητα.
Έγραψε το «κατά Λουκάν Ευαγγέλιο», και τις » Πράξεις των Αποστόλων», σαν συνεχειά του.
Το Ευαγγέλιο πρέπει να το έγραψε το 60-70 μ.Χ.
Για ποιό σκοπό το έγραψε, που το απευθύνει, ποιές είναι οι πηγές από όπου άντλησε τις πληροφορίες του, το εξηγεί ο ίδιος στον προλογό του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1

«Επειδή πολλοί επιχείρησαν να συντάξουν διήγησιν δια τα γεγονότα που συνέβησαν μεταξύ μας, σύμφωνα προς όσα μας παρέδωκαν εκείνοι που από την αρχή ήσαν αυτόπται μάρτυρες και υπηρέται του κηρύγματος, αποφάσισα και εγώ, που παρακολούθησα όλα απο την αρχήν με ακρίβειαν, να σου τα καταγράψω κατά σειράν, ευγενέστατε Θεόφιλε, δια να γνωρίσεις την βεβαιότητα των πραγμάτων που εδιδάχθηκες».(Εδ.1-4).

Τα πρώτα χρόνια μετά την ανάληψη του Κυρίου, τα γεγονότα γύρω απο τη ζωή και το έργο Του, καθώς επίσης και την ηθική τους σημασία για την σωτηρία των ανθρώπων, τα εκήρυτταν προφορικά αυτοί που, όπως μας αναφέρει εδώ ο Λουκάς, ήσαν «αυτόπτες μάρτυρες απο την αρχήν» , απο τότε που ο Κύριος άρχισε την δημόσια διακονία Του, και ήσαν επίσης ορισμένοι από τον Κύριο να γίνουν «υπηρέτες του κηρύγματος», δηλαδή οι δώδεκα Απόστολοι και ο Παύλος.
Τα όσα κήρυτταν όμως είχαν αποσπασματικόν χαρακτήρα, σύμφωνα με τις ανάγκες που επαρουσιάζοντο κάθε φορά. Με τέτοιου είδους ομως κηρύγματα, δεν μπορουσε να γινει μια εξιστόρηση με την σειρά, όλων όσων συνέβησαν. Παράλληλα υπήρχε ο κίνδυνος, αυτοί που τ” άκουγαν, και με την σειρά τους τα μετέφεραν στους άλλους, προφορικά ή γραπτά, ν” αρχίσουν να αλλοιώνουν την αλήθεια, με προσθήκες ή αφαιρέσεις. Γι” αυτό το Άγιο Πνεύμα ξεσήκωσε, τότε ακριβώς στην αρχή, που τα γεγονότα ήταν νωπά, σύγχρονα, κι οι αυτόπτες μάρτυρες ακόμα ζούσαν, ανθρώπους να τα καταγράψουν με την σειρά, γιά να μείνει η αλήθεια. Αυτοί ήταν ό Ματθαίος κι ό Ιωάννης, αυτόπτες οι ίδιοι, μέσα απ” τον κύκλο των 12, κι ο Λουκάς κι ο Μάρκος.
Ο Λουκάς ειδικά έκανε τα εξής: α)Πήρε όλα όσα διηγήθηκαν οι 12 Απόστολοι κι τα έβαλε, όπως λέγει ο ίδιος, «κατά σειράν», έτσι που να μην παραλειφθεί τίποτα.
β) Δεν σταμάτησε εκεί. Οι Απόστολοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες για τα γεγονότα μετά την βάπτιση του Κυρίου, διότι από τότε προσκολλήθηκαν κοντά Του. Ο Λουκάς προχωρά πιο πέρα, στις πηγές του ποταμού, στο ξεκίνημα δηλαδή των γεγονότων, στην γέννηση του Κυρίου, και στα όσα προηγήθηκαν αυτής. Και εδώ πηγές Του είναι αυτόπτες μάρτυρες, και πρώτη απο όλους η μητέρα του Κυρίου, και οι συγγενείς Του, που ακόμα ζούσαν. Γι” αυτό ο ίδιος αναφέρει, «τα παρακολούθησα όλα απο την αρχήν με ακρίβειαν». Ότι έγεινε από την αρχή, έως που ξεκίνησε την δημόσια διακονία Του, τα αναφέρει στα δύο πρώτα κεφαλαιά του.
γ) Αυτό που πρόσεξε ο Λουκας ήταν η ακρίβεια των γεγονότων. Εκείνο που τον οδήγησε το Άγιο Πνεύμα να κάνει, δεν ήταν να συντάξει ηθικά κηρύγματα, αλλά να καταγράψει τα γεγονότα με την αληθινή ιστορική τους σειρά: «Απεφάσισα κι εγώ, που παρακολούθησα απο την αρχήν με ακρίβειαν, να σου τα καταγράψω με σειράν». Ο Λουκάς φρόντισε να τα βάλλει όλα στην χρονολογική τους σειρά.
Που απευθύνει ο Λουκας το Ευαγγέλιο Του;
Εις τον «Κράτιστο Θεόφιλο». Ο τίτλος «κράτιστε» απεδίδετο σε υψηλά ισταμένους Ρωμαίους αξιωματούχους. Απ” το ονομά του φαίνεται ότι ήταν Έλληνας στην καταγωγή. Μαζί δε με τον Θεόφιλο, απευθυνεται και σε όλους εμάς που διαβάζομε τούτο το Ευαγγέλιο και το πιστεύουμε σαν Λόγο του Θεού.
Σκοπός που του το γράφει, και μας το γράφει:
«Ίνα επιγνώς περί ων κατηχήθης λόγων την ασφάλειαν».
«Δια να γνωρίσης την βεβαιότητα των πραγμάτων που εδιδάχθηκες».
Να του δώσει δηλαδή τα μέσα να βεβαιωθεί για την αλήθεια των όσων διδάχθηκε. Με απλά λόγια: Να δυναμώσει την πίστη του Θεόφιλου και των αναγνωστών του στο πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού, μιά και όλα αυτά τα γεγονότα αφορούν αυτό το πρόσωπο.
Ο Λόγος του Θεού μας λέγει ότι η παντοδυναμία του Θεού τα πάντα μπορεί να κάνει στον άνθρωπο που Τον εμπιστεύεται. Εάν ο Θεός δεν ενεργεί είναι, όχι γιατί δεν θέλει ή δεν μπορεί, αλλά γιατί ο άνθρωπος δεν Τον εμπιστεύεται. Άρα το πρόβλημα βρίσκεται στην πίστη του ανθρώπου.
Είναι το καυτό αίτημα προσευχής των αληθινών παιδιών του Θεού: «Κύριε δυναμωσέ μου την πίστη». Τα όσα διαβάσαμε πιο πάνω, δίνουν την απάντηση στο αίτημα: «Δια να γνωρίσης την βεβαιότητα των πραγμάτων που εδιδάχθηκες». Το λέγει και ο Παύλος πιο απλά: » Επομένως η πίστη έρχεται από την ακοή του κηρύγματος, και το κήρυγμα είναι ο Λόγος του Θεού» (Ρωμ.Ι 17).Το ξαναλέγει και στο Ρωμ. Α 16: «Διότι δεν εντρέπομαι το Ευαγγέλιον του Χριστού. Είναι δύναμις Θεού προς σωτηρίαν δια κάθε άνθρωπον που πιστεύει».
Μόνον αυτό; Να διαβάσωμε και κάτι άλλο απ” την Β. Κορ. Γ18: «Όλοι εμείς με ακάλυπτο πρόσωπο καθώς κυττάμε εκεί μέσα και καθρεπτιζόμαστε αντανακλώντας την λαμπρότητα του Κυρίου, μεταμορφωνόμεθα εις ομοιότητα με αυτόν από λαμπρότητα σε λαμπρότητα, τούτο προέρχεται από τον Κύριον, το Πνεύμα».
Ποιός μπορεί να χτίσει την πίστη στον άνθρωπο, την βεβαιότητα για το θείο σχέδιο; Ποιός έχει την δύναμη να τον στρέψει στον δρόμο της σωτηρίας; Ποιός είναι ο καθρέπτης που, καθώς καθρεπτίζεσαι, έχει την δύναμη να σε μεταμορφώνει, και να σε κάνει να λάμπεις σαν τον Κύριο; Μόνον ο Λόγος του Θεού. Έτσι απλός , ανόθευτος, όπως μας τον παρέδωσαν αυτοί που έζησαν τα γεγονότα.
Είθε ο Θεός να μας οδηγήσει να Τον μελετούμε σωστά, και να φέρωμε τους ανθρώπους σε επαφή μαζί Του.
Το σπέρμα που γονιμοποιεί το Άγιο Πνεύμα στην καρδιά των ανθρώπων, και το κάνει να βλαστήσει, είναι ο Λόγος του Θεού, τίποτα άλλο.

ΠΡΟΡΡΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΗ . Λουκας Α5-25.

«Κατά τας ημέρας του Ηρώδη του βασιλέως της Ιουδαίας, εζούσε κάποιος ιερεύς, ονομαζόμενος Ζαχαρίας, από την τάξιν του Αβιά και είχε γυναίκα από τους απογόνους του Ααρών, της οποίας το όνομα ήτο Ελισάβετ. Ήσαν και οι δύο δίκαιοι ενώπιον του Θεού, διότι εζούσαν άμεμπτον βίον σύμφωνα προς όλας τας εντολάς και τας διατάξεις του Κυρίου. Δεν είχαν όμως παιδί, διότι η Ελισάβετ ήτο στείρα και ήσαν και οι δύο προχωρημένης ηλικίας. Συνέβη δε κατά την διάρκεια της τελέσεως των ιερατικών του καθηκόντων ενώπιον του Θεού, κατά την σειρά της ταξεώς του, να πέσει εις αυτόν, κατά την συνήθεια της ιερατικής υπηρεσίας, ο κλήρος να θυμιάσει και να εισέλθει εις τον ναό του Κυρίου. Ολόκληρον δε το πλήθος προσευχότανε έξω κατά την ώρα του θυμιάματος. Τότε εμφανίσθηκε εις αυτόν άγγελος του Κυρίου, ο οποίος εστεκότανε δεξιά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και εταράχθηκε ο Ζαχαρίας όταν τον είδε και τον κατέλαβε φόβος. Του είπε δε ο άγγελος,» Μη φοβάσαι, Ζαχαρία, διότι η προσευχή σου έχει εισακουσθεί και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα σου γεννήσει υιόν και θα τον ονομάσεις Ιωάννην, και θα σου είναι χαρά και αγαλλίασις, και πολλοί θα χαρούν δια την γεννησίν του, διότι θα είναι μέγας ενώπιον του Κυρίου. Κρασί και οινοπνευματώδη ποτά δεν θα πίη. Θα είναι γεμάτος με Πνεύμα Άγιον από την κοιλιά ακόμη της μητέρας του, και πολλούς απο τους απογόνους του Ισραήλ θα τους κάνει να επιστρέψουν στον Κύριον τον Θεόν τους. Και θα έλθει πρίν από αυτόν με το πνεύμα και την δύναμη του Ηλία, ώστε να κάμει να γυρίσουν οι καρδιές των γονέων εις τα παιδιά τους και οι απειθείς να αποκτήσουν το φρόνημα των δικαίων και έτσι να ετοιμάσει δια τον Κύριον λαόν προδιατεθειμένον. «Και είπεν ο Ζαχαρίας εις τον άγγελον, «Πως να πεισθώ γι” αυτό; Διότι εγώ είμαι ηλικιωμένος και η γυναίκα μου προχωρημένης ηλικίας». Και απεκρίθη ο άγγελος, «Εγώ είμαι ο Γαβριήλ, ο οποίος παρουσιάζομαι ενώπιον του Θεού και είμαι σταλμένος να σου μιλήσω και να σου φέρω την ευχάριστη αυτή αγγελία. Και ιδού, θα είσαι βουβός και δεν θα μπορείς να μιλείς μέχρι την ημέραν που θα γίνουν αυτά, επειδή δεν επίστεψες εις τους λόγους μου, οι οποίοι θα εκπληρωθούν εις τον καιρόν τους». Και ο λαός ανέμενε τον Ζαχαρίαν και απορούσαν, διότι αργοπορούσε πολύ εις τον ναόν. Όταν εβγήκε, δεν μπορούσε να τους μιλήσει, και κατάλαβαν ότι είχε ιδή όραμα εις τον ναόν. Αυτός δε τους έκανε νεύματα και παρέμενε βουβός. Και όταν συμπληρώθηκαν αι ημέραι της ιερατικής του υπηρεσίας, έφυγε δια το σπίτι του. Έπειτα από τας ημέρας αυτάς η Ελισάβετ, η γυναίκα του, έμεινε έγκυος και έκρυβε τον εαυτό της πέντε μήνας και έλεγε, «Αυτό μου έκανε ο Κύριος κατα τας ημέρας, που ενδιαφέρθηκε να μου αφαιρέσει την εντροπήν μεταξυ των ανθρώπων».(Εδ.5-25).

Αν ρίξωμε μια ματιά στην ιστορία του Ισραήλ, μέχρι την ώρα που αρχίζουν τα γεγονότα που θα μας διηγηθεί ο Λουκάς στο Ευαγγελιό του, θα μπορέσωμε να διακρίνωμε 4 εποχές, 4 περιόδους, όσον αφορά την αποκάλυψη του θείου θελήματος στον λαό αυτό. Πρώτα είναι η πατριαρχική εποχή, μετά η Μωσαϊκή, η εποχή των προφητών, και τέλος, πριν ακριβώς τα γεγονότα που πρόκειται να μελετήσωμε, μεσολαβεί μια εποχή 400 περίπου χρόνων, που είχε σταματήσει τελείως η απ” ευθείας επικοινωνία του Θεού με τον λαό Του. Ήδη αυτή η εποχή τελείωνε, και επρόκειτο ν” αρχίσει μια καινούργια εποχή της αποκάλυψης του θείου θελήματος. Είναι η τελευταία φάση της θείας αποκάλυψης, που αυτή την φορά δεν απευθύνεται μόνον στον Ισραήλ, αλλά και σ” ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Ξεκινόντας ο Θεός το καινούργιο έργο Του, δεν ξέκοψε περιφρονητικά από το όργανο που χρησιμοποίησε για να φέρει εις πέρας το προηγούμενο έργο Του.
Όλα ξεκίνησαν μεσα απο τον Ναό, το κέντρο μέχρι τότε της θεοκρατίας, απ” τα σπλάχνα ενός Ισραηλίτη ιερέα.
Από εκεί βγήκε ο άνθρωπος με τον οποίον ο Θεός ξεκίνησε την τελευταία φάση του έργου Του για τους ανθρώπους.
Ο Ναός λοιπόν έγεινε το λίκνο της Καινής Διαθήκης, της λατρείας δηλαδή του Θεού «εν πνεύματι κι αληθεία».

«Κατά τας ημέρας του Ηρώδη του Βασιλέως της Ιουδαίας, εζούσε κάποιος ιερεύς, ονομαζόμενος Ζαχαρίας, απο την τάξιν του Αβιά κι είχε γυναίκα από τους απογόνους του Ααρών, της οποίας το όνομα ήτο Ελισάβετ. Ήσαν κι οι δυο δίκαιοι ενώπιον του Θεού, διότι εζούσαν άμεμπτον βίον, σύμφωνα προς όλας τας εντολάς και τας διατάξεις του Κυρίου.»(Εδ.5,6).

Η υπηρεσία των ιερέων απο την εποχή του Δαβίδ είχε χωρισθεί σε 24 εφημερίες, που η κάθε μια είχε ένα όνομα. Η κάθε εφημερία υπηρετούσε για 8 ημέρες – απο Σάββατο σε Σάββατο – μια φορά στους 6 μήνες. Η εφημερία Αβιά ήταν η 8η στη σειρά.
Ο όρος «δίκαιοι» δεν αποκλείει πλήρως την αμαρτία. Αγωνιζόντουσαν να τηρούν τις θεϊκές εντολές, αναγνωρίζοντας ταπεινά τις αμαρτίες τους, και προσπαθόντας να τις διορθώσουν με την θεία βοήθεια. Μιά όμοια περίπτωση σαν τον Κορνήλιο.
Και ή λέξη «άμεμπτοι» δεν αποκλείει την αμαρτία, γιατί και ο Παύλος στην Φιλιππισίους Γ6 αναφέρει για τον εαυτό του: «ως προς τον ζήλον διώκτης της εκκλησίας, ως προς την δικαιοσύνη του νόμου εζούσα άμεμπτος». Στο μέτρο που γνώριζε τον εαυτό του και τις εντολές του Θεού, ήταν πράγματι άμεμπτος. Σαν το φως του Θεού ομως ξεχύθηκε μέσα του, και φώτισε την καρδιά του, τούτος ο άμεμπτος άνθρωπος φώναξε: «Είμαι ο πρώτος των αμαρτωλών » (Α Τιμ.Α15). Ο σπόρος της αμαρτίας υπάρχει στην καρδιά του καθενός, έστω και αν αυτός προσπαθεί να υπακούει τέλεια το νόμο του Θεού.
Σε τούτη όμως την ευσεβή οικογένεια, που ήταν πράγματι άξια θεϊκής ευλογίας, υπήρχε ένα θλιβερό κενό. Δεν είχαν παιδί. Για τους Ισραηλίτες το να μην έχεις παιδί ήταν μια δοκιμασία τόσο βαρειά, που το θεωρούσαν σημάδι θεϊκής αποστροφής.
Πόσο θα είχαν προσευχηθεί γι” αυτό το θέμα! Σαν όμως περνούσαν τα χρόνια, οι ελπίδες μαραίνοταν, η προσευχή εξασθενούσε, η πίστη τρεμόσβηνε. Και τώρα «προχωρημένοι στην ηλικία», είχαν χάσει κάθε ελπίδα, είχαν σταματήσει να προσεύχονται, το είχαν ξεχάσει ολοσδιόλου. Δεν το είχε ξεχάσει ο Θεός όμως, απλώς δεν είχε έρθει η ώρα Του ακόμα, μιά ώρα που θα υπηρετούσε τα θεία σχέδια.

«Συνέβη δε κατά την διαρκεια της τελέσεως των ιερατικών καθηκόντων ενώπιον του Θεού, κατά την σειρά της ταξεώς του, να πέσει εις αυτόν, κατά την συνήθειαν της ιερατικής υπηρεσίας, ο κλήρος να θυμιάσει και να εισέλθει εις τον ναόν του Κυρίου. Ολόκληρον δε το πλήθος του λαού προσευχόταν έξω κατά την ώρα του θυμιάματος. Τοτε εμφανίσθηκε εις αυτόν άγγελος Κυρίου, ο οποίος εστεκότανε εις τα δεξιά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και ταράχθηκε ο Ζαχαρίας, όταν τον είδε και τον κατέλαβε φόβος».(Εδ.8-12).

Σύμφωνα με τον νόμο, θυμίαμα προσφερόταν κάθε πρωί και βράδυ (Έξοδος Λ 7,8).
Τότε γινόταν και δημόσια προσευχή. (Δημόσια προσευχή γινόταν και το μεσημέρι). Η προσφορά του θυμιάματος ήταν η πλέον τιμητική πράξη για τον ιερέα, γιατί του έδινε το δικαίωμα να μπει στο ιερό. Κι εκεί μέσα στο ιερό ήταν που του παρουσιάστηκε ο άγγελος. Ήταν το πρώτο υπερφυσικό γεγονός, το πρώτο θαύμα, μέσα σε μια σειρά πολλών άλλων που ακολούθησαν, τα οποία βοήθησαν να ξεκινήσει τούτη η τελευταία φάση του Θείου έργου μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Ειδικά τούτα τα θαύματα είχαν σκοπό να βοηθήσουν τους εκπροσώπους της παλαιάς τάξης πραγμάτων να καταλαβουν ότι άνοιγε μία καινούργια εποχή στο Θείο σχέδιο, ότι, ο,τι γινόταν, ήταν θείας προελεύσεως, εφαρμογή των όσων είχε προείπει ο Θεός δια της Γραφής. Ήτο αδύνατον να πεισθούν διαφορετικά αυτοί οι άνθρωποι, και να συνεργήσουν στην νέα κατάσταση πραγμάτων που εγκαινίαζε τώρα ο Θεός. Θέλοντας να υπακούσουν στον νόμο που ο Θεός τους είχε δώσει, θα έπρεπε να απορρίπτουν συνεχώς κάθε τι καινούργιο. Εκτός αν ο Ιδιος ο Θεός τους έπειθε ότι τούτο το καινούργιο ήταν απ” Αυτόν, προέκταση και εξέλιξη του παλαιού που τους είχε δώσει. Να λοιπόν γιατί εδώ μόνον, στο ξεκίνημα του Χριστιανισμού, ο Θεός χρησιμοποίησε καθ” υπερβολήν τον υπερφυσικό τρόπο, τα θαύματα. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Άλλωστε, όπως θαυματουργικά ξεκίνησε η πρώτη Δημιουργία, έτσι θαυματουργικά θα έπρεπε να ξεκινήσει κι η δεύτερη, για να καταδειχτεί ότι είναι έργο Θεού, κι όχι προϊόν ανθρώπινης επινόησης και προσπάθειας.
Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, οι άγγελοι είναι ολόγυρά μας και μας προστατεύουν. (Β Βασιλ. ΣΤ 17, ΨΛΔ8). Στην κατάσταση όμως που είμαστε δεν διαθέτομε το αισθητήριο για να συνειδητοποιήσομε την παρουσία τους.
Στον Ζαχαρία εμφανίσθηκε εκεί μέσα στο ιερό, «εις τα δεξιά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος και εταράχθηκε ο Ζαχαρίας όταν τον είδε, και τον κατέλαβε φόβος». Από που να προέρχεται τούτος ο φόβος; Είναι η συνειδητοποίηση της αμαρτωλότητας που ξεπηδά μέσα στον άνθρωπο όταν, εξ αιτίας μιάς υπερφυσικής εκδήλωσης, έρχεται σε επαφή με τον Θείο κόσμο. Θυμόμαστε τον Πέτρο, που όταν είδε το θαύμα του Κυρίου με τα ψάρια, και κατάλαβε με ποιόν είχε να κάνει, τρομοκρατήθηκε, και πέφτοντας στα πόδια Του, Του είπε, «Φύγε από εμένα Κύριε γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός».
Πότε φεύγει αυτός ο φόβος; Όταν φύγει η αμαρτία, η ενοχή από μέσα μας. Κι η αμαρτία φεύγει μόνο όταν πιστέψωμε στο πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού.
Βλέποντας τον Ζαχαρια τρομοκρατημένον ο αγγελος αμέσως τον καθησυχάζει, δίδοντας του ταυτόχρονα το μήνυμα που είχε επιφορτισθεί να του φέρει:

«Του είπε δε ο άγγελος, «Μη φοβάσαι, Ζαχαρία, διότι η προσευχή σου έχει εισακουσθή και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα σου γεννήσει υιόν και θα τον ονομάσης Ιωάννην, και θα σου είναι χαρά και αγαλλίασις και πολλοί θα χαρούν δια την γέννησίν του, διότι θα είναι μέγας ενώπιον του Κυρίου. Κρασί και οινοπνευματώδη ποτά δεν θα πίη. Θα είναι γεμάτος Πνεύμα Άγιον από την κοιλίαν ακόμη της μητέρας του, και πολλούς από τους απογόνους του Ισραήλ θα τους κάνει να επιστρέψουν εις τον Κύριον τον Θεόν τους. Και θα έλθει πριν απ” αυτόν με το πνεύμα και τη δύναμιν του Ηλία, ώστε να κάμει να γυρίσουν οι καρδιές των γονέων εις τα παιδιά τους, και οι απειθείς να αποκτήσουν το φρόνημα των δικαίων και έτσι να ετοιμάσει δια τον Κύριον λαόν προδιαθετειμένον»(Α13-17).

Να δούμε το μήνυμα του αγγέλου. Πρώτα δίνει ορισμένες διαβεβαιώσεις στον Ζαχαρία. Έπειτα περιγράφει το πρόσωπο του γυιού του, που πρόκειται να γεννηθεί. Τέλος αποκαλύπτει την αποστολή του γυιού του.
«Κατ” αρχάς», του διευκρινίζει, «δεν ήλθα με σκοπό να κρίνω, αλλά να σου γνωστοποιήσω εύνοια εκ μέρους του Θεού». Ήρθε η ώρα να απαντηθεί η προσευχή σου, η γυναίκα σου πρόκειται να γεννήσει γυιό. Ο Θεός έχει ορίσει και το όνομα που θα του δώσεις, είναι «Ιωάννης».
Η λέξη «Ιωάννης», στα Εβραικά «Γιοχανάν», είναι σύνθετη απο το «Γιαχβέ» (Θεός), και το ρήμα «χαναν» που σημαίνει δείχνω εύνοια, χάρη. Δηλαδή «Ο Θεός δείχνει χάρη». Είναι το όνομα του ανθρώπου τον οποίον ο Θεός χρησιμοποίησε να προαναγγείλει τον ερχομό μιας νέας εποχής για το ανθρώπινο γένος, που χαρακτηρίζεται σαν εποχή της χάρης, της εύνοιας του Θεού.
Η χαρά για την γέννηση τούτου του παιδιού δεν θα περιοριζόταν στον στενό κύκλο της οικογενείας του, αλλά θ” απλωνόταν σ” ένα μεγάλο μέρος της χώρας, «και πολλοί θα χαρούν δια την γεννησίν του». Γιατί; «Διότι θα είναι μέγας ενώπιον του Κυρίου». Όπως είπαμε προηγουμένως, ο Θεός για 400 χρόνια είχε διακόψει καθε απ” ευθείας επικοινωνία με τον Λαό Του. Όλοι ποθούσαν ν” ακουστεί «Λόγος Θεού», ν” αρχίσουν να εκπληρώνονται τα σχέδια του Θεού για τον ερχομό του περιπόθητου Μεσσία.
Απ” τα γεγονότα που προηγήθηκαν της σύλληψης αυτού του παιδιού, πολλοί θα καταλάβαιναν ότι επρόκειτο επιτέλους να εμφανισθεί «άνθρωπος του Θεού», ότι ο Θεος άρχιζε να υλοποιεί τα σχεδιά Του, εξ αυτού λοιπόν η χαρά τους.
Τι να εννοεί άραγε για τον Ιωάννη λέγοντας » μέγας ενώπιον του Κυρίου»; Το εξηγεί στην συνέχεια: » Κρασί και σίκερα δεν θα πίει. Θα είναι γεμάτος Πνεύμα Άγιον απο την κοιλία ακόμα της μητέρας του, και πολλούς απο τους απογόνους του Ισραήλ θα τους κάνει να επστρέψουν εις Κύριον τον Θεόν τους».
Μπορείς να γίνεις μέγας ηθοποιός, μέγας πολιτικός, μέγας ποδοσφαιριστής, συγγραφέας και τόσα άλλα. Όλα αυτά όμως ανήκουν στην κατηγορία, «μέγας ενώπιον των ανθρώπων». Στην κατηγορία του «μέγας ενώπιον του Κυρίου», ανήκουν άνθρωποι σαν τον Ιωάννη, άνθρωποι πλήρως αφιερωμένοι στον Θεό, μακρυά από τις πολυτέλειες και την τρυφηλή ζωή του κόσμου τούτου, άνθρωποι στους οποίους εργάζεται και ενεργεί το Πνεύμα του Θεού, άνθρωποι που τους απορροφά μόνο το θείο θέλημα.
(Τα «σίκερα» είναι όλα τα ποτά που παράγονται απο χυμό φρούτων με την ζύμωση, εκτός απο τον χυμό των σταφυλιών).
Στην Εφεσίους Ε18 ο Λόγος του Θεού κάνει μια αντίστοιχη σύσταση στον κάθε πιστό: «Μη μεθύσκετε με κρασί, πράγμά που είναι ασωτία, αλλά να γεμίζετε με Άγιο Πνεύμα». Στην περίπτωση του Ιωάννη αυτός ο τρόπος ζωής θα άρχιζε ενώ ήτο ακόμη «στην κοιλία της μητέρας του». Γι” αυτό, έμβρυο ακόμα, όταν συναντήθηκε με τον Κύριο και Θεό του, τότε που επισκέφθηκε την μητέρα Του η μητέρα του Κυρίου, «εσκίρτησε» μεσα στην κοιλιά της μητέρας του, καθώς θα δούμε στα εδάφια 41-44.
Στην συνέχεια ο άγγελος εξηγεί στον Ζαχαρία την αποστολή, το έργο αυτού του παιδιού:
Γενικά το έργο του θα είναι : «Πολλούς απο τους απογόνους του Ισραήλ θα τους κάνει να επιστρέψουν εις τον Κύριον τον Θεόν τους». Δηλαδή ψυχές αποξενωμένες από τον Θεό θα τις φερει πάλιν κοντά Του.
Ειδικώτερα να τι του έχει ανατεθεί να κάνει:
«Αυτός προελεύσεται ενώπιον αυτού εν πνεύματι και δυνάμει Ηλίου, επιστρέψαι καρδίας πατέρων επί τέκνα και απειθείς εν φρονήσει δικαίων, ετοιμάσαι Κυρίω λαόν κατεσκευασμένον», και από την μετάφραση: «Θα έλθη πριν απ” αυτόν με το πνεύμα και τη δύναμη του Ηλία, ώστε να κάμει να γυρίσουν οι καρδιές των γονέων εις τα παιδιά τους και οι απειθείς να αποκτήσουν το φρόνημα των δικαίων και έτσι να ετοιμάσει δια τον Κύριον λαόν προδιατεθειμένον».
Τετρακόσια χρόνια πριν, ο προφήτης Μαλαχίας είχε προφητεύσει τα εξής: «Ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελον μου και θέλει κατασκευάσει την οδόν έμπροσθεν μου. Και ο Κύριος, τον οποίον σεις ζητείτε, εξαίφνης θέλει έλθει εις τον ναόν αυτού, ναι, ο άγγελος της διαθήκης, τον οποίον σεις θέλετε.»
Θα προπορευόταν πριν απο τον Κύριον, «κι ενώπιον αυτού «, δηλαδή κάτω απο το βλέμμα Του, για να Του προετοιμάσει τον δρόμο προς τις καρδιές των ανθρώπων.
Θα ερχόταν δε » εν πνεύματι και δυνάμει Ηλίου». Θα ήταν δηλαδή ένας άλλος Ηλίας, αφού το Πνεύμα θα κατοικούσε μέσα του, όπως και στον Προφήτη Ηλία, και θα του έδινε μία ανάλογη δύναμη για μαρτυρία.
Από διάφορα εδάφια των Ευαγγελίων φαίνεται ότι ο λαός, και οι μορφωμένοι αναμεσά τους, περίμεναν, πριν τον ερχομό του Μεσσία, μία προσωπική εμφάνιση του προφήτη Ηλία, ή κάποιου άλλου προφήτη ανάλογου του Ηλία, ή και των δύο (Ιω Α21,22, Ματθ. ΙΣΤ14, ΙΖ10, ΚΖ47). Ήταν και η απορία των μαθητών που τους την διευκρίνισε ο Κύριος.
Σαν ερχόταν λοιπόν αυτός ο πρόδρομος του Μεσσία, θα έκανε μεταξύ του λαού τούτα τα δύο πράγματα:
α) «Επιστρέψαι καρδίας πατέρων επί τέκνα», «θα έκανε να γυρίσουν οι καρδιές των πατέρων στα παιδιά τους».
Εδώ ο Λόγος του Θεού μάλλον δεν μιλά για την αποκατάσταση της οικογενειακής ή της κοινωνικής ειρήνης στον Ισραήλ, γιατί ποτέ το έργο του Ιωάννη του Βαπτιστή δεν είχε τέτοιο σκοπό. Θα καταλάβουμε τι εννοεί, αν ανατρέξωμε σε σχετικά εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης. Λέγει ο Ησαίας στο ΚΘ 22: «Ο Ιακώβ δεν θέλει πλέον αισχυνθή, και το πρόσωπο αυτού δεν θέλει πλέον ωχριάσει. Αλλ” όταν ιδή τα τέκνα αυτού, το έργο των χειρών μου εν μέσω αυτού, θέλουσιν αγιάσει το ονομά μου», ή στο ΞΓ 16: «Συ βεβαίως είσαι ο Πατήρ ημών, αν και ο Αβραάμ δεν εξεύρη ημάς, και ο Ισραήλ δεν γνωρίζει ημάς. Συ Κύριε είσαι ο Πατήρ ημών. Λυτρωτής ημών είναι το ονομά σου από αιώνος». Από τον άλλο κόσμο ο Αβραάμ και ο Ιακώβ ντρεπόταν για το κατάντημα των αμαρτωλών τους απογόνων, και είχαν αποσρέψει το βλέμμα και την καρδιά τους από αυτούς. Τώρα όμως θα μπορούσαν να τους ξανακυττάξουν,»να επιστρέψουν την καρδιά τους σ” αυτούς», ικανοποιημένοι εξ αιτίας της αλλαγής που θα έφερνε το έργο του Ιωάννη του Προδρόμου. Γι” αυτό και ο Κύριος είπε (Ιω.Η56): «Αβραάμ ο πατήρ ημών είχε χαρά να ιδή την ημέρα την δική μου, και την είδε και χάρηκε».
Ίσως όμως και να ισχύει η κατά λέξη ερμηνεία.
β) «Απειθείς εν φρονήσει δικαίων «. Τους απειθείς στον Θεό θα τους οδηγήσει στην «φρόνηση των δικαίων». «Φρόνηση» είναι η σωστή εκτίμηση των πραγμάτων, μια εκτίμηση που μόνο οι δίκαιες καρδιές μπορούν να την κάνουν. Δηλαδή θα κάνει τους απειθείς να εκτιμάνε τα πράγματα, όσον αφορά την στάση τους απέναντι στο Θεό και στο συνανθρωπό τους, όπως τα εκτιμάνε οι δίκαιοι. Τον υπερήφανο Φαρισαίο θα προσπαθούσε να τον κάνει να βλέπει τα πράγματα όπως ο ταπεινός τελώνης, αυτός τον οποίον δικαίωσε Θεός.
Έτσι ο Ιωάννης επιστρέφοντας τον πλανημένο λαό του στο πνεύμα των πατριαρχών τους, δηλαδή στο πνεύμα της υπακοής στον Θεό, θα προετοίμαζε γι” Αυτόν, του οποίου θα ήτο πρόδρομος, ένα λαό ευνοϊκά διατεθειμένο, ευκολύνοντας έτσι το έργο Του.
Και έτσι έγιναν τα πράγματά στην μερίδα εκείνη του λαού που ήθελαν πραγματικά τον Θεό. Αρκεί να σκεφτούμε ότι τους περισσοτέρους μαθητές Του ο Κύριος τους διάλεξε απο τους μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή.

Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ. Λουκας Α 18-25.
Είμαστε μέσα στο ιερό του Ναού, όπου ο άγγελος μόλις είχε γνωστοποιήσει στον Ζαχαρία το άγγελμα για την γέννηση του παιδιού του, και για το έργο που θα του ανέθετε ο Θεός.

«Και είπεν ο Ζαχαρίας εις τον άγγελον, «Πως θα πεισθώ γι” αυτό; Διότι εγώ είμαι ηλικιωμένος και η γυναίκα μου προχωρημένης ηλικίας». Και απεκρίθη ο άγγελος, «Εγώ είμαι ο Γαβριήλ ο οποίος παρουσιάζεται ενώπιον του Θεού και είμαι σταλμένος να σου μιλήσω και να σου φέρω την ευχάριστην αυτήν αγγελίαν». (Α 18-20)

Εδώ βλέπομε πως αυτός ο δίκαιος, ο άμεμπτος ενώπιον του Θεού, αυτός που τόσο καιρό προσευχόταν γι” αυτό το θέμα, τούτη την κρίσιμη ώρα δυσπιστεί. Αντί να καρφώσει το μάτι του στον Θεό, και στο τι Αυτός μπορεί να κάνει, στρέφεται να πιαστεί απο την ανθρώπινη λογική του, απο την πείρα του, και εκεί βουλιάζει. Ναι, κατά την ανθρώπινη λογική, πέραν από μία ηλικία ο άνθρωπος δεν μπορεί να γεννήσει παιδί. Εδώ όμως του ανηγγέλθη Λόγος Θεού, υπόσχεση του Θεού. Ποιό τελικά θα πραγματοποιηθεί, αυτό που λέγει η ανθρώπινη λογική, ή ότι λέγει ο Λόγος του Θεού που δημιούργησε την ανθρώπινη λογική; Αιφνιδιάστηκε ο Ζαχαρίας και μπέρδεψε τα πράγματα. Αδυναμία της ανθρώπινης ηθικής φύσης. Θυμόμαστε κάτι ανάλογο που συνέβη στην πρώτη εκκλησία: Σαν φυλακίστηκε ο Πέτρος, όλοι έπεσαν στα γόνατα για την απελευθερωσή του. Σαν όμως ο Κύριος απάντησε, και με θαυμαστό τρόπο τον απελευθέρωσε, κανείς δεν το πίστευε σαν τον είδαν εμπρός τους. Έτσι λοιπόν και εδώ ο Ζαχαρίας ζητά απ” τον άγγελον ένα σημάδι : «Πως θα πεισθώ γι” αυτό; Διότι εγώ είμαι ηλικιωμένος και η γυναίκα μου προχωρημένης ηλικίας», και ας είχε ήδη εμπρός του το μεγαλύτερο σημάδι, τον άγγελο του Κυρίου.
Προκειμένου τωρα να κάνει τον Ζαχαρία να συναισθανθεί την σοβαρότητα του σφάλματός του, ο άγγελος αναφέρεται σε δύο πράγματα, στο αξιωμά του σαν αγγελιοφόρος του Θεού, και στην φύση του μηνύματος που του έφερε: «Και απεκρίθη ο άγγελος, «Εγώ είμαι ο Γαβριήλ, ο οποίος παρουσιάζομαι ενωπιον του Θεού και είμαι σταλμένος να σου μιλήσω και να σου φέρω την ευχάριστην αυτήν αγγελίαν «. α) » Εγώ είμαι ο Γαβριήλ», και συμπληρώνει: «ο παρεστηκώς ενώπιον του Θεού», για να δείξει ότι δεν είναι αυτός που προσβάλλεται απ” την έλλειψη εμπιστοσύνης του Ζαχαρία, αλλά ο Θεός που τον έστειλε.
«Γαβριήλ» στα Εβραικά σημαίνει, «δυνατός αγγελιοφόρος του Θεού».
Στην Αγία Γραφή έχομε μόνο δύο ουράνια όντα που αναφέρονται με το ονομά τους, τον Γαβριήλ και τον Μιχαήλ, που στα Εβραϊκά σημαίνει, » ποιός είναι σαν τον Θεό;» ( Δανιήλ Η16, Θ21, Η13 21, ΙΒ1, Ιούδα 9, Αποκάλυψη ΙΒ 7). Αυτά τα ονόματα είναι κατ” εξοχήν συμβολικά. Μας φανερώνουν τον χαρακτήρα και την αποστολή αυτών των όντων. Όταν απευθύνομε τον λόγο σε κάποιον, σκοπός μας είναι να γίνουμε αντιληπτοί. Έτσι και ο ουρανός, όταν επικοινωνεί με την γη, αναγκαστικά δανείζεται την γλώσσα της, για να της γίνει κατανοητός, χρησιμοποιεί δηλαδή ανθρώπινα ονόματα, ανθρώπινες εκφράσεις. Τον Γαβριήλ τον ξανασυναντούμε στον Δανιήλ, όταν έρχεται να του αναγγείλει την αποκατάσταση της Ιερουσαλήμ. Ο ίδιος επίσης έρχεται να αναγγείλει στην Μαριάμ την υπόσχεση ότι θα φέρει στον κόσμο τον Σωτήρα τους. Φαίνεται ότι τον χρησιμοποεί ο Θεός σαν επίγειο ευαγγελιστή. Είναι απ” τα όντα που στέκουν πολύ πλησίον του θρόνου του Θεού.
β) Ο Ζαχαρίας θα έπρεπε να πεισθεί όταν είχε εμπρός του ένα τέτοιο πρόσωπο, και μάλιστα όταν του έφερνε μήνυμα για απάντηση σε προσευχή του, για την εκπλήρωση μιας μεγάλης επιθυμίας του.
Τελικά ο άγγελος του δίνει το σημείο που ζήτησε, αλλά ταυτόχρονα, τούτο το σημείο είναι και η τιμωρία του: «Ιδού, θα είσαι βουβός και δεν θα μπορείς να μιλής εως την ημέραν, που θα γίνουν αυτά, επειδή δεν επίστεψες εις τους λόγους μου, οι οποίοι θα εκπληρωθούν εις τον καιρό τους».

«Κι ο λαός ανέμενε τον Ζαχαρίαν και απορούσαν, διότι αργοπορούσε πολύ εις τον ναόν. Όταν εβγήκε δεν μπορούσε να τους μιλήσει και κατάλαβαν οτι είχε δεί όραμα εις τον ναόν. Αυτός δε τους έκανε νεύματα και παρέμενε βουβός. Και όταν συμπληρώθηκαν αι ημέραι της ιερατικής του υπηρεσίας, έφυγε δια το σπίτι του». (Εδαφ. 21-23).

Και τότε άρχισε η εκπλήρωση της υπόσχεσης: «Ύστερα από τας ημέρας αυτάς η Ελισάβετ, η γυναίκα του, έμεινε έγκυος και έκρυβε τον εαυτό της επί πέντε μήνας και έλεγε, «Αυτό μου έκανε ο Κύριος κατά τας ημέρας, που ενδιαφέρθηκε να μου αφαιρέσει την ντροπή ενώπιον των ανθρώπων». Αν φαίνεται ότι ο Κύριος μας στερεί μια ευλογία, είναι για να μας δώσει μία καλύτερη, και την ώρα που πρέπει.
Σαν έμεινε έγκυος η Ελισάβετ, περίμενε 5 μήνες, και τότε εμφανίσθηκε εις τον κόσμο, με ορατό πλέον το σημάδι της ευλογίας του Θεού επάνω της. Η ντροπή που την βάραινε στα μάτια του κόσμου σαν άτεκνη, είχε πλέον αφαιρεθεί απ” τον Κύριο. Τα ίδια ακριβώς λόγια είχε πει και η Ραχήλ σαν έμεινε έγκυος: «Ο Κύριος αφαίρεσε το όνειδος μου» ( Γεν. Λ 23).
Φαίνεται πως όλα αυτά τα χρόνια την είχαν πολύ ταπεινώσει. Αυτό συνάγεται έμμεσα και από το εδάφιο 36, όπου ο άγγελος, αναφερόμενος στην Ελισάβετ, χρησιμοποιεί την έκφραση «αυτή την καλουμένη στείρα». Ετσι μάλλον θα την φώναζαν οι κάτοικοι της περιοχής.
Καλόδεχτες λοιπόν οι φυσικές μας αδυναμίες και ελαττώματα, γιατί εκεί ακριβώς ο Θεός μπορεί να φέρει την μεγαλύτερη ευλογία. Και ο Μωυσής, «ο άνθρωπος του Θεού», βραδύγλωσσος ήταν, και του Παύλου ο λόγος «εξουθενημένος», «τιποτένιος» όπως τον κατηγορούσαν, χώρια το άλλο μεγάλο φυσικό ελάττωμα που είχε. Ο Θεός όμως τούτες ακριβώς τις αδυναμίες χρησιμοποίησε για να δοξάσει το όνομα Του. Ας τον ευχαριστούμε λοιπόν για όλες τις φυσικές μας αδυναμίες, γιατί εκεί πιο πολύ θα δούμε την δυναμή Του.

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ. Λουκας Α 26-33.

«Κατά δε τον έκτον μήνα απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ απο τον Θεό εις την πόλιν της Γαλιλαίας, που ωνομάζετο Ναζαρέτ, προς παρθένον, η οποία ήταν μνηστευμένη με άνδρα ονομαζόμενον Ιωσήφ απο τον οίκον του Δαυίδ και το όνομα της παρθένου ήτο Μαριάμ. Και όταν παρουσιάσθηκε εις αυτήν ο άγγελος της είπε, «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου, ευλογημένη είσαι μεταξύ των γυναικών». Αυτή δε μόλις τον είδε, εταράχθηκε με τα λόγια αυτά και εσκέφτετο τι σημαίνει ο χαιρετισμός αυτός. Και ο άγγελος της είπε, » Μη φοβάσαι, Μαριάμ, διότι ευρήκες χάριν ενώπιον του Θεού. Θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις υιόν και θα τον ονομάσεις Ιησούν. Αυτός θα είναι μέγας και θα ονομασθεί Υιός του Υψίστου και θα του δώσει ο Θεός τον θρόνον του Δαυίδ του πατέρα του, και θα βασιλεύσει εις τον οίκον του Δαυίδ αιωνίως και η βασιλεία του δεν θα έχει τέλος». Είπε δε η Μαριάμ εις τον άγγελον, «πως θα γίνει αυτό αφού δεν έχω άνδρα;». Ο άγγελος απεκρίθη, «Πνεύμα Άγιον θα έλθη σ” εσέ και δύναμις του Υψίστου θα σε σκιάση, δια τούτο και το άγιον που θα γεννηθεί θα ονομασθή Υιός Θεού. Και η Ελισάβετ η συγγενής σου, συνέλαβε και αυτή υιόν εις τα γεραματά της και αυτή που θεωρείται στείρα, είναι τώρα εις τον έκτον μήνα της, διότι κανένα πράγμα δεν είναι αδύνατο εις τον Θεόν». Είπε τότε η Μαριάμ, «Ιδού η δούλη του Κυρίου ας μου γίνει όπως είπες». Και έφυγεν απ” αυτήν ο άγγελος». (Εδ. 26-38).

Η γέννηση του Ιωάννη του Βαπτιστή, όπως παλαιότερα και του Ισαάκ, ήταν το αποτέλεσμα μιας υπερφυσικής επέμβασης, αλλά μέσα στα πλαίσια της φυσικής τάξης των πραγμάτων. Το ανδρόγυνο πήρε δύναμη απ” τον Θεόν, και πάρα το προχωρημένο της ηλικίας του, γέννησε παιδί. Ένα συνηθισμένο φυσικό γεγονός, που με την δύναμη του Θεού έλαβε χώρα, όταν βιολογικά ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί.
Η γέννηση όμως του Ιησού Χριστού έχει έναν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα. Έχει τον χαρακτήρα μιας νέας δημιουργίας. Αντιστοιχεί, όσον αφορά τον τρόπον με τον οποίον πραγματοποιήθηκε, όχι με την γέννηση του Ισαάκ, ή του Ιωάννη του Βαπτιστή, αλλά με την γέννηση, με την δημιουργία του πρωτόπλαστου Αδάμ. Ο Ιησούς είναι ο δεύτερος Αδάμ. Η γέννηση Του είναι το ξεκίνημα μιας νέας δημιουργίας. Στο πρόσωπο Του ο Θεός δημιουργεί μια καινούργια ανθρωπότητα. Φροντίζει όμως να κρατήσει τον σύνδεσμο με την παλαιά ανθρωπότητα. Στην πρώτη δημιουργία ο Θεός δεν έπλασε το ανθρώπινο σώμα εκ του μηδενός, αλλά με υλικό απο την γη που προϋπήρχε, επί της οποίας στην συνέχεια έδωσε στον Αδάμ απόλυτη κυριαρχία. Έτσι ακριβώς τώρα και με την δημιουργία του δεύτερου Αδάμ, δεν δημιούργησε το σώμα Του εκ του μηδενός, αλλά το πήρε απ” την μήτρα μιας ανθρώπινης μητέρας, έτσι ώστε να διατηρήσει τον απαραίτητο σύνδεσμο μεταξύ της κεφαλής της νέας ανθρωπότητας και της παλαιάς, της φυσικής ανθρωπότητας, αυτήν την οποίαν Εκείνος έχει αποστολήν τώρα να την ανυψώσει στο δικό Του ανάστημα.
Όμως ούτε και σ” αυτή την περίπτωση περιφρονεί την παλαιά θεία τάξη πραγμάτων. Όπως για τον προαγγελόν Του τον Ιωάννη φρόντισε να έλθει μέσα απο το ιερατείο του Ισραήλ, απ” τα σπλάχνα ενός Ισραηλίτη ιερέα, έτσι και γι” Αυτόν, φροντίζει να Τον φέρει σαν απόγονο της βασιλικής γενιάς του Ισραήλ. Δείχει έτσι ότι τούτη η φάση στο θείο έργο δεν είναι παρά συνέχεια της προηγουμένης (η Καινή Διαθήκη συνέχεια της Παλαιάς Διαθήκης.)
Ο αγγελιοφόρος και εδώ είναι πάλιν ο Γαβριήλ. Το μηνυμά του τώρα δεν το φέρνει στον Ναό. Το φέρνει στο δωμάτιο του σπιτιού μιας νεαρής Ισραηλίτισσας. Ίσως η Μαριάμ να προσευχόταν εκείνη την ώρα. Το δωματιό της έγινε για μια στιγμη ναός.
Ο «έκτος μήνας» είναι ο έκτος μήνας της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ. Τούτος ο χρονικός ορισμός συνδέεται με το προηγουμενο εδάφιο 24.
Μπαίνοντας ο άγγελος στο δωμάτιο την χαιρετά με τούτα τα λόγια: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου, ευλογημένη είσαι συ μεταξύ των γυναικών».
Η λέξη «κεχαριτωμένη» είναι από το ρήμα » χαριτώνω» που σημαίνει, » χαρίζω σε κάποιον την εύνοιά μου». Δηλαδή επάνω στην Μαριάμ ήρθε και αναπαύθηκε η χάρη, η εύνοια του Θεού, «ο Κύριος ήτο μαζί της», όπως επεξηγεί στην συνέχεια ο Γαβριήλ. Αυτό ήτο προνόμιο μόνο της Μαριάμ; Όχι. Σε λίγο τούτο το προνόμιο θα το απολάμβαναν και όλοι όσοι πίστευαν σ” Αυτόν που θα γεννούσε. Διαβάζομε στην Εφεσίους Α5,6, «Προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις αυτόν, κατά την ευδοκία του θελήματος αυτού, εις έπαινον δόξης της χάριτος αυτού, εν η εχαρίτωσεν ημάς εν τω αγαπημένω «.
Άρα, όλοι οι πιστοί είναι «κεχαριτωμένοι», απολαμβάνουν δηλαδή την εύνοια, την χάρη του Θεού.
Σαν είδε τον άγγελο εμπρός της, και άκουσε τον χαιρετισμό του, η Μαριάμ ταράχτηκε, πολύ φυσιολογικό, αν δείς ξαφνικά στο δωματιό σου ένα ξένο πρόσωπο.
Ο άγγελος την καθησυχάζει και της αναγγέλει το θείο μήνυμα:

«Μη φοβάσαι, Μαριάμ, διότι ευρήκες χάρη εκ μέρους του Θεού. Θα μείνης έγκυος και θα γεννήσης υιόν και θα τον ονομάσεις Ιησούν. Αυτός θα είναι μέγας και θα ονομασθεί Υιός του Υψίστου και θα του δώσει ο Θεός τον θρόνο του Δαυίδ του πατέρα του, και θα βασιλεύσει εις τον οίκον του Ιακώβ αιωνίως και η βασιλεία του δεν θα έχει τέλος».(Εδ.30-33).

«Μη φοβάσαι Μαριάμ διότι ευρήκες χάρη, ευνοήθηκες απο τον Θεό». Να πως: α) Θα κάνεις γυιό. β) Ο γυός σου θα είναι κάτι το ξεχωριστό. γ) Θα πάρει θεϊκό τίτλο. δ) Θα γίνει αιώνιος Βασιλιάς.
Να σταθούμε λίγο στον γυιό που πρόκειται να γεννήσει, όπως τον περιγράφει ο άγγελος.
α) Το όνομα Του έχει δοθεί ήδη απο τον Θεό, είναι «Ιησούς». Τότε συνηθίζετο το όνομα να φανερώνει τον χαρακτήρα και το έργο αυτού που το έφερε. «Ιησούς» σημαίνει, «Ο Θεός σώζει». Ο Ματθαίος ( Α21) μας αναφέρει ότι στον Ιωσήφ, τον άνδρα της Μαρίας, εδόθη τούτη ακριβώς η εντολή: «Θα καλέσεις το όνομα του παιδιού που θα γεννήσει η Μαρία » Ιησού», διότι Αυτός θα σώσει τον λαόν Του απο τις αμαρτίες τους».
Να λοιπόν η απάντηση απ” τον Θεό στο βασανιστικό ερώτημα που πρέπει να απασχολεί τον κάθε άνθρωπο: «Πως μπορώ να σωθώ απ” τις αμαρτίες μου;» Απάντηση: Μόνον μέσω ενός προσώπου που ο Θεός Τον όρισε σωτηρα για όλο το ανθρώπινο γένος, μόνο μέσω του Ιησού Χριστού. Διαβάζομε στις Πράξεις Δ12: «Δεν υπάρχει δι” ουδενός άλλου σωτηρία, ούτε υπάρχει άλλο όνομα υπό τον ουρανόν, δοσμένον εις τους ανθρώπους, δια του οποίου πρέπει να σωθούμε». Ότι και αν κάνεις, ότι και αν προσφέρεις, ποτέ μόνος σου δεν θα μπορέσεις να σωθείς, να εξαγοράσεις την ψυχήν σου. Τούτο μόνον ο Ιησούς Χριστός μπορεί να το κάνει για σένα.
β) «Αυτός θα είναι μέγας». Όταν στην γη ονομάζουν κάποιον «μέγα», τον ονομάζουν έτσι για την δυναμή του, ή την περιουσία του, ή τα τάλαντά του, ή τις κατακτήσεις του. Όταν ο ουρανός όμως ονομάζει κάποιον «μέγα», τον ονομάζει έτσι μόνον για την αγιότητά του, για την αφιέρωσή του στον Θεό. Και αν τώρα κάποιος αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Θεό, ο Θεός του χαρίζει μετά τα πάντα, την παντοδυναμία Του, την σοφία Του, την αγάπη Του. Έτσι λοιπόν τούτο το παιδί που θα γεννηθεί, μπορεί με τα ανθρώπινα κριτήρια να θεωρηθεί φτωχός και άσημος, με τα κριτήρια όμως του Ουρανού » μέγας».
γ) Ο τίτλος του θα είναι: «Υιός του Υψίστου». Δηλαδή θα έχει μία προσωπική και υπερφυσική σχέση με το πρόσωπο του Θεού. Τούτο το διευκρινίζει πιο καθαρά λίγο παρακάτω, στο εδάφιο 35, όπου της λέγει : «Πνεύμα άγιο θα έλθει σ” εσέ και δύναμις του Υψίστου θα σε σκιάση δια τούτο και το άγιον που θα γεννηθεί θα ονομασθεί Υιός Θεού».
Το κείμενο λέγει: «Υιός Υψίστου κληθήσεται». Η φράση «κληθήσεται» σημαίνει εδώ ότι, όλο το σύμπαν, θα Τον αναγνωρίσει με αυτήν την ιδιότητα, και αυτό γιατί τούτη είναι η αληθινή Του φύση.
δ) Το αξίωμά Του και η αποστολή Του εδώ στην γη: Διάδοχος στον θρόνο του Δαβίδ και βασιλιάς του Ισραήλ για όλους τους αιώνες. Τα λόγια τούτα του αγγέλου είναι παρμένα απο τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης ( Β. Σαμ. Ζ 12,13, Ησαίας Θ 5-7).
Και αν Τον δεχόταν ο Ισραήλ, τούτο θα είχε ήδη πραγματοποιηθεί. Ο Ισραήλ θα μεταμορφωνόταν υπό την επιρροή Του, και θα άνοιγε την αγκαλιά του σε όλα τα Έθνη. Επειδή όμως Τον απέρριψε, η ιστορία θα καταλήξει βέβαια εκεί, στην παγκόσμια κυριαρχία Του, αλλά από άλλον όμως δρόμο, αυτόν που πορευόμαστε τώρα.
Σαν το άκουσε η Μαρία δεν εκφράζει αμφιβολλία. Πιστεύει στα λόγια του αγγέλου. Η έκπληξη της όμως είναι μεγάλη, και ζητά εξηγήσεις:

«Είπε δε η Μαριάμ προς τον άγγελον, «Πως θα γίνει αυτό, αφού δεν έχω άνδρα;» Ο άγγελος απεκρίθη, «Πνεύμα Άγιον θα έλθη σ” εσέ και δύναμις του Υψίστου θα σε σκιάση δια τούτο και το άγιον που θα γεννηθή θα ονομασθή Υιός Θεού. Και η Ελισάβετ η συγγενής σου, συνέλαβε υιόν εις τα γεραματά της και αυτή που θεωρείται στείρα, είναι τώρα εις τον έκτον μήνα της, διότι κανένα πράγμα δεν είναι αδύνατον εις τον Θεό». Είπε τότε η Μαριάμ, «Ιδού η δούλη του Κυρίου ας μου γίνη όπως είπες». Και έφυγε απ” αυτήν ο άγγελος». (Εδ. 34-38)

Στην παρατήρηση της Μαρίας ότι δεν θα μπορούσε να κάνει παιδί, γιατί ακόμα δεν ήταν παντρεμμένη, ο άγγελος της διευκρινίζει ότι εδώ δεν πρόκειται για μία κοινή γέννηση , αλλά για μία επανάληψη του γεγονότος της πρώτης δημιουργίας.
Ας θυμηθούμε πως δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο: «Και έπλασε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον απο χώματος εκ της γης, και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής, και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» ( Γεν. Β7). Το ανθρώπινο σπέρμα υπήρχε στην μήτρα της Μαρίας, όπως τα συστατικά του σώματος μας υπήρχαν στην γη. Έμενε να γονιμοποιηθεί. Τούτο το έργο, όπως εκεί έτσι και εδώ, το εκτελεί το Άγιο Πνεύμα: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι «. Θα την έβαζε κάτω απ” την σκιά Του, όπως τότε τον λαό Ισραήλ στην έρημο, και θα καλούσε στη ζωή εκείνη την εν δυνάμει ανθρώπινη ύπαρξη που βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση στην μήτρα της. Η προσφορά της Μαρίας ήταν τούτη ακριβώς, να Του δώσει την ανθρώπινη φύση που θα Τον έκανε μέλος της ανθρωπότητας την οποίαν ερχόταν να σώσει. «Δια τούτο», εξηγεί ο άγγελος, «το άγιον που θα γεννηθεί θα ονομασθή Υιός Θεού», δηλαδή «θα είναι ένα άγιον πλάσμα, που Δημιουργός Του θα είναι κατ” ευθείαν ο Ίδιος ο Θεός, και όχι κάποιος ανθρώπινος πατέρας».
Μια ερώτηση εδώ: Υπάρχει κάποια διαφορά στον τρόπο που ήρθε στην ανθρώπινη ύπαρξη ο Κύριος, με τον τρόπο που ερχόμαστε εμείς στην ύπαρξη σαν γεννιόμαστε; Ναι, υπάρχει μια βασική διαφορά. Ο Κύριος δεν ήρθε μέσω ανδρικού σπέρματος, οπότε δεν έφερε την κληρονομιά της αμαρτίας, αυτήν που φερομε εμείς. Ο Κύριος γεννήθηκε αθώος, όπως ακριβώς και ο Αδάμ. Ξεκίνησαν από την ίδια βάση. Να το προσέξουμε όμως, αθώος, όχι άγιος. Η τέλεια αγιότητα Του δεν ήταν φυσικό επακόλουθο της γεννησής Του. Γιατί η αγιότητα είναι πράξη θεληματική, όχι φυσική ιδιότητα που την φέρνεις κατά την γεννησή σου.
Μια απόδειξη αυτού είναι οι πειρασμοί Του. Εάν εκ γεννήσεως ήτο τέλεια άγιος, δεν θα πειραζόταν. Τέλεια άγιος έγεινε δια της συνεχούς υπακοής Του. Διαβάζομε στην Εβραίους Ε8,9: «Αν και ήτο Υιός, έμαθε την υπακοή από όσα έπαθε, και γενόμενος τέλειος, απέβη δι” όλους, οι οποίοι υπακούουν εις αυτόν, αίτιος αιωνίου σωτηρίας». Η θαυματουργική Του γέννηση Του έδωσε την ελευθερία να μην αμαρτήσει, αλλά δεν του αφαίρεσε και την ελευθερία να αμαρτήσει, γι” αυτό και είχε τόσες ηθικές συγκρούσεις στη επίγεια ζωή Του.
Με απλά λόγια: Μέσω αυτής της θαυματουργικής Του γέννησης, ο Κύριος έμπαινε στην ανθρωπότητα απ” την πόρτα της ομαλής κατάστασης του ανθρώπου, δηλαδή όπως είχαν τα πράγματα πριν την πτώση. Έτσι, ήταν μόνον Αυτός σε θέση να διαγραψει την τροχιά που είχε χαράξει ο Θεός για τον άνθρωπο, την πορεία απο την αθωότητα προς την αγιότητα. Εκεί ακριβώς που απέτυχε ο Αδάμ, συμπαρασύροντας και όλους τους απογόνους του. Αυτό ακριβώς επρόκειτο να κάνει σε λίγο η Μαρία, επρόκειτο να γεννήσει όχι έναν κοινόν άνθρωπο, αλλά έναν νέον γενάρχη του ανθρωπίνου γένους, μία καινούργια αρχή για τον κόσμο.
Η Μαρία, σαν άκουσε το μήνυμα του Θεού, το πίστεψε, δεν ζήτησε σημείο. Ο άγγελος όμως από μόνος του της έδωσε ένα, για να της ενισχύσει αυτή την πίστη. «Η Ελισάβετ η συγγενής σου, συνέλαβε και αυτή υιόν εις τα γεραματά της και αυτή που θεωρείται στείρα, είναι τώρα εις τον έκτον μήνα της, διότι κανένα πράγμα δεν είναι αδύνατον εις τον Θεόν».(Εδ.36-37).
Στο πρόσωπο της Ελισάβετ, της λέγει, θα δεις πρώτα να πραγματοποιείται μία παρόμοια υπόσχεση, σαν και αυτή που σου έφερα τώρα, έξω από κάθε ανθρώπινη δυνατότητα: «Διότι κανένα πράγμα δεν είναι αδύνατον εις τον Θεόν». Η λέξη «αδύνατον» είναι άγνωστη στο λεξιλόγιο του Ουρανού. Κάποιος πιστός άνθρωπος είπε τα εξής: «Οι νόμοι της φύσης δεν είναι αλυσσίδες τις οποίες ο Θείος Νομοθέτης επέβαλε στον εαυτό Του. Είναι νήματα που τα κρατά στο χέρι Του, και τα λασκάρει ή τα σφίγγει ανάλογα με το θελημά Του». Δηλαδή ο Θεός είναι πάνω απ” τους νόμους, μια και Αυτός ο Ίδιος τους θέσπισε, να τους χρησιμοποιεί όπου υπηρετούν τα σχεδιά Του.
Τούτο λοιπόν ήτο το θείο σχέδιο που είχε έλθει η ώρα του να πραγματοποιηθεί. Ο Θεός ζήτησε συνεργάτη μεταξύ των ανθρώπων για να το υλοποιήσει. Η Μαρία σπεύδει να δώσει την συγκαταθεσή της, και ν” αναλάβει τις συνέπειες αυτής της θεϊκής κλήσης: «Ιδού η δούλη του Κυρίου , ας μου γίνη όπως είπες». Και δεν θα ήταν χωρίς συνέπειες για την Μαρία το Θείο θέλημα. Για φαντασθήτε την, κοπέλα αρραβωνιασμένη, χωρίς να έχει σχέσεις με τον μέλλοντα άνδρα της, να βρεθεί ξαφνικά έγκυος. Τούτο επέσυρε την ποινή του θανάτου δια λιθοβολισμού. Πως θα έπειθε τον κόσμο για το τι είχε συμβεί; Είχε όμως πίστη στον Θεό, και δέχεται πρόθυμα να θυσιάσει αυτό, που για μία κοπέλα παρθένο, ήτο τότε πολυτιμότερο και απ” την ίδια της την ζωή. Ήταν μια τέλεια πράξη υπακοής στο θέλημα του Θεού, ήταν πραγματικά μια ηρωίδα της πίστης, ήταν αληθινή Ισραηλίτισσα. «Ιδού», λέγει, και δεν διστάζει να προσφέρει όλο της το είναι, βάζοντας τον εαυτό της ολοκληρωτικά στην διάθεση του Θεού.
Απ” το άλλο μέρος όμως θαυμάζομε για το πως η Θεία Πρόνοια καλύπτει τους ανθρώπους που χρησιμοποιεί. Για την Μαρία φρόντισε ήδη να είναι αρραβωνιασμένη με τον Ιωσήφ, άνδρα υπάκουον και αυτόν στην Θεία οδηγία. Σαν οι υποψίες μπήκαν μέσα του, αμέσως ο Κύριος τις διέλυσε, και τον χρησιμοποίησε σαν προστάτη της στο δύσκολο έργο που της είχε αναθέσει.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΙΣΑΒΕΤ. Λουκας Α 39- 48.

«Και εσηκώθηκε η Μαριάμ κατά τας ημέρας αυτάς και επήγε γρήγορα εις την ορεινήν περιοχήν εις πόλιν του Ιούδα και εμπήκε εις το σπίτι του Ζαχαρία και εχαιρέτησεν την Ελισάβετ. Και μόλις η Ελισάβετ άκουσε τον χαιρετισμόν της Μαρίας, επήδησεν το βρέφος εις την κοιλίαν της και επληρώθη η Ελισάβετ απο Πνεύμα Άγιον, και με μεγάλην φωνήν εφώναξε και είπε, «Ευλογημένη είσαι συ μεταξύ των γυναικών και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Και πως συνέβη τούτο, να έλθη η μητέρα του Κυρίου μου προς εμέ; Διότι μόλις ήλθε εις τα αυτιά μου η φωνή του χαιρετισμού σου, επήδησεν απο χαράν το βρέφος εις την κοιλίαν μου». (Εδ. 39-45)

Σε τούτες τις δύο ευλογημένες γυναίκες είχε ανατεθεί ένα μέρος από το Θείο Έργο. Τούτο τις φέρνει αμέσως κοντά. Έχουν ανάγκη να ανοίξουν την καρδιά τους η μία στην άλλη.
Η ανυπομονησία δε της Μαρίας ήταν μεγάλη, εσηκώθηκε και πήγε «μετά σπουδής» στο σπίτι της Ελισάβετ. Πόσα δεν είχαν να συμμεριστούν η μία με την άλλη! Ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ έμεναν σε κάποια πόλη στα βουνά, 4 ημερών ταξίδι απ” το μέρος που ξεκίνησε η Μαρία.
Σαν μπαίνει στο σπίτι και βλέπει την Ελισάβετ αμέσως διακρίνει την αλήθεια του σημείου που της είχε δώσει ο άγγελος. Η Ελισάβετ ήταν ήδη 6 μηνών.
Το έντονο συναίσθημα που δημιουργήθηκε στην Μαρία με το αντίκρυσμα της Ελισάβετ, είχε άμεσο αντίκτυπο και σ” αυτήν την τελευταία. Η απροσδόκητη άφιξη αυτής της νεαρής παρθένας σε στιγμή τόσο κατανυκτική για την ίδια, η σχέση την οποία αμέσως υποψιάζεται ότι υπάρχει μεταξύ της θαυμαστής ευλογίας που η ίδια είχε μόλις δεχτεί και αυτής της επίσκεψης, ο συγκινητικός τόνος του φιλήματος της, του χαιρετισμού της, όλα αυτά δημιουργούν την εντύπωση μίας Θείας παρουσίας, και προετοιμάζουν την Ελισάβετ να δεχτεί την φώτιση του Αγίου Πνεύματος. Η συγκίνηση που την κατέχει περνά από την ίδια στο παιδί, του οποίου η ζωή είναι ακόμα συνδεδεμένη με την δική της. Και στο ξαφνικό σκίρτημα αυτού του παιδιού, το οποίον γνωρίζει ότι είναι καλυμμένον με μια ειδική ευλογία, το πέπλο σκίζεται. Το Άγιο Πνεύμα, το προφητικό πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, την πλημμυρίζει, και χαιρετά την Μαρία σαν την μητέρα του Μεσσία, χρησιμοποιόντας τούτα τα λόγια:
«Και εφώναξε με φωνήν μεγάλην και είπεν, «Ευλογημένη είσαι συ μεταξύ των γυναικών και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Και πως συνέβη τούτο, να έρθει η μητέρα του Κυρίου μου προς εμέ;» (Εδ.42-43). Δηλαδή, «Τι έχω κάνει εγώ για να μου δοθεί αυτή η ευλογία;», «Διότι μόλις ήλθε εις τα αυτιά μου η φωνή του χαιρετισμού σου, επήδησεν από χαρά το βρέφος εις την κοιλιά μου», «ένα σημάδι που επαληθεύει τα όσα προαισθάνθηκα όταν με φίλησες».
Και ξαναγυρίζοντας στην Μαρία, συμπληρώνει: «Και μακαρία είναι εκείνη, που επίστεψε, ότι θα εκπληρωθούν όσα της ειπώθηκαν απο τον Κύριο». (Εδ.45).
Μακάριος είναι κάτι πιο πάνω από ευτυχισμένος. Ποιός είναι μακάριος; Εκείνος που πιστεύει ότι θα εκπληρωθούν οι υποσχέσεις του Θεού, και τις περιμένει. Όπως εδώ η Μαρία. Ο Λόγος Του λέγει ότι «Όποιος πιστεύει σ” Αυτόν ποτέ δεν θα ντροπιαστεί» – δεν υπάρχει περίπτωση να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις Του.
Πως φαίνονται ότι τούτα τα λόγια είναι πράγματι λόγια Αγίου Πνεύματος. Το πρόσωπο που το Πνεύμα χρησιμοποιεί για να τα πεί χάνεται μέσα στο Θείο Θέλημα. Δεν διακρίνεται η Ελισάβετ, αλλά το έργο του Θεού. Έτσι μπορείς να διακρίνεις αν πράγματι είναι το Πνεύμα που οδηγεί κάποιον να μιλήσει.
Ο χαιρετισμός της Ελισάβετ ήταν γεμάτος συγκίνηση ( «και ανεφώνησεν φωνή μεγάλη»), αλλά το άσμα με το οποίο απαντά η Μαρία αποπνέει ένα αίσθημα βαθειάς εσωτερικής ειρήνης. Όσο μεγαλύτερη η ευτυχία, τόσο ηρεμότερη η μορφή της.

«Και είπε η Μαριάμ, «Δοξάζει η ψυχή μου τον Κύριον και ευφραίνεται το πνεύμα μου δια τον Θεόν, τον Σωτήρα μου, διότι είδε με ευμένειαν την ταπεινήν δούλη του. Διότι από τώρα θα με μακαρίζουν όλαι αι γενεαί. Μεγάλα τω όντι πράγματα μου έκανε ο Δυνατός και άγιον είναι το ονομά του, και η ευσπλαγχνία του απλώνεται εις γενεάς γενεών εις εκείνους που τον φοβούνται . Έδειξεν δύναμιν με τον βραχίονάν του, διεσκόρπισε ανθρώπους με υπερήφανη καρδιά. Κατέβασε απο θρόνους άρχοντας και ανύψωσε ταπεινούς, ανθρώπους που επεινούσαν τους εγέμισε με αγαθά, και ανθρώπους πλούσιους τους έδιωξε αδειανούς. Εβοήθησε τον δούλον του Ισραήλ ενθυμούμενος, όπως είχε υποσχεθεί εις τους πατέρας μας, να δείξει έλεος εις τον Αβραάμ και εις τους απογόνους του αιωνίως». (Εδ. 46-55).

Πολλά απο τα λόγια αυτού του ύμνου είναι παρμένα απο τους Ψαλμούς και συνδέονται στενά με την προσευχή της Άννας, της μητέρας του Σαμουήλ, που μας αναφέρεται στο Α” Σαμουήλ Β. Δείγμα του πόσο καταρτισμένη στην Αγία Γραφή ήταν η Μαρία.
Αναφερόμενος ο Λουκάς στα λόγια της Ελισάβετ λέγει ότι τα είπε » πλησθείσα Πνεύματος Αγίου». Δεν λέγει το ίδιο όμως και για την Μαρία. Γιατί; Γιατί η Μαρία όλη εκείνη την περίοδο της ζωής της ζούσε πολύ μέσα στην ατμόσφαιρα του Αγίου Πνεύματος, ενώ για την Ελισβετ ήταν μόνο μία στιγμιαία πλήρωση. Κι πραγματικά η λέξη «μεγαλύνει», με την οποίαν αρχίζει τον ύμνον της, εκφράζει απόλυτα τούτη την ψυχική της κατάσταση.
«Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου». (Εδ. 47).
«Μεγαλύνει», σε χρόνο ενεστώτα, δηλαδή, «η ψυχή μου, η καρδιά μου ευρίσκεται σε διαρκή λατρεία προς τον Θεόν μεγαλύνοντάς Τον, υψώνοντάς Τον πάνω απ” όλα τα άλλα πράγματα, που μπορούν να πάρουν κάποια θέση εκεί μέσα, στην καρδιά μου».
«Και ηγαλλίασε», τούτο είναι σε χρόνο αόριστο, που σημαίνει ότι το αισθάνθηκε μια φορά, και όχι στην «ψυχή» της, όπως το «μεγαλύνει», αλλά στο «πνεύμα» της.
Καλό είναι να πούμε δυό λόγια εδώ για την ψυχή και το πνεύμα, δυό όρους που τους συναντάμε πολύ συχνά στον Λόγο του Θεού.
Η ψυχή είναι το πραγματικό κέντρο της ατομικής ανθρώπινης ζωής, η έδρα των χαρακτηριστικών της προσωπικοτητος του ανθρώπου. Η ψυχή βρίσκεται μέσα σε δύο κόσμους. Ο ένας είναι επάνω, ο θεϊκός, και ο άλλος είναι κάτω, ο φυσικός κόσμος. Για να επικοινωνεί με αυτούς τους δύο κόσμους χρειάζεται τα κατάλληλα όργανα. Αυτά είναι το σώμα, και το πνεύμα. Με το σώμα και με τις αισθήσεις του, επικοινωνεί με τον φυσικό κόσμο. Το πνεύμα την βοηθά στην επικοινωνία της με τον θεϊκό κόσμο. Όταν στην Αγία Γραφή γίνεται λόγος για το πνεύμα του ανθρώπου, εννοείται εκείνο το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου συναντώνται ο Θεός και ο άνθρωπος. Το πνεύμα (του ανθρώπου) είναι λοιπόν το όργανο με το οποίον ο άνθρωπος επικοινωνεί με τον Θεό.
Έτσι ενώ η ψυχή της Μαρίας συνεχώς μεγαλύνει τον Κύριο – είναι τα προσωπικά της συναισθήματα απέναντι στον Κύριο – το πνεύμα της αγαλλίασε μια φορά, τότε που την άγγιξε το Άγιο Πνεύμα, και πραγματοποίησε την υπόσχεση του αγγέλου.
Τέτοιου είδους αγαλλίαση νοιώθουν οι πιστοί σε στιγμές που τους αγγίζει το Άγιο Πνεύμα, μερικοί όταν αναγεννιόνται, άλλοι όταν τους δίνει μια νίκη, όταν τους αποκαλύπτει κάτι. Εκείνο που νοιώθεις εκείνη την ώρα δεν είναι μια συναισθηματική ικανοποίηση, χαρά. Είναι τούτο ακριβώς, αγαλλίαση του πνεύματος, και όχι κάτι που αφορά την ψυχή, τα προσωπικά συναισθήματα.
Τι άραγε να βρήκε ο Κύριος πάνω στην Μαρία που να δικαιολογεί τούτη την εύνοιά Του προς αυτήν; Το λέγει η ίδια στην συνέχεια: «Επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού». Που ο Θεός δίδει χάρη; Μόνον στους ταπεινούς. Τούτη την ψυχή την βρήκε ταπεινή ο Θεός, και την χρησιμοποίησε στα σχεδιά Του.
Αν σκεφτούμε ότι στο Θείο έργο όλη η δύναμη, η σοφία, η έμπνευση, η κατανίκηση των εμποδίων προέρχεται απ” τον Θεό, εύκολα μπορούμε να καταλάβομε γιατί ένας ταπεινός, χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα, είναι πιο κατάλληλος από έναν γεμάτο χαρίσματα αλλά υπερήφανο. Οι άνθρωποι που χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί ο Θεός είναι άσημοι, ταπεινοί, που όμως, σαν τους καλέσει, Του αποκρίνονται μ” όλη τους την καρδιά: «Ιδού ο δούλος σου, Κύριε, ας γίνει κατά το θέλημά Σου». Όπως η Μαρία. Όπως ο Δαβίδ πιο παλιά. Πρίν γίνει βασιλιάς ο Δαβίδ ήταν ένα άσημο τσοπανόπουλο. Με ποιό κριτήριο τον διάλεξε; Μήπως γιατί είχε παράστημα, γιατί ήταν έξυπνος, αποφασιστικός, έπαιρνε πρωτοβουλίες; Όχι. Το κριτήριο το λέγει ο Ίδιος: «Ευρήκα τον Δαβίδ υιό του Ιεσαί άνδρα κατά την καρδία μου, γιατί θα κάνει ότι του πω».
Κλείνοντας, διαβάζομε το Α” Κορ. Α27,28: «Εκείνους που ο κόσμος θεωρεί μωρούς εδιάλεξε ο Θεός δια να καταισχύνη τους σοφούς, και τους αδυνάτους κατα κόσμον εδιάλεξε ο Θεός δια να καταισχύνει τους δυνατούς, και ανθρώπους που έχουν ταπεινήν καταγωγήν κατά κόσμον και τους περιφρονημένους εδιάλεξε ο Θεός, ακόμη και πράγματα που δεν υπάρχουν δια να καταργήση εκείνα που υπάρχουν, ώστε να μην καυχηθή κανείς άνθρωπος ενώπιον του Θεού».

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ. Λουκάς Α48-56.

Είμαστε στο σπίτι της Ελισάβετ, της μητέρας του Ιωάννη του Προδρόμου. Μόλις έχει έλθει να την επισκεφθεί η Μαρία. Και οι δυο συμμετέχουν σε ένα βασικό μέρος μέσα στο Θείο σχέδιο. Αυτές τις δύο διάλεξε ο Θεός να φέρουν στον κόσμο τον Σωτήρα του κόσμου και τον Πρόδρομό Του, αυτόν που θα Τον προανάγγελνε. Είναι μια ιερή στιγμή τούτη η συνάντηση. Την παρουσία του Αγίου Πνεύματος την κάνουν αισθητή τα λόγια δοξολογίας, που ξεχύνονται απ” την καρδιά τούτων των δύο γυναικών καθώς συναντώνται. Τα προσωπά τους χάνονται μέσα στο Θείο θέλημα. Ούτε μια λέξη γι” αυτές, για την υγεία τους, για την πορεία της εγκυμοσύνης τους. Μελετήσαμε τα λόγια της Ελισάβετ. Συνεχίζομε τώρα με την δοξολογία της Μαρίας.

«Και είπε η Μαριάμ, «Δοξάζει η ψυχή μου τον Κύριο και ευφραίνεται το πνεύμα μου δια τον Θεόν, τον Σωτήρα μου, διότι είδε με ευμένειαν την ταπεινήν δούλη του. Διότι από τώρα θα με μακαρίζουν όλαι αι γενεαί. Μεγάλα τω όντι πράγματα μου έκανε ο Δυνατός και άγιον είναι το ονομά του, και η ευσπλαγχνία του απλώνεται εις γενεάς γενεών εις εκείνους, που τον φοβούνται. Έδειξε δύναμιν με τον βραχίονά του, διεσκόρπισε ανθρώπους με υπερήφανη καρδιά. Κατέβασε απο θρόνους άρχοντας και ανύψωσε ταπεινούς, ανθρώπους που επεινούσαν τους εγέμισε αγαθά, και ανθρώπους πλούσιους τους έδιωξε αδειανούς. Εβοήθησε τον δούλον του Ισραήλ ενθυμούμενος, όπως είχε υποσχεθεί εις τους πατέρας μας, να δείξει έλεος εις τον Αβραάμ και εις τους απογόνους του αιωνίως». (Εδ. 46-55).

«Δοξάζει η ψυχή μου τον Κύριον και ευφραίνεται το πνεύμα μου δια τον Θεόν, τον Σωτήρα μου, διότι είδε με ευμένειαν την ταπεινήν δούλην Του».(Εδ.47-48).
Τούτο το εδάφιο το έχομε μελετήσει πρηγουμένως. Να σημειώσομε μόνο την λέξη, «τον Σωτήρα μου». Άσχετα με την θέση την οποία οι άνθρωποι, όχι ο Θεός, της έδωσαν, και η Μαρία ομολογούσε ότι ήταν και αυτή αμαρτωλή, ότι και γι” αυτήν ο Θεός ήταν «Σωτήρας». Είχε και αυτή ανάγκη σωτηρίας.
«Διότι από τώρα θα με μακαρίζουν όλαι αι γενεαί».
Να το προσέξομε και αυτό. Δεν λέγει, «Θα με λατρεύουν», δεν λέγει, «Θα με προσκυνούν», δεν λέγει, «θα με δοξάζουν», αλλά λέγει, «θα με μακαρίζουν». Και έχουν τελείως διαφορετική έννοια όλα αυτά.
«Μακαρίζω», σημαίνει, θεωρώ, αποκαλώ κάποιον «μακάριο», «ευτυχισμένον», αυτό που λέμε τον «καλοτυχίζω».
Γιατί, ποιός είναι ο λόγος που θα την μακαρίζουν οι μελλοντικές γεννεές, (και εμείς σήμερα); «Ότι εποίησε μοι μεγαλεία ο δυνατός». Δεν θα την μακαρίζουν λοιπόν για κάποιο δικό της επίτευγμα, για κάτι που αυτή μόνη της κατάφερε, αλλά για κείνα που η δημιουργική δύναμη, η αγιότητα και το έλεος του Θεού εργάσθηκαν επάνω της, χρησιμοποιόντας την απλά σαν όργανο. Αυτή είναι απλώς το όργανο. Η δόξα ανήκει μόνον στον Θεό για ό,τι Αυτός έκανε χρησιμοποιόντας την.
Τούτο το συναισθάνεται απόλυτα η Μαρία και με δέος αναφωνεί : «Και άγιον το όνομα αυτού».
Το όνομα του Θεού για τον άνθρωπο, είναι η εικόνα, η αντανάκλαση του Θεού μέσα στην συνείδηση του ανθρώπου. Είναι ό,τι ο άνθρωπος γνωρίζει για τον Θεό. Όταν λέμε «αγιασθήτω το ονομά Σου», εννοούμε, «κάνε να φύγουν μέσα απο το μυαλό μας εκείνα τα σύννεφα που σκιάζουν, και δεν μας αφήνουν να δούμε την πραγματική Σου φύση, έτσι ώστε να αποκαλυφθεί ολόλαμπρη η αγιότητα του χαρακτήρα Σου στις συνειδήσεις μας».
Με τα μεγαλεία που έκανε ο Θεός στην Μαρία την βοήθησε να δει πιο καθαρά τον πραγματικό Του χαρακτήρα, γι” αυτό εδώ αναφωνεί «και άγιον το όνομα αυτού». Τούτο όλο το έργο, που άρχισε να υλοποιείται απ” την μήτρα της Μαρίας, ήταν βασικά ένα έργο αγιότητος, στους στόχους του, αλλά και στα μέσα με τα οποία επιτελέσθηκε. Ήταν η αποκατάσταση του προσβληθέντος απ” τους ανθρώπους ονόματος του Θεού.
Και κάτι άλλο που διαπιστώνει η Μαρία: «Και το έλεος αυτού εις γενεάς γενεών τοις φοβουμένοις αυτόν». Μέσα απ” τα μεγαλεία που ο Θεός εργάσθηκε σ” αυτήν, η Μαρία φωτίσθηκε και είδε όχι μόνο την δημιουργική δύναμη του Θεού, που ξεκίνησε μία νέα δημιουργία μέσα απ” την μήτρα της, όχι μόνο την αγιοτητά Του, αλλά είδε και μία τρίτη Του τελειότητα. Είδε το έλεος Του, την ευσπλαγχνία Του, που αγκαλιάζει την ίδια, τον Ζαχαρία και την Ελισάβετ, που τους έχει τώρα εμπρός της, και όλους εκείνους σ” όλες τις γεννιές, και τις πιο μακρυνές, που φοβούνται, που σέβονται το όνομα Του. Τι είναι τούτο το έργο που άρχισε τώρα να πραγματοποιείται μέσ” στην ιστορία; Τι άλλο, παρά η έμπρακτη απόδειξη του ελέους, της χάρης του Θεού στον άνθρωπο, που είναι χαμένος και καταδικασμένος. Τι κρίμας που τούτο το έλεος δεν θα το γευθούν όλοι, παρά μόνον εκείνοι που φοβούνται, που σέβονται πραγματικά τον Θεό!
Εκείνο που έχει αποκαλυφθεί στην Μαρία είναι ότι τούτη την στιγμή, εδώ εμπρός της, έχει το ξεκίνημα της μεγάλης Μεσσιανικής Επανάστασης, την αρχή της ανανέωσης των πάντων. Καθώς παρατηρεί τα πρόσωπα που διάλεξε ο Θεός για να εκτελέσει τούτο το μοναδικό έργο στην ιστορία μας, την Ελισάβετ, τον Ζαχαρία, αυτήν την ίδια, πρόσωπα τελείως άσημα και αδύναμα, αισθάνεται δέος. Αντιλαμβάνεται ότι στα μάτια του Θεού το «μεγάλο» και το «μηδαμινό», έχει την ακριβώς αντίθετη έννοια απ” αυτή που τους δίνει ο κόσμος. Είναι τούτο που εκφράζει στην συνέχεια της δοξολογίας της:
«Έδειξε δύναμιν με τον βραχιονά Του, διεσκόρπισε ανθρώπους με υπερήφανη καρδιά. Κατέβασε από θρόνους άρχοντας και ανύψωσε ταπεινούς, ανθρώπους που επεινούσαν τους εγέμισε με αγαθά, και ανθρώπους πλουσίους τους έδιωξε αδειανούς.» (Εδ. 52-53). Να το διαβάσομε και απο το κείμενο: «Εποίησε κράτος εν βραχίονι αυτού. Διεσκόρπισεν υπερηφάνους διανοία καρδίας αυτών. Καθείλε δυνάστας από θρόνων και ύψωσε ταπεινούς, Πεινώντας ενέπλησεν αγαθών και πλουτούντας εξαπέστειλε κενούς».
Οι «ταπεινοί» και οι «πεινώντες», είναι προφανώς οι «φοβούμενοι τον Θεόν», του εδαφίου 50. Οι «υπερήφανοι», οι «δυνάστες», οι «πλουτούντες», είναι όλοι αυτοί που βρίσκονται υψηλά στον κόσμο, χωρίς το πνεύμα της ταπεινότητος που εμπνέει ο φόβος του Θεού, είναι αυτοί που έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Είναι τούτο μία γενική αρχή μέσα στο σχέδιο του Θεού. Η δύναμη, ο βραχίων του Θεού, θα ανατρέψει τελείως τις ανθρώπινες αξίες. Θα ταπεινώσει, θα διασκορπίσει ό,τι το κοσμικό φρόνημα θεωρεί υψηλόν, και θα υψώσει ότι θεωρεί ταπεινό. «Εβοήθησε τον δούλον του Ισραήλ ενθυμούμενος όπως είχε υποσχεθεί εις τους πατέρας μας, να δείξη έλεος εις τον Αβραάμ και εις τους απογόνους του αιωνίως». (Εδ.54-55).
Εδώ η Μαριάμ κλείνει τον ύμνο της διακηρύσσοντας πανηγυρικά την πιστότητα του Θεού. Όσα πρόκειται να γίνουν, δεν είναι παρά η εκπλήρωση των υποσχέσεων Του.
Τούτο το έργο, που μόλις τώρα παίρνει σάρκα και οστά, δεν είναι παρά μία πράξη ελέους που την είχε υποσχεθεί ο Θεός στον λαό Του, στον αληθινό Ισραήλ, σ” όλους εκείνους που είναι πραγματικοί απόγονοι του Αβραάμ, μια και τους συνδέει το ίδιο γνώρισμα, πίστη στο πρόσωπο του Θεού. Είναι η ώρα που ο Ίδιος ο Θεός επεμβαίνει να τους ανακουφίσει, να τους λυτρώσει.
Είναι γεγονός ότι οι άνθρωποι συχνά ξεχνούν τις υποσχέσεις του Θεού, όπως και ο λαός Ισραήλ εδώ. Τούτο όμως δεν γίνεται αιτία να σταματήσει ο Θεός να τις εκπληρώσει, σαν θα έρθει η ώρα τους. Ποτέ λοιπόν μη σβύσει η μνήμη των Θείων υποσχέσεων απ” το μυαλό μας. Έτσι θα μπορούμε να χαλιναγωγούμε την απιστία.
«Έμεινε δε η Μαριάμ πλησίον της περίπου τρείς μήνες και ύστερα επέστρεψε εις το σπίτι της».(Εδ. 56).

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΗ. Λουκάς Α57-75.

«Και ήλθε ο καιρός της Ελισάβετ να γεννήση, και εγέννησε υιόν. Και άκουσαν οι γείτονες και οι συγγενείς της ότι ο Κύριος έδειξε πολύ έλεος εις αυτήν και την συνέχαιραν. Την ογδόην ημέραν ήλθαν για να εκτελέσουν την περιτομήν του παιδιού και ήθελαν να το ονομάσουν με το όνομα του πατέρα του, Ζαχαρίαν. Αλλά η μητέρα του είπε, «Όχι θα ονομασθή, Ιωάννης». Και αυτοί της είπαν, «Δεν είναι κανείς απο τους συγγενείς σου που να έχει το όνομα αυτό». Με νεύματα δε ερωτούσαν τον πατέρα του πως ήθελε αυτός να το ονομάσουν. Και αυτός εζήτησε μικρή πλάκα και έγραψε τα εξής: «Ιωάννης είναι το ονομά του». Και εξεπλάγησαν όλοι. Άνοιξε δε αμέσως το στόμα του και η γλώσσα του και ευλογούσε τον Θεόν. Και κατέλαβε φόβος όλους, όσοι κατοικούσαν γύρω, και τα γεγονότα αυτά διεδίδοντο εις όλην την ορεινήν περιοχήν της Ιουδαίας. Και όλοι, όσοι τα άκουσαν, τα έβαλαν εις την καρδία τους και έλεγαν, «Τι άραγε θα γίνη το παιδί αυτό;» Και πραγματικά το χέρι του Κυρίου ήτο μαζί του.» (Εδ. 57-66)

Το παιδί με την γέννησή του έγινε μέλος της ανθρωπίνης οικογένειας. Την αντίστοιχη μέρα της επόμενης εβδομάδος, με την περιτομή του, γινόταν μέλος της διαθήκης του Θεού προς τον λαόν Ισραήλ ( Γεν. ΙΖ). Και είχαν έθιμο, την ημέρα της περιτομής να του δίνουν και τ” ονομά του.
Το όνομα του παιδιού είχε αποφασισθεί απ” τον Θεό. Ο Ζαχαρίας απλώς υπήκουε την Θεία εντολή. Ας θυμηθούμε πάλι τι σημαίνει Ιωάννης: «Ο Θεός δείχνει χάρη». Με τούτον τον άνθρωπο ο Θεός θα προανήγγειλε την νέα εποχή της χάρης εκ μέρους Του, που θ” ανέτειλε για το ανθρώπινο γένος. Γι” αυτό και του είχε ορίσει αυτό το όνομα.
Υπήρξε κάποια αντίδραση στην ονοματοδοσία εκ μέρους των συγγενών. Ο Ζαχαρίας όμως τους αγνόησε, και υπήκουσε στην εντολή του Θεού. Τούτη η υπακοή ήταν η αιτία να ανοιχθεί η γλώσσα του, που είχε κλείσει εξ αιτίας της απιστίας του.
Σαν είδαν τούτο το θαύμα έπεσε σε όλους φόβος. Κατάλαβαν ότι κάτι θαυμαστό εργαζόταν ο Θεός. Και άρχισε η φήμη των γεγονότων να τρέχει σε όλη την περιοχή.
Άλλες λεπτομέρειες για την παιδική ηλικία του Ιωάννη δεν μας αναφέρονται. Μας αναφέρεται μόνον τούτο: «Και πραγματικά το χέρι του Κυρίου ήτο μαζί του». Το χέρι είναι το σύμβολο της δύναμης. Η δύναμη του Κυρίου είχε σταθεί επάνω του, και όπως συμπληρώνει ο Λόγος του Θεού στο εδ. 80: «Το παιδί εμεγάλωνε και εδυνάμωνε κατά το πνεύμα».
Ο Ζαχαρίας, τον ύμνο που μας αναφέρεται στην συνέχεια, ίσως τον ενεπνεύσθη και τον συνέθεσε στον χρόνο της αναγκαστικής σιωπής του, που, σαν άνοιξε η γλώσσα του, ξεχύθηκε κατανυκτικά έξω.

«Και ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του, επληρώθει απο Πνεύμα Άγιον και επροφήτευσε και είπε. «Ευλογητός ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, διότι ενδιαφέρθηκε και λυτρωσε τον λαόν του και ήγειρε δύναμιν σωτηρίας για μας από τον οίκον του Δαυίδ, του δούλου του – καθώς είχε υποσχεθεί δια του στόματος των αγίων του προφητών από αρχαιοτάτων χρόνων – δια να μας σώσει από τους εχθρούς μας και από τα χέρια όλων εκείνων που μας μισούν, δια να δείξει έλεος εις τους πατέρας μας και ενθυμηθή την άγιαν του διαθήκην, τον όρκον που έδωκε εις τον Αβραάμ, τον πατέρα μας, να μας αξιώσει ώστε αφού σωθούμε απο τα χέρια των εχθρών μας, να τον λατρεύομεν χωρίς φόβον με οσιότητα και δικαιοσύνην ενωπιόν του όλας τας ημέρας της ζωής μας. Και συ, παιδί, θα ονομασθής προφήτης του Υψίστου γιατί θα προηγηθής πριν απο τον Κύριον, δια να ετοιμάσεις τους δρόμους του, δια να κάμεις γνωστήν εις τον λαόν του την σωτηρίαν δια της συγχωρήσεως των αμαρτιών των χάρις εις το μεγάλο έλεος του Θεού μας, όταν θα ανατείλει επάνω μας ο ήλιος από τον ουρανόν, δια να φωτίσει εκείνους που κάθονται στο σκοτάδι και εις την σκιάν του θανάτου, δια να οδηγήσει τα πόδια μας εις τον δρόμον της ειρήνης». Το δε παιδί, εμεγάλωνε και εδυνάμωνε κατά το πνεύμα, και ήτο εις τας ερήμους έως την ημέραν της εμφανίσεως του εις τον Ισραήλ». (Εδ. 67-80)

Τούτο το άσμα είναι ένα ξέπασμα ευχαριστίας προς τον Θεόν. Είναι ταυτόχρονα και η έκφραση της χαράς του πατέρα για τον ένδοξο ρόλο που έχει ανατεθεί στον γυιόν του μέσα στα θεία σχέδια. Βλέπομε καθαρά το θεοκρατικό συναίσθημα να είναι πάνω από τις φυσικές συγκινήσεις της πατρικής στοργής. Απο αυτό φαίνεται ότι τούτο το άσμα είναι καθαρά έμπνευση Αγίου Πνεύματος.
«Ευλογητός Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, ότι επεσκέψατο και εποίησε λύτρωσιν τω λαώ αυτού». (Εδ.68).
«Εποίησε λύτρωσιν». Από εδώ συμπεραίνεται ότι ο Ζαχαρίας γνώριζε ήδη το γεγονός της ενσάρκωσης.
«Επεσκέψατο». Ο Θεός είχε σιωπήσει, κάθε προφητική φωνή είχε σταματήσει για 400 χρόνια περίπου. Τώρα όμως ξαναεπεσκέφθη τον λαόν Του, άνοιξεν πάλιν ο ουρανός, και να τι έκανε:
«Ήγειρε κέρας σωτηρίας ημίν εν τω οίκω Δαβίδ του παιδός αυτού». (Εδ.69).
Την εικόνα του κέρατος την βρίσκουμε πολύ συχνά στην Παλαιά Διαθήκη. Εδώ ο συμβολισμός έχει να κάνει με τα κέρατα του ταύρου. Στα κέρατα αυτού του ζώου είναι εντοπισμένη όλη του η δύναμη. Όπως όλη η δύναμη αυτού του ζώου επικεντρώνεται στα κερατά του, έτσι και η λυτρωτική δύναμη, η δύναμη για σωτηρία, που έχει δοθεί στον οίκο Δαβίδ προς όφελος όλης της ανθρωπότητας, θα είναι συγκεντρωμένη στο πρόσωπο αυτού που θα φυτρώσει, θα εγερθεί μέσα απ” αυτόν τον οίκο, στο πρόσωπο δηλαδή του Μεσσία. Τούτο ήταν υπόσχεση του Θεού από παλαιά:
«Καθώς ελάλησεν δια στόματος των αγίων, των απ” αιώνος προφητών αυτού». (Εδ.70).
Τι είχε υποσχεθεί;
«Δια να μας σώσει απο τους εχθρούς μας και από τα χέρια όλων εκείνων που μας μισούν, δια να δείξει έλεος εις τους πατέρας μας και ενθυμηθή την αγίαν του διαθήκην, τον όρκον που έδωκε εις τον Αβραάμ τον πατέρα μας, να μας αξιώσει ώστε αφού σωθούμε από τα χέρια των εχθρών μας, να τον λατρεύουμε χωρίς φόβον με οσιότητα και δικαιοσύνην ενώπιον του όλας τας ημέρας της ζωής μας.» (Εδ. 71-75)
Αυτό θα ήταν και το έργο του Μεσσία.
Τι περίμενε ο Ζαχαρίας και όλος ο πιστός Ισραήλ;
α) Σωτηρία απο τους εξωτερικούς εχθρούς (Ρωμαίους κ.τ.λ.), και από όλους εκείνους ανάμεσά τους που τους μισούσαν ( Ηρώδης κ.τ.λ.).
β) Εκπλήρωση των όρκων, των υποσχέσεων του Θεού, που είχε δώσει στους πιστούς πατέρες τους (Αβραάμ ,Ισαάκ κ.τ.λ.). Η εκπλήρωση αυτών των υποσχέσεων αργούσε 400 χρόνια τώρα, την περίμεναν δε όχι μόνο όσοι ζούσαν αλλά και όσοι είχαν πεθάνει («Ο πατέρας σας ο Αβραάμ είχε αγαλλίαση να δεί την ημέρα μου και την είδε και χάρηκε»( Ιω. Η 56)).
Η υπόσχεση του Θεού ήταν ακριβώς αυτή, η πολιτική τους απελευθέρωση. Μία απελευθέρωση που θα είχε όμως ένα συγκεκριμένο σκοπό, να μπορούν χωρίς εμπόδια να υπηρετούν τον Θεό, τα Θεία σχέδια, ή όπως λέγει το κείμενο: «Αφόβως, εκ χειρός των εχθρών ημών ρυσθέντας, λατρεύειν αυτώ εν οσιότητι και δικαιοσύνη ενώπιον αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής ημών». Να λατρεύουν τον Θεό χωρίς φόβο – μέχρι τώρα τους είχαν βεβηλώσει τον Ναό (Αντίοχος ο Επιφανής, Πομπήιος) – και με «οσιότητα» και «δικαιοσύνη».
«Οσιότητα» σημαίνει, «χωρίς ηθικό στίγμα».
«Δικαιοσύνη», είναι η παρουσία όλων εκείνων των ηθικών και θρησκευτικών αρετών που κάνουν την λατρεία αρεστή στο Θεό ( Εφ. Δ24).
Οι πιστοί Ισραηλίτες είχαν σαν ιδανικό ένα πολιτικά ελεύθερο και άγιο κράτος στην υπηρεσία αποκλειστικά του Θεού. Έτσι το νοιώθει ο Ζαχαρίας, έτσι του προσαρμόζει εδώ τις αποκαλύψεις Του το Άγιο Πνεύμα. Και τούτο είναι κάτι που θα γίνει με τον δεύτερο ερχομό του Κυρίου μας. Αυτοί όλοι δεν είχαν καταλάβει καλά την σημασία και την ανάγκη του πρώτου Του ερχομού.
Αυτό περίμενε και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Έτσι εξηγείται και η απορία Του για το έργο του Ιησού Χριστού, παρ” όλες τις αποκαλύψεις που είχε. Πόσο ανάγκη να μελετάμε τον Λόγο του Θεού, να μην παραμερίζομε καμμία του λεπτομέρεια. Δεν είναι σωστό να παίρνομε μόνον εκείνα που ανταποκρίνονται στους πόθους και τις επιθυμίες μας, γιατί αυτό μπορεί να μας κρύψει ένα μέρος από την αλήθεια – όπως και με τούτους τους πιστούς Ισραηλίτες.

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ. Λουκάς Α76-80.
Αφού η καρδιά του Ζαχαρία ξεχύθηκε σε δοξολογία για τον Θεό, καθώς βλέπει να πραγματοποιείται ήδη η σωτηρία που τους είχε υποσχεθεί, στρέφεται προς το παιδί που αναπαυέται εμπρός Του, και με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος του προφητεύει τον ρόλο που πρόκειται να του αναθέσει ο Θεός, μέσα στο έργο που ήδη έχει αρχίσει:

«Και συ, παιδί, θα ονομασθής προφήτης του Υψίστου διότι θα προηγηθείς πριν απο τον Κύριον, δια να ετοιμάσεις τους δρόμους του, δια να κάμης γνωστή εις τον λαόν του την σωτηρίαν δια της συγχωρήσεως των αμαρτιών των χάρις εις το μεγάλο έλεος του Θεού μας, όταν θα ανατείλει επάνω μας ο ήλιος απο τον ουρανόν, δια να φωτίσει εκείνους, που κάθονται εις το σκοτάδι και εις την σκιάν του θανάτου, δια να οδηγήσει τα πόδια μας εις τον δρόμο της ειρήνης». (Εδ. 76-79)

Το έργο λοιπόν του Ιωάννη ήταν να προπορευθεί, να έλθει πριν απο τον Μεσσία, για να προετοιμάσει τον δρόμον Του.
Η ερώτηση που τίθεται εδώ είναι, «Γιατί χρειαζόταν πριν απο τον Μεσσία να προηγηθεί ένας θεόπνευστος αγγελειοφόρος; Τι είδους προετοιμασία χρειαζόταν να γίνει, που επρεπε να την κάνει αυτός»;
Την απάντηση μας την δίνει το εδάφιο 77: «Δια να κάμη γνωστήν εις τον λαόν του την σωτηρίαν», για να τους δώσει να καταλάβουν τι ο Θεός εννοούσε σαν σωτηρία τους, για την οποίαν τους έστελνε και Σωτήρα, «Του δούναι γνώσιν σωτηρίας τω λαώ αυτού».
Τι είχε συμβεί: Ο λαός και οι αρχηγοί Του είχαν καταληφθεί απο έναν σαρκικό πατριωτισμό, και έχοντας παραποιήσει τον Λόγον του Θεού, σαν σωτηρία, σαν λύτρωση θεωρούσαν την πολιτική τους απελευθέρωση απ” τους Ρωμαίους και τον Ηρώδη, και όχι την ηθική απελευθέρωση απο την αμαρτία.
Εάν η έννοια της σωτηρίας δεν απεκαθίστατο όπως ακριβώς την τοποθετεί ο Λόγος του Θεού, τότε Αυτός που ερχόταν να πραγματοποιήσει τούτη την σωτηρία θα συναντούσε δύο προβλήματα: α) Θα έχανε πολύ από τον χρόνο που του είχε χορηγηθεί να πείσει τον λαό περί τίνος πρόκειται, β) Μην πραγματοποιόντας την σωτηρία όπως την προσδοκούσαν, θα κατηγορείτο ότι επειδή δεν ήταν σε θέση να τους λυτρώσει, επινόησε μια δική Του σωτηρία, που τον βόλευε.
Γι” αυτό ήταν απαραίτητο να υπάρχει ένα άλλο θεόπνευστο, συστημένο απ” τον Θεό πρόσωπο, που να θυμίσει στον λαό ότι, όλεθρος δεν είναι η υποδούλωση στους Ρωμαίους, αλλά η καταδίκη απο τον Θεό, και ότι το νόημα της σωτηρίας δεν είναι η πολιτική, η εγκόσμια απελευθέρωση, αλλά η συγχώρηση των αμαρτιών, «εν αφέσει αμαρτιών αυτών».
Το έργο του Ιωάννη ήταν ακριβώς να τους ξεσηκώσει να καταλάβουν ότι έχουν ανάγκη θεϊκής συγχώρησης, και να τους φυτεύσει τούτη την ανάγκη στην καρδιά τους. Αυτή την έννοια είχε και το βαπτισμά Του, στο οποίο προσκαλούσε τους συμπατριώτες του. Τούτη η προπαρασκευή για σωτηρία άνηκε στον Ιωάννη. Η πραγματοποίηση της σωτηρίας άνηκε στον Ιησού Χριστό.
Ειδικά αυτός ο λαός πίστευε ότι Του έφθανε η καταγωγή του απο τον Αβραάμ, και το εξωτερικό σημάδι της περιτομής, για να είναι εντάξει απέναντι στον Θεό. Είχαν μείνει στον τύπο, ξεχνόντας την ουσία του Νόμου. Ο Ιωάννης θα τους διέλυε αυτή την ολέθρια πλάνη, και θα τους διεκήρυττε ότι ήσαν το ίδιο αμαρτωλοί όπως και ο ειδωλολατρικός κόσμος, και ότι είχαν και τούτοι ανάγκη εξ ίσου της Θεϊκής συγχώρησης.
«Δια να κάμης γνωστήν εις τον λαόν του την σωτηρίαν δια της συγχωρήσεως των αμαρτιών των χάρις εις το μεγάλο έλεος του Θεού μας, όταν θα ανατείλει επάνω μας ο ήλιος από τον ουρανόν, δια να φωτίσει εκείνους, που κάθονται εις το σκοτάδι και εις την σκιάν του θανάτου, δια να οδηγήσει τα πόδια μας εις τον δρόμον της ειρήνης». (Εδ. 78-79).
«Του δούναι γνώσιν σωτηρίας τω λαώ αυτού, εν αφέσει αμαρτιών αυτών δια σπλάγχνα ελέους Θεού ημών, εν οις επεσκέψατο ημάς ανατολή εξ ύψους, επιφάναι τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις, του κατευθύναι τους πόδας ημών εις οδόν ειρήνης.»
Τούτη η περίοδος είναι η περίοδος της χάρης του Θεού πάνω στους ανθρώπους. Το έλεος Του ξεχύνεται και λούζει την γη. Ο Ζαχαρίας ανεβαίνει έως τις πηγές απ” όπου αναβλύζει τούτος ο ποταμός του ελέους. Είναι τα «σπλάχνα του Θεού». Στην Αγία Γραφή τα «σπλάχνα» είναι η έδρα όλων των αισθημάτων ελέους. Η υπόθεση της σωτηρίας μας δεν είναι ούτε πρωτοβουλία, ούτε απαίτηση, ούτε έργο του ανθρώπου. Είναι από την αρχή έως το τέλος, απ” την σύλληψή της εως την πραγματοποίησή της, έργον του ελέους, προσφορά της αγάπης του Θεού.
Θα καταλάβουμε πιο καλά αυτά που αναφέρει εδώ ο Ζαχαρίας αν φέρομε στο μυαλό μας μια αντίστοιχη εικόνα. Ένα καραβάνι ξεστρατίζει και χάνεται στην έρημο. Οι δύστυχοι ταξιδιώτες που τους πρόλαβε τώρα η νύχτα, κάθονται κάτω στα σκοτεινά και, φοβισμένοι περιμένουν τον θάνατο. Ξαφνικά, ένα λαμπρό αστέρι εμφανίζεται στον ορίζοντα και φωτίζει την πεδιάδα. Οι ταξιδιώτες παίρνουν θάρρος, σηκώνονται και, με οδηγό το φως αυτού του αστεριού, βρίσκουν τον δρόμο που τους φέρνει στον προορισμό τους.
Τούτο το αστέρι είναι ο Ιησούς Χριστός. Και το καραβάνι η ανθρωπότητα, ο καθένας μας ατομικά. Τούτο το αστέρι ήρθε «εξ ύψους», δηλ. κατέβηκε απ” τον ουρανό. Κατέβηκε, ενσαρκώθηκε, και ανέτειλε, άρχισε δηλαδή να υψώνεται απο αναμεσά μας, και να φωτίζει «τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις». Το σκοτάδι είναι το χαρακτηριστικό της αποξένωσης του ανθρώπου από τον Θεό, και της πνευματικής άγνοιας που συνοδεύει αυτή την εξορία. Αυτό το σκοτάδι είναι «σκιά θανάτου», γιατί οδηγεί στον όλεθρο της ψυχής, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον μελλοθάνατο, που λίγο πριν τον σκεπάσει η νύχτα του θανάτου, αρχίζει να θαμπώνει το φως, η όρασή του. Το «καθημένοις» δείχνει μία κατάσταση εξάντλησης και απελπισίας. Εκεί είμαστε όλοι, αυτή είναι η πραγματική μας κατάσταση. Το αστέρι που λάμπει ξαφνικά στον ορίζοντα κάνει τους χαμένους ταξιδιώτες να σηκωθούν επάνω και να βρουν τον δρόμο τους, ξεφεύγοντας έτσι απ” τον θάνατο που τους είχε αγκαλιάσει και είχε ήδη αρχίσει να τους σφίγγει.
Ποιός είναι αυτός ο δρόμος; «Εις οδόν ειρήνης». Ένας δρόμος που οδηγεί τον άνθρωπο σε συμφιλίωση με τον Θεό. Και σαν ο άνθρωπος συμφιλιωθεί με τον Θεό, σαν βρεί τον Θεό, βρήκε τα πάντα.
«Ειρήνη», είναι το «σαλόμ» στα Εβραϊκά, που σημαίνει, στα Εβραϊκά, την πλήρη ικανοποίηση όλων εκείνων που οι ανθρώπινες ανάγκες κάνουν τον άνθρωπο να επιθυμεί – η τέλεια ευημερία δηλαδή.
Και κλείνει ο Λουκάς το πρώτο του κεφάλαιο με τούτη την ιστορική σημείωση:
«Το δε παιδί εμεγάλωνε και εδυνάμωνε κατά το πνεύμα και ήτο εις τας ερήμους εως την ημέραν της εμφανισεώς του εις τον Ισραήλ.» (Εδ. 80)
Εδώ είναι η νεαρή ηλικία του Ιωάννη, μέχρι που άρχισε το έργο Του. Καθώς μεγάλωνε, αύξανε και πνευματικά (θρησκευτκά, διανοητικά και ηθικά). Το πνεύμα του «εκραταιούτο» (εδυνάμωνε), έπαιρνε δύναμη πιο πολύ και πιο πολύ, και επεβάλλετο στα ένστικτα και τις φυσικές ροπές του σώματος.
Υπήρχε συνεργασία, αρμονία μεταξύ του Αγίου Πνεύματος και του πνεύματος του Ιωάννη, και τούτο το τελευταίο μεγάλωνε και άνθιζε όπως το λουλούδι μεγαλώνει και ανθίζει μόνο σαν έρχεται σε διαρκή επαφή με το φως του ήλιου.
Αυτή η πνευματική ανάπτυξη του Ιωάννη δεν οφείλεται σε ανθρώπινη επίδραση. Δεν φοίτησε σε ανθρώπινα σχολεία, γιατί όπως μας αναφέρει εδώ ο Λόγος του Θεού «ήτο εις τας ερήμους». Τούτη η ανάπτυξη ήταν καθαρά έργο Θεού.
Αυτή η έρημος μάλλον ήταν η έρημος της Ιουδαίας, μία περιοχή κατοικημένη. Εκεί έμενε ο Ιωάννης, μέχρις ότου, με μια ειδική κλήση, δεν γνωρίζομεν ακριβώς λεπτομέρειες, ο Θεός τον κάλεσε ν” αρχίσει το έργο που Του είχε αναθέσει, μέχρις ότου ο Ίδιος τον «ανέδειξε», όπως λέγει το κείμενο, τον εγκατέστησε δηλαδή στο αξίωμά του, στο έργο του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Λουκάς Β1-14.

«Κατά τας ημέρας εκείνας συνέβη να δοθεί διαταγή εκ μέρους του Καίσαρος Αυγούστου να γίνη απογραφή όλης της οικουμένης. Αυτή η απογραφή ήτο η πρώτη που έγινε, όταν ηγεμών της Συρίας ήτο ο Κυρήνιος. Και όλοι πήγαν να απογραφούν, ο καθένας εις την πόλιν του. Ανέβηκε δε και ο Ιωσήφ από την Γαλιλαίαν, από την πόλιν Ναζαρέτ, εις την Ιουδαίαν, εις την πόλιν του Δαυίδ η οποία ονομάζεται Βηθλεέμ, επειδή κατήγετο από τον οίκον και το γένος του Δαυίδ, δια να απογραφή μαζί με την Μαριάμ, την γυναίκαν την μνηστευμένην με αυτόν, η οποία ήτο έγκυος.» (Εδ. 1-5)

Τις απογραφές τις έκαναν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες για να βρίσκουν τους αριθμούς των υπηκόων τους, και να κανονίζουν τα θέματα που είχαν σχέση με την φορολογία τους, την στρατολογία τους κ.τ.λ.
Τούτη την απογραφή χρησιμοποίησε ο Θεός σαν μέσο, να ξεσηκώσει τον Ιωσήφ και την Μαρία που ήταν έγκυος, να πάνε στην Βηθλεέμ του Ιούδα – υπήρχε και άλλη Βηθλεέμ, του Ζαβουλών – για να γεννηθεί εκεί το παιδί. Έτσι έπρεπε να γίνει. Το είχε προφητεύσει ο Προφήτης Μιχαίας: «Και συ, Βηθλεέμ Εφραθά, η μικρή μεταξύ των χιλιάδων του Ιούδα, απο σένα θα εξέλθει εις εμένα άνδρας δια να είναι ηγούμενος εις τον Ισραήλ του οποίου το οικογενειακό Του δένδρο πάει πίσω στην αρχή, σε χρόνους παλαιούς». (Μιχαίας Ε2). Έπρεπε λοιπόν να εκπληρωθεί η προφητεία. Ο «άρτος της ζωής» έπρεπε να γεννηθεί στην Βηθλεέμ, που σημαίνει «Οίκος άρτου». Έτσι το είχε ορίσει ο Θεός.

«Συνέβη όμως όταν ήσαν εκεί, να συμπληρωθούν αι ημέραι του τοκετού της. Και εγέννησε τον υιόν της τον πρωτότοκον και τον ετύλιξε στα σπάργανα και τον έβαλε να πλαγιάσει μέσα στην φάτνην, διότι δεν υπήρχε χώρος εις το πανδοχείο που είχαν καταλύσει.» (Εδ. 6-7)

Εκεί μεσ” στον σταύλο, έλαβε χώρα το γεγονός που επρόκειτο να αλλάξει το πρόσωπο του κόσμου.
Εκεί βρήκαν μια ακόμα εκπλήρωση τα λόγια που είπε η Μαρία στην δοξολογία της: «Κατέβασε απο θρόνους άρχοντας και ανύψωσε ταπεινούς» (Α 51), και το άλλο που είπε ο Παύλος, «Το αδύνατον του Θεού είναι δυνατώτερον των ανθρώπων» ( Α” Κορ. Α25). Τα όσα πρόκειται να γίνουν απο εδώ και πέρα, είναι απλώς μία επιβεβαίωση αυτής της αρχής.
Τούτο το παιδί προοριζόταν για την δόξα, και ο Λόγος του Θεού λέγει: «Η ταπείνωση προπορεύεται της δόξης». Τούτη η ταπείνωση θα είναι και το χαρακτηριστικό όλης της μετέπειτα πορείας Του.
Μα και τους πρώτους που πληροφόρησε ο Θεός γι” αυτό το γεγονός, ταπεινοί άνθρωποι ήσαν, μερικοί τσοπάνηδες.

«Εις την ιδίαν περιοχήν υπήρχαν βοσκοί που έμεναν έξω εις τους αγρούς και εφύλαγαν βάρδια την νύχτα δια το ποιμνιό τους. Και τους παρουσιάσθηκε άγγελος Κυρίου και λάμψις θεϊκή έλαμψε γύρω τους και τους κατέλαβε μεγάλος φόβος.» (Εδ. 8-9)

Τα πρόβατα το βράδυ τα μαζεύανε έξω στα χωράφια, σε περιφραγμένους τόπους, όπου είχαν ορίσει φύλακες να τα φυλάνε. Το επάγγελμα του φύλακα προβάτων οι Ιουδαίοι το είχαν σε περιφρόνηση. Αναφέρεται δε ότι τούτους τους φύλακες δεν τους έκαναν αποδεκτούς για μάρτυρες, τόσο χαμηλά τους είχαν. Εκεί λοιπόν έξω, αυτοί φυλάγανε με βάρδιες την νύχτα. Ήταν μια νύχτα συνηθισμένη σαν τις άλλες. Σε μια στιγμή όμως κάτι συνέβη. Ξαφνικά τους παρουσιάζεται ένα πρόσωπο. Από την λαμπρότητα του κατάλαβαν ότι ήταν άγγελος.
Σαν «δόξα Κυρίου», εδώ ο Λόγος του Θεού αναφέρει εκείνο το υπερφυσικό φως με το οποίο ο Θεός εμφανίζεται είτε προσωπικά, είτε μέσω των αντιπροσώπων Του. Σαν τον είδαν, έτσι ξαφνικά εμπρός τους, φοβήθηκαν πολύ. Αυτός όμως τους είπε:

«Μη φοβάσθε διότι σας φέρω ευχάριστα νέα που θα προξενήσουν μεγάλη χαρά εις όλον τον λαόν: Εγεννήθηκε σήμερα εις την πόλιν Δαυίδ για σας Σωτήρ, ο οποίος είναι ο Χριστός Κύριος. Και τούτο θα χρησιμεύσει σε σας για σημείον: Θα βρείτε βρέφος τυλιγμένο στα σπάργανα μέσα σε φάτνην». (Εδ. 10-12)

Το πρώτο που κάνει ο άγγελος είναι να τους καθησυχάσει. Και τους καθησυχάζει αναγγέλοντας την φύση του μηνύματός Του: Δεν ήρθα να σας αναγγείλω κρίση, τους λέγει, χαρά ήρθα να σας αναγγείλω. «Μην φοβάστε διότι σας φέρνω ευχάριστα νέα που θα προξενήσουν μεγάλη χαράν εις όλον τον λαόν». Ποιά είναι τα ευχάριστα νέα; «Εγεννήθηκε σήμερα εις την πόλιν του Δαβίδ για σας Σωτήρ, ο οποίος είναι ο Χριστός Κύριος». Απο τούτα τα λόγια φαίνεται και η συμπόνια που αισθάνονται οι άγγελοι στην θέα της δυστυχίας του ανθρωπίνου γένους. «Γεννήθηκε σήμερα», τους λέγει ο άγγελος, «στην πόλιν του Δαβίδ» – ήταν στην Βηθλεέμ που ο Δαυίδ χρήσθηκε Βασιλιάς – «αυτός που θα σας σώσει, θα σώσει το ανθρώπινο γένος. Είναι ο Χριστός Κύριος. Δηλαδή ο χρισμένος («Χριστός») απο τον Θεό. Αυτός τον οποίον προανάγγειλαν οι προφητείες, ο αντιπρόσωπος της Θείας κυριαρχίας («Κύριος»).
Να προσέξομε τα λόγια του αγγέλου: «Εγεννήθη εις εσάς σωτήρ, ο οποίος είναι Χριστός Κύριος». Το «εις εσάς» το βάζει μόνο στο «σωτήρ», όχι εις το «Κύριος». Εκείνο που θέλει να πει εδώ ο άγγελος είναι: Τούτο το πρόσωπο θα είναι Σωτήρας των ανθρώπων, και Κύριος όλων, και των αγγέλων. Ο χρισμένος από τον Θεό να είναι Κύριος πάνω σε όλα.
Στην συνέχεια τους δίνει και ένα σημάδι που θα τους βοηθούσε να βρούν τούτο το βρέφος: α) θα ήταν στο χωριό Βηθλεέμ, όπως τους προείπε. β) θα βρισκόταν μέσα σε μία φάτνη. Χριστός, Κύριος, Σωτήρας, και μέσα στην φάτνη; Οι απλές καρδιές των ποιμένων δέχθηκαν χωρίς αντίρρηση τούτα τα λόγια, και έγιναν οι πρώτοι που Τον προσκύνησαν.

«Και ξαφνικά παρουσιάσθηκε μαζί με τον άγγελον πλήθος της ουρανίου στρατιάς που εδοξολογούσαν τον Θεόν και έλεγαν, «Δόξα ας είναι εις τον Θεόν εν τοις υψίστοις και εις την γην ειρήνη ευαρέσκεια προς τους ανθρώπους». (Εδ. 13-14).

Η στρατιά των αγγέλων εξέρχεται με μιας απο τα βάθη του αοράτου κόσμου που μας περιβάλλει απο κάθε μεριά. Τι θα ήταν αυτό το θέαμα που ο Θεός είχε ετοιμάσει γι” αυτούς τους ταπεινούς φύλακες! Πως θα ήταν εκείνη η υμνωδία! Κάποτε θα την ακούμε, και όχι μόνον, θα συμμετέχωμε και εμείς.
Να σταθούμε στα λόγια του ύμνου του αγγέλων: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
«Δόξα εν υψίστοις Θεώ» : Δόξα στον Θεό που είναι στα ύψιστα μέρη. Οι άγγελοι, κατεβασμένοι στα κατώτερα μέρη, μέσα στον κόλπο της ανθρωπότητας, ζητάνε, εύχονται να υψωθεί δοξολογία απο τούτα τα μέρη, που ανεβαίνοντας απο ουρανούς σε ουρανούς, να φθάσει εκεί στο ύψιστο θυσιαστήριο, στα ύψιστα μέρη, και να δοξάσει τις θείες τελειότητες που λάμπουν στην γέννηση αυτού του μωρού, την Θεία σοφία, την Θεία αγάπη, την Θεία αγιότητα, την Θεία δικαιοσύνη. Είναι η γέννηση αυτού του μωρού που τις αποκαλύπτει όλες αυτές στον ορατό και αόρατο κόσμο. Έγραφε ο Παύλος στους Κορινθίους: «Σεις είσθε εξ αυτού εν Χριστό Ιησού, ο οποίος εγεννήθηκε εις ημάς σοφία απο Θεού, και δικαιοσύνη και αγιασμός και απολύτρωση» ( Α” Κορ. Α30).
«Και επί γης ειρήνη». Ενώ παρακινούν τους ανθρώπους να δοξάσουν τον Θεό, οι άγγελοι στην συνέχεια προσεύχονται, επικαλούνται την ειρήνη του Θεού να έλθει επάνω στους ανθρώπους. Μία ειρήνη που σαν έρθει απο τον Θεό και τους συμφιλιώσει μαζί Του, θα συμφιλιώσει και αυτούς μεταξύ τους, και θα σταματήσει τις διαμάχες και τους πολέμους τους. Είναι τούτο το βρέφος που σήμερα γεννήθηκε, με το οποίο ο Θεός θα εργασθεί τούτο το μέγα έργο.
Ποιό είναι το έδαφος, που βασίζουν οι άγγελοι τούτα τα δύο τους αιτήματα; Το λένε στην συνέχεια: «εν ανθρώποις ευδοκία». Στην ασυνήθη χάρη, στην ευαρέσκεια που δείχνεται στους ανθρώπους απ” τον Θεό. Καρπός τούτης της ευαρέσκειας, αυτής της «ευδοκίας», είναι η γέννηση τούτου του παιδιού.
Αν θέλαμε να τον πούμε πιο απλά τον ύμνο των αγγέλων, θα λέγαμε: «Ας υψωθεί δόξα από την γη προς τον Θεό που είναι στα ύψιστα μέρη. Ας κατέβει η ειρήνη του Θεού πάνω στους ανθρώπους. Διότι τώρα είναι η ώρα που η Θεία ευαρέσκεια, η Θεία ευδοκία απλώνεται όσο ποτέ επάνω τους. Είναι το γεγονός την γέννησης τούτου του παιδιού που το δείχνει».
Όταν οι μάρτυρες αυτής της ευλογίας υμνούν, πως τα αντικείμενα, οι δέκτες αυτής της ευλογίας μπορούν να παραμένουν σε σιγή, ή να υμνούν τόσο αδιάφορα;

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ. Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΜΕΩΝ. Λουκάς Β15-32.

«Μόλις οι άγγελοι τους άφησαν και πήγαν εις τον ουρανόν, οι βοσκοί είπαν μεταξύ τους, «Ας πάμε λοιπόν εις την Βηθλεέμ για να ιδούμε το γεγονός που μας έκανε γνωστό ο Κύριος». Και ήλθαν τρέχοντες και ευρήκαν την Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και το βρέφος να είναι εις την φάτνην. Όταν το είδαν, έκαναν γνωστά τα λόγια που τους είχαν ειπωθεί σχετικώς με το παιδί αυτό. Και όλοι, όσοι άκουσαν, εθαύμασαν δι” όσα τους είπαν οι βοσκοί. Η δε Μαριάμ τα εκρατούσε όλα εις τον νού της και τα εσκέπτετο. Και επέστρεψαν οι βοσκοί και εδόξαζαν και υμνούσαν τον Θεόν, δι” όλα, όσα άκουσαν και είδαν, όπως τους είχε ειπωθεί.» ( Εδ. 15-20).

Όλη τούτη την διήγηση το πιθανώτερο είναι να την διηγήθηκε η ίδια η μητέρα του Κυρίου στον Λουκά.
Ο Θεός είχε κανονίσει ο «Υιός του ανθρώπου», το «σπέρμα της γυναίκας», να ερχόταν στην ανθρώπινη κατάσταση ύπαρξης, μέσα απο την Ιουδαϊκή κοινωνία. Εκεί θα ενσαρκωνόταν και θα αναπτυσσόταν σαν άνθρωπος. Θα πραγματοποιούσε το ιδανικό της ανθρώπινης ύπαρξης, ντυμένος τον Ιουδαϊκό τρόπο ζωής. Έτσι, 8 ημέρες μετά την είσοδό Του στην ανθρώπινη ζωή δια της γεννήσεως, έπρεπε να εισέλθει και στην Διαθήκη που είχε κάνει ο Θεός με τον λαό αυτόν, δια της περιτομής.

«Και όταν συμπληρώθησαν αι οκτώ ημέραι δια να κάμουν την περιτομήν του παιδιού, του εδόθηκε το όνομα Ιησούς, όπως ονομάσθηκε από τον άγγελο πριν συλληφθεί εις την κοιλιά.» ( Εδ. 21).

Ή όπως λέγει ο Παύλος στους Γαλάτας Δ4: «Εγεννήθη από γυναίκα και υπετάγη στον νόμο». Ήταν ο νόμος που όριζε την περιτομή. Να θυμηθούμε και ότι το όνομα Ιησούς σημαίνει: «Ο Θεός είναι σωτηρία». Μετά την περιτομή υπήρχαν άλλες δύο διατάξεις του Νόμου που έπρεπε να υπακούσουν. Η πρώτη αφορούσε την μητέρα. Εάν μια μητέρα γεννούσε αγόρι, σύμφωνα με τον Λευιτικό κανονισμό, εθεωρείτο ακάθαρτη για 8 ημέρες. Εάν γεννούσε κορίτσι, 14 ημέρες. Μετά απο απομόνωση 33 ημερών στην πρώτη περίπτωση, και διπλού χρόνου στην δεύτερη, έπρεπε να προσφέρει στον ναό μία θυσία εξαγνισμού ( Λευιτ. 12)
Η δεύτερη διάταξη αφορούσε τα πρωτότοκα. Ο Θεός είχε ορίσει ότι τα πρωτότοκα Του ανήκουν. Αντί όμως να πάρει κάθε πρωτότοκο αρσενικό, είχε πάρει όλη την φυλή Λευί να Τον υπηρετεί. Και για τα υπόλοιπα πρωτότοκα αρσενικά είχε κανονίσει να τα εξαγοράζουν με ορισμένο ποσό χρημάτων που προσφερόταν στον Ναό. ( Εξ. ΙΓ 11-16).

«Και όταν συμπληρώθησαν αι ημέραι του καθαρισμού, σύμφωνα προς τον Μωσαϊκόν νόμον, τον έφεραν εις τα Ιεροσόλυμα, δια να τον παρουσιάσουν εις τον Κύριον – όπως είναι γραμμένο εις τον νόμον του Κυρίου, ότι κάθε αρσενικόν που ανοίγει μήτραν, πρέπει να θεωρηθεί ως άγιον (αφιερωμένον) εις τον Κύριον – και να προσφέρουν θυσίαν, σύμφωνα προς εκείνο που λέγει ο νόμος του Κυρίου: Ένα ζεύγος τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια.» (Εδ. 22-24)

Από τούτα τα εδάφια βγαίνει και η αληθινή έννοια της λέξης «άγιος». Είναι «αφιερωμένος».
«Διανοίγων μήτραν» = Πρωτότοκο.
Και εκεί καθώς παρουσιάσθηκαν, συνάντησαν στον Ναό δύο απλούς ανθρώπους του Θεού, τον Συμεών και την Άννα.
Συνέβαινε, σε καιρούς πνευματικού εκφυλισμού, όταν το επίσημο ιερατείο, το ορισθέν από τον Θεό, δεν καλλιεργούσε παρά τον τύπο, τα τυπικά της λατρείας του Θεού, το πνεύμα αυτής της λατρείας να φεύγει απ” αυτούς, και ν” αναπαύεται μεταξύ των ασήμων μελών της θρησκευτικής κοινότητας. Έτσι δημιουργούσε όργανα γι” αυτήν, συχνά απο τις κατώτερες τάξεις. Ο Συμεών και η Άννα είναι αντιπρόσωποι αυτής της αυτογενούς ιερωσύνης.

«Υπήρχε εις τα Ιεροσόλυμα άνθρωπος που ωνομάζετο Συμεών, και αυτός ο άνθρωπος ήτο δίκαιος και ευλαβής και επερίμενε την παρηγορίαν του Ισραήλ και Πνεύμα Άγιον ήτο επάνω του. Και του είχε προφητευθή απο το Πνεύμα το Άγιον ότι δεν θα ιδή θάνατον πριν ιδή τον Χριστόν του Κυρίου. Και ήλθε κατ” έμπνευσιν του Πνεύματος εις τον ναόν. Και όταν οι γονείς έφεραν το παιδί Ιησούν δια να εκτελέσουν δι” αυτόν τα έθιμα του νόμου, αυτός τότε το εδέχθηκε στην αγκαλιά του και ευλόγησε τον Θεόν και είπε, «Τώρα απολύεις, Δέσποτα, τον δούλον σου εν” ειρήνη σύμφωνα με τον λόγον σου, διότι είδα με μάτια μου την σωτηρία σου που ετοίμασες δι” όλους τους λαούς, ένα φως που θα είναι αποκάλυψις δια τους εθνικούς και δόξα δια τον λαόν σου τον Ισραήλ». Και εθαύμαζον ο Ιωσήφ και η μητέρα του για όσα ελέγοντο γι” αυτόν. Και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε εις την Μαριάμ, την μητέραν του. «Αυτός είναι προωρισμένος δια την πτώσιν και ανύψωσιν πολλών μεταξύ του Ισραήλ και ως σημείον δια το οποίον θα υπάρχη αντιλογία, δια να φανερωθούν αι σκέψεις πολλών καρδιών, και την ιδικήν σου ψυχήν επίσης θα διαπεράση ρομφαία». (Εδ. 25-35).

Μέσα στην θρησκευτική υποκρισία που βασίλευε στα Ιεροσόλυμα, ο Συμεών ήταν «δίκαιος και ευλαβής, και περίμενε την παρηγοριά του Ισραήλ», δηλαδή οι ελπίδες του είχαν κρατηθεί απ” τις υποσχέσεις του Θεού. «Και Πνεύμα Άγιον ήτο επ” αυτόν». Και μια και «το απόρρητον του Κυρίου είναι μετά των φοβουμένων Αυτόν», το Άγιο Πνεύμα του είχε αποκαλύψει ότι πριν πεθάνει, θα δει με τα μάτια του την ελπίδα του, που την περίμενε τόσο καιρό, θα δει τον «Χριστόν του Κυρίου», Αυτόν δηλαδή που είχε χρήσει ο Θεός και τους Τον έστελνε σαν Σωτήρα. Και τούτη η χαρά, υπονοείται, θα τον συνόδευε και στον άλλο κόσμο που θα πήγαινε, και απο εκεί τώρα θα περίμενε να εκπληρωθούν και όλα τα υπόλοιπα που είχε υποσχεθεί ο Θεός.
Και εκείνη την ειδική μέρα μία εσωτερική παρόρμηση, ένα ξεσήκωμα μέσα του – οδηγία του Αγίου Πνεύματος – τον ώθησε να έλθει μέχρι το ιερό, και εκεί, Τον είδε.
Και σαν Το είδε, διαβάζομε το εδάφιο 28: «Εδέχθη αυτό εις τας αγκάλας αυτού», σαν να ήταν αυτός ο αληθινός ιερέας που ενεργούσε επι του παρόντος εν ονόματι του Θεού.
Στην συνέχεια ύψωσε το κεφάλι στον ουρανό, και μέσα απο την καρδιά Του βγήκαν τούτα τα λόγια:
«Τώρα απολύεις, Δέσποτα,τον δούλον σου εν ειρήνη σύμφωνα με τον λόγον σου, διότι είδα με τα μάτια μου την σωτηρία σου που ετοίμασες δι” όλους τους λαούς, ένα φως που θα είναι αποκάλυψις δια τους εθνικούς και δόξα δια τον λαόν σου τον Ισραήλ». (Εδ. 29-32).
Ο Συμεών με αυτά τα λόγια παρουσιάζει τον εαυτόν του με την εικόνα ενός φρουρού, που ο Κύριος τον έχει τοποθετήσει σε μία ψηλή θέση να κυττάζει για την εμφάνιση ενός άστρου, ώστε σαν ανατείλει και το δει, να το αναγγείλει στους ανθρώπους. Και το άστρο που τόσο καιρό το περίμενε, ανέτειλε. Αναγγέλει λοιπόν την ανατολή του, και ζητά να απολυθεί απο το πόστο που είχε τόσο καιρό.
Η λέξη «απολύεις» περιέχει δύο ιδέες, την αποδέσμευση ενος φρουρού απο το καθήκον του, και την απελευθέρωσή του απο το φορτίο της ζωής Και η γήινη ζωή του Συμεών είχε επιμηκυνθεί για ένα μακρύ χρονικό διάστημα, μόνο και μόνο για να δει τούτο το άστρο.
Με την λέξη «Δέσποτα», ο Συμεών εκφράζει τα απόλυτα δικαιώματα που είχε ο Θεός επάνω του. Ήταν εντολή, ήταν λόγος του Δεσπότη του, να μην πεθάνει πριν δει Αυτόν που ο Θεός ετοίμασε προς σωτηρίαν των ανθρώπων. Τόσο καιρό ήταν σε αναμονή. Μήπως είναι Αυτός; Μήπως είναι Εκείνος; Τώρα επιτέλους Τον είδε, βρήκε την ικανοποίηση που ζητούσε, και μπορεί ν” αναχωρήσει απ” την γη με τέλεια ειρήνη, και εκεί στον άλλο κόσμο, να περιμένει αναπαυμένος την συνέχεια.
Εδώ ο Συμεών κάνει δύο προφητείες:
«Τον οποίoν ετοίμασες ενώπιον πάντων των λαών»: Ο Συμεών προφητεύει ότι τούτο το πρόσωπο, που ο Θεός εφρόντισε να σταλεί στον κόσμο, δεν θα είναι Σωτήρας των Ιουδαίων μόνον, αλλά όλης της ανθρωπότητας. Θα λάμψει εμπρός, κατά πρόσωπον όλου του κόσμου, και ο καθένας που θα θέλει, θα μπορεί να φωτισθεί απ” Αυτόν.
«Φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ»: Σύμφωνα με την Αγία Γραφή ο κόσμος είναι χωρισμένος στα Έθνη και στον λαό Ισραήλ. Σε τούτη την προφητεία του Συμεών, ο φωτισμός των Εθνών τοποθετείται πριν τον δοξασμό του Ισραήλ. Και έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Πρώτα φωτίσθηκαν τα Έθνη. Τα Έθνη ήταν βυθισμένα σε άγνοια. Στον Ησαία ΚΕ7 τα έθνη παρουσιάζονται σαν τυλιγμένα με ένα κάλυμμα, κάτι σαν πυκνή ομίχλη. Τούτο το κάλυμμα πρόκειται να το αφαιρέσει ο Σωτήρας που στέλνει ο Θεός.
Μετά τον φωτισμό των εθνών, και μέσω αυτού του φωτισμού, θα έρθει η σωτηρία του Ισραήλ σαν έθνος. Ακόμα δεν έχει γίνει. Είναι τούτο το βρέφος που έχει εμπρός Του ο Συμεών, που θ” απομακρύνει την ντροπή τους. Τότε θα δοξασθούν σε όλη την γη. Εκεί θα είναι το κέντρο της επίγειας βασιλείας του Ιησού Χριστού στην χιλιετία. Τότε αυτός ο λαός, έχοντας μετανοήσει και αναγνωρίσει τον Μεσσία του, θα είναι ο πρώτος μεταξύ των λαών της γης, και κορώνα πάνω σε αυτόν ο Iησούς Χριστός, κορώνα πάνω σ” όλους τους λαούς της γης. Αυτό θα γίνει όπως είπαμε, στο τέλος, όχι στην αρχή του Μεσσιανικού δράματος.
Τούτο το εδάφιο περιέχει ακριβώς την συνόψιση της ιστορίας των μελλοντικών γενεών.

«Και εθαύμαζον ο Ιωσήφ και η μητέρα του για όσα ελέγοντο δι” αυτόν». (Εδ.33).

“Ισως μια σαρκική ικανοποίηση, γεμάτη απατηλές ελπίδες, μπορεί να είχε κάνει κατοχή στις καρδιές του Ιωσήφ και της Μαρίας, ειδικώτερα της Μαρίας, σαν άκουσαν αυτά τα λόγια.
Αλλά ο Συμεών στην συνέχεια, εμποτίζει το μηνυμά του με την σταγόνα της πίκρας, η οποία δεν λείπει απο καμμία χαρά, ούτε και απο την πιο άγια, σ” έναν κόσμο βυθισμένο στην αμαρτία.

«Και εθαύμαζον ο Ιωσήφ και η μητέρα του για όσα ελέγοντο γι” αυτόν. Και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε εις την Μαριάμ, την μητέραν του, «Αυτός είναι προωρισμένος δια την πτώσιν και ανύψωσιν πολλών μεταξύ του Ισραήλ και ως σημείον δια το οποίον θα υπάρχει αντιλογία, δια να φανερωθούν αι σκέψεις πολλών καρδιών, και την ιδικήν σου ψυχήν επίσης θα διαπεράση ρομφαία». (Εδ. 34-35)

Η ευλογία του Συμεών απευθύνεται μόνο στους γονείς, και όχι στο μωρό. Ειδικά απευθύνεται στην Μαρία, σαν να είχε διακρίνει τον ιδιόμορφο δεσμό που την ένωνε με το μωρό.
Να σταθούμε στα λόγια του Συμεών:
«Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον».
Στον Ησαία Η14, ο Λόγος του Θεού λέγει : «Και θέλει είσθαι δια αγιαστήριον, θέλει είσθαι όμως δια πέτραν προσκόμματος και δια βράχον πτώσεως εις τους δύο οίκους του Ισραήλ δια παγίδα και δια βρόχια εις τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ». Δηλαδή τούτο το πρόσωπο είναι σαν βράχος που, για άλλους θα είναι καταφύγιο για να αγιασθούν, για τους αντίθετους όμως θα σταθεί εμπόδιο, όπου θα σκοντάψουν, θα πέσουν, και θα συντριβούν.
«Κείται», δηλαδή είναι μέρος του Θείου σχεδίου, ο Θεός Τον έχει βάλει επι τούτου στον δρόμο της ανθρωπότητας, για να κάνει ακριβώς αυτόν τον διαχωρισμό, αυτό το κοσκίνισμα. Να διαχωρίσει εκείνους που αληθινά θέλουν τον Θεό, απο κείνους που δεν Τον θέλουν, τους γνήσιους απο τους ψεύτικους, να ξεσκεπάσει την υποκρισία των ανθρώπων. Λίγο αργότερα, σαν τούτο το μωρό μεγάλωσε και ανέλαβε την δημόσια διακονία Του, τούτο ακριβώς δήλωσε: «Εγώ δεν ήλθα για ειρήνη, αλλά για κρίση, για διαχωρισμό». Είναι τέτοια η φύση αυτού του προσώπου, και του έργου που έκανε, που σαν Τον συναντήσει μια καρδιά, αποκαλύπτει τις εσωτερικές διαθέσεις της απέναντι στον Θεό. Οι θρησκευόμενοι Φαρισαίοι π.χ. σκόνταψαν και έπεσαν επάνω Του. Για μερικούς ηθικά ξεπεσμένους τελώνες όμως, έγινε η αιτία της πνευματικής τους ανάστασης.
Τούτο το μωρό, λέγει ο Συμεών στην Μαρία, θα είναι «και εις σημείον αντιλεγόμενον».
Τούτο μπορούμε να το ερμηνεύσουμε κατά δύο τρόπους: α) Με το που θα εμφανισθεί, θα ξεσηκωθούν αντιλογίες, και οι άνθρωποι θα χωρισθούν στα δύο. Τούτη όμως η έννοια υπερκαλύπτεται απο την προηγουμένη, και δεν θα ήταν παρά μία επανάληψή της. β) Κατά την δεύτερη ερμηνεία, η δημόσια εμφανισή Του είναι που θα προκαλούσε κατευθείαν αντιλογία, αντίθεση. Και πράγματι, σαν εμφανίσθηκε στο έθνος Του ο Μεσσίας, τούτο Τον υποδέχθηκε αμέσως με απιστία (πλην μεμονωμένων περιπτώσεων). Τούτη η απιστία θα γινόταν η αιτία του θλιβερού Του τέλους, και κατά συνέπεια των θλίψεων, που όπως λέγει εδώ ο Συμεών, θα γέμιζαν την καρδιά της μητέρας Του. Είναι σαν να της λέγει ο Συμεών: «Η αντίθεση που θα προκληθεί απ” αυτό το μωρό θα πάει τόσο μακρυά, ώστε θα φθάσει και στην δική σου καρδιά, και θα την διαπεράσει με λύπη». Εδώ φυσικά αναφέρεται στην απόρριψη του γυιού της, και στην εν συνεχεία σταυρωσή Του.
Όλα τούτα που λέει ο Συμεών, ο καθένας θα μπορούσε να τα πει, αν διάβαζε προσεκτικά την Παλαιά Διαθήκη. Όλα είχαν προλεχθεί εκεί.
Και κλείνει ο Συμεών τον λόγον του: Όλα αυτά θα γίνουν «όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί «. Το μίσος του οποίου ο Ιησούς θα είναι το αντικείμενο, και που θα διατρυπίσει την καρδιά της Μαρίας με ωδίνες, τούτο το μίσος θα αποκαλύψει εκείνη την βαθύτερη εχθρική στάση προς τον Θεό, που σ” αυτόν το λαό τώρα βρίσκεται κρυμμένη κάτω απο ένα πέπλο υποκριτικής ευσέβειας. Ο Συμεών διέκρινε, πίσω απο τις εξωτερικές μορφές της Ιουδαϊκής ευσέβειας, την αγάπη τους για την ανθρώπινη δόξα, την υποκρισία της φιλαργυρίας, και το μίσος για τον Θεό. Διαβλέπει δε ότι αυτό το μωρό θα είναι η αιτία ώστε, όλο αυτό το κρυμμένο δηλητήριο να ξεχυθεί από τα μύχια της καρδιάς τους.
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και σήμερα. Θέλετε να γνωρίσετε τις βαθύτερες διαθέσεις, τους διαλογισμούς του ανθρώπου απέναντι στον Θεό; Φέρτε τον αντιμέτωπο με το πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού.
Ο Θεός δεν θέλει το κακό. Αλλά όπου υπάρχει είναι μεσ” τα σχεδιά Του να το κάνει να εκδηλωθεί, να φανερωθεί. Γιατί τούτο είναι η βασική προϋπόθεση για να το γιατρέψει ή να το καταδικάσει. Όπως ο γιατρός, για να γνωρίσει τι κρύβει η καρδιά του αρρώστου, τον υποβάλλει σε τεστ κοπώσεως, για να γνωρίσει την αρρώστεια του και να τον θεραπεύσει. Εις τούτο ακριβώς συνίσταται και ένα μέρος του έργου του Ι. Χριστού: «Όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί».
Εκεί στο ναό είχαν και μια άλλη συνάντηση. Ήταν και ένας άλλος άνθρωπος του Θεού, η Άννα.

«Εκεί ήτο κάποια προφήτης Άννα, θυγατέρα του Φανουήλ, απο την φυλή του Ασσήρ. Ήτο πολύ προχωρημένης ηλικίας και είχε ζήσει επτά χρόνια με τον άνδρα της μετά τον γάμο της και κατόπιν ως χήρα μέχρι ηλικίας ογδόντα τεσσάρων ετών. Δεν απεμακρύνετο απο τον ναόν αλλά ελάτρευε τον Θεόν με νηστείας και προσευχάς νύχτα και ημέραν. Κατ” εκείνην ακριβώς την ώραν παρουσιάσθηκε και δοξολογούσε τον Θεόν και μιλούσε δια το παιδί εις όλους, όσοι ανέμεναν λύτρωσιν της Ιερουσαλήμ». (Εδ.36-38)

Ο Συμεών ήρθε στον Ναό ωθούμενος απο το Άγιο Πνεύμα. Η Άννα όμως ζούσε εκεί. Η Άννα σαν χήρεψε είχε αφιερωθεί στον Θεό, στην λατρεία Του. Και ή πήγαινε κάθε πρωί, ή έμενε συνέχεια στον Ναό. Το έργο το δικό της : «Νηστείας και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν», το μέγα έργο της προσευχής. Το κράτησαν οι Απόστολοι για τον εαυτό τους, όταν ήταν να αναθέσουν τις υπηρεσίες για τα κοινά τραπέζια.
Έκανε και ένα άλλο έργο η Άννα: Αν προσέξωμε, δεν λέγη, «Δοξολόγησε», «Μίλησε», αλλά «Δοξολογούσε τον Θεό και μιλούσε περί Αυτού», δηλ. του Μεσσία. Φαίνεται ότι αυτό το έκανε συνεχώς. Σε ποιούς «μιλούσε περί αυτού»; «Εις όλους όσους ανέμεναν λύτρωση της Ιερουσαλήμ».
Ο κόσμος στην Ιερουσαλήμ, και γενικότερα στο Ισραήλ, ήταν χωρισμένος σε τρία μέρη: α) Στους Φαρισαίους, που περίμεναν απ” τον Μεσσία έναν εξωτερικό θρίαμβο, πάνω στ” άλλα Έθνη. β) Στους Σαδουκαίους, που δεν περίμεναν τίποτα. γ) Στούς αληθινά πιστούς που περίμεναν την λύτρωση. Τούτοι ήσαν άνθρωποι σαν τον Συμεών και την Άννα, που όπως λέγει και ο Ιεζεκιήλ στο Κεφ. Θ, θρηνούσαν για τα βδελύγματα που έβλεπαν της Ιερουσαλήμ. Ήταν μεταξύ αυτών που η Άννα έκανε το έργο του ευαγγελιστού.

«Και όταν έκαναν όλα, όσα ώριζε ο νόμος του Κυρίου, εγύρισαν εις την Γαλιλαίαν, εις την πόλιν τους Ναζαρέτ. Το δε παιδί εμεγάλωνε και εδυνάμωνε κατά το πνεύμα επειδή εγέμιζε απο σοφίαν και η χάρις του Θεού ήτο επάνω του.» (Εδ. 39, 40)

«Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ” αυτό».
Το «ηύξανε», αναφέρεται στην φυσική Του ανάπτυξη.
Το «εκραταιούτο πνεύματι», στην πνευματική, διανοητική και θρησκευτική Του ανάπτυξη.
Το κύριο χαρακτηριστικό τούτης της ανάπτυξης ήτο η σοφία: «πληρούμενον σοφίας». Τούτη η σοφία περιέχει αφ” ενός μεν την γνώση του Θεού, αφ” ετέρου την βαθειά αντίληψη γύρω από ανθρώπους και πράγματα καθώς τούτα φαίνονται στα μάτια του Θεού, μέσα από μιά Θεία θεώρηση δηλαδή.
Σε τούτο το παιδί πραγματοποιήθηκε, πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η τέλεια φυσιολογική ανάπτυξη, σωματική και ηθική, της ανθρωπίνης ύπαρξης.
Ο Θεός έβλεπε τούτη την ανάπτυξη με τέλεια ικανοποίηση, διότι επιτέλους σ” αυτό το πρόσωπο επραγματοποιείτο ακριβώς η ιδέα που είχε συλλάβει στο να μας δημιουργήσει. Γι” αυτό, «χάρις Θεού ην επ” αυτό». Η χάρις του Θεού αναπαυόταν πάνω σ” αυτό το παιδί, διεισδύοντας σε όλη του την ύπαρξη.
Να πούμε και τούτο: Είναι στα σχέδια του Θεού η ομαλή, η προοδευτική αύξηση στο κάθε τι, και όχι οι βίαιες, οι εξαναγκασμένες μεταβολές. Αυτό ακριβώς που συμβαίνει και με τον άνθρωπο σαν αναγεννηθεί, η εν συνεχεία αύξηση του γίνεται ομαλά, προδευτικά, όχι πιεστικά, απότομα.
Στην συνέχεια, ο Λουκάς μας αναφέρει ένα περιστατικό, το μόνο που έχουμε για την νεανική ηλικία του Κυρίου, που φαίνεται καθαρά τούτη η σοφία.
Είναι τούτο το περιστατικό η πρώτη λάμψη της πνευματικής μεγαλειότητος που ο Ιησούς επέδειξε αργότερα στην δημόσια διακονία Του.

«Και οι γονείς του επήγαιναν κάθε χρόνο στην Ιερουσαλήμ κατά την εορτήν του Πάσχα. Όταν ήτο δώδεκα ετών ανέβηκαν εις τα Ιεροσόλυμα, κατά το έθιμον της εορτής, και όταν ετελείωσαν τας ημέρας, ενώ επέστρεφαν, παρέμεινε το παιδί Ιησούς εις την Ιερουσαλήμ, χωρίς να το καταλάβουν ο Ιωσήφ και η μητέρα του. Επειδή δε ενόμισαν ότι ήτο με συντροφιά, εβάδισαν μιας ημέρας δρόμον και τον αναζητούσαν μεταξύ των συγγενών και των γνωστών. Και επειδή δεν τον ευρήκαν, εγύρισαν εις την Ιερουσαλήμ και τον αναζητούσαν. Και ύστερα απο τρείς ημέρες τον ευρήκαν να κάθεται εις τον ναόν εις το μέσον των διδασκάλων και να τους ακούη και να τους ερωτά. Όλοι δε όσοι τον άκουαν, εθαύμαζον δια την νοημοσύνην και δια τις απαντήσεις του. Και όταν τον είδαν, εξεπλάγησαν και η μητέρα του είπε, «Παιδί μου, γιατί φέρθηκες έτσι; Ο πατέρας σου και εγώ σε ζητούσαμε με μεγάλην ανησυχίαν». Και αυτός τους είπε, «Γιατί μ” εζητούσατε; Δεν ηξέρατε ότι πρέπει να είμαι εις το σπίτι του Πατέρα μου;». Άλλ” αυτοί δεν κατάλαβαν τι εννοούσε με αυτό που τους είπε. Και επέστρεψε μαζί τους εις την Ναζαρέτ και εξακολουθούσε να υπακούη εις αυτούς.» (Εδ. 41-51)

Σύμφωνα με το Έξοδος ΚΓ12 και Δευτερονόμιον ΙΣΤ16, οι άνδρες έπρεπε να παρουσιαστούν οι ίδιοι στον Ναό στις τρεις γιορτές, του Πάσχα, της Πεντηκοστής, και της Σκηνοπηγίας. Για τις γυναίκες η παράδοση τους επέβαλε μία παρουσία τουλάχιστον, στο προσκύνημα του Πάσχα.
Ήταν στην ηλικία των 12 ετών, που ο νεαρός Ιησούς άρχισε να είναι υπεύθυνος έναντι του Νόμου, και να λαμβάνει θρησκευτικές οδηγίες. Ήταν η ηλικία που έγινε «Υιός του Νόμου».
Ο Ιησούς θα πέρασε αυτές τις εφτά ημέρες της γιορτής πλημμυρισμένος με θεία χαρά. Η κάθε τελετή μιλούσε μια θεία γλώσσα στην καθαρή Του καρδιά. Η γρήγορη αντίληψή Του προοδευτικά θα ανεκάλυπτε την σημασία αυτών που γινόντουσαν στις τελετές. Έτσι εξηγείται το ό,τι συνέβει στην συνέχεια. Γιατί έμεινε πίσω; Ήταν η αγάπη Του για τον Ναό, και τα όσα γινόντουσαν εκεί, που Τον έκανε να αποχωρισθεί απ” την ομάδα των παιδιών με τα οποία είχαν ανέβει μαζί. Δεν υπάρχει καμμία άλλη πρόθεση, και δεν ήταν ανυπακοή στους γονείς Του, γιατί όπως μας αναφέρει και το εδάφιο 51, ήταν παιδί υπακοής.
Τώρα άπαξ και έμεινε πίσω, που να πήγαινε σ” αυτήν την ξένη πόλη; Το σπίτι ενός μικρού είναι το σπίτι του πατέρα του. Πολύ φυσιολογικά λοιπόν ο Ιησούς ζήτησε το δικό του στον Ναό.
Εκεί πέρασε μία εμπειρία, σαν και εκείνη του Ιακώβ (Γεν. 28), όταν βρέθηκε μόνος την νύχτα στον δρόμο της φυγής. Στην απομόνωσή Του ο Κύριος έμαθε να γνωρίζει τον Θεό πιο στενά σαν Πατέρα Του, τούτο δε διαφαίνεται απ” την απαντησή Του στον Ιωσήφ και την Μαρία: «Δεν ξέρετε ότι πρέπει να είμαι εις το σπίτι του Πατέρα μου;».
Η απουσία Του θα πρέπει να έγινε αντιληπτή προς το βράδυ, όταν σταματούσαν την πορεία, και η κάθε οικογένεια μαζευόταν για διανυκτέρευση.
Το ότι Τον είχαν αφήσει μόνον μαζί με τ” άλλα παιδιά, δεν καταλογίζεται σαν μεγάλη ανευθυνότητα στους γονείς Του, δεδομένης της ηλικίας Του, και της σοβαρότητας του χαρακτήρα Του.
Σαν είδαν ότι έλειπε, αμέσως γύρισαν πίσω. Τον βρήκαν την τρίτη ημέρα απο τότε που Τον είχαν δεί τελευταία φορά. Μια μέρα το ταξίδι που είχαν κάνει, μια μέρα η επιστροφή τους πίσω, και μια μέρα η αναζήτηση Του στα Ιεροσόλυμα.
Ο Κύριος τούτες τις ημέρες εκεί στον Ναό παρακολουθούσε τα μαθήματα των διδασκάλων του Νόμου. Η εξαιρετική του νοημοσύνη απο τις ερωτήσεις που έθετε και τις απαντήσεις που έδινε, θα πρέπει να τους είχε ελκύσει το ενδιαφέρον. Συνήθως τότε το μάθημα γινόταν με ερωτήσεις που έθεταν και οι δάσκαλοι και οι μαθητές.
Η έκπληξη των γονέων Του όταν Τον βρήκαν, δείχνει ότι τούτο το γεγονός ήτο ασυνήθιστο γι” Αυτόν, ότι ήταν παιδί υπακοής.
Στα λόγια της Μαρίας υπάρχει ένας ελαφρύς τόνος επίπληξης. Ίσως να ήθελε έτσι να δικαιολογηθεί για την αμέλεια που είχε δείξει. «Παιδί μου γιατί φέρθηκες έτσι; Ο πατέρας σου και εγώ σ” εζητούσαμε με μεγάλην ανησυχίαν».
Εδώ οι κακόπιστοι κριτικοί του Ευαγγελίου εκπλήσσονται για την ανησυχία που εξεφράσθη απο την μητέραν του Κυρίου. Ερωτούν: Δεν της είχε αποκαλυφθεί πιο ήταν αυτό το παιδί ; Γιατί τότε ανησυχούσε; Ξεχνούν όμως ότι η ανθρώπινη καρδιά δεν εργάζεται πάντα σύμφωνα με την λογική.
Και η απάντηση του Κυρίου στην επίπληξη που υπονοούν τα λόγια της Μαρίας: «Τι ότι εζητείτε με; ουκ ήδειτε ότι εν τοις του Πατρός μου δει είναι με;». «Γιατί με εζητούσατε;» Εδώ ο Κύριος δεν εννοεί: «Γιατί με ψάχνατε; Θα μπορούσατε πολύ καλά να με αφήσετε στην Ιερουσαλήμ», αλλά: «Γιατί με ψάχνατε; Ήταν άσκοπο εκ μέρους σας. Δεν ξέρατε ότι θα με βρίσκατε εδώ;» «Δεν ξέρετε ότι πρέπει να είμαι εις το σπίτι του Πατέρα μου;»
Ήταν λεπτή αλλά αποφασιστική η απαντησή Του στην παρατήρηση της μητέρας του, » Ο πατέρας σου και εγώ…». Ήταν εκεί, στην απομόνωση που έζησε για λίγο στον Ναό, που σκεπτόμενος τις σχέσεις Του με τον Θεό, είχε συνειδητοποιήσει βαθειά, ότι ο Θεός ήταν η αιτία της υπαρξής Του, ο ουσιαστικός Πατέρας Του.
Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητος που απεκαλύπτετο μια τέτοια σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, Πατέρας προς Υιόν. Κανένας δεν μπορούσε μέχρι τότε να έχει συνειδητοποιήσει μια τέτοια σχέση. Και εκείνη η φράση, «Εν τοις του Πατρός μου δει είναι με», «πρέπει να είμαι γύρω απο τις υποθέσεις του Πατέρα μου» ( μια γενικώτερη έννοια, που περιέχει και το «σπίτι του Πατέρα μου»), δείχνει το ιδανικό της ζωής ενός Υιού, πλήρως αφιερωμένου στον Θεό Πατέρα, στις υποθέσεις Του.
«Αλλά αυτοί δεν κατάλαβαν τι εννοούσε μ” αυτό που τους είπε». Και η μητέρα Του και οι άλλοι το κατάλαβαν μόνο σαν γνώρισαν την μετέπειτα ζωή Του.

ΤΑ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. Λουκάς Β51-52.

«Και επέστρεψε μαζί τους εις την Ναζαρέτ και εξακολουθούσε να υπακούει εις αυτούς. Η μητέρα του εφύλαγε εις την καρδιά της όλα αυτά τα γεγονότα. Και ο Ιησούς προόδευε σε σοφίαν και σωματικήν ανάπτυξιν και εύνοιαν εκ μέρους του Θεού και των ανθρώπων». (Εδ. 51,52)

Όπως είπαμε την προηγούμενη φορά, είναι απο τούτην την στιγμήν που ο Ιησούς κατέχει μέσα Του αυτό το ιδανικό που μόλις είχε ακτινοβολήσει στον νού Του. Το ιδανικό μιας ζωής αφιερωμένης απόλυτα στις υποθέσεις του Θεού. Τούτη η διεργασία έγινε μέσα Του σαν βρέθηκε στον Ναό, μόνος με τον Θεό. Σε τούτο το συμπέρασμα μας οδηγούν τα λόγια που είπε πρώτη φορά τώρα στην μητέρα Του: «Δεν ηξέρατε ότι πρέπει να είμαι στο σπίτι του Πατέρα μου». Λόγια που δεν τα κατάλαβαν ούτε η Μαρία ούτε ο Ιωσήφ. Η ανέμελη παιδική ηλικία είχε τελειώσει. Άρχισε τώρα να χαράζεται μέσα Του ο δρόμος της ζωής που θ” ακολουθούσε.
Για τα επόμενα 18 χρόνια κράτησε τον εαυτό Του σε σιωπή, υποτασσόμενος στις υποθέσεις του Ιωσήφ. Εκεί στην Ναζαρέτ όπου έμεναν, όλοι Τον γνώριζαν σαν τον «μαραγκό » ( Μάρκος ΣΤ. 3).
Το έργο που έκανε αυτά τα 18 χρόνια ήτο αυτό ακριβώς: «Ην υποτασσόμενος αυτοίς». Έχει γίνει η ερώτηση: Γιατί ο Θεός δεν κανόνισε να συνεχίσει να μένει στον Ναόν, όπου ήταν το κέντρο της Θεοκρατίας, και όπου ο Κύριος πέρασε ημέρες ιδιαίτερης ευλογίας; Γιατί να Τον στείλει πάλι στην ερημική Ναζαρέτ;
Η ήρεμη ατμόσφαιρα της Ναζαρέτ, κάτω από τα μάτια του Ιωσήφ και της Μαρίας, προσφερόταν πολύ καλύτερα για την ωρίμανση και αναπτυξή Του, παρά η ταραγμένη απο πολιτικοθρησκευτικές συζητήσεις ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας. Ίσως και ο θαυμασμός των δασκάλων που διέκριναν την νοημοσύνη Του, γρήγορα να μεταβαλλόταν σε μίσος, καθώς θα ερχόταν αντιμέτωποι με το καθαρό και ελεύθερο πνεύμα Του.
Ήταν λοιπόν στην ήσυχη, την χωρίς έντονη θρησκευτική δραστηριότητα ατμόσφαιρα της Ναζαρέτ, εκεί στην μονοτονία του εργαστηρίου, που αναπτύχθηκε και ωρίμασε ο Υιός του ανθρώπου, κάτω απ” την φροντίδα και επίβλεψη των γονέων που ο Θεός Του είχε ορίσει δίπλα Του. Μία απόλυτα φυσιολογική ανάπτυξη. Μας την περιγράφει το εδάφιο 52:
«Και ο Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις».
Από το ΙΘ3 καταλαβαίνωμε ότι σαν «ηλικία» δεν εννοεί τα χρόνια – θα ήταν περιττό να έλεγε κάτι τέτοιο, αλλά το ανάστημα, το μπόϊ. Αυτός ο όρος αναφέρεται στην φυσική Του ανάπτυξη. Το «σοφία» αναφέρεται στην διανοητική και ηθική Του ανάπτυξη.
Ο τρίτος όρος «χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις», συμπληρώνει τους άλλους δύο. Πάνω στο πρόσωπο αυτού του νεαρού, είχε απλωθεί μία χάρη εξωτερική και εσωτερική, πνευματική. Προερχόταν από την χάρη που Του έδινε ο Θεός, και έλκυε στο προσωπό Του, την χάρη, την εύνοια των ανθρώπων. Με απλά λόγια, είχε κάτι ιδιαίτερο που Τον συμπαθούσαν. Χαιρόντουσαν την συντροφιά Του, τα λόγια Του, να Τον βλέπουν. Ήταν η τέλεια φυσιολογική ανθρωπίνη ύπαρξη, όπως την είχε σχεδιάσει εξ αρχής ο Θεός, που πάνω Του έβρισκαν ανάπαυση ουρανός και γη. Και τελικά ήταν πάνω σ” αυτό το Πρόσωπο, που αυτά τα δύο βρήκαν κοινό σημείο επαφής και συμφιλιώθηκαν.
Και μία αντίθεση του Κυρίου με τον Ιωάννη τον Προδρομό Του.
Ο Κύριος μεγάλωνε ανάμεσα στους ανθρώπους, ενώ ο Ιωάννης στην απομόνωση της ερήμου. Έτσι ήταν το σχέδιο του Θεού. Και οι δημόσιες διακονίες τους στην συνέχεια, διαφέρουν ακριβώς σ” αυτό το σημείο. Ο Ιωάννης εκήρυττε στην έρημο. Ο Κύριος ανάμεσα στους ανθρώπους, ζόντας μαζί τους.
Έτσι λοιπόν για 18 χρόνια, πίσω απο αυτήν την ζωή του ταπεινού, του καθημερινού μόχθου, γινόταν αθόρυβα μια εσωτερική ανάπτυξη, που κατέληξε σε μια κατάσταση τέλειας δεκτικότητας στην κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Αυτό πραγματοποιήθηκε ακριβώς όταν ο Ιησούς έφθασε στο ζενίθ, στο ύψιστο σημείο της ανθρωπίνης ζωής, στην ηλικία των 30 ετών, εκεί που η ψυχή και το σώμα Του βρισκόταν στον ύψιστο βαθμό της ζωτικότητας των, και ήταν κατάλληλα προετοιμασμένα να γίνουν όργανα μίας υψηλότερης έμπνευσης.
Και σαν ο Πρόδρομος έδωσε το σινιάλο, ο Ιησούς άφησε την αφάνεια για να επιτελέσει τον στόχο που Του είχε παρουσιασθεί από μόνος του, τότε στον Ναό, στην ηλικία των 12, σαν το ιδανικό της ζωής Του. Ποιός ήταν αυτός ο στοχος; Η εγκαθίδρυση της Βασιλείας του Θεού στην γη.
Από δω και μετά αρχίζει το δεύτερο μέρος της γηίνης ύπαρξης Του.
Η συνέχεια που θα μελετήσομε θα μας μιλήσει ακριβώς για την μετάβαση του Κυρίου απο την ιδιωτική, στην δημόσια ζωή. Περιέχει δε 4 μέρη: 1. Το έργο του Ιωάννη του Βαπτιστή (Κεφ.Γ1-20). 2. Το βάπτισμα του Ιησού (Κεφ.Γ21,22 ). 3. Την γενεαλογία Του (Κεφ.Γ23-38 ). 4. Τους πειρασμούς Του (Κεφ.Δ1-13).
Τώρα το γιατί ο Μεσσίας έπρεπε να έχει έναν πρόδρομο, μας το είπε ο Λόγος του Θεού στο Α77. Να το ξαναθυμηθούμε: Ο κόσμος είχε μιά εσφαλμένη ιδέα για την σωτηρία τους. Την περιόριζαν στην απελευθέρωσή τους από τους γήϊνους κατακτητές που τους είχαν υποδουλώσει. Ήταν αναγκαίο λοιπόν, να ερχόταν ένας άνθρωπος, τυλιγμένος με θεία εξουσία, για να τους οδηγήσει να καταλάβουν τι ο Θεός επρόκειτο να εργασθεί, τι Αυτός εννοούσε σαν σωτηρία τους. Αυτό έπρεπε να γίνει, πριν ο Μεσσίας ερχόταν να επιτελέσει το έργο γι” αυτή την σωτηρία.
Έτσι εμφανίζεται πρώτος ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Ίσως σ” ολη την ιερή ιστορία δεν εμφανίζεται άλλο πιό εντυπωσιακό πρόσωπο απ” αυτό του Ιωάννη του Βαπτιστή. Στην εμφάνισή Του ο κόσμος κινητοποιείται, οι συνειδήσεις τους αφυπνίζονται, πλήθη συγκεντρώνονται δίπλα του. Όλοι κοιτούσαν με ανυπομονησία προς αυτόν. Άραγε αυτός να ήταν εκείνος που περίμεναν; Και ακριβώς κατά την στιγμή που αυτός ο άνθρωπος δεν είχε να πει παρά έναν μόνο λόγο, και ν” αναλάβει τα ηνία όλης αυτής της κινητοποίησης, όχι μόνον αποφεύγει να πει αυτόν τον λόγο, αλλά λέγει έναν άλλον, που κατηύθυνε όλες εκείνες τις ανυπόμονες ματιές που είχαν καρφωθεί επάνω του, σ” Αυτόν που ερχόταν μετά απ” Αυτόν, εμπρός στον Οποίον, όπως είπε ο ίδιος, δεν ήταν άξιος να Του λύσει ούτε τα κορδόνια απ” τα παπούτσια.
Και σαν εμφανίζεται αυτός ο Άλλος, ο ίδιος αποσύρεται στο περιθώριο γεμάτος χαρά, βλέποντας Εκείνον να μεγαλώνει στα μάτια του κόσμου, τον εαυτόν του δε να μικραίνει.
Κάποιος νούς από ψηλά τα κανόνιζε όλα αυτά, όπως θα το δούμε και στην συνέχεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ. Λουκάς Γ1-20.
Πριν διηγηθεί ο Λουκάς την δημόσια διακονία του Κυρίου μας, μας δίδει, σαν ένας σωστός ιστορικός, το περίγραμμα, το πολιτικό, και το θρησκευτικό, της εποχής Του.

«Κατά το δέκατον πέμπτον έτος της Αυτοκρατορίας του Τιβερίου Καίσαρος, όταν ηγεμών της Ιουδαίας ήτο ο Πόντιος Πιλάτος, τετράρχης δε της Γαλιλαίας ο Ηρώδης και τετράρχης της Ιδουμαίας και της χώρας Τραχωνίτιδος ο Φίλιππος ο αδελφός του και τετράρχης της Αβιληνής ο Λυσανίας, και όταν αρχιερείς ήσαν ο Άννας και ο Καϊάφας, εδόθηκε εντολή από τον Θεό προς τον Ιωάννην,τον υιόν του Ζαχαρία εις την έρημον». (Εδ. 1-2)

Ο Κύριος, όταν ενεφανίσθη στο προσκήνιο ο Ιωάννης, θα πρέπει να ήταν 29 ετών. Δεδομένου ότι η διακονία του Ιωάννη διήρκησεν 6 μήνες έως 1 έτος, θα πρέπει να ήταν 30 ετών όταν εβαπτίσθη υπ” αυτού.
Από τα γραφόμενα εδώ του Λουκά συμπεραίνομε ότι η αγία γη είχε τότε διαμελισθεί, το έθνος του Θεού ήταν πολιτικά διαλυμένο. Μα και θρησκευτικά ήταν διαλυμένο. Τούτο φαίνεται απ” την αναφορά που κάνει ο Λουκάς για δύο αρχιερείς. Γνωρίζομε από την Παλαιά Διαθήκη ότι ο Θεός είχε ορίσει έναν ισόβιο αρχιερέα. Τα πράγματα είχαν αλλάξει επί του προκατόχου του Πιλάτου, του Βαλέριου Γκράτου. Αυτός, το έτος 14, είχε καθαιρέσει τον αρχιερέα Άννα. Στην συνέχεια εξελέγησαν και καθαιρέθησαν 4 αρχιερείς. Ο Καιάφας, που τούτη την εποχή είχε τον τίτλο, ήταν γαμβρός του Άννα, και ορίσθηκε αρχιερεύς απ” τον Γκράτο το 17μ.Χ. Έμεινε δε στο αξίωμά του έως το 36μ.Χ. Φαίνεται πως, παρ” όλα αυτά, το έθνος συνέχισε να θεωρεί, σύμφωνα με τον Νόμο του Θεού, αρχιερέα τους τον Άννα. Ίσως αυτοί οι δύο και να μοιράζοταν την εξουσία, ο ένας την πολιτική, ο άλλος την θρησκευτική. Ουσιαστικά όμως τα ηνία θα πρέπει να τα είχε Άννας.
Αυτό ήταν το περίγραμμα, το πολιτικό και το θρησκευτικό, της εποχής κατά την οποίαν ο Ιωάννης, και στην συνέχεια ο Κύριος, άρχισαν την δημόσια διακονία τους. Διάλυση πολιτική και θρησκευτική στον λαό του Θεού.
Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο Θεός ξεσήκωσε τον Ιωάννη, ν” αρχίσει το έργο που του είχε ορίσει:

«Και ήλθε εις ολόκληρην την περιοχήν του Ιορδάνη και εκήρυττε βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών.» (Εδ.3).

Το έθιμο του βαπτίσματος, που συνίστατο σε βύθιση μέρους ή ολοκλήρου του σώματος στο νερό, δεν ήταν σε χρήση αυτή την περίοδο μεταξύ των Ιουδαίων. Ήταν ο Ιωάννης που το εισήγαγε.
Το βάπτισμα ήταν μια ταπεινωτική πράξη για τους Ιουδαίους. Αυτός που βαπτιζόταν, με τούτη την πράξη αποδεχόταν ότι, δεν είχε απλά πέσει σε μερικά μεμονομένα σφάλματα, για τούτα υπήρχαν άλλοι απλούστεροι τρόποι καθαρισμού, αλλά ήταν όλος ηθικά βρώμικος, και χρειαζόταν έναν πλήρη εξαγνισμό. Γι” αυτό και ο Κύριος εφιστά την προσοχή μας στην ανάγκη να γεννηθούμε εξ αρχής «εξ ύδατος και πνεύματος» (Ιω. Γ5). Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός είχε υποσχεθεί για ένα καθαρό νερό, για το άνοιγμα μιας πηγής που θα έπλενε την αμαρτία, την κάθε ηθική ακαθαρσία (Ιεζ. ΛΣΤ25, Ζαχ. ΙΓ1).
Το βάπτισμα του Ιωάννη ήταν ακριβώς: «Βάπτισμα μετανοίας».
Τούτη ακριβώς η δεύτερη λέξη δηλώνει την ηθική πράξη που συμβολίζει αλλά και σφραγίζει τούτη η εξωτερική πράξη του βαπτίσματος. Είναι αυτή ακριβώς που του δίνει την αξία του. Χωρίς αυτήν δεν είναι παρά ένα απλό βύθισμα στο νερό.
Ο όρος «μετάνοια» δηλώνει μια πλήρη στροφή του νου προς την αντίθετη κατεύθυνση απ” αυτή που βάδιζε μέχρι τώρα.
Ο Ματθαίος και ο Μάρκος μας αναφέρουν ότι το βάπτισμα συνοδευόταν και απο την εξομολόγηση των αμαρτιών του βαπτιζομένου.
Να σημειώσομε ότι το βάπτισμα που συνεστήθη απ” τον Κύριον στην συνέχεια, ήταν βάπτισμα αφέσεως αμαρτιών.
Το βάπτισμα, όπως και κάθε τελετή που την συστήνει ο Θεός, περιέχει και μια χάρη εκ μέρους Του, για κείνον που το κάνει, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ο Ίδιος έχει θέσει. Εάν εκ μέρους του ανθρώπου είναι μία δήλωση για την αποκήρυξη των αμαρτιών του, εκ μέρους του Θεού είναι μία δήλωση για την χορήγηση συγνώμης γι” αυτές τις αμαρτίες.
Το έργο του Ιωάννη είχε και αυτό προφητευθεί. Ο Πρόδρομος του Μεσσία είχε στη προφητική εικόνα μια θέση δίπλα στον Μεσσία:

«Καθώς είναι γραμμένο εις το βιβλίον των προφητειών του προφήτου Ησαία: «Φωνή ενός που φωνάζει στην έρημο. Ετοιμάσατε την οδόν του Κυρίου, κάνετε ίσιους τους δρόμους του. Κάθε φαράγγι πρέπει να γεμίσει με χώμα και κάθε βουνό και λόφος πρέπει να ισοπεδωθεί, και τα στραβά θα γίνουν ίσια και οι ανώμαλοι δρόμοι θα γίνουν ομαλοί και κάθε άνθρωπος θα ιδή την σωτηρίαν του Θεού». Έλεγε λοιπόν εις τα πλήθη που έβγαιναν δια να βαπτισθούν απ” αυτόν, «Γεννεά εχιδνών, ποιος σας υπέδειξε να αποφύγετε την μέλλουσαν οργήν;» (Εδ.4-6).

Η προφητεία είναι από τον Ησαία Μ1-11. Σύμφωνα μ” αυτήν την προφητεία, πριν έρθει ο Κύριος, θα στελνόταν ένας κήρυκας να προετοιμάσει τον δρόμον Του.
Τούτη η εικόνα έχει ληφθεί απο ένα έθιμο της Ανατολής, όπου εάν κάποιος ηγεμόνας επρόκειτο να επισκεφθεί ένα μέρος, στελνόταν πριν απ” αυτόν ένας ταχυδρόμος, που καλούσε τον κόσμο της περιοχής να προετοιμάσει τον δρόμο απο τον οποίον επρόκειτο να περάσει ο άρχοντας.
Οι ανωμαλίες που πρέπει να τακτοποιηθούν για ν” ανοίξει ο δρόμος του Κυρίου στις καρδιές των ανθρώπων είναι: α) Τα βουνά που πρέπει να γκρεμισθούν και να ισοπεδωθούν, η υπερηφάνεια δηλαδή που πρέπει να ταπεινωθεί. β) Τα φαράγγια και οι κοιλάδες που πρέπει να γεμίσουν. Είναι η ηθική και θρησκευτική αδιαφορία που πρέπει να εκλείψει. γ) Τα στραβά που πρέπει να γίνουν ίσα, οι απατεωνιές δηλαδή και τα ψέμματα που πρέπει να κοπούν. δ) Οι ανώμαλοι δρόμοι που θα πρέπει να εξομαλυνθούν, οι αμαρτωλές συνήθειες δηλαδή που θα πρέπει να απομακρυνθούν.
Ίσως μπορούν να δοθούν και άλλες παραπλήσιες ερμηνείες σε αυτά τα λόγια, ο γενικός όμως στόχος τους είναι ένας: Για να έλθει ο Θεός να κατοικήσει στην καρδιά του ανθρώπου, θα πρέπει τούτη να Του ανοίξει, να Του εξομαλύνει τον δρόμο δια της μετανοίας, τούτο είναι και το πνεύμα του βαπτίσματος του Ιωάννη.
Όταν γίνει αυτή η προεργασία, όταν επιτελεσθεί τούτη η πνευματική μεταστροφή, τότε ο Θεός θα εμφανισθεί, και τότε, «όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού» (Ησ. ΝΒ10).
Τούτα τα λόγια έχουν εφαρμογή και ατομικά για τον καθένα, και συλλογικά για την ανθρωπότητα. Την πρώτη τους εφαρμογή την βρήκαν λίγο αργότερα, όταν τούτοι οι μετανοημένοι, καρπός του κηρύγματος του Ιωάννη, είδαν, γνώρισαν και επίστεψαν τον Ιησού Χριστόν. Είναι αυτός «το σωτήριον του Θεού», το μέσον δηλαδή που ο Θεός έχει ετοιμάσει δια την σωτηρίαν μας.
Και κάτι άλλο: Ορίζοντας το βάπτισμα του Ιωάννη σαν την ουσιαστική προετοιμασία για την υποδοχή του Μεσσία, μια πράξη που γινόταν μακρυά από τον Ναό, ο Θεός απέρριπτε οριστικά το ιερατείο που ο Ίδιος είχε ορίσει. Απεδοκίμασε, λόγω της ηθικής διαστροφής τους, όλους τους καθαρισμούς και τις προετοιμασίες που αυτοί εκτελούσαν, και όρισε κάτι τελείως έξω απ” αυτούς.
Τα ακόλουθα είναι μία περίληψη όλων των ομιλιών του Βαπτιστή, κατά την διάρκεια της περιόδου που προηγήθηκε του βαπτίσματος του Κυρίου.
Σ” αυτή την περίληψη ο Λουκάς περιλαμβάνει: 1) Μία πρόσκληση του Ιωάννη για μετάνοια, υπαγορευμένη απο την επικειμένη Μεσσιανική κρίση (Εδ. 7-9). 2) Ειδικές πρακτικές οδηγίες για κάθε κατηγορία ακροατών Του (Εδ. 10-14). 3) Την αναγγελία της ταχείας εμφάνισης του Μεσσία (Εδ. 15-17).

«Έλεγε, λοιπόν εις τα πλήθη που έβγαιναν δια να βαπτισθούν απ” αυτόν, «Γενεά εχιδνών, ποιός σας υπέδειξε να αποφύγετε την μέλλουσαν οργήν; Κάνετε λοιπόν καρπούς άξιους της μετανοίας σας, και μην αρχίσετε να λέτε μέσα σας, «Πατέρα έχομεν τον Αβραάμ», διότι σας λέγω ότι ο Θεός μπορεί από αυτές τις πέτρες να κάνει παιδιά δια τον Αβραάμ. Η αξίνα είναι πια κοντά εις την ρίζαν των δένδρων, και κάθε δένδρον που δεν κάνει καρπόν καλόν το κόβουν σύρριζα και το ρίχνουν εις την φωτιάν». (Εδ. 7-9).

Ο κόσμος ξεσηκωνόταν και πήγαινε να τον συναντήσει στην έρημο. Εκεί τους υποδεχόταν με αυτά τα λόγια, και πιο πολύ τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους: «Γενεά εχιδνών, ποιός σας υπέδειξε να αποφύγετε την μέλλουσαν οργήν;».
Γνωρίζοντας την διαφθορά και την πονηριά τους, τους παρομοιάζει σαν διαδοχικές γεννιές απο οχιές που βγαίνουν ζωντανές απο το σώμα της μητέρας τους. Οι ίδιοι καμάρωναν ότι είναι «παιδιά του Αβραάμ». Ο Ιωάννης όμως εδώ τους υπαινίσσεται ότι ο πραγματικός πατέρας τους είναι άλλος. Τους τον κατονόμασε ο Ίδιος ο Κύριος στο Ιω. Η37- 44: «Σείς κατάγεσθε από τον Πατέρα σας, τον διάβολον, και τας επιθυμίας του πατέρα σας θέλετε να κάμετε».
Τι ήταν εκείνο που άναβε μία έντονη αγανάκτηση μέσα στον Πρόδρομο, και τον οδηγούσε να λέγει τέτοια σκληρά λόγια; Τους έβλεπε ότι πήγαιναν να ξεγλιστρήσουν απ” το καθήκον της μετάνοιας, κάνοντας μόνο το τυπικό της μέρας, το σύμβολό της, το βάπτισμα. Φοβόνταν μην θεωρήσουν ότι κάνοντας μόνον την τελετουργία του βαπτίσματος, εξασφάλιζαν και την είσοδό τους στην Βασιλεία του Θεού. Σ” αυτήν την κατεργαριά τους διαβλέπει την εισήγηση ενός πιο πανούργου συμβόλου, απ” την καρδιά του ανθρώπου.
«Ποιός σας υπέδειξεν να αποφύγετε την μέλλουσαν οργήν; » Ίσως εννοεί, «… με τούτον τον εσφαλμένο τρόπο, κάνοντας απλά το βάπτισμα, χωρίς μετάνοια, έτσι για να σας αποκοιμίσει τις συνειδήσεις».
Η «μέλλουσα οργή», είναι η κρίση του Μεσσία. Οι Ιουδαίοι την θεωρούσαν ότι θα έπεφτε μόνο πάνω στα έθνη. Ο Ιωάννης τους διορθώνει, «και στα δικά σας κεφάλια θα πέσει».
Γι” αυτό λοιπόν, τους συμπληρώνει: «Κάνετε καρπούς άξιους της μετανοίας και μη αρχίσετε να λέτε μέσα σας, «Πατέρα έχουμε τον Αβραάμ», διότι σας λέγω ότι ο Θεός μπορεί απο τις πέτρες αυτές να κάνει παιδιά δια τον Αβραάμ».
Δηλαδή, εκείνο που σας χρειάζεται είναι μία ειλκρινής, έμπρακτη μετάνοια, και όχι απλά ένα τυπικό βάπτισμα.
«Κάνετε καρπούς άξιους της μετανοίας». Ποίοι είναι αυτοί οι καρποί; Οπωσδήποτε δεν είναι οι γνωστοί μας καρποί του Αγίου Πνεύματος, διότι (Γαλ. Ε 22), το Άγιο Πνεύμα μπορούν να το λάβουν μόνο οι αναγενημμένοι, και τούτο οπωσδήποτε μετά την Πεντηκοστή. Εδώ είναι όλες εκείνες οι πράξεις δικαιοσύνης, ευθύτητος, ανθρωπισμού, η ευσυνείδητη πρακτική άσκηση των οποίων, κάνει Τον άνθρωπο δεκτό στον Θεό, ώστε να τον οδηγήσει στην πίστη του Ιησού Χριστού. Αντιπροσωπευτικό δείγμα τέτοιων καρπών είναι τα έργα του Κορνηλίου (Πρ. 10), που λόγω αυτων ο Θεός τον οδήγησε στην πίστην του Ιησού Χριστού. Τούτους τους καρπούς, τους άξιους της μετανοίας, τους αναφέρει ο Ιωάννης στην συνέχεια, εδάφια 10 – 14.
Όπως φαίνεται απο τα λόγια του Ιωάννη που διαβάσαμε, εκείνο που φοβόταν ήταν ότι, όταν άρχιζε η συνείδησή τους και αφυπνιζόταν με το κήρυγμά του, μήπως αμέσως την αποκοιμήσουν, θυμούμενοι ότι ήταν παιδιά του Αβραάμ, και όπως θέλανε να πιστεύουν, τούτο έφθανε για να τους δώσει το εισητήριο για την Βασιλεία. «Και μην αρχίσετε να λέτε μέσα σας, «Πατέρα έχουμε τον Αβραάμ». Δηλαδή, «και σαν η φωνή μου σας αφυπνίσει, μην αρχίσετε να λέτε…».
Είναι αναμφίβολλα στους απογόνους του Αβραάμ που απευθύνονται οι υποσχέσεις του Θεού. Αλλά οι τρόποι ενεργείας του Θεού είναι ανεξάντλητοι. Εάν ο Ισραήλ αποδειχθεί ελλειπής, και δεν τηρήσει τις προϋποθέσεις, μ” έναν λόγο Του μπορεί να δημιουργήσει και απο τις πέτρες καινούργιο λαό για τον εαυτό Του. Ο Ιωάννης γνώριζε τις προφητείες. Εκεί ο Θεός είχε αναγγείλει την απόρριψη του Ισραήλ και την κλήση των Εθνών. Γι” αυτό εδώ προσπαθεί να τους κουνήσει, και να τους κάνει να αισθανθούν τον κίνδυνο που διατρέχουν, απ” τις εσφαλμένες απόψεις τους γύρω από το θέμα της σωτηρίας. Οι σαρκικοί απόγονοι του Ισραήλ θ” απορριφθούν, ο Θεός θα συνεχίσει το έργο Του με τους πνευματικούς του απογόνους. Την περιτομή της σάρκας θα την αντικαταστήσει με την περιτομή της καρδιάς.
«Η αξίνα είναι πια κοντά εις την ρίζαν των δένδρων, και κάθε δένδρο που δεν κάνει καρπόν καλόν το κόβουν σύρριζα και το ρίχνουν στην φωτιά». (Εδ.9)
Ήδη, τους λέγει, η κρίση σας έχει πλησιάσει, σαν την αξίνα που είναι έτοιμη να κόψει απ” την ρίζα το δέντρο, για να το ρίξουν στην φωτιά.
Τούτη η κρίση έχει δύο σκέλη, που και ο Ιωάννης ακόμα δεν είναι σε θέση να τα διαχωρίσει. Το ένα αφορά το έθνος τους. Σαν θα πέσει επάνω του, θα το γκρεμίσει. Δεν θα μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα, ότι ακριβώς και έγινε. Το άλλο αφορά την ατομική κρίση του καθενός, τότε σε εκείνη την φοβερή ημέρα, που τα κρυφά της καρδιάς θα έλθουν στο φως,
Τούτο το κήρυγμα του Ιωάννη, όπως μας αναφέρεται στα Ευαγγέλια, ερέθισε τους ηγέτες του λαού, που από τώρα κόβουν κάθε σχέση μαζί Του. Το επίσημο έθνος τον απορρίπτει.
Έφθασαν όμως τα λόγια Του μέσα βαθειά σε αρκετές καρδιές, που τις προετοίμασαν, και όταν σε λίγο έφθασε ο Μεσσίας Τον ακολούθησαν. Οι περισσότεροι μαθητές του Κυρίου ήταν πριν μαθητές του.
Αλλά ποίοι είναι αυτοί οι καρποί γιά τους οποίους μιλούσε ο Ιωάννης; Είναι η ερώτηση του κόσμου προς αυτόν:

«Και τα πλήθη τον ερωτούσαν, «Τι λοιπόν να κάνωμε;». Αυτός δε τους απεκρίθη, «Εκείνος που έχει δύο υποκάμισα ας δώση εις εκείνον που δεν έχει και εκείνος που έχει τρόφιμα ας κάνει το ίδιο». Ήλθαν δε οι τελώναι να βαπτισθούν και του είπαν, «Διδάσκαλε, τι να κάνωμε;». Αυτός δε τους είπε, «Να μην εισπράττετε τίποτε περισσότερον από ό,τι σας έχουν διατάξει». Τον ερωτούσαν και οι στρατιωτικοί, «Και εμείς τι να κάνωμε;». Εις αυτούς είπε, «Κανένα να μην εκβιάσετε ούτε να συκοφαντήσετε αλλά να αρκήσθε εις τον μισθό σας». ( Εδ. 10-14)

Βλέπουμε εδώ, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες των ακροατών του, κατειλημμένοι απ” τον φόβο της κρίσης, να τον πλησιάζουν για να πάρουν ειδικές οδηγίες, που να καλύπτουν την περίπτωση του καθενός. Είναι κάτι σαν εξομολόγηση μετά το κήρυγμα που έκανε.
Κάνετε έργα αγαθοεργίας, τους απαντά ο Ιωάννης. Μην εξαπατάτε. Μην εκβιάζετε, μη συκοφαντείτε. Μην πλεονεκτείτε.
Τρία χρόνια αργότερα, όταν μία παρόμοια ερώτηση ετέθη στον Απόστολο Πέτρο, αυτός τους απάντησε διαφορετικά: «Όταν άκουσαν αυτά, συγκινήθηκαν βαθειά και είπαν εις τον Πέτρο και τους άλλους αποστόλους, «Τι πρέπει να κάνωμεν, άνδρες αδελφοί;». Ο δε Πέτρος τους είπε, «Μετανοήσατε και ο καθένας απο εσας ας βαπτισθεί εις το όνομα του Ιησού Χριστού δια την συγχώρησιν των αμαρτιών σας και θα λάβετε το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος. Διότι για σας είναι η υπόσχεσις και για τα παιδιά σας και για όλους που βρίσκονται μακρυά, όσους προσκαλέση ο Κύριος ο Θεός μας». (Πράξεις Εδ. 27-39).
Πως εξηγείται αυτή η διαφορά στην απάντηση; Να τα βάλουμε τα πράγματα με την σειρά:
Ποιό ήταν το έργο του Ιωάννη του Βαπτιστή, να τους προετοιμάσει για την σωτηρία ή να τους σώσει; Να τους προετοιμάσει για την σωτηρία. Πως τους προετοίμασε; α) Τους αφύπνισε πνευματικά. β) Τους έστρεψε την προσοχή μέσα τους, να αναζητήσουν και να δούν εκεί το κακό. γ) Τους οδήγησε να αποκηρύξουν αυτό το κακό, και να ποθήσουν το καλό.
Τούτα τα έργα αγαθοεργίας και ηθικής ακεραιότητας που τους προτρέπει να κάνουν, είναι σε συμφωνία με τον θεϊκό νόμο που είναι γραμμένος στις καρδιές τους, στις συνειδήσεις τους. Εαν πραγματικά η μετάνοιά τους ήταν ειλικρινής, έπρεπε να φουντώσει μέσα τους η απέχθεια για το κακό και η σφοδρή επιθυμία για το καλό.
Και θα τους οδηγούσαν σε σωτηρία τούτα τα έργα; Όχι. Τούτα τα έργα θα δούλευαν τούτους τους σκοπούς: α) Θα απεκάλυπταν εάν ειλικρινά ήθελαν το καλό, το Θεό, εάν πραγματικά απέρριπταν το κακό. Θα διαχώριζαν ποιοί ήταν ειλικρινείς και ποιοί υποκριτές. β) Καθώς θα προσπαθούσαν με φλογερή επιθυμία να τα κάνουν, θα συναντούσαν την αντίδραση της αμαρτωλής τους φύσης, και θα αποτύγχαναν, γιατί η αμαρτία που έχομε μέσα μας κληρονομικά, είναι πιο δυνατή απο εμάς. Φοβισμένοι τότε απο την κρίση που κρέμεται πάνω στα κεφάλια τους, και απογοητευμένοι απο την δική τους αδυναμία να κάνουν το καλό, θα καταλάβαιναν ότι χρειάζονται Σωτήρα. Έτσι θα οδηγιόταν στην πίστη του Ιησού Χριστού, που είναι ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο στην αδυναμία του να κάνει το καλό. Μα και για να ελέγξουν πως βαδίζουν,αν πραγματικά ποθούν το καλό, τούτο πάλι θα τους οδηγήσει στο Χριστό.
Το είπε ο Κύριος επανειλημμένα: Είναι ο βαθύς πόθος του ανθρώπου να κάνει το καλό, που τον οδηγεί σε πίστη στον Ιησού Χριστό, ο Οποίος μέσω ακριβώς αυτής της πίστης, τον σώζει. (Ιω. Γ 21 ). Δεν τον σώζουν λοιπόν τα καλά του έργα, αλλά είναι αυτά όμως, όταν γίνονται με πόθο για το καλό, που θα τον οδηγήσουν στον Ιησού Χριστό, τον μόνον που μπορεί να τον βοηθήσει να τα κάνει. Ότι ακριβώς έγινε με τον Κορνήλιο.
Ποιό ήταν λοιπόν το έργο του Ιωάννη του Βαπτιστή; Να ετοιμάσει Κορνήλιους.
Ποιό ήταν το έργο του Κυρίου και των Αποστόλων Του στην συνέχεια; Να σώσει τους ετοιμασμένους Κορνήλιους, αυτούς που ο Θεός τους οδηγούσε στον Χριστό για σωτηρία.
Έτσι εξηγείται γιατί η απάντηση του Πέτρου είναι διαφορετική απ” αυτή του Ιωάννη, πάνω στην ίδια ακριβώς ερώτηση.
Όταν έδωσε ο Πέτρος την απάντηση του, είχε έλθει ήδη η Βασιλεία του Θεού στη γη, κάτι που δεν συνέβαινε όταν απαντούσε ο Ιωάννης.
Αυτή ακριβώς είναι η προετοιμασία του δρόμου του Κυρίου, για την οποία μίλησε ο άγγελος στον Ζαχαρία (Α 17). Είναι αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι που θα δουν «το σωτήριον του Θεού» (Γ 6), που θα σωθούν.
Να το πούμε και με ένα παράδειγμα; Θεωρήστε σαν τα καλά έργα τις διάφορες εξετάσεις που κάνει ο άρρωστος. Πρέπει να τις κάνει τις εξετάσεις, απ” αυτό φαίνεται ότι ποθεί την υγείαν του. Οι εξετάσεις όμως δεν τον γιατρεύουν. Απλώς του δείχνουν την πραγματική κατάσταση της υγείας του, και τον οδηγούν στην συνέχεια στον ειδικό γιατρό. Και είναι ο γιατρός που θα τον οδηγήσει πλέον σε θεραπεία.
Γι” αυτό και το βάπτισμα που έκαναν οι Απόστολοι, αυτό για το οποίον τους έδωσε εντολή ο Κύριος, αυτό που κάνομε και σήμερα, δεν ήταν ακριβώς ίδιο με αυτό του Ιωάννη. Του Ιωάννη ήταν απλώς βάπτισμα μετανοίας. Σαν όμως ολοκληρώθηκε το έργο του Σωτήρα μας, σαν πληρώθηκε η οφειλή της αμαρτίας μας επάνω στον σταυρό, σαν ήρθε το Πνεύμα την Πεντηκοστή, τότε το βάπτισμα έγινε βάπτισμα άφεσης αμαρτιών. Να θυμηθούμε τα λόγια του Πέτρου: «Μετανοήσατε, και ας βαπτισθεί έκαστος υμών εις το όνομα του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών».

«Επειδή ο κόσμος ήτο εν αναμονή και όλοι εσκέπτοντο μέσα τους δια τον Ιωάννην, μήπως αυτός είναι ο Χριστός, είπε εις όλους ο Ιωάννης, «Εγώ σας βαπτίζω με νερό. Έρχεται όμως εκείνος που είναι ισχυρότερος από εμέ και του οποίου δεν είμαι ικανός να λύσω τα λουριά από τα υποδήματά του. Αυτός θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιον και φωτιά, το φτυάρι του είναι εις το χέρι του δια να καθαρίσει το αλώνι του και να μαζέψει το σιτάρι εις την αποθήκη του, το δε άχυρο θα το κάψει με φωτιά που δεν σβήνει». Και με πολλές άλλες προτροπές εκήρυττε εις τον κόσμον το χαρμόσυνον άγγελμα.» (Γ 15-18).

Στην ερώτηση του κόσμου, ο Ιωάννης απάντησε δύο πράγματα: α) Ότι δεν είναι αυτός ο Μεσσίας, β) Ότι ο Μεσσίας τον ακολουθεί πολύ κοντά, πρόκειται να εμφανισθεί σύντομα.
Εν σχέσει με κείνο το πρόσωπο, τον εαυτόν του τον τοποθετεί σε τούτη την θέση: «Εγώ δεν είμαι ικανός – δηλαδή ηθικά άξιος – να λύσω το λουρί από τα υποδηματά Του.» Το να λύσουν τα σαντάλια του κυρίου τους όταν έμπαινε στο σπίτι, ή το να του τα φέρουν όταν έφευγε, ήταν έργο της κατώτερης τάξης δούλων.
Η διαφορά μας, τους εξηγεί ο Ιωάννης, θα φανεί και από τα βαπτίσματα που κάνομε. Εγώ σας βαπτίζω με νερό. «Αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί».
Να σταθούμε λίγο εδώ:
Στο βάπτισμα του Ιωάννη, εχορηγείτο απο τον Θεό συγγνώμη για τις εξομολογούμενες αμαρτίες, γιατί ήταν ο Ίδιος ο Θεός που είχε ξεσηκώσει τον Ιωάννη να κάνει αυτό το βάπτισμα.
Σε λίγο όμως χρόνο, η αμαρτία που υπήρχε ακόμα στην καρδιά του βαπτισμένου, ξανακέρδιζε πάλιν έδαφος, ξαναέπαιρνε το επάνω χέρι, και η συγγνώμη ανεκαλείτο. Ό,τι ακριβώς έγινε με τον δούλο της παραβολής που, ενώ του χαρίσθηκε ένα μεγάλο χρέος, ο ίδιος δεν χάρισε με την σειρά του ένα ασήμαντο ποσό που του χρεωστούσε κάποιος σύνδουλός του. Εκεί η συγχώρηση που του είχε δοθεί ανεκλήθη ταχέως. (Ματθ. ΙΗ 23-25).
Τι πρέπει να γίνει εδώ; Πρέπει να προστεθεί αμέσως το βάπτισμα του Πνεύματος, να ανανεώσει την καρδιά, να αναγεννήσει τον άνθρωπο. Τότε πια η συγχώρηση που του έχει δοθεί εδραιώνεται, η αμαρτία δεν μπορεί πια να τον οδηγήσει γιατί έχει ελευθερωθεί απ” αυτήν, και έχει δουλωθεί στο Πνεύμα.
Είναι το Άγιο Πνεύμα που θα αναγεννήσει και θα εξαγιάσει την καρδιά, ολό κληρη την ζωή, αυτού που βαπτίζεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που έχει θέσει ο Λόγος του Θεού.
Και η φωτιά, ποιά είναι αυτή η φωτιά με την οποία θα βαπτίσει «εσάς», όπως λέγει ο Ιωάννης, δηλαδή εκείνους που είχαν δεχθεί το κήρυγμά Του, γιατί σ” αυτούς απευθύνεται εδώ.
Τούτη η φωτιά δεν είναι η ίδια με εκείνη την «φωτιά την άσβεστη» που αναφέρει στο εδάφιο 17. Τούτη είναι μια φωτιά καθαρισμού. Είναι μια φωτιά που φέρνει ο Κύριος στην ζωή μας, και καίει το κάθε τι στην παλιά μας φύση που δεν μπορεί να σταθεί στην Βασιλεία Του, και είναι προορισμένο ν” αφανισθεί.
Και όπως γνωρίζομε, το χρυσάφι στην φωτιά καθαρίζεται, και το στάρι πετόντας το κόντρα στον αέρα. Όλη την νοιώθουμε τούτη την φωτιά, σαν ο Κύριος καίει μεσα μας πάθη, εγωισμούς, υπερηφάνειες, κακές επιθυμίες. Είναι μια οδυνηρή φωτιά. Πρέπει να την περάσουμε όμως, γιατί αν μείνουν όλα αυτά, υπάρχει κίνδυνος να καούμε και εμείς μαζί τους. Δεν γίνεται διαφορετικά, ή θα συναντήσεις την φωτιά του καθαρισμού, που αφού κάψει εκείνο που πρέπει, σβύνει, ή την φωτιά της οργής, για την οποία μας μιλάει το επόμενο εδάφιο, και η οποία δεν σβύνει ποτέ.
Να γιατί οι πιστοί δεν θα περάσουν από κρίση, γιατί ήδη κρίνονται απο τώρα, ήδη αυτή η φωτιά καίει ότι είναι να κάψει. Μην κυττάξομε λοιπόν να την αποφύγομε, κινδυνεύομε να συναντήσομε την άλλη, εκείνη που δεν σβύνει ποτέ.
Ίσως γι” αυτόν τον λόγο και το ορατό σύμβολο του Πνεύματος την Πεντηκοστή ήταν «γλώσσαι ωσει πυρός».
Να θυμηθούμε τι λέει και στο Μάρκο Θ49: «Διότι ο καθένας με την φωτιά θα αλατισθεί «. (Γ 16-17).
«Αυτός θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιον και φωτιά. Το φτυάρι του είναι στο χέρι του να καθαρίσει το αλώνι του και να μαζέψη το σιτάρι εις την αποθήκη του, το δε άχυρο θα το κάψει με φωτιά που δεν σβήνει»
Δηλαδή θα ανάψει μια φωτιά, η φωτιά της κρίσης, πρώτα μέσα στους πιστούς, στην συνέχεια στον κόσμο, και έτσι θα γίνει ο διαχωρισμός. Το έχει ξαναπεί ο Λόγος του Θεού, «Η κρίση θα αρχίσει πρώτα απο τον οίκον του Θεού» (Α” Πέτρου Δ.17). Εκεί θα κάψει ό,τι πρέπει να καεί, ό,τι δεν μπορεί να σταθεί στην Βασιλεία του Θεού, και μετά θ” απλωθεί στον κόσμο, και εκεί δεν θα μείνει τίποτα.
Το εδάφιο 17 περιγράφει ακριβώς το κοσκίνισμα του κόσμου, τότε που θα διαχωρίζονται οι δικοί Του απ” τον κόσμο.
Στην σκέψη του Ιωάννη το «αλώνι» είναι ο λαός Ισραήλ. Το «σιτάρι» οι πιστοί του Κυρίου. Το «άχυρο» οι άλλοι. Η «αποθήκη» είναι η Βασιλεία των Ουρανών, της οποίας πρώτη της ιστορική μορφή είναι η Εκκλησία Του.
«Και με πολλές άλλες προτροπές εκήρυττε εις τον κόσμον το χαρμόσυνον άγγελμα.» (Εδ.18).
Δηλαδή, «ενώ τους έλεγε αυτά και πολλές άλλες παραινέσεις, τους ανήγγειλε και τα ευχάριστα νέα για την έλευση του Μεσσία, και την σωτηρία τους».

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ – Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. Λουκάς Γ19-22.
«Ο δε Ηρώδης ο τετράρχης, επειδή κατηγορείτο από αυτόν δια την Ηρωδιάδα, την γυναίκα του αδελφού του, και δι” όλα τα κακά που είχε κάνει ο Ηρώδης, πρόσθεσε εις όλα αυτά και τούτο: Έκλεισε τον Ιωάννην εις την φυλακήν. (Γ19-20).
Η διακονία του Ιωάννη διήρκησε λίγο, άρχισε να κηρύττει 6 μήνες έως 1 χρόνο πριν βαπτιστεί ο Κύριος, και σταμάτησε απότομα. Τόσο τον ήθελε το σχέδιο του Θεού.
Αξίζει εδώ να διαβάσωμε τι αναφέρει ο Ιώσηπος, ένας ιστορικός σύγχρονoς του Ιωαννη, που δεν είχε καμμία σχέση με τον Χριστιανισμό. Ο Ιώσηπος λοιπόν αναφέρει ότι η Ηρωδιάς άφησε τον συζυγό της, για να παντρευτεί τον Ηρώδη Αντύπα, ηγεμόνα της Γαλιλαίας, ο οποίος προς χάριν της έδιωξε την σύζυγό του, θυγατέρα του βασιλιά της Αραβίας Αρέτα. Αυτό όμως στάθηκε αφορμή να εμπλακεί σ” έναν καταστροφικό γι” αυτόν πόλεμο, με τον εν λόγω βασιλιά. Αφού αναφέρει λοιπόν την ήττα του στρατού του Ηρώδη απ” τον Αρέτα, συνεχίζει ακριβώς έτσι: «Αυτή η καταστροφή απεδόθη απο αρκετούς απο τους Ιουδαίους στην δυσαρέσκεια του Θεού, που κτύπησε τον Ηρώδη για τον φόνο του Ιωάννη, που επωνομάζετο Βαπτιστής, διότι ο Ηρώδης είχε θανατώσει αυτόν τον καλόν άνθρωπο, που προέτρεπε τους Ιουδαίους στην άσκηση της αρετής, προσκαλόντας τους να έλθουν στο βάπτισμά του, και δίνοντάς τους εντολές να ενεργούν με δικαιοσύνη ο ένας προς τον άλλον, και με ευσέβεια προς τον Θεό. Διότι το βαπτισμά τους θα ευαρεστούσε τον Θεό, εάν δεν το χρησιμοποιούσαν απλώς να δικαιολογηθούν για τις αμαρτίες που είχαν διαπράξει, αλλά γιά να επιτύχουν καθαρότητα του σώματος μετά που οι ψυχές τους θα είχαν εξαγνισθεί δια της αρετής. Και καθώς ένα μεγάλο πλήθος κόσμου ερχόταν προς αυτόν, βαθειά εμπηρεασμένοι απ” τα κηρύγματά του, ο Ηρώδης, φοβούμενος μήπως χρησιμοποιήσει τον επιρροή του για να τους ξεσηκώσει να επαναστατήσουν – διότι ήξερε καλά ότι θα έκαναν οτιδήπότε τους συμβούλευε – σκέφτηκε ότι το καλλίτερο που είχε να κάνει ήταν να τον θανατώσει, πριν αυτός επιχειρούσε κάτι τέτοιο. Έτσι τον φυλάκισε στο φρούριο «Μαχαίρας», και εκεί τον θανάτωσε. Οι Ιουδαίοι λοιπόν επείσθηκαν ότι ο στρατός του κατεστράφη σαν τιμωρίαν γι” αυτόν τον φόνον, απ” την οργή του Θεού εναντίον Του».
Στην συνέχεια θα μελετήσομε το γεγονός της βάπτισης του Κυρίου. Η βάπτιση του Κυρίου ήταν ένα απ” το πιο αποφασιστικά σταυροδρόμια της γήινης Του ζωής και του έργου Του. Θα σταθούμε λίγο ιδιαίτερα σ” αυτό.
Πρίν όμως, να πούμε δύο λόγια για τις σχέσεις Του με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.
Η σχέση μεταξύ του Ιωάννη και του Κυρίου, καθώς περιγράφεται απο τον Λουκά, μοιάζει με εκείνη δύο αστεριών, που ακολουθούν το ένα το άλλο σε κοντινή απόσταση, και που τα δύο περνάνε απο μία σειρά ομοίων περιστάσεων.
Η αναγγελία της εμφάνισης του ενός, ακολουθείται ευθύς απ” την αναγγελία της εμφάνισης του άλλου. Το ίδιο συμβαίνει και με τις γεννήσεις τους. Λίγο μετά τον πρώτο γεννιέται ο δεύτερος. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και με το ξεκίνημα της δημόσιας διακονίας τους. Έναν χρόνο μετά τον πρώτο, αρχίζει ο δεύτερος. Το ίδιο και με το τέλος τους, 2,5 χρόνια μετά το βίαιο τέλος του πρώτου, το ίδιο συμβαίνει και στον δεύτερο.
Και σ” όλη τους την δημόσια διακονία, μόνο μία φορά συναντήθηκαν, στο βάπτισμα του Ιησού. Μετά απ” αυτή την στιγμή, καθώς το ένα από τα άστρα διασταυρώνει ταχέως την τροχιά του άλλου, χωρίζουν, να ακολουθήσει ο καθένας το μονοπάτι που είχε χαραχθεί γι” αυτόν. Είναι ακριβώς αυτή η στιγμή της συναντήσης τους, που θα μας περιγράψει ο Λουκάς:

«Όταν όλος ο λαός είχε βαπτισθή και ο Ιησούς επίσης είχε βαπτισθεί και προσευχότανε, άνοιξε ο ουρανός και κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιον επάνω του υπό σωματικήν μορφήν σαν περιστερά και ήλθε φωνήν απο τον ουρανόν, «Συ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις σε ευαρεστούμαι». (Γ 21,22).

Πότε εβαπτίσθηκε ο Κύριος; «Όταν όλος ο λαός είχε βαπτισθεί», όταν όλοι που ήθελαν να βαπτισθούν το είχαν πραγματοποιήσει, όταν δηλαδή αυτό το κίνημα που έσυρε τους ανθρώπους προς τον Θεό, είχε φουντώσει στο πλήρες του. Τότε ακριβώς μπαίνει και παραδίδεται σε αυτό το κίνημα.
Έτσι ακριβώς έπρεπε να κάνει εάν ήθελε να μην σπάσει τον δεσμό της ενότητας που είχε συνάψει με τον Ισραήλ δια της περιτομής, και με όλο το ανθρώπινο γένος δια της ενσάρκωσης. Με απλά λόγια: Δεν ήταν κάποια Του αμαρτία που Τον οδηγούσε στο βάπτισμα, αμαρτία δεν είχε κάνει καμμία, έτσι εξηγείται αυτό που μας αναφέρει ο Ματθαίος, ότι ο Ιωάννης δεν ήθελε να Τον βαπτίσει. Ήταν ακριβώς μόνο και μόνο επειδή ήταν «άνθρωπος», καθόλα όμοιος με εμάς, ήταν γι” αυτό που έπρεπε να βαπτισθεί, επειδή αυτόν τον δρόμο είχε ορίσει ο Θεός για το ανθρώπινο γένος. Να θυμηθούμε την απαντησή Του στον Ιωάννη που τον εμπόδιζε, από το κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο; «Άφησε αυτά επι του παρόντος, διότι έτσι είναι πρέπον σ” εμάς, να εκτελέσωμεν κάθε εντολήν «. (Ματθ. Γ 15). «Το είπε ο Θεός. Πρέπει να το κάνωμε».
Αυτός ο δεσμός λοιπόν, που είχε συνάψει μαζί μας, Τον οδήγησε να κάνει και τούτη την ταπεινωτική πράξη του βαπτίσματος. Και στην συνέχεια αυτός ο δεσμός θα γινόταν πιο σφικτός και πιο σφικτός, έως ότου θα Τον ενέπλεκε σε πλήρη συμμετοχή στην καταδίκη μας και στον θανατό μας.
«Εγένετο δε… Ιησού βαπτισθέντος και προσευχομένου ανεωχθήναι τον ουρανόν». Πότε άνοιξε ο ουρανός; Όταν ο Κύριος αφού βγήκε από το νερό προσευχόταν. Οι ασυνήθεις αποκαλύψεις που πρόκειται να ακολουθήσουν γίνονται έτσι η απάντηση του Θεού στην προσευχή του Υιού του ανθρώπου. Ήταν το ανθρώπινο γένος εκείνη την ώρα που είχε στρέψει τα μάτια στον Ουρανό. Και το Πνεύμα θα κατέβει πάνω σ” Αυτόν, που γνωρίζει πως να το ζητά. Και είναι δικό Του έργο απο δω και πέρα να το μεταβιβάσει σ” όλους τους υπολοίπους.
Όταν λίγο αργότερα Τον ακούμε να μας λέγει: «Ζητάτε και θα σας δοθή, ερευνάτε και θα βρήτε, κτυπάτε και θα σας ανοιχθή η πόρτα» (Λουκ.ΙΑ9), γνωρίζομε ότι ήταν απ” την προσωπική Του εμπειρία που απεκόμισε τούτη την αρχή. Στον Ιορδάνη, Αυτός ο Ίδιος πρώτος ζήτησε και πήρε, έψαξε και βρήκε, κτύπησε κι του ανοίχθηκε.
Στην βάπτιση του Κυρίου έγιναν ορισμένα θαυματουργικά γεγονότα. Θα τα μελετήσουμε προσεκτικά.

«Όταν όλος ο λαός είχε βαπτισθή και ο Ιησούς επίσης είχε βαπτισθεί και προσευχότανε, άνοιξε ο ουρανός και κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιον επάνω του υπό σωματικήν μορφήν σαν περιστερά και ήλθε φωνήν από τον ουρανόν, «Συ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός , εις σε ευαρεστούμαι». (Γ21,22).

Στα όσα πούμε στην συνέχεια, θα βοηθηθούμε και απ” τις διηγήσεις των άλλων Ευαγγελίων αναφορικά με τα γεγονότα που συνέβησαν κατά το βάπτισμα.
Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε, εκεί που προσευχόταν, εκεί επικοινώνησε ο ουρανός μαζί Του. Του μίλησε εσωτερικά στον νου, στην συνειδησή Του, Του μίλησε και εξωτερικά στις αισθήσεις Του. Ας μη ξεχνάμε, εδώ στην γη ήταν άνθρωπος, με σώμα και πνεύμα. Ότι ήταν εξωτερικό, αισθητό, το αντελήθη και ο Ιωάννης σαν επίσημος μάρτυρας.
Ότι έγινε εξωτερικά, ότι αντελήφθησαν δια των αισθήσεων έγινε δια να βεβαιώσει την αντίστοιχη εσωτερική κοινωνία του Θεού με τον Ιησού.
Συγκεκριμένα έγιναν τρία πράγματα:
α) «Άνοιξε ο Ουρανός». Ενώ ο Ιησούς προσευχόταν με τα μάτια καρφωμένα ψηλά, ο θόλος του ουρανού σκίζεται εμπρός στο βλέμμα Του, και η ματιά Του διεισδύει στην κατοικία του αιωνίου φωτός. Εκεί Του απεκαλύφθει πλήρως το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου. Εκεί Του ανοίχθηκαν οι θησαυροί της Θείας σοφίας, και είδε τι έπρεπε να γίνει. Ενώ ο Ιωάννης μέχρι τότε παρουσίαζε τον Μεσσία μόνο στο έργο Του της κρίσης των ανθρώπων, με το φως εκείνης της ώρας, είπε για πρώτη φορά: «Να ο αμνός του Θεού, που θα σηκώσει την αμαρτίαν του κόσμου». (Ιω Α 29)
β) Απο τα αμέτρητα ύψη των ουρανών επάνω, καθώς είναι ανοιγμένα μπροστά στα μάτια Του, ο Ιησούς βλέπει να κατεβαίνει μια φωτεινή εμφάνιση, που είχε την μορφή περιστεριού. Τούτη η συμβολική μορφή την οποία ντύθηκε το Άγιο Πνεύμα, με σκοπό να Του δώσει να αντιληφθεί και με τις αισθήσεις του σε τι είδους κοινωνία ερχόταν ο Θεός μέσα Του, δείχνει ακριβώς το έργο που ερχόταν να κάνει το Άγιο Πνεύμα ανάμεσα στους ανθρώπους.
Το περιστέρι δεν είναι μόνο το σύμβολο της καθαρότητας και της ειρήνης. Είναι και το σύμβολο της υπομονετικής και γόνιμης επώασης. Ίσως εδώ γίνεται το σύμβολο εκείνης ακριβώς της ζωοδότριας ενέργειας, δια της οποίας το Άγιο Πνεύμα επωάζει, αναπτύσσει μεσ” στην ανθρώπινη ψυχή το σπέρμα μιας καινούργιας ζωής. Είναι ακριβώς η αρχή της νέας δημιουργίας, που έρχεται να κατοικήσει με όλη της την δύναμη μέσα στον Ιησού, και δι” Αυτού να ενεργήσει γύρω Του. Να θυμηθούμε στην Γένεση Α, ότι πρίν ο Θεός αρχίσει να λέει και να δημιουργούνται, ήδη κάτι είχε κατέβει στην γη. Το διαβάζουμε στο Γεν. Α2: «Και πνεύμα Θεού εφέρετο επί της επιφάνειας των υδάτων». Και μετά την ανάληψη του Κυρίου, για ν” αρχίσει να στήνεται η εκκλησία Του, και να μαζεύονται οι καρποί της νέας δημιουργίας, χρειάσθηκε να έρθει πάλι το Άγιο Πνεύμα.
Το Άγιο Πνεύμα την Πεντηκοστή εμφανίζεται κάτω απο την μορφή διαμεριζομένων γλωσσών φωτιάς, σύμβολο των ειδικών χαρισμάτων που μοιράσθηκαν στους μαθητές. Στον Κύριο όμως κατέβηκε με την μορφή ενός ακέραιου οργανισμού. Στον Κύριο δεν εδόθη μερική πληρότης, αλλά ολόκληρη η πληρότης του Πνεύματος. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αντελήφθη την σημασία αυτού του συμβόλου, γιατί αμέσως μετά είπε: «Ο Θεός δεν δίδει εις Αυτόν το Πνεύμα με μέτρον» (Ιω Γ 34).
Η δόνηση της φωτεινής ακτίνας στο κεφάλι του Κυρίου, κάτι σαν το φτερούγισμα του περιστεριού όταν πηγαίνει να σταθεί κάπου, δηλώνει την μόνιμη παραμονή του χαρίσματος. «Είδα», λέγει ο Ιωάννης, (Ιω.Α32), «το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι από τον ουρανόν, και έμεινεν επάνω Του».
Δηλαδή μέσα στον Κύριο απο εκείνη την ώρα, ήλθε και κατοίκησε μία θεία πηγή έμπνευσης, που δεν ήταν ούτε μερική, σαν αυτή των πιστών, ούτε διακεκομμένη, σαν αυτή των προφητών. Ήταν τέλεια, πλήρης, το Άγιο Πνεύμα στην πληρότητα Του.
γ) Συνέβη και ένα τρίτο φαινόμενο: «Έγεινε φωνή εκ του ουρανού, που έλεγε, «Συ είσαι ο Υιός Μου ο αγαπητός, σε Σένα ευαρεστήθηκα». Από τις δυό προηγούμενες είναι η πιό προσωπική, η πιο στενή κοινωνία του Θεού μαζί Του. Δεν υπάρχει τίποτα πιό άμεσο, πιο στενό στις σχέσεις μεταξύ προσώπων απ” την φωνή.
Η φωνή του Θεού ακούγεται στα αυτιά και στην καρδιά του Ιησού, και Του αποκαλύπτει τι Αυτός είναι για τον Θεό. «Συ είσαι ο Υιός Μου ο αγαπητός». Είναι το πρόσωπο που αγαπά πιο τρυφερά ο Θεός, που το αγαπά με μιά αγάπη που αγαπά ένας Πατέρας τον μοναχογυιό Του – ένα φτωχό παράδειγμα για να καταλάβουμε το είδος αυτής της αγάπης. Ήταν από αυτή την στιγμή που ο Κύριος πρέπει να συνειδητοποίησε πλήρως ότι ήταν το ανώτατο αντικείμενο της αγάπης του απείρου Θεού. Από εκείνη την στιγμή χρονολογείται η γέννηση μέσα Του εκείνης της μοναδικής συνείδησης που ο Ιησούς είχε για τον Θεό «σαν Πατέρα» Του. Απο τότε τούτη ήταν η μαρτυρία που έδινε για τον εαυτόν Του: Σαν τον «Μονογενή Υιόν του Θεού». Και έδινε τούτη την μαρτυρία όχι για την δική Του δόξα, αλλά με σκοπό ν” αποκαλύψει στον κόσμο την αγάπη του Θεού.
Ακριβώς όπως ο Θεός, με την συμβολή του λόγου Του, και του Πνεύματος Του, μεταδίδει στους πιστούς, όταν έχει έλθει η ώρα, την βεβαιότητα της υιοθεσίας τους, έτσι και εδώ, απαντώντας στην προσευχή του Ιησού, εσωτερικά και εξωτερικά, υψώνει στην ανθρώπινη συνειδησή Του την αίσθηση της θέσης Του, σαν τον Μονογενή Υιόν Του. Τούτο το αντελήφθη και ο Ιωάννης, γι” αυτό είπε: «Ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν, και όλα τα έδωκε στα χέρια Του» (Ιω. Γ 35).
Να προσέξουμε ότι εκείνο το οποίον αποκαλύπτει ο Θεός στον Ιησού, και για το οποίον Του δίνει βεβαίωση, δεν είναι ο ρόλος Του σαν ο Χριστός, ο Μεσσίας, αλλά η προσωπική σχέση μαζί Του σαν Υιός, και η Θεία Του προέλευση. Από κει συνειδητοποίησε ο Ιησούς ότι ήταν ο ανώτερος πρέσβυς του Θεού, καλεσμένος να επιτελέσει το έργο της σωτηρίας του κόσμου, ένα έργο που είναι καθαρά προσφορά της Θείας αγάπης.
Πρίν προχωρήσουμε παρακάτω, να ρίξουμε μία ανακεφαλαιωτική ματιά στο γεγονός της βάπτισης του Κυρίου. Να ξαναδιαβάσωμε τα εδάφια 21,22:
«Όταν όλος ο λαός είχε βαπτισθεί και ο Ιησούς επίσης είχε βαπτισθεί και προσευχότανε, άνοιξε ο ουρανός και κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιον υπό σωματικήν μορφήν σαν περιστερά και ήλθε φωνήν από τον ουρανόν, «Συ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις σε ευαρεστούμαι».
Μέσω αυτών των γεγονότων έγιναν 3 αποκαλύψεις ταυτόχρονα εσωτερικές στον νού, στην συνείδηση του Κυρίου , και εξωτερικές στα μάτια, στα αυτιά Του. Μέρος αυτών των αποκαλύψεων αντελήφθη και ο Ιωάννης. Ποιές ήταν αυτές; α) Είδε το Θείο σχέδιο, τι ο Θεός ετοίμαζε να κάνει. β) Το Άγιο Πνεύμα ήρθε μέσα Του σε όλη την πληρότητα. Ήταν η πηγή της δύναμης και της έμπνευσης για ότι επρόκειτο να κάνει. γ) Του απεκαλύφθει ποιός πραγματικά ήταν: Ο μονογενής Υιός του Θεού, το πρόσωπο στο οποίο ευαρεστείται πιο πολύ ο Θεός.
Ήταν απο τούτην την στιγμή που Του δευκρινίστηκε μέσα ποιό ήταν το έργο Του εδώ στην γη. Και το ξεκίνησε αμέσως μετά.
Να απαντήσουμε και σε ορισμένες ερωτήσεις που τίθενται πάνω στο γεγονός της βάπτισης του Κυρίου:
α) Γιατί βαπτίσθηκε ο Κύριος; Όπως έχομε πει, δεν ήταν για θέμα προσωπικής Του αμαρτίας, γιατί Εκείνo που διαχωρίζει την δική Του προσωπική ζωή απο όλες τις άλλες, είναι η ολοκληρωτική απουσία τύψεων συνείδησης, και η ανάγκη προσωπικής συγχώρησης . Ποτέ Του δεν είχε αμαρτήσει.
Εκείνο που Τον οδήγησε στο βάπτισμα ήταν, η χωρίς προσωπική ενοχή συμμετοχή Του στην συλλογική ρύπανση του ανθρωπίνου γένους. Μιά και είχε γίνει άνθρωπος, συμμετείχε σε όλες τις ανθρώπινες καταστάσεις. Εθελοντικά ενεπλάκει στις υποθέσεις μας, παραδίδοντας στο τέλος τον εαυτόν Του εις θάνατον για την σωτηρία του γένους μας.
Παρουσιάζοντας τον εαυτόν Του για βάπτισμα έπρεπε να κάνει εξομολόγηση των αμαρτιών Του (Ματθ.Γ6). Τι άραγε να εξομολογήθηκε; Μα τι άλλο, τις αμαρτίες του γένους το οποίον τώρα εκπροσωπούσε. Θα πρέπει να ήταν μια ανάλογη εξομολόγηση σαν εκείνη του Ησαία (ΣΤ 3), του Δανιήλ (Θ), ή του Νεεμία (Θ) όταν ομολογούσαν τις αμαρτίες του λαού τους, σαν να ήταν δικό τους φορτίο. Ήταν μια εξομολόγηση σαν και αυτών, σε τόνο ταπεινό και συμπάσχοντα.
Το βαπτισμά Του πρέπει να ήταν και από το άλλο μέρος απόρροια της απόφασής Του να παραδοθεί ολοκληρωτικά στο έργο που επρόκειτο να θέσει ένα τέρμα στο βασίλειο της αμαρτίας. Η κοινωνία Του με την δυστυχία μας δεν θα μπορούσε να Τον οδηγήσει διαφορετικά.
Σαν βγήκε απ” το νερό προσευχήθηκε πάνω σ” αυτό το θέμα. Θα πρέπει να ικέτευσε τον Θεό για όλα όσα χρειαζόταν για την επιτέλεση αυτού του μεγάλου στόχου, την απομάκρυνση της αμαρτίας του κόσμου. Ζήτησε σοφία, πνευματική δύναμη, και ειδικά να λυθεί το μυστήριο γύρω απο το προσωπό Του. Και ο Ουρανός Του απάντησε ακριβώς πάνω σ” αυτά τα τρία θέματα.
Που τα συμπεραίνωμε όλα αυτά; Απ” την δήλωση που έκανε ο Ιωάννης αμέσως μετά: «Να ο αμνός του Θεού, αυτός που θα σηκώσει την αμαρτία του κόσμου» (Ιω. Α29). Μέχρι τότε, μέχρι να εμφανισθεί ο Κύριος για το βάπτισμα, τους εκήρυττε για το πρόσωπο που θα ερχόταν σαν Μεσσίας – Κριτής. Για να Τον προσδιορίζει τώρα με τούτα τα λόγια, σημαίνει ότι έλαβε νεώτερη αποκάλυψη μέσα απ” την εξομολόγηση και την προσευχή του Κυρίου, και την απάντηση του Ουρανού σ” αυτή την προσευχή.
β) Τι έλαβε χώρα μέσα Του κατά το βάπτισμα και μετά;
Στην ζωή, στην ύπαρξη του Κυρίου μας, όλα ήσαν «πνεύμα και ζωή» – μιλάμε για την περίοδο της ενσάρκωσής Του. Το έργο Του δεν μπορεί να διαχωρισθεί απο την την ζωή Του, ήταν απλώς απόρροια της ίδιας Του της ζωής, ή, σε ορισμένες απόψεις, ήταν η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε γύρω Του η προσωπικότητά Του.
Αφού η ζωή και το έργο Του ήταν τόσο στενά συνδεδεμένα, και το έργο δεν ήταν παρά ο ανθός, ο καρπός της ζωής Του, σημαίνει ότι, όταν γινόταν κάποιο άλμα στο έργο Του, αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η απόρροια ενός άλματος που γινόταν μέσα Του, στην προσωπική Του ζωή.
Στο βάπτισμά Του έγινε ένα άλμα στην διακονία Του. Άφησε την αφάνεια και ξεκίνησε το έργο της σωτηρίας του κόσμου.
Ποιό είναι το αντίστοιχο άλμα που έγινε στην εσωτερική, την προσωπική Του ζωή;
Μέχρι το βάπτισμα Του το Άγιο Πνεύμα ενεργούσε επάνω Του, στη θέληση Του. Μετά το βάπτισμα η πληρότης του Πνεύματος ήλθε και κατοίκησε μέσα Του. Έγινε η καθ” αυτό φύση Του, η προσωπική Του ζωή. Η ζωή του Πνεύματος έγινε ζωή Του. Ο Θεός κατοικούσε από εκείνη την στιγμή μέσα του δια του Πνεύματος και Αυτός μέσα στον Θεό. Αυτό το είχε συνειδητοποιήσει απόλυτα, και το αναφέρει τόσο χαρακτηριστικά στο ευαγγέλιο του Ιωάννη: «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί».
Αυτό το άλμα στην ανάπτυξη της προσωπικής Του ζωής, επόμενο ήταν, όπως είπαμε, να συνδεθεί με ένα άλμα στην διακονία Του.
Μέχρι τότε το έργο της σωτηρίας του κόσμου βρισκόταν μέσα Του, στην περιοχή του πόθου και της προσευχής.
Τώρα, σαν κατοίκησε το Πνεύμα μέσα Του, έγινε ο χρισμένος του Κυρίου, ο Χριστός, ο τέλειος άνθρωπος, ο δεύτερος Αδάμ, ο μόνος ικανός να δημιουργήσει μια νέα πνευματική ανθρωπότητα. Τούτη η εσωτερική Του ανάπτυξη Του έδινε τώρα όλες τις προϋποθέσεις να το ξεκινήσει, και το ξεκίνησε.
Να αναφέρωμε και το εξής, ότι από τούτη την στιγμή και μετά, δεν γίνεται καμμία αναφορά για ενέργεια του Αγίου Πνεύματος επάνω Του, κατά την διάρκεια όλης της μετέπειτα διακονίας Του. Το Άγιο Πνεύμα κατοικούσε πλέον μόνιμα μέσα Του.
Ερώτηση: Τούτη η καταστασή Του τώρα ήταν η τέλεια που μπορούσε να φθάσει η ανθρώπινη φύση; Όχι. Υπήρχε και ένα επόμενο βήμα. Η γήινη Του ύπαρξη, εδώ συμπεριλαμβάνεται και το σώμα Του, θα έπρεπε να μεταμορφωνόταν στην Θεία κατάσταση, ό,τι έγινε ακριβώς στην αναληψή Του. Προοίμιο τούτης της κατάστασης ήταν η μεταμορφωσή Του.
Στην ανάπτυξη λοιπόν της προσωπικής ζωής του Ιησού, το βάπτισμα Του ήταν το ενδιάμεσο σκαλοπάτι μεταξύ της θαυμαστής Του γέννησης και της ανάληψης.
γ) Πολλοί έχουν διατυπώσει την απορία: Γιατί αφού στη ζωή του Κυρίου υπήρχε το Άγιο Πνεύμα (η ίδια η σύλληψη Του στην μήτρα της Μαρίας ήταν καθαρά έργο του Αγίου Πνεύματος, και στην μετέπειτα ανάπτυξή Του ήταν το Πνεύμα που Τον οδηγούσε και Τον δυνάμωνε), ποιός ο λόγος να το λάβει κατ” αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο στο βάπτισμά Του;
Απ” ότι φαίνεται στον Λόγο του Θεού, ποτέ το Άγιο Πνεύμα δεν εξαναγκάζει, δεν επιβάλλει τον Εαυτόν Του πάνω σε κάποιο πρόσωπο. Το Άγιο Πνεύμα πάντα έρχεται σαν σύντροφος, ποτέ σαν δυνάστης. Για να το πάρει κάποιος πρέπει να το επιθυμίσει και να Το ζητήσει ελεύθερα, και γι” αυτόν το λόγο πρέπει σε κάποιο μέτρο να του είναι γνωστό. Αν θυμόσαστε, ο Κύριος είπε στο Ιωάννη ΙΔ17: «Ο κόσμος δεν μπορεί να λάβει το Άγιο Πνεύμα διότι δεν το βλέπει ούτε το γνωρίζει». Το ανθρώπινο πνεύμα εδημιουργήθει σαν η μνηστή, η αρραβωνιαστικιά του Αγίου Πνεύματος. Και για να ολοκληρωθεί ο γάμος, το ανθρώπινο πνεύμα πρέπει να έχει γνωρίσει τον ουράνιο του σύζυγο, να έχει μάθει να Τον αγαπά, και να Τον δέχεται ελεύθερα.
Τούτη η κατάσταση της ενεργητικής δεκτικότητας, είναι η προϋπόθεση της κάθε Πεντηκοστής. Τέτοια ήταν και η κατάσταση του Ιησού στο βάπτισμά Του. Και τούτη η κατάσταση ήταν απλώς καρπός της προηγουμένης καθαρής Του ανάπτυξης, η οποία είχε καταστεί δυνατή λόγω της παρέμβασης του Πνεύματος στην γέννησή Του. Δηλαδή, για να φθάσει να λάβει ό,τι έλαβε ο Κύριος κατά το βάπτισμά Του, είχε προηγηθεί η ανάλογη προετοιμασία μέσα Του, στην οποία ο Ίδιος συμμετείχε ενεργά και ολόψυχα.
δ) Γιατί δόθηκαν τα ορατά σημεία από τον Ουρανό στο βάπτσμά Του; Το έχουμε ήδη πει,ας το πούμε πάλι κυττόντας το από διαφορετική γωνία:
Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή άποψη, κάθε άγια αποστολή προέρχεται από επάνω. Για τούτο είναι αδύνατον για τον Ιησού να αποφασίσει να αναλάβει τον ανήκουστο έργο της σωτηρίας του κόσμου, και την καταστροφή της αμαρτίας και του θανάτου, και για τον Ιωάννη απ” το άλλο μέρος, να μοιρασθεί μαζί Του τούτη την απόφαση, και να την διακηρύξει στο όνομα του Θεού σαν μία ουράνια αποστολή, αν δεν είχαν μερικά θετικά σημεία, μερικές αισθητές αποκαλύψεις της Θείας θέλησης. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κύριος ήταν άνθρωπος εδώ στην γη.
Οράσεις δεν παρουσιάστηκαν στην συνέχεια της διακονίας Του, και τούτο γιατί το Πνεύμα ήδη κατοικούσε μέσα Του για να Τον εμπνέει και βεβαιώνει. Η εσωτερική Του ζωή ήταν ήδη εκείνη του Ιδίου του Πνεύματος, και οι οράσεις θα ήταν περιττές. Και δυό φορές που δόθηκαν, στην μεταμορφωσή Του, και όταν ακούστηκε φωνή από τον Ουρανό, τότε με τους Έλληνες, δεν ήταν για τον Ίδιο, για τους γύρω Του ήταν.
Στην συνέχεια ο Λουκάς κάνει μία παρένθεση και μας αναφέρει το γεναολογικό δένδρο του Κυρίου, όσον αφορά την ανθρωπινή Του υπόσταση.
«Ο Ιησούς, όταν άρχισε το έργο του, ήτο περίπου τριάντα ετών. Ήτο υιός, ως ενομίζετο, του Ιωσήφ, υιού του Ηλί, υιού του Ματθάτ, υιού του Λευί, υιού του Μελχί, υιού του Ιαννά, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ματταθίου, υιού του Αμμώς, υιού του Ναούμ, υιού του Εσλί, υιού του Ναγγαί, υιού του Μαάθ, υιού του Ματταθίου, υιού του Σεμεί, υιού του Ιωσήχ, υιού του Ιωδά, υιού του Ιωαννάν, υιού του Ρησά, υιού του Ζοροβάβελ, υιού του Σαλαιήλ, υιού του Νηρί, υιού του Μελχί, υιού του Αδδί, υιού του Κωσάμ, υιού του Ελμωδάμ, υιού του Ηρ, υιού του Ιωσή, υιού του Ελιέζερ, υιού του Ιωρείμ, υιού του Ματθάτ, υιού του Λευί, υιού του Συμεών, υιού του Ιούδα, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ιωνάν, υιού του Ελιακείμ, υιού του Μελέα, υιού του Μαινάν, υιού του Ματταθά, υιού του Ναθάν, υιού του Δαυίδ, υιού του Ιεσσαί, υιού του Ωβήδ, υιού του Βοόζ, υιού του Σαλμών, υιού του Ναάσσών, υιού του Αμιναδάβ, υιού του Αράμ, υιού του Εσρώμ, υιού του Φαρές, υιού του Ιούδα, υιού του Ιακώβ, υιού του Ισαάκ, υιού του Αβραάμ, υιού του Θάρα, υιού του Ναχώρ, υιού του Σερύχ, υιού του Ραγαύ, υιού του Φάλεκ, υιού του Έβερ, υιού του Σαλά, υιού του Καινάν, υιού του Αφραξάδ, υιού του Σημ, υιού του Νώε, υιού του Λάμεχ, υιού του Μαθουσάλα, υιού του Ενώχ, υιού του Ιαρέδ, υιού του Μαλελεήλ, υιού του Καινάν, υιού του Ενώς, υιού του Σήθ, υιού του Αδάμ, υιού του Θεού.» (Λουκάς Γ 23-38).
Γιατί άραγε να μας την αναφέρει ο Λόγος του Θεού την γενεαλογία του Κυρίου;
α) Φτάνοντας μέχρι την αρχή της, θέλει να δείξει την κοινή καταγωγή του ανθρωπίνου γένους. Βεβαιώνονται έτσι τα λόγια που είπε ο Απόστολος Παύλος στους Αθηναίους: «Ο Θεός έκανε εξ ενός αίματος κάθε έθνος ανθρώπων» (Πρ. ΙΖ 26).
β) Φτάνοντας μέχρι τον Αδάμ, και μη σταματόντας στον Αβραάμ, όπως έκαναν οι Ιουδαίοι, θέλει να μας δείξει την παγκοσμιότητα της λύτρωσης που θα έφερνε αυτό το σπέρμα της γυναίκας. Μιά λύτρωση που θα αγκάλιαζε και τα έθνη, όχι μόνο τον λαό Ισραήλ.
Ταυτόχρονα φέρνει και σε στενή σύνδεση την ατελή εικόνα του Θεού που εμφανίσθηκε επάνω στον Αδάμ, και επαναεμφανίζεται μετά σε κάθε άνθρωπο, με την τέλεια εικόνα Του που πραγματοποιήθηκε στον Χριστό, και η οποία πρόκειται να επαναπαραχθεί στους δικούς Του πνευματικούς απογόνους.
Γιατί είναι τοποθετημένη σε τούτο το σημείο του Ευαγγελίου του Λουκά η γεναολογία του Κυρίου; Είναι γιατί απο τούτη την στιγμή και μετά ο Κύριος βγαίνει απο την αφάνειά Του και αρχίζει το Έργο Του, από τούτη την στιγμή τίθενται τα θεμέλια της νέας δημιουργίας, της νέας ανθρωπότητας. Εδώ ακριβώς η παλαιά εποχή φθάνει στο τέλος της. Είναι τούτη η γεναολογία κάτι σαν επικήδειος της προηγούμενης ανθρωπότητας, εδώ συνοψίζεται η μέχρι τώρα ιστορία της.
Το έργο Του ο Κύριος το άρχισε σε ηλικία 30 χρονών. Όπως είχαμε ξαναπεί, είναι η ηλικία της μεγαλύτερης φυσικής και ψυχικής δύναμης του ανθρώπου, η «ακμή» της φυσικής ζωής του.
Σ” αυτή την ηλικία ήταν που οι Λευίτες εισήρχοντο στα επίσημα καθηκοντά τους (Αριθμ.Δ3,23), και στους Έλληνες στην ίδια ηλικία οι πολίτες άρχιζαν να συμμετέχουν εις τα κοινά.
Τώρα πάνω στην γεναολογία του Λουκά έχουμε να παρατηρήσουμε ότι ο Ιωσήφ ήταν γαμβρός του Ηλί. Αναφέρεται ο Ιωσήφ, και όχι η Μαρία, γιατί ποτέ δεν έβαζαν το όνομα γυναίκας σαν συνδετικό κρίκο στις γεναολογίες. Έτσι λοιπόν η γεναολογία που μας δίνεται είναι αυτή της Μαρίας, της μητέρας του Κυρίου.
Για την βασιλική γενιά του Δαβίδ υπήρχαν πλήρη στοιχεία. Στο Ταλμούδ αναφέρεται ότι η Μαρία ήταν κόρη του Ηλί («Chagig 77 4 «).
Ο Ματθαίος δίνει την γεναολογία του Ιωσήφ.
Και το γενεολογικό δένδρο του Κυρίου κλείνει: «Του Ενώς, του Σηθ, του Αδάμ, του Θεού». Μας θυμίζει πάλιν ο Λόγος του Θεού την αλήθεια που εξεφράσθη από τον Παύλο στους Αθηναίους: «Γένος είμαστε του Θεού» (Πρ.ΙΖ 28). Εάν ο άνθρωπος δεν ήτο γένος του Θεού, η ενσάρκωση του Ιησού Χριστού δεν θα μπορούσε να γίνει. Και ο Θεός δεν θα μπορούσε ποτέ να πεί σε έναν άνθρωπο: «Συ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός»
Ένας πολιτισμένος Ευρωπαίος μπορεί να αδειάσει τον εαυτόν Του και να γίνει ένας φτωχός Αφρικανός, για να βοηθήσει τους φτωχούς Αφρικανούς. Δεν θα γίνει όμως ποτέ πρόβατο π.χ. για να βοηθήσει τα άλλα πρόβατα. Δεν είναι του ιδίου γένους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4

ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΣΤΗΝ EΡΗΜΟ. Λουκάς Δ1-13.
Μία εισαγωγή πρώτα να δούμε τι ακριβώς έγινε εδώ, και σε τι αποσκοπούσε. Κάθε ελεύθερο δημιούργημα, προικισμένο με διάφορες δυνάμεις και ικανότητες, θα πρέπει να περάσει μέσα από μία εσωτερική μάχη, μια δοκιμασία, στην οποία αποφασίζει να τις χρησιμοποιήσει είτε για την δική του ικανοποίηση, είτε για να δοξάσει τον Θεό, αφιερώνοντάς τες στην υπηρεσία Του.
Οι άγγελοι είχαν περάσει μέσα απο αυτή την δοκιμασία, και ένα μέρος κράτησε αυτά τα χαρίσματα για τον εαυτόν τους (Διάβολος και πεσόντες άγγελοι). Ο πρώτος άνθρωπος την πέρασε. Ο Ιησούς, όντας αληθινά άνθρωπος, δεν την διέφυγε και Αυτός.
Τούτη η σύγκρουση, τούτη η δοκιμασία στον Κύριο έλαβε χώρα αμέσως μετά το βάπτισμά Του, στην έναρξη της Μεσσιανικής Του διακονίας. Και όπως θα δούμε στην συνέχεια, ήταν ακριβώς αυτή η ώρα που θα έπρεπε να δοθεί αυτή η μάχη.
Ο πειρασμός του πρώτου ανθρώπου απεκάλυψε την ύπαρξη δυνάμεων και ροπών μέσα μας, που είναι έμφυτες στην φύση μας. Ο Κύριος πέρασε και Αυτός επίσης αυτό το είδος της δοκιμασίας. Πόσες φορές κατά την διάρκεια της παιδικής και εφηβικής Του ηλικίας δεν θα είχε εκτεθεί σε εκείνους τους πειρασμούς που απευθύνονται στα ένστικτα της φυσικής μας ζωής; Η επιθυμία της σάρκας, η επιθυμία των οφθαλμών, και η αλαζονεία του βίου – αυτές οι τρείς διαφορετικές μορφές της αμαρτίας, ξεχωριστά η κάθε μία, ή με ενωμένη την δύναμή τους, προσπάθησαν να πολιορκήσουν την καρδιά Του, να υποτάξουν την θέληση Του, να σκλαβώσουν τις δυνάμεις Του, και να εισβάλλουν σ” αυτό το καθαρό Ον, όπως είχαν εισβάλλει στο αθώο Αδάμ. Αλλά στο πεδίο την μάχης που ο Αδάμ υπέκυψε, Αυτός παρέμεινε νικητής. Η συνειδησή Του δεν έφερε κανένα τραύμα, γι” αυτό και μπορούσε να λέγει: «Ποιός με ελέγχει για αμαρτία;»
Η νέα δοκιμασία, που Αυτός τώρα πρόκειται να υποστεί, ανηκει σε μία υψηλότερη περιοχή – εκείνη της πνευματικής ζωής. Δεν προσβάλλει πλέον τις δυνάμεις του φυσικού ανθρώπου, αλλά την θέση Του σαν Υιός του Θεού, και τις υπερφυσικές δυνάμεις που Του δόθηκαν στο βάπτισμά Του.
Οι δυνάμεις και τα χαρίσματα του Πνεύματος είναι από μόνα τους άγια, αλλά η ιστορία της Εκκλησίας της Κορίνθου δείχνει πως μπορούν να βεβηλωθούν, όταν χρησιμοποιηθούν στην υπηρεσία του εγωισμού και της αυταρέσκειας (Α” Κορ.κεφ. 12-14).
Αυτός είναι «ο μολυσμός του Πνεύματος» (Β” Κορ. Ζ1) που είναι πιο λεπτός, πιο ανεπαίσθητος και συχνά πιο καταστρεπτικός απο εκείνον της σάρκας.
Ο Ιησούς στο βαπτισμά Του είχε λάβει Θείες δυνάμεις, καθώς το Πνεύμα είχε έλθει και επικαθήσει σ” Αυτόν. Αυτές οι Θείες δυνάμεις έπρεπε να εξαγιασθούν στην εμπειρία Του, στην πράξη, δηλαδή έπρεπε να λάβουν απ” Αυτόν τον χαρακτήρα της αφιέρωσης στην υπηρεσία του Θεού. Για να γίνει αυτό ήταν αναγκαίο να Του δινόταν μια ευκαιρία, για να φαινόταν πως θα τις χρησιμοπιούσε, για δική Του χρήση, ή για την υπηρεσία του Θεού. Η αποφασή Του αυτή την κρίσιμη στιγμή, θα καθόριζε για πάντα την τάση και την φύση του Μεσσιανικού Του έργου. Δύο δρόμοι Του ανοίχτηκαν, όπως θα δούμε στην συνέχεια, για να προχωρήσει το έργο Του. Στον έναν, θα παρέμενε Χριστός. Στον άλλον, θα γινόταν Αντίχριστος.
Είναι μια ειδική δοκιμασία λοιπόν της κεφαλής της ανθρωπότητας. Και δεν είναι απλά εδώ μία ερώτηση εάν ένα δεδομένο άτομο εισέλθει ή όχι στην Βασιλεία του Θεού, όπως συμβαίνει στην δική μας μάχη και δοκιμασία. Εδώ δοκιμάζεται και παίζεται η ύπαρξη αυτής της ιδίας της Βασιλείας στο πρόσωπο του Ιδρυτή Της. Ο Ιδρυτής της και μελλοντικός Κυρίαρχος, σταλμένος απο τον Θεό να Την θεμελιώσει, μάχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον άρχοντα του εχθρικού βασιλείου.

«Ο Ιησούς, γεμάτος Πνεύμα Άγιον, επέστρεψε απ” τον Ιορδάνην και εφέρετο από το Πνεύμα εις την έρημον, όπου σαράντα μέρες επειράζετο από τον διάβολον και δεν έφαγε τίποτα κατά τας ημέρας εκείνας και όταν ετελείωσαν, ύστερα επείνασε.» (Εδ. 1,2)

Όπως γνωρίζομε, το Άγιο Πνεύμα ήλθε και επεκάθισε στον Ιησού κατά το βάπτισμά Του. Σαν τελείωσε το βάπτισμα, το Άγιο Πνεύμα Τον εμποδίζει να επιστρέψει στην Γαλιλαία, όπου σκόπευε ν” αρχίσει την διδασκαλία Του, και Τον οδηγεί στην έρημο. Τον σκοπό που Τον οδήγησε εκεί ο Ματθαίος μας τον λέει πιο καθαρά: «Τότε ο Ιησούς οδηγήθηκε υπό του Πνεύματος εις την έρημον δια να πειρασθεί από τον διάβολον».
Πως θα ήταν άραγε η εσωτερική κατάσταση του Κυρίου εκείνες τις ημέρες; Ήταν μόλις που είχε φθάσει σε πλήρη συνείδηση της προσωπικής Του σχέσης με τον Θεό, και του έργου που Του είχε ανατεθεί. Να θυμηθούμε ότι κατά το βαπτισμα «Του ανοίχθηκε ο ουρανός», και είδε και γνώρισε εκεί μέσα, ποιός πραγματικά είναι, και τι έργο βάρυνε τους ώμους Του εδώ κάτω στην γη. Μετά απ” αυτό θα ένοιωθε σίγουρα επιτακτική την ανάγκη να μείνει κάπου μόνος, με τις σκέψεις Του, να κάνει περισυλλογή, να αφομοιώσει τούτες τις αποκαλύψεις. Και πρέπει να ήταν τόσο βυθισμένος στις σκέψεις Του, που είχε αποκοπεί τελείως από τα υλικά, το φαγητό, για 40 μέρες. Την πείνα άρχισε να την αισθάνεται, μετά από τις 40 ημέρες. Ίσως και να νήστευσε σκόπιμα, όπως έκαναν ο Μωυσής και ο Ηλίας σε παρόμοιες περιστάσεις, όπως γενικά νήστευαν οι Ιουδαίοι σε ορισμένες περιόδους αφιερωμένες ειδικά σε προσευχή.
Σύμφωνα με τον Λουκά και τις σαράντα αυτές ημέρες πιεζόταν συνεχώς από τον Διάβολο. Εισηγήσεις μιάς τελείως διαφορετικής φύσης απο τις άγιες σκέψεις, που πάντα καταλάμβαναν το νού Του, βομβάρδιζαν συνεχώς την σκέψη Του.
Έχει παρατηρηθεί ότι μια περίοδος νηστείας 6 εβδομάδων προκαλεί στον άνθρωπο μία κρίση, και το εξαντλημένο σώμα πέφτει σ” ένα θανατηφόρο βύθισμα. Τέτοια θα πρέπει να ήταν η κατάσταση του Κυρίου. Θα αισθανόταν τον εαυτόν Του ότι χάνεται. Το αίσθημα της πείνας Τον είχε κυριεύσει στο τέλος των 40 ημερών.
Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο πειρασμός περίμενε να κάνει την αποφασιστική του έφοδο.
Πριν προχωρήσομε στο κεφάλαιό μας, να διαβάσομε τα Λουκάς ΙΑ21,22: «Όταν ο ισχυρός, καλά οπλισμένος, φυλάττη την αυλή του, τότε και τα υπάρχοντα του είναι σε ασφάλεια. Όταν όμως ένας ισχυρότερος από αυτόν επιτεθή εναντίον του και τον νικήσει, τότε του παίρνει τον οπλισμόν του, εις τον οποίον είχε πεποίθηση, και μοιράζει τα λάφυρα του.»
Ήταν αναγκαίο ο ισχυρός, ο Σατανάς, ο άρχοντας του κόσμου τούτου, να κατανικηθεί από τον αντίπαλό Του , τον «ισχυρότερο» απο αυτόν, σε μια προσωπική μάχη, για να είναι σε θέση τούτος ο τελευταίος να μπεί στην αυλή του πρώτα, και να του αρπάξει τα λάφυρα, τον κόσμο δηλαδή που καταδυναστεύει.
Τούτη η προσωπική μάχη δόθηκε στην έρημο. Είναι το γεγονός που μελετάμε, οι πειρασμοί του Κυρίου υπό του Σατανά. Αυτή η προσωπική νίκη που κέρδισε ο Ιησούς πάνω στον αντίπαλό Του, κάνει δυνατή την απελευθέρωση του κάθε κρατουμένου του Σατανά.
Τα εδάφια 3,4 μας περιγράφουν τον πρώτο πειρασμό:

«Εάν είσαι Υιός του Θεού, πες σ” αυτήν την πέτρα να γίνει ψωμί». Και απεκρίθη εις αυτόν ο Ιησούς, «Είναι γεγραμμένον ότι ο άνθρωπος δεν ζεί μόνο με ψωμί, αλλά με κάθε λόγον του Θεού».(Εδ. 3,4)

Είναι μια ερώτηση εδώ που μπορεί να τεθεί: Πως άραγε Του παρουσιάστηκε ο Διάβολος; Ο Λουκάς λέγει: «Είπεν εις αυτόν ο Διάβολος», που μας αφήνει να καταλάβουμε πως η συνάντηση έγινε νούς με νούν, σκέψη με σκέψη. Ο Ματθαίος λέγει: «Τον επλησίασε ο πειράζων», όπου μπορεί να δηλώνει μια σωματική, υλική παρουσία, μπορεί όμως αυτή η έκφραση να είναι συμβολική και να δηλώνει και αυτή εισήγηση του Διαβόλου στην σκέψη του Κυρίου. Ίσως, σαν αισθάνθηκε ο Κύριος την επίθεση στην σκέψη Του ενός πνεύματος τόσο ξένου προς το δικό Του, Του δημιουργήθηκε η εντύπωση του πλησιάσματος μιάς ξένης παρουσίας.
Μια και η Γραφή δεν αναφέρει καμμία ορατή εμφάνιση του Σατανά, το πιθανώτερο τούτη η συνάντηση να έγινε στην πνευματικη σφαίρα. Έγινε ότι και στην Γεθσημανή, που τίποτα δεν έγινε ορατό, παρόλο που ο Κύριος είπε, «Έρχεται ο άρχων του κόσμου τούτου», «τούτη είναι η ώρα σας, η εξουσία του σκότους» – που σημαίνει ότι και τότε πειράχτηκε προσωπικά από τον Σατανά.
Όπως υπάρχει μία αμοιβαία επαφή υλικών σωμάτων, έτσι ακριβώς, σε μία ανώτερη σφαίρα από αυτή της ύλης, υπάρχει μία αμοιβαία επαφή, μία δράση και αντίδραση πνευμάτων, του ενός προς στο άλλο.
Θα πρέπει ο Κύριος να υψώθηκε σ” αυτή την σφαίρα και εκεί, Αυτός, ο αντιπρόσωπος της εθελοντικής εξάρτησης και υικής αγάπης προς τον Θεό, να συνάντησε εκείνο το πνεύμα στο οποίον η αυτονομία του δημιουργήματος, η ανεξαρτησία από τον Δημιουργό του, βρίσκει τον πλέον χαρακτηριστικόν της εκπρόσωπο.
Το ότι συνέβη σε αυτή την πνευματική σφαίρα ο Κύριος το ανέφερε στους μαθητάς Του με απεικονιστική γλώσσα, γιατί δεν θα μπορούσε διαφορετικά να το πει.
Όλα αυτά βέβαια αν δεχθούμε ότι δεν υπήρξε ορατή παρουσία του Διαβόλου.
Είναι όπως λέμε και εμείς «Τον έβαλε ο Διάβολος…», και είναι ένα πνευματικό γεγονός που περιγράφεται απεικονιστικά.
Ήταν λοιπόν πραγματική η μάχη, αλλά στην πνευματική σφαίρα.
Ο πειρασμός με τον οποίον Του επετέθη: «Ει Υιός ει του Θεού, ειπέ ίνα οι λίθοι ούτοι άρτοι γένωνται».
Η ερώτηση τώρα είναι: Τι το κακό θα έκανε ο Κύριος εάν έκανε αυτό που του εισηγείτο ο Διάβολος να κάνει;
Να αναφέρωμε μερικές απόψεις:
α) Μερικοί ερμηνευτές λένε ότι δεν Του επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσει την θαυματουργική Του δύναμη για δικό Του όφελος. Γιατί όμως να μην Του επιτρεπόταν, εάν Του επιτρεπόταν να την χρησιμοποιήσει για όφελος των άλλων; Μήπως και Αυτός δεν πείναγε και δεν έφαγε από τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια τότε που τα πολλαπλασίασε θαυματουργικά; Άλλωστε ο ηθικός νόμος δεν διέτασσε κανέναν να αγαπά τον πλησίον Του περισσότερο από τον εαυτόν του.
β) Μια δεύτερη ερμηνεία είναι πως, αν είχε ενεργήσει όπως Του εισηγείτο ο Διάβολος, θα είχε ενεργήσει από δική Του θέληση, θα είχε κάνει κάτι που ο Θεός δεν Του είχε ορίσει να κάνει. Σαν μελετήσωμε όμως την ζωή Του θα δούμε ότι δεν ήταν ο Θεός που Του διέτασσε την κάθε Του κίνηση, δεν ήταν ένα απλό ρομπότ. Εκινείτο με απόλυτη πρωτοβουλία και ελευθερία μέσα στις γενικές γραμμές του Θείου Θελήματος, και χρησιμοποιόντας κατά την κρίση Του τις θαυματουργικές δυνάμεις που Του είχε δώσει ο Θεός, έχοντας όμως πάντα τα μάτια καρφωμένα στον Πατέρα, μήπως Του όριζε να κάνει κάτι το ειδικό.
γ) Να εξετάσωμε μία τρίτη ερμηνεία.
Το βάπτισμα του Κυρίου ήταν ένας σταθμός στην επίγεια ζωή Του. Εκεί Του ανοίχθηκε ο ουρανός και έλαβε τέλεια συνείδηση ότι ήταν ο μονογενής Υιός του Θεού που είχε ελθεί να σώσει την ανθρωπότητα. Έτσι εκείνο το «ει» ( «εάν είσαι» ) φαίνεται να εκφράζει κάτι διαφορετικό από μία απλή αμφιβολία. Έχει πιο πολύ την έννοια του «αφού». Θα μπορούσαμε να το πούμε κάπως έτσι: «Εάν είσαι πράγματι, καθώς φαίνεται…» Ο Διάβολος εδώ υπονοεί την φωνή του Ιδίου του Θεού που ακούστηκε στο βάπτισμά Του: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός εις τον Οποίον ευαρεστούμαι».
Ειδικά μετά το βάπτισμά Του υπήρξε μία ανωμαλία στην κατάσταση του Κυρίου. Απ” την μιά μεριά έλαβε συνείδηση ότι ήταν ο Υιός του Θεού. Απ” την άλλη όμως η κατάσταση της ύπαρξής Του σαν «Υιός ανθρώπου», παρέμενε η ίδια. Τίποτα δεν άλλαξε επάνω Του, συνέχιζε αυτόν τον τρόπο ύπαρξης που ήταν ολοκληρωτικά όμοιος με τον δικό μας, μιά ζωή απόλυτα εξαρτημένη. Και έπρεπε αποκλειστικά με αυτόν τον τρόπο ζωής να φέρει εις πέρας το έργο που Του είχε ανατεθεί. Απ” την μιά μεριά να έχει την δύναμη να υψωθεί ψηλά, σαν Υιός του Θεού. Απ” την άλλη να είναι αναγκασμένος να ζεί σαν άνθρωπος υποκείμενος σε στερήσεις, κακουχίες και ταπεινώσεις. Εδώ υπήρχε ένας διαρκής πειρασμός να υψώσει τούτη την φτωχή Του κατάσταση με πράξεις δύναμης εκεί που είχε συνείδηση ότι ήταν – δηλαδή Υιός Θεού.
Λέγοντας Του ο Διάβολος «Εάν είσαι Υιός του Θεού», ζητά να αφυπνίσει στην καρδιά Τού το αίσθημα της Θείας του μεγαλειότητας, για να Τον κάνει να αισθανθεί πιό οδυνηρά την αντίθεση της πραγματικής Του φτώχειας, που τώρα διέρχεται φορώντας την ανθρώπινη κατάσταση ύπαρξης, και του πλούτου και της αφθονίας στην οποία η Θεία Του φύση φαίνεται να Του δίνει δικαίωμα. Και Τον βρίσκει ακριβώς στην κατάλληλη ώρα, πλήρως εξαντλημένο και πεινασμένο μετά την νηστεία των 40 ημερών.
Δηλαδή απλά είναι σαν να Του λέγει: «Εσύ είσαι υιός του Θεού. Έτσι δεν είναι; Έτσι δεν είπε ο Ίδιος ο Θεός στο βάπτισμά Σου; Τι κάθεσαι λοιπόν και εξαντλείσαι σαν άνθρωπος, και υποφέρεις και πεινάς; Βάλε εμπρός την δύναμή Σου, φέρσου σαν Υιός Θεού που είσαι, πέσε στις πέτρες να γίνουν ψωμί, φύγε απ” αυτή την στέρηση και την κακομοιριά. Θα κάνεις πιό εύκολα έτσι το έργο Σου».
Ο Κύριος από αγάπη για μας ταπεινώθηκε και ενσαρκώθηκε, έγινε άνθρωπος όμοιος με εμάς. Μας το έχει εξηγήσει με τόση καθαρότητα ο Λόγος του Θεού, μόνον άνθρωπος, ένας σαν και εμάς, θα μπορούσε να αποκαταστήσει την προσβολή στο Άγιο Όνομα του Θεού που έκανε η ανθρωπότητα λόγω αμαρτίας. Μόνον άνθρωπος, ένας σαν και εμάς, θα μπορούσε να πάρει την σκυτάλη που έπεσε από τον Αδάμ, και να φθάσει το ανθρώπινο γένος στο τέρμα που Του είχε ορίσει ο Θεός. Τέλος, η Θεία δικαιοσύνη θα απεκαθίστατο μόνον εάν άνθρωπος, ένας από εμάς, έκανε την κρίση ανάμεσά μας. Εμείς προσβάλλαμε τον Θεό, εμείς ελεύθερα θα έπρεπε να αποκαταστήσουμε την προσβολή, και πληρώνοντας την αμαρτία γι” αυτούς που την αναγνώριζαν, και κρίνοντας και καταδικάζοντας από μόνοι μας όσους από αναμεσά μας δεν την αναγνώριζαν και δεν μετανοούσαν. Να θυμηθούμε αυτό που αναφέρει ο Λόγος του Θεού στον Ιω. Ε27 : «Και εξουσίαν έδωκε εις αυτόν να κάμει και κρίσιν, διότι είναι Υιός ανθρώπου» – και αν δεν ήταν Υιός ανθρώπου, δηλαδή άνθρωπος σαν και εμάς, δεν θα Του την έδινε.
Το παν λοιπόν στην σωτηρία του ανθρωπίνου γένους είναι η ενσάρκωση του Ιησού Χριστού. Εάν δεν γινόταν άνθρωπος, και ερχόταν εδώ κάτω σαν «Υιός Θεού», δεν θα μπορούσε ποτέ να μας βοηθήσει αποτελεσματικά.
Εάν τώρα άκουγε την εισήγηση του Διαβόλου, θα παραβίαζε τις συνθήκες της γήινης Του ύπαρξης και θα πραγματοποιούσε πριν την ώρα την κατάσταση του «Υιός του Θεού». Θα έπαυε να ενεργούσε σαν άνθρωπος, όπως θεληματικά είχε ταπεινωθεί, και θα ενεργούσε σαν Θεός. Εκεί ακριβώς μόνος Του θα είχε δώσει ένα τέρμα στην ενσάρκωσή Του. Φαινομενικά θα έδειχνε άνθρωπος, αλλά από μέσα θα ενεργούσε σαν Θεός.
Και να πούμε για την ιστορία ότι μιά μεγάλη μερίδα αιρέσεων («δοκητισμός» κ.λ.π.), που επετέθη στην αλήθεια του Ευαγγελίου, θέλησε ακριβώς να παρουσιάσει τον Χριστό ότι εξωτερικά είχε εμφάνιση ανθρώπου, αλλά από μέσα ενεργούσε σαν Θεός, και όχι σαν άνθρωπος.
Να θυμηθούμε τι λέγει και ο Ιωάννης στην Α.Ιω. Δ3: «Και παν Πνεύμα το οποίο δεν ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθεν εν σαρκί, δεν είναι εκ του Θεού και τούτο είναι το πνεύμα του αντιχρίστου, το οποίον ηκούσατε ότι έρχεται, και τώρα μάλιστα είναι εν τω κόσμω».
Η απάντηση του Κυρίου είναι παρμένη απο το Δευτερονόμιο Η3: «Ο άνθρωπος δεν θα ζήσει μόνο με ψωμί αλλά με κάθε λόγο, ο οποίος εξέρχεται από το στόμα του Θεού».
Μια απάντηση θαυμαστά προσαρμοσμένη, και σε μορφή και σε ουσία, να απαντήσει ακριβώς στον πειρασμό του πονηρού.
«Ο άνθρωπος…» Με τούτη την λέξη θυμίζει στον Σατανά την μορφή ύπαρξης που έχει τώρα αποδεχθεί, και την οποία δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει.
«Τούτη την ώρα», είναι σαν να Του λέγει, «είμαι άνθρωπος γιατί έτσι μου το όρισε το θέλημα του Θεού, και δεν πρόκειται να κάνω κάτι που θα με πάρει απο εκεί».
Παράλληλα όμως θυμίζει στον Σατανά, ότι ο άνθρωπος δεν είναι αφημένος χωρίς Θεία συμπαράσταση, χωρίς Θεία βοήθεια. Ο Θεός μπορεί να στηρίξει την ανθρώπινη ύπαρξη και με άλλα μέσα, εάν δεν υπάρχουν τα συνήθη υλικά μέσα που χρειάζεται για να ζήσει, το ψωμί δηλαδή. Να, στην έρημο έθρεψε έναν λαό ολόκληρο για 40 χρόνια με μάνα. Αυτός μπορεί ακόμη, εάν αυτό Τον ευαρεστεί, να κάνει έναν άνθρωπο να ζεί με μόνο την δύναμη του λόγου Του, χωρίς καν υλική τροφή.
Εκείνο που δηλώνει εδώ ο Κύριος είναι, με άλλα λόγια, τούτο: Καμία φυσική ανάγκη δεν θα Τον αναγκάσει ποτέ να αρνηθεί τον ταπεινό τρόπο ύπαρξης που υιοθέτησε, κάνοντας τον εαυτόν Του άνθρωπο, έστω και αν είναι στο χέρι Του να το κάνει, έως ότου ο Ίδιος ο Θεός ευαρεστηθεί να μεταμορφώσει την κατάστασή Του, δίνοντας Του μια καινούργια μορφή ύπαρξης, που να ταιριάζει στην ουσία Του σαν «Υιός Θεού». Όσο το θέλημα του Θεού το απαιτεί, παρ” όλο που στην ουσία Του είναι Υιός Θεού, και θα μπορούσε να αποδειχθεί τέτοιος, Αυτός θα παραμένει άνθρωπος, ντυμένος τις αδυναμίες και τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης. Να θυμηθούμε το Εβραίους Ε8: «Αν και ήτο Υιός, έμαθε την υπακοήν από όσα έπαθε». Και έμεινε υπήκοος μέχρι θανάτου.
Όπως εδώ με μια πράξη δύναμης θα μπορούσε να βγάλει τον εαυτόν Του από αυτή την κατάσταση της σωματικής αδυναμίας, της πείνας που Τον πίεζε αφόρητα, έτσι και εκεί στον σταυρό, με μιά πράξη επίσης δύναμης, θα μπορούσε να ανατρέψει όλο το σκηνικό.
Αλλά τότε δεν θα ήταν ο «άνθρωπος Ιησούς» που ενεργούσε, αλλά ο «Θεός Ιησούς». Και δεν θα μπορούσε να ήταν πλέον αντιπρόσωπος και κεφαλή του ανθρωπίνου γένους, γιατί με τούτη την ενέργεια, θα αρνιόταν αυτοστιγμεί στην πράξη την ενσαρκωσή Του.
Ήταν ακριβώς αυτό που Τον οδηγούσε ο Σατανάς να κάνει, εκμεταλλευόμενος την φυσική Του αδυναμία της στιγμής, επιζητόντας έτσι να κυριεύσει την θέληση Του.
Ο Ματθαίος και ο Μάρκος μας αναφέρουν στο τέλος της διηγησής τους ότι μετά τους πειρασμούς απεστάλησαν άγγελοι να Τον υπηρετήσουν. Άρα η προσμονή Του ικανοποιήθηκε. Ο Θεός Τον στήριζε σωματικά, όπως είχε στηρίξει τον Ηλία στην έρημο κάτω από παρόμοιες συνθήκες (Α” Βασιλ. ΙΘ).
Αυτός ήταν ο πρώτος πειρασμός του Κυρίου. Στόχο είχε το πρόσωπο Του. Ο δεύτερος, όπως θα δούμε, είχε σαν στόχο το έργο Του.

«Ύστερα ο διάβολος τον ανέβασε σε ένα ψηλό βουνό και του έδειξε, δια μίαν στιγμήν, όλα τα βασίλεια της οικουμένης, και του είπε, «Θα σου δώσω αυτή την εξουσίαν και την δόξαν τους, διότι σ” εμέ έχει παραδοθεί και σε όποιον θέλω την δίνω. Εάν λοιπόν με προσκυνήσεις όλα θα είναι δικά σου». Και ο Ιησούς του απεκρίθη, «Πήγαινε οπίσω μου, Σατανά. Είναι γραμμένον, «Τον Κύριον τον Θεόν σου να προσκυνάς και αυτό μόνον να λατρεύεις». (Εδ.5-8)

Αυτή την φορά ο πειράζων δεν προσπαθεί να εκμεταλλευθεί ένα φυσικό αίσθημα, όπως αυτό της πείνας του προηγουμένου πειρασμού. Εδώ κατευθύνει τα πυρά του σε μια φιλοδοξία, σε μια επιθυμία της ψυχής.
Ο άνθρωπος, όπως γνωρίζουμε, επλάσθηκε κατ” εικόνα του Θεού. Ένα από τα χαρακτηριστικά που κληρονόμησε απ” τον Δημιουργό Του είναι και η επιθυμία να άρχει, να βασιλεύει. Αυτή του η επιθυμία είναι πέρα για πέρα νόμιμη, άλλο αν την διέστρεψε σε εσφαλμένη κατεύθυνση η αμαρτία, ο ατομισμός.
Ειδικά για τον Ισραήλ, τον εκλεγμένο λαό του Θεού («Ισραήλ» υπό την ευρύτερη, την πνευματική έννοια περιλαμβάνει όλους τους πιστούς), οι Θείες υποσχέσεις τον έχουν ορίσει κυρίαρχο πάνω σε όλους τους λαούς της γης. Αυτός είναι ο σκοπός αυτού του λαού, αυτή είναι η Μεσσιανική του ελπίδα, όπως την ονομάζομε.
Ο Κύριος μεγάλωσε και γαλουχήθηκε μ” αυτή την ελπίδα του λαού Του. Και ο δικός Του ο πατριωτισμός άναψε σ” αυτή την φωτιά. Ήταν Θεία υπόσχεση και την ενστερνίσθηκε.
Και ήταν εκεί στο βάπτισμά Του που άκουσε από το στόμα του Ίδιου του Θεού ότι Αυτός ήτο προορισμένος να ηγηθεί και να κάνει πραγματικότητα τούτη την μεγάλη προσμονή.
Είναι ακριβώς πάνω σε αυτή την προσδοκία, καθώς είναι ανοιγμένη εμπρός στο βλέμμα Του, που ο Σατανάς προσπαθεί να Τον γοητεύσει και να Τον αποπλανήσει σ” έναν εσφαλμένο δρόμο.
Να θυμηθούμε ότι τούτη την ώρα ο Ιησούς είχε δοθεί υπό του Αγίου Πνεύματος ολόκληρος, ψυχή και σώμα, στην διάθεση του Σατανά. Είχε αφεθεί μόνος στην διάθεσή Του για να πειραχθεί. Οι πειρασμοί Του ήσαν, όπως θα δούμε στην συνέχεια, και ένα σχολείο που έπρεπε απαραίτητα να το περάσει, για να είναι σε θέση να γνωρίζει, και να ξεπερνά στην συνέχεια τους κινδύνους και τις παγίδες που θα Του έβαζε ο Πονηρός σαν άρχιζε το έργο Του.
«Ύστερα ο Διάβολος τον ανέβασε σε ένα ψηλό βουνό και του έδειξε, δια μιαν στιγμήν όλα τα βασίλεια της οικουμένης». Με κάποιο τρόπο, άγνωστο σε εμάς, με μια διαβολική φαντασμαγορία, έκανε να εμφανισθούν μπρός στην θέα του Ιησού, σε στιγμιαία διαδοχή, τα βασίλεια της οικουμένης. Μέχρι τώρα είχε δει τόσους μεγάλους άνδρες να ενδίδουν σε μια παρόμοια ψευδαίσθηση, γι” αυτό ήλπιζε να παγιδεύσει τον Ιησούν πάλιν με το ίδιο μέσον.
Σαν Του τα έδειξε Του είπε, «Θα σου δώσω όλη αυτήν την εξουσίαν και την δόξαν τους, διότι εις εμέ έχει παραδοθεί και σε όποιον θέλω την δίνω. Εάν λοιπόν με προσκυνήσεις όλα αυτά θα είναι δικά Σου».
Άραγε να είναι σωστός αυτός ο ισχυρισμός του Διαβόλου ότι, «σε αυτόν έχει παραδοθεί όλη η εξουσία των βασιλείων της γης;» ή υποσχόταν στον Κύριο κάτι που πραγματικά δεν είχε; Πρέπει να είναι γιατί, και ο Ίδιος ο Κύριος απεκάλεσε αργότερα αυτή την μυστηριώδη ύπαρξη «Άρχοντα του κόσμου τούτου». Το πιθανώτερο είναι ότι η γη και το σύστημα στο οποίον ανήκει είχε παραχωρηθεί εξ” αρχής στον Διάβολο, σαν αρχάγγελο, όταν ακόμα δεν είχε εκπέσει από το αξίωμά του. Άλλωστε το δηλώνει και ο ίδιος, «Μου έχει παραδοθεί», αναγνωρίζοντας έτσι την εξουσία του Θεού επάνω του. Ο Θεός έχει αφήσει ακόμα μια ορισμένη χρήση της κυριαχίας και της δύναμης του Σατανά. Τον αφήνει και βασιλεύει σε όλη την ανθρώπινη ζωή, εκτός από εκείνα εδώ, που ανήκουν στην Θεία σφαίρα. Ως εκ τούτου έχει και την εξουσία και την δύναμη να υψώσει στην κορυφή της δόξας τον άνθρωπο που ευνοεί.
Εάν τελικά ήταν ορατή η εμφάνιση του Σατανά, εδώ σε αυτή την στιγμή την τόσο καθοριστική για την αυτοκρατορία του, σίγουρα θα εμφανίσθηκε σαν άγγελος φωτός (Β’Κορ.ΙΑ4), σ” όλο του το μεγαλείο, για να μπορεί να λέγει και να υπόσχεται τόσο μεγαλειώδη πράγματα.
Η πρόταση που Του έκανε είναι: «Εάν λοιπόν με προσκυνήσεις όλα θα είναι δικά σου».
Εάν την δείς με βιαστική ματιά τούτη την παγίδα φαίνεται πολύ χοντροκομμένη, τόσο που διερωτάσαι, εάν ένα τόσο επιδέξιο πνεύμα θα μπορούσε να στήσει ποτέ μια τόσο αδέξια παγίδα. Και ο πιο ξεπεσμένος από τους Ισραηλίτες θα είχε απορρίψει με τρόμο μια τέτοια πρόταση. Ποτέ κανένας δεν θα διενοείτο να προσκυνήσει τον Διάβολο. Είναι κάτι που και σήμερα απορρίπτεται με φρίκη – πλην φυσικά ελαχίστων νοσηρών περιπτώσεων. Ότι τον προσκυνά ο κόσμος τον προσκυνά, αλλά δεν το γνωρίζουν. Στις πιο πολλές περιπτώσεις νομίζουν ότι προσκυνούν τον Θεό, και γι” αυτό το κάνουν. Για να πάρει ο Διάβολος την προσκύνηση των ανθρώπων κρύβεται πίσω από πρόσωπα και είδωλα.
Είναι λοιπόν τελείως απίθανο να ζητά, ειδικά από τον Υιόν του Θεού, να τον προσκυνήσει, σαν πρόσωπο, στοχεύοντας στις φιλοδοξίες της σαρκικής Του φύσης. Τούτο πρέπει να γνώριζε ότι δεν θα το κατάφερνε.
Εάν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, μένει μια άλλη εξήγηση για αυτόν τον πειρασμό.
Να ξαναδιαβάσωμε την προσφορά που Του κάνει (από το κείμενο): «Σοι δώσω την εξουσία ταύτην άπασαν και την δόξαν αυτών, ότι εμοί παραδέδοται, και ω αν θέλω δίδωμι αυτήν. Συ ουν εάν προσκυνήσης ενωπιόν μου , έσται σου πάσα.» Εάν προσέξωμε, Του μιλά όχι σαν άτομο, αλλά σαν αντιπρόσωπος της Θείας εξουσίας πάνω στην γη, και σαν τέτοιος ζητά το προσκύνημα, την υποταγή του Κυρίου. Όταν προσκυνάς κάποιον ανώτερο στην Ανατολή δεν προσκυνάς το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά την Θεία εξουσία που έχει επάνω του, γιατί μας λέει ο Λόγος του Θεού ότι οι εξουσίες είναι δοσμένες από τον Θεό (Ρωμ.ΙΓ1). Και σαν άνθρωπος ο Ιησούς αποτελούσε μέρος της περιοχής που είχε δοθεί στον Σατανά. Καθώς εκλήθη τώρα να τον διαδεχθεί, φαινόταν ότι θα μπορούσε να το κάνει μόνο όσο ο Σατανάς ο ίδιος Του παρέδιδε το αξιωμά του.
Οι λέξεις λοιπόν «εάν με προσκυνήσεις», δεν είναι ένα ερέθισμα στην φιλοδοξία του Ιησού. Είναι μάλλον η προϋπόθεση που ετέθη από τον μέχρι τώρα άρχοντα του κόσμου στον Ιησού, προκειμένου να Του παραχωρήσει την Μεσσιανική κυριαρχία.
Ομιλώντας έτσι ο Σατανάς επλανιόταν σ” ένα σημείο.
Νόμιζε ότι το βασίλειο που επρόκειτο ν” αρχίσει με τον Ιησού θα ήταν από κάθε άποψη μία συνέχεια του δικού του, και θα εξαρτιόταν από αυτόν να του μεταδώσει προς τούτο την εξουσία.
Υπ” αυτή την έννοια η κυριαρχία του λαού Ισραήλ πάνω στην ανθρωπότητα θα ήταν απλά μια καινούργια μορφή της βασιλείας του Σατανά πάνω στην γη, θα ήταν ένα βασίλειο εξωτερικής δύναμης, ένα βασίλειο αυτού του κόσμου. Και έτσι ακριβώς περίμενε τούτο το βασίλειο η κοινή γνώμη – πόσο την είχε παραπλανήσει ο Σατανάς! Ο ίδιος φυσικά γνώριζε πολύ καλά για τούτη την Μεσσιανική κυριαρχία που ο Θεός είχε προετοιμάσει, γι” αυτό εργζόταν παράλληλα τα δικά Του σχέδια.
Ο Κύριος όμως γνώριζε το λάθος των δασκάλων του Ισραήλ που είχαν διαμορφώσει τούτη την κοινή γνώμη, γνώριζε και το λάθος που έκανε ο Σατανάς. Να θυμηθούμε τα λόγια που είπε στο Ιωάννη ΙΗ36,37: «Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από αυτό τον κόσμο».
Το βασιλειό Του είναι η αρχή μίας εξουσίας που έχει μία ολοκληρωτικά καινούργια φύση. Εδώ θα πρέπει να διαβάσωμε τον Ψαλμό Β: «Δια τι εφρύαξαν τα έθνη, και οι λαοί εμελέτησαν μάταια; Παρεστάθησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν ομού, κατά του Κυρίου, και κατά του χριστού αυτού λέγοντες, «Ας διασπάσωμε τους δεσμούς αυτών, και ας απορρίψωμεν αφ” ημών τας αλύσεις αυτών.» Ο καθήμενος εν ουρανοίς θέλει γελάσει ο Κύριος θέλει εκμυκτηρίσει αυτούς. Τότε θέλει λαλήσει προς αυτούς εν τη οργή αυτού, και εν τω θυμώ αυτού θέλει συνταράξει αυτούς. Αλλ” εγώ θέλει ειπεί, έχρισα τον Βασιλέα μου επί Σιών, το όρος το άγιον μου. Εγώ θέλω αναγγείλει το πρόσταγμα, ο Κύριος είπε προς εμέ, «Υιός μου είσαι εσύ εγώ σήμερον σε εγέννησα» ζήτησον παρ” εμού, και θέλω σοι δώσει τα έθνη κληρονομίαν σου, και ιδιοκτησίαν σου τα πέρατα της γης. Θέλεις ποιμάνει αυτoύς εν ράβδω σιδηρά ως σκεύος κεραμέως θέλεις συντρίψει αυτούς. Τώρα λοιπόν, βασιλείς, συνετίσθητε, διδάχθητε κριταί της γης. Δουλεύετε τον Κύριο εν φόβω, και αγάλλεσθε εν τρόμω. Φιλείτε τον Υιόν, μήποτε οργισθή, και απολεσθήτε εκ της οδού, όταν εξαφθή ταχέως ο θυμός αυτού. Μακάριοι πάντες οι πεποιθότες επ” αυτόν».
Και σ” αυτό το καινούργιο βασίλειο μόλις είχε χρισθεί ο Ιησούς από τον Θείο εκπρόσωπο, τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Δεν είχε λοιπόν τίποτα να ζητήσει απο τον μέχρι τώρα άρχοντα του κόσμου, ούτε του όφειλε καμία υποταγή.
Τούτη η άρνηση του Κυρίου ήταν ένα πάρα πολύ σοβαρό θέμα. Ο Ιησούς με αυτό αρνήθηκε κάθε δύναμη, κάθε εξουσία που βασίζεται σε υλικά μέσα.
Ανέτρεψε εντελώς την αντίληψη που είχε η Ιουδαϊκή κοινή γνώμη για την Μεσσιανική κυριαρχία – το είδος της, και τους τροπους που θα επιβληθεί.
Περιόρισε τον εαυτόν Του στο να πετύχει την κατάκτηση του κόσμου μόνο με πνευματική ενέργεια πάνω σε ψυχές.
Κατεδίκασε, θα λέγαμε, τον εαυτόν Του, να τους κερδίσει έναν προς έναν, με το έργο της μεταστροφής και του αγιασμού τους, με μια ευγενικιά, σεμνή πρόοδο, που στα σαρκικά μάτια φαίνεται ασήμαντη, αξιοκαταφρόνητη, και της οποίας το τέλος, η ορατή βασιλεία, πρόκειται να εμφανισθεί μετά από παρέλευση αιώνων.
Επί πλέον, μία τέτοια απάντηση, ήταν μία δήλωση πολέμου εναντίον του Σατανά, και κάτω απο τις πλέον δυσμενείς συνθήκες. Κατεδίκασε τον εαυτόν Του να πολεμήσει μόνος, αβοήθητος από κάθε ανθρώπινη δύναμη, με έναν αντίπαλο που είχε στην διαθεσή του όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις και οργανώσεις.
Ο θάνατος Τον περίμενε αναπόφευκτα σε αυτό το μονοπάτι. Αλλά Αυτός χωρίς δισταγμό το δέχθηκε όλο αυτό, για να μείνει πιστός στον Θεό, από τον Οποίον Μόνον υπολόγιζε να λάβει το κάθε τι.
Το να δώσει υποταγή σ” ένα πρόσωπο που είχε έρθει σε ρήξη με τον Θεό, θα ήταν να τον τιμήσει στον ένοχο σφετερισμό του, να ενωθεί μαζί του στην επανάστασή του.
Την άρνησή Του την μεταδίδει με ένα εδάφιο παρμένο από το Δευτερονόμιο, το ΣΤ13: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, γέγραπται γαρ, Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και Αυτόν μόνον λατρεύσεις».
Βλέπομε πως ο Κύριος χρησιμοποιεί σαν όπλο εναντίον του τον Λόγο του Θεού! Δεν του απαντά με μια δική Του άποψη, γνώμη, ή άρνηση, απλά τον παραπέμπει στον Λόγο του Θεού, στο ό,τι ο Λόγος του Θεού αναφέρει πάνω στο υπό συζήτηση θέμα, δίνοντάς του να καταλάβει ότι Αυτός προτίθεται να υπακούσει μόνον στον Λόγο του Θεού.
Εάν μας επιτρεπόταν τούτο τον σύντομο διάλογο, μεταξύ του Κυρίου και του Διαβόλου, να τον αποδίδαμε λίγο πιο ελεύθερα, βασισμένοι στην ερμηνεία που προηγουμένως εξεθέσαμε, θα τον αποδίδαμε κάπως έτσι:
Διάβολος: «Γνωρίζω ποιος είσαι. Το άκουσα και λίγο πριν στο βάπτισμά σου. Είσαι αυτός που ο Θεός έχρισε Μεσσία, βασιλιά πάνω στην γη, όπως έχει προείπει στον Λόγον Του, με τους προφήτες. Θα πρέπει όμως και συ να γνωρίζεις ποιός είμαι και εγώ. Είμαι αυτός στον οποίον ο Θεός έχει παραδώσει την εξουσία του κόσμου τούτου. Σου ζητώ να αναγνωρίσεις αυτή μου την εξουσία, και εγώ με την σειρά μου θα συνεργασθώ μαζί σου να εκτελέσεις το έργο που σου έχει αναθέσει ο Θεός. Θα θέσω στην διάθεσή σου εξουσία, υλικά μέσα, δύναμη, τις οργανώσεις των ανθρώπων – ξέρεις πολύ καλά, εγώ τους κατευθύνω όλους – μέχρι ν” απλώσεις την βασιλεία σου πάνω σε όλη την γη.
Δεν είναι ο στόχος σου να βασιλεύσεις στην γη; Εγώ θα στο δώσω με μιάς. Γιατί να με αγνοήσεις και να πολεμήσεις μαζί μου. Θα μπορέσεις ποτέ έτσι όπως είσαι μόνος να κάνεις αυτό το έργο; Άλλωστε το γνωρίζεις, ο Θεός μου έχει παραχωρήσει τούτη την περιοχή. Συνεργάσου λοιπόν μαζί μου, αναγνώρισέ με, δώσε μου την υποταγή που μου οφείλει ο καθένας εδώ στην γη, και όλα τα κοσμικά μέσα, όλη η βοήθεια μου θα είναι στην διάθεσή σου. Θα κάνω τους Γραμματείς και Φαρισαίους, τους άρχοντας του λαού σου, να σε αναγνωρίσουν. Θα φέρω τους Ρωμαίους σε συμφωνία μαζί σου. Τα έθνη το ένα κατόπιν του άλλου, θα τα φέρω στα πόδια σου. Πραγματικά εμείς οι δύο θα στήσουμε ένα βασίλειο εδώ στην γη, όπως το έχει σχεδιάσει ο Θεός».
Ιησούς: «Σατανά φύγε από εμπρός μου, μη μου φράζεις τον δρόμο να προχωρήσω εκεί που μου έχει ορίσει ο Θεός. Τι είδους συνεργασία, τι κοινό μπορούμε να έχουμε εμείς οι δύο, όταν εσύ έχεις ταχθεί ενάντια στο Θείο θέλημα, ενώ Εγώ ζώ για το Θείο θέλημα. Μία εξουσία υπάρχει στο Σύμπαν και έναν πρέπει να προσκυνάμε, τον Θεό. Την εξουσία που σου παραχωρήθηκε την σφετερίστηκες για δικό σου όφελος. Εάν προσκυνήσω έναν σφετεριστή της Θείας εξουσίας επαναστατώ και εγώ ενάντια στον Θεό.
Η δική σου βασιλεία είναι στην φύση της, στην ουσία της, εχθρός του Θεού. Πως μπορεί λοιπόν η δική Μου βασιλεία να έλθει σαν συνεχεια της δικής σου» ;
Και αν θέλαμε να δώσουμε ένα παράδειγμα στην δική μας την περίπτωση, θα μπορούσαμε, με κάποια αναλογία, να δίναμε αυτό:
Ιεραπόστολοι πηγαίνουν σε μία περιοχή της Αφρικής που την εξουσιάζει ο μάγος με την βοήθεια του Σατανά. Για να τους έχει στην συνέχεια του χεριού του, τους προτείνει συνεργασία να τους βοηθήσει και να τους συστήσει, φθάνει να αναγνωρίσουν την εξουσία του. Τούτο θα έσβυνε το έργο του Θεού. Γιατί το έργο του Θεού είναι αυτό, να ανατρέψει το βασίλειο του σκότους. Κάπως έτσι προσπάθησε να ενεργήσει και με τον Παύλο μέσω της δούλης των Φιλίππων.
Ο Κύριος μας αρνείται κάθε βοήθεια, κάθε υλική δύναμη που θα Τον βοηθούσε να ιδρύσει την βασιλεία Του. Περιορίζεται μόνον να κάνει χρήση των υπερφυσικών δυνάμεων με τις οποίες έχει προικισθεί, καθώς το Πνεύμα ήλθε και κατοίκησε μέσα Του.
Ακριβώς αυτό είναι το σημείο τώρα, στο οποίο θέτει ο Σατανάς τον Κύριο σε μία τελευταία δοκιμασία.
Ο πρώτος πειρασμός είχε σαν στόχο το προσωπό Του. Ο δεύτερος το έργο Του. Ο τρίτος στοχεύει στην χρήση της Θείας δύναμης που Αυτός προτίθεται να κάνει, προκειμένου να φέρει εις πέρας το Μεσσιανικό Του έργο.

«Τον έφερε τότε εις την Ιερουσαλήμ και τον έστησε εις την άκρη της στέγης του Ναού και του είπε, «Εάν είσαι Υιός του Θεού, ρίξε τον εαυτόν σου από εδώ κάτω, διότι είναι γεγραμμένον, «Θα διατάξη για σε τους αγγέλους να σε φυλάττουν», και, «Εις τα χέρια τους θα σε σηκώσουν δια να μην σκοντάψει το πόδι σου σε πέτρα». Ο Ιησούς του απεκρίθη, «Έχει λεχθεί, Δεν πρέπει να πειράζεις τον Κύριον τον Θεόν σου.» Εδ.9-12).

Εδώ έχουμε τον τρίτο πειρασμό του Κυρίου. Ο πρώτος αφορούσε την φυσική ζωή του Κυρίου, το προσωπό Του. Ο πονηρός τον οδηγούσε να αρνηθεί την ανθρώπινη φύση που έλαβε προκειμένου να μας σώσει. Στο δεύτερο Του πρόσφερε συνεργασία για να φέρει πιο «εύκολα» εις πέρας το έργο Του. Ο τρίτος πειρασμός, όπως θα δούμε στην συνέχεια, είναι ενός καθαρά θρησκευτικού χαρακτήρα, και αγγίζει τις πιό βαθειές, τις πιο ιερές σχέσεις του Ιησού με τον Πατέρα Του.
Γιά να καταλάβωμε την βαθύτερη ουσία αυτού του πειρασμού θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με έναν στόχο, να φθάσει κάποτε να γίνει » Υιός Θεού». Αν θυμόσαστε στην παραβολή του ασώτου, σαν ο μεγαλύτερος γυιός παραπονέθηκε για την «αδικία», όπως νόμιζε του Πατέρα του, τούτος ο τελευταίος του απάντησε: «Παιδί μου, συ είσαι πάντοτε μαζί μου και όλα τα δικά μου είναι δικά σου» (Λουκάς ΙΕ31). Έτσι ακριβώς η Θεία δύναμη, οι κινητήριες δυνάμεις του σύμπαντος είναι στην ελεύθερη διάθεση ενός «Υιού του Θεού».
Αλλά αναλογικά, όσο ο άνθρωπος υψώνεται σε αυτή την θέση του υιού, και προοδευτικά φθάνει στην Θεία κοινωνία, εκεί προκύπτει από αυτή την κατάσταση ένας συνεχώς αυξανόμενος κίνδυνος – το να γίνει κακή χρήση αυτού του μεγαλειώδους προνομίου. Υπάρχει κίνδυνος να γίνει ότι καμιά φορά ένας αναιδής κατώτερος μπαίνει σε πειρασμό να κάνει με τον ανωτερό του, να μετατρέψει την φιλία που αυτός ο τελευταίος του δείχνει σε ενοχλητική οικειότητα, σε υπερβολικό θάρρος μαζί του.
Ο άνθρωπος που θα κάνει αυτό το πράγμα, θα πέσει με μιας, απο το ιλιγγιώδες ύψος που τον έχει υψώσει η χάρις του Θεού στην πιο βαθειά άβυσσο, κάνοντας αυτή την κατάχρηση της εμπιστοσύνης του Θεού, και χρησιμοποιόντας τα δώρα Του για κακή χρήση.
Κάποιος σε μιά εταιρεία που είχε υψηλή θέση, και ο ιδιοκτήτης της τον τιμούσε ιδιαίτερα, πάντα τον είχε στο τραπέζι του, παρεξήγησε τούτη την συμπάθεια και άρχισε να χρησιμοποιεί τις δυνατότητες που του έδινε η θέση του για σκοπούς έξω της εταιρείας, για δικά του συμφέροντα. Σαν τούτο μαθεύτηκε, απολύθηκε αυτοστιγμεί. Από την πρώτη θέση που βρισκόταν έφθασε να είναι ένα τίποτα για την εταιρεία.
Η κατάχρηση της βοήθειας του Θεού είναι μιά πιο σοβαρή παράβαση απο του να μην περιμένεις με πίστη τούτη την βοήθεια – που ήταν η ουσία του πρώτου πειρασμού, ή από του να την θεωρείς ανεπαρκή – που ήταν η ουσία του δεύτερου πειρασμού.
Ο χώρος που έγινε αυτός ο πειρασμός ήταν το πιο ιερό μέρος. Ο Ναός στα Ιεροσόλυμα. Επάνω εκεί, στην άκρη της στέγης του Τον έστησε ο Διάβολος, εκεί επάνω σε αυτό το επιβλητικό ύψος, έχοντας κατά νουν να Τον ρίξει στην πνευματική άβυσσο.
«Ει υιός ει του Θεού», Του λέγει, «εάν είσαι ένα ον που μπορεί να ονομάζει τον Θεό Πατέρα του με την μοναδική έννοια που Τον ονομάζεις εσύ , μην φοβάσαι να κάνεις μία τολμηρή πράξη, ρίξε τον εαυτόν σου εδώ κάτω, δώσε στον Θεό μία ευκαιρεία να δείξει την ειδική φροντίδα που παίρνει για σένα». Και καθώς ο Σατανάς έχει παρατηρήσει ότι ο Ιησούς είχε δύο φορές απαντήσει σ” αυτόν με τον Λόγο του Θεού, προσπαθεί με την σειρά του να επωφεληθεί και ο ίδιος από αυτό το όπλο. Του αναφέρει τα εδάφια 11,12 απ” τον Ψαλμό 91.
«Μη φοβάσαι», Του λέγει, «δεν θα πάθεις τίποτα, διότι είναι γραμμένον, «Θα διατάξη για σε τους αγγέλους να σε φυλάττουν, και, εις τα χέρια θα σε σηκώσουν δια να μην σκοντάψη το πόδι σου σε πέτρα».
Ποιά είναι η αληθινή έννοια, που ακριβώς στοχεύει αυτός ο πειρασμός;
Στον Θεό, η δυναμή Του πάντα ενεργεί στην υπηρεσία της καλοσύνης, της αγάπης Του, ποτέ έξω από εκεί. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ του Θεού και του Σατανά, μεταξύ του Θείου θαύματος και των διαβολικών μαγειών.
Εκεί που στοχεύει εδώ ο Διάβολος είναι, να κάνει τον Ιησού να περάσει από την μια απ” αυτές τις σφαίρες στην άλλη, και αυτό στο όνομα του πλέον ιερού και τρυφερού στοιχείου στην σχέση μεταξύ των δύο όντων που αγαπούν ο ένας τον άλλον – την εμπιστοσύνην.
Εάν ο Ιησούς ενδώσει στον πειρασμό θα ζητά από τον Ύψιστο να Τον ελευθερώσει από έναν κίνδυνο στον οποίον δεν ρίχτηκε γιατί υπηρετεί το έργο της αγάπης, της καλοσύνης Του.
Με αυτή Του την πράξη θα έβαζε τον Θεό στο εξής δίλημμα: α) Να Του αρνηθεί την βοήθεια, γιατί αν το έκανε, αν Τον βοηθούσε, θα διέθετε την δύναμή Του σε ένα έργο που είναι έξω από τους σκοπούς Του, θα διέθετε την δύναμή Του σε ένα “εργο επίδειξης, και τίποτα άλλο. Αν Του αρνιόταν όμως την βοήθεια, δυσαρεστημένος γιατί Τον ωθούσε να κάνει ένα πράγμα αντίθετο με την φύση Του, τούτο σήμαινε χωρισμό μεταξύ Υιού και Πατέρα.
β) Να επιτρέψει την χρήση της παντοδυναμίας Του, έστω και για μια στιγμή, έξω από την σφαίρα της αγιότητος Του, για να Τον σώσει. Τότε ο Θεός θα ερχόταν ενάντια με την ίδια Του την φύση.
Κάνοντας το πρώτο ο Θεός θα ερχόταν σε αιώνια ρήξη με τον Υιόν Του. Κάνοντας το δεύτερο θα ερχόταν σε αντίθεση με τον Εαυτόν Του, την φύση Του, την αγιότητα Του.
Να πως θα πείραζε τον Θεό ο Ιησούς εάν ενέδιδε στην εισήγηση του Διαβόλου.
Έχει μερικές φορές νομισθεί ότι ο Σατανάς ηθέλησε να παρασύρει τον Ιησού να εγκαθιδρύση την βασιλεία Του με μία θαυμαστή επίδειξη η οποία, εκτελεσμένη στην θέα ενός πλήθους προσκυνητών μαζεμένων στον Ναό, θα έσυρε σε Αυτόν την υποταγή όλου του Ισραήλ. Αλλά η διήγηση δεν κάνει κανέναν υπαινιγμό για κάποιο αποτέλεσμα που επρόκειτο να προκύψει από αυτό το θαύμα. Εδώ απλώς ο Διάβολος Τον ωθεί να χρησιμοοποιήσει την Θεία δύναμη στην υπηρεσία της προσωπικής επιθυμίας, του καπρίτσιου, χωρίς να έχει κατά νου κάποιο διαβολικό σχέδιο.
Είναι σαν ένα πολύ αγαπητό σου πρόσωπο απο μία επιπολαιότητα του να κάνει μία πολύ κακή πράξη, και να σε φέρει στο δίλημμα, ή να το παραδώσεις και να τιμωρηθεί, οπότε θα το χάσεις, ή να πεις ψέμμα για να το γλυτώσεις, οπότε θα έλθεις σε αντίθεση με την καινούργια εν Χριστώ φύση σου, λέγοντας ψέμμα.
Ο Κύριος δανείζεται για τρίτη φορά την απάντηση Του από την Γραφή, και πάλιν αυτή την φορά από το Δευτερονόμιο (ΣΤ16). Αυτό το βιβλίο που καταγράφει την εμπειρία του Ισραήλ κατά τα 40 χρόνια της περιπλάνησης του στην έρημο, ίσως να ήταν το βασικό θέμα της περισυλλογής του Κυρίου κατά την διάρκεια της δικής Του περπλάνησης στην έρημο.
«Ουκ επειράσεις Κύριον τον Θεόν σου».
Εδώ τελείωσαν οι τρείς πειρασμοί του Κυρίου.
Να ξαναφέρουμε στο μυαλό μας τι θα συνέβαινε εάν ο Κύριος υπέκυπτε σε έναν από αυτούς.
Εάν υπέκυπτε στον πρώτο, ο άνθρωπος Ιησούς δεν θα ήταν πλέον άνθρωπος, και ποτέ δεν θα μπορούσε να μας αντικαταστήσει και να μας σώσει.
Εάν υπέκυπτε στο δεύτερο δεν θα ήταν πλέον ο Χριστός, ο χρισμένος του Θεού.
Εάν υπέκυπτε στον τρίτο δεν θα ήταν πλέον Υιός.
Αυτοί είναι οι τρείς βαθμοί του πειρσμού Του.

«Και αφού εξάντλησε κάθε πειρασμό ο διάβολος, έφυγε από αυτόν μέχρι καιρού.» (Εδ.13).

Σαν τελείωσε ο Διάβολος τούτο τον κύκλο των πειρασμών σταμάτησε την προσωπική αντιπαράθεση με τον Κύριο, περιμένοντας πάλι την κατάλληλη ευκαιρεία. Δεν σταμάτησε βέβαια τις επιθέσεις του στο έργο Του, αλλά σε προσωπική μάχη μαζί Του δεν ξαναήρθε, απο ότι μας αναφέρουν οι 4 ευαγγελιστές, μέχρι να του δινόταν η κατάλληλη ευκαιρεία σαν και τούτη εδώ στην έρημο. Και του δόθηκε μια τέτοια ευκαιρεία προς το τέλος της επίγειας ζωής του Κυρίου μας. Ήταν τοτε που ο Ίδιος είπε, «Έρχεται ο άρχοντας αυτού του κόσμου», (Ιω. ΙΔ30), ήταν στην Γεθσημανή, «Η ώρα και η εξουσία του σκότους», όπως πάλιν ο Ίδιος είπε (Λουκ. ΚΒ 53).
Αυτό είναι το «μέχρι καιρού» που μας αναφέρει εδώ ο Λουκάς.
Όπως στην έρημο σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να θαμπώσει και να δελεάσει αυτή την καρδιά, στο ξεκίνημα του έργου της, με την λάμψη της επιτυχίας, και την μέθη της απόλαυσης, έτσι και εδώ, βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, χρησιμοποίησε ένα άλλο μέσο, προσπαθόντας να Τον κάνει να λοξοδρομήσει. Χρησιμοποίησε τον φόβο για τα παθήματα, την αγωνία του πόνου, τον εφιάλτη της ποινής,
Τούτοι οι τρείς είναι ακριβώς οι μοχλοί με τους οποίους πετυχαίνει να σπρώξει την ανθρώπινη ψυχή έξω από το μονοπάτι της υπακοής: Η λάμψη της επιτυχίας, η μέθη της απόλαυσης και ο φόβος.
Ας σημειώσομε, πριν συνεχίσομε, κάτι που αναφέρει ο Ματθαίος, και παραλείπει ο Λουκάς, ίσως από άγνοια του γεγονότος: «Τότε ο Διάβολος τον άφησε και ήλθαν άγγελοι και τον υπηρετούσαν». (Ματθ. Δ11). Ήταν η απάντηση του Θεού στην εμπιστοσύνη που Του έδειξε.
Αυτή η νίκη απεφάσισε την τύχη του ανθρωπίνου γένους. Αν ο Ιησούς ηττάτο, δεν θα υπήρχε νέα δημιουργία, νέα ανθρωπότητα. Εκεί ετέθη το θεμέλειο της εγκαθίδρυσης της Βασιλείας του Θεού μεταξύ των ανθρώπων.
Είναι μία ερώτηση εδώ που μπορεί να δημιουργηθεί σαν μελετάμε το περιστατικό των πειρασμών: α) Θα μπορούσε ο Ιησούς πράγματι να πειρασθεί, εάν ήταν άγιος; Θα μπορούσε να αμαρτήσει, εάν ήτο ο Υιός του Θεού; Θα μπορούσε να αποτύχει στο έργο Του, εάν ο Θεός Τον είχε χρίσει γι” αυτό το έργο;
Να τα πάρουμε ένα ένα.
α) Ήταν άγιος, αλλά θα μπορούσε να πειραχθεί. Ποιό είναι το σημείο στο οποίο ο Διάβολος πειράζει έναν άγιο άνθρωπο; Είναι το σημείο στο οποίο μια νόμιμη σωματική ανάγκη ή επιθυμία, ή μία φυσιολογική επιθυμία της ψυχής, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί γιατί το Θείο θέλημα δεν της το επιτρέπει. Οπως π.χ. στην Γεθσημανή που ήρθε σε διαμάχη η φυσιολογική αποστροφή του ανθρώπου – Ιησού για τον πόνο και τα παθήματα, με το θέλημα του Θεού. Κάτι που μερικές φορές γίνεται και στην δική μας ζωή.
β) Ο Υιός του Θεού θα μπορούσε να αμαρτήσει γιατί είχε αποκηρύξει τον Θείο τρόπο ύπαρξης Του. Διαβάζομε στο Φιλιππ. Β6: «Ο οποίος αν και είχε θεϊκήν ύπαρξην,…εκκένωσε τον εαυτόν του λαβών μορφήν δούλου, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους…» Σαν άνθρωπος λοιπόν που ήταν, ναι, θα μπορούσε ν” αμαρτήσει.
γ) Παρόλο που ήταν ο χρισμένος Λυτρωτής, θα μπορούσε να ενδώσει σε κάθε στιγμή, αν το θέμα το εξετάσεις απο την άποψη της προσωπικής ελευθερίας.
Μένει ένα τελευταίο ερώτημα να απαντηθεί: Τι σκοπό υπηρετούσαν οι πειρασμοί;
Οι πειρασμοί είναι το συμπλήρωμα της βάπτισης. Είναι η προετοιμασία του Κυρίου για το έργο Του, από αρνητικής πλευράς, όπως το βάπτισμά Του ήταν απο θετικής. Με το βάπτισμά Του έλαβε κλήση, ώθηση, δύναμη. Με τους πειρασμούς Του έλαβε συνείδηση των κινδύνων που θα πρέπει να προσέχει, δεξιά Του και αριστερά Του, και των λαθών από τα οποία πρέπει να κρατηθεί μακρυά. Οι πειρασμοί ήταν η τελευταία πράξη της ηθικής Του εκπαίδευσης. Τον βοήθησαν να καταλάβει όλους τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε πιθανόν να καταστραφεί το Μεσσιανικό έργο. Εάν από το πρώτο βήμα στον δύσκολο δρόμο Του ο Ιησούς κρατήθηκε ακριβώς στο μονοπάτι που Του είχε ορίσει το Θείο θέλημα, χωρίς καμμία παρέκλιση, αλλαγή ή διστακτικότητα, τούτο σίγουρα οφείλεται στην εμπειρία του πειρασμού. Όλες οι εσφαλμένες επιλογές ήσαν ήδη απο τούδε γνωστές σ” Αυτόν, ήταν ο ίδιος ο εχθρός που Του πρόσφερε αυτή την υπηρεσία. Και ήταν γι” αυτή την αιτία που ο Θεός Τον παρέδωσε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην δύναμη του. Αυτό ακριβώς εκφράζει η διήγηση του Ματθαίου όταν λέγει: «Οδηγήθηκε υπό του Πνεύματος εις την έρημον, δια να πειρασθεί από τον Διάβολον». (Δ1)………………..
Όταν έφυγε από το σχολείο ο Ιησούς είχε κατανοήσει με σαφήνεια τρία πράγματα: α) Όσον αφορά το πρόσωπό Του, καμμία Του πράξη μέσα στο έργο Του δεν θα είχε την τάση να το υψώσει πάνω από την ανθρώπινή του κατάσταση την οποία είχε ντυθεί. Γιατί τότε το έργο του θα καταστρεφόταν. β) Όσον αφορά το έργο Του, ότι δεν επρόκειτο να εκτελεσθεί με όμοιο τρόπο που ενεργούν οι δυνάμεις αυτού του κόσμου. Ότι θα ερχόταν εις πέρας χωρίς την βοήθεια αυτών των δυνάμεων. γ) Όσον αφορά την χρήση της Θείας δύναμης που Του είχε χορηγηθεί, οτι τούτη ποτε δεν θα εχρησιμοποιείτο για την ικανοποίηση μιας προσωπικής Του επιθυμίας, ενός καπρίτσιου, και τούτο στο όνομα της ελευθερίας Του σαν Υιού, ούτε ακόμη κάτω από την πρόφαση μιας τυφλής εμπιστοσύνης στην βοήθεια του Θεού.
Και πραγματικά, καθώς παρακολουθούμε την μετέπειτα ζωή Του, και το έργο Του, ποτέ δεν ξέφυγε από αυτές τις γραμμές.
Οι υλικές Του ανάγκες προμηθεύτηκαν από τις δωρεές της αγάπης του Θεού, και όχι από θαύματα. Θυμηθείτε, ήταν η αγάπη αυτών που είχε ευεργετήσει, και ειδικά μερικών γυναικών «που Τον βοηθούσαν με τα υπαρχοντά τους»(Λουκ.Η3). Όλη Του η ζωή δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία διαρκής ταπείνωση – μια αδιάλειπτη συνέχιση, να το πούμε έτσι, της ενσάρκωσής Του.
Καθώς εργαζόταν να εγκαθιδρύσει την Βασλεία του Θεού, αρνήθηκε αδίστακτα την βοήθεια της ανθρώπινης δύναμης – όπως για παράδειγμα, όταν τα πλήθη θέλησαν να Τον κάνουν βασιλιά (Ιωανν. ΣΤ15). Η διακονία Του είχε τον χαρακτήρα μιας αποκλειστκά πνευματικής κατάκτησης.
Απέφυγε τέλος κάθε θαύμα που δεν είχε σαν άμεσο του στόχο την αποκάλυψη της ηθικής τελειότητας, δηλαδή, την αποκάλυψη της δόξας του Πατέρα. (Λουκάς ΙΑ 29). Ποτέ δεν έκανε θαύμα για να αποδείξει κάτι.

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΤΗΝ ΝΑΖΑΡΕΤ. Λουκάς Δ14-19.

Το σχολείο της ερήμου, οι πειρασμοί, έχει τελειώσει. Με την θέση Του πλέον ξεκαθαρισμένη, με τον Θεό βέβαιο σύμμαχό Του, και τον Σατανά δεδηλωμένο αντίπαλό Του, ο Ιησούς προχωρά στο πεδίο της μάχης.

«Και επέστρεψε ο Ιησούς εις την Γαλιλαίαν ωπλισμένος με την δύναμιν του Πνεύματος και η φήμη του διαδόθηκε εις όλα τα περίχωρα. Και εδίδασκε εις τας συναγωγάς των και από όλους εδοξάζετο». (Δ 14-15).

Ο Ιησούς επιστρέφοντας από στην Γαλιλαίαν ήταν διαφορετικός από όταν έφυγε. Τώρα επέστρεφε «εν τη δυνάμει του πνεύματος», έχοντας δηλαδή στην κατοχή του τις Θείες δυνάμεις που είχε λάβει κατά το βάπτισμά Του, και με τις οποίες επρόκειτο τώρα να διδάξει και να ενεργήσει. Και ξεκίνησε το έργο της διδασκαλίας που το συνόδευαν καταπληκτικά θαύματα. Ο τόπος που συνήθως μιλούσε ήταν οι Συναγωγές τους. Οι Συναγωγές ήταν μετά την επιστροφή τους από την αιχμαλωσία τα μέρη όπου συναζόντουσαν. Όπου υπήρχε ένα κάπως πολυάριθμο Ιουδαϊκό στοιχείο, ακόμα και στις εθνικές χώρες, εκεί υπήρχαν και Συναγωγές που χρησίμευαν σαν μέρη διδασκαλίας και λατρείας.
Εκεί μαζευόντουσαν το Σάββατο, την Δευτέρα, την Τρίτη, και τις μέρες που είχαν δικαστήρια και αγορές. Ο καθένας μπορούσε εκεί να μιλήσει, αρκεί να σήκωνε το χέρι του να το δηλώσει (Πρ. ΙΓ16). Επειδή όμως όλη η διδασκαλία τους ήταν θεμελιωμένη στις Γραφές, πριν να αρχίσουν να μιλάνε, διάβαζαν σχετικά εδάφια. Η τάξη ετηρείτο υπό του αρχισυναγώγου ή των προέδρων της συναγωγής.
Καθώς ο Κύριος δίδασκε και έκανε καταπληκτικά θαύματα, απλωνόταν συνεχώς η φήμη Του, και έφθασε μέχρι την πατρίδα Του την Ναζαρέτ, την οποία δεν άργησε να επισκεφθεί, ήδη η φήμη Του είχε προετοιμάσει το έδαφος γι” αυτή την επίσκεψη. Να διευκρινίσουμε ότι μετά το βάπτισμα δεν άρχισε το κήρυγμά Του από την Ναζαρέτ. Γνώριζε ότι εκεί θα συναντούσε τις μεγαλύτερες δυσκολίες, γι” αυτό άφησε πρώτα την φήμη Του ν” απλώσει, για να εξουδετερώσει την προκατάληψη που σίγουρα θα συναντούσε εκεί, λόγω της επί μακρόν σύνδεσης μαζί τους. Σαν ωρίμασε ο χρόνος τους επισκέφθηκε.

«Και ήλθε εις την Ναζαρέτ, όπου είχε ανατραφεί και κατά την συνήθειάν του εμπήκε εις την συναγωγήν κατά την ημέραν του Σαββάτου και εσηκώθηκε για να διαβάσει. Και του έδωκαν το βιβλίο του Ησαία του προφήτου και αφού το ξετύλιξε ευρήκε το μέρος, όπου ήτο γραμμένον, «Πνεύμα Κυρίου είναι επάνω μου, διότι με έχρισε. Με έστειλε να φέρω εις τους φτωχούς χαρμόσυνον άγγελμα, να θεραπεύσω αυτούς που έχουν συντετριμμένην καρδίαν, να κηρύξω εις αιχμαλώτους απελευθέρωσιν και εις τους τυφλούς ανάβλεψιν, να ελευθερώσω εκείνους που πιέζονται, να κηρύξω το έτος της εύνοιας του Κυρίου». (Δ 16-19).

Κέντρο της δραστηριότητας Του είχε κάνει τώρα την Καπερναούμ. Από εκεί επεσκέφθει την Ναζαρέτ. Από μικρός στην Ναζαρέτ συνήθιζε να πηγαίνει στην συναγωγή. Εκεί βοηθήθηκε σημαντικά στην θρησκευτική και διανοητική Του ανάπτυξη. Συνήθιζαν τότε τα παιδιά να παρακολουθούν στην Συναγωγή απ” την ηλικία των 5 ή 6 ετών. Σαν έφθαναν τα 13 χρόνια η παρακολούθηση ήταν υποχρεωτική. Εκεί ο Ιησούς είχε μάθει τόσο καλά την Παλαιά Διαθήκη, την διδάσκανε αρκετές φορές την εβδομάδα. Ίσως και να κατείχε κάποιο αντίγραφο του Ιερού Βιβλίου. Έτσι εξηγείται το ότι εγνώριζε να διαβάζει, όπως βλέπομε να κάνει εδώ.
Να σημειώσωμε ότι τότε έγραφαν σε παπύρους ή σε δέρματα, και τα τύλιγαν σε ρολό. Γι αυτό, πριν ν” αρχίσει το διάβασμα, χρειάστηκε να «ξετυλίξει το βιβλίο», όπως διαβάσαμε.
Το μέρος όπου κατά Θείαν οδηγία σταμάτησε και διάβασε είναι το Ησαίας ΞΑ (61) 1,2: «Πνεύμα Κυρίου είναι επάνω μου, διότι με έχρισε. Με έστειλε να φέρω εις τους φτωχούς χαρρμόσυνον άγγελμα, να θεραπεύσω εκείνους που έχουν συντετριμμένην καρδίαν, να κηρύξω εις αιχμαλώτους απελευθέρωσιν και εις τους τυφλούς ανάβλεψιν, να ελευθερώσω εκείνους που πιέζονται, να κηρύξω το έτος της εύνοιας Του Κυρίου.»
Όλο το κεφάλαιο 61 του Ησαία είναι μία προφητεία που εφαρμόζεται στην επιστροφή του λαού του Θεού στην πατρίδα τους, μετά την αιχμαλωσία. Αν όμως την εξετάσεις λίγο πιο βαθειά, φαίνεται καθαρά ότι αναφέρεται στην εποχή του ερχομού του Μεσσία στον κόσμο, και με αυτή την έννοια την χρησιμοποιεί εδώ ο Κύριος. Η απελευθέρωση, η επιστροφή από την αιχμαλωσία, είναι ο τύπος, η προεικόνιση της Μεσσιανικής εποχής.
Να σταθούμε λίγο στην φράση «Κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν», που μας βοηθά να καταλάβομε καθαρά την αληθινή σκέψη της προφητείας.
Όπως διαβάζομε στο Λευιτικό 25, είχε ορισθεί στην ζωή του λαού Ισραήλ ένα έτος χάρης, που πολύ φυσιολογικά μπορούμε να το θεωρήσουμε σαν τύπο, προεικόνιση της εποχής της χάρης που θα έφερνε ο Θεός στον κόσμο. Αυτό ήταν το Ιωβηλαίο που ερχόταν κάθε 50 χρόνια.
Με τούτο τον θαυμαστό νόμο ο Θεός είχε προνοήσει για μία κοινωνική επανόρθωση στον Ισραήλ κάθε 50 χρόνια. Ο Ισραηλίτης που είχε αυτοπουληθεί σαν δούλος ξανακέρδιζε την ελευθερία του. Οικογένειες που είχαν αποξενωθεί από την πατρική τους περιουσία επαναποκτούσαν την κατοχή της. Μιά πλατειά αμνηστεία εχορηγείτο σε πρόσωπα φυλακισμένα για χρέη – τόσες πολλές προεικονίσεις του έργου Αυτού που επρόκειτο να επαναφέρει την πνευματικη ελευθερία στο ανθρώπινο γένος, να το ελευθερώσει από την ενοχή Του, και να το αποκαταστήσει στην Θεία του κληρονομιά.
Πραγματικά, δεν θα υπήρχε πιο κατάλληλο κείμενο για την παρούσα θέση – τα εγκαίνια του Μεσσιανικού έργου του Κυρίου.
Με τις λέξεις: «Πνεύμα Κυρίου είναι επάνω μου, διότι με έχρισε», ο Κύριος προφανώς αναφέρεται στο πρόσφατο βάπτισμά Του.
Η λέξη «Ιωβηλαίο» σημαίνει «ηχώ με σάλπιγγα». Την πρώτη μέρα του Ιωβηλαίου οι ιερείς εγύριζαν όλη την γη, ηχόντας με τρομπέτες, με σάλπιγγες, και αναγγέλοντας τις ευλογίες που έφερνε το έτος που άρχιζε. Αυτό ακριβώς έκανε τώρα ο Κύριος ξεκινόντας την εποχή της χάρης για τους ανθρώπους, έφερνε «το χαρμόσυνο άγγελμα», για την απελευθέρωση των ανθρώπων, που κλεισμένοι στα σκοτεινά τους κελιά, τυφλοί, πρόκειται να ελευθερωθούν και να αποκτήσουν το φως τους. Είναι η εποχή που δίνεται άφεση στις αμαρτίες τους, η εποχή που η χάρη, η εύνοια του Θεού απλώνεται πάνω στον κόσμο……………………..
Επωφελούνται όλοι απο αυτή την χάρη, την εύνοια;
Δυστυχώς όχι. Μόνο οι «πτωχοί», αυτοί που δεν έχουν στηρίγματα εδώ στην ζωή θα καταλάβουν το χαρμόσυνο άγγελμα, το Ευαγγέλιο. Μόνο αυτοί που έχουν συντετριμμένη καρδιά θα θεραπευτούν. Μόνο όσοι νοιώθουν ότι είναι αιχμάλωτοι και ποθούν την ελευθερία τους θα την αποκτήσουν. Μόνον όσοι αναγνωρίζουν ότι είναι τυφλοί θα βρούν το φως τους. Και μόνο εκείνοι που πιέζονται από το βάρος της αμαρτίας και ζητούν ανάπαυση, μόνον εκείνοι θα ανακουφισθούν, θα ελαφρωθούν.
«Άρχισε δε να τους λέγει, «Σήμερα έχει εκπληρωθεί είς τα αυτιά σας η γραφή αυτή». Δηλαδή, «Αυτό το κήρυγμα που τώρα ακούτε από Μένα είναι από μόνο του η πραγματοποίηση της προφητείας». Από αυτό που τους λέει εδώ μπορούμε να καταλάβομε το περιεχόμενο της ομιλίας Του.
Η εντύπωση που παρήχθει στο ακρωατήριο ήταν γενικά ευνοική: «Και πάντες εμαρτύρουν αυτώ και εθαύμαζον επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού». (Δ22). Δηλαδή, εβεβαίωναν και οι ίδιοι, μετά από αυτά που άκουγαν, ότι η φήμη Του που είχε φθάσει και σ” αυτούς δεν ήταν υπερτονισμένη. Δοκίμαζαν δε έκπληξη για αυτά που άκουγαν και για τον τρόπο που τους μιλούσε.
Τώρα δύο δρόμοι ανοιγόντουσαν εμπρός τους: Ο πρώτος ήταν να δεχθουν ότι όντως τούτο το πρόσωπο ήταν Αυτός που προανήγγειλε ο Ησαίας, όπως και ο “Ιδιος το ισχυριζόταν και το αποδείκνυε «με την χάρην των λόγων που έβγαιναν από το στόμα του», και με τα όσα θαύματα είχαν μάθει ότι έκανε. Αν το δεχόταν αυτό, θα έπρεπε να παραδώσουν του εαυτούς των στο θείο ένστικτο, στο θείο κάλεσμα που τους έσυρε κοντά Του.
Ο δεύτερος ήταν να το δουν το όλο θέμα διανοητικά, να ξεπεράσουν το συναίσθημα της καρδιάς, και να κάμουν την πίστη, που μόλις άρχισε να ανατέλλει μέσα τους, να εξατμισθεί σε κριτική.
Τελικά πήραν τον δεύτερο δρόμο: «Ωραία ότι λέγει και κάνει, αλλά αυτός δεν είναι ο γυιός του Ιωσήφ. Πως μπορεί τούτος που τον γνωρίζουμε απο μικρό παιδί, να λέγει τέτοια πράγματα, τόσο σπουδαία;»
Αν θυμόσαστε, στο εδάφιο 15 ο Λουκάς μας είχε πει, ότι σε όποια συναγωγή και αν δίδασκε, εδοξάζετο από όλους. Τι αντίθεση όμως εδώ στην πατρίδα του !
Ο Κύριος με μια ματιά αντιλαμβάνεται την θέση στην οποία έχουν φθάσει. Όταν η εντύπωση που τους έχει δημιουργήσει τελειώνει με μία ερώτηση περιέργειας, όλα είναι χαμένα, είναι το πρώτο σημάδι απιστίας, την έκπληξη θα την διαδεχθεί ο χλευασμός, και τους το λέγει:
«Ασφαλώς θα μου πείτε αυτή την παροιμία, Ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτόν σου. Όσα ακούσαμε ότι έγιναν εις την Καπερναούμ, κάνε τα εδώ εις την πατρίδα σου». Ήταν κάτι που η απιστία τους σίγουρα θα Του το ζητούσε, να δείξει σημεία, να κάνει θαύματα, όπως έκανε και στα άλλα μέρη, γιά να πεισθούν ότι είναι απεσταλμένος από τον Θεό, με την βεβαιότητα ότι δεν θα μπορούσε να κάνει, και έτσι να βρούν δικαιολογία να Τον απορρίψουν. Απ” ότι φαίνεται από τον Ματθαίο ΙΓ58 και Μάρκο ΣΤ5, στην Ναζαρέτ δεν έκανε θαύματα, γιατί δεν μπορούσε λόγω της απιστίας των.
Και ο Κύριος ποτέ δεν έκανε θαύματα για επίδειξη – ήταν ότι Του εισηγείτο να κάνει ο Διάβολος με τον τρίτο του πειρασμό στην έρημο.

«Αλήθεια σας λέγω ότι κανένας προφήτης δεν είναι δεκτός εις την πατρίδαν του. Να είσθε βέβαιοι ότι υπήρχαν πολλές χήρες την εποχήν του Ηλία μεταξύ του Ισραήλ, όταν έκλεισε ο ουρανός επί τρία χρόνια και έξι μήνες, και έγινε μεγάλη πείνα εις όλην την χώραν, αλλ” ο Ηλίας δεν εστάλει σε καμμίαν από αυτές, αλλά σε μία χήρα εις την Σαρεπτά της Σιδωνίας. Ήσαν και πολλοί λεπροί μεταξύ των Ισραηλιτών την εποχή του Ελισσαίου του προφήτου αλλά κανείς από αυτούς δεν εκαθαρίσθηκε παρά ο Νεεμάν ο Σύρος. (Δ24-27).

Η πατρίδα τους δεν τους δέχθηκε, δεν τους πίστευσε. Οι ξένοι που τους δέχθηκαν και τους πίστεψαν, η Εθνική χήρα των Σαρεπτών στην περίπτωση του Ηλία, και ο Νεεμάν απ” την Συρία στην περίπτωση του Ελισσαιέ, αυτοί μόνο γεύθηκαν την δύναμη του Θεού που ενεργούσε μέσα από αυτούς.
Είναι σαν να τους λέγει ο Κύριος: «Εσείς με την απιστία σας με εμποδίζετε να γίνω γιατρός σας. Υπάρχουν όμως και άλλοι που δεν θα με εμπδίσουν να τους θεραπεύσω». Και λίγο πιο πλατειά αν το πάρεις, η Ναζαρέτ τώρα εμπρός στα μάτια Του γίνεται ο τύπος του απίστου Ισραήλ. «Και αν με απορρίψει ο λαός μου ο Ισραήλ, υπάρχουν τα έθνη προς τους οποίους θα στραφώ και θα με δεχτούν. Αυτοί και θα γευθούν την σωτηρία μου». Πράγμα που και έγινε. Τούτη την ώρα που μιλάμε, ζούμε την εκπλήρωση τούτων των προφητικών λόγων του Κυρίου. Τα έθνη γεύονται την χάρη του Θεού, ενώ ο Ισραήλ την έχει αποστερηθεί.
Σαν άκουσαν αυτά τα λόγια, διαβάζομε το Δ28-30:

«Και όλοι εις την συναγωγήν ωργίσθησαν όταν άκουσαν αυτά και εσηκώθησαν και τον έδιωξαν έξω από την πόλην και τον έφεραν έως την κορυφή του βουνού, επάνω εις το οποίον ήτο κτισμένη η πόλις των, με σκοπόν να τον ρίξουν εις τον κρημνόν. Αυτός όμως επέρασε δια μέσου αυτών και έφυγε». (Δ28-30).

Κατάλαβαν τι εννοούσε με τα δύο παραδείγματα που τους ανέφερε. Ερεθίσθηκαν. Αφού εσύ απορρίπτεις εμάς, και εμείς απορρίπτουμε εσένα, ήταν κατ” ουσίαν η απάντησή τους, και κινήθηκαν βίαια εναντίον Του, φέροντας Τον ψηλά στην άκρη του γκρεμού, όπου ήταν κτισμένη η πόλη τους, να Τον ρίξουν από εκεί κάτω.
Η απελευθέρωση του Κυρίου μας δεν ήταν από ότι φαίνεται ούτε θαύμα ούτε δραπέτευση. Απλά πέρασε ανάμεσα στην ομάδα αυτών των εξαγριωμένων ανθρώπων με μιά μεγαλειότητα που τους τρόμαξε, και έφυγε από εκεί.
Έτσι άδοξα τελείωσε η επισκεψή Του στην ιδιαίτερη πατρίδα Του την Ναζαρέτ.

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΥ. Λουκάς Δ31-37.
Από την Ναζαρέτ ο Κύριος κατέβηκε στην Καπερναούμ, η οποία είναι πόλη της Γαλιλαίας – κοντά στην ακτή της θάλασσας, της Γαλιλαίας. Ήταν η πιο σπουδαία πόλη της βορεινής παραλίμνιας περιοχής. Ήταν η Ιουδαϊκή πρωτεύουσα της Γαλιλαίας, όπως η Τιβεριάς ήτο εκείνη των Εθνικών.
«Και τους εδίδασκε κατά τα Σάββατα, και εξεπλήττοντο δια την διδασκαλίαν Του, διότι ο λόγος Του ήταν με εξουσία». Όταν λέγει ο Λουκάς ότι ο λόγος Του «είχε εξουσία», δεν εννοεί την δύναμη που είχαν τα λόγια Του να θεραπεύουν τους δαιμονισμένους ( σε μία τέτοια περίπτωση θα χρησιμοποιούσε την λέξη » δύναμη»), αλλά τον εξουσιαστικό, τον προστακτικό χαρακτήρα που διέκρινε την διδασκαλία Του.
Ο Ιησούς δεν αναλύει κείμενα σαν τους Ραββίνους. Εκθέτει αλήθειες που από μόνες τους φέρουν την απόδειξή τους. Ομιλούσε σαν νομοθέτης, όχι σαν δικηγόρος. Το ακόλουθο περιστατικό αποδεικνύει τι Του έδινε αυτό το δικαίωμα.

«Εις την συναγωγήν υπήρχε κάποιος που είχε πνεύμα δαιμονίου ακαθάρτου και εφώναζεν με δυνατή φωνή, «Αι, τι επεμβαίνεις σ” εμάς, Ιησού Ναζαρηνέ; Ήλθες να μας καταστρέψεις; Ξέρω ποιός είσαι, ο Άγιος του Θεού». Και επέπληξε αυτό ο Ιησούς και του είπε, «Βουβάσου και έβγα από αυτόν». Τότε το δαιμόνιο αφού τον έριξε εις το μέσον, εβγήκε από αυτόν χωρίς να τον βλάψει καθόλου. Και όλοι εθαμβώθηκαν και έλεγαν μεταξύ τους, «Τι λόγος είναι αυτός! Διατάσσει με εξουσίαν και δύναμιν τα ακάθαρτα πνεύματα και βγαίνουν;» Και η φήμη του διεδίδετο εις όλη την περιοχήν». (Δ33-37).

Τι να συνέβαινε άραγε με αυτούς τους δαιμονισμένους που τόσους πολλούς συναντάμε στην περίοδο που ο Κύριος ήταν εδώ στην γη;
Τρείς υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε: α) Ή ότι όλοι αυτοί ήσαν απλά φρενοβλαβείς, που η Ιουδαϊκή και Ειδωλολατρική δεισιδαιμονία απέδιδε την φρενοβλαβειά τους σε κάποια υπερφυσική επιρροή. β) Ή ότι ο Θεός πράγματι επέτρεψε, κατ” αυτήν την εξαιρετική εποχή της ιστορίας μια εξαιρετική επίδειξη διαβολικής δύναμης. γ) Ή ότι μερικές τέτοιες νοσηρές καταστάσεις, που σήμερα η ιατρική επιστήμη τις αποδίδει σε καθαρά φυσικές ή ψυχικές αιτίες, οφείλονται στην πραγματικότητα σε ενέργειες του αοράτου υπερβατικού κόσμου.
Αρκετοί από τους δαιμονισμένους, που θεράπευσε ο Κύριος, σίγουρα παρουσιάζουν συμπτώματα πολύ όμοια με αυτά που παρατηρούνται σήμερα σε παρόμοιες περιπτώσεις, για παράδειγμα το επιληπτικό παιδί (ΛουκάςΘ37). Οι ευαγγελιστές δε συνεχώς κατατάσσουν τους δαιμονισμένους στην κατηγορία των αρρώστων (εδ. 40,41), ποτέ σε εκείνη των διεφθαρμένων ανθρώπων. Οι δαιμονοκατειλημμένοι δεν έχουν τίποτα κοινό με τους «υιούς του Διαβόλου», που τους αναφέρει ο Κύριος στο Ιωάννης Η.
Παρ” όλα αυτά, τούτα τα προσβεβλημένα πρόσωπα σχηματίζουν από μόνα τους μία ξεχωριστή τάξη αρρώστων. Τι είναι εκείνο που κυρίως τους ξεχωρίζει από τους άλλους ανθρώπους; Εκείνοι που απλώς είναι άρρωστοι απολαμβάνουν την δική τους προσωπική συνείδηση, και κατέχουν την δική τους θέληση, ενώ στους κατειλημμένους τούτες οι ικανότητες είναι κατασχεμένες από μία ξένη δύναμη, με την οποία ο άρρωστος ταυτίζει τον εαυτό του. ( εδ. 34 Η 30).
Και πως μπορεί τούτο να εξηγηθεί; Σύμφωνα με την λαϊκή αντίληψη, αυτός ο ξένος επισκέπτης ήταν ένας δαίμονας, ένας άγγελος που είχε πέσει. Αυτή την γνώμη πρέπει να συμμεριζόταν και ο Κύριος, που συζητούσε με τους δαίμονες πριν τους εκβάλλει από τον κατειλημμένο.
Ποτέ όμως στις κατ” ιδίαν συζητήσεις με τους μαθητές Του δεν απεκάλυψε τις πραγματικές Του σκέψεις, και δεν ζήτησε να τους φωτίσει πάνω σε αυτό το γεγονός. Απλά έδωσε δύναμη στους Αποστόλους και στους μαθητάς Του να εκβάλλουν δαιμόνια( Θ 1), και να ποδοπατούν κάθε δύναμη του εχθρού(Ι 19). Στον Μάρκο (Θ 29), διαχωρίζει μία ορισμένη τάξη δαιμόνων που μπορούν να εκβληθούν μόνο με προσευχή. Στον Λουκά ΙΑ 21 εξηγεί την ευκολία με την οποία εκβάλλει τα δαιμόνια. Τούτο οφείλεται στην προσωπική νίκη που έχει πετύχει ο Ίδιος πάνω στον Σατανά, στην αρχή, τότε στην έρημο.
Άρα ο Κύριος παραδέχεται την συμμετοχή τούτου του όντος σ” αυτές τις μυστηριώδεις καταστάσεις.
Γιατί όμως τόσοι πολλοί δαιμονοκατειλημμένοι εκείνη την εποχή; Ίσως, όπως ο Θεός έστειλε τον Ιησού σε μία περίοδο της ιστορίας μας που το ηθικό και το κοινωνικό κακό είχε φθάσει στο μεσουρανημά του, να επέτρεψε επίσης ταυτόχρονα και μία ασυνήθιστη αποκάλυψη διαβολικής δύναμης. Έτσι θα μπορούσε ο Ιησούς να διακηρυχθεί εξωτερικά και ορατά σαν ο νικητής του εχθρού των ανθρώπων, σαν Αυτός που ήλθε να καταστρέψει «τα έργα του Διαβόλου», στην ηθική έννοια της λέξης (Α” Ιω Γ8). Όλα τα θαύματα θεραπείας που έκανε, έχουν ένα παρόμοιο σκοπό, είναι σημάδια δια των οποίων ο Ιησούς αποκαλύπτεται σαν ο πρωτεργάτης της πνευματικής απελευθέρωσης που αντιστοιχεί σε αυτή της φυσικής θεραπείας.
Αν κάποιος θελήσει να συγκρίνει την εποχή μας από απόψεως συμπτωμάτων δαιμονοκαταληψίας με εκείνη όταν ο Κύριος ήταν εδώ στη γη, τι θα μπορούσε να πει; Κατ” αρχάς είπαμε ότι υπήρξε κάποιος ειδικός λόγος, που ο Θεός είχε επιτρέψει τότε μία ασυνήθιστη αποκάλυψη δαιμονικής δύναμης (κάτι που, όπως μας αναφέρουν οι προφητείες, θα συμβεί και στις ημέρες του τέλους). Πέραν αυτού όμως, το ευαγγέλιο έχει ασκήσει ευεργετική δύναμη πάνω στους ανθρώπους όλους αυτούς τους αιώνες. Έχει επανορθώσει τον άνθρωπο στον εαυτόν του, φέροντας την συνειδησή του κάτω από την δύναμη του αγίου και αληθινού Θεού. Δεν υπάρχει σύγκριση με εκείνη την εποχή. Το Ευαγγέλιο, πέραν της προσωπικής σωτηρίας πολλών ανθρώπων, έχει επιφέρει και μία πλήρη αλλαγή στον πνευματικό κόσμο.
Όχι ότι δεν υπάρχουν και σήμερα δαιμονικές καταλήψεις. Αλλά και από την άλλη μεριά όχι ότι όλες οι διανοητικές διαταραχές οφείλονται σε δαιμονική κατοχή. Τα αίτια πολλές φορές είναι οργανικά ή ψυχικά.
Η κατοχή είναι μία καρικατούρα, μία απομίμηση της ενοίκησης του Αγίου Πνεύματος στον πιστό. Ποιά είναι η διαφορά τους; Το Άγιο Πνεύμα μέσα στον πιστό τον βοηθά να ανακαλύψει τον αληθινό του εαυτό, να τον καθαρίσει, να τον ενισχύσει, για να κινηθεί προς τα εμπρός. Ποτέ το Άγιο Πνεύμα δεν δουλώνει τον άνθρωπο, αντίθετα τον βοηθά να αναπτυχθεί, να προχωρήσει συνεργαζόμενο μαζί του. Έτσι εξηγείται και η φράση, «Μη λυπείτε το Πνεύμα το Άγιον του Θεού, με το οποίον εσφραγίσθητε δια την ημέραν της απολυτρώσεως». (Εφ.Δ30). Εδώ ο άνθρωπος παίρνει τις αποφάσεις, όχι το Πνεύμα.
Αντίθετα, το δαιμονικό πνεύμα εκμεταλευόμενο την αρρωστημένη κατάσταση του ανθρώπου και ειδικά την παθητικότητά του (κάτι που διδάσκεται συστηματικά στις Ανατολικές θρησκείες), προχωρεί σε πλήρη κατάσχεση της προσωπικότητας του. Με απλά λόγια, το Άγιο πνεύμα είναι συνεργάτης και βοηθός. Το δαιμονικό Πνεύμα είναι αφέντης και τύρρανος, οδηγόντας τον άνθρωπο να ενεργεί αντίθετα προς την φύση του και το αληθινό του συμφέρον.
Και μία ερώτηση εδώ: Πως μπορούσε ένας δαιμονισμένος που εθεωρείτο ακάθαρτος, (εδ.33), να βρίσκεται στην Συναγωγή; Ίσως να μην είχε εκδηλωθεί μέχρι τότε το πρόβλημά του, ή να μην είχε γίνει αντιληπτός. Ίσως και το ακάθαρτο πνεύμα να μην τον οδηγούσε σε βίαιες ενέργειες.
Αλλά εκεί στην συναγωγή τούτη την ώρα έρχονται αντιμέτωπες δύο δυνάμεις – το διαβολικό πνεύμα με το πρόσωπο και τον λόγο του Χριστού, και η κρίση ξεσπά, και τα κρυφά έρχονται στο φως.
Μία άγια δύναμη αρχίζει να ενεργεί στην σφαίρα που το ταλαίπωρο αυτό πρόσωπο ζει. Η ακάθαρτη δύναμη που έχει εξουσία επάνω του νοιώθει την κυριαρχία της ν” απειλείται. Η αντίδρασή της: «Έα, τι ημίν και σοι, Ιησού Ναζαρηνέ; ήλθες απολέσαι ημάς; οίδα σε τις ει, ο άγιος του Θεού». Είναι η ακαθαρσία αντιμέτωπη με την αγιότητα.
«Εα», είναι η προστακτική του «εάω». Σημαίνει «αφησέ με». Μία κραυγή σαν και εκείνη του εγκληματία, που ξαφνικά συλλαμβάνεται από την αστυνομία, και φωνάζει: «Αφήστε με».
Γιατί το πνεύμα μιλά σε πληθυντικό; Δεν μιλά για το πρόσωπο του και για τον άνθρωπο που κατέχει, αυτοί οι δύο ταυτίζονται στην συνείδηση του ανθρώπου. Ο δαίμονας ομιλεί στο όνομα όλων των άλλων πνευμάτων του είδους του, που έχουν πετύχει κατοχή σε ανθρώπινες υπάρξεις.
Ποιά να είναι άραγε η καταστροφή, ο όλεθρος που φοβούνται; Όπως μας αναφέρει ο Λουκάς στο Η31, είναι η άβυσσος, όπου τέτοια πνεύματα περιμένουν την κρίση.
Τι να είναι αυτή η άβυσσος; Ίσως να είναι κάποιος τόπος. Στην αποκάλυψη Θ2 μας μιλάει για το «πηγάδι της αβύσσου» που ανοίχτηκε. Ίσως όμως να δηλώνει και μία εσωτερική κατάσταση των λογικών όντων, των προσώπων. Μπορεί να είναι το κενό ενός δημιουργήματος που δεν κατέχει κανένα σημείο στήριξης, έξω από τον εαυτό του. Συχνά ακούμε τους ανθρώπους να μιλάνε για κάποιο κενό που νοιώθουν μέσα τους – δεν έχουν που να πιασθούν. Οι πιστοί άγγελοι έχουν π.χ. σημείο στήριξης τον Θεό. Οι αμαρτωλοί άνθρωποι, προικισμένοι καθώς είναι και με ένα σώμα, πιάνονται από τον κόσμο των αισθήσεων που τους περιβάλλει, πιάνονται από σπίτια, από χωράφια, από λεφτά και στέκονται. Οι δαίμονες, όντες πνεύματα, ούτε στον Θεό μπορούν να στηριχθούν, αλλά ούτε στον υλικό κόσμο. Για να διορθώσουν τούτην τους την εσωτερική τους ένδεια, προσπαθούν να ενωθούν με μία ανθρώπινη ύπαρξη, έτσι ώστε μέσω αυτής να έλθουν σε επαφή με τις υλικές πραγματικότητες. Σαν χάσουν αυτή την θέση, ξαναπέφτουν πάλι στην άβυσσο της άδειας τους αυοτεξάρτησης. Τούτο είναι φρικτό αν καθήσει κάποιος και το μελετήσει σε βάθος. Φαντασθείτε τον εαυτό σας αποκομμένο από τον Θεό και χωρίς σώμα- δηλαδή χωρίς τα όργανα επικοινωνίας με τούτο τον υλικό κόσμο ( χωρίς μορφή να τον βλέπουν, χωρίς γλώσσα να μιλά, να εκφράζεται, και να συνεννοείται, χωρίς αυτί να ακούει, χωρίς μάτια να βλέπει) να περιφέρεται σε τούτο τον κόσμο. Σε τι ερημιά θα βρίσκεται, αυτός και ο εαυτός του μόνον…
«Ξέρω ποιός είσαι, ο Άγιος του Θεού». «Ο Αγιος του Θεού». Σ” αυτό Του τον χαρακτήρα γνωρίζουν οι δαίμονες τον θανατηφόρο τους εχθρό. Ο Κύριος όμως βάζει τέρμα σε αυτή την σκηνή με δύο λέξεις: «Φιμώθητι και έξελθε εξ αυτού». Τότε το δαιμόνιον αφού τον έριξε εις το μέσον, εβγήκε απο αυτόν χωρίς να τον βλάψει καθόλου». Βλέπομε το δαιμόνιο να μην αφήνει το θύμα του χωρίς να το υποβάλλει σε έναν τελευταίο βασανισμό.
Μπορούμε να φαντασθούμε τα αισθήματα της συγκέντρωσης, όταν είδαν μιά σκηνή σαν αυτή, στην οποία οι δύο δυνάμεις που διεκδικούν την κυριαρχία πάνω στο ανθρώπινο γένος είχαν μόλις έλθει σε σύγκρουση μ” έναν αισθητό τρόπο. Τα εδάφια 36 και 37 περιγράφουν τούτο το αίσθημα: «Και όλοι εθαμβώθηκαν και έλεγαν μεταξύ τους, » Τι λόγος είναι αυτός! Διατάσσει με εξουσίαν και δύναμιν τα ακάθαρτα πνεύματα και βγαίνουν;» Και η φήμη Του διεδίδετο εις όλην την περιοχήν».
Αξίζει μία σύγκριση του τρόπου που ο Κύριος έβγαζε τα δαιμόνια με τούτον των εξορκιστών. Οι εξορκιστές δίνουν παραστάσεις, κοβονται, κάνουν, ενώ ο Ιησούς απλά έδινε εντολές σαν Κύριος.

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ. Λουκάς Δ38-44.

«Όταν έφυγε από την συναγωγήν, ήλθε εις την οικίαν του Σίμωνος. Η πεθερά του Σίμωνος κατείχετο από μεγάλον πυρετόν και τον παρακάλεσαν γι” αυτήν. Και αφού εστάθηκε επάνω της, επέπληξε τον πυρετόν και την άφησε». (4 38-39α)

Και η πρώτη χρήση που αυτή κάνει της δύναμης της που επανορθώθηκε, ήταν να τους υπηρετήσει :

«Αμέσως αυτή σηκώθηκε και τους υπηρετούσε» (Εδ.39β).
«Κατά την δύσιν του ηλίου, όλοι όσοι είχαν ασθενείς από διάφορες αρρώστειες, τους έφεραν εις αυτόν. Και αυτός έβαζε τα χέρια του εις τον καθένα και τους εθεράπευε. Έβγαιναν δε και δαιμόνια από πολλούς, τα οποία εφώναζαν, «Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού». Και τα επέπληττε και δεν τα άφηνε να μιλούν, διότι ήξεραν ότι αυτός είναι ο Χριστός». (Εδ. 40-41)

Η ημέρα καθώς φαίνεται από τα εδάφια 31,38 θα πρέπει να ήταν Σάββατο. Kαι το Σάββατο απαγορευόταν να μεταφέρουν ασθενείς – τούτο εθεωρείτο εργασία. Περίμεναν λοιπόν την δύση του ηλίου, και τότε άρχισαν να φέρουν τους αρρώστους τους κατά πλήθη. Όλη ή πόλη ήλθε και μαζεύτηκε στην πόρτα. Τι όμορφη σκηνή, τι όμορφη συνάντηση! Ο ανθρώπινος πόνος συναντιόταν με τον γιατρό του.
«Και αυτός έβαζε τα χέρια του εις τον καθένα και τους θεράπευε». Κανένας που Τον πλησίασε δεν έφυγε χωρίς, όχι απλά να ανακουφισθεί, αλλά να λύσει το πρόβλημά του. Και «ο Ιησούς Χριστός είναι ο Ίδιος, χθες σήμερα και εις τους αιώνες». Έτσι μας λέγει η Αγία Γραφή στο Εβραίους ΙΓ8. Αυτό μπορούν να βεβαιώσουν και όσοι από τότε μέχρι σήμερα Τον έχουν πλησιάσει με πίστη. Το έχει υποσχεθεί ο Ίδιος γραπτά στο Λόγον Του: «Αυτόν που έρχεται σε εμένα δεν θα τον διώξω έξω» (Ιω.ΣΤ37). Πως μπορεί να το κάνει, όταν το έργο που Τον έστειλε να κάνει ο Θεός Πατέρας εδώ στην γη ήταν τούτο, όπως πάλιν το είπε ο Ίδιος εκεί στην συναγωγή της Ναζαρέτ, σαν ξεκινούσε την δημόσια διακονία του: «Πνεύμα Κυρίου είναι επάνω μου, διότι με έχρισε. Με έστειλε να φέρω εις τους φτωχούς χαρμόσυνον άγγελμα, να θεραπεύσω εκείνους που έχουν συντετριμμένην καρδία, να κηρύξω εις τους αιχμαλώτους απελευθέρωση και εις τους τυφλούς ανάβλεψη, να ελευθερώσω εκείνους που πιέζονται, να κηρύξω το έτος της ευνοίας του Κυρίου». (Λουκάς Δ 18,19) .
Θυμάμαι ένα παληκάρι που είχε φθάσει σε αδιέξοδο. Δεν ήθελε πια να ζει. Ήθελε να δώσει ένα τέρμα στην ζωή του, εκεί τον οδηγούσε η απόγνωσή του. Μέχρι που κάποτε οδηγήθηκε ταπεινά με πίστη στα πόδια του Ιησού. Και ο Ιησούς τον ελευθέρωσε. Σήκωσε τα δεσμά του, και τον πόνο του. Και τον έκανε καινούργιο κτίσμα, ελεύθερο, γεμάτο ζωή. Μιά τέτοια ιστορία απελευθέρωσης και θεραπείας έχουν να διηγηθούν όσοι πλησίασαν τον Ιησού Χριστό με πίστη. Και τους δέχεται όλους, χωρίς εξαίρεση. Καλούς ή κακούς, θρησκευομένους ή αδιάφορους, πλουσίους ή πτωχούς. «Και βάζοντας τα χέρια του εις τον καθένα τους εθεράπευε».
Η επίθεση των χεριών πάνω σε κάποιον ήταν, και είναι, το σύμβολο της μετάδοσης σ” αυτόν κάποιου πράγματος, π.χ. χαρίσματος, ευλογίας, αξιώματος, καθήκοντος ή ακόμα και ενοχής, όπως και στην περίπτωση του Ισραηλίτη, που ακουμπόντας τα χέρια του στο κεφάλι του ζώου που επρόκειτο να θυσιασθεί, μετέφερε επάνω του την ενοχή του. Εδώ ο Κύριος ακουμπόντας το χέρι Του επάνω τους, τους μετέδιδε την δύναμη που χρειαζόταν για να ανορθωθεί η υγεία τους. Βέβαια θα μπορούσε να το κάνει πιο απλά με τον Λόγο Του, όπως το έκανε σε πολλές άλλες περιπτώσεις, ή και χωρίς αυτόν, με μόνον την θέληση Του, όπως το κάνει και σήμερα αλλά και τότε το έκανε. Αλλά, βλέποντάς το από μία πρώτη άποψη, υπάρχει κάτι το βαθειά ανθρώπινο σ” αυτή την πράξη της επίθεσης των χεριών στο κεφάλι κάποιου που επιθυμείς να ευργετήσεις. Είναι μία χειρονομία τρυφερότητας, ένα σημάδι ευεργετικής κοινωνίας, που κτίζουν οι διακαείς πόθοι της καρδιάς, του ενός να ευεργετήσει, και του άλλου να βρεί θεραπεία στο πρόβλημά του. Εις την περίπτωση όμως του Κυρίου, ίσως να ήταν και ηθικά αναγκαίο. Ο Κύριος πάντα φρόντιζε να επωφεληθεί κάθε υλικού μέσου που Του προσφερόταν, για να εργασθεί με αυτό ειδικά την θεραπεία, θέλοντας με το πιο κατάλληλο μέσο σε κάθε περίπτωση, να δημιουργήσει έναν προσωπικό σύνδεσμο μεταξύ του αρρώστου και του εαυτού Του. Έτσι αλλού χρησιμοποιεί τον ήχο της φωνής Του, αλλού λάσπη καμωμένη από το σάλιο Του, αλλού το άγγιγμα του χεριού Του. Και σε τι θα εξυπηρετούσε αυτό; Απλά, ο Ιησούς δεν επιθυμεί να θεραπεύσει μόνο το σώμα, αλλά κυρίως να επαναφέρει τον άνθρωπο στον Θεό. Την υγεία σου όσες φορές και αν την επανορθώσεις, κάποτε θα την χάσεις. Εκείνο που έχει αιώνια βαρύτητα είναι η σωτηρία της ψυχής σου. Τούτη την σωτηρία μόνον ο Θεός μπορεί να στην χαρίσει. Το όργανο που η Θεία Χάρη έχει ορίσει για να εργασθεί μέσω αυτού την σωτηρία στους ανθρώπους, είναι ο Ιησούς Χριστός. Μένει στον άνθρωπο να συνδεθεί μαζί Του. Τούτη την προσωπική σύνδεση εργαζόταν ο Κύριος σε αυτούς που ευεργετούσε, στον κωφό αγγίζοντας τα αυτιά του, σε άλλον μιλόντας του, σε άλλον κάνοντας λάσπη και χρήοντας τα μάτια του, άλλον πιάνοντας τον από το χέρι. Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να τυπώσει στην συνείδησή τους την αίσθηση της ένωσης μαζί Του, που ήταν τόσο απαραίτητη για την σωτηρία, στην συνέχεια, των ψυχών τους.
Έτσι τους προσαρτούσε στον εαυτό Του μ” έναν άλυτο δεσμό, δίνοντας τους να καταλάβουν ότι η σωτηρία τους εξεπήγαζε αποκλειστικά από το προσωπό Του. Αισθανόταν καθαρά όλοι αυτοί, ότι η ανορθωμένη τους ζωή εξαρτιόταν από Αυτόν. Η φυσική εξάρτηση που έδειχνε το ακουμπισμένο χέρι Του επάνω τους, θα οδηγούσε σίγουρα και στην ηθική τους εξάρτηση απο Αυτόν.

«Έβγαιναν δε και δαιμόνια από πολλούς, τα οποία εφώναζαν, «Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού». Και τα επέπληττε και δεν τα άφηνε να μιλούν, διότι ήξεραν ότι Αυτός ήταν ο Χριστός». (Εδ.41)

Οι δαιμονισμένοι αναφέρονται σαν άρρωστοι, αλλά που αποτελούν μία ιδιαίτερη ομάδα από μόνοι τους. Πιθανόν να ήταν άτομα που καποια φυσικοψυχική αποδιοργάνωση άνοιξε δρόμο στην μοχθηρή επιρροή πονηρών πνευμάτων.
Γιατί ο Κύριος δεν άφηνε τα δαιμόνια να μιλούν και να Τον αναγγέλουν σαν Υιό του Θεού, παρ” όλο που φαινομενικά τούτο εξυπηρετούσε το έργο Του;
Το Άγιο Πνεύμα που κατοικούσε μέσα Του του έδινε διάκριση να διακρίνει και τις πλέον λεπτοεπεξεργασμένες μεθοδείες του Διαβόλου.
Στόχος του εχθρού ήταν να Τον εκθέσει, και να εκτρέψει το έργο Του σε άλλους δρόμους, ξεσηκώνοντας μία επικίνδυνη έξαψη ανάμεσα στον λαό προς χάριν Του. Παράλληλα τούτες οι μαρτυρίες των δαιμονίων για το πρόσωπό Του, θα έδιναν στον κόσμο να πιστέψει ότι υπάρχει ένας δεσμός κοινού ενδιαφέροντος μεταξύ της υπόθεσης Του και της δικής τους, και στην συνέχεια τούτα θα εισήρχοντο στην εκκλησία Του και θα διαστρέβλωναν το έργο της. Ο Ιησούς που είχε απορρίψει στην έρημο κάθε συνεργασία με την κεφαλή των πονηρών πνευμάτων, δεν θα μπορούσε ποτέ να επωφεληθεί εδώ απ” αυτή την ακάθαρτη υποταγή. Αρχή και νόμος: Ποτέ το έργο του Θεού δεν γίνεται με την βοήθεια μιας άλλης δύναμης, έξω από το Πνεύμα του Θεού, όσο και αν τούτη προσφέρει μεγάλες δυνατότητες.
Απ” το άλλο μέρος όμως τούτη η κραυγή «Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού», μοιάζει σαν ένα προοίμιο εκείνης της υποταγής, της λατρείας, που θεληματικά ή παρά την θελησή τους, θα αποδώσουν κάποια μέρα όλα τα δημιουργήματα στον Ιησού, ακόμα και αυτά που είναι «υποκάτω της γης» («Δια τούτο και ο Θεός τον υπερύψωσε και του εχάρισε όνομα το ανώτερο από κάθε όνομα, ώστε, εις το όνομα του Ιησού, να κάμψει κάθε γόνυ των επουρανίων και των επιγείων και των καταχθονίων, και κάθε γλώσσα να ομολογήσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος εις δόξαν του Θεού Πατρός», Φιλιππ.Β 9-11)

«Όταν έγινε ημέρα, εβγήκε και πήγε εις έρημον τόπον και τα πλήθη τον αναζητούσαν και όταν ήλθον εκεί που ήτο τον εκρατούσαν, δια να μη φύγει. Αλλ” αυτός τους είπε, «Πρέπει να φέρω το χαρμόσυνον άγγελμα της βασιλείας του Θεού και εις τας άλλας πόλεις, δι” αυτόν τον σκοπόν είμαι σταλμένος. Και εκήρυττε εις τας συναγωγάς της Ιουδαίας» (Εδ. 42-44).

Όσο πιο πολύ ένας υπηρέτης του Θεού κοπιάζει στο έργο του, σε εξωτερική δραστηριότητα, τόσο πιο πολύ ανάγκη έχει δια ανανέωση της εσωτερικής του δύναμης. Και τούτο επιτυγχάνεται σ” εκείνες τις ήρεμες ώρες που θα βρεθεί στην παρουσία του Θεού με προσευχή. Και ο Ιησούς είχε ανάγκη από αυτές τις ώρες. Έπρεπε κάθε πρωί να παίρνει από τον Πατέρα όσα χρειαζόταν για το περπάτημα της ημέρας. Γιατί όπως είχε πει και ο Ίδιος: «Ζούσε δια του Πατρός».
Και αν αυτός το είχε τόσο ανάγκη, πόσο πιο πολύ εμείς. Σηκωνόταν λοιπόν, όπως έκανε και εδώ, πολύ πρωί, αποτραβιόταν σε έρημα μέρη μόνος να προσευχηθεί.
«Αλλά τα πλήθη τον αναζητούσαν και όταν ήλθαν εκεί που ήτο τον εκρατούσαν, δια να μην φύγει». (Εδ.42).
Αλλά τι να έκανε μαζί τους μένοντας στην Καπερναούμ; Να τους θεράπευε, να τους χόρταινε την πείνα. Αυτό είναι το πρώτο πρόβλημα του ανθρώπου; Ζούμε σε μία εποχή αφθονίας. Η ιατρική έχει κάνει θαυμαστά επιτεύγματα, ο μέσος όρος ζωής έχει διπλασιασθεί και τριπλασιασθεί από πριν. Μήπως μ” αυτό γίναμε ευτυχισμένοι; Μήπως με αυτό λύσαμε το υπαρξιακό μας πρόβλημα, μήπως έτσι εξασφαλίσαμε την σωτηρία μας, το αιώνιο μέλλον μας; Όχι, απελπιστικά όχι. Την απάντηση και την λύση στο πρόβλημά μας την δίνει μόνο το Ευαγγέλιο. Τούτο είναι η υψίστη ανάγκη του ανθρώπου, πολύ πάνω από την υγεία του και την τροφή του. Τούτη την ανάγκη ήρθε να υπηρετήσει ο Ιησούς Χριστός ανάμεσά μας. Πόσο όμορφα, πόσο ξεκούραστα θα ήταν να έμενε μαζί τους στην Καπερναούμ, έτσι όπως τώρα είχε υψωθεί στα μάτια τους!
Οι άλλοι όμως δίπλα θα χανόταν στο αιώνιο σκοτάδι της αμαρτίας. Γι” αυτό τους αφήνει λεγοντάς τους:

«Πρέπει να φέρω το χαρμόσυνο άγγελμα της βασιλείας του Θεού και στις άλλες πόλεις, διότι δι” αυτόν τον σκοπόν είμαι σταλμένος. Και εκήρυττε εις τας συναγωγάς της Ιουδαίας». (Εδ.43-44).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5

Η ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ – Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ.
Λουκάς Ε1-16.
Ο Κύριός μας την δημόσια διακονία Του εδώ κάτω στην γη την ξεκίνησε σε ηλικία περίπου 30 ετών. Στην αρχή κινήθηκε μόνος Του. Λίγο μετά, 4 νεαροί ψαράδες άρχισαν να Τον συντροφεύουν. Ήταν ο Πέτρος, ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Τούτοι οι 4 στην αρχή Τον συνόδευαν περιστασιακά, ζώντας ακόμη με τις οικογένειές τους, και ασχολούμενοι με το επάγγελμά τους.
Αλλά σε λίγο φάνηκε ότι αυτό δεν εξυπηρετούσε το έργο Του, ούτε τους προετοίμαζε για τον ρόλο που επρόκειτο να τους αναθέσει. Τούτοι οι 4, μαζί με τους άλλους 8 στην συνέχεια, θα έπρεπε να διαφυλάξουν όλες τις οδηγίες Του, να γίνουν συνεχείς μάρτυρες των έργων Του, και να πάρουν από τον Ίδιο μια καθημερινή ηθική εκπαίδευση. Γι” αυτό τον λόγο, θα έπρεπε από εδώ και πέρα να είναι συνεχώς μαζί Του. Θα έπρεπε να αφιερωθούν στο πνευματικό έργο για το οποίο τους προόριζε, αφήνοντας κάθε γήινη ασχολία.
Ο Λουκάς στο Ε1-11 μας περιγράφει, πως ο Κύριος κάλεσε αυτούς τους 4 ψαράδες να αφήσουν το ψάρεμα και τα σπίτια τους, για να Τον ακολουθήσουν.

«Ενώ ο κόσμος ήταν πεσμένος επάνω του δια να ακούση τον λόγον του Θεού και αυτός εστεκότανε κοντά εις την λίμνη Γεννησαρέτ, είδε δύο πλοιάρια κοντά εις την λίμνην, αλλ” οι ψαράδες είχαν βγει και έπλεναν τα δίχτυα. Εμπήκε σε ένα από τα πλοιάρια το οποίο ανήκε εις τον Σίμωνα και τον παρεκάλεσε να απομακρυνθεί λίγο από την ξηράν. Τότε εκάθησε και εδίδασκε τα πλήθη από το πλοιάριον. Μόλις έπαυσε να μιλεί είπε εις τον Σίμωνα, «Πήγαινε εις τα βαθειά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». Και ο Σίμων απεκρίθη, «Διδάσκαλε, όλη την νύχτα εκοπιάσαμε χωρίς να πιάσουμε τίποτε. Αλλ” επειδή συ το λες, θα ρίξω το δίχτυ». “Οταν το έκαναν έπιασαν πολλά ψάρια και το δίχτυ άρχισε να σχίζεται. Και έκαναν νεύματα εις τους συντρόφους των που ήσαν στο άλλο πλοιάριον, να έλθουν να τους βοηθήσουν και ήλθαν και τους βοήθησαν και εγέμισαν και τα δύο πλοιάρια, ώστε να κινδυνεύουν να βυθισθούν. Όταν ο Σίμων Πέτρος είδε τι έγινε έπεσε εις στα γόνατα του Ιησού και είπε, «Φύγε από εδώ Κύριε διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός». Αυτό το είπε διότι εξεπλάγη και όσοι ήταν μαζί του με τα ψάρια που έπιασαν, επίσης και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι υιοί του Ζεβεδαίου, οι οποίοι ήσαν συνεταίροι του Σίμωνος. Και είπε ο Ιησούς εις τον Σίμωνα, «Μη φοβάσαι από τώρα και στο εξής θα πιάνης ανθρώπους». Και όταν έφεραν τα πλοιάρια εις την ξηράν, τα άφησαν όλα και τον ακολούθησαν». (Εδ. 1-11).

Θα πρέπει να ήταν πρωί. Το νυχτερινό ψάρεμα μόλις είχε τελειώσει, χωρίς επιτυχία. Οι 4 ψαράδες είχαν τραβήξει τα πλοιάρια τους έξω, και ξέπλεναν τα δίχτυα, και τούτο φανερώνει ότι δεν είχαν πρόθεση να συνεχίσουν το ψάρεμα την ημέρα. Γύρω είχε μαζευθεί πολύς κόσμος, τους μιλούσε ο Ιησούς. Η θέση Του ήταν πολύ άβολη, γιατί ο κόσμος Τον πίεζε. Σαν είδε ότι δεν παρενοχλούσε το ψάρεμα των 4 νεαρών, παρακαλεί τον αρχηγόν τους, τον Σίμωνα, να τραβήξει λίγο το πλοιάριο προς την θάλασσα. Ο Σίμωνας το κάνει με προθυμία, και ο Κύριος, έχοντας τώρα σαν άμβωνα το καίκι του Πέτρου, διδάσκει τον κόσμο που είχε μαζευθεί στο ακρογυάλι, απλώνει, θα λέγαμε, από εκεί το δίχτυ του λόγου Του.
Πότε ένα καίκι, πότε κάποια πέτρα, ένας λόφος, η ρίζα κάποιου δένδρου, αυτοί ήσαν οι άμβωνες που συνήθως χρησιμοποιούσε ο Κύριος.
Σαν τελείωσε τον λόγον Του, τότε αποφασίζει να καλέσει κοντά Του τούτους τους 4 ψαράδες, έχοντας κατά νου το μελλοντικό τους έργο. Και το κάνει μ” έναν τρόπο, με μία συμβολική πράξη, παρμένη από τις καθημερινές τους ασχολίες, που ποτέ δεν θα ξεχάσουν. Τούτο που έγεινε στην συνέχεια, συμβολίζει την μεγαλειώδη επιτυχία που θα συνοδεύσει το έργο της αγάπης, για το οποίο τους καλεί να τα αφήσουν όλα.
Μη έχοντας πιάσει τίποτα όλη την νύκτα, είχαν παραιτηθεί απ” την ιδέα να ψαρέψουν την ημέρα, γιατί η ημέρα δεν είναι η κατάλληλη ώρα για ψάρεμα. Ήδη όπως είπαμε, είχαν ξεπλύνει και τα δίχτυα. Τότε ο Κύριος απευθύνεται στον Σίμωνα: «Πήγαινε εις τα βαθειά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». Και η απάντηση του Σίμωνα: «Διδάσκαλε όλη την νύχτα εκοπιάσμε χωρίς να πιάσουμε τίποτα. Αλλά επειδή συ το λες, θα ρίξω το δίχτυ». Και η συνέχεια: «Όταν το έκαναν, έπιασαν πολλά ψάρια, και το δίχτυ τους άρχιζε να σχίζεται. Και έκαναν νεύματα εις τους συντρόφους των που ήσαν εις το άλλο πλοιάριο, να έλθουν να τους βοηθήσουν. Και ήλθαν και εγέμισαν και τα δύο πλοιάρια, ώστε να κινδυνεύουν να βυθισθούν».
Ο Πέτρος κάνει το άλμα της πίστης που του ζητά ο Κύριος: «Κύριε η πείρα μου σαν ψαρά λέγει ότι η ημέρα δεν είναι κατάλληλος χρόνος για ψάρεμα. Εδώ δεν πιάσαμε την νύκτα, πόσον μάλλον τούτη την ώρα που μας λες εσύ. Νοιώθουμε κουρασμένοι και απογοητευμένοι. Ήδη ξεπλύναμε και τα δίχτυα. Παρ” όλα αυτά όμως, επειδή συ το λες θα ρίξουμε το δίχτυ».
Το αποτέλεσμα το είδαμε. Υπήρχε περίπτωση να μην εκπληρωθεί ο Λόγος του Θεού;
Και τότε τρόμος πιάνει τον Πέτρο, αρχίζει να καταλαβαίνει πιο καλά με ποιόν έχει να κάνει. Στο φως που λάμπει τόσο λαμπρό εμπρός του, αρχίζει να βλέπει καθαρά τον εαυτόν του. Και τι βλέπει; Σκοτάδι, βρωμιά μέσα του. Και γεμάτος αγωνία πέφτει στα πόδια του Κυρίου κράζοντας: «Φύγε από εδώ, Κύριε, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός».
«Μη φοβάσαι», λέγει τότε ο Κύριος στον Σίμωνα, «μόνο που από εδώ και πέρα κάτι θ” αλλάξει στην ζωή σου. Δεν θα ψαρεύεις πιά στα ίδια νερά, ούτε θα βγάζεις τα ίδια ψάρια. Από τώρα και στο εξής θα πιάνεις ανθρώπους στα δίχτυα του λόγου Μου, και θα τους υψώνεις μαζί σου κοντά στον Θεό».
Και όταν αργότερα, μετά την αρνησή του εκείνη την τελευταία νύχτα στο σπίτι του αρχιερεα, ο Πέτρος απογοητευμένος, φοβισμένος και ντροπιασμένος, ξανάπιασε το ψάρεμμα, πάλι το ίδιο θαύμα έκανε ο Κύριος μετά την αναστασή Του εκείνο το πρωινό στην λίμνη, πάλι μια θαυμαστή ψαριά, για να ξυπνήσει παλιές μνήμες στον Πέτρο, και να τον αποκαταστήσει πάλι στο αποστολικό Του αξίωμα.
Και η αντίδραση των 4 μετά από αυτό που είδαν:
«Έφεραν τα πλοιάρια εις την ξηράν, τα άφησαν όλα και τον ακολούθησαν».
Να τους δούμε και λίγο στην συνέχεια. Ο Κύριος και μαζί Του τώρα οι μαθητές Του.

«Όταν ήτο κάποτε εις μίαν από τας πόλεις, συνέβη να είναι κάποιος εκεί γεμάτος λέπραν. Όταν δε είδε τον Ιησούν, έπεσε με το πρόσωπον εις την γην, και τον παρεκάλεσε και του έλεγε, «Κύριε αν θέλεις μπορείς να με καθαρίσεις». Ο Ιησούς απλωσε το χέρι, τον άγγιξε και είπε, «Θέλω, καθαρίσου». Και αμέσως έφυγε η λέπρα του. Ο Ιησούς του παρήγγειλε να μην το πει σε κανένα, αλλά «Πήγαινε», του είπε, «και δείξε τον εαυτό σου εις τον ιερέα και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου όσα ο Μωυσής καθόρισε, δια να τους δείξεις την υπακοήν σου». Αλλά η φήμη δι” αυτόν διεδίδετο όλο και περισσότερο και περισσότερον και εμαζεύοντο πολύς κόσμος, δια να ακούσουν και να θεραπευθούν από τις αρρώστειες τους, αυτός δε απεσύρετο εις έρημους τόπους και προσευχόταν». (Εδ. 12-16).

Η λέπρα από κάθε άποψη ήταν μία φοβερή αρρώστεια. Ξεκινούσε σαν μία υπόλευκη φουσκάλα που έτρωγε την σάρκα, το ένα μέλλος του σώματος μετά το άλλο, και στο τέλος και τα κόκκαλα.
Συνοδευόταν από ψηλό πυρετό, αϋπνία και εφιάλτες, χωρίς την ελαχίστη ελπίδα θεραπείας. Ήταν ένας ζωντανός θάνατος.
Ο λεπρός απομακρυνόταν αμέσως από την οικογενειά του και τους άλλους ανθρώπους, λόγω της κολλητικής φύσης της λέπρας, και ζούσε σε απομονωμένα μέρη μαζί με άλλους λεπρούς σαν και αυτόν. Εκεί τους έφερναν την τροφή και την άφηναν σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Εάν τον πλησίαζε άνθρωπος ήταν υποχρεωμένος να φωνάζει: «Λεπρός, λεπρός».
Μα και από θρησκευτικής άποψης η αρρώστεια του εθεωρείτο κατ” ευθείαν τιμωρία από τον Θεό, τον εθεωρούσαν θρησκευτικά ακάθαρτο, και τον έκαναν αποσυνάγωγο, τον αφόριζαν δηλαδή.
Τούτος ειδικά εδώ ήταν «πλήρης λέπρας», δηλαδή η αρρώστεια του είχε απλωθεί παντού.
Απ” ότι φαίνεται πλησίασε κρυφά τους συγκεντρωμένους, γιατί αν τον έβλεπαν να έρχεται ή θα τον απομάκρυναν με την βία ή θα είχαν φύγει αυτοί.
Σαν έφτασε κοντά, ψάχνει να βρει τον Ιησού μέσα στο πλήθος, και καθώς Τον αναγνωρίζει, σπρώχνει, ανοίγει δρόμο, τρέχει και πέφτει στα πόδια Του λέγοντας: «Κύριε αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις».
Τα λόγια του προδίνουν αγωνία και πίστη. Πίστη, γιατί γνώριζε ότι και άλλοι άρρωστοι είχαν θεραπευθεί. Αγωνία, γιατί ήταν ο πρώτος με τούτη την ειδική αρρώστεια που έφθασε στον Ιησού.
Ο Κύριος τον σπλαχνίζεται. Απλώνει τα χέρια και τον αγγίζει. Και η λέπρα ήταν τόσο μεταδοτική! Τούτο πρέπει να δημιούργησε μεγάλη συγκίνηση στο πλήθος. Σ” όλη Του την επίγεια ζωή ο Κύριος αντιμετώπιζε την επαφή της ακάθαρτης φύσης μας κατά έναν παρόμοιο τρόπο.
Και στην συνέχεια του λέγει: «Θέλω, καθαρίσου. Και αμέσως έφυγε η λέπρα του».
«Εις μαρτύριον αυτοίς». Αυτή η μαρτυρία αφορά τον Ίδιο τον Ιησού και τα αισθήματά Του απέναντι στον νόμο: «Πήγαινε να κάνεις όσα πρέπει, για να δούν ότι εγώ σέβομαι τον νόμο».
Στην επί του Όρους Ομιλία είχε αντικρούσει την κατηγορία ότι περιφρονεί τον νόμο: «Μην νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμον» (Ματθ. Ε17).
Ουδέποτε ο Κύριος απάλλαξε τον λαό Του απ” τις υποχρεώσεις τους απέναντι στον νόμο. Το μόνο που καταστρατηγούσε ήταν τα αυθαίρετα θεσπίσματα με τα οποία οι Φαρισαίοι είχαν καταπνίξει την ουσία του νόμου. Ποτέ του δεν καταστρατηγησε το Σάββατο.
Γιατί τώρα παρήγγειλε στον θεραπευθέντα λεπρό να μην το πεί σε κανέναν, παρά να κάνει μόνον όσα όριζε ο νόμος για την περίπτωση θεραπείας λεπρού (και τούτο για να πάρει το σχετικό πιστοποιητικό ώστε να ξαναέλθει στους ανθρώπους); Γιατί είχε αρχίσει να εξάπτεται ο κόσμος με όσα έβλεπε να γίνονται, και Του δημιουργούσαν εμπόδιο στο έργο Του. Ο σκοπός που είχε έρθει στη γη ήταν η θεραπεία της αμαρτίας των ανθρώπων, και όχι η θεραπεία της πείνας ή των αρρωστειών τους. Τούτο είναι το ουσιαστικό πρόβλημα του ανθρώπου, από όπου ξεκινάνε όλα τα άλλα, μηδενός εξαιρουμένου. Τούτη είναι και η σειρά με την οποία ενήργησε στο επόμενο περιστατικό.

«Μίαν ημέρα εδίδασκε, και πλησίον του εκάθοντο Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι, οι οποίοι είχαν έλθει από κάθε χωριό της Γαλιλαίας και της Ιουδαίας και από την Ιερουσαλήμ. Και δύναμις Κυρίου ήτο μαζί του δια να κάνει θεραπείες. Μερικοί άνδρες έφεραν επάνω σε κρεβάτι κάποιον που ήτο παράλυτος και εζητούσαν να τον φέρουν μέσα και να τον βάλουν εμπρός του. Αλλ” επειδή δεν έβρισκαν κανένα τρόπο να τον φέρουν μέσα εξ αιτίας του πλήθους, ανέβηκαν εις την στέγην και τον κατέβασαν ανάμεσα από τα κεραμίδια, μαζί με το μικρό του κρεβάτι, εις το μέσον εμπρός εις τον Ιησούν. Όταν ο Ιησούς είδε την πίστη τους, του είπε, «Άνθρωπε, σου συγχωρούνται αι αμαρτίαι σου». Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι άρχισαν να σκέπτονται, «Ποιός είναι αυτός που λέγει βλασφημίες; Ποιός μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνον ο Θεός; «Επειδή κατάλαβε ο Ιησούς τας σκέψεις των, τους είπε, «Τι σκέπτεσθαι μέσα σας; Τι είναι ευκολώτερον να πω, «Σου συγχωρούνται αι αμαρτίαι σου» ή να πω, «Σήκω και περπάτει»; Δια να μάθετε όμως ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία εις την γην να συγχωρεί αμαρτίες» – είπε εις τον παράλυτον – «Σου λέγω, σήκω και πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε σπίτι σου». Και αμέσως εσηκώθηκε μπροστά τους, επήρε το κρεββάτι που ήταν ξαπλωμένος και επήγε σπίτι του δοξάζων τον Θεόν. Και έγιναν όλοι έκθαμβοι και εδόξαζαν τον Θεόν και γεμάτοι από φόβον έλεγαν, «Είδαμε παράδοξα πράγματα σήμερα».
«Κατόπιν, όταν εβγήκε είδε έναν τελώνην, ονομαζόμενον Λευίν, να κάθεται εις το τελωνείον και του είπε,»Ακολουθησέ με». Αυτός εσηκώθηκε, άφησε όλα πίσω, και τον ακολούθησε. Και ο Λευίς του έκανε ένα μεγάλο γεύμα εις το σπίτι του και υπήρχαν και πολλοί τελώναι και άλλοι εις το τραπέζι του. Και παρεπονούντο οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς και έλεγαν εις τους μαθητάς του, «Γιατί τρώγετε και πίνετε μαζί με τους τελώνας και τους αμαρτωλούς;». Και ο Ιησούς τους απεκρίθη, «Δεν έχουν οι υγιείς ανάγκη ιατρού αλλ” οι ασθενείς. Δεν ήλθα να καλέσω δικαίους αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν». (Εδ. 17-32).

Η Καπερναούμ, σε αυτό το μέρος συνέβη αυτό που μας αναφέρει εδώ ο Λουκάς, ήταν πάνω στον δρόμο που οδηγούσε από την Δαμασκό στην Μεσόγειο. Εκεί τελείωνε στην Πτολεμαίδα. Ήταν ένας από τους κύριους εμπρικούς δρόμους στο εσωτερικό της Ασίας. Αυτός ήταν ο λόγος που στην πόλη υπήρχε τελωνείο μεγάλης σπουδαιότητας. Πιθανόν να βρισκόταν έξω απ” την πύλη, προς το μέρος της θάλασσας. Ο Λευί ήταν ο επικεφαλής του τελωνείου.
Οι τελώνες, ειδικά τέτοιοι σαν τον Λευί, μισούταν και επεριφρονούντο και από τους συμπατριώτες τους, και από τους Εθνικούς. Τούς είχαν αφορίσει, τους είχαν κάνει δηλαδή αποσυναγώγους, και τους είχαν στερήσει το δικαίωμα να ορκίζονται εμπρός στις Ιουδαϊκές αρχές. Η συμπεριφορά τους, που ήταν όλο εκβιασμό ή απάτες, δικαιολογούσε γενικά την περιφρόνηση του κόσμου.
Για να συμπληρώσει ο Κύριος τον κύκλο των μαθητών Του μ” ένα τέτοιο πρόσωπο, θα είχε κάποιον πολύ σπουδαίο λόγο. Γιατί ένα τέτοιο βήμα Τον έφερνε σε ανοικτή διαφωνία με τις απόψεις της άρχουσας τάξης περί ευπρέπειας και κοσμιότητας.
Να ήταν σκόπιμη τούτη Του η ενέργεια, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, για να δείξει στους πολυαρίθμους Φαρισαίους, που είχαν έλθει από μακρυά να Τον κατασκοπεύσουν, ότι έβαζε τον εαυτό Του τελείως πάνω από την κρίση τους; Ότι δεν λάμβανε καθόλου υπ’όψιν τα δικά τους κριτήρια;
Ή μήπως ήθελε να έχει ανάμεσα στους δώδεκα και έναν άνθρωπο εξοικειωμένο με την χρήση της πένας, σαν τον Λευί, ο οποίος τελικά έγραψε και το πρώτο ευαγγέλιο;
Η τόσο όμως αιφνιδιαστική, η τόσο αυθόρμητη, η τόσο παράξενη αυτή κλήση από την μία μεριά, αλλά και η αποφασιστικότητα και η αμεσότητα που έγινε δεκτή από την άλλη – «Αυτός εσηκώθηκε, άφησε όλα πίσω, και τον ακολούθησε» – μας δίνουν να κατάλαβομε ότι πρέπει ο Θεός να είχε κάνει μία ειδική πρετοιμασία στον Λευί, και να έδωσε κάποια οδηγία στον Κύριο να τον καλέσει κοντά Του.
Μεταξύ του Ιησού και αυτού του ανθρώπου πρέπει να υπήρξε μία λάμψη θείας συμπάθειας. Κάτι ανάλογο σαν εκείνο που έλκυσε κοντά Του και τους άλλους μαθητάς Του.
Τον Λευί αργότερα ο Κύριος τον ονόμασε «Ματθαίο» που σημαίνει «δώρον Θεού». Ίσως γιατί είδε καθαρά το χέρι του Θεού πίσω από την κλήση του.
Ο Λευί στην συνέχεια καλεί τον Κύριο στο σπίτι του για φαγητό. Μαζί του φέρνει και τους φίλους του, τους άλλους του συναφιού του. Είναι η πρώτη του ιεραποστολική προσπάθεια.
Και να ο Κύριος, καθισμένος στο τραπέζι μαζί με τους καινούργιους Του φίλους.
Τούτο όμως δεν άρεσε στους Φαρισαίους και στους γραμματείς. Τούτοι οι τελευταίοι ήταν οι μορφωμένοι, οι ειδικοί στον νόμο, που είχαν έλθει ειδικά και από την Ιερουσαλήμ να εξετάσουν το πράγμα, το τι συνέβαινε. (εδ. 17-21)
Το να φας μαζί με κάποιον είναι σημάδι στενής οικειότητας. Αυτό που έκανε όμως ο Ιησούς ξεπερνούσε τα όρια της Ιουδαϊκής ευπρέπειας. Να δεχθεί την φιλοξενία του Λευί, και μάλιστα με τέτοια παρέα; Και μετά να ισχυρίζεται ότι είναι απεσταλμένος του Θεού;
Στον Ίδιο δεν τολμούν να πουν τίποτα. Το λένε στους μαθητάς Του: «Γιατί τρώγετε και πίνετε μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;». Την απάντηση την δίνει ο Ίδιος ο Κύριος: «Δεν έχουν οι υγιείς ανάγκη γιατρού αλλ” οι ασθενείς. Δεν ήλθα να καλέσω δικαίους αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν.»
Τούτοι αφού νοιώθουν τόσο τέλειοι με τον νόμο, πραγματικά δεν Τον έχουν ανάγκη. Αλλά οι δύστυχοι τελώνες και όλοι αυτοί οι αμαρτωλοί που έχουν διακόψει τις σχέσεις τους με τον νόμο και την θεοκρατεία, βρίσκονται σε πολύ σοβαρή κατάσταση. Δεν είναι όπως οι Φαρισαίοι. Αυτοί χρειάζονται επειγόντως κάποιον να ενδιαφερθεί για την σωτηρία τους. Αυτός ο λόγος Τον έφερε κοντά τους. Άρα είναι δικαιολογημένος που κάθησε στο τραπέζι μαζί τους.
Τούτο το λόγια, που έχουν μία λεπτή απόχρωση ειρωνείας, είναι ειπωμένα έτσι, που να ξεσηκώνουν μέσα τους μία σοβαρή αμφιβολία, κατά πόσον είναι εντάξει με τον νόμο. Μήπως η διαφορά τους με τους αμαρτωλούς τελώνες δεν είναι και τόσο μεγάλη, όπως οι ίδιοι θέλουν να την θεωρούν; Μήπως και αυτοί έχουν το ίδιο ανάγκη από γιατρό;
Να και η θεραπεία που ήλθε να φέρει ο Κύριος σε όλους τους αμαρτωλούς: «Ήλθα να καλέσω αμαρτωλούς εις μετάνοιαν».
Όπως μας άφησε να καταλάβωμε στην συνέχεια από τα λόγια Του και τις πράξεις Του, δέχεται τον κάθε αμαρτωλό, όσο βαρύ και αν είναι αυτό που έχει κάνει, φθάνει να μετανοήσει και να Τον πιστέψει. Και ένας τέτοιος ήταν που μπήκε πρώτος στον Παράδεισο, ένας ληστής.
Στην συνέχεια φέρνουν την συζήτηση στο θέμα της νηστείας. «Γιατί», Του λέγουν, «οι μαθηταί του Ιωάννου νηστεύουν συχνά, και κάνουν προσευχές, επίσης και οι μαθηταί των Φαρισαίων, ενώ οι δικοί σου τρώγουν και πίνουν;»
Τα ευσεβή πρόσωπα του Ισραήλ νήστευαν δύο φορές την εβδομάδα, (Λουκ. ΙΗ-12), Δευτέρα και Παρασκευή. Ήταν οι ημέρες που ο Μωυσής είχε ανέβει στο Σινά. Ήταν πολύ εξασκημένοι στους θρησκευτικούς τύπους, και η νηστεία κατείχε ένα σπουδαίο μέρος στην λατρεία τους.
Εάν εκείνη η ημέρα ήταν ημέρα νηστείας, η κατηγορία εναντίον του Κυρίου ήταν πολύ σοβαρή. Γενικά συνήθιζε να μην νηστεύει, γι” αυτό Τον κατηγορούσαν «σαν φαγά και οινοπότη» (Λουκ. Ζ 34).
Και η απάντηση του Κυρίου: «Μήπως μπορείτε να κάνετε τους καλεσμένους εις τον γάμον να νηστεύουν όσον καιρό είναι μαζί τους ο γαμβρός; Θα έλθουν όμως ημέραι που θα τους πάρουν τον γαμβρό, και τας ημέρας εκείνας θα νηστέψουν». «Μη δύνασθε τους υιούς του νυμφώνος, εν ω ο νυμφίος μετ” αυτών εστι…».
Ο Κύριος παρομοιάζει τις μέρες της παρουσίας Του εδώ στην γη με μία γαμήλια τελετή.
Ο «Νυμφών» είναι το νυφικό δωμάτιο, όχι ο νυμφίος.
«Υιοί του Νυμφώνος», είναι ένας Εβραϊσμός (όπως π.χ. υιοί της βασιλείας, υιός σοφίας κλπ). Δηλώνει τους παρανύμφους, τους φίλους του γαμπρού.
«Μπορείτε να κάνετε», τους λέγει, «τους φίλους του γαμπρού να νηστεύσουν, ενόσω γεμάτοι χαρά κάθονται μαζί με τον γαμβρό στο νυφικό τραπέζι;»
Θα πρέπει να ξεχυλούσε από χαρά η καρδιά του Κυρίου σε τούτο το τραπέζι που τώρα κάθεται. Είναι μία από εκείνες τις ώρες που η γήινη ζωή Του Του δίνει την αίσθηση ημέρας γάμου. Αλλά αιφνιδίως η εκφρασή Του αλλάζει. Η σκιά μιας οδύνης σκοτεινιάζει το προσωπό Του. «Θα έλθουν όμως ημέρες», τους λέγει με σοβαρό τόνο, «που θα τους πάρουν τον γαμβρό, και τας ημέρας εκείνας θα νηστέψουν». Σαν τελειώσει η γαμήλια εβδομάδα, ο Ίδιος ο γαμβρός θα κτυπηθεί, θα Τον βγάλουν από την μέση. Τότε θα έλθει ο καιρός τη νηστείας για αυτούς που τώρα χαίρονται. Δεν θα υπάρξει ανάγκη να τους την επιβάλλετε εσείς. Εδώ ο Κύριος προαναγγέλει τον βίαιο θάνατο Του.
Οι λόγοι που τους οδηγούσαν τότε σε νηστεία ήταν: α) Η αίσθηση κάποιας βαρειάς τους αμαρτίας που την ανεγνώριζαν και έρχοταν σε συντριβή. β) Λόγοι εσωτερικής κάθαρσης. γ) Κάποια μεγάλη δυσκολία που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν, το ξεκίνημα κάποιου μεγάλου έργου. δ) Λόγοι καθαρά τυπικοί, ένα κομμάτι της θρησκευτικής τους λατρείας (επειδή έτσι είχε ορισθεί). ε) Τέλος και λόγοι επίδειξης. Είναι για μερκούς από αυτούς τους λόγους που και σήμερα νηστεύουν οι Χριστιανοί γενικά.
Εδώ ο Κύριος αναφέρεται σ” ένα άλλο είδος νηστείας.
Δεν είναι μία νηστεία που επιβάλλεται στον πιστό ή στην Εκκλησία απ” έξω. Τούτη είναι μία αυθόρμητη νηστεία, που την υπαγορεύει ένα αίσθημα πραγματικής λύπης, καθώς ο πιστός ή η Εκκλησία αισθάνεται την απουσία της κεφαλής της.
Να τι ωθεί την αληθινή Εκκλησία του Χριστού να νηστεύσει. Τούτη η νηστεία δεν είναι ένα τυπικό έθιμο που καλείται να το υπακούσει σε προκαθορισμένες χρονικές περιόδους.
Είναι τούτη ακριβώς η νηστεία που δίνει ένταση στην προσευχή, καθώς σε απαλλάσει από όλα εκείνα τα υλικά που βαραίνουν την σκέψη και την διάθεση. Είναι αυτή που σε κάνει να νοιώθεις πιό κοντά, πιό αποτελεσματικά την παρουσία του Κυρίου, και ν” αντλείς δύναμη από αυτή, και άμεση βοήθεια. Όταν ο Κύριος είπε για κάποιο είδος δαιμονίων που δεν βγαίνει παρα μόνον με προσευχή και νηστεία (Μάρκος Θ29), για μια τέτοια νηστεία μίλαγε. Είναι τούτη ακριβώς η νηστεία που καλύπτει κάπως το κενό της ορατής Του απουσίας. Οι προσευχές της πρώτης Εκκλησίας συχνά συνοδευόταν από μία τέτοια νηστεία (π.χ. Όταν ο Πέτρος κλείσθηκε φυλακή, όταν επρόκειτο ν” αναθέσουν καθήκοντα πρεσβυτέρων σε κάποια Εκκλησία (Πρ. ΙΔ 23) κ.τ.λ.).
Να λοιπόν η διαφορά της παλαιάς τάξης πραγμάτων με την καινούργια, αυτήν που έφερε ο Χριστός πάνω στο θέμα της νηστείας.
Με αφορμή το ειδικό θέμα της νηστείας, στην συνέχεια ο Κύριος γενικεύει το θέμα πάνω ακριβώς στην αντίθεση της παλαιάς με την νέα τάξη πραγμάτων.

«Τους είπε και μίαν παραβολήν: «Κανείς δεν βάζει μπάλωμα από καινούργιο ύφασμα επάνω σε παλιό ένδυμα, διότι αλλιώς και το καινούργιο ύφασμα θα σκίσει και το παλιό μπάλωμα από το καινούργιο ύφασμα δεν θα ταιριάσει εις το παλιό. Ούτε βάζει κανείς καινούργιο κρασί σε ασκιά παλιά, διότι αλλιώς το καινούργιο κρασί θα σκίσει τα ασκιά και αυτό θα χυθεί και τα ασκιά θα καταστραφούν, αλλά πρέπει το καινούργιο κρασί να το βάλουμε σε ασκιά καινούργια και τότε διατηρούνται και τα δύο. Και κανείς που έχει πιεί παλιό κρασί θέλει αμέσως το καινούργιο διότι λέγει, «Το παλιό είναι καλύτερο».(Εδ. 36-39).

Στην εποχή Του τα ρούχα και τα υφάσματα δεν ήταν στην αφθονία που υπάρχουν σήμερα. «Ε», τους λέγει, «Εάν κάποιος φορά ένα παλιό ρούχο και του σκιστεί, τότε δεν είναι φρόνιμο η νοικοκυρά να πάρει το καινούργιο ύφασμα που είχε αγοράσει για να φτιάξει κάποιο ρούχο, και να κόψει από εκεί ένα κομμάτι για να μπαλώσει το παλιό, το σχισμένο. Γιατί και το καινούργιο ύφασμα θα το αχρηστεύσει εν μέρει, ίσως τώρα να μην την φθάσει για εκεί που το υπολόγιζε, αλλά και το παλιό θα το καταστρέψει χειρότερα, γιατί σαν το πλύνει, το μπάλωμα (μόνον) θα «μπεί», και θα γίνει το σκίσιμο χειρότερο. Το σωστό είναι, εάν είσαι βέβαια σε θέση, να φτιάξεις ένα καινούργιο ρούχο με το καινούργιο ύφασμα που διαθέτεις. Τότε μόνον θα έχεις ένα καλό αποτέλεσμα».
Το παλιό ρούχο είναι το υπάρχον Φαρισαϊκό σύστημα. Είναι όλες εκείνες οι διατάξεις και τα τυπικά, όλες εκείνες οι επινοήσεις τους, που έχουν περιχαρακώσει τον Νόμο, αφαιρώντας του την δύναμη που κρύβει μέσα του να δίνει ζωή. Είναι το «γράμμα που θανατώνει», όπως το αναφέρει αλλού ο Λόγος του Θεού. Είχε γίνει ότι γίνεται με τον Λόγο του Θεού σήμερα στις μέρες μας. Ανθρώπινες επινοήσεις, παραδόσεις, τυπικά τον έχουν σκεπάσει, και δεν μπορεί ο άνθρωπος να τον βρεί, να πάρει απ” αυτόν αυτό ακριβώς που έχει να του δώσει, και που του λείπει, την ζωή.
Τι να κάνει τώρα ο Κύριος; Να προσπαθήσει να διορθώσει τούτο το σύστημα; Στην αρχή το προσπάθησε, αλλά σταμάτησε σαν συνάντησε την λυσσαλέα αντίδρασή τους. Τούτο αναγκάσθηκε να κάνει ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, προσκολλώντας τον εαυτό του σ” αυτό. Το αποτέλεσμα: Καινούργιο μπάλωμα σε παλιό ρούχο. Αυτός δεν είναι ένας μπαλωματής σαν τους Φαρισαίους, ούτε ένας αναμορφωτής σαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Γι” αυτό έκανε κάτι διαφορετικό. Άφησε το παλιό ρούχο να παραμένει όπως είναι, και σαν ήρθε ο χρόνος,το αντικατέστησε με ένα εντελώς καινούργιο. Αν τα ανεμείγνυε θα τα κατέστρεφε και τα δύο, γιατί το ένα δεν θα άντεχε το άλλο.
Για να τους βοηθήσει, και να μας βοηθήσει, να τα καταλάβομε πιό καλά, ο Κύριος προσθέτει και μία δεύτερη παραβολή:

«Ούτε βάζει κανείς καινούργιο κρασί σε ασκιά παλιά, διότι αλλιώς το καινούργιο κρασί θα σκίσει τα ασκιά και αυτό θα χυθεί και τα ασκιά θα καταστραφούν, αλλά πρέπει το καινούργιο κρασί να το βάλλουμε σε ασκιά καινούργια και τότε διατηρούνται και τα δύο. Και κανείς που έχει πιεί παλιό κρασί, θέλει αμέσως καινούργιο διότι λέγει, «Το παλιό είναι καλύτερο». (Εδ. 37-39).

Τότε επειδή δεν είχαν πλαστικά και όλα τα άλλα μέσα που έχουμε εμείς σήμερα, χρησιμοποιούσαν ασκιά καμωμένα από γιδοτόμαρο για να μεταφέρουν τα υγρά προιόντα τους.
Εδώ ο Κύριος δεν αντιπαραθέτει τις παλιές νομικίστικες αρχές και ιδέες της υπάρχουσας τάξης με τις ευαγγελικές αρχές της καινούργιας τάξης που ιδρύει Αυτός. Εδώ αντιπαραθέτει τους εκπροσώπους, τα όργανα της μίας απέναντι σ” αυτούς της άλλης.
Εναντίον του Ιησού υψωνόταν δύο κατηγορίες: α) Ότι έχει τελείως παραμελήσει τα τυπικά της θρησκείας (νηστείες, καθαρισμούς , τήρηση Σαββάτων κ.τ.λ). Σ” αυτή την κατηγορία απάντησε όπως είδαμε με την προηγούμενη παραβολή. Εκεί τους εξηγεί γιατί το κάνει αυτό. β) Το δεύτερο που τον κατηγορούσαν ήταν ότι περιφρονούσε τους αντιπροσώπους αυτού του τυπικισμού, και έδειχνε συμπάθεια σε εκείνους που αυτοί τους θεωρούσαν απόβλητους από το θεοκρατικό τους οικοδόμημα. Είναι πάνω σ” αυτή ειδικά την κατηγορία εναντίον Του, που απαντά με τούτη την δεύτερη παραβολή.
Ο νέος οίνος, ο μούστος, αντιπροσωπεύει εκείνη την υγιή και ζωντανή πνευματικότα που αναβλύζει τόσο άφθονα από την διδασκαλία του Ιησού. Τα ασκιά είναι οι θεματοφύλακες αυτή της καινούργιας διδασκαλίας, αυτοί που θα την κρατήσουν μέσα τους να την διαφυλάξουν και να την διαδόσουν στο ανθρώπινο γένος.
Ποιούς να διάλεγε ο Ιησούς για τούτο το έργο; Τους παλιούς επαγγελματίες του νομικού συστήματος; Τους Φαρισαίους που φούσκωναν από υπερηφάνεια για τις δικές τους αρετές; Ή μήπως τους Ραββίνους, τους δασκάλους, που ήταν μπουχτισμένοι από τις ατέλειωτες νομικίστικες συζητήσεις και θεωρείες τους. Τέτοια πρόσωπα δεν έχουν τίποτα να μάθουν, τίποτα να δεχθουν από Αυτόν. Αν τούτοι αναλάμβαναν την συνέχιση του έργου του Ιησού Χριστού, θα το διεστρέβλωναν τελείως, καθώς θα προσπαθούσαν να αναμείξουν στις δικές Του οδηγίες τις παλαιές προκαταλήψεις με τις οποίες ήσαν εμποτισμένοι.
Και από το άλλο μέρος, συνηθισμένοι στην δική τους ρουτινιασμένη, τυπική ευσέβεια, δεν θα μπορούσαν να αντέξουν και οι ίδιοι την γεμάτη ζωντάνια και ελευθερία διδασκαλία του Ιησού. Θα σκανδαλιζόταν και θα έπεφταν. Θα κατασρεφόταν όπως καταστρέφονται τα παλιά ασκιά όταν τους βάζεις μέσα καινούργιο κρασί, μούστο που βράζει.
Που να στρεφόταν λοπόν να βρεί τα καινούργια ασκιά που θ” άντεχαν μέσα τους την καινούργια διδασκαλία που έφερνε στους ανθρώπους; Που να διάλεγε τα μελλοντικά Του όργανα;
Στράφηκε και τα διάλεξε μεταξύ εκείνων που δεν είχαν ούτε δική τους σοφία, ούτε δικά τους χαρίσματα. Χρειαζόταν ψυχές των οποίων το μόνο χάρισμα να είναι η δεκτικότης τους στα λόγια Του. Καινούργιους ανθρώπους, καινούργιες πινακίδες, πάνω στις οποίες το χέρι Του να μπορεί να γράψει τους χαρακτήρες της Θείας αλήθειας, χωρίς τούτη να κινδυνεύει να περάσει από το κόσκινο μιας λανθασμένης ανθρώπινης σοφίας, που τελικά θα την διεστρέβλωνε: «Σ’ευχαριστώ, Πατέρα, Κύριε του ουρανού και της γης, διότι τα απέκρυψες αυτά από σοφούς και συνετούς και τα απεκάλυψες σε νήπια» (Λουκ. Ι 21). Αυτά τα νήπια θα σώσουν την αλήθεια, και η αλήθεια θα σώσει αυτούς. Αυτό σημαίνουν τούτα τα λόγια: «Και αμφότερα, και το κρασί και τα ασκιά, διατηρούνται».
Να λοιπόν γιατί διάλεξε τον Λευί τον τελώνη, γεγονός που τόσο τους σκανδάλισε. Από τότε μέχρι σήμερα τέτοιους διαλέγει, για να τους εμπιστευθεί τους θησαυρούς Του. Ο Ιησούς ήλθε να φτιάξει ένα καινούργιο σύστημα, και ένα καινούργιο σύστημα απαιτεί καινούργια πρόσωπα. Γι” αυτό στράφηκε πρώτα στους παρακατιανούς της εποχής Του, και στην συνέχεια στους Εθνικούς, εγκαταλείποντας τελείως τους Ιουδαίους.
Και με αυτούς τους παλαιούς, τα παλιά ασκιά, τι θα γίνει; Είναι αυτοί που σήμερα λένε, «Εμείς έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τα αφήσουμε». Α, γι” αυτούς υπομονή, λέγει ο Κύριος. Έτσι είναι τα πράγματα: «Κανείς που έχει πιεί παλιό κρασί, δεν θέλει αμέσως καινούργιο. Διότι λέγει, «Το παλιό είναι καλύτερο». Δεν είναι εύκολο να περάσει κάποιος από ενα σύστημα με το οποίο έχει ταυτισθεί από μωρό, σε μία ολοκληρωτικά διαφορετική αρχή ζωής. Τούτοι οι άνθρωποι, αν είναι να μεταστραφούν, χρειάζονται χρόνο. Η μεταστροφή ενός βαρειά αμαρτωλού μπορεί να είναι αιφνιδιαστική σαν κεραυνός, στην πρώτη κλήση. Αλλά εκείνη ενός θεοσεβούμενου προσώπου που στηρίζεται στα καλά του έργα θέλει χρόνο. Και η πρώτη τους αντίδραση είναι συνήθως μία βαθειά ανησυχία, είναι σαν να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Ας μην αφήσομε λοιπόν την αντιπάθεια, που δημιουργείται φυσιολογικά απ” αυτήν τους την αντίδραση, να κερδίσει έδαφος μέσα μας. Ας τους δώσουμε χρόνο, όπως έδωσε ο Κύριος στον Νικόδημο. Ίσως μεταστραφούν και αυτοί.
Αυτό το είχε καταλάβει τόσο καλά ο Παύλος όταν έγραφε στους Κορινθίους, «Έγινα εις τους Ιουδαίους σαν Ιουδαίος δια να κερδίσω Ιουδαίους, εις εκείνους που ήσαν υπό τον νόμον, έγινα σαν ήμουν υπό τον νόμον δια να κερδίσω εκείνους που ήσαν υπό τον νόμον». (Α” Κορ. Θ 20).
Να λοιπόν ποιά είναι η πραγματική αλήθεια του Ευαγγελίου, να και πως εργάσθηκε και πως εργάζεται και σήμερα ο Κύριος να την κάνει πράξη και ζωή στους ανθρώπους. Αν έτσι την έχουμε γευθεί και εμείς, έτσι και να την υπηρετήσουμε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6

Η ΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ. Λουκάς ΣΤ1-12.

«Ένα Σάββατον, το δεύτερον μετά το πρώτον, εβάδιζε δια μέσου των σπαρτών και οι μαθηταί του έκοβαν και έτρωγαν τα στάχυα, αφού τα έτριβαν με τα χέρια. Μερικοί από τους Φαρισαίους τους είπαν, «Γιατί κάνετε ότι δεν επιτρέπεται να κάνετε τα Σάββατα;». Και ο Ιησούς τους απεκρίθη, «Δεν εδιαβάσατε ποτέ τι έκανε ο Δαυίδ, όταν επείνασε αυτός και εκείνοι που ήσαν μαζί του; Πως εμπήκε στον οίκο του Θεού, επήρε τους άρτους της προθέσεως και έφαγε και έδωσε και σε εκείνους που ήσαν μαζί του, αν και δεν επιτρέπεπεται κανείς να τους φάει παρά μόνο οι ιερείς;». Και τους έλεγε, «Ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος του Σαββάτου». (Εδ. 1-5).

Υπήρχε μία βαθειά εχθρότητα της άρχουσας τάξης απέναντι στον Κύριο. Η βαθύτερη αιτία ήταν ότι οι θέσεις τις οποίες εδίδασκε ερχόταν σε σύγκρουση με τα δικά τους συμφέροντα. Συνεχώς ζητούσαν αφορμή για να στηρίξουν κατηγορία εναντίον Του. Και τέτοιες έβρισκαν πολλές, τους τις έδινε άλλωστε και ο Ίδιος, περιφρονόντας τις δικές τους διατάξεις και παραδόσεις. Ιδιαίτερα τους σκανδάλιζε η θέση που έπαιρνε απέναντι στην αργία του Σαββάτου. Ότι συνέβη και εδώ.
Τι ήταν αυτό το Σάββατο, το δεύτερο μετά το πρώτον. Ήταν, σε μερικές περιπτώσεις, η δεύτερη μέρα του σεληνιακού τους μήνα.
Η πράξη των μαθητών επιτρεπόταν από τον Νόμο. Γράφει το Δευτερονόμιο ΚΓ 25: «Όταν εισέρχεσαι εις τα σπαρτά του πλησίον σου, δύνασαι να αποσπάς στάχυα δια της χειρός σου». Αλλά εγινε Σάββατο. Και ήταν μία από τις 39 απαγορευμένες εργασίες που είχαν ορίσει οι Φαρισαίοι για το Σάββατο. Τούτο που έκαναν εδώ οι μαθητές το θεώρησαν σαν εργασία.
Ο Ιησούς εύκολα θα μπορούσε να τους αποδείξει ότι η πράξη των μαθητών Του, αν και αντίθετη με τον δικό τους κώδικα, ήταν σύμφωνη με τον Μωσαϊκό Νόμο. Αλλά τούτο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μία ατέλειωτη σοφιστική συζήτηση. Αντ” αυτού τους πηγαίνει κάπου άλλού. Σε κάτι που εκανε ο Δαυίδ σαν πείνασαν, κυνηγημένοι αυτός και οι συντροφοί του. Τούτο το γεγονός αναφέρεται στο Α” Σαμουήλ ΚΑ.
Η συμπεριφορά του Δαυίδ αλλά και του αρχιερέα Αχιμέλεχ βασίζεται στην αρχή, ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν μία ηθική υποχρέωση συγκρούεται μ” έναν τελετουργικό νόμο, ό τελευταίος πρέπει να υποχωρεί.
Ο νόμος, το έθιμο, το τυπικό καθήκον, είναι το μέσον, ενώ το ηθικό καθήκον είναι ο σκοπός . Πάντα ο σκοπός έχει προτεραιότητα πάνω στο μέσον.
Ο παραλογισμός του Φαρισαϊκού συστήματος ήταν ακριβώς αυτός, ότι υπέτασσε τον σκοπό στο μέσον. Ήταν ηθικό καθήκον του ιερέα Αχιμέλεχ να διαφυλάξει την ζωή του Δαυίδ και των συντρόφων του, λαμβάνοντας υπ” όψιν και την αποστολή τους, έστω και εις βάρος των τυπικών εντολών. Στο ΙΓ 15 ειδικά, τους φανερώνει την υποκρισία του, όταν τους λέγει ότι και αυτοί ενεργούν παρόμοια το Σάββατο, και όχι για ζωές ανθρώπων, αλλά για την αγελάδα και το γαϊδούρι τους, που δεν τ” αφήνουν νηστικά ούτε διψασμένα, και ας είναι αργία του Σαββάτου.
Έστω όμως, τους συνεχίζει ο Κύριος, ότι οι μαθητές μου έχουν καταστρατηγήσει την αργία του Σαββάτου. Παρόλα αυτά δεν έχουν αμαρτήσει, διότι το Σάββατο είναι στην διάθεση του Υιού του Ανθρώπου, και τούτοι εδώ είναι στην στην υπηρεσία Του.
Συγκεκριμένα: Ο θεσμός του Σαββάτου και γενικά όλοι οι θεσμοί έχουν τεθεί σαν εκπαιδευτικά μέσα που θα βοηθήσουν στην ηθική ανάπτυξη του ανθρωπίνου γένους. Σαν επιτελεσθεί τούτη η ηθική ανάπτυξη, όλα αυτά δεν χρειάζονται πλέον, καταργούνται.
Και τούτη η ηθική ανάπτυξη του ανθρωπίνου γένους έχει ήδη επιτελεσθεί στο πρόσωπο του φυσιολογικού αντιπροσώπου του, του «Υιού του ανθρώπου», του Ιησού Χριστού. Είναι, όπως έχομε αναπτύξει αλλού, το ένα από τα δύο έργα που ολοκλήρωσε ο Χριστός εδώ κάτω στην γη, η ηθική ανάπτυξη της ανθρώπινης φύσης στην τελειότητα που την προόριζε εξ” αρχής ο Θεός.
“Αρα γι” Αυτόν τον Ίδιο, και για όσους ενώνονται δια πίστεως με το προσωπό Του, τούτος ο θεσμός δεν έχει να προσφέρει τίποτα πλέον, γιατί ο στόχος έχει ήδη επιτευχθεί.
Υπάρχει π.χ. ο νόμος «μην κλέψεις». Αυτός ετέθη να βοηθήσει τους ανθρώπους να προχωρήσουν στην ηθική τελειότητα, που είναι η αγάπη, η αγάπη προς τον πλησίον. Αν μιά καρδιά αναγεννηθεί, αυτός ο νόμος είναι πλέον περιττός. Ο αναγεννημένος πιστός δεν θα κλέβει, αντιθέτως θα δίνει. Ο σκοπός ήδη επετεύχθει, άρα το μέσον είναι πλέον άχρηστο. Κάτι τέτοιο είναι και ο θεσμός του Σαββάτου.
Πέραν αυτού, και σαν Υιός του Θεού, είναι Κύριος πάνω σε όλους τους νόμους και τους θεσμούς, και σ” αυτόν του Σαββάτου, τον οποίον έχει την εξουσία να τον τροποποιήσει ή και να τον καταργήσει τελείως.
Ο Μάρκος προσθέτει στην διήγησή του: «Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο». Ο Θεός δεν δημιούργησε τον άνθρωπο για να δοξάσει το Σάββατο, αλλά όρισε το Σάββατο για το καλό του ανθρώπου. Αν τώρα το «καλό» του ανθρώπου και η αργία του Σαββάτου συγκρούονται, τούτη η τελευταία πρέπει οπωσδήποτε να υποχωρεί. «Ώστε», συνεχίζει ο Μάρκος (Β 28), «εφόσον ο Υιός του ανθρώπου είναι η κεφαλή του ανθρωπίνου γένους, έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει και τούτο τον κανονισμό, προς όφελος φυσικά του γένους».
Να θεωρήσωμε ότι με τούτα που λέγει εδώ ο Κύριος μας εξουσιοδοτεί να καταργήσωμε τελείως τον θεσμό του Σαββάτου (της Κυριακής σήμερα); Όχι, κατά κανέναν τρόπο. Θυμόσαστε το προηγούμενο κεφάλαιο (Ε 34, 35) που μίλησε για την νηστεία; Δεν κατάργησε την νηστεία, αλλά στη θέση εκείνης της τυπικής νηστείας εθεσμοθέτησε μιά νηστεία καθαρά πνευματική. Έτσι και εδώ, δεν καταργεί τον θεσμό του Σαββάτου, αλλά τον ελευθερώνει από την δουλική υποταγή στις ανθρώπινες τυπικότητες, και τον κάνει το μέσον για την ικανοποίηση μιας εσωτερικής ανάγκης του πιστού, της ανάγκης του να λατρεύσει τον Θεό και Πατέρα του.
Κάποτε θα έλθει η κατάργηση και αυτού και όλων των άλλων θεσμών. Είναι τότε που το λυτρωμένο ανθρώπινο γένος θα έχει φθάσει στο τέλειο ανάστημα του Υιού του ανθρώπου. Τότε στην παρουσία Του. Ακόμα όμως σήμερα εξυπηρετεί τον σκοπό που τον ορίζουν τούτα τα λόγια: «Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο», και θα διαρκέσει όσο διαρκεί τούτη η γήινη οικονομία, για την οποία και το Σάββατο συνεστήθη, και προς την φύση της οποίας είναι τέλεια προσαρμοσμένο.

«Ένα άλλο Σάββατο εμπήκε εις την συναγωγήν και εδίδασκε και ήτο εκεί κάποιος που είχε το δεξί του χέρι ξερό. Και τον εκοίταζαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, εάν θα κάνει θεραπείαν το Σάββατον, δια να βρουν κατηγορία εναντίον του. Αυτός εγνώριζε τας σκέψεις των και είπε εις τον άνθρωπο που είχε ξερό το χέρι, «Σήκω και στάσου εις το μέσον». Εκείνος εσηκώθηκε και εστάθηκε. Τότε ο Ιησούς τους είπε, «Σας ερωτώ: τι επιτρέπεται να κάνει κανείς τα Σάββατα, καλό ή κακό; Να σώσει μιά ζωήν ή να την καταστρέψει;» Και αφού κύτταξε όλους γύρω του είπε, «Άπλωσε το χέρι σου». Εκείνος το έκανε και έγινε πάλι γερό το χέρι του όπως το άλλο. Αυτοί δε έγειναν εξω φρενών και συζητούσαν μεταξύ τους τι να κάνουν δια τον Ιησούν. Κατά τας ημέρας αυτάς εβγήκε εις το βουνό δια να προσευχηθεί και διενυκτέρευσε προσευχόμενος εις τον Θεό» (Εδ. 6-11).

Τούτος ο άνθρωπος θα πρέπει να είχε μάλλον το χέρι παράλυτο ή ατροφικό.
Σαν μπήκε ο Κύριος εις την συναγωγή και εκάθισε σε κάποιο μέρος, τα μάτια των γραμματέων και των Φαρισαίων μιά κύτταζαν τον Κύριο, μιά τον άνθρωπο με το παράλυτο χέρι, να δουν τι θα κάνει. Γνώριζαν πολύ καλά την ευαισθησία Του για τους ανήμπορους.
Όχι ότι το ενδιαφέρον τους ήταν για την θεραπεία του ανθρώπου. Ευκαιρεία έψαχναν να βρούν για να κατηγορήσουν τον Ιησού. Και η ευκαιρεία θα τους δινόταν αν τον θεράπευε, γιατί η ημέρα ήταν Σάββατο, και κατά το Σάββατο, σύμφωνα με τις δικές τους διατάξεις, δεν επιτρεπόταν καμμία περιποιήση αρρώστου, εκτός εάν κινδύνευε η ζωή Του. Υπήρχε και μία αυστηρότερη σχολή, κάποιου Shammai, που απηγόρευε ακόμα και την παρηγοριά των ασθενών εκείνην την ημέρα.
Ο Κύριος όμως διεισδύει με την σκέψη Του μέσα στις προθέσεις τους, και σαν να Τον ευχαριστεί όλο αυτό, δίνει στο έργο που πρόκειται να κάνει την μεγίστη δυνατή δημοσιότητα. Διατάζει τον άνθρωπο με το παράλυτο χέρι να σταθεί στο μέσον της συγκέντρωσης.
Σαν εκείνος στάθηκε εκεί, τους λέγει: «Σας ερωτώ: Τι επιτρέπεται να κάνει κανείς το Σάββατο, καλό ή κακό; Να σώσει μία ζωήν ή να την καταστρέψει;».
«Καλό» είναι να «σώσεις μία ζωήν».
«Κακόν» είναι «να καταστρέψεις μία ζωήν», δηλαδή να είναι στο χέρι σου να την ευεργετήσεις, και να μην το κάνεις.
Με άλλα λόγια, τους λέει έμμεσα με τούτη την ερώτηση: Έτσι που έχετε καταντήσει εσείς το Σάββατο, το έχετε κάνει ημέρα που επιτρέπεται επισήμως να βασανίζετε και να σκοτώνετε, γιατί, τι άλλο μπορεί να θεωρηθεί η απαγόρευσή σας να φροντίζετε τούτη την ημέρα τους ανήμπορους; Όπως είπαμε παραπάνω, κακό είναι να μπορείς να κάνεις το καλό και να μην το κάνεις.
Τούτα τα λόγια πόσο αποκαλύπτουν και τον χαρακτήρα του Κυρίου μας! Η συμπάθεια Του για τους πάσχοντας τον κάνει να νοιώθει κάτι σαν υπεύθυνος για τα βάσανα που δεν μπορεί να ανακουφίσει.
Κάποιος βέβαια θα μπορούσε να πει, το θέμα δεν ήταν τόσο επείγον, γιατί δεν ανέβαλε την θεραπεία για την επομένη; Σ” αυτή την ερώτηση ίσως έδινε την απάντηση που θα έπρεπε να είχε δώσει ο καθένας από εμάς: Το αύριο ανήκει στον Θεό. Μόνον το σήμερα ανήκει σε εμάς. Ή όπως μας λέγει στον Λόγο Του: «Ενόσω έχομεν καιρον, ας εργαζόμεθα το καλόν προς πάντας, μάλιστα δε προς του οικείους της πίστεως». (Γαλ. ΣΤ 10). Μην χάσωμε σήμερα την ευκαιρεία, αφηνοντάς την για αύριο.
Μετά την ερώτηση , μια βαθειά σιγή απλώθηκε, μας λέγει ο Μάρκος στο Γ4. Δεν μπόρεσαν ν” απαντήσουν τίποτα. Έπεσαν οι ίδιοι στην παγίδα που είχαν στήσει.
Τότε ο Κύριος, συνεχίζει ο Μάρκος, γύρισε, τους κύτταξε με ένα βαθύ βλέμμα, καθώς είχαν περιστοιχηθεί γύρω Του, με λύπη, αγανακτισμένος για την σκληρότητα της καρδιάς τους. Στην συνέχεια δίνει εντολή στον άρρωστο: «Άπλωσε το χέρι σου».
Τούτη η εντολή θα δημιούργησε έκπληξη. Γιατί ήταν ακριβώς τούτο που δεν είχε την δύναμη ο άρρωστος να κάνει.
Αλλά όταν ο Λόγος του Θεού δίνει εντολή στην πίστη του ανθρώπου να κάνει κάποιο βήμα, μέσα στην εντολή περιέχεται και η υπόσχεση για την δύναμη που χρειάζεται προς τούτο, φθάνει η θέληση να θελήσει να υπακούσει.
Ο παράλυτος δεν έχει παρά να κάνει την απόπειρα, βασιζόμενος στον λόγο του Ιησού, και η Θεία Δύναμη θα έρθει βοηθός σε τούτη την προσπάθεια.
«Εκείνος το έκανε και έγεινε πάλι γερό το χέρι του όπως και το άλλο». Ήταν λόγος Θεού, υπάρχει περίπτωση να μην πραγματοποιηθεί σαν ο άνθρωπος τον υπακούσει;
Ήταν ένα ολοφάνερο θαύμα μπρος στα μάτια τους. Τί θα έπρεπε να κάνουν; Διαβάζομε τι έκαναν: «Αυτοί δε έγιναν εξω φρενών και συζητούσαν μεταξύ τους τι να κάνουν εις τον Ιησούν». Το κείμενο λέγει «επλήσθησαν ανοίας». «Ανοία», κατά γράμμα σημαίνει, «απουσία του νου», απουσία της ικανότητας να διαχωρίζεις το καλό από το κακό, την αλήθεια από το ψέμμα. Πάντα το πάθος, ο φθόνος, καταστρέφει την αίσθηση του ανθρώπου για το καλό και την αλήθεια.
Μετά την θεραπεία του ανθρώπου με το παράλυτο χέρι στην συναγωγή, ο Λουκάς που έχει καταγράψει τα πράγματα με την χρονολογική τους σειρά, μας αναφέρει δύο γεγονότα, την εκλογή των 12 μαθητών από τον Κύριο, και την επί του όρους ομιλία Του. Ήταν δύο από τις πλέον αποφασιστικές πράξεις της επίγειας διακονίας Του. Να ρίξουμε μιά ματιά στις ιστορικές περιστάσεις που Τον οδήγησαν σ” αυτές Του τις ενέργειες – τονίζοντας ότι η επί του όρους ομιλία, οι γνωστοί μας μακαρισμοί, δεν είναι απλά μία σειρά οδηγιών που έδωσε ο Κύριος εις τους μαθητάς Του, αλλά κάτι πολύ περισσότερο απ” αυτό, όπως θα δούμε στην συνέχεια.
Ξεκινόντας ο Κύριος το έργο Του απευθύνθηκε σε όλους. Η άρχουσα τάξη όμως, και όσοι επηρεαζόταν από αυτήν, κράτησε εχθρική στάση απέναντί Του. Η κρίση πρωτοξέσπασε στην Ιουδαία μετά την θεραπεία του παραλυτικού το Σάββατο (Ιω. Ε), και ακολούθησε στην Γαλιλαία. Σε τούτο συνετέλεσε η τολμηρή συμπεριφορά του Κυρίου, που προκάλεσε την εχθρότητα τους, καλόντας όπως είδαμε για μαθητή Του έναν τελώνη, τονίζοντας καθαρά τον διαφορετικό χαρακτήρα της δικής Του διδασκαλίας με το υπάρχον σύστημα, και αψηφόντας τις δικές τους διατάξεις περί Σαββάτου, καθαρισμών ,νηστειών κ.λ.π.
Η εκλογή των 12 και η Επί του Όρους Ομιλία είναι οι συνέπειες αλλά και η λύση στην οποία οδηγήθηκε ο Κύριος για να αντιμετωπίσει τούτη την κρίσιμη κατάσταση.
Έως αυτή την ώρα ήταν ικανοποιημένος με την συγκέντρωση προσηλύτων γύρω Του, καλόντας μερικούς από αυτούς να Τον συνοδεύουν ταχτικά, αλλά όχι μόνιμα, σαν μαθητές Του.
Τώρα όμως είδε ότι ήλθε η στιγμή να δώσει στο έργο Του μιά πιό συγκεκριμένη μορφή, και να οργανώση τους δικούς Του. Του το επέβαλε η ανάγκη. Και αρχίζει, αν μας επιτρέπεται να το πούμε έτσι, την οργάνωση του στρατού Του, φτιάχνοντας πρώτα την λίστα των αξιωματικών Του. Ήταν το πρώτο και μοναδικό μέτρο οργάνωσης που πήρε ο Ίδιος, η εκλογή αυτών των 12. Και τούτο Τον ικανοποίησε, Του άρκεσε μέχρι εκεί, γιατί τούτη η ομάδα των 12, άπαξ και συνεστήθη, θα έπαιρνε και αυτή με την σειρά της ότι επί πλέον μέτρα χρειαζόταν σαν ερχόταν ο καιρός γι” αυτούς.
Ο αριθμός 12 έχει σημασία. Ο λαός του Θεού, ο Ισραήλ, κατάγεται από τους 12 Πατριάρχες, τα παιδιά του Ιακώβ. 12 λοιπόν καινούργιους πατριάρχες υψώνει ο Θεός στα πρόσωπά τους. 12 πατριάρχες ενός νέου κόσμου, του κόσμου του Θεού, ενός πνευματικού Ισραήλ, που επρόκειτο να υποκαταστήσει τον παλαιό. 12 καινούργιες φυλές θα γεννηθούν απ” τον Λόγο που εμπιστεύεται σε αυτούς τους ανθρώπους, για να σχηματίσουν την άγια ανθρωπότητα που ο Ιησούς ήρθε να εγκαταστήσει στην γη. Τούτη η εκλογή των 12 ήταν μία καθαρά Μεσσιανική ενέργεια.
Η πράξη όμως αυτή του Κυρίου είναι ταυτόχρονα και η αρχή του διαζυγίου Του με τον παλαιό κόσμο του Θεού. Ο Κύριος δεν ξεκίνησε να πλαισιώνει τον νέον Ισραήλ, παρά μόνον σαν διαπίστωσε την ανάγκη να σπάσει κάθε δεσμό με τον παλαιό. Στην αρχή εργάσθηκε να τον μετασχηματίσει. Αλλά εις μάτην, διότι συνάντησε πεισματική αντίδραση. Τίποτα άλλο τώρα δεν Του μένει παρά να τον υποκαταστήσει μ” έναν καινούργιο.
Το προσηλωμένο πλήθος που Τον περιβάλλει εκεί στο Όρος, όπως θα δούμε στην συνέχεια, θα αποτελέσει τον πυρήνα αυτού του καινούργιου κόσμου. Εκεί εγκαινιάζει επίσημα την βασιλεία του Θεού πάνω στην γη. Εκεί τους αναγγέλει τον καινούργιο νόμο βάσει του οποίου θα κυβερνώνται, είναι αυτός της αγάπης. Ο καινούργιος κόσμος που εδώ ξεκινά, και περιλαμβάνει όλους εκείνους που μετά από προσωπική μεταστροφή ο καθένας προσκολλάται στον Χριστό, πρόκειται ν” απορροφήσει μέσα του όλα όσα ανήκουν στον Θεό από τον παληό κόσμο.
Καθώς μιλά, απεναντί Του έχει τους αποστόλους, είναι, όπως είπαμε, ο πυρήνας του νέου Ισραήλ. Πουθενά όμως δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των απστόλων και των πιστών Του γενικά. Ο κάθε πιστός από τότε πρόκειται να είναι «το αλάτι της γης», «το φως του κόσμου». Ο κάθε πιστός Του είναι ένας από εκείνους τους «πτωχούς στο πνεύμα», τους «πεινασμένους για δικαιοσύνη», από τους οποίους ο νέος κόσμος πρόκειται να συντεθεί.
Εκεί πάνω στο όρος, ο Ιησούς χαιρετίζει την εμφάνιση αυτού του νέου λαού στην γη, και προαναγγέλει την μελλοντική δράση του.
Ήταν τόσο σπουδαίες αυτες αι δύο πράξεις που επρόκειτο να κάνει, η εκλογή των 12 και τα εγκαίνια της Βασιλείας, που πρετοιμάστηκε γι” αυτά μία ολόκληρη νύκτα με περισυλλογή και προσευχή:

«Κατά τας ημέρας αυτάς εβγήκε εις το βουνό δια να προσευχηθεί και διενυκτέρευσε προσευχόμενος εις τον Θεόν.
Όταν έγινε ημέρα, εφώναξε κοντά Του τους μαθητάς του και εδιάλεξε από αυτούς δώδεκα, τους οποίους και ονόμασε αποστόλους». (ΣΤ 12-13).

Ο Λουκάς μας αναφέρει και άλλες φορές για τούτη την ανάγκη του Κυρίου για προσευχή, που συχνά Τον έσυρε μακρυά, σε απομόνωση από τους άλλους (Δ52, Ε6).
Τούτη ηταν μία ειδική βραδυά προσευχής «Διενυκτέρευσε προσευχόμενος», μας αναφέρει ο Λουκάς, «εν τη προσευχή του Θεού». Φαίνεται εκεί στην παρουσία του Θεού, καθώς Τον ενατένιζε με τα πνευματικά Του μάτια, παρουσίασε εμπρός Του το έργο Του, εδώ που το είχε φθάσει, και ζητούσε την οδηγία Του για την συνέχεια. Η εκλογή των 12 ήταν ο καρπός τούτης της ολονύκτιας προσευχής.
Σε εκείνο το υψηλότερο φως, που στάθηκε ο Ιησούς τούτη την νύκτα, φάνηκε ότι αυτό ήτο το απαραίτητο μέτρο που ικανοποιούσε τις ανάγκες της παρούσης κατάστασης.
Θα τους παρουσίασε έναν έναν, και το δάκτυλο του Πατέρα κατέδειξε εκείνους στους οποίους θα εμπιστευόταν το έργο της σωτηρίας του κόσμου.
Προς το πρωί είχαν όλα ξεκαθαρίσει, η επιλογή είχε γίνει:

«Όταν έγινε ημέρα, εφώναξε κοντά του τους μαθητάς του και εδιάλεξε από αυτούς δώδεκα, τους οποίους και ονόμασε αποστόλους, τον Σίμωνα, τον οποίον ωνόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα, τον αδελφόν του, τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην, τον Φίλιππον και τον Βαρθλομαίον, τον Ματθαίον και τον Θωμάν, τον Ιάκωβον τον υιόν του Αλφαίου, τον Σίμωνα, ο οποίος καλείται Ζηλωτής, τον Ιούδαν τον υιόν του Ιακώβου, και τον Ιούδαν τον Ισκαριώτην, ο οποίος και έγινε προδότης» (ΣΤ 13-16).

Σαν τους ξεχώρισε από τους υπολοίπους μαθητάς, τους έδωσε ένα ειδικό όνομα, τους ονόμασε «Αποστόλους». Ποιό θα ήταν το λειτούργημα των 12 αυτών Αποστόλων; Όπως αλλού ανέφερε ο Ίδιος, θα ήταν οι «μάρτυρές Του». Θα μαρτυρούσαν στον κόσμο όσα είδαν και άκουσαν κοντά Του. Το λειτούργημα όμως των Αποστόλων είναι και κάτι παραπάνω: Διαβάζομε στην Β. Κορινθίους Ε20: «Είμεθα πρεσβευταί του Χριστού. Είναι σαν να σας προέτρεπε ο Θεός δια μέσου ημών». Θα είναι οι πρεσβευτές της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο, σαν ο Κύριος θα έφευγε στον Ουρανό. Τι είναι ο «Πρεσβευτής»; Είναι ο πλήρως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ενός κράτους σ” ενα άλλο.
Πρώτον ο Λουκάς αναφέρει τον Σίμωνα. Θεωρήθηκε η κεφαλή των 12. Πίσω από την αστάθεια του χαρακτήρα του ο Κύριος είχε διακρίνει την τόλμη, τον ζήλον, την ενεργητικότητα, και τις ικανότητες για αρχηγία σε τούτο το άτομο. Του άλλαξε και το όνομα. Το έκανε «Κηφά», που στα Ελληνικά σημαίνει «πέτρα». Θα γινόταν η πέτρα πάνω στην οποία θα θεμελίωνε το οικοδόμημα της Εκκλησίας Του. Και πράγματι ήταν πάνω στην μαρτυρία αυτού του τολμηρού ομολογητή με την οποίαν ξεκίνησε η Εκκλησία Του, τόσο στον Ισραήλ, την ημέρα της Πεντηκοστής, (Πρ. Β), όσο και στα Έθνη, με τον Κορνήλιο (Πρ. Ι).
Ο Ιάκωβος ήταν ο πρώτος που μαρτύρησε από τους 12. Και τούτο γιατί ήταν αυτός που ασκούσε την μεγαλύτερη επιρροή μετά την Πεντηκοστή.
Ο Ιωάννης ήταν ο προσωπικός φίλος του Ιησού, ίσως αυτός που Τον ένοιωθε πιό καλά. Ενώ όλοι οι άλλοι είχαν εντυπωσιασθεί από τα θαύματα και την ηθική διδασκαλία του Κυρίου, ο Ιωάννης είχε ελκυσθεί από το πρόσωπό Του. Γι” αυτό κράτησε στην καρδιά του, και αποθησαύρισε για εμάς στο Ευαγγέλιό του, όσα είπε ο Ιησούς σχετικά με τον εαυτόν Του, την συνείδηση που είχε ο Ίδιος για τον εαυτόν Του.
Ο Ματθαίος, όντας προηγουμένως ένας τελώνης, ήταν ο πιό εξοικειωμένος από τους συντρόφους Του στην χρήση της πένας. Να γιατί ήταν ο πρώτος που αισθάνθηκε την ανάγκη να καταγράψει την ιστορία και τις οδηγίες του Ιησού. Η διήγηση της κλήσης του υπονοεί ότι κατείχε ασυνήθη ενεργητικότητα, αποφασιστικότητα και δύναμη πίστης. Ίσως γι” αυτό ο Ιησούς τον είδε πιό κατάλληλο για να τον συνδέσει με τον Θωμά, έναν άνδρα σοβαρό, αλλά διστακτικό και επιρεπή σε αμφιβολλίες (τους αναφέρει ζευγάρι αυτούς τους δύο, ίσως έτσι ζευγάρι και να τους απέστειλε τότε πρίν από Αυτόν).
Και για τον Σίμωνα τον Ζηλωτή να πούμε ότι μάλλον άνηκε στην φανατική εκείνη μερίδα των «Ζηλωτών», που τελικά έφεραν την καταστροφή στο Έθνος τους, οδηγόντας το σε ανοικτή ρήξη με τους Ρωμαίους.
Ο Ιούδας θα πρέπει να ήταν ένας χαρακτήρας κρύος, επιφυλακτικός και υπολογιστής. Ήταν τόσο κλειστός, που με εξαίρεση ίσως τον Ιωάννη, κανένας από τους άλλους Αποστόλους δεν κατάλαβε τι έκρυβε μέσα του. Είχε δε τόσο θράσος που τόλμησε να αντιπαραταχθεί και με τον Ίδιο τον Κύριο, τότε που Τον παρετήρησε, γιατί να χυθεί το μύρο για τα πόδια Του, και να μην πουληθεί για τους φτωχούς (Ιω. ΙΒ 4,5).
Με τι κίνητρο άραγε ο Κύριος διάλεξε έναν άνθρωπο με τέτοιο χαρακτήρα;
Και αυτός, όπως και οι άλλοι, είχε προσκολληθεί στον Ιησού σαν μαθητής Του αυθόρμητα. Τούτο σημαίνει πως υπήρχε ένα σπέρμα πίστης μέσα του, ίσως στην αρχή και ένας φλογερός ζήλος για την υπόθεση του Ιησού. Αλλά επίσης υπήρχε μέσα του, όπως και στους άλλους, ο ατομισμός και οι φιλόδοξες επιθυμίες, που ήλπιζε να τις ικανοποιήσει σαν πραγματοποιόταν η Μεσσιανική Επανάσταση.
Μεσ” την καρδιά του, όπως και στων άλλων, συγκρουόταν δύο δυνάμεις, η ταπείνωση και η πίστη στο πρόσωπο του Ιησού από την μία μεριά, η υπερηφάνεια και η απιστία από την άλλη. Εάν υπερτερούσε η πρώτη, η αγιαστική δύναμη του Πνεύματος του Χριστού θα καθάριζε τούτη την καρδιά, όπως καθάρισε και τις άλλες 11, και αναρίθμητες άλλες καρδιές από τότε.
Αυτό για τον Ιούδα ήταν ένα θέμα ηθικής ελευθερίας. Όσο για τον Κύριο, θα πρέπει εκείνη την μακρυά νύχτα να έφερε την βαθειά του ανησυχία για αυτό το πρόσωπο στον Πατέρα, και τελικά να υπετάγει στην Θεία οδηγία, να τον περιλάβει στον κύκλο των 12. Ίσως να ήλπιζε ότι έτσι θα επιτυγχάνετο ο καθαρισμός της καρδιάς του, ενώ εάν τον απομάκρυνε θα τον ερέθιζε και θα τον αποξένωνε για πάντα.
Αλλά να πούμε ότι, πέραν των άλλων, και ο Ιούδας εξεπλήρωσε το αποστολικό του λειτούργημα. Η απελπισμένη του κραυγή, «έχω παραδόσει αίμα αθώο», είναι μία μαρτυρία που αντηχεί μέσα στους αιώνες τόσο δυνατά, όπως και το κήρυγμα του Πέτρου την Πεντηκοστή, ή όπως η κραυγή του αίματος του Ιακώβου, του πρώτου μάρτυρα. Μη ξεχνάμε, το βασικό αποστολικό λειτούργημα ήτο η μετάδοση της άγιας εικόνας του Χριστού στον κόσμο.
Έχοντας γύρω Του αυτούς τους 12, μαζί με το πολυάριθμο πλήθος των μαθητών απ” όπου τους διάλεξε, ο Ιησούς κατεβαίνει από το βουνό, και ανεβαίνοντας σε κάποιο ύψωμα στην πλαγιά του σταματά. Το πλήθος που Τον περιμένει στους πρόποδες του βουνού ανεβαίνει και μαζεύεται γύρω Του. Είναι εδώ, όπως είπαμε, που κάνει τα επίσημα εγκαίνεια της Βασιλείας που ήλθε να ιδρύσει. Είναι η Επί του Όρους Ομιλία.
Πριν όμως αρχίσει την ομιλία Του, φροντίζει να τους ανακουφίσει από τους πόνους και τις αρρώστειες τους. Εκείνη την ημέρα έγιναν πολλά και μεγάλα θαύματα.

«Και κατέβηκε μαζί τους και εστάθηκε εις ένα τόπο πεδινό όπου ήσαν πολλοί μαθηταί του και πολύς κόσμος από όλη την Ιουδαίαν και την Ιερουσαλήμ και την παραλία της Τύρου και της Σιδώνος, οι οποίοι είχαν έλθει για να τον ακούσουν και να θεραπευθούν από τις αρρώστειες τους και όσοι ενοχλούντο από πνεύματα ακάθαρτα, εθεραπεύοντο. Και όλος ο κόσμος εζητούσε να τον αγγίξει διότι έβγαινε απ” αυτόν δύναμις και τους εθεράπευε όλους». (ΣΤ 17-19).

Η ΕΠΙ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΟΜΙΛΙΑ
Ξέρετε πως ξεκίνησαν οι μεγάλες επαναστάσεις; Συνήθως κάπως έτσι: Υπήρξε ένας αρχηγός. Σε κάποια προσδιορισμένη ώρα παρουσιάζεται σ” ένα δημόσιο μέρος, περιβαλλόμενος από τους βασικούς οπαδούς του. Τα πλήθη συγκεντρώνονται. Αυτός αρχίζει να τους κάνει συμμετόχους των σχεδίων του λέγοντας τους τα εξής:
α) Προσδιορίζει πρώτα σε ποιούς απευθύνεται: π.χ. Εσείς φτωχοί εργαζόμενοι, που είσαστε φορτωμένοι με βάσανα και μόχθο.
β) Μετά φέρνει εμπρός τους τις ελπίδες της νέας εποχής που πρόκειται να ανατείλει.
γ) Στην συνέχεια διακηρύσσει την νέα αρχή που θα κυβερνήσει την ανθρωπότητα στο μέλλον: Ισότητα, αγάπη, δικαιοσύνη.
δ) Τέλος τους εξηγεί τον νέο νόμο, προσδιορίζοντας τις αμοιβές αυτών που θα τον ακολουθήσουν, και τις ποινές, την τύχη που περιμένει, αυτούς που δεν θα τον δεχθούν.
Και εκείνη η τελευταία βασιλεία που αναφέρει ο Δανιήλ στην προφητεία του έτσι ακριβώς ξεκίνησε, από κάποιο βουνό της Ιουδαίας, πριν από 2000 χρόνια περίπου.
Ας το φέρουμε πάλι στην μνήμη μας: Ο Κύριος ανεβασμένος σ” έναν λόφο. Δίπλα Του ο στενός Του κύκλος, οι μαθητές. Ολόγυρα «πολύς κόσμος από όλη την Ιουδαία και την Ιερουσαλήμ και την παραλία της Τύρου και Σιδώνος». (Λουκάς ΣΤ 17). Ήταν τότε ακριβώς που εγκαινίασε δημόσια την νέα βασιλεία. Έκανε την πρόσκληση, και ταυτόχρονα όρισε το σύνταγμα, τον καταστατικό χάρτη, πάνω στον οποίον τούτη η βασιλεία θα θεμελιωνόταν.
Και πρώτα η πρόσκληση. Ποιούς κάλεσε τότε, ποιούς καλεί συνέχεια μέχρι και σήμερα:
«Μακάριοι είσθε εσείς οι πτωχοί, διότι δική σας είναι η βασιλεία του Θεού. Μακάριοι είσθε σεις που τώρα πεινάτε, διότι θα χορτάσετε. Μακάριοι είσθε εσείς που τώρα κλαίτε, διότι θα γελάσετε».
«Πτωχοί» , απ” το ρήμα «πτώσω», δίνει πιό πολύ την ιδέα της ταπείνωσης, παρά της οικονομικής φτώχειας.
«Πεινώντες» , δηλώνει μάλλον εκείνους που η φτώχεια τους καταδικάζει σε μια ζωή μόχθου και στερήσεων.
«Κλαίοντες» , είναι όλοι εκείνοι που έχουν λυγίσει κάτω απ” τις δοκιμασίες της ζωής.
Όλα εκείνα τα πρόσωπα που η κοινή γλώσσα τα ονομάζει «δυστυχισμένα», ο Ιησούς τα χαιρετίζει με το επίθετο «Μακάριοι».
Και οι περισσότεροι που τούτη την ώρα έχουν μαζευθεί γύρω από τον Κύριο, είναι τέτοιοι. Μέσα σ” αυτούς λοιπόν που διψασμένοι έχουν έλθει να Τον ακούσουν, βλέπει ο Κύριος τα πρώτα μέλη της Βασιλείας που τώρα εγκαινιάζει.
Αλλά μπορεί τούτη η κατηγορία των ανθρώπων να γίνουν μέλη της νέας Βασιλείας απλά και μόνο διότι είναι φτωχοί και δυστυχισμένοι; Ένα εδάφιο από τον Ησαία μπορεί να μας δώσει την απάντηση : «Σε ποιόν λοιπόν θα επιβλέψω;» (λέγει ο Κύριος). «Εις τον πτωχόν, σ” αυτόν που έχει συντετριμμένο πνεύμα, και τρέμει τον λόγο μου.»
Τι κάνει η φτώχεια και τα βάσανα στον άνθρωπο; Του συντρίβουν την καρδιά, τον κάνουν ταπεινό, τον κάνουν δεκτικό να λάβει τούτη την ευλογία της Βασιλείας, που ο Θεός σε όλους θέλει να δώσει. Αντίθετα, ο πλούτος και η ευημερία, η καλοπέραση, προδιαθέτουν την καρδιά σε υπερηφάνεια και σκληρότητα. Είναι ακριβώς η φτώχεια και τα βάσανα που οδηγούν την ψυχή στο να εκζητήσει τον Θεό και την χάρη Του.
Καθώς τους είδε τότε, καθώς βλέπει από τότε καρδιές ανοικτές σε τούτη την πρόσκληση, ο Κύριος αισθάνθηκε και αισθάνεται χαρά. Που πηγάζει αυτή η χαρά Του; Από τις θαυμαστές υποσχέσεις που μπορεί να προσφέρει σε τέτοιους ακροατές: «Είσθε μακάριοι διότι η βασιλεία του Θεού είναι δική σας».
Αλήθεια, τι είναι η Βασιλεία του Θεού;
Η Βασιλεία του Θεού είναι μία κατάσταση πραγμάτων όπου το θέλημα του Θεού βασιλεύει πάνω από όλα. Πρώτα ξεκινά από την καρδιά του ανθρώπου, ενός ίσως στην αρχή, πιο πολλών στην συνέχεια. Θα έλθει δε κάποια μέρα όταν, αφού όλα τα ανυπότακτα στοιχεία θα έχουν κατανικηθεί ή απομακρυνθεί, θα ευρεθεί στις καρδιές όλων. Είναι μία τάξη πραγμάτων, λοιπόν, που από εσωτερική ή ατομική, τείνει να γίνει εξωτερική και κοινωνική, εως ότου τελικά κάνει κατοχή όλης της σφαίρας της ανθρώπινης ζωής, και θα εμφανισθεί σαν μία ιδαίτερη εποχή στην ιστορία. Tούτη η ένδοξη κατάσταση, επειδή επί του παρόντος υφίσταται κατά έναν τέλειο τρόπο μόνο σε μία ψηλότερη σφαίρα, ονομάζεται «Βασιλεία των ουρανών.»
Η υπόσχεση του Κυρίου στους «πτωχούς», στους «πεινώντες», στους «κλαίοντες»: Τούτη η βασιλεία όχι «θα είναι», αλλά «είναι», από τώρα, από τούτη την στιγμή δική σας, εφόσον η καρδιά σας είναι ανοικτή σ” αυτήν. Και όταν έλθει μεσ” την καρδιά σας, να οι ευλογίες που θα την ακολοθήσουν»:
α) Ενώ τώρα πεινάτε θα χορτάσετε. Να θυμηθούμε τι υπεσχέθη στην Σαμαρείτισσα: «Όποιος πίνει από το νερό αυτό θα διψάσει και πάλιν. Εκείνος όμως που θα πίει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω, θα γίνει μία εσωτερική πηγή νερού που θα αναβρύη εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. Δ13,14).
β) Ενώ τώρα κλαίτε για προσωρινές δυστυχίες, και η ψυχή σας πενθεί για τις αμαρτίες της, θα έρθει η παρηγοριά της Θείας αγάπης στην καρδιά σας και θα στρέψει όλο τούτο τον πόνο σε χαρά, σε γέλιο, (που είναι η εξωτερίκευση της τέλειας χαράς).
Πρώτα θα έλθουν οι πνευματικές ευλογίες, συγγνώμη και αγιότητα. Μα και οι υλικές δεν θα αργήσουν να τις ακολουθήσουν. Τέλος, το σπουδαιότερο, συμμετοχή σε εκείνη την λαμπρή εποχή που σε λίγο θα ανατείλλει στην γη, και θα μείνει αιώνια.
Το πρώτον λοιπόν: Που απευθύνεται η πρόσκληση; Στις κουρασμένες και φορτωμένες ψυχές.
Αλλά σας ενημερώνω, συνεχίζει ο Κύριος, θα έχετε και αντιπάλους που θα σας πολεμήσουν σκληρά. Εσείς όμως:

«Μακάριοι είσθε, όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι και όταν σας αφορίσουν και σας ονειδίσουν και δυσφημίσουν το όνομά σας ως πονηρόν εξ αιτίας του Υιού του ανθρώπου. Χαρήτε την ημέρα εκείνη και πηδήστε από χαράν, διότι η ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη εις τον ουρανόν. Διότι τα ίδια έκαναν οι πατέρες των εις τους προφήτας.»(Εδ. 22,23).

«Αφορίσουν»: Όπως κάνουν στην κρατική εκκλησία, ή το πιό βαρύ, θα σας αποκόψουν από την κοινωνία (αυτό σήμαινε τότε «αποσυνάγωγος»).
«Εκβάλωσιν το όνομα υμών ως πονηρόν»: Δηλαδή θα σας διαγράψουν από τις λίστες τους, από το δημοτολόγιο, διότι τάχα είσασθε εχθροί της κοινωνίας. Να σας πάρουν, ας πούμε, την ταυτότητα σας.
Ποιά θα είναι η αιτία γι” αυτούς τους διωγμούς; Το ότι όντως φέρονται άσχημα; Όχι, γιατί εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Η αιτία είναι μία: «Ένεκα του Υιού του ανθρώπου», γιατί ανήκουν στον Χριστό, στην δική Του Βασιλεία, γιατί υπηρετούν το έργο που ο Ίδιος άρχισε εδώ στην γη.
«Τουτο όμως να γίνει αιτία μεγάλης χαράς, να πηδήσετε από την χαρά σας», συνεχίζει ο Κύριος, «γιατί τούτα ακριβώς τα παθήματα υπέρ της Βασιλείας των ουρανών σας υψώνουν στην θέση των προφητών, των ανθρώπων του Θεού. Η ανταμοιβή η δική τους θα είναι και ανταμοιβή δική σας. Οι διωγμοί που θα συναντήσετε δεν είναι παρά μία συνέχεια των διωγμών που κατά καιρούς υπέστησαν οι άνθρωποι του Θεού. Τέτοιοι είστε εσείς τώρα πλέον».
Στην συνέχεια στρέφεται προς όλους αυτούς που δεν θα θελήσουν να δεχθούν την Βασιλεία του Θεού. Τι θα γίνει με αυτούς; Ας το ακούσομε από το στόμα του Κυρίου:

«Αλλοίμονον όμως σ” εσάς τους πλουσίους, διότι έχετε την παρηγορία σας. Αλλοίμονο σ” εσάς που είσθε τώρα χορτασμένοι, διότι θα πεινάσετε. Αλλοίμονο σ” εσάς που τώρα γελάτε γιατί θα πενθήσετε και θα κλάψετε. Αλλοίμονο σ” εσάς όταν όλοι οι άνθρωποι λέγουν καλά λόγια για σας, διότι έτσι ακριβώς εφέροντο οι πατέρες των προς τους ψευδοπροφήτας». (Εδ.24-26).

Είναι οι πλούσιοι, επειδή είναι πλούσιοι, που θα έχουν αυτό το οδυνηρό τέλος; Όχι. Θυμηθείτε τον Νικόδημο, τον Ιωσήφ από Αριμαθαίας, πλουσίους και τους δύο. Είναι επειδή τα πλούτη κάνουν την καρδιά περήφανη, την σκληραίνουν. Να η αιτία. Δεν ήταν η πλούσια τάξη που πρωτοστάτησε ανοικτά ενάντια στον Κύριο και την αποστολή Του; Έτσι μόνοι τους απέκλεισαν τους εαυτούς τους από την βασιλεία του Θεού.
Τούτοι όλοι που τώρα ειναι πλούσιοι, που είναι χορτάτοι, που γελάνε, που η κοινωνία τους έχει ανεβάσει ψηλά στην εκτιμησή της – και συνήθως ο κόσμος τέτοιους υψώνει – θα έρθει η ώρα που είτε σ” αυτόν τον κόσμο, είτε μετά θάνατο, θα γευθούν στερήσεις και βάσανα – μια κατάσταση τελείως αντίθετη από αυτή που τώρα ζουν – θυμηθείτε τον πλούσιο στον Άδη, στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Και τούτο γιατί αυτή η κατάσταση που ζουν τώρα συνοδεύεται από φιλάργυρο πνεύμα, από αδικία, από υπερήφανη αυτοϊκανοποίηση, και από βαθειά επιπολαιότητα. Φρόντισαν ατομιστικά μόνο για την ευτυχία τους σ” αυτόν τον κόσμο. Απόλαυσαν το κάθε τι που μπορούσαν. Δεν τους μένει τώρα πλέον παρά δυστυχία και βάσανα.
Αφού εξήγησε ο Κύριος ποίοι είναι κατάλληλοι να εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού και ποίοι θα απορριφθούν, τώρα προχωρά στην διακήρυξη του θεμελειώδη νόμου πάνω στον οποίον θα κτισθεί τούτη την νέα κοινωνία, και ο οποίος θα την κυβερνά:
Στα εδάφια 22, 23 τους είχε πει ότι θέλοντας να Τον ακολουθήσουν, θα γίνουν το αντικείμενο του μίσους του κόσμου. «Αλλα εσείς», τους ορίζει, «και μέσα σε αυτό το μίσος, έναν νόμο μόνο θα έχετε και θα υπακούτε, τον νόμο της αγάπης».
Πρώτα τους τον αναλύει στην ενεργητική του μορφή, μετα στην παθητική του, την αγάπη της υπομονής.
Ας ακούσουμε τον Ίδιο τον Κύριο:

«Αλλά σ” εσάς που με ακούτε, λέγω: Να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευεργετήτε εκείνους που σας μισούν, να ευλογήτε εκείνους που σας καταρώνται, να προσεύχεσθε δι” εκείνους που σας κακομεταχειρίζονται.» (Εδ.27-28).

«Με απλά λόγια, μέσα σε τούτο το μίσος που θα σας περιβάλλει, το δικό σας καθήκον που σας ορίζω είναι τούτο: Να αγαπάτε, να πραγματοποιήσετε στον κόσμο τον τέλειο νόμο που Εγώ σήμερα σας διακηρύττω.
Μέχρι τώρα θεωρούσατε σαν υψίστη αρετή να μην αποδίδεις κακό όταν σου κάνουν κακό. Εγώ ζητώ κάτι περισσότερο: Να υπερνικάς το κακό με το καλό». Έτσι ακριβώς το διατυπώνει ο Λόγος του Θεού στο Ρωμ. ΙΒ 21.
«Θα πρέπει, σε κάθε εκδήλωση μίσους, εσείς να απαντάτε με μία καινούργια εκδήλωση αγάπης. Αγαπάτε! Αγαπάτε! Ποτέ δεν μπορείτε να αγαπήσετε πάρα πολύ!»
«Πρώτα με τα έργα: «Καλώς ποιείτε-ευεργετείτε», μετά με τα λόγια: «ευλογείτε», τέλος η υψίστη εκδήλωση που είναι ταυτόχρονα, έργο και λόγος, «προσεύχεσθε περί των…». Αυτή θέλω να είναι αντιστοίχως η απαντησή σας στο «μίσος», στην «κατάρα», και στην «κακομεταχείριση» που θα σας κάνουν».
Τούτη η αγάπη βέβαια ξεπερνά τις δυνάμεις τους. Δεν είναι όμως ώρα ακόμα να τους πει για την πηγή από την οποία θα την αντλήσουν. Άλλωστε ο πόθος τους για μία τέτοια αγάπη, θα αποκαλύψει την αδυναμία τους να την πραγματοποιήσουν, και τούτη η αδυναμία είναι που θα τους κάνει να αναζητήσουν την πηγή. Από εκεί θα μπορέσουν να αντλήσουν τούτη την θεϊκή αγάπη, που επιδεικνύει τα πλούτη της συγχώρησης και της σωτηρίας προς έναν αποστάτη κόσμο που βρίσκεται σε έχθρα με τον Θεό.
Η αγάπη στην ενεργητική της μορφή. Στην συνέχεια ο Κύριος την περιγράφει και στην παθητική της μορφή, στην μορφή της υπομονής. Ας Τον ακούσομε:

«Εις εκείνον που σε κτυπά εις το σαγόνι, δώσε και το άλλο, και εκείνον που σου παίρνει το επανωφόρι, μην τον εμποδίσεις να σου πάρει και το υποκάμισσο. Δίδε εις οποιονδήποτε σου ζητεί, και από εκείνον που σου επήρε ό,τι σου ανήκει μην του ζητήσεις να σου το επιστρέψει.» (Εδ.29-30).

Θυμόσαστε τι μας λέει ο Λόγος του Θεού στην Α” Κορ.ΙΓ: «Η αγάπη μακροθυμεί… δεν ζητά το συμφέρον της…»
Η καρδιά του φυσικού ανθρώπου θεωρεί ότι κάνει μιά αρίστη πράξη όταν σέβεται τα δικαιώματα του συνανθρώπου της. Δεν πείραξα, δεν έβλαψα κανέναν, λένε, και καμαρώνουν. Δεν υψώνεται όμως στην μεγαλύτερη θέση του να θυσιάσει τα δικά της.
Ο Κύριος εδώ περιγράφει μια αγάπη που φαίνεται να αγνοεί τα δικά της δικαιώματα, και δεν γνωρίζει όρια στην αυτοθυσία της. Και χρησιμοποιεί παράδοξες εικόνες για να μας περιγράψει τούτο το Θείο ιδανικό.
Στα εδάφια 29,30 δεν μιλά για μπάτσισμα, αλλά για βίαιο κτύπημα στο σαγόνι. Και για βίαιη απόσπαση ρούχων, όχι απλή κλεψιά. Ένας Χριστιανός, όσον αφορά τον εαυτόν του, δεν θ” αρνιόταν τίποτα, ούτε θα αξιούσε τίποτα πίσω. Εάν λοιπόν κάνει είτε το ένα, είτε το άλλο, είναι πάντα έξω από την αγάπη. Η αγάπη είναι που κανονίζει αν θα αρνηθεί ή θα δώσει, αν θα διατηρήσει ή θα θυσιάσει τα δικαιώματά του.
Τούτες οι εικόνες έχουν μπερδέψει πολύ κόσμο. Άλλοι τις θεώρησαν υπερβολές. Άλλοι, ότι ο Κύριος θέλει να δώσει έμφαση στην αποφυγή της εκδίκησης. Άλλοι, ότι δεν μπορούν να ισχύουν παρά μεταξύ Χριστιανών. Ίσως υπάρχει αλήθεια σ” αυτές τις εξηγήσεις, αλλά δεν συλλαμβάνουν ολοκληρωτικά το νόημα. Εκείνο που εννοεί εδώ ο Κύριος είναι ότι, όσον αφορά τον εαυτόν της, η αγάπη δεν γνωρίζει όρια στην αυτοθυσία, στην αυταπάρνηση της. Η αληθινή αγάπη είναι άπειρη, σαν τον Ίδιο τον Θεό, του οποίου είναι η ουσία («Ο Θεός είναι αγάπη»). Η αγάπη ποτέ δεν έχει κανένα άλλο όριο, εκτός από την ίδια την αγάπη.
Και όσον αφορά τον Ιησού Χριστό, είναι στην αγάπη Του που ο άνθρωπος παραδίδεται, όταν παραδίδεται. Και είναι στην αγάπη Του που ανθίσταται, όταν ανθίσταται.
Στο κεφάλαιο ΣΤ, στα εδάφια 27-30, ο Κύριος την περιέγραψε στην ενεργητική της, αλλά και στην παθητική της μορφή, εκείνη της υπομονής. Στο επόμενο εδάφιο, το 31, την συνοψίζει σε δύο γραμμές:

«Να φέρεσθε στους άλλους όπως θα ηθέλατε να φερθούν σε εσάς».(Εδ.31).

Η καρδιά του φυσικού ανθρώπου λέγει: «Ότι είναι κακό σε εσένα μην το κάνεις στον συνανθρωπό σου», και σταματά εκεί. Αλλά η αγάπη λέγει με το στόμα του Ιησού, «Οτιδήποτε επιθυμείς για τον εαυτό σου, εκείνο κάνε στον συνάνθρωπό σου». Δηλαδή, «Μεταχειρίσου τον πλησίον σου σαν έναν άλλον εαυτόν σου.»
Να διευκρινίσωμε ότι ο Κύριος εννοεί επιθυμίες λογικές και πραγματικά ωφέλιμες.
Τούτη η αγάπη έχει και ένα άλλο χαρακτηριστικό, την ανιδιοτέλεια, την αφιλοκέρδεια: Διαβάζομε στα εδάφια 32-35α:

«Και αν αγαπάτε μόνον εκείνους που σας αγαπούν, ποίαν χάριν έχετε; Και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. Και αν κάνετε καλό εις εκείνους μόνον που σας κάνουν καλό, ποία χάριν έχετε; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Και αν δανείζετε μόνο εις αυτούς από τους οποίους περιμένετε να τα πάρετε, ποίαν χάριν έχετε; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν εις τους αμαρτωλούς, δια να πάρουν πίσω το ίσον ποσόν. Αλλά εσείς να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να κάνετε καλό και να δανείζετε όπου δεν ελπίζετε εις επιστροφήν.»( 32-35)

Η ανθρώπινη αγάπη ζητά ένα αντικείμενο ταιριαστό, συγγενικό με την ίδια, από το οποίο, σε περίπτωση ανάγκης, θα μπορεί να έχει κάποια ανταπόδοση (π.χ. Ο πλούσιος θα κάνει φίλους μεταξύ των πλουσίων, ο μορφωμένος μεταξύ των μορφωμένων). Πάντα υπάρχει κάτι το συμφεροντολογικό μέσα σε αυτή.
Η νέα αγάπη όμως, που ο Ιησούς διακηρύσσει, θα είναι τελείως δωρεάν, χωρίς ιδιοτέλεια. Γι” αυτό θα είναι σε θέση να αγκαλιάσει ακόμα και ένα αντικείμενο τελείως αντίθετο με την δική της φύση. Είναι αυτός ο λόγος που ο άγιος Θεός ήλθε σε συνάντηση του αμαρτωλού ανθρώπου. Πόσο διαφορετικοί είναι τούτοι οι δύο! Και όμως τους έφερε σε επαφή η θεϊκή αγάπη.
Ε, ακριβώς μια τέτοια αγάπη, παρακινεί τον Θεό να στεφανώσει με την χάρη Του αυτόν που την ασκεί. Όχι την άλλη, την ανθρώπινη, που πάντα αποβλέπει σε κάτι, που δεν είναι παρά ένας πονηρός υπολογισμός, ένας ενστικτώδης ατομισμός. Τούτη ο Θεός την απορρίπτει ολοσχερώς, δεν δίνει χάρη σε αυτή την ψευτοκαλοσύνη. «Και εσείς μαθητές μου», λέγει ο Κύριος, «ξεχάστε την, απορρίψτε την για πάντα».
Είναι πραγματικά παράδοξη και ακραία η μορφή που δίνει ο Κύριος στα εντάλματά Του. Επίτηδες το κάνει όμως, για να εμποδίσει αποτελεσματικά όλες τις προσπάθειες μιας χαλαρωμένης ηθικότητας να τα αδυνατίσει.
Και συνεχίζει ο Κύριος, εδάφια 35β και 36:
«Και η ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη και θα είσθε υιοί του Υψίστου, διότι αυτός είναι καλός εις τους αχάριστους και κακούς. Να είσθε λοιπόν φιλεύσπλαχνοι καθώς και ο Πατέρας σας είναι φιλεύσπλαχνος.»
Προηγουμένως μας είπε ότι τούτη η θεϊκή αγάπη που θέλει να έχουν οι οπαδοί Του, ποτέ δεν ζητά ανταπόδοση. Εδώ όμως μας μιλά για ανταμοιβή. Πως συνδυάζονται αυτά τα δύο; Θα το καταλάβομε εάν προσέξομε το είδος της ανταμοιβής. «Τούτη η αγάπη, όταν την ασκείτε», λέγει ο Κύριος, «θα σας κάνει γυιούς του Θεού, δηλαδή συμμετόχους στην ζωή και την δόξα του Θεού, του Θεού που ο Ίδιος είναι αγάπη. Δηλαδή η ανταμοιβή σας θα είναι η ίδια σας η αγάπη, που θα φθάσει στην τελειότητα». Είναι αυτό που είπε αλλού ο Ίδιος, «Όποιος έχει, θα του δοθεί». Με απλά λόγια, όταν αγαπάς, ο Θεός σαν ανταμοιβή, σου βάζει πιο πολύ αγάπη μέσα σου, και έτσι διαρκώς σε κάνει πιο πολύ και πιό πολύ όμοιο με τον εαυτόν Του.
Πως μπορείς λοιπόν να γίνεις υιός και κληρονόμος του Θεού σαν τον Ιησού Χριστό; Ασκόντας τούτη την αφιλοκερδή αγάπη που μας μίλησε ο Κύριος. Είναι μόνο αφιλοκερδής; Όχι, εδώ ο Κύριος μας προσθέτει και ένα άλλο χαρακτηριστικό της, είναι και «οικτίρμων», φιλεύσπλαχνη. Εάν οι αχάριστοι και οι διεφθαρμένοι είναι και αυτοί αντικείμενα της Θείας αγάπης, είναι ακριβώς γιατί αυτή η αγάπη είναι φιλεύσπλαχνη. Εις τον αχάριστο, εις τον πονηρό τι βλέπει ο Θεός; Βλέπει τον δυστυχισμένο, γι” αυτό τον αγαπά κι αυτόν.
Ανιδιοτελής, φιλεύσπλαχνη. Έχει όμως και ένα άλλο χαρακτηριστικό τούτη η θεϊκή αγάπη. Μας το λέγει ο Κύριος στην συνέχεια:

«Μη κρίνετε και δεν θα κριθήτε. Μην καταδικάζετε και δεν θα καταδικασθήτε. Συγχωρείτε και θα συγχωρεθείτε. Δίνετε και θα σας δώσουν και εσάς. Μέτρον άρτιον, συμπεπιεσμένον, γεμάτο, που θα ξεχύνετε θα σας δώσουν εις την αγκαλιά σας. Διότι με το μέτρο με το οποίο δίνετε θα σας ανταποδοθεί.»(Εδ.37-38).

Η αληθινή αγάπη δεν κρίνει. Να προσέξωμε ότι εδώ ο Κύριος δεν απαγορεύει όλες τις ηθικές κρίσεις πάνω στην συμπεριφορά του πλησίον μας, του αδελφού μας. Υπάρχουν πολλά εδάφια που μας προτρέπουν για μια τέτοια κρίση. Εκείνο που ο Κύριος θέλει να αποβάλλει απ” την κοινωνία των μαθητών Του, είναι το πνεύμα της κριτικής, να κρίνω επειδή με ευχαριστεί να κρίνω, να κρίνω με κακεντρέχεια, με ένα χωρίς καλοσύνη πνεύμα.
Η αληθινή αγάπη έχει σφοδρή επιθυμία, αγωνιά θα λέγαμε, να βρει τον πλησίον της αθώον μάλλον, παρά ένοχο, να συγχωρήσει μάλλον, παρά να καταδικάσει.
«Το βραβείο για μία τέτοια αγάπη, μεγάλο. Και ο Θεός δεν θα σας κρίνει, δεν θα σας καταδικάσει, και θα σας συγχωρήσει. Θέλετε να μάθετε πως θα σας φερθεί, τι θα αισθανθεί ο Θεός απεναντί σας; Είναι απλό. Κυττάχτε πως φερόσαστε, τι αισθανόσαστε εσείς για τον συνάνθρωπό σας. Έτσι θα σας αντιμετωπίσει και ο Θεός.
Δές τε το και στην περίπτωση που δίνετε αγαθά, υπηρεσίες. Όσο πιο πολύ δίνεις, σε όλους, και στους μεγαλύτερους αμαρτωλούς, τόσο πιο πολλά θα σου δίνει ο Θεός. «Δώσε με γεμάτο χέρι στον Θεό, και Αυτός θα σου δώσει με γεμάτο χέρι σε εσένα».
Το μέτρο ήταν η μονάδα μέτρησης των σιτηρών. Η αγκαλιά ήταν η σαν τσέπη ζάρα του ρούχου πάνω από την ζώνη. «Εάν εσύ μετράς καλά και δίνεις, ο Θεός θα σου μετρήσει καλύτερα, ξέχειλο και συμπιεσμένο θα σου το ανταποδώσει».
Επανερχόμεθα στο θέμα της κρίσης:

«Τους είπε και παραβολήν: «Μήπως μπορεί κάποιος τυφλός να οδηγεί κάποιον άλλον τυφλόν; Δεν θα πέσουν και οι δύο σε λάκκον;
Δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος από τον δάσκαλον του. Εκείνος που έχει καταρτισθεί θα είναι όπως ο δάσκαλός του.» (Εδ.39-40).

Πως καταλαβαίνεις ότι ένας άνθρωπος έχει την τάση γι” αυτήν την κακή κρίση που μας μίλησε ο Κύριος; Θέλει να διορθώσει τους άλλους, χωρίς να διορθώνει πρώτα το εαυτόν του. Ένας τέτοιος δάσκαλος που μπορεί να οδηγήσει τον μαθητή του; Ο λαός μας λέγει, «Μ” όποιον δάσκαλο καθήσεις, τέτια γράμματα θα μάθεις».

«Γιατί βλέπεις την αγκίδα που είναι εις το μάτι του αδελφού σου, και δεν αντιλαμβάνεσαι το δοκάρι που είναι εις το δικό σου μάτι; Πως μπορείς να λες εις τον αδελφόν σου, «Αδελφέ, άφησε με να βγάλω την αγκίδα που είναι εις το μάτι σου», ενώ εσύ δεν βλέπεις το δοκάρι που είναι εις το δικό σου μάτι; Υποκριτά, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα δεις καθαρά να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου.» (Εδ.41-42).

Πως θα καταλάβεις ποιά είναι τα κίνητρα που σε ωθούν να κρίνεις; Από το ποιόν κρίνεις πρώτον. Αν κρίνεις από αγάπη, γιατί μισείς το κακό, γιατί θέλεις να διορθώσεις, θα αρχίσεις την κρίση από τον εαυτόν σου. Γιατί για να διορθώσεις τον άλλο, θα πρέπει πρώτα να διορθώσεις τον εαυτόν σου. Αν κρίνεις από αλαζονεία ή γιατί σε ευχαριστεί να κρίνεις, τότε ξεχνάς τον εαυτόν σου και πιάνεις τους άλλους. Λες ότι το κάνεις για καλό τους, για να τους διορθώσεις, αλλά δεν είναι έτσι. Γι” αυτό και ο Θεός σε ονομάζει «υποκριτή».
Εδώ υπάρχει ένας κανόνας που διαχωρίζει το αληθινό από το ψεύτικο:

«Κανένα δέντρο καλόν δεν παράγει καρπόν σάπιο, ούτε σάπιο δένδρο παράγει καρπόν καλόν. Κάθε δένδρο γνωρίζεται από τον δικό του καρπό. Δεν μαζεύουν σύκα από αγκάθια, ούτε τρυγούν σταφύλια από βάτα. Ο καλός άνθρωπος παράγει καλό από το καλό που έχει μέσα του, και ο κακός άνθρωπος από το κακό που έχει μέσα του παράγει το κακό. Διότι το στόμα του ανθρώπου εκφέρει εκείνο από το οποίο είναι γεμάτη η καρδιά του.» (Εδ.43-45).

Τούτα τα λόγια τα είχε ξαναπεί ο Κύριος άλλες δύο φορές. Σαν καρπούς του δένδρου της καρδιάς, στην μια εννοούσε την ηθική συμπεριφορά του ατόμου, στην άλλη τα λόγια που βγαίνουν από το στόμα του. Εδώ όμως εννοεί κάτι άλλο. Καρποί εδώ είναι τα αποτελέσματα της κρίσης, της διδασκαλίας μας, της διακονίας μας στους άλλους.
Για να έχουν τα λόγια μας μια καλή επίδραση στους άλλους, πρέπει να είμαστε οι ίδιοι καλοί.
Μάταια ένας υπερήφανος θα κηρύσσει ταπεινοφροσύνη, ή ένας ατομιστής αγάπη. Η επιζήμια επίδραση του παραδείγματος του, θα παραλύει τις προσπάθειες των λόγων του.
«Πες μου τι επίδραση έχεις στους γύρω σου, να σου πω τι κρύβεις στην καρδιά σου».
Αν κάποιος θέλει να αναμορφώσει τους άλλους με τον λόγον του, πρέπει πρώτα να αναμορφώσει τον εαυτόν του.
Εάν ο Ιησούς Χριστός πέτυχε να θέσει ένα σπέρμα καλοσύνης στον κόσμο με μόνο τον λόγον Του, το πέτυχε διότι ήταν ο Ίδιος τέλεια καλός. Είναι για τους μαθητές Του να συνεχίσουν το έργο Του με την ίδια ακριβώς μέθοδο.
Εδώ τελειώνει η επί του Όρους Ομιλία.
Ο Κύριος ξεκίνησε από τις προϋποθέσεις της Χριστιανικής ζωής (τους μακαρισμούς). Μετά αναφέρθηκε στην ίδια την ζωή. Εδωσε τις βασικές αρχές της και πως πρακτικά να τις ζήσουν, όχι μόνον για να ανανεωθούν οι ίδιοι οι μαθητές Του, αλλά μέσω αυτών να ανανεωθεί όλη η ανθρωπότητα. Μένει ακόμα ένα τέλος, ένας επίλογος στην ομιλία του. Ας τον ακούσομε:
«Γιατί με φωνάζετε «Κύριε, Κύριε» και δεν κάνετε εκείνα που σας λέγω;» (Εδ.40).
Ή με άλλα λόγια: «Προσέχετε μη φανείτε και εσείς υποκριταί όπως οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που λένε ότι πιστεύουν στον Θεό, αλλά συνεχώς παραβιάζουν το θελημά Του. Μην συμπεριφερθείτε στον λόγο που τώρα σας κηρύττω με τον ίδιο τρόπο».
Διότι:

«Καθένας που έρχεται σ” εμέ και ακούει τους λόγους μου και τους εκτελεί, θα σας δείξω μα ποιόν είναι όμοιος. Μοιάζει με άνθρωπο που όταν έκτιζε το σπίτι του, έσκαψε βαθειά και έβαλε θεμέλια πάνω στην πέτρα. Όταν δε έγινε πλημμύρα, έπεσε ο ποταμός επάνω εις το σπίτι εκείνο αλλά δεν μπόρεσε να το σαλεύσει, διότι ήτανε θεμελιωμένο πάνω στην πέτρα. Εκείνος όμως που άκουσε τους λόγους μου και δεν τους εξετέλεσε, μοιάζει με άνθρωπο που έκτισε το σπίτι του επάνω στο χώμα χωρίς θεμέλια. Έπεσε ο ποταμός επάνω του και αμέσως κατέρρευσε και η καταστροφή του σπιτιού εκείνου ήτο μεγάλη.» (Εδ.46-49).

Το να κτίσεις πάνω στο χώμα ή στην άμμο που αναφέρει ο Ματθαίος, είναι να δεχθείς το θέλημα του Θεού μόνο στο μυαλό, ενώ κλείνεις την συνείδησή σου, και εμποδίζεις την θέλησή σου να συνεργασθεί μαζί Του.
Η δοκιμασία του πνευματικού μας οικοδομήματος – η πλημμύρα, ο ποταμός – είναι ο πειρασμός, ο διωγμός, και τέλος όλων, η κρίση.
Το γκρέμισμα μπορεί να γίνει από απιστία εδώ κάτω, και από καταδίκη εκεί πάνω. Και μια χαμένη ψυχή, είναι ένα μεγάλο ερείπιο στα μάτια του Θεού.
Εδώ ο Κύριος κλείνει την ομιλία Του θέλοντας να μας αφήσει κάτω από την εντύπωση τούτης της τελευταίας σκέψης. Κλείστε τα μάτια και σκεφθείτε το σώριασμα του κτιρίου.
Κύριε μη γένοιτο να φανούμε υποκριτές ή ασυνεπείς, γιατί τούτη η καταστροφή θα είναι και δική μας. Βοήθα μας για μια ζωή που να συμφωνεί με την ομολογία μας, μια ζωή που ν” αντέξει όταν θα δοκιμασθεί. Βοήθα μας να γίνουμε κατάλληλα όργανα για την εξάπλωση της βασιλείας Σου, γύρω μας, σ” όλον τον κόσμο. Βάλε την θεία αγάπη μέσα μας ν” αναμορφωθούμε πρώτα εμείς, και μέσα από μας ο κόσμος γύρω μας.

Συνέχεια

Top