A huge collection of 3400+ free website templates, WP themes and more http://jartheme.com/ at the biggest community-driven free web design site.

Το έργο του Ιησού

TO ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Για όλα σκοπός – Σκοπός ζωής ανθρώπου – Πως θα έφθανε στο στόχο του – Η αγιότητα δεν επιβάλλεται – Ο άνθρωπος απέτυχε στο ξεκίνημα του – Κίνδυνος να δυσφημισθεί ο Θεός με την αποτυχία – Κάτι έπρεπε να γίνει μέσα απ’ το ανθρώπινο γένος – Δεν θα μπορούσε να επανορθώσει κανείς απ’ τους ανθρώπους – Ιησούς Χριστός, ο έσχατος Αδάμ – Ο μόνος που έφθασε στο τέρμα – Ο Υιός του ανθρώπου – Η ζωή του, θυσία εις οσμήν ευωδίας για το Θεό – Το καινούργιο καλούπι – Η συμμετοχή του ανθρώπου – Ολα εκ του Θεού – Το έργο Του διπλό – Το έργο του Θεού για τη λύτρωση του ανθρώπου συνοπτικά.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΛΑΣΜΟΥ – ΓΕΝΙΚΑ

Τι σημαίνει σωτηρία – Ο Θεός εργάσθηκε το έργο Του από άλλο δρόμο σαν μπήκε η αμαρτία – Το έργο του Ιησού Χριστού, διπλό – Εχθρα μεταξύ Θεού και ανθρώπου – Τι σημαίνει εξιλέωση – Η πρωτοβουλία στο Θεό – Δύο διαφορετικές αγάπες στη καρδιά του Θεού για τον άνθρωπο – Πως ο Θεός βλέπει την αμαρτία – Η αμαρτία θα πρέπει να τιμωρηθεί, αλλοιώς θα παγιωθεί προς καταστροφή – Ο,τι δεν μπορούσε η γη το έκανε ο ουρανός.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΛΑΣΜΟΥ – Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΜΟΙΟΣ ΜΕ ΕΜΑΣ. Η ΘΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τα δύο εμπόδια – Η συνέχεια στον άνθρωπο σαν φύγουν τα εμπόδια – Τι θα έπρεπε να κάνει ο αντικαταστάτης μας – Ο Ιησούς Χριστός έγινε όμοιος με εμάς – Εφθασε την ανθρώπινη ζωή στην τελειότητα – Η άγια Του ζωή έφερε την ευαρέσκεια στο Θεό – Το ανθρώπινο γένος σε νέο υπόδειγμα, καινούργιο καλούπι – Ο άνθρωπος μόνο να προσκολληθεί στο Χριστό – Αναγκαιότητα της δικαιοσύνης – Μέσα με τα οποία η Θεία Δικαιοσύνη πειφρουρεί τη τάξη – Η τιμωρία, χαρακτηριστικά της – Το βαρύτερο αμάρτημα, η τιμωρία του – Ο κόσμος αγνοεί τη πραγματική αιτία του θανάτου – Η αναγκαιότητα αποκάλυψης της Θείας Δικαιοσύνης.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΛΑΣΜΟΥ – Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΗΣ ΜΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Η περίοδος ανοχής του Θεού – Τι αρκούσε στη Θεία Δικαιοσύνη – Η θυσία ενός έναντι όλων – Είχε προετοιμάσει για την αντικατάσταση – Πως θα έπρεπε να είναι ο αντικαταστάτης – Μπορούσε ο Χριστός να κατέβει τόσο χαμηλά – Η συνείδηση του Χριστού, το μέρος όπου διαδραματίσθηκαν όλα – Εκεί συναντήθηκε η αγιότητα του Θεού με την αμαρτία του ανθρώπου – Ο Ιησούς φορτώθηκε και απεδοκίμασε την αμαρτία μας, δεχόμενος τη ποινή της – Στο σταυρό τιμωρήθηκε η αμαρτία με τη συγκατάθεση της ανθρωπότητας – Στο σταυρό τέθηκαν τα θεμέλια του νέου κόσμου – Χαρακτηριστικό του νέου κόσμου, η νέα συνείδηση – Στο σταυρό εξιλεώθηκε ο Θεός – Η αλλαγή στη καρδιά του Θεού απέναντι μας.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΛΑΣΜΟΥ – Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Η μεγαλύτερη ώρα της ανθρωπότητας – Γιατί να στηθεί ο σταυρός – Στο σταυρό αποκαλύφθηκε η Δικαιοσύνη του Θεού – Γιατί ειδικά ο σταυρός σαν εκτέλεση – Ο σταυρός διαλύει τις ψευδαισθήσεις – Η απόλυτη υποταγή έδωσε στο σταυρό την αξία του – Απ’ το σταυρό και μετά κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει τη Δικαιοσύνη του Θεού – Χρειάζεται και η πίστη του ανθρώπου – Ο Θεός δεν ζητά τη πληρωμή, αλλά την αναγνώριση του χρέους – «Για μένα», το μεδούλι του ευαγγελίου – Η μεσιτεία Του τώρα στον ουρανό συνεχίζει το έργο της εξιλέωσης.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ – ΣΧΕΣΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ

Τι είναι η «Σωτηρία» – Το έργο του Χριστού, διπλό – Βάσει του έργου του σταυρού ο Θεός μπορεί να «δικαιώνει» – Τι σημαίνει «Δικαίωση» του ανθρώπου – Η Δικαίωση είναι απλώς η πύλη – «Αγιασμός», η απαραίτητη συνέχεια της Δικαίωσης – Δεχόμενος το έργο του σταυρού μπαίνει στη καρδιά ο σπόρος του αγιασμού – Το πόθο για μια ζωή χωρίς αμαρτία ο Θεός τον κάνει πραγματικότητα – Φαινομενική διαφωνία Γραφής: Με τη πίστη ή με τα έργα; – Η κάθε χάρη που δίνεται πρέπει να φέρει τους καρπούς της.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ – ΠΕΡΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ

Τι σημαίνει «άγιος», «αγιάζω» – Τι εννοεί ζητώντας «αγίασε τους» – Η πλήρης αφιέρωση, όχι κάτι πρόσθετο στη Χριστιανική ζωή – Δικαιωθήκαμε για ν’ αγιασθούμε – Συμμόρφους της εικόνας Του. Το χαρακτηριστικό αυτής της εικόνας – Ο αγιασμός του Ιδίου του Κυρίου – Ο δικός Του αγιασμός έβαλε τα θεμέλια για τον δικό μας – Ηλθε να επιδείξει στον εαυτό Του το ιδεώδες – Το αληθινό πρόσωπο της αμαρτίας το βλέπεις με τη βοήθεια της ζωής του Χριστού – Η ζωή του Χριστού ξεσηκώνει το πόθο για αγιότητα – Το Αγιο Πνεύμα δίνει τη δύναμη για να γίνει ο πόθος πράξη – Ο Κύριος μεσιτεύει συνεχώς – Ολη η Θεία Πρόνοια δίπλα μας στον αγώνα για την αγιότητα – Τι είναι «αγιότητα» για το Θεό.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ – Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Εδημιούργησα αυτούς για τη δόξα μου – Πως μπορούμε να χρησιμοποιήσομε τις δυνάμεις και τα χαρίσματα μας – Σε τι συνίσταται η θυσία – Ο δρόμος του αγιασμού, ενίοτε δρόμος θυσίας – Ο αγιασμός του Κυρίου – «Γενόμενος τέλειος» – Οι εσωτερικές μάχες του Κυρίου – Αμαρτία το ν’ αρνηθούμε να θυσιάσομε την επιθυμία – «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα απ’ τον εαυτό μου» – Αδειαζε στη παρουσία του Θεού – Ο Πατέρας Τον είχε συνεχώς κοινωνό στο έργο Του – Στη θέση τη δική Του θέλει να φέρει τους δικούς Του – «Ο Θεός τα πάντα εν πάσι».

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ – Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΠΡΑΞΗ

Ο αγιασμός του Κυρίου, η βάση για τον δικό μας – Αγιασμός δεν είναι εμείς που βελτιωνόμαστε – Η σχέση του Κυρίου με τον Πατέρα, πρότυπο για μας – Εμείς ν’ αδειάζουμε – Οχι «προσπάθησε να γίνει άγιος», είσαι άγιος – Οχι προσπάθεια, αλλά χάρη – Το Αγιο Πνεύμα μας μεταφυτεύει τα του Χριστού – Αγιασμός στο χώρο που μας έχει τάξει ο Θεός – Ο Θεός τα πάντα μέσα μας – Οχι μίμηση του Χριστού με δικές μας δυνάμεις – Ο Λόγος Του, το μέσον του αγιασμού.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ – Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΤΟΥ

Τι σημαίνει δικαίωση του ανθρώπου – Σωτηρία = Δικαίωση + Αγιασμός – Δικαίωση, το μέσον. Αγιασμός, ο στόχος – Καλός γίνεσαι όταν ενωθείς με το Θεό – Γιατί αγιαζόμαστε – Το όμορφο κεφάλι απαιτεί κι ένα όμορφο σώμα – Αν δεν προχωρήσεις στον αγιασμό θα υπερισχύσει η αμαρτία – Η δική μας συμμετοχή απαραίτητη – Τη δύναμη τη δίνει το Αγιο Πνεύμα – Είναι σαν τον Ισραήλ που είχε να κατακτήσει τη γη της υπόσχεσης, και έμειναν νωθροί – Ο,τι μείνει απ’ το παλιό άνθρωπο δίνει τόπο στην αμαρτία – Ο Λόγος Του μπορεί να φέρει αγιότητα – Ο παθών σαρκί πέπαυται αμαρτίας – Γιατί δεν ελευθερωνόμαστε απ’ την αμαρτία.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ – ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ

Το έργο του Ιησού Χριστού διπλό – Τον Χριστό μέσα μας αγαπά ο Θεός – Η ουσία της σωτηρίας μας, η ένωση μας με το Χριστό – Λάθη γύρω απ’ τη σχέση της Δικαίωσης με τον Αγιασμό – Ο Ιησούς νίκησε την αμαρτία και το θάνατο – Δια του Αγίου Πνεύματος αναπαράγει το έργο Του μέσα στο πιστό.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ – ΓΕΝΙΚΑ

Τα σημαντικά πρόσωπα στην ιστορία μας – Η γέννηση Του. Μπορεί να ξαναγεννηθεί σε κάθε καρδιά – Χριστός, η μόνη βοήθεια για την εκπλήρωση της ηθικής υποχρέωσης – Ανθρωπος πραγματικός, όποιος βρίσκεται στο δρόμο προς το στόχο – Ο Χριστός νίκησε τον θάνατο – Ο πρώτος που έφθασε στη κορυφή για να βοηθήσει να φθάσουν και οι άλλοι – Ο τίτλος Του: Ο Υιός του Ανθρώπου – Υιός Θεού.

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ – Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Τα γεγονότα της ζωή Του

Πρώτη Ομάδα: Η Γέννηση Του – Η ανάπτυξη Του – Το βάπτισμα Του – Οι πειρασμοί.

Δεύτερη Ομάδα: Η αγιότητα Του – Οι διδασκαλίες Του – Τα θαύματα – Η μεταμόρφωση.

Τρίτη Ομάδα: Ο θάνατος Του – Η ανάσταση – Η ανάληψη.

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ – ΥΙΟΣ ΘΕΟΥ

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΟΣΟ ΗΤΑΝ ΣΤΗ ΓΗ

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΤΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ ΤΟΥ ΕΔΩ ΣΤΗ ΓΗ – Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΜΑΣ

Η γέννηση, Η κένωση, Η ενσάρκωση Του – Η ανάπτυξη Του – Το βάπτισμα Του – Οι πειρασμοί Του – Η μεταμόρφωση – Ο θάνατος Του – Ανάσταση, Ανάληψη, Πεντηκοστή.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Α’ Κορινθίους ΙΕ46: Ου πρώτον το πνευματικόν, αλλά το ψυχικόν, έπειτα το πνευματικόν. Λουκάς Β40,52: Το δε παιδίον ηύξανε, και εδυναμούτο κατά το πνεύμα, πληρούμενον σοφίας…Και ο Ιησούς προέκοπτεν εις σοφίαν, και ηλικίαν, και χάριν παρά Θεώ και ανθρώποις.

Είναι χαρακτηριστικό των έργων του Θεού ότι για όλα υπάρχει σκοπός. Τίποτα δεν είναι περιττό, τίποτα δεν είναι αφειμένο στη «τύχη» του. Υπάρχει ένας σκοπός για όλη τη Δημιουργία. Και όλα ξεκινούν από κάπου χαμηλά, για να φθάσουν κάπου ψηλά, εκεί στο στόχο που τους έχει ορίσει ο Δημιουργός. Και εκεί θα φθάσουν ασκώντας τα χαρίσματα και τις δυνάμεις με τις οποίες τα επροίκισε, μαζί με τη δική Του οδηγία και βοήθεια.

Ας πάρομε τον άνθρωπο, την κορώνα της Δημιουργίας. Η Γραφή μας λέγει πως η αρχική του κατάσταση σαν δημιουργήθηκε, δεν ήταν και η τελική για την οποία τον προόριζε. Δημιουργήθηκε αθώος, για να γίνει τέλειος, άγιος, να φθάσει δηλαδή στο επίπεδο του Δημιουργού του, συμμετέχοντας στη ζωή και τη δόξα Του. Δημιουργήθηκε εν δυνάμει εικόνα του Δημιουργού Του, για να γίνει και τέτοιος στη πράξη. Θα πει στο Λευιτικό ΙΘ2: Αγιοι θέλετε είσθε, διότι άγιος είμαι εγώ ο Κύριος ο Θεός σας.

Εκεί θα έφθανε παίρνοντας μια σειρά από αποφάσεις προς το καλό, που είναι το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό άλλωστε τον προίκισε με ηθική ελευθερία, για να μπορεί να πάρει από μόνος του αυτές τις αποφάσεις. Αυτές του οι αποφάσεις θα έδειχναν εάν ήθελε το «καλό», δηλαδή το Θεό, ώστε να συμμετέχει στη ζωή Του.

Εάν έπαιρνε αυτή τη σειρά των αποφάσεων, όπως θα την παρουσίαζε προοδευτικά στη ζωή του ο Θείος εκπαιδευτής, σαν απάντηση, ο Θεός, με μια νέα δημιουργική Του ενέργεια, θα του μεταμόρφωνε τη ζωή σ’ ένα άλλο είδος ζωής, πνευματικής, αιώνιας, όμοιας με αυτή του Θεού. Ξεκίνησε κάμπια, για να γίνει πεταλούδα. Το τι ακριβώς θα γινόταν το είδαμε να λαμβάνει χώρα στο πρόσωπο του αντιπροσώπου μας, του Ιησού Χριστού, «του Υιού του ανθρώπου», πάνω στο όρος της Μεταμόρφωσης. Και για να μιλήσομε με τη γλώσσα της Γραφής, θα του έδινε να φάει από το ξύλο, το δένδρο της ζωής, που όπως γνωρίζομε, απομακρύνθηκε απ’ τον άνθρωπο, σαν τούτος απέτυχε στη πρώτη από τις αποφάσεις που του παρουσίασε ο Θεός, εκεί στην Εδέμ, στο ξεκίνημα, Γένεση Γ22-24.

Τι έννοια είχαν αυτές οι αποφάσεις, αυτές οι επιλογές; Ο άνθρωπος εκαλείτο να προσφέρει, στην ελευθερία του, τη φυσική ζωή που του είχε χαρίσει ο Θεός, τις επιθυμίες, τα σχέδια της, τους στόχους της, στο Θεό, όπου ο Θεός του το ζητούσε. Με απλά λόγια, εκαλείτο να βάλει το πρόσωπο του Δωρητή πάνω από τα δώρα Του. Εκαλείτο να βάλει το Θεό απ’ τον οποίον προέρχεται κάθε τι καλό στη ζωή του, μα και η ίδια του η ζωή, πάνω απ’ τη ζωή του. (Είναι αυτό που η Γραφή ονομάζει «αγιότητα» – ο γνωστός μας δρόμος, η πορεία του πιστού μετά την αναγέννηση του. Να θυμηθούμε το Ρωμαίους ΙΒ1: Σας παρακαλώ, λοιπόν, αδελφοί, δια των οικτιρμών του Θεού, να παραστήσητε τα σώματα σας θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν, ήτις είναι η λογική σας λατρεία,. Και το Β’ Κορ. Ε15: Ο Ιησούς Χριστός απέθανεν υπέρ πάντων, δια να μη ζώσι πλέον δι’ εαυτούς οι ζώντες, αλλά δια τον αποθανόντα και αναστάντα υπέρ αυτών.)

Είναι το μόνο λογικό, το μόνο δίκαιο, το μόνο σωστό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει. Αυτό θα τον έφερνε σε αρμονική σχέση με το Δημιουργό του, και όντας σ’ αυτή τη θέση, θ’ αντλούσε συνεχώς ζωή απ’ Αυτόν – αυτό είναι η αιώνια ζωή.

Συχνά γίνεται η ερώτηση, «Γιατί ο Θεός δεν έφτειαξε τον άνθρωπο εξ αρχής τέλειο, άγιο, ώστε να μην έχομε τούτο το δράμα;» Η απάντηση είναι πως η αγιότητα δεν είναι πράγμα που επιβάλλεται, γι’ αυτό και δεν δίδεται στον άνθρωπο απ’ τη γέννηση του. Η αγιότητα είναι κάτι που κατακτάται με τη βοήθεια του Θεού. Είναι, στην ουσία της, προϊόν της ελευθερίας, είναι η ελεύθερη προσφορά του ατόμου. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να δοθεί στον άνθρωπο τη στιγμή της Δημιουργίας. Και έτσι ο Θεός τον άρχισε από μια κατώτερη κατάσταση, που χαρακτηριστικό της έχει την ελευθερία, τη δύναμη, δηλαδή, μέσα του να δώσει, ή ν’ αρνηθεί να δώσει τον εαυτόν του

Αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει. Απέτυχε στο ξεκίνημα της πορείας. Αντί για την υπακοή διάλεξε την σαρκική ανεξαρτησία. Αντί να ενωθεί με το Θεό, μέσα απ’ το μονοπάτι της υπακοής, αποκόπηκε απ’ αυτόν. Αποκομμένος απ’ τη πηγή της ζωής, η ζωή του διαφθάρηκε, και τούτη η διαφθορά μεταδόθηκε στο σπέρμα του. Ολοι γεννιόμαστε αντίγραφα εκείνης της πρώτης διεφθαρμένης ζωής, στο θρόνο της καρδιάς μας αντί να είναι ο Θεός, είναι ο εαυτός μας. Ολοι βρεθήκαμε και είμαστε έξω από το δρόμο που έχει χαράξει ο Θεός για τον άνθρωπο, όλοι έξω απ’ το σκοπό για τον οποίον δημιουργηθήκαμε. Η αμαρτία τύλιξε τα πάντα σ’ ένα βαθύ σκοτάδι. Χάθηκε ο δρόμος, χάθηκε και ο στόχος. Πάντες ήμαρτον, και υστερούνται της δόξης του Θεού, θα μας πει στο Ρωμ. Γ23. Αυτή είναι η φυσιολογική μας κατάσταση, και δεν είμαστε εκεί· καθήμενοι εν τόπω και σκιά θανάτου, θα πει στο Ησαϊας Θ2. Και μόνος του ο άνθρωπος, αφειμένος στον εαυτό του, δεν μπορεί να διορθώσει τα πράγματα, όπως το τραίνο που ξέφυγε από τις ράγες του δεν μπορεί να ξαναγυρίσει εκεί μόνο του, για να συνεχίσει τη πορεία του. Εάν ήταν κάτι να γίνει για να διορθωθούν τα πράγματα, αυτό θα μπορούσε να έλθει μόνο απ’ τη πλευρά του Θεού.

Το Θείο σχέδιο φαινόταν σα ν’ απέτυχε. Η δόξα του Θεού κινδύνευε ν’ αμαυρωθεί στα μάτια του πνευματικού κόσμου – γιατί δεν είμαστε μόνον εμείς. Θα μπορούσε, βέβαια, να εξαφάνιζε το γένος μας, και να ξεκινούσε πάλι απ’ την αρχή, δημιουργώντας ένα νέο. Αλλά τούτο θα ήταν ομολογία αποτυχίας. Να κτίζεις το σπίτι σου, και κάποια μέρα να σε δουν να γκρεμίζεις ό,τι έκτισες· τι θα πουν;

Κάτι έπρεπε να γίνει μέσα απ’ το ανθρώπινο γένος, ώστε αυτό να ανορθωθεί απ’ τη πτώση του. Κάποιος, μέσα απ’ αυτό, έπρεπε να ξαναπιάσει τα πράγματα απ’ την αρχή. Να ξαναξεκινήσει το δρόμο απ’ την αφετηρία του, να τον διανύσει, για να φτάσει στο τέρμα, στο στόχο. Ο δρόμος: Απ’ την αθωότητα στην αγιότητα, την αφιέρωση, την προσφορά της ζωής στο Θεό. Και από την αγιότητα στη δόξα, στη ζωή του Θεού.

Τούτο δεν θα μπορούσε να το κάνει κανένας από μας, γιατί κανένας από μας δεν είναι αθώος να ξεκινήσει από κει τα πράγματα· όλοι, σαν απόγονοι του Αδάμ, φέρομε μέσα μας τη κληρονομιά της αμαρτίας. Και η αμαρτία αποκόβει τον άνθρωπο απ’ το Θεό, οπότε ο άνθρωπος ούτε θέλει, ούτε ζητά, ούτε παίρνει βοήθεια για να προχωρήσει προς το στόχο που του έχει ορισθεί. Η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο εχθρό προς τον Θεό, οπότε πως να τον βοηθήσει ο Θεός να προχωρήσει προς το σκοπό της ζωής του; Μόνο ένας καινούργιος Αδάμ, κάποιος που να βρισκόταν στην ίδια κατάσταση μ’ αυτόν, όταν ξεκινούσε να γράψει τη πρώτη σελίδα της ανθρώπινης ιστορίας, μόνο αυτός θα μπορούσε να ξαναξεκινήσει το δρόμο απ’ την αρχή.

Αυτό ακριβώς έκανε ο Ιησούς Χριστός, όταν κάποια μέρα, πριν 2000 χρόνια, άδειαζε τον εαυτόν Του σαν Θεός, και ερχόταν να γεννηθεί ανάμεσα μας, ακριβώς όμοιος με εμάς, σαν ένας από μας. Δεν διέφερε σε τίποτα από μας, παρά μόνο στο ότι δεν έφερε τη κληρονομιά τούτης της διεφθαρμένης φύσης, που φέρομε εμείς σαν γεννιόμαστε, γιατί δεν μεσολάβησε ανδρικό σπέρμα κατά τη γέννηση Του. Ξεκινούσε αθώος, χωρίς αμαρτία, ακριβώς σαν το πρώτο άνθρωπο. Γι’ αυτό και η Γραφή Τον ονομάζει Αδάμ, έσχατο Αδάμ, Α’ Κορ. ΙΕ45, ένας νέος γενάρχης του ανθρωπίνου γένους. Και Τον ονομάζει έσχατο, γιατί δεν περιμένομε άλλον μετά απ’ Αυτόν. Αυτός έφτασε τα πράγματα στο τέλος τους, στο στόχο. Γράφει σχετικά στο Α’ Κορ. ΙΕ45: Ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ «έγεινεν εις ψυχήν ζώσαν» (και σταμάτησε εκεί, δεν μπόρεσε να προχωρήσει πιο πέρα)· ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν, αυτό είναι ο στόχος, το τέλειο για τον άνθρωπο.

Μεγαλώνοντας ανάμεσα μας, μέσα στις ίδιες συνθήκες, στα ίδια διλήμματα, στους ίδιους πειρασμούς μ’ εμάς, φέροντας ακριβώς την ίδια σάρκα μ’ εμάς, με τις ίδιες επιθυμίες, και τις ίδιες δυνατότητες, πραγματοποίησε τον άνθρωπο όπως έπρεπε να είναι. Ηταν ο μόνος φυσιολογικός άνθρωπος που έζησε στη γη. Ο μόνος από μας που έφθασε την ανθρώπινη ζωή εκεί που την προόριζε ο Θεός, εκεί που δεν μπόρεσε να τη φθάσει ο Αδάμ.

Θα πει στο Εβραίους Δ15: Διότι δεν έχομεν αρχιερέα, που να μη μπορεί να συμπαθήσει εις τας αδυναμίας μας, αλλά έχομε έναν που έχει δοκιμασθεί καθ’ όλα, σύμφωνα με την ομοιότητα του μ’ εμάς, χωρίς ν’ αμαρτήσει. Δεν έκανε ποτέ Του κανένα κακό, και δεν παράλειψε κάθε καλό που όφειλε να κάνει. Η μόνη ανθρώπινη συνείδηση που δεν την βασάνισαν ποτέ οι τύψεις. Ο μόνος από μας που εκτέλεσε το θέλημα του Θεού στη πληρότητα του.

Θα μας πει, επίσης, στο Εβραίους Ε8,9: Αν και ήτο Υιός, έμαθε την υπακοήν από όσα έπαθε, και γενόμενος τέλειος, απέβη δι’ όλους, οι οποίοι υπακούουν εις αυτόν, αίτιος αιωνίου σωτηρίας. Ξεκίνησε αθώος, και έγινε τέλειος, δηλαδή προσεφέρθη ολοκληρωτικά στο Θεό. Και τούτο το έκανε για μας, όπως λέγει και ο Ιδιος στο Ιωάννης ΙΖ19: Υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν, δια να είναι και αυτοί ηγιασμένοι εν αληθεία. Δηλαδή, το δρόμο που δεν μπόρεσαν αυτοί να περιπατήσουν, τον περιπατώ εγώ γι’ αυτούς, για να τους τον ανοίξω, ώστε να τον περπατήσουν και αυτοί μετά από μένα. Ηλθε εδώ κάτω στη γη μας για να εγκαθιδρύσει το βασίλειο της αγιότητας, της πλήρους αφιέρωσης στο Θεό· γι’ αυτό χρειάσθηκε να πάρει πρώτα ο ιδιος αυτή τη σφραγίδα της αφιέρωσης.

Στέλνοντας Τον ο Θεός, στέλνει στον κάθε ένα από μας ένα μήνυμα: Δες Τον, γνώρισε Τον καλά· να που σχεδίαζα να σε φθάσω. Να τι θα γίνεις εάν Τον ακολουθήσεις. Είναι ίσως γι’ αυτό το λόγο που ο Ιδιος διάλεξε να παρουσιάζει τον εαυτόν του με τον τίτλο, «ο Υιός του ανθρώπου», με άρθρο, που σημαίνει, ο ένας, ο απόλυτα φυσιολογικός άνθρωπος, η απόλυτη πραγματοποίηση του τύπου «άνθρωπος», καθώς είχε συλληφθεί στο νου του Δημιουργού. 55 φορές αναφέρεται στα ευαγγέλια να διαλέγει σκόπιμα αυτό τον τίτλο για τον εαυτό Του. Λέγει στο Ψαλμό ΜΕ για το πρόσωπο Του: Συ είσαι ωραιότερος των υιών των ανθρώπων· εξεχύθη χάρις εις τα χείλη σου· δια τούτο σε ευλόγησεν ο Θεός εις τον αιώνα…Ηγάπησας δικαιοσύνην, και εμίσησας αδικίαν.

Στο θέαμα αυτής της ανθρώπινης ζωής, η ευαρέσκεια του Θεού ήταν πλήρης. Ηταν η πρώτη χαρά που Του έδινε το ανθρώπινο γένος, μετά το πόνο της πτώσης. Τούτη η ανθρώπινη ζωή ήταν για το Θεό, θυσία εις οσμήν ευωδίας, Εφεσίους Ε2. Αυτός ο ένας που έφθασε στο τέρμα, κατέδειξε ότι το σχέδιο του Θεού ήταν και σοφό και εφικτό, ήταν δόξα για το Θεό.

Από δω και πέρα το ανθρώπινο γένος υπάρχει στα μάτια του Θεού σ’ ένα τέλειο υπόδειγμα. Αυτό το υπόδειγμα πρόκειται τώρα να γίνει η αρχή μιας καινούργιας ανθρωπότητας. Από δω και πέρα θα παίρνει υλικό απ’ τη παλιά ανθρωπότητα, και θα το ανακαινίζει στην εικόνα αυτού του πρωτοτύπου. Είναι όπως στο χυτήριο των μετάλλων, που λόγω ελαττωματικού καλουπιού, μήτρας, βγαίνουν όλα παραμορφωμένα. Φτειάχνουν μια καινούργια σωστή, και στη συνέχεια ξαναλειώνουν τα ελαττωματικά περνώντας τα μέσα απ’ αυτή. Αυτό είναι το εν Χριστώ που αναφέρει η Γραφή. Ο αγώνας έγινε μια φορά, να φτειαχτεί το καλούπι. Από δω και πέρα, ό,τι λειώσει και περάσει μέσ’ απ’ αυτό βγαίνει τέλειο, η εικόνα ακριβώς του καλουπιού.

Το καλούπι είναι ήδη φτειαγμένο, αλλά τι, συγκεκριμένα, έχει να κάνει ο άνθρωπος; Απλά, να προσκολληθεί στο νέο γενάρχη, τον έσχατο Αδάμ δια πίστεως. Αφού Τον γνωρίσει, μέσα απ’ τη Γραφή, να θελήσει να περπατήσει όπως Αυτός, ξωπίσω Του, κατόπιν Του. Βέβαια, με τις δικές του δυνάμεις τούτο είναι αδύνατο. Ο Θεός, την επιθυμία της καρδιάς του θέλει να δει, αυτό μόνο. Μια απλή, από καρδιάς όμως, παράκληση, «Θεέ μου θέλω να περπατήσω όπως Αυτός, θέλω ν’ αλλάξω ζωή, θέλω να Τον ακολουθήσω» – όλα ξεκινάνε από δω. Είναι στην συνέχεια ο Ιδιος ο Θεός που καθοδηγεί και βοηθά τούτη η επιθυμία να γίνει πράξη, καθημερινή ζωή. Ο,τι αγωνίστηκε εδώ κάτω και πέτυχε Αυτός, σαν ενωθούμε μαζί Του, γίνεται και δικό μας. Γινόμαστε, σύμφωνα με το Εφεσίους Α1-5, ευάρεστοι (στο Θεό) εν τω Αγαπημένω. Και έτσι προχωράμε μαζί Του, στο φυσιολογικό μας δρόμο, το δρόμο της αγιότητας που οδηγεί στη ζωή, στη Θεία δόξα.

Ας μη ψάξομε να βρούμε κάποια ανθρώπινη συμμετοχή, συνέργεια, πρωτοβουλία, στο έργο της σωτηρίας μας, της ανόρθωσης μας. Είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, που το εμπνεύστηκε, το σχεδίασε, και στη συνέχεια το υλοποίησε, από την αρχή του έως το τέλος του. Θα μας πει στο Β’ Κορ. Ε18: Τα πάντα είναι εκ του Θεού, όστις διήλλαξεν ημάς προς εαυτόν δια του Ιησού Χριστού. Και στο Ιωάννης Γ16: Ετσι αγάπησε ο Θεός το κόσμο, ώστε έδωκε τον Υιόν Του τον μονογενή δια να μην απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον, που σημαίνει, να έχει συμμετοχή στη ζωή και τη δόξα του Θεού.

Και όλο αυτό το έργο βασίσθηκε σ’ ένα πρόσωπο, τον Ιησού Χριστό. Και το έργο του Ιησού Χριστού για μας είναι διπλό. Το ένα μέρος του είναι καρπός της ζωής Του· το άλλο, καρπός του θανάτου του. Το ένα έγινε «υπέρ ημών», «στη θέση μας», «αντί για μας». Είναι το έργο του σταυρού. Το άλλο γίνεται «εν ημίν», «μέσα μας». Είναι το έργο του αγιασμού μας, βασισμένο απόλυτα στο δικό του αγιασμό.

Με το θάνατο του μας συμφιλίωσε με το Θεό, και ο καταδικασμένος αμαρτωλός παίρνει χάρη. Αλλά δεν αρκεί να βγάλεις το κατάδικο απ’ τη φυλακή. Βγάζοντας τον θα πρέπει να του έχεις εξασφαλίσει μια τέτοια ζωή, που θα τον αποτρέψει να γυρίσει στις παλιές του συνήθειες, που θα τον ξαναστείλουν στη φυλακή. Τούτο το έκανε με τη ζωή που έζησε εδώ κάτω μαζί μας. Αγιάζοντας την ανθρώπινη ζωή στο πρόσωπο Του, έδωσε το πρότυπο, δημιούργησε το θησαυρό απ’ όπου το Αγιο Πνεύμα παίρνει και ανακαινίζει τη δική μας ζωή. Σαν το μετανάστη που πήγε πρώτος στη ξενητειά και αγωνίστηκε, για να τα βρουν έτοιμα όσοι θα πανε στη συνέχεια να ενωθούν μαζί του απ’ την οικογένεια.

Τούτα τα δύο κομμάτια του έργου του συμβολίζουν το κρασί και το ψωμί που παίρνομε στο δείπνο.

Και αν κάποιος ήθελε να πει με δυό μόνο λόγια το έργο του Θεού για τη σωτηρία μας, θα μπορούσε να το πει κάπως έτσι: Πρώτα κάνει τον Υιό Του αδελφό μας. Μετά υψώνει στο πρόσωπο Του τη ανθρώπινη μας κατάσταση ώστε να γίνει όργανο και φορέας της θείας ζωής. Στη συνέχεια παίρνει τα ρούχα του Υιού Του και μ’ αυτά ντύνει όλους εκείνους που θα προσκολληθούν σ’ αυτόν· τη ζωή Του τη κάνει ζωή τους, ή όπως λέγει στο Ζαχαρίας Γ4: Ιδού, αφήρεσα από σου την ανομίαν σου, και θέλω σε ενδύσει ιμάτια λαμπρά. Είναι ο Θεός που μας ντύνει, όλα χάρη, έλεος, δώρο δικό Του, αρκεί εμείς να θελήσομε να ξεντυθούμε τα ρυπαρά ιμάτια της δικής μας (δήθεν) δικαιοσύνης.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΟΥ ΙΛΑΣΜΟΥ

ΓΕΝΙΚΑ

Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ; Ηταν η ερώτηση που βγήκε με αγωνία απ’ τη καρδιά του δεσμοφύλακα των Φιλίππων, προς το Παύλο και Σίλα, εκείνη τη νύκτα που έγινε ο σεισμός, και άνοιξαν οι πόρτες της φυλακής. Και ίσως εννοούσε να σωθεί απ’ την οργή του Θεού, σαν ένοιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Είναι η υψίστη ανάγκη του ανθρώπου, να σωθεί από την οργή του Θεού τώρα, και τη φοβερή ημέρα της κρίσης. Να σωθεί από την αμαρτία που έχει κάνει κατοχή στη καρδιά του, να συμφιλιωθεί με το Θεό. Η αμαρτία μέσα μας, που τη φέρομε κληρονομικά, μας έχει κάνει εχθρούς του Θεού κατά την διάνοιαν με τα έργα τα πονηρά, θα μας πει στο Κολ. Α21. Συμφιλιωμένος με το Θεό ο άνθρωπος παίρνει τη βοήθεια που χρειάζεται να προχωρήσει στο δρόμο που τέρμα του έχει την είσοδο και τη συμμετοχή του στη ζωή και τη δόξα του Θεού. Είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο σκοπός της ζωής μας, όπως τον έχει ορίσει ο Θεός, από εκείνη ακριβώς την ημέρα που, πλάθοντας λίγο χώμα, και φυσώντας μέσα του πνοή ζωής, έπλασε τον άνθρωπο, εικόνα και ομοίωμα δικό Του. Τούτο το ον ήρθε στην ύπαρξη με αυτόν ακριβώς τον σκοπό, να γίνει πραγματική εικόνα και ομοίωμα του Δημιουργού του, στο κάθε τι, συμμετέχοντας πλήρως στη δόξα Του.

Προς τα εκεί θα εξελισσόταν τα πράγματα, αν δεν μεσολαβούσε η αμαρτία του ανθρώπου. Ήταν αυτή του η ανταρσία, η επανάσταση στο Θείο θέλημα, που ανέκοψε την ηθική του εξέλιξη προς τον στόχο που του είχε θέσει ο Θεός. Σαν μπήκε η αμαρτία στη ζωή της, η ανθρωπότητα ξέφυγε από τον φυσιολογικό της δρόμο, το τραίνο εκτροχιάστηκε, και πως να φθάσει τώρα στον προορισμό του;

Αλλά και με τούτη την θέση που πήρε ο άνθρωπος, δεν ανέτρεψε το σχέδιο του Θεού γι” αυτόν. Ο στόχος δεν ακυρώθηκε. Μόνον που η σοφία του Θεού το εργάσθηκε τώρα από διαφορετικό δρόμο. Τούτο το καινούργιο έργο του Θεού, που οδηγεί πάλι τον άνθρωπο στον στόχο που του είχε ορισθεί, στηρίχθηκε ολοκληρωτικά, όπως προαναφέρθηκε, σ” ένα πρόσωπο, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Να το επαναλάβουμε: Το έργο του Ιησού Χριστού γιά μας είναι διπλό. Πρώτα αποκατέστησε την τάξη και την ειρήνη μεταξύ μας και του Θεού. Συμφιλίωσε τον άνθρωπο με τον Θεό του, και ο καταδικασμένος αμαρτωλός παίρνει τώρα χάρη. Το δεύτερο κομμάτι του έργου Του το εργάζεται μέσα μας. Είναι αυτό που μας ετοιμάζει εσωτερικά για να γίνομε μέτοχοι στην ζωή του Θεού· είναι το έργο του αγιασμού μας, της εξομοίωσης μας με τον Δημιουργό μας. Ο Κύριος είπε: «Να είσθε τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας ο ουράνιος είναι τέλειος» (Ματθαίος Ε48), γιά να προσθέσει ο Λόγος Του: «Μέχρις ότου φθάσουμε όλοι εις άνδρα τέλειον, εις το μέτρον του τελείου αναστήματος του Χριστού» (Εφεσίους Δ13).

Το πρώτο κομμάτι του έργου Του είναι προϋπόθεση γιά το δεύτερο. Το δεύτερο είναι καρπός του πρώτου. Χωρίς το πρώτο δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ το δεύτερο. Χωρίς το δεύτερο, το πρώτο θ” απέβαινε χωρίς αποτέλεσμα.

Να σταθούμε στο πρώτο. Με το πρώτο έγινε η συμφιλίωση του ανθρώπου με τον Θεό. Αλλά υπάρχει έχθρα μεταξύ αυτών των δύο, που χρειάσθηκε κάποιος να εργασθεί την συμφιλίωση τους;

Μερικοί απαντούν «ναι», αλλά απ” την πλευρά του ανθρώπου. Αφότου ο άνθρωπος αμάρτησε, φοβάται τον Θεό. Τον αποφεύγει. Φθάνει στο σημείο να Τον μισεί. Θα επιθυμούσε να μην υπάρχει, είναι και πολλοί που αγωνίζονται να το αποδείξουν. Θα ήθελαν, αν μπορούσαν, ν” απαλλαγούν απ” Αυτόν. Ο Λόγος Του το λέγει καθαρά, «εχθροί όντες του Θεού» (Εφεσίους Β). Και κει, προς το τέλος της παρούσας φάσης της ιστορίας, λίγο πριν τον ερχομό του Κυρίου Ιησού Χριστού, η διάθεση τους απέναντι στο Θεό θα είναι ακριβώς αυτή, όπως την εκφράζουν τα λόγια του ψαλμού Β2,3: Παρεστάθησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν ομού, κατά του Κυρίου, και κατά του χριστού αυτού, λέγοντες, «Ας διασπάσωμεν τους δεσμούς αυτών, και ας απορρίψωμεν αφ’ ημών τας αλύσεις αυτών».

Έχθρα όμως δεν υπάρχει μόνον απ” την πλευρά του ανθρώπου ενάντια στο Θεό. Η Αγία Γραφή που γνωρίζει την καρδιά του Θεού, μιλά απερίφραστα και γιά οργή, έχθρα του Θεού προς τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, ο Σαμουήλ είπε στον Σαούλ, Ο Κύριος απεμακρύνθη από σου, και έγεινεν εχθρός σου, Α’ Σαμ. ΚΗ16. (Μόνο που θα πρέπει να διευκρινισθεί εδώ ότι η οργή και η έχθρα του Θεού δεν έχουν αυτά τα στοιχεία εγωισμού, ατομισμού, εκδίκησης που μολύνουν την ανθρώπινη οργή). Η αμαρτία δεν άλλαξε μόνο τις διαθέσεις του ανθρώπου προς τον Θεό, αλλά και του Θεού προς τον άνθρωπο. Η Γραφή μας αποκαλύπτει πως, η πιό λεπτή, η πιό ευαίσθητη καρδιά στο Σύμπαν, είναι αυτή του Θεού. Μη ξεχνάμε, άλλωστε, Αυτός είναι που φύτεψε και την ευαισθησία στον άνθρωπο, που, όσο κι αν έχει ξεπέσει, παραμένει εικόνα και ομοίωμα Του. Ο Θεός χαίρεται στην θέα ενός ανθρώπου που είναι αφοσιωμένος στο καλό, και εναντιώνεται στο κακό. Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει όλη την συμπάθεια του Θεού, και το Πνεύμα Του συνεργάζεται μαζί του. Από το άλλο μέρος όμως, η καρδιά του Θεού θλίβεται, αποξενώνεται και οργίζεται στην θέα ενός ανθρώπου που πεισματικά επιζητεί το κακό. Στο Ρωμαίους Β8 μιλά γιά «θυμό» και «οργή» του Θεού απέναντι εκείνων που εργάζονται το κακό, και όλοι το εργάζονται. Ο Θεός βδελύττεται, αγανακτεί, οργίζεται, όχι μόνο με το κακό, αλλά και με τον άνθρωπο που το κάνει, όταν αυτός παύει ν” αντιδρά σ” αυτό, και ταυτίζεται μαζί του.

Όπου βλέπει το κακό, η άγια φύση του Θεού αντιδρά, γιατί ο Θεός είναι το ίδιο το καλό, και το κακό είναι κάτι ενάντιο στην φύση Του. Το κακό είναι άρνηση, απόρριψη του ιδίου Του του εαυτού. Είναι το φως που δεν μπορεί ν” ανεχθεί το σκοτάδι. Και όπως διαβάζουμε στην Γραφή, ο Θεός δεν συγχωρεί απεριόριστα. Είναι μιά εσφαλμένη ιδέα που την εφεύραν οι άνθρωποι γιά να δικαιολογήσουν την αμαρτία τους. Είναι μιά ολέθρια επανάπαυση, που τους οδηγεί στον όλεθρο. Εάν ήταν μόνον έλεος, και δεν ήταν και δικαιοσύνη, δεν θα έστελνε τον Γυιό Του να σταυρωθεί, προς φανέρωσιν, ακριβώς, της δικαιοσύνης αυτού, Ρωμαίους Γ26.

Όσο τώρα ο άνθρωπος είναι κάτω από την αμαρτία, ποτέ δεν θα μπορέσει να επιτελέσει τον σκοπό της ύπαρξης του, ποτέ δεν θα φθάσει στο τέρμα που έχει ορισθεί γι” αυτόν. Γιατί αυτό το τέρμα είναι η πλήρης του κοινωνία με τον Θεό, και κει δεν μπορεί να φθάσει παρά με τη βοήθεια του Θεού, που τώρα δεν την έχει, μιά και είναι σε έχθρα μαζί Του. Το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι να φύγει η έχθρα από ανάμεσα τους, τούτοι οι δύο να συμφιλιωθούν. Τούτη η συμφιλίωση είναι, όπως προαναφέρθηκε, το πρώτο μέρος του έργου που έκανε ο Ιησούς Χριστός για μας. Υπάρχει στη Γραφή μια λέξη – κλειδί πάνω σ’ αυτό το έργο της συμφιλίωσης, είναι η λέξη «Ιλασμός», «Εξιλέωση», και σημαίνει την εξευμένιση, την αλλαγή της κακής διάθεσης του Θεού απέναντι μας. Ετσι διαβάζομε στο Α΄Ιωάννου Β2: Ο Χριστός είναι ιλασμός περί των αμαρτιών ημών. Και στο Δ10: Εν τούτω είναι η αγάπη, ουχί ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ’ ότι αυτός ηγάπησεν ημάς, και απέστειλε τον Υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών.

Αν πάμε στις ειδωλολατρικές θρησκείες, εκεί θα δούμε ότι στηρίζονται σε τούτη την αρχή: Σε περίπτωση που ο άνθρωπος προσβάλλει μιά θεότητα, θα πρέπει, γιά να την εξευμενίσει, γιά να ξανακερδίσει την συμπάθεια της, να πληρώσει το τίμημα που αντιστοιχεί στην παράβαση του. Να το πληρώσει με την προσφορά μιάς θυσίας, ή με κάποιον βασανισμό, κάποιο πάθημα, που θα πρέπει ο ίδιος να υποφέρει. Κάτι ανάλογο κάνει και σήμερα ο κατ” όνομα Χριστιανικός κόσμος.

Τούτη η αντίληψη όμως είναι τελείως αντίθετη με αυτό που μας λέγει η Γραφή. Κατά τον Λόγο του Θεού, είναι ο Ίδιος ο προσβεβλημένος Θεός, που παίρνει από μόνος Του την πρωτοβουλία γιά συμφιλίωση με τον αμαρτωλό κόσμο, καθορίζει τις προϋποθέσεις γι” αυτήν, και δίνει και τα μέσα γιά την πραγματοποίηση της: «Διότι έτσι αγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν Του τον μονογενή, διά να μην χαθεί καθένας που πιστεύει εις αυτόν αλλά να έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάννης Γ16). «Τα δε πάντα είναι εκ του Θεού, ο οποίος μας συμφιλίωσε με τον εαυτόν Του διά του Ιησού Χριστού, και έδωκε σε μας την διακονίαν της συμφιλίωσης» (Β” Κορ. Ε18).

Αλλά έρχεται το ερώτημα: Εφόσον είναι η αγάπη του Θεού που προσφέρει και εργάζεται την συμφιλίωση του ανθρώπου μαζί Του, τι χρειάζεται τότε η εξιλέωση, ο εξευμενισμός του Θεού, και μάλιστα μέσω αντικαταστάτη;

Είναι πολλοί που κηρύττουν ότι ο Θεός είναι αγάπη, και τελικά θα τους συγχωρήσει όλους, όπως ο πατέρας συγχώρησε τον άσωτο γυιό του, χωρίς την ανάγκη κάποιας εξιλέωσης εκ μέρους του γυιού του. Η Αγία Γραφή όμως επιμένει, χρειάστηκε πρώτα να γίνει η εξιλέωση, ν” αλλάξει η κακή διάθεση του Θεού απέναντι μας, η αποστροφή που ένοιωθε βλέποντας το κακό στο οποίον έχουμε παραδοθεί, να φύγει η έχθρα που μας χώριζε.

Πάλι θα επιμείνει κάποιος, πως εξηγείται, απ” την μιά μεριά έχθρα γιά τον αμαρτωλό, κι απ” την άλλη η αγάπη Του να παίρνει την πρωτοβουλία γιά τη συμφιλίωση, και να προσφέρει και τα μέσα; Είναι απλό: Όσο υπάρχει ελπίδα ο αμαρτωλός να επιστρέψει, όσο ακόμα δεν έχει παραδοθεί πλήρως στο κακό, η καρδιά του Θεού δεν παύει να τον αγαπά, και να κάνει το κάθε τι γιά να τον βοηθήσει στην επιστροφή του. Υπάρχει πόνος, μεγάλος πόνος στην καρδιά του Θεού γιά τον άνθρωπο, γιατί Αυτός γνωρίζει πιό καλά πόσο δυστυχισμένος είναι τούτος ο τελευταίος μακρυά Του, και που τελικά θα καταλήξει, εάν συνεχίσει εκεί.

Έχεις δύο παιδιά. Το ένα ακολουθεί το σωστό δρόμο, όπως το οδηγείς. Ε, η καρδιά σου, γεμάτη αγάπη, χαίρεται, ικανοποιείται να δίνει βοηθώντας στη πρόοδο του. Το άλλο παραστρατεί, ακολουθεί τον άσχημο δρόμο, διαρκώς σε προσβάλλει. Και τούτο, όσο υπάρχει ελπίδα ν” αλλάξει, το αγαπάς, αλλά με άλλο είδος αγάπης. Μια αγάπη γεμάτη πόνο. Τούτη η αγάπη, σαν πάει να εκδηλωθεί στην πράξη, συναντά δύο εμπόδια. Το πρώτο είναι η δίκαιη αγανάκτηση, η αποστροφή που αισθάνεσαι με τη διαγωγή του, με τις προσβολές που συνεχίζει να σου κάνει. Εάν είναι να το συγχωρήσεις, θα πρέπει να υπερπηδήσεις τούτη την αποστροφή, τούτη την αγανάκτηση μέσα σου. Υπάρχει και ένα δεύτερο εμπόδιο: Εάν το συγχωρήσεις άνευ όρων, χωρίς να το οδηγήσεις πρώτα να καταλάβει το κακό που κάνει, τούτο θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες γι” αυτό το ίδιο, και γιά την τάξη μέσα στην οικογένεια.

Ας σταθούμε στο πρώτο εμπόδιο που συναντά η καρδιά του Θεού, προκειμένου να μας δώσει την συγνώμη της.

Και πρώτα, ας προσπαθήσουμε λίγο να καταλάβουμε το μέγεθος της προσβολής που έγινε στον Θεό με την αμαρτία μας, το τι νοιώθει η Θεία καρδιά στην θέα του ανθρώπου που εργάζεται το κακό, το ψέμμα. (Δεν μπορείς να καταλάβεις την ουσία του έργου που έγινε στο σταυρό, αν δεν καταλάβεις πρώτα την αμαρτία στο βάθος της).

Ρίχνεις λάσπη σ” έναν που είναι βουτηγμένος στην λάσπη, που τα ρούχα του τρέχουν λασπόνερα. Ούτε που θα τον νοιάξει. Kάνεις το ίδιο μ” έναν κύριο σοβαρά ντυμένο, δεν θα είναι το ίδιο. Προσβάλλεις έναν ανήθικο, έναν άνθρωπο του δρόμου, ούτε που θα το καταλάβει, του μιλάς στη γλώσσα του. Κάνε το ίδιο σ” έναν τίμιο, σ” έναν ηθικό άνθρωπο. Τούτος θα νοιώσει βαρειά τον αντίκτυπο της προσβολής σου. Όσο πιό καθαρός αυτός που προσβάλλεται, τόσο πιό πολύ βάρος έχει η προσβολή γι” αυτόν.

Με το κακό που κάνουμε, το όποιο κακό, και το πιό μικρό, και το πιό μικρό ψέμμα, γιά παράδειγμα, αυτός που προσβάλλεται είναι ο Ίδιος ο Θεός, στον οποίον το «καλό» δεν είναι, όπως συμβαίνει με μας, κάτι το ξεχωριστό, κάτι το πρόσθετο, αλλά είναι ο ίδιος Του ο εαυτός, η ίδια Του η ουσία. Στο Ρωμαίους Β23 θα μας πει: «Ατιμάζεις τον Θεό όταν παραβαίνεις τον νόμο«. Κάνοντας το κακό, λέγοντας το ψέμμα, δεν είναι μόνον ότι αδικείς κάποιον, άνθρωπο, ή το κράτος, δεν είναι μόνον ότι θα τρυγήσεις τους ανάλογους καρπούς. Είναι, πάνω απ” όλα, προσβολή στο πρόσωπο του Θεού, που είναι, ο Ίδιος, το καλό, η αλήθεια. Αρνούμενος ο άνθρωπος το καλό, την αλήθεια, ουσιαστικά αρνείται τον Ίδιο τον Θεό. Κάνοντας το κακό, ακολουθώντας το ψέμμα απορρίπτει τον Θεό. Και ο Θεός είναι φυσικό να εναντιώνεται σε ό,τι ισοδυναμεί με άρνηση του εαυτού Του.

Η Αγία Γραφή μας βοηθά να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στην Θεία καρδιά στην θέα του κακού μας. Να θυμηθούμε τότε στην Γαι (Ιησούς του Ναυή Ζ), ή με τον Ανανία και την Σαπφείρα (Πράξεις Ε). Εκεί θέλησε να δείξει πως Αυτός βλέπει την αμαρτία μας, εν προκειμένω ένα μικρό, ανώδυνο κατά τη δική μας εκτίμηση ψέμμα, και χάθηκαν με μιάς, γιά κάτι που εμείς ούτε σημασία δεν θα του δίναμε. Και στη Παλαιά Οικονομία, όταν κάνανε το κακό, δεν αρκούσε να αποκαταστήσουν στον άνθρωπο που ζημιώθηκε, αλλά έπρεπε πρώτα να προσφέρουν θυσία για τη τιμή του Θεού που προσεβλήθη.

Να ενεργήσει, λοιπόν, να φέρει πάλι κοντά Του τον άνθρωπο, αλλά πως, όταν βλέποντας τον επαναστατεί η άγια Του καρδιά. Τούτη η αποστροφή, είναι το πρώτο εμπόδιο που πρέπει να ξεπερασθεί γιά να συμφιλιωθούν αυτοί οι δύο.

Το δεύτερο εμπόδιο είναι απλό να το καταλάβουμε. Εάν η αμαρτία δεν τιμωρηθεί όπως πρέπει, θα καταλήξει στο τέλος να νομιμοποιηθεί, θα παγιωθεί. Και τότε ο άνθρωπος θα εξαχρειωθεί, θα καταστραφεί, και αρκετοί άλλοι γύρω του.

Το να συγχωρούσε ο Θεός άνευ όρων την αμαρτία, θα ήταν σαν να της παραχωρούσε μιά μόνιμη θέση στην ζωή της ανθρωπότητας, προς καταστροφή της.

Δύο λοιπόν τα εμπόδια που έπρεπε να ξεπερασθούν, γιά να ξαναενωθεί ο άνθρωπος με τον Θεό του, και έτσι, με την βοήθεια Του, να φθάσει στο τέρμα που του είχε ορίσει σαν τον δημιούργησε. Το πρώτο, η αποστροφή του Θεού στη θέα του αμαρτωλού ανθρώπου. Το δεύτερο, η αναγκαιότητα της τιμωρίας της αμαρτίας.

Πως όμως να φύγουν τούτα τα δύο εμπόδια απ’ τη μέση; Ο άνθρωπος στον οποίον κανονικά ανήκει η πρωτοβουλία, ούτε μπορεί να κάνει τίποτα, μα ούτε και θέλει. Το ποτάμι άπαξ και ξεφύγει απ’ τη κοίτη του, δεν μπορεί να επιστρέψει σ’ αυτή. Αλλωστε τον έχει τόσο τυφλώσει η αμαρτία, που αυτή την αφύσικη ζωή που ζει την έχει θεωρήσει σαν κατι το φυσιολογικό, «έτσι είναι βρε αδελφέ η ζωή», είναι η συνήθης αντίδραση σαν υψωθεί κάποια ανησυχία. Και όντως, από καιρού εις καιρό υψώνονται μέσα του μερικά βασανιστικά ερωτήματα, γιατί να είναι έτσι η ζωή χωρίς σκοπό και νόημα, γιατί ο θάνατος, γιατί ο πόνος, αλλά και τούτα τελικά τα καταπνίγει. Πως να βρεθεί η λύση εδώ; Πρόβλημα άλυτο για τον ανθρώπινο νου.

Αλλά ό,τι δεν μπόρεσε να κάνει η γη, το έκανε ο ουρανός για μας: Διαβάζομε το Α” Κορινθίους Α30: «Ιησούς Χριστός ος εγενήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις«. Η σοφία του Θεού βρήκε τρόπο να κάνει το αδύνατο, δυνατό. Έγινε ένα έργο που και ο Θεός εξιλεώθηκε, καταπραϋνθηκε η οργή του, έσβυσε η αγανάκτηση Του, άλλαξε η διάθεση του απέναντι μας, αλλά και ο αμαρτωλός μπορεί τώρα να συγχωρηθεί, χωρίς να κινδυνεύει να εξαχρειωθεί.

Είναι το έργο του εξιλασμού, το πρώτο κομμάτι από το έργο του Ιησού Χριστού γιά μας. Και τούτο το έργο είναι καθαρά προσφορά του Θεού προς τον άνθρωπο. Πρωτοβουλία, έμπνευση, έργο καθαρά της θεϊκής αγάπης, και μόνον. Έτσι διαβάζουμε στο Ρωμαίους Γ24-26: Πάντες ήμαρτον, και υστερούνται της δόξης του Θεού· δικαιούνται δε δωρεάν με την χάριν αυτού, δια της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού· τον οποίον ο Θεός προέθετο μέσον εξιλεώσεως δια της πίστεως, εν τω αίματι αυτού, προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού, δια την άφεσιν των προγενομένων αμαρτημάτων, δια της μακροθυμίας του Θεού· προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού εν τω παρόντι καιρώ, δια να είναι αυτός δίκαιος, και να δικαιόνη τον πιστεύοντα εις τον Ιησούν· και στο Β” Κορ. Ε18-21: Τα δε πάντα είναι εκ του Θεού, όστις διήλλαξεν ημάς προς εαυτόν δια του Ιησού Χριστού, και έδωκεν εις ημάς την διακονίαν της διαλλαγής· δηλονότι ο Θεός ήτο εν τω Χριστώ, διαλλάσσων τον κόσμον προς εαυτόν, μη λογαριάζων εις αυτούς τα πταίσματα αυτών· και ενεπιστεύθη εις ημάς τον λόγον της διαλλαγής. Υπέρ του Χριστού λοιπόν είμεθα πρέσβεις, ως εάν σας παρεκάλει ο Θεός δι’ ημών· δεόμεθα λοιπόν υπέρ του Χριστού, διαλλάγητε προς τον Θεόν. Διότι τον μη γνωρίσαντα αμαρτίαν έκαμεν υπερ ημών αμαρτίαν, δια να γείνωμεν ημείς δικαιοσύνη του Θεού δι’ αυτού. Και η έννοια τούτης της προτροπής είναι: «Συμφιλιωθείτε με τον Θεό, μιά και ο Ίδιος ο Θεός συμφιλιώθηκε μαζί σας, κάνοντας ό,τι, σύμφωνα με την φύση Του, ήταν απαραίτητο να γίνει γι” αυτόν τον σκοπό».

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΟΥ ΙΛΑΣΜΟΥ

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΜΟΙΟΣ ΜΕ ΕΜΑΣ. Η ΘΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Δύο, λοιπόν, τα εμπόδια που χρειάστηκε να φύγουν απ” την μέση γιά να γίνει η επανασύνδεση του ανθρώπου με τον Θεό, γιά να συμφιλιωθούν τούτοι οι δύο. Το πρώτο, η απέχθεια που ένοιωθε η Θεία καρδιά στην θέα της αμαρτίας μας. Η αμαρτία του ανθρώπου, η στροφή του προς το κακό, ισοδυναμεί με άρνηση του Θεού, γιατί ο Θεός είναι η πηγή του καλού, το ίδιο το καλό. Το δεύτερο, η ανάγκη της τιμωρίας της αμαρτίας. Να συγχωρηθεί ο αμαρτωλός, αλλά πρώτα να καταλάβει ότι του αξίζει θάνατος. Αν η δικαιοσύνη δεν αποκατασταθεί, αν η αμαρτία δεν τιμωρηθεί, νομιμοποιείται, παγιώνεται, και τότε ο άνθρωπος εξαχρειώνεται, και η τάξη στο σύμπαν των ελευθέρων όντων διασαλεύεται.

Το έργο του εξιλασμού που πραγματοποίησε ο Ιησούς Χριστός αυτό ακριβώς εξυπηρέτησε, στο ν’ απομακρυνθούν τούτα τα δύο εμπόδια. Έμπνευση, πρωτοβουλία, πραγματοποίηση καθαρά της Θείας αγάπης τούτο το έργο. Ήταν ο οίκτος, ο πόνος γιά το δημιούργημα που την ξεσήκωσε να το εμπνευσθεί και να το πραγματοποιήσει. Μόνον ο Θεός γνωρίζει πόσο δυστυχισμένος είναι ο αμαρτωλός μακρυά Του, και που θα καταλήξει εάν συνεχίσει στον δρόμο του. Ένα έργο που πραγματοποιήθηκε πριν 2.000 χρόνια πάνω στην γη μας.

Σαν έφυγαν τούτα τα δύο εμπόδια, ο άνθρωπος μπορεί να ενωθεί πάλι με τον Θεό. Παύει να είναι κάτω από καταδίκη, τώρα κολυμπά στα ιαματικά νερά της χάρης. Αρχίζει ν” αντλεί το καλό απ” την πηγή του, και να γίνεται και ο ίδιος καλός. Είναι το έργο του αγιασμού μέσα του, που ακολουθεί αμέσως μετά την συμφιλίωση του με τον Θεό. Είναι ο Θεός που τώρα τον βοηθά να προχωρήσει προς τον σκοπό της ύπαρξης του. Τώρα μπορεί να γίνει πραγματικά καλός. Πρώτα μάταια προσπαθούσε, αν προσπαθούσε, να το πετύχει με τις δικές του δυνάμεις. Είναι το άγριο δένδρο, που τώρα κεντρώθηκε και έγινε ήμερο. Η εκ γενετής διεστραμμένη φύση, που τώρα αναγεννήθηκε. Έχει φύγει απ” την ζωή της αμαρτίας, της αποστασίας, και βρίσκεται πλέον στην ζωή της πίστης, στη ζωή της υπακοής στο Θείο θέλημα, της εξάρτησης απ’ το Θεό. Και καθώς προχωρά και ολοκληρώνεται ο αγιασμός του, η ειρήνη με τον Θεό, η χάρη Του, γίνεται οριστική, αμετάθετη πάνω του. Και έτσι, στην συνέχεια, θα μεταβεί σε μιά τρίτη κατάσταση, στην κατάσταση της δόξας. Είναι εκεί που θα βλέπει πρόσωπο με πρόσωπο το Δημιουργό του. Οι 3 καταστάσεις λοιπόν για τον άνθρωπο: Καταδίκη – Πίστη – Δόξα.

Να σταθούμε στο έργο της συμφιλίωσης, στο έργο του εξιλασμού. Θα έπρεπε να γίνει κάτι με το ανθρώπινο γένος ώστε: α) Ο Θεός να βλέπει τον αμαρτωλό χωρίς την απέχθεια που γεννά μέσα Του η αμαρτία. β) Ο άνθρωπος να μπορεί να βλέπει τον Θεό, τον κριτή της αμαρτίας, χωρίς φόβο και ενοχές.

Τούτο θα μπορούσε να γίνει εάν βρισκόταν, έστω και ένας απ” το ανθρώπινο γένος, που σαν εκπρόσωπος του, να μπορούσε να κάνει τούτα τα δύο πράγματα: α) Να πραγματοποιούσε στο πρόσωπο του, μέχρι τέλους, χωρίς να εκτραπεί, την κανονική εξέλιξη στην οποία είχε κληθεί να προχωρήσει ο άνθρωπος από το Θείο σχέδιο. Να οδηγούσε, δηλαδή, μέσ” απ” τον εαυτόν του, την ανθρώπινη ζωή στο τέρμα που της είχε ορίσει ο Θεός. Τούτο θα έφερνε την πλήρη ικανοποίηση στον Θεό, καθώς θα έβλεπε το δημιούργημα Του να φθάνει εκεί που το προόριζε, να βλέπει το σχέδιο Του γιά τον άνθρωπο να πετυχαίνει, έστω και στο πρόσωπο αυτού του ένα. Τούτο θα έδιωχνε την απαρέσκεια Του για το ανθρώπινο γένος. Τούτος ο ένας, έχοντας φθάσει εκεί, θα μπορούσε να γίνει απαρχή και γιά άλλους, ένα καινούργιο ξεκίνημα για το ξεπεσμένο γένος μας.

Δεν θα έφτανε όμως μόνον αυτό. Τούτο το πρόσωπο θα έπρεπε να κάνει και κάτι άλλο. Θα έπρεπε να επανορθώσει το αδίκημα που προξενήθηκε με την παρακοή μας, ώστε να αποκατασταθεί η τάξη, το απαιτούσε η Θεία δικαιοσύνη, που είναι ο φρουρός της τάξης στο Σύμπαν. Θα έπρεπε να αποκαταστήσει την Θεία αγιότητα, την υπόληψη του Θεού, που την είχαμε προσβάλλει, «ατιμάσει» με την αμαρτία μας, όπως χαρακτηριστικά λέγει ο Λόγος Του.

Αυτά τα δύο έκανε ακριβώς ο Ιησούς Χριστός, σαν ένας από μας, σαν αντιπρόσωπος μας. Αυτό είναι το πρώτο κομμάτι του έργου Του, το «υπέρ ημών«. Πρώτα οδήγησε, στο πρόσωπο Του, την ανθρώπινη φύση μας στην τελειότητα. Πήρε την πεσμένη σκυτάλη από τα χέρια του Αδάμ, και έτρεξε Αυτός τον δρόμο, που δεν μπόρεσε εκείνος, και μαζί του (μαζί με τον Αδάμ) δεν μπορέσαμε όλοι εμείς. Ετρεξε μέχρι το τέλος του αυτόν τον δρόμο, τερμάτισε, ή όπως το εκφράζει χαρακτηριστικά στο Εβραίους Ε9: «και γενόμενος τέλειος κατεστάθη αίτιος σωτηρίας αιωνίου εις πάντας τους υπακούοντας εις αυτόν«. Στην συνέχεια, με την προσφορά της ζωής Του σαν εξιλαστήριο θύμα, αποκατέστησε την προσβολή που είχε γίνει στην Θεία αγιότητα, και έτσι άνοιξε το δρόμο της συμφιλίωσης της ανθρωπότητας με το Θεό.

Να τα δούμε ένα ένα.

Ολα ξεκίνησαν όταν κάποια μέρα, πριν 2000 χρόνια περίπου, ο Ιησούς Χριστός άδειαζε τον εαυτόν Του, άφηνε την δόξαν Του στον ουρανό, και ερχόταν να μπει στην ιστορία μας ακριβώς όμοιος με μας, σαν ένας από μας. Δεν διέφερε σε τίποτα από μας, παρά μόνο στο ότι δεν έφερε την κληρονομιά τούτης της διεφθαρμένης φύσης που φέρουμε εμείς, μιά και δεν μεσολάβησε ανδρικό σπέρμα στην γέννηση Του. Ένας καινούργιος ακριβώς Αδάμ γεννιόταν ανάμεσα μας, αθώος σαν κι αυτόν στο ξεκίνημα του. Ξεκινούσε κι Αυτός από την κατάσταση της αθωότητας, να εκπληρώσει όλη εκείνη την σειρά των πράξεων υπακοής στο Θείο θέλημα, που, όπως είπαμε, η κάθε μία είναι και μία θυσία της φυσικής ζωής, και να φθάσει έτσι στην αγιότητα, στην πλήρη αφιέρωση στον Θεό.

Μεγαλώνοντας ανάμεσα μας, μέσα στις ίδιες συνθήκες, και στους ίδιους πειρασμούς με μας, φέροντας ακριβώς τούτη την σάρκα που φέρουμε και μεις, με τις ίδιες επιθυμίες, και τις ίδιες δυνατότητες, πραγματοποίησε τον άνθρωπο όπως έπρεπε να είναι. Ο μόνος φυσιολογικός άνθρωπος που έζησε στην γη. Ο μόνος από μας που έφθασε την ανθρώπινη ζωή εκεί που την προόριζε ο Θεός, εκεί που δεν μπόρεσε να τη φθάσει ο Αδάμ. Δεν είναι χωρίς λόγο που διάλεξε για τον εαυτόν Του το τίτλο, «οΥιός του ανθρώπου», με άρθρο, ο ένας, ο μοναδικός, ο τέλειος εκπρόσωπος του γένους.

Πως το πέτυχε αυτό; Γιά 33 χρόνια, τόσα έζησε ανάμεσα μας, προκειμένου να κάνει το θέλημα του Θεού, θυσίαζε συνεχώς τον εαυτόν Του, τούτη την φυσική ζωή που είχε πάρει σαν άνθρωπος, τις νόμιμες επιθυμίες τούτης της ζωής, τις φιλοδοξίες της, τα σχέδια της. Πήρε, στον εαυτόν Του, την ανθρώπινη ζωή από την κατάσταση της αθωότητας, από εκεί ξεκίνησε, και την έφθασε στην κατάσταση της τελειότητας. Θα μας πει στο Εβραίους Δ15: «Διότι δεν έχομεν αρχιερέα, που να μην μπορεί να συμπαθήσει εις τας αδυναμίας μας, αλλά έχομε έναν που έχει δοκιμασθεί (πειράχθηκε) καθ” όλα, σύμφωνα με την ομοιότητα του μ” εμάς, χωρίς ν” αμαρτήσει». Και στο Εβραίους Ε8,9: «Αν και ήτο Υιός, έμαθε την υπακοήν από όσα έπαθε, και γενόμενος τέλειος, απέβη δι” όλους, οι οποίοι υπακούουν εις αυτόν, αίτιος αιωνίου σωτηρίας».

Στο αντίκρυσμα αυτού του θεάματος, η ευαρέσκεια του Θεού ήταν πληρης. Τούτη η ανθρώπινη ζωή ήταν γιά τον Θεό, «θυσία εις οσμήν ευωδίας» (Εφεσίους Ε2). Αυτός ο ένας που έφθασε στο τέρμα, έδειξε ότι το σχέδιο του Θεού ήταν και σοφό, και εφικτό. Ο Θεός ένοιωσε την χαρά και την ικανοποίηση που νοιώθει κάποιος, σαν βλέπει το έργο που συνέλαβε και πραγματοποίησε, να ανταποκρίνεται πλήρως στους σκοπούς του.

Από δω και πέρα, το ανθρώπινο γένος υπάρχει στα μάτια Του σ” ένα τέλειο υπόδειγμα. Αυτό το υπόδειγμα πρόκειται να γίνει τώρα η αρχή μιάς καινούργιας ανθρωπότητας. Τι θα κάνει από δω και πέρα: Θα παίρνει υλικό απ” την παλιά ανθρωπότητα, και θα το ανακαινίζει στην εικόνα αυτού του πρωτοτύπου.

Είναι όπως στο χυτήριο μετάλλων, που κάποια ατέλεια του καλουπιού βγάζει όλα τα εξαρτήματα ελαττωματικά. Η λύση είναι να φτειάξουν ένα καινούργιο, σωστό καλούπι, να πάρουν τα παλιά, να τα λειώσουν, και να τα περάσουν μέσ” απ” το καινούργιο καλούπι. Αυτό είναι το «εν Χριστώ«. Όποιο περάσει μέσα απ” αυτό βγαίνει τέλειο, όπως αυτό είναι τέλειο. Ο αγώνας για να φτειαχθούν τέλεια έγινε μιά μόνον φορά, γιά το καλούπι.

Το να προσκολληθούμε στον νέο τούτον Αδάμ, το να θελήσουμε και μόνον με την επιθυμία της καρδιάς μας να περπατήσουμε όπως Αυτός, στα μάτια του Θεού μετρά σαν ν” αναπαράγουμε αυτό το πρότυπο στον εαυτόν μας. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, σαν να έχουμε επιτελέσει και μεις το έργο του αγιασμού της ανθρώπινης ζωής, που στην πράξη επετέλεσε μόνον Αυτός. Είναι, σύμφωνα με το Εφεσίους Α1-5, «να γίνωμε ευάρεστοι μέσα στον Αγαπημένον».

Να λοιπόν, πως ο Ιησούς Χριστός, σαν εκπρόσωπος του γένους μας, έδιωξε την αποστροφή που ένοιωθε ο Θεός απέναντι μας, και έφερε την χάρη, την εύνοια Του πάνω σ” αυτό το γένος. Εξιλέωσε το πρόσωπο του Θεού, άλλαξε τη διάθεση Του απέναντι μας. Ήταν το πρώτο που έκανε γιά μας. Αλλά αυτό μόνον δεν έφτανε. Έπρεπε οπωσδήποτε να τακτοποιηθεί και η Θεία δικαιοσύνη, με μιά ελεύθερη και επίσημη καταδίκη της αμαρτίας, εκ μέρους πάλιν των ανθρώπων. Επρεπε να διαλυθεί η σκιά της προσβολής της Θείας αγιότητας.

Να σταθούμε λίγο στην Θεία δικαιοσύνη. Η Γραφή μας αποκαλύπτει ότι ο Θεός δεν είναι μόνον αγάπη, είναι και δικαιοσύνη. Άλλωστε η αγάπη δεν μπορεί να σταθεί χωρίς τη δικαιοσύνη. Η αγάπη ποτέ δεν ανέχεται το άδικο.

Για να κατανοήσομε πόσο αναγκαία είναι η δικαιοσύνη, ας σκεφθούμε που θα καταντούσε ένα κράτος, εάν δεν ασκούσε τις λειτουργίες της η δικαιοσύνη του! Ο ένας θα έτρωγε τον άλλον. Κάποιος είπε, «Και εάν η νομοθετική και η εκτελεστική λειτουργία ενός κράτους σταματήσουν, κράτος υπάρχει. Κράτος δεν υπάρχει όταν σταματήσει να λειτουργεί η δικαιοσύνη του.» Τώρα, όπως στο κράτος, έτσι και στο Σύμπαν των ηθικών, των ελεύθερων όντων (άνθρωποι, άγγελοι) κάποιος πρέπει να διασφαλίζει και να εγγυάται τη τάξη, το καλό, μια και υπάρχει η δυνατότητα αταξίας από τα ελεύθερα όντα. Τούτο το ρόλο έχει αναλάβει η Θεία Δικαιοσύνη.

Ποιά είναι τα μέσα με τα οποία η Θεία Δικαιοσύνη περιφρουρεί και διατηρεί την τάξη; Η ευλογία και η τιμωρία. Τιμωρώντας τον ένοχο διατηρείς την τάξη, χωρίς να περιορίζεις την ελευθερία των άλλων. Παίζουν έξω τα παιδιά, και κάποιο κάνει μιά βαρειά αταξία. Έχεις δύο τρόπους να φέρεις την τάξη: α) Τα κλειδώνεις όλα μέσα, τους απαγορεύεις να παίξουν. Η τάξη απεκατεστάθη, αλλά αυτά έχασαν την ελευθερία τους, ίσως το πιο ζωτικό πράγμα γι’ αυτά. β) Τιμωρείς μόνο τον ένοχο, ώστε αυτός να συνετισθεί, και να παραδειγματισθούν τα άλλα. Εδώ ξανάφερες την τάξη χωρίς να στερήσεις την ελευθερία. Πόσο αναγκαία η τιμωρία!

Και ποιό τα χαρακτηριστικό της τιμωρίας; Η οδύνη, ο πόνος. Κάνει τον άτακτο να συνειδητοποιήσει ότι κάπου δεν ενεργεί σωστά, και ότι δεν τον συμφέρει να επιμείνει στην πράξη του. Σκεφτείτε να μην πονούσαμε, θα καιγόμαστε, θα πεθαίναμε από ασήμαντες αιτίες, και δεν θα το καταλαβαίναμε. Ο πόνος μας ειδοποιεί ότι κάτι κακό μας συμβαίνει, και δεν σταματά μέχρι να αντιδράσουμε. Ευλογία, προστασία μας ο πόνος.

Γι” αυτό και όταν αμαρτάνει ο άνθρωπος είναι ανάγκη να ειδοποιείται από κάποια οδύνη, εσωτερική ή εξωτερική, ότι η ψυχή του βρίσκεται σε αταξία, και διατρέχει κίνδυνο, αυτός, αλλά και η τάξη γύρω του. Αυτό είναι το έργο που κάνει η Θεία δικαιοσύνη. Να γιατί υπάρχει οδύνη, δυστυχία στον κόσμο. Είναι γιά να καταλάβουν ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά.

Αν ρωτούσε κάποιος, ποιό είναι το βαρύτερο αμάρτημα που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, η απάντηση είναι: Να προσβάλλει τον Θεό, αρνούμενος ενσυνείδητα την εξάρτηση στην οποία πρέπει να βρίσκεται απ” τον Δημιουργό του. Στην περίπτωση αυτή εναυάγησε η ίδια του η ύπαρξη. Ο άνθρωπος που ενεργεί έτσι, είναι σαν να λέει στον Θεό: «Μπορώ να ζήσω χωρίς Εσένα, και παρά την θέληση Σου».

Εδώ η Θεία δικαιοσύνη δεν θα φέρει μιά απλή τιμωρία. Με αυτή δεν διορθώνεται τίποτα εδώ. Η νόμιμη απάντηση του Θεού, σε τούτη την αλαζονική πρόκληση εναντίον του, θα πρέπει να είναι μόνον αυτή: «Η ζωή σου είναι δώρο δικό μου. Αφού το χρησιμοποιείς να με αγνοήσεις, να με προσβάλλεις, να με πολεμήσεις, το δώρο σου αφαιρείται».

Ο Αβεσσαλώμ, ο γυιός του Δαυίδ, δημιούργησε πολλά προβλήματα στον πατέρα του. Ο Δαυίδ του είχε αδυναμία, και δεν τον τιμωρούσε όπως έπρεπε γιά να συνετισθεί. Στο τέλος επανεστάτησε ενάντια του, και ζητούσε την ζωή του. Και εδώ τα πατρικά αισθήματα του Δαυίδ κατέπνιξαν το έργο της δικαιοσύνης. Το κακό όμως ήταν μεγάλο. Το κράτος διαλυόταν. Ζωές χανόταν. Τότε, εκείνο που δεν έκανε ο Δαυίδ, το έκανε η Θεία δικαιοσύνη. Εξολόθρευσε τον επαναστάτη, παρά την ρητή εντολή του Δαυίδ γιά την προστασία της ζωής του. Και ήλθε πάλι η ειρήνη στην χώρα.

Τον Αδάμ τον είχε ειδοποιήσει: «Από την ημεραν κατά την οποίαν θα αμαρτήσεις, θα με παρακούσεις, θα πεθάνεις». Γιατί, εάν με απορίψεις, δεν έχεις πιά λόγο ύπαρξης. Πως μπορεί να σταθεί το Σύμπαν με επαναστάτες ενάντια στο Θείο θέλημα που το κυβερνά.

Λογικά, στη κάθε αμαρτία του ανθρώπου, θα έπρεπε να επεμβαίνει η Θεία δικαιοσύνη, και να επιφέρει άμεσα το θάνατο. Όμως ο Θεός δεν θέλησε να θέσει σ” εφαρμογή όλη την αυστηρότητα της δίκαιης τούτης τιμωρίας. Ο αμαρτωλός Αδάμ έζησε, και γιά μακρυά σειρά αιώνων οι απόγονοι του εξακολουθούσαν ν” αμαρτάνουν και να ζουν. Ο θάνατος βέβαια εβασίλευσε, αλλά στην αντίληψη των ανθρώπων σαν αποτέλεσμα φυσικής παρακμής, ή αρρώστειας, και όχι σαν ποινή της αποστασίας του ανθρώπου. Ο κόσμος δεν καταλάβαινε πλέον ότι η μόνη αιτία του θανάτου είναι η αμαρτία, είναι η ποινή της, και έτσι η δικαιοσύνη του Θεού φαινόταν σαν να μην υπήρχε. Ο Θεός κινδύνευε να θεωρηθεί άδικος από το σύμπαν των ηθικών όντων, ότι ανέχεται την αταξία. Και αυτό δεν μπορούσε να συνεχισθεί γιά πάντα. Ήταν ανάγκη κάποια στιγμή να αποκαλύψει δημόσια, επίσημα την δικαιοσύνη Του, στα μάτια όλου του Σύμπαντος. Να δώσει στον άνθρωπο να καταλάβει πως βλέπει την αμαρτία του, και πως θα τον κρίνει εάν επιμείνει σ” αυτή. Ν” αποκαταστήσει την τάξη.

Πως όμως; Λογικά, έπρεπε ν” αφαιρέσει την ζωή όλων των αμαρτωλών. Μα τότε θα χανόταν το γένος μας, και το σχέδιο του Θεού γιά τον άνθρωπο θα ματαιωνόταν.

Διαβάζουμε το Ρωμαίους Γ21-26: Τώρα δε χωρίς νόμου η δικαιοσύνη του Θεού εφανερώθη, μαρτυρουμένη υπό του νόμου και των προφητών· δικαιοσύνη δε του Θεού δια πίστεως Ιησού Χριστού, επί πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας· διότι δεν υπάρχει διαφορά· επειδή πάντες ήμαρτον, και υστερούνται της δόξης του Θεού· δικαιούνται δε δωρεάν με την χάριν αυτού, δια της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού· τον οποίον ο Θεός προέθετο μέσον εξιλεώσεως δια της πίστεως, εν τω αίματι αυτού, προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού, δια την άφεσιν των προγενομένων αμαρτημάτων, δια της μακροθυμίας του Θεού· προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού εν τω παρόντι καιρώ, δια να είναι αυτός δίκαιος, και να δικαιόνη τον πιστεύοντα εις τον Ιησούν. Είναι ο δεύτερος στόχος στο πρώτο κομμάτι του έργου του Ιησού Χριστού για μας. Ο πρώτος ήταν να διώξει την αποστροφή του Θεού στη θέα του γένους μας· μια αποστροφή που τη δημιουργούσε η καθολικότητα της αμαρτίας μας. Και τούτο τον στόχο τον επέτυχε, όπως αναλύθηκε στα προηγούμενα, με την άγια Του ζωή. Ο δεύτερος στόχος ήταν να σηκώσει τη προσβολή στη Θεία αγιότητα που έκανε η αμαρτία μας, να αποκαταστήσει τη Θεία δικαιοσύνη, που λόγω της μακροθυμίας του Θεού, φαινόταν σα να μην υπάρχει. Σύμφωνα με τούτο το χωρίο της Γραφής, γιατί στήθηκε ο σταυρός εκείνη την φοβερή Παρασκευή γιά τον Υιό του Θεού; Γιά να ικανοποιηθεί η δικαιοσύνη Του; Όχι. Ο σταυρός στήθηκε γιά να φανεί η δικαιοσύνη Του, (προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού), έτσι που να μπορεί να σε συγχωρήσει τώρα, εσένα, όποιος κι αν είσαι, ό,τι κι αν έχεις κάνει, χωρίς να κινδυνεύει να θεωρηθεί άδικος.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΛΑΣΜΟΥ

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΗΣ ΜΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα εδάφια, Ρωμαίους Γ21-26, υπήρξε μιά περίοδος στην ιστορία της ανθρωπότητας, που η Γραφή την ονομάζει, «η περίοδος της ανοχής του Θεού». Σ” όλη τούτη την περίοδο, ο Θεός δεν άφηνε να εκδηλωθεί η δικαιοσύνη Του, και να επιφέρει την δίκαιη τιμωρία που άρμοζε πάνω στον αποστάτη κόσμο. Όλο αυτό το διάστημα τους ανεχόταν «παραβλέποντας τις αμαρτίες«. Τούτη όμως η ανοχή της αταξίας δεν μπορούσε να συνεχισθεί γιά δύο λόγους: 1) Ο Θεός, ο εγγυητής της τάξης, κινδύνευε να θεωρηθεί άδικος στα μάτια του ηθικού σύμπαντος («ώστε να είναι δίκαιος«, διαβάσαμε). 2). Η ανοχή της αμαρτίας θα οδηγούσε σε πλήρη εξαχρείωση και καταστροφή το ανθρώπινο γένος. Ήταν λοιπόν ανάγκη «να φανεί η δικαιοσύνη Του εις τον παρόντα καιρόν».

Λογικά θα έπρεπε να γίνει ένας δεύτερος κατακλυσμός. Αλλ” αυτό, αντί να διόρθωνε την ανθρωπότητα, θα την εξαφάνιζε. Ο Θεός δεν ήθελε το αίμα των αμαρτωλών γιά να ξεπλυθεί η προσβολή που Του γινόταν όλους αυτούς τους αιώνες με τις αμαρτίες τους. Να τους σώσει ήθελε. Στην Θεία Δικαιοσύνη αρκούσε εάν γινόταν δύο πράγματα: α) Εάν δινόταν στους ανθρώπους να καταλάβουν καθαρά, έτσι που να μην το ξεχάσουν ποτέ, ότι η αμαρτία συνεπάγεται οπωσδήποτε την ποινή του θανάτου. Ήταν κάτι που είχε ξεχασθεί και παρανοηθεί. β) Εάν τους έκανε ν” αναγνωρίσουν, με ειλικρίνεια και ταπείνωση, τούτο το Θείο δίκαιο. Μιά τέτοια αναγνώριση είναι ουσιαστικά επανόρθωση της προσβολής, της αδικίας που διαπράχθηκε ενάντια στο πρόσωπο του Θεού.

Όταν ο επαναστάτης άνθρωπος πεισθεί γιά το άδικο του, και αναγνωρίσει ότι του αξίζει ο θάνατος, τότε η ηθική τάξη αποκαταστάθηκε. Και από το άλλο μέρος, ο Θεός, όσο αυτό Του το δικαίωμα Του αναγνωρίζεται ειλικρινέστερα και πληρέστερα απ” τον ένοχο, τόσο πιό εύκολα μπορεί να υποχωρήσει απ” αυτό. Είναι σαν τον πατέρα που, έτοιμος να τιμωρήσει το παιδί του για κάποια του αταξία, το βλέπει να κατεβάζει το κεφάλι, αναγνωρίζοντας την ενοχή του. Ο πατέρας αφοπλίζεται, δεν υπάρχει λόγος πλέον τιμωρίας.

Και πράγματι, ο τρόπος απολύτρωσης που μεταχειρίσθηκε ο Θεός, ο εξιλασμός διά του αίματος του Ιησού Χριστού, απέδειξε ότι εκείνο που ήθελε ήταν η έκχυση, όχι του περισσοτέρου, αλλά του λιγοτέρου δυνατού αίματος, σε σχέση με το ηθικό αποτέλεσμα που ήθελε να πετύχει. Γιά τον Θεό ήταν αρκετή η θυσία ενός μόνου, στον αιματηρό θάνατο του οποίου έδειξε τι πραγματικά άξιζε σε όλους. Ένα μόνον θύμα που θυσιάσθηκε, στην θέα του οποίου όλοι μπορούν, και οφείλουν να πουν: «Να πως έπρεπε να μου φερθεί ο Θεός. Τούτης της καταδίκης που τώρα είμαι μάρτυρας, έπρεπε να είμαι το αντικείμενο. Η δική μου θέση ήταν στον σταυρό, ο Χριστός εμένα προσωπικά αντικατέστησε εκεί επάνω».

Απ” την παλιά ήδη οικονομία είχε ο Θεός φροντίσει να μπει στην συνείδηση του λαού Του η έννοια της αντικατάστασης. Το αρνί που σφάχθηκε προς εξαγοράν των πρωτοτόκων τους. Τα ζώα που θυσιαζόταν γιά τις αμαρτίες τους, ο αποδιομποπαίος τράγος που φορτωνόταν τις αμαρτίες του λαού. Κάτι ανάλογο βρίσκουμε και στον υπόλοιπο, τον ειδωλολατρικό κόσμο. Και αυτοί είχαν προετοιμασθεί γιά το έργο που επρόκειτο να γίνει.

Να σταθούμε σε κείνον τον έναν. Πως έπρεπε να είναι αυτός ο ένας, το θύμα, ο αντικαταστάτης; Τι προϋποθέσεις έπρεπε να συγκεντρώνει, γιά ν” αναλάβει αυτή την φοβερή αποστολή;

α) Θα έπρεπε να είναι ένας από μας. Άνθρωπος πρόσβαλλε το πρόσωπο του Θεού, άνθρωπος έπρεπε ν” αποκαταστήσει την προσβολή, σαν εκπρόσωπος του γένους μας. Άγγελος δεν θα μπορούσε να το κάνει. Αν σε προσβάλλει μιά οικογένεια, θα περιμένεις ένα απ” τα μέλη της ν’ αποκαταστήσει τη προσβολή· γείτονας ή φίλος δεν μπορεί να το κάνει.

β) Θα έπρεπε τούτος ο άνθρωπος να προσφερόταν εθελοντικά, όχι διά της βίας, ή κατόπιν πιέσεων. Γιατί τότε θα ήταν αδικία εις βάρος του, και ποτέ η δικαιοσύνη δεν αποκαθίσταται με αδικίες.

γ) Ο πραγματικός τούτος άνθρωπος θα έπρεπε να είναι άγιος, τέλεια άγιος, γιά δύο λόγους:

1) Εάν είχε προσωπική αμαρτία, θα πέθαινε εξοφλώντας την ποινή τούτης της αμαρτίας, και όχι των αμαρτιών των αδελφών του.

Όταν ο Μωυσής διετάχθη να υψώσει το φίδι στην έρημο, δεν διετάχθη να υψώσει κάποιο από τα φίδια που τους δάγκωναν, αλλά ένα χάλκινο φίδι, ομοίωμα όλου του γένους των φιδιών. Έτσι θα φαινόταν η νίκη της Θείας δύναμης όχι πάνω σ” ένα από τα φίδια, αλλά σε ολόκληρο το γένος τους. Και αυτοί δεν είχαν παρά να ρίξουν μιά ματιά στον εχθρό τους, έτσι όπως ήταν νικημένος, κρεμασμένος, ανίκανος να τους βλάψει πλέον, και η Θεία δύναμη εξουδετέρωνε αμέσως το δηλητηριώδες δάγκωμα. Στον σταυρό έπρεπε να κρεμασθεί, και να επιδειχθεί στην θέα όλων νικημένη, και χωρίς δύναμη πλέον να βλάψει, όχι η αμαρτία ενός ανθρώπου, αλλά η αμαρτία όλου του γένους μας, αυτό το πνεύμα της αποστασίας που μας είχε χωρίσει απ” τον Θεό. Και τούτη, μόνον ένας αναμάρτητος θα μπορούσε να τη φορτωθεί επάνω του.

Γράφει ο Ησαϊας, 600 χρόνια πριν στηθεί εκείνος ο σταυρός: «Εμείς νομίσαμε ότι τραυματίσθηκε και πληγώθηκε και ταλαιπωρήθηκε από τον Θεό γιά τον εαυτόν του. Αυτός όμως τραυματίσθηκε γιά τις παραβάσεις μας και ταλαιπωρήθηκε γιά τις ανομίες μας» (ΝΓ4-5). Στο Β” Κορ. Ε21 ο Λόγος Του θα μας πει: «Αυτόν που αμαρτία δεν διέπραξε ο Θεός τον έκανε αμαρτία γιά χάρη μας, γιά να γίνωμε εμείς δικαιοσύνη του Θεού με την πίστη μας σ” Αυτόν».

2) Τούτο το πρόσωπο που θα μας αντικαταστούσε, θα έπρεπε να ήταν απόλυτα άγιο και γιά έναν άλλο λόγο, που θα μας βοηθήσει να τον καταλάβομε ένα παράδειγμα:

Γίνεται μιά ανταρσία στην τάξη, και τα παιδιά είναι να τιμωρηθούν, προσέβαλαν κάποιο καθηγητή. Ένας απ” τους καλούς μαθητές, που δεν συμμετείχε σε τούτο το γεγονός, κινούμενος από αλληλεγγύη, αναλαμβάνει την ευθύνη. Βρίσκει τον καθηγητή και του λέγει: «Αν νομίζεις ότι έχεις δίκηο, τιμώρησε εμένα». Είναι άραγε αυτό αποκατάσταση; Θα ικανοποιηθεί έτσι ο καθηγητής;

Εάν ήθελε πραγματικά να αποκαταστήσει, τούτο το παιδί έπρεπε να δει τα πράγματα απ” την πλευρά του καθηγητή, όχι των μαθητών. Θα έπρεπε να πει: «Αναγνωρίζω ότι έχετε απόλυτα δίκηο. Λυπάμαι βαθειά γιά ό,τι κάναμε. Δέχομαι να υποστώ εγώ την τιμωρία, που είναι πέρα για πέρα δίκαιο να επιβληθεί». Τούτο θα ήταν πραγματικά αποκατάσταση.

Αυτός που θα μας αντικαθιστούσε εθελοντικά στην τιμωρία θα έπρεπε να είναι απόλυτα άγιος για ν” αναγνωρίζει, να μισεί και να καταδικάζει την αμαρτία, το ίδιο όπως και ο Κριτής της, όπως ο Θεός την μισεί και την καταδικάζει.

Εάν την κατεδίκαζε έστω και ένα ελάχιστο λιγώτερο, είναι σαν να έλεγε στον Θεό: «Αναγνωρίζω ότι έχεις δίκηο που ζητάς τον θάνατο γιά την αμαρτία, αλλά στο βάθος βάθος μου φαίνεται ότι είσαι λιγάκι υπερβολικός». Και με μιά τέτοια προσφορά, που αφήνει και το παραμικρό υπονοούμενο, ποτέ δεν αποκαθίσταται η αγιότητα και η δικαιοσύνη του Θεού.

Και το πρόβλημα εδώ είναι, πως κανενός ανθρώπου η συνείδηση, και του πλέον καθαρού, δεν μπορεί να φθάσει να βλέπει την αμαρτία, όπως την βλέπει ο Θεός. Σε ποιόν δεν μένει, το λιγώτερο ένα αίσθημα απορίας, καθώς διαβάζει το γεγονός με τον Ανανία και την Σαπφείρα, ότι ο Θεός εφάνηκε κάπως υπερβολικός εδώ. Η αμαρτία έχει διαβρώσει την συνείδηση μας, και ο πλέον καθαρός από μας δεν μπορεί να την καταλάβει στο βάθος της, και να δεχθεί ανεπιφύλαχτα ότι η κρίση γι” αυτήν είναι μία, ο θάνατος, ή ότι η αμαρτία στην σκέψη είναι η ίδια με την αμαρτία στην πράξη.

Ανακεφαλαιώνουμε:

Το πρόσωπο που θα μπορούσε να μας αντικαταστήσει στις απαιτήσεις της Θείας Δικαιοσύνης θα έπρεπε: α) Να είναι ένας από μας, όμοιος κατά πάντα με εμάς. β) Να είναι απόλυτα άγιος, για να βλέπει και να καταδικάζει την αμαρτία όπως ο Θεός. γ) Ό,τι χρειαζόταν να κάνει να το έκανε εθελοντικά. Μόνο μ” ένα τέτοιο πρόσωπο θα μπορούσε ο Θεός να δώσει στον ένοχο κόσμο μιά φωτεινή αποκάλυψη της δικαιοσύνης Του, και να πετύχει, απ” το άλλο μέρος, την ειλικρινή και ταπεινή αναγνώριση του δίκηου Του.

Αυτό το πρόσωπο, επειδή δεν μπορούσε να το δώσει η γη, το έδωσε ο ουρανός. Ήταν ο Ιησούς Χριστός, προαιώνιος Θεός, της ιδίας ουσίας με τον Πατέρα, το ένα από τα πρόσωπα της Τριάδας. Το έργο της σωτηρίας μας απαίτησε να ξεντυθεί όλη αυτή την δόξα, και να έρθει να γεννηθεί και ν” αναπτυχθεί ανάμεσα μας ακριβώς σαν ένας από μας, πλην της κληρονομιάς της αμαρτίας που φέρουμε εμείς. Είναι τούτο δυνατόν; Ένας Θεός τόσο χαμηλά; Ναι είναι δυνατόν, γιατί ο Θεός είναι πάνω απ” τις ιδιότητες Του, δεν περιορίζεται από κάποια μορφή, κάποιον τρόπο ύπαρξης, όπως εμείς. Άλλωστε, ερχόταν να γίνει κάτι όμοιο μ” Αυτόν, ο άνθρωπος κατ” εικόνα και ομοίωση δική Του έχει πλασθεί. Και αν μπορούσα εγώ και έφευγα από τούτη την μορφή που με κρατά σαν σε φυλακή, και γινόμουνα, για παράδειμα, μυρμήγκι, τούτο θα ήταν δείγμα δύναμης, και όχι αδυναμίας μου.

Και ήλθε, γεννήθηκε στη γη, και άρχισε ν” αναπτύσσεται ανάμεσα μας, μωρό, μικρό παιδί, έφηβος, ώριμος άνδρας, κάτω από τον νόμο της φυσιολογικής προόδου, που τον ακολουθούμε όλοι μας. Ο Λουκάς θα μας γράψει: «Και ο Ιησούς προέκοπτεν (προόδευε) εις σοφίαν, και ηλικίαν, και χάριν παρά Θεώ και ανθρώποις» (Β52). Και η συνείδηση Του ξεκίνησε και αναπτύχθηκε φυσιολογικά όπως η δική μας. Κρατήθηκε όμως απόλυτα καθαρή, γιατί σ” όλη τη γήινη ζωή Του αρνήθηκε σταθερά στην αμαρτία κάθε πρόσβαση μέσα Του, παρόλους τους σφοδρούς πειρασμούς που δέχθηκε. Ήταν ο μόνος από μας που μπορούσε να πει: «Ποιός μ” ελέγχει γιά αμαρτία;». Η μόνη ανθρώπινη συνείδηση που δεν την βασάνισαν ποτέ η ενοχή και οι τύψεις.

Τούτη η συνείδηση ήταν το σκηνικό που παίχτηκε όλο το δράμα, το μέρος όπου έγινε η ουσιαστική πράξη που έφερε την λύτρωση μας. Εξωτερικά εμείς είδαμε τον Γολγοθά, τον σταυρό, αλλά η ουσιαστική μάχη, που έφερε την νίκη, δόθηκε εκεί μέσα.

Εκεί μέσα συναντήθηκαν, πρόσωπο προς πρόσωπο, δύο αντίπαλοι, η αγιότητα του Θεού, και η αμαρτία του ανθρώπου. Ήταν ο μόνος άγιος χώρος που υπήρχε στην γη γιά να συναντηθεί ο Θεός με τον άνθρωπο. Η συνείδηση του Ιησού. Συχνά ακούμε γιά συναντήσεις αρχηγών κρατών, και των μεγάλων της γης, γιά επίλυση προβλημάτων που απασχολούν την ανθρωπότητα. Εδώ έγινε μιά μοναδική συνάντηση, που άλλαξε την ιστορία μας. Εδώ λύθηκε το βαθύτερο πρόβλημα της ανθρωπότητας, που είναι η ρίζα όλων των προβλημάτων της, το πρόβλημα της αμαρτίας.

Το τι έγινε εκεί μέσα, το προεικόνιζε στην Παλαιά Οικονομία, αυτό που έκανε ο Ισραηλίτης αρχιερέας, σαν εισερχόταν στα Άγια των Αγίων. Εκεί, εμπρός στην κιβωτό, το σύμβολο του θρόνου του Θεού, ομολογούσε τις αμαρτίες του λαού, παίρνοντας τες επάνω του σαν εκπρόσωπος τους.

Ο Ιησούς, μέσω της ενσάρκωσης Του, είχε γίνει μέλος της ανθρώπινης οικογένειας. Η ταύτιση Του μαζι μας ήταν απόλυτη. Μέσω του ανεξιχνίαστου θαύματος της αγάπης, μπήκε Εκείνος μέσα στην φρίκη των αμαρτιών που έβλεπε γύρω Του, και ανέλαβε την ευθύνη τους, λες και τις είχε διαπράξει Αυτός.

Και κει, στην άμεση επαφή ανάμεσα στον Άγιο Θεό, τον κριτή της αμαρτίας, και τον Ιησού, σαν αντιπρόσωπο του ενόχου ανθρωπίνου γένους, έγινε θρήνος εξ αιτίας της αμαρτίας. Η αμαρτία αναγνωρίσθηκε, κρίθηκε και καταδικάσθηκε, όπως ακριβώς ταίριαζε να γίνει, και με τον τρόπο που εμείς δεν το κάνουμε ποτέ.

Εκεί μέσα στην συνείδηση Του, στην παρουσία του Θεού, έγινε απ” τον αντιπρόσωπο του ανθρωπίνου γένους επίσημα αποδοκιμασία της επανάστασης μας, της ανυπακοής μας, που τόσο ξεδιάντροπα παρελαύνει με καμάρι εμπρός στον κόσμο, και αμαυρώνει την Θεία δόξα. Εκεί αναγνωρίσθηκε ταπεινά, και έγινε αποδεκτός ο θάνατος, σαν ο μισθός που πρέπει στην αμαρτία, ( μιά αναγνώριση που επρόκειτο σε λίγο να επικυρωθεί από την συνείδηση μεγάλου μέρους της ανθρωπότητας, απ” όλους εμάς που πιστέψαμε στον Χριστό). Εκεί αναγνωρίσθηκαν, με όλον τον οφειλόμενο σεβασμό, οι απαιτήσεις της Θείας Δικαιοσύνης, και η επανόρθωση που της οφειλόταν.

Μιά ιδέα του τι έγινε εκεί μέσα μπορούμε να πάρουμε ακούγοντας προσεκτικά τα λόγια της κραυγής του Ιησού: «Ηλί Ηλί λαμά σαβαχθανί», «Θεέ μου Θεέ μου, διατί με εγκατέλειπες»; (Ματθαίος ΚΖ46). Ήταν η στιγμή που ο Ιησούς γευόταν την φρίκη της εγκατάλειψης στην οποίαν ο Θεός αφήνει τον αμαρτωλό. Ήταν ακριβώς η ώρα που, όπως μας λέγει στο Β” Κορ. Ε21, «Ο Θεός τον είχε κάμει αμαρτίαν γιά μας«.

Εδώ ακριβώς έγινε η επανόρθωση, η αληθινή εξιλέωση. Εδώ ο ίδιος ο αμαρτωλός κατεδίκασε την αμαρτία του όπως ο Θεός, και έδωσε τέλεια ηθική επανόρθωση στην προσβολή που είχε γίνει στο Άγιο όνομα του Θεού.

Το ότι είχε έλθει η συμφιλίωση, και είχε αλλάξει η διάθεση του Θεού απέναντι στον αμαρτωλό, φάνηκε αμέσως μετά εκείνο το φοβερό τρίωρο στον σταυρό, όταν Του χάρισε πάλι το πρόσωπο Του. Όχι πιά «Θεέ μου», αλλά «Πατέρα, στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου».

Να ποιά είναι η βαθύτερη έννοια του δράματος που παίχτηκε στον σταυρό. Τούτες οι ώρες του μαρτυρίου είναι μοναδική στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι η στιγμή που το δημιούργημα αρχίζει να επιστρέφει πάλι στον Δημιουργό Του.

Εκεί στον σταυρό τιμωρήθηκε η αμαρτία της ανθρωπότητας, με την τέλεια συγκατάθεση αυτής της ιδίας. Εάν δεν δινόταν τούτη η συγκατάθεση, εκεί στον σταυρό δεν θα αποκαλυπτόταν, εμπρός στα μάτια όλου του Σύμπαντος, η Δικαιοσύνη του Θεού, αλλά η δύναμη Του να τιμωρεί, μιά αυταρχικότητα εκ μέρους Του. Εκεί πάνω, το δίκηο της Δικαιοσύνης Του αναγνωρίσθηκε ελεύθερα και με όλον τον οφειλόμενον σεβασμό, από έναν μεν, αλλά γιά λογαριασμό όλων.

Εκεί τέθηκαν και τα θεμέλια ενός νέου κόσμου, που θ” αντικαθιστούσε τον παλιό. Τι είναι εκείνο που διαχωρίζει, σε τι διαφέρει ο νέος κόσμος που ξεκίνησε εδώ από τον παλαιό; Στην συνείδηση. Απ” την εποχή της πτώσης, στην ανθρωπότητα βασιλεύει μιά συνείδηση επαναστατική προς τον Θεό. Τώρα όμως ξεκινά ο καινούργιος κόσμος, με μιά καινούργια συνείδηση. Ποιά είναι αυτή; Είναι η συνείδηση αυτού που έγινε απαρχή του, γενάρχης του, είναι η συνείδηση του Ιησού. Μιά συνείδηση που καταδικάζει την αμαρτία, όπως ο Ιησούς, όπως ο Θεός. Τούτο είναι το χαρακτηριστικό σημείο, και από δω καταλαβαίνεις σε ποιό κόσμο ανήκεις.

Εκεί σ” αυτή την συνάντηση, με τα όσα έγιναν εκεί, άλλαξε και η καρδιά, η διάθεση του Θεού απέναντι μας. Εκεί ο Θεός «εξιλεώθηκε», εξευμενίστηκε, γιά να χρησιμοποιήσουμε τον βιβλικό όρο. Εκεί έφυγε το εμπόδιο, που εμπόδιζε την αγάπη Του να ξεχυθεί επάνω μας.

Πρώτα, με πληγωμένη την καρδιά απ” τη στάση μας απέναντιΤου, μας σπλαχνιζόταν, μας αγαπούσε με το είδος εκείνο της αγάπης που αγαπάμε και μεις έναν δυστυχισμένο μας συνάνθρωπο. Τούτη άλλωστε η αγάπη Τον ώθησε να ενεργήσει γιά την σωτηρία μας, γιατί μόνον Αυτός γνωρίζει πόσο δυστυχισμένος είναι ο αμαρτωλός, και που θα καταλήξει.

Δεν είναι η ίδια αγάπη που αγαπά τώρα τούτον τον καινούργιο κόσμο, που ξεκίνησε με τον Χριστό σαν γενάρχη. Τώρα, γεμάτος ικανοποίηση, καθώς βλέπει το δημιούργημα Του να πραγματοποιεί το αγαθό, βρίσκει χαρά στο να δίνει, να συνεργάζεται μαζί του, γιά την πρόοδο του. Τούτη η αγάπη ξεχύνεται, αγκαλιάζει το δημιούργημα, και το οδηγεί σε πλήρη ταύτιση μαζί Του, σε απόλυτη συμμετοχή στην δική Του ζωή, που είναι και το ύψιστο αγαθό, ο τελικός σκοπός της ανθρωπίνης ύπαρξης. Πρώτο και μέγιστο δώρο αυτής της νέας αγάπης Του προς τον άνθρωπο, το Άγιο Πνεύμα, που το μοιράζεται πλέον μαζί μας. Στην θέση της οργής που πρώτα υπήρχε απέναντι μας, τώρα υπάρχει μιά σχέση επικοινωνίας, αγάπης, γεμάτη τρυφερότητα.

Τι ακριβώς έγινε στην καρδιά του Θεού, και στις σχέσεις μας μαζί Του, μας βοηθά να το καταλάβουμε η παραβολή του ασώτου. Η ηθική μεταστροφή τούτου του παιδιού, έφερε και την αλλαγή στην καρδιά του πατέρα. Σαν επαναστάτησε τούτο το παιδί, πόνος, δίκαιη οργή πλημμύρισαν την πατρική καρδιά. Σαν επέστρεψε μετανοιωμένο, ένα άλλο είδος αγάπης άρχισε τώρα να την δονει. Γεμάτος χαρά, βαθειά ικανοποιημένος, ανακουφισμένος ο πατέρας, στέκεται τώρα δίπλα του να του δώσει, να τον βοηθήσει, να τον υψώσει, εκεί που πάντα ονειρευόταν γι” αυτόν.

Αυτό τον αντίκτυπο έχει στην καρδιά του Θεού, εάν κάποιος αποκηρύξει την αμαρτία όπως ο Ιησούς. Και Αυτός που με αντικατέστησε στο σταυρό, θα πρέπει να με αντικαταστήσει και μέσα στη καρδιά μου σαν ο καινούργιος μου εαυτός. Γιατί εάν αφεθώ πάλι στο παλιό εαυτό μου, πάλι στην αμαρτία, στο θάνατο θα με εμπλέξει.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΛΑΣΜΟΥ

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Υπάρχει ένα βιβλίο που επιγράφεται: «Οι μεγάλες ώρες τις ανθρωπότητας». Είναι ώρες που πραγματικά σημάδεψαν την ιστορία της, όπως η ώρα της πτώσης της, της εισόδου της αμαρτίας στη ζωή της· η ώρα του κατακλυσμού, η ώρα της βιομηχανικής επανάστασης, για να έλθομε στις μέρες μας, της συνθήκης της Γιάλτας, όπου μοιράσθηκε ο κόσμος κ.λ.π. Αν κάποιος έψαχνε να βρει την μεγαλύτερη απ’αυτές τις ώρες, δεν θα εύρισκε άλλη από εκείνη την φοβερή ώρα στην Γεθσημανή, και στον σταυρό που ακολούθησε μετά. Εκεί, μέσα στην συνείδηση του Ιησού Χριστού, το μόνο άγιο μέρος που υπήρχε στην γη, έγινε μιά μοναδική συνάντηση. Συναντήθηκε ο Άγιος Θεός, με τον αμαρτωλό άνθρωπο, που τον εκπροσωπούσε εκείνη την ώρα ο Ιησούς. Ήταν και γι” αυτόν τον λόγο που διαλέχθηκε ο σταυρικός θάνατος, γιά να δοθεί χρόνος στον κατάδικο ν” αναγνωρίσει και να αποδεχθεί τα δικαιώματα της Θείας Δικαιοσύνης. Οι άλλοι τρόποι εκτέλεσης που χρησιμοποιόταν τότε, ή ήσαν ακαριαίοι, όπως ο αποκεφαλισμός, ή δεν άφηναν το θύμα να συγκεντρωθεί και να σκεφθεί, όπως ο λιθοβολισμός.

Εκεί ο αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους ανεγνώρισε και κατεδίκασε την αμαρτία όπως την καταδικάζει ο Θεός, και συμφώνησε ότι η ποινή που του έπρεπε ήταν μία, ο θάνατος.

Αλλά, θα ρωτήσει κάποιος, δεν αρκούσε τούτη η αναγνώριση και καταδίκη της αμαρτίας εκ μέρους του Ιησού σαν αντιπροσώπου μας; Έπρεπε να στηθεί και ο σταυρός; Ο σταυρός χρειάστηκε να στηθεί γιατί ήταν ανάγκη, αυτό που λάμβανε χώρα στην συνείδηση του Ιησού μεταξύ Αυτού και του Θεού, να γινόταν γνωστό και προς τα έξω, έπρεπε να το γνωρίσει όλη η ανθρώπινη οικογένεια, γιά να επωφεληθεί απ” αυτό.

Ο σταυρός που στήθηκε εκείνη την Παρασκευή γιά τον Υιό του Θεού, απεκάλυψε σ” όλο το Σύμπαν την Δικαιοσύνη του Θεού, που τόσους αιώνες ο Θεός δεν την άφηνε να εκδηλωθεί, μακροθυμώντας γιά το ανθρώπινο γένος. Η Δικαιοσύνη του Θεού είναι αποφασισμένη να διατηρήσει την τάξη στο σύμπαν των ηθικών όντων, τιμωρώντας τον ένοχο. Εκεί, σ” εκείνον τον σταυρό, φάνηκε πως ο Θεός λογαριάζει την αμαρτία του ανθρώπου. Στην εκτίμηση Του, η ποινή που της πρέπει είναι μία, θάνατος. Και το έδειξε χύνοντας το αίμα ενός αθώου, στην θέση των άλλων, που στέκονται ανά τους αιώνες μάρτυρες τούτης της φρικιαστικής εκτέλεσης. Στο αίμα, όπως λέγει ο Λόγος Του, είναι η ζωή. Το αίμα που χύνεται, είναι η ζωή που εκπνέει. Και πραγματικά, αν σκεφθείς ότι η ζωή είναι δώρο δικό Του, τι πιό φυσικό, να το αφαιρέσει, σαν χρησιμοποιείται τούτο το δώρο για να Τον αγνοείς, να Τον περιφρονείς, να Του εναντιώνεσαι.

Να και ένας άλλος από τους λόγους, που σαν μέσο εκτέλεσης, κανόνισε να είναι η δημόσια σταύρωση, και όχι ένας λιγώτερο οδυνηρός θάνατος, κάπου απόμερα. Είναι ο σταυρός που μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να καταλάβουν τον αποτροπιασμό του Θεού γιά την αμαρτία. Και είναι αυτός που, περισσότερο από κάθε άλλο είδος εκτέλεσης, έχει την δύναμη να τυπώνεται ανεξίτηλα στην συνείδηση και την μνήμη των ανθρώπων. Έχει την δύναμη αυτός να τους ξεσηκώνει εσωτερικά γιά να πάρουν θέση απέναντι στο έργο που έγινε εκεί πάνω. Στο νου έρχονται ο Νικόδημος και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, κρυφοί μαθητές του Κυρίου, που η θέα μόνον του σταυρού έκανε την λανθάνουσα πίστη μέσα τους να ξεσπάσει με δύναμη. Ηταν αυτοί που τόλμησαν να ζητήσουν το σώμα του Ιησού για να το θάψουν, Ιωάννης ΙΘ38-40.

Εδώ θα πρέπει να σκεφτούμε και κάτι άλλο: Τι θα συνέβαινε στην τελική κρίση (Αποκάλυψη Κ11-15), εάν ο Θεός δεν είχε αποκαλύψει, μιά φορά τουλάχιστον, την δικαιοσύνη Του σ” όλη της την πληρότητα, έτσι όπως το έκανε στην τιμωρία του σταυρού. Αν δεν έδειχνε πόσο αποφασισμένη είναι να απαιτήσει επανόρθωση. Τότε, στην τελική κρίση, σαν θα πέφτει βαρειά η τιμωρία πάνω στον αμετανόητο αμαρτωλό, τούτος ο τελευταίος θα μπορούσε δικαιολογημένα να Του πει: «Με παραπλάνησες, με αποκοίμισες. Μου έδειξες μόνον το έλεος Σου με το να μη με τιμωρείς. Δεν μου έδειξες όμως και τη δικαιοσύνη Σου, γιά να καταλάβω ότι κινδυνεύω σοβαρά να τιμωρηθώ τόσο βαρειά, όπως τώρα με τιμωρείς. Πίστευα ότι είσαι μόνον έλεος και αγάπη, γι” αυτό δεν ανησύχησα. Εσύ φταις που έφτασα εδώ». Να συγχωρείς, να συγχωρείς χωρίς τιμωρία το παιδί σου, και κάποια στιγμή, που τα πράγματα φθάσουν στο απροχώρητο, να του πεις, «φύγε από το σπίτι». Τούτο θα πέσει κεραυνός στο κεφάλι του, και δικαιολογημένα θα σου πει: «Ο τρόπος που μου φερόσουν μέχρι τώρα, ποτέ δεν μ” έκανε να σκεφθώ ότι θα με τιμωρήσεις τόσο βαρειά. Αν το ήξερα, θα πρόσεχα πιό πολύ. Εσύ φταις που έφτασα εδώ, με ξεγέλασες με την ανεκτική συμπεριφορά σου». Χωρίς το έργο του σταυρού, θα ήταν σαν να συνεργούσε ο Θεός έμμεσα στην οριστική καταδίκη των αμαρτωλών, τότε στην ημέρα της τελικής κρίσης.

Τούτη η τρομερή αποκάλυψη της Δικαιοσύνης του Θεού στο σταυρό, από το ένα μέρος κάνει δυνατή τη συγχώρηση σε κείνον που δέχεται το έργο που έγινε εκεί επάνω, απ’ το άλλο όμως προαναγγέλει και εγγυάται την τιμωρία σε όποιον δεν το δέχεται, στη βαθειά άγια έννοια με την οποία ο Θεός το προσφέρει.

Με τον σταυρό, και την ανάσταση στη συνέχεια, ολοκληρώνεται το έργο της συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον Θεό. Εδώ ξεκινά μιά καινούργια εποχή γιά την ανθρωπότητα, εδώ γεννιέται ένας καινούργιος κόσμος. Ο σταυρός είναι το «τετέλεσται» στο έργο που άρχισε και ολοκλήρωσε ο Ιησούς Χριστός εδώ κάτω.

Κλείνοντας για το έργο του σταυρού ας κρατήσομε τούτο κατά νου: Δεν ήταν το ανέκφραστο πάθος, ο απερίγραπτος πόνος του σταυρικού θανάτου που έφεραν την επανόρθωση. Την επανόρθωση την έφερε η αδιαμαρτύρητη και απόλυτη υποταγή με την οποία, Εκείνος που μας αντιπροσώπευε, οδήγησε τον εαυτόν Του εκεί πάνω, αναγνωρίζοντας ότι ήταν δίκαιο, ότι έτσι ακριβώς έπρεπε να γίνει. Αν το παιδί δυσφορήσει έστω και λίγο ενάντια στην τιμωρία που του επιβάλλεις, τότε δεν κατάφερες τίποτα γιά τον συνετισμό του. Να γιατί και από μας ο Θεός δεν ζητά τον ίδιο πόνο, το αίμα μας, αλλά ζητά μόνον την ίδια εσωτερική καταδίκη γιά την αμαρτία.

Ο σταυρός τον οποίον ο Ιησούς υπέμεινε χωρίς αντίσταση και παράπονο, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η εξωτερίκευση αυτής της εσωτερικής καταδίκης, την οποίαν ο Ίδιος είχε αναγνωρίσει ενώπιον του Θεού γιά την ανθρώπινη αμαρτία. Θα μας πει στο Γαλάτας Γ13: «Ο Χριστός μας εξαγόρασε απ” την κατάρα του νόμου, με το να γίνει κατάρα γιά χάρη μας, διότι είναι γραμμένον, «Επικατάρατος καθένας που κρεμμιέται πάνω στο ξύλο».

Διαβάζουμε και το Εβραίους Θ26: «Τώρα εφανερώθηκε (ο Χριστός) μιά γιά παντα εις το τέλος των αιώνων, διά να καταργήσει την αμαρτίαν με την θυσίαν του εαυτού του». Και το Α” Πέτρου Α20: «Ο οποίος είχε προορισθεί πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, αλλά εφανερώθηκε κατά τους τελευταίους χρόνους γιά σας». Αυτός ήταν ο ρόλος που είχε ανατεθεί πριν τους αιώνες στον Χριστό, να γίνει το εξιλαστήριο θύμα στην περίπτωση της αποστασίας του ανθρώπου, γιά να μπορεί τούτος ο τελευταίος να συμφιλιωθεί με τον Θεό του.

Μετά το στήσιμο εκείνου του σταυρού γιά τον Υιό του Θεού, ποιός τολμά να πει ότι ο Θεός είναι άδικος; Ποιός τολμά να παραξηγήσει την ανοχή Του, και να αμφιβάλλει ότι η δικαιοσύνη Του θα κάνει τελικά το έργο της; Ποιός τολμά τώρα να την αψηφίσει;

Και έρχεται τώρα η επόμενη ερώτηση: Το έργο του Ιησού Χριστού, εδώ στην γη, ολοκληρώθηκε. Η τιμωρία επεβλήθηκε. Ο Ίδιος κρεμάστηκε αδιαμαρτύρητα. Στην συνέχεια ο Θεός Τον ανέστησε, σημάδι ότι το έργο Του έγινε αποδεκτό. Το χρέος είχε πληρωθεί, ο εγγυητής έπρεπε να βγει απ” την φυλακή. Φθάνει αυτό το έργο, από μόνο του, να φέρει την συμφιλίωση του Θεού με τον άνθρωπο; Όχι. Κάτι χρειάζεται να κάνει και ο άνθρωπος απ” την πλευρά του.

Να διαβάσουμε προσεκτικά το Ρωμαίους Γ25,26, που αποτελούν και την βάση τούτης της ανάπτυξης: «Ο Ιησούς Χριστός είναι το όργανο εξιλασμού διά του αίματος του, διά μέσου της πίστεως«. Οταν όρισε στον Μωυσή να κρεμάσει το χάλκινο φίδι στο μέσον της πεδιάδας, του πρόσθεσε: «Και θα τους πεις Μωυσή, καθένας που θα δαγκωθεί και θα κυττάξει το χάλκινο φίδι, θα σωθεί«. Να το έργο του ανθρώπου, να η δική του συμμετοχή, η πίστη του. Τούτη η πίστη είναι εξ ίσου αναγκαία με την θυσία που έγινε. Χωρίς αυτή την πίστη, η θυσία χάνει την αποτελεσματικότητα της, και συμφιλίωση δεν έρχεται.

Και γιατί άραγε ο Θεός να ζητά την πίστη του ανθρώπου; Δεν θα μπορούσε να προσφέρει ελεύθερα, χωρίς καμμία προϋπόθεση τούτο το δώρο της συμφιλίωσης;

Είναι μιά βασική αρχή, που ο Θεός πάντα ενεργεί σε συμφωνία με αυτή: Αν ανάμεσα στον Θεό και στον ελεύθερο άνθρωπο πρόκειται να πραγματοποιηθεί κάποιο έργο, που αποβλέπει στο καλό αυτού του τελευταίου, τότε χρειάζεται οπωσδήποτε και η δική του συμμετοχή, να κάνει και αυτός ένα δικό του προσωπικό μέρος. Πάντα ο Θεός, σεβόμενος την ελευθερία του, δεν του επιβάλλει το δώρο Του, αλλά τον καλεί, αν θέλει, να συμμετέχει και αυτός ελεύθερα, γιά να το αποκτήσει. Τούτη η συμμετοχή του ανθρώπου είναι τόσο αναγκαία, όσο και η προσφορά του Θεού.

Το πρώτο μέρος του έργου του Ιησού Χριστού ήταν, όπως είπαμε, ν” αγιάσει, στο πρόσωπο Του, την ανθρώπινη φύση, να την φθάσει στην τελειότητα που της είχε ορίσει ο Θεός. Κάνοντας όμως αυτό γιά χάρη μας, δεν μας απαλλάσει από του να κάνουμε και μεις το ίδιο, και να φθάσουμε εκεί που έφθασε κι Αυτός. Αντίθετα, αγιάζοντας τον εαυτόν Του, θέλησε να μας ελκύσει πίσω Του, και να μας παρακινήσει, ακολουθώντας τα ίχνη τα δικά Του, να προχωρήσομε στον δρόμο που Αυτός άνοιξε, και να φθάσουμε στο τέρμα, που πρώτος Αυτός έφθασε, με την βοήθεια πάντα την δική Του.

Παρόμοια, όταν πραγματοποίησε το εξιλαστήριο έργο, δεν το έκανε γιά να μας απαλλάξει από του να προσφέρουμε και μεις στον Θεό την οφειλομένη επανόρθωση. Αντίθετα, το έκανε γιά να συνδέσει τον καθέναν μας ατομικά στην επανόρθωση που Αυτός προσέφερε γιά λογαριασμό όλων μας. Γιά να συμπεριλάβει όλους μας στην επίσημη εκείνη διαμαρτυρία κατά της αμαρτίας.

Η δική μας συμμετοχή είναι, λοιπόν, τόσο απαραίτητη, όσο και η προσφορά του Χριστού. Και η δική μας συμμετοχή είναι η πίστη. Με την πίστη εφαρμόζουμε ατομικά στο πρόσωπο μας ο καθένας, αυτό που Εκείνος έκανε γιά όλο τον κόσμο. Έτσι απορίπτεται εκείνη η αντίληψη που θέλει τις προσφορές των δώρων του Θεού προς τον άνθρωπο να έρχονται αυτοτελώς (από μέρος μόνον του Θεού), με απλά εξωτερικά μέσα, (π.χ. αγιασμένο νερό στο βάπτισμα, μετουσιωμένο ψωμί στην Θεία ευχαριστία κ.λ.π.) Πάντα η προσωπική συμμετοχή του ανθρώπου, που είναι η πίστη του, είναι εκ των ων ουκ άνευ.

Με την πίστη στον σταυρωθέντα Ιησού ο αμαρτωλός: α) Κλείνει και τη δική του προσωπική αμαρτία στην αμαρτία της ανθρωπότητας, που ο Χριστός φορτώθηκε επάνω Του για χάρη μας. β) Αναγνωρίζει, στη καταδίκη του σταυρού, την καταδίκη που αυτός ήταν άξιος να λάβει, και που ο Θεός τώρα παραιτείται από του να του την επιβάλλει. Ήταν η πίστη που έκανε εκείνον τον ημιάγριο να φωνάξει, σαν άκουσε και κατάλαβε το έργο του σταυρού: «Ιησού, κατέβα απ” τον σταυρό, αυτή η θέση είναι δική μου».

Εκείνο που ο Θεός απαιτεί απ” το μέρος του αμαρτωλού γιά να τον συγχωρήσει, δεν είναι να πληρώσει το χρέος του, αλλά να το αναγνωρίσει. Γιατί απ” αυτή την αναγνώριση εξαρτάται και η ανόρθωση του. Εμπρός σ” ένα τέτοιο πρόσωπο, που αναγνωρίζει το δίκαιο της τιμωρίας που ο Θεός έχει δικαίωμα να επιβάλλει επάνω του, η Δικαιοσύνη Του αφοπλίζεται, και η Αγάπη Του μπορεί τώρα να σκορπίσει τους θησαυρούς της συγνώμης. Και η Θεία Δικαιοσύνη μπορεί τώρα ν” αφοπλισθεί, γιατί έχει τακτοποιηθεί στον σταυρό του Χριστού.

Το τι ακριβώς έκανε ο Ιησούς Χριστός εδώ στη γη, ποιό ήταν το έργο Του, μας βοηθά να το καταλάβουμε τούτα τα λόγια που είπε ο Ίδιος: «Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε διά να υπηρετηθεί, αλλά διά να υπηρετήση, και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθαίος Κ28). Τα λύτρα πληρώνονται για τον κρατούμενο που θέλουμε να ελευθερώσουμε, γιά τον εγκληματία που θέλουμε ν” απαλλάξουμε απ” την ποινή. Κατέβηκε ο Ίδιος στο σκοτεινό κελί της φυλακής μας, και βγαίνοντας από κει, άφησε ανοικτή την πόρτα. Ο κάθε ένας τώρα από μας, που θ” αναγνωρίσει στο πρόσωπο Του το τίμημα, τα λύτρα που πληρώθηκαν για τη δική του τη προσωπική απολύτρωση, μπορεί να εξασφαλίσει την απελευθέρωση του, και να χαρεί τον καθαρό αέρα έξω. Ο κάθε ένας τώρα μπορεί ν” αδράξει με το χέρι της πίστης το μεγαλύτερο απ” όλα τ” αγαθά της ζωής: Την ειρήνη με το Θεό, και την κοινωνία μαζί Του. Και συνδεδεμένος με τον Θεό έχεις τα πάντα.

Κάθε φορά που μιά καρδιά αγκαλιάζει διά πίστεως αυτό το «υπέρ αυτών«, και με μιά λυπημένη, αλλά και χαρούμενη ομολογία το κάνει «υπέρ εμού», «γιά χάρη μου», που σε κείνο το «Εκείνος γιά μένα», απαντά γεμάτη ευγνωμοσύνη «Και εγώ γι” Αυτόν», τούτη η καρδιά είναι πιά για το Θεό ο άσωτος που επέστρεψε, το άταχτο και αμαρτωλό παιδί, που τώρα έχει κουρνιάσει στην αγκαλιά του Πατέρα. Είναι ο νεκρός που αναστήθηκε. Γεμάτος χαρά και ικανοποίηση τώρα ο Πατέρας το αγκαλιάζει, επικοινωνεί στενά μαζί του, και το βοηθά να φθάσει εκεί που εξ αρχής το πρόριζε.

Το «γιά μένα», που σημαίνει «στην θέση μου», να το μεδούλι του Ευαγγελίου. Και ο Χριστός που με αντικατέστησε στον σταυρό, είναι ο μόνος που δικαιωματικά Του ανήκει να γίνει υποκαταστάτης μου και μέσ” στη καρδιά μου. Στο Β” Κορ. Ε14,15 θα μας πει: «Η αγάπη του Χριστού μας συσφίγγει. Έχομεν καταλήξει εις το συμπέρασμα ότι εάν ένας πέθανε δι” όλους, άρα επέθαναν όλοι. Και επέθανε δι” όλους ώστε εκείνοι που ζουν να μην ζουν πλέον διά τον εαυτόν τους, αλλά δι” εκείνον που επέθανε γι” αυτούς και αναστήθηκε».

Να έχει άραγε τελειώσει το έργο της εξιλέωσης με τον σταυρικό θάνατο του Ιησού; Όχι. Αναστημένος τώρα πιά, εκεί στη δόξα Του, το συνεχίζει με το να μεσολαβεί για χάρη μας ενώπιον του Θεού. Θα μας πει στο Ρωμαίους Η34: «Ο Χριστός είναι εκείνος που επέθανε, και ακόμη περισσότερον, αναστήθηκε, ο οποίος είναι εις τα δεξιά του Θεού, ο οποίος και μεσιτεύει γιά μας«. Και στο Α” Ιωάννη Β1: «Εάν κανείς αμαρτήσει, (οπότε διακόπτεται η σύνδεση με τον Πατέρα, και οι προσευχές του δεν φθάνουν πιά στον θρόνο Του, μέχρις ότου τακτοποιηθεί), έχομεν Παράκλητον προς τον Πατέρα τον Ιησούν Χριστόν, τον Δίκαιον. Αυτός είναι ιλασμός των αμαρτιών μας, και όχι μόνον των δικών μας, αλλά και όλου του κόσμου». Και στο Εβραίους Ζ25: «Διά τούτο και δύναται να σώζη γιά πάντα εκείνους που προσέρχονται δι” αυτού εις τον Θεόν, διότι ζη πάντοτε διά να μεσιτεύη υπέρ αυτών». Τούτη η ουράνια μεσιτεία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η προέκταση και η συνέχεια του έργου της εξιλέωσης που άρχισε εδώ κάτω.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ

ΣΧΕΣΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ

Μία από τις βασικές λέξεις στο χριστιανικό λεξιλόγιο είναι η λέξη «σωτηρία». Το ευαγγέλιο προσφέρει στον άνθρωπο τη σωτηρία. Το μήνυμα που φέρομε στους ανθρώπους: «Η πρώτη σας ανάγκη είναι να σωθείτε, και τώρα υπάρχει τρόπος».

Πολλοί ερωτούν, «Μα, γιατί έχω ανάγκη για σωτηρία»; «Από τι να σωθώ»; «Τι είναι αυτή η σωτηρία»;

«Σωτηρία» είναι η απελευθέρωση από την αμαρτία, η συμφιλίωση με το Θεό, η αποφυγή της κρίσης εκείνη τη φοβερή ημέρα που ο Θεός θα φέρει στο φως τα κρυπτά του σκότους, και θα κρίνει με δικαιοσύνη τον κάθε άνθρωπο. Σωτηρία είναι να αποφύγει ο άνθρωπος τον αιώνιο θάνατο, την απώλεια, τη κόλαση. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. «Σωτηρία», στη βαθύτερη της έννοια, όπως την εννοεί ο Λόγος του Θεού, είναι η είσοδος και η συμμετοχή του ανθρώπου στην αιώνια ζωή και δόξα του Θεού. Αυτός άλλωστε ήταν και ο στόχος του Θεού όταν τον δημιούργησε. Ηταν αυτό που ζήτησε και ο Κύριος απ’ τον Πατέρα για όλους εκείνους που θα δεχόταν το έργο Του: Πατέρα, εκείνους που μου έδωκες, θέλω, όπου είμαι εγώ, να είναι και εκείνοι μαζί μου· δια να θεωρούν τη δόξα μου, που μου έδωκες, διότι με αγάπησες πριν γείνει ο κόσμος, Ιωάννης ΙΖ24. Να θεωρούν, και ως εκ τούτου να συμμετέχουν στη ζωή και τη δόξα Του.

Το έργο της σωτηρίας μας βασίσθηκε, όπως γνωρίζομε, ολοκληρωτικά πάνω σ’ ένα πρόσωπο, τον Ιησού Χριστό. Βαθύτερος στόχος αυτού του έργου είναι να προετοιμασθεί ο άνθρωπος ώστε να γίνει κατάλληλος να συμμετέχει στη ζωή του Θεού, για να είναι αιώνια μαζί.

Το έργο του Ιησού Χριστού για μας είναι διπλό. Με το θάνατο Του μας συμφιλίωσε με το Θεό, και ο καταδικασμένος αμαρτωλός παίρνει χάρη. Το εμπόδιο της αμαρτίας φεύγει, και ο Θεός μπορεί τώρα να στείλει το Πνεύμα Του μέσα στον άνθρωπο, για να τον προετοιμάσει. Εδώ αρχίζει το δεύτερο κομμάτι του έργου Του, που το εργάζεται μέσα μας, και είναι αυτό που μας κάνει μετόχους στη ζωή του Θεού. Είναι το έργο του αγιασμού μας. Και θα το εργασθεί μέσα μας μέχρι την ολοκλήρωση του που είναι, να φθάσομεν όλοι εις άνδρα τέλειον, εις το μέτρον του τελείου αναστήματος του Χριστού, Εφεσίους Δ13. Ηταν και η αγωνία του Παύλου για τους πιστούς της Γαλατίας: Τεκνία μου, δια τους οποίους πάλιν είμαι εις ωδίνας, εωσού μορφωθεί ο Χριστός μέσα σας, Γαλάτας Δ19.

Το πρώτο κομμάτι του έργου Του είναι προϋπόθεση για το δεύτερο. Το δεύτερο είναι καρπός του πρώτου. Χωρίς το πρώτο, χωρίς το σταυρό, δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ το δεύτερο. Χωρίς το δεύτερο, το πρώτο θ’ απέβαινε χωρίς αποτέλεσμα. Σ

Στο δεύτερο κομμάτι του έργου Του θα σταθούμε, είναι το έργο Του για τον αγιασμό μας.

Το θεμέλιο αυτού του έργου τέθηκε εκείνη τη φοβερή Παρασκευή, όπου επάνω στο σταυρό αποκαλύφθηκε στα μάτια όλου του Σύμπαντος η Δικαιοσύνη του Θεού. Οπως μας λέγει και στο Ρωμαίους Γ26, ο Χριστός σταυρώθηκε προς φανέρωση της δικαιοσύνης του Θεού στον παρόντα καιρό, δια να είναι αυτός δίκαιος (ο Θεός), και να δικαιώνει τον άνθρωπο που πιστεύει στον Ιησού. Από τότε και μετά μπορεί ο Θεός να συγχωρήσει τον κάθε έναν, που στο πρόσωπο του Χριστού σταυρωμένου για την αμαρτία, αναγνωρίζει τον εαυτό του· και τούτο γιατί τη δική του τιμωρία την έχει υποστεί ήδη ο Χριστός, και έτσι ο Θεός συγχωρώντας τον, («δικαιώνοντας» τον, για να χρησιμοποιήσομε τη Γραφική έκφραση) δεν κινδυνεύει να θεωρηθεί άδικος.

Και όταν ο Θεός διακηρύττει κάποιον «δίκαιο», σημαίνει ότι δεν θέλει να θυμάται πλέον τις αμαρτίες του. Αυτός ο άνθρωπος, στα μάτια του Θεού, είναι αθώος. Τον φέρνει ακριβώς στη θέση του Αδάμ, σαν τούτος αθώος, καθαρός όπως δημιουργήθηκε, ξεκινούσε να βαδίσει το δρόμο της αγιότητας, της υπακοής στο Θείο θέλημα, που του είχε ανοίξει ο Θεός εμπρός του, για να φθάσει, με τη βοήθεια του Θεού πάντα, στο τέρμα αυτού του δρόμου, που είναι, όπως προαναφέρθηκε, η συμμετοχή στη ζωή και τη δόξα του Θεού. Η μόνη διαφορά μας με τον Αδάμ είναι ότι εμείς ξεκινάμε τον ίδιο δρόμο, έχοντας όμως ήδη γευθεί το πικρό καρπό της αμαρτίας.

Να το προσέξομε, τούτη η δικαίωση δεν είναι αυτή που βάζει τον άνθρωπο στη δόξα, αλλά στο δρόμο προς τα εκεί. Σαν γραφτεί κάποιος στην ιατρική σχολή, είναι εν δυνάμει γιατρός· αλλά θα πρέπει να φοιτήσει, για να πάρει και το δίπλωμα του· τότε θα γίνει πραγματικός γιατρός. Διαβάζομε τα Ρωμαίους Ε9-10: Πολλώ μάλλον λοιπόν, αφού εδικαιώθημεν τώρα δια του αίματος αυτού, θέλομεν σωθή από της οργής δι’ αυτού. Διότι, εάν εχθροί όντες εφιλιώθημεν με τον Θεό δια του θανάτου του Υιού αυτού, πολλώ μάλλον (πολύ περισσότερον σίγουρα) φιλιωθέντες θέλομεν σωθή δια της ζωής αυτού, δηλαδή, εάν τη ζωή Του τη κάνομε ζωή μας, με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος που τώρα είναι μέσα μας· αυτή είναι η πορεία του αγιασμού μας. Ας προσέξομε και το Εβραίους ΙΒ14, Διότι χωρίς τον αγιασμό κανένας δεν θα δει τον Κύριο. Και στο Β’ Θεσσαλονικείς Β13 θα γράψει ο Παύλος στους πιστούς: …Ευχαριστώμεν πάντοτε τον Θεόν δια σας…ότι σας εξέλεξεν ο Θεός απ’ αρχής εις σωτηρίαν δια του αγιασμού του Πνεύματος, και της πίστεως της αληθείας. Πόσο καθαρά παρουσιάζεται εδώ η σωτηρία σαν το αποτέλεσμα του αγιασμού. Βέβαια, για να έλθει το Πνεύμα – απαραίτητος βοηθός στο δρόμο του αγιασμού, θα πρέπει να έχει προηγηθεί η δικαίωση του ανθρώπου.

Γράφει ο Παύλος στους πιστούς της εκκλησίας των Φιλίππων: Ουχί ότι έλαβον ήδη το βραβείον, ή έγεινα ήδη τέλειος· τρέχω όμως κατόπιν, ίσως λάβω αυτό, δια το οποίον και ελήφθην υπό του Ιησού Χριστού. Αδελφοί, εγώ δεν στοχάζομαι εμαυτόν ότι έλαβον αυτό. Αλλ’ εν πράττω, τα μεν οπίσω λησμονών, εις δε τα έμπροσθεν επεκτεινόμενος, τρέχω προς τον σκοπόν δια το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού. Γ12-14.

Σαν ο άνθρωπος συμφιλιωθεί με το Θεό πάνω στο αίμα του Χριστού, έχει αμέριστη τη βοήθεια του Θεού για να φθάσει στο τέρμα αυτού του δρόμου. Πρώτα δεν μπορούσε, δεν γνώριζε καν το δρόμο· τώρα μπορεί. Ολη η Θεία πρόνοια στέκεται δίπλα του, και είναι ο πόθος του Θεού να τον δει να φθάνει. Χρειάζεται όμως και η ολόψυχη συμμετοχή του ανθρώπου.

Για να καταλάβομε τι ακριβώς λαμβάνει χώρα εδώ, ας δούμε τα πράγματα και από μια άλλη πλευρά τους: Η καρδιά που θα δεχθεί με ειλικρίνεια το έργο του Χριστού, είναι φυσικό επόμενο να θελήσει να διακόψει ριζικά την σχέση της με την αμαρτία, γιατί τούτο το έργο έγινε ακριβώς γιά να καταστραφεί η αμαρτία, και να ελευθερωθούν οι σκλάβοι της. Είναι αδιανότητο να δέχεσαι το έργο του Χριστού, και να θέλεις μετά να συνεχίσεις στην αμαρτία, που ήταν η μόνη αιτία αυτού του μαρτυρικού θανάτου.

Αυτό το πόθο, αυτή την επιθυμία βλέπει στη καρδιά ο Θεός, και γι’ αυτό αναγνωρίζει ήδη από τώρα δίκαιο τον αμαρτωλό, που δέχεται για τον εαυτό του το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Με αυτή την αποδοχή ήδη έχει μπει μέσα σε τούτη τη καρδιά ο σπόρος της τέλειας δικαιοσύνης, που με τη βοήθεια του Θεού, και την ολόψυχη συμμετοχή του ανθρώπου, σίγουρα θα βλαστήσει, και θα φέρει το καρπό του μέσα σ’ αυτόν τον τελευταίο. Οταν κάποιος προσληφθεί σε μια εταιρία, με το που υπογράφει, γίνεται από την ίδια εκείνη στιγμή ισότιμο μέλος της, με όλα τα δικαιώματα. Γιατί του τα δίνουν; Γιατί σ’ αυτή τη συμφωνία, βλέπουν, όχι τον σημερινό άγνωστο, αλλά το συνεργάτη που θα εργασθεί ολόψυχα για τους σκοπούς της εταιρίας. Είναι αυτό που είπε ο Κύριος στους μαθητές Του, Σεις είσθε καθαροί ένεκα του λόγου που σας ελάλησα, Ιωάννης ΙΕ3, και ας τσακωνόταν για την πρωτοκαθεδρία, και ας είχαν ζητήσει να κατεβάσουν φωτιά απ’ τον ουρανό για να κάψουν ανθρώπους. Εφθανε το ότι είχαν δεχθεί το λόγο Του σαν αρχή της ζωής τους. Ηταν πλέον θέμα χρόνου αυτός ο λόγος να τους καθαρίσει.

Ετσι, με τη πίστη στο λυτρωτικό έργο του Χριστού, τίθεται αμέσως από μόνο του μέσ’ τη καρδιά το θεμέλιο του αγιασμού, στην αρχή σαν επιθυμία, σαν θέση της θέλησης, σαν προσανατολισμός της καρδιάς, και στη συνέχεια, με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, τούτο γίνεται καθημερινή πρακτική ζωή. Πρώτα λοιπόν θ’ απομακρυνθεί η καταδίκη, και μετά θα έλθει η πνευματική ζωή μέσα μας. Πρώτα ο Θεός διακηρύττει τον άνθρωπο δίκαιο, και μετά τον κάνει τέτοιο.

Η αποδοχή αυτού του έργου, αφού πρώτα το γνωρίσεις – πως μπορείς να πιστεύσεις κάτι που δεν γνωρίζεις, φανερώνει το πόθο της καρδιάς για αγιότητα. Τούτος ο πόθος είναι που οδηγεί τον άνθρωπο σε υποταγή στο Αγιο Πνεύμα. Και έτσι αρχίζει το σχολείο του αγιασμού, ο δάσκαλος και ο μαθητής. Η εγγραφή δωρεάν, χωρίς εξετάσεις. Είναι η δικαίωση με βάσει το έργο του σταυρού. Εδώ ο άνθρωπος δεν κάνει τίποτα· εδώ τα έκανε όλα ο Χριστός, και ο άνθρωπος μόνο το δέχεται. Στόχος τώρα η φοίτηση και το απολυτήριο, η μόρφωση της εικόνας του Χριστού, η αγιότητα η δική Του μέσα μας. Ο Θεός μας διεκήρυξε αγίους, για να μας κάνει και τέτοιους στη πράξη.

Πολλοί πιστοί συχνά έρχονται σε απορία από κάποια φαινομενική διαφωνία που παρουσιάζεται στην Γραφή. Απ’ την μιά μεριά η σωτηρία αποδίδεται στην πίστη, σε μόνη την πίστη. Απ’ την άλλη όμως μας μιλά γιά κρίση, που θα γίνει κάποτε, κατά τα έργα του καθενός: Ματθαίος ΙΣΤ27: «Διότι μέλλει να έλθη ο Υιός του ανθρώπου μέσα εις την δόξαν του Πατέρα του μαζί με τους αγγέλους του και θα ανταμείψη καθέναν σύμφωνα με ό,τι έκανε». Ιωάννης Ε29: «Μη εκπλήττεσθε γι’ αυτό, διότι έρχεται ώρα, που όλοι όσοι θα βρίσκωνται εις τα μνημεία θα ακούσουν την φωνήν Του και θα βγουν έξω, εκείνοι μεν που έκαναν το καλό θα αναστηθούν διά ζωήν, εκείνοι δε που έκαναν το κακό θα αναστηθούν γιά καταδίκη». Β’ Κορ. Ε10: «Διότι όλοι εμείς πρέπει να φανερωθούμε εμπρός εις το βήμα του Χριστού, διά να λάβη ο καθένας ό,τι του αρμόζει δι’ όσα έκανε με το σώμα του, είτε καλόν, είτε κακόν», Ρωμαίους Β, Αποκάλυψη Κ12,13. Πως μπορούμε να συμβιβάσουμε τούτες τις δύο, αντιφατικές με την πρώτη ματιά, διδασκαλίες;

Τα πράγματα έχουν ως εξής: Κάθε χάρη που παίρνει κάποιος, πρέπει να φέρει το καρπό της μέσα σ’ αυτόν, οφείλει να έχει σαν αποτέλεσμα κάποια ηθική του πρόοδο. Τούτη η πρόοδος επιτυγχάνεται με την βοήθεια του Θεού, που δίνει την χάρη, αλλά και με την συνδρομή του ανθρώπου. Είναι όπως όταν κάποιος παίρνει προαγωγή στην δουλειά του. Τούτο του δημιουργεί μιά καινούργια, πιό μεγάλη τώρα ευθύνη. Τελικά τούτη η προαγωγή είναι μιά καινούργια δοκιμασία της πιστότητας του.

Γιά να πάρεις αυτή την πρώτη, την θεμελιακή χάρη, την άφεση των αμαρτιών, δεν απαιτείται τίποτα άλλο, παρά μόνον η πίστη. Ν’ απλώσει ο άνθρωπος το χέρι της καρδιάς, να πάρει το δώρο που του προσφέρει ο Θεός. Ευθύς όμως ως η άπειρη τούτη χάρη γίνει αποδεκτή απ’ τον άνθρωπο, του γεννά αμέσως μιά υποχρέωση, βάζει επάνω του μιά ευθύνη. Ποιά είναι αυτή; Η δουλειά γιά τον αγιασμό του. Να ανακαινίσει την ζωή του κατά το πρότυπο της ζωής του Χριστού. Αυτό είναι το έργο, γιά το οποίο μιά μέρα ο πιστός θα κριθεί.

Εκείνο που θα του ζητηθεί τότε, την ημέρα της κρίσης, είναι ο καρπός της χάρης που του χορηγήθηκε. Το μυαλό μας εδώ πηγαίνει στην τύχη εκείνου του δούλου, που έκρυψε τα τάλαντα που του είχε εμπιστευθεί ο Κύριος του, ή εκείνου του ατομιστή οφειλέτη, που αφού πήρε χάρη απ’ τον κύριο του, αρνείται να την δώσει τώρα με την σειρά του στον σύνδουλο του (Ματθαίος ΚΕ24-30, ΙΗ23-39). Η χάρη που του δόθηκε πριν λίγο, ανακαλείται. Τούτος ο οφειλέτης ελευθερώθηκε από το χρέος του κατά χάρη. Αυτή η χάρη όμως δεν φέρει μέσα του κανέναν καρπό ανοχής και αγάπης. Γι’ αυτό μπαίνει ανελέητα κάτω απ’ την κρίση του νόμου, που τον καταδικάζει. Ο απόστολος Παύλος προειδοποιεί γιά την ίδια τύχη τους πιστούς της Κορίνθου και της Γαλατίας, που είχαν διαφθαρεί: Γαλάτας Ε19-21: «Είναι φανερά τα έργα της σαρκός (τα απαριθμεί), διά τα οποία σας προειδοποιώ, καθώς και άλλοτε σας προειδοποίησα ότι εκείνοι (οι πιστοί) που κάνουν παρόμοια πράγματα δεν θα κληρονομήσουν την βασιλείαν του Θεού». Γαλάτας ΣΤ7,8: «Μη πλανάσθε, ο Θεός δεν εμπαίζεται. Εκείνο που θα σπείρει ο άνθρωπος, αυτό θα θερίση…». Στο Ιωάννη ΙΕ ο Κύριος θα πει: «Όποιο κλαδί φέρει καρπό, το καθαρίζει γιά να φέρει περισσότερο. Όποιο δεν φέρει, το κόβει

Η δικαίωση με την πίστη στο λυτρωτικό έργο του Χριστού δεν είναι παρά η πόρτα, που μπαίνουμε στον δρόμο της αγιότητας, που οδηγεί στην τελική σωτηρία, στη δόξα. Και υπάρχουν φοιτητές που γραφτήκανε στη σχολή τους, αλλά από δική τους υπαιτιότητα δεν την έβγαλαν.

Η συγχώρηση, η δικαίωση που δίνει ο Θεός σε όποιον δεχθεί το λυτρωτικό έργο του Χριστού, είναι η εγχείριση που αφαιρεί τον όγκο. Χρειάζεται όμως μετά και η ανάρρωση, γιά να έλθει η πλήρης υγεία. Εάν ο Θεός κρίνει καλό ν’ ανακηρύξει δίκαιο τον πιστό, το κάνει γιά να μπορεί τώρα να σταθεί μαζί του, μιά και έφυγε η αμαρτία που τους χώριζε, ώστε να τον βοηθήσει να προχωρήσει στην ανακαίνιση της ζωής του στην εικόνα της ζωής του Χριστού, αυτό είναι το σχέδιο του Θεού για μας, αυτό είναι το αγαθό μας, Ρωμαίους Η28. Η δικαιοσύνη που ο Θεός καταλογίζει στον πιστό πρέπει να καταστεί βαθμιαία η πραγματική και προσωπική του ιδιότητα. Διαφορετικά, κάποια στιγμή θα ανακληθεί απ’ αυτόν. Λέγει στο ψαλμό ΡΣΤ3: Μακάριοι οι πράττοντες δικαιοσύνη εν παντί καιρώ. Δικαιονόμαστε λοιπόν γιά έναν λόγο, γιά ν’ αγιαστούμε. Πιστεύσαμε στον Χριστό σταυρωμένο, γιά να Τον ζήσουμε και αναστημένο.

Ας θυμηθούμε εδώ και το Εβραίους Ε7,8: Γη ήτις πίνει την πολλάκις ερχομένην επ’ αυτής βροχήν, και γεννά βοτάνην ωφέλιμον εις εκείνους δια τους οποίους και γεωργείται, μεταλαμβάνει ευλογίαν παρά Θεού. Οταν όμως εκφύη ακάνθας και τριβόλους, είναι αδόκιμος και πλησίον κατάρας, της οποίας το τέλος είναι να καυθή.

Και ο Κύριος είπε: Οστις έχει, θέλει δοθή εις αυτόν· και όστις δεν έχει, και εκείνο τον οποίον έχει, θέλει αφαιρεθή απ’ αυτού, Μάρκος Δ25. Και ο Ιδιος πάλι μίλησε για την αναγκαιότητα της αναγέννησης, ο κάθε πιστός είναι μια καινούργια γέννηση· και είναι αφύσικο το μωρό που γεννήθηκε να μη μεγαλώσει.

Και ένα παράδειγμα απ’ τη ζωή του λαού Ισραήλ θα μας βοηθήσει να καταλάβομε τη σχέση Δικαίωσης και Αγιασμού: Δικαίωση είναι η έξοδος από την Αίγυπτο. Εδώ είναι μόνο έργο Θεού, αυτοί δεν μπορούσαν. Αγιασμός είναι η πορεία και η κατάκτηση της γης Χαναάν, που τους την είχε ήδη δώσει, με τη βοήθεια πάντα τη δική Του. Εδώ αμέλησαν και χάθηκαν, παρόλο που ο Θεός στεκόταν συνεχώς δίπλα τους, βοηθός.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ

ΠΕΡΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ

Υπάρχουν λέξεις στη χριστιανική μας ορολογία που η καθημερινή τους χρήση έχει αλλάξει ή περιορίσει το αληθινό τους νόημα, αυτό που τους δίνει η Γραφή. Μια απ’ αυτές είναι οι λέξεις «άγιος», «αγιασμός». Ηταν ένα από τα δύο αιτήματα της τελευταίας προσευχής του Κυρίου προς τον Πατέρα για τους δικούς Του: Πατέρα αγίασε τους δια της αληθείας σου, Ιωάννης ΙΖ16-19. Θα πρέπει ν’ ανατρέξομε στο αληθινό νόημα αυτής της λέξης, για να κατανοήσομε τι εννοεί εδώ ο Κύριος ζητώντας «αγίασε τους».

Η λέξη «άγιος», κατά τη Γραφή, δεν δηλώνει μόνο την ηθική τελειοποίηση, τον καθαρισμό του ανθρώπου, αλλά βασικά την αφιέρωση όλης του της ύπαρξης στο θέλημα του Θεού. Ο ηθικός καθαρισμός έρχεται, απλά, σαν ένα από τα αναγκαία βήματα, για να μπορέσει να γίνει δυνατή τούτη η πράξη της αφιέρωσης. Ο,τι αφιερώνεται στο Θεό, δεν μπορεί, παρά να είναι καθαρό.

Οταν λοιπόν λέμε «αγιάζω» κάτι, σημαίνει, το παίρνω απ’ τη κοινή του χρήση, που δεν είναι πάντα κατ’ ανάγκη κακή, και το αφιερώνω ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του Θεού. Π.χ. αγιάζω τη πρωινή μου ώρα, αγιάζω μια από τις μέρες της εβδομάδας, αγιάζω το σπίτι μου κ.λ.π. Στο Αριθμοί Η17 λέγει: Πάντα τα πρωτότοκα των υιών Ισραήλ είναι εμού, από ανθρώπου έως κτήνους…ηγίασα αυτούς εις εμαυτόν, (τα ξεχώρισα για τον εαυτόν μου). Στο Εξοδος Μ13 λέγει ο Θεός στο Μωυσή: Και θέλεις ενδύσει τον Ααρών τας αγίας στολάς, και θέλεις χρίσει αυτόν, και αγιάσει αυτόν, και θέλει ιερατεύει εις εμέ. Δηλαδή, όχι θα τον καθαρίσεις εσωτερικά ή εξωτερικά, αλλά θα τον πάρεις απ’ τις καθημερινές του ασχολίες, και θα του ορίσεις ν’ ασχολείται μόνο για τα πράγματα τα δικά μου από δω και πέρα. Ο Κύριος, επίσης, λέγει στη προσευχή Του: Και χάριν αυτών εγώ αγιάζω τον εαυτόν μου δια να είναι και αυτοί αγιασμένοι αληθινά. Και γνωρίζομε ότι Αυτός δεν έκανε ποτέ Του αμαρτία για να έχει ανάγκη να καθαρισθεί.

Οταν λοιπόν ο Κύριος ζητά απ’ τον Πατέρα «αγίασε τους» εννοεί, «Βοήθησε τους ώστε όλη τους η θέληση, όλη τους η δύναμη, τα χαρίσματα τους, η ζωή τους όλη, να αφιερωθούν στο θέλημα, στο έργο το δικό Σου». Με άλλα λόγια, «Φέρε τους σε μια τέτοια κατάσταση, που να μη υπάρχει πλέον καθόλου χώρος στη καρδιά τους για προσωπικές ικανοποιήσεις, για προσωπικές επιδιώξεις – όσο νόμιμες κι αν είναι, για προσωπικά συμφέροντα – όσο νόμιμα κι αν είναι, αλλά να ζουν μόνο για σένα, όπου έχεις τοποθετήσει τον καθένα».

Είναι η προτροπή που κάνει η Γραφή σ’ όλους εκείνους που έχουν δεχθεί το λυτρωτικό έργο του Χριστού, και έχουν ήδη ελευθερωθεί απ’ την αμαρτία: Σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, δια των οικτιρμών του Θεού, να παραστήσητε τα σώματα σας θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν, ήτις είναι η λογική σας λατρεία, Ρωμαίους ΙΒ1.

Τούτο είναι το σχέδιο του Πατέρα, τούτος είναι ο πόθος Του, εκεί θέλει να φθάσει τον άνθρωπο που θα Τον ακολουθήσει. Η πλήρης αφιέρωση δεν είναι πολυτέλεια, κάτι πρόσθετο στην Χριστιανική ζωή. Είναι η φυσιολογική της ανάπτυξη. Δεν είναι κάτι που αφορά λίγους. Η σωτηρία μας ολοκληρωμένη αρχίζει από την δικαίωση, την συμφιλίωση με τον Θεό, που παίρνομε ευθύς ως δεχθούμε το λυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού, και προχωρά στον αγιασμό, για να καταλήξει στην δόξα. Δεν φθάνει ότι ο φοιτητής γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο, θα πρέπει και να πάρει το δίπλωμα του.

Δικαιωθήκαμε για έναν μόνo λόγο, για να αγιασθούμε. Θα μας πει στο Β’ Κορ. Ε 15: Εάν ένας απέθανε (ο Χριστός) υπέρ πάντων, άρα οι πάντες απέθανον· και απέθανε υπέρ πάντων, δια να μη ζώσι πλέον δι’ εαυτούς οι ζώντες, αλλά δια τον αποθανόντα και αναστάντα υπέρ αυτών. Αυτό είναι η αφιέρωση, ο αγιασμός. Θα μας πει και στο Ρωμαίους ΙΔ7,8: Ουδείς εξ ημών ζη δι’ εαυτόν, και ουδείς αποθνήσκει δι’ εαυτόν. Επειδή εάν τε ζώμεν, δια τον Κύριον ζώμεν· εάν τε αποθνήσκωμεν, δια τον Κύριον αποθνήσκομεν. Απαξ και πιστέψαμε στο Χριστό, η πορεία της ζωής μας με όλα που περικλείει, και η πορεία του θανάτου με όλα που τον επιταχύνουν, δεν τείνουν πλέον σε αυτοπροστασία, όπως στον φυσικό άνθρωπο. Ο σκοπός που καθορίζει την ύπαρξη μας είναι το Θείο θέλημα. Αυτό είναι αγιότητα.

Εμείς, ίσως, ξεχνιόμαστε σε άλλα πράγματα (σπουδές, γάμος, καριέρα). Αυτός όμως εκεί θέλει να μας φθάσει. Εκεί είναι η ολοκλήρωση μας, ο χορτασμός της καρδιάς μας, η αληθινή ζωή. Τούτος είναι και ο αιώνιος προορισμός μας. «Τους προώρισε συμμόρφους της εικόνας του Υιού αυτού», θα μας πει στο Ρωμαίους Η29. Τι χαρακτηριστικό έχει αυτή η εικόνα, ποιό είναι το μυστικό αυτής της μοναδικής ζωής που πέρασε από τον πλανήτη μας, της ζωής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού; Το ότι έκανε θαύματα; Θαύματα έκαναν και άλλοι, και άλλοι αναστήσανε νεκρούς. Το μυστικό της ζωής Του ήταν τούτο, στην ελευθερία Του, ζούσε απόλυτα για τον Θεό.

Να σταθούμε λίγο στο αίτημα του Κυρίου για τον αγιασμό μας:

Πατέρα αγιασε τους δια της αληθειας σου. Ο λογος ο δικος σου ειναι αληθεια. Οπως εσυ με εστειλες εις τον κοσμον και εγω τους εστειλα εις τον κοσμον, και χαριν αυτων εγω αγιαζω τον εαυτον μου δια να ειναι και αυτοι αγιασμενοι εν αληθεία, Ιωάννης ΙΖ19. Δηλαδη, «Ο δικος τους αγιασμος δεν μπορει παρα να βασισθει στον δικο μου. Γι’ αυτο και εγω εργαζομαι μεχρι να ολοκληρωσω τον δικο μου: Χαριν αυτων εγω αγιαζω τον εαυτον μου δια να ειναι και αυτοι αγιασμενοι εν αληθεία.

O δικός Του αγιασμός ήταν η προσφορά του εαυτού Του στο θέλημα του Θεού, ήταν αυτό που μας λέγει στο Εβραιους Θ14, Δια του αιωνιου Πνευματος, προσεφερε τον εαυτον του αμωμον θυσιαν εις τον Θεον. Για να επιτυχει τουτη την αφιερωση, εδινε συνεχη αγωνα με την ανθρωπινη φυση Του, με τις νόμιμες επιθυμίες της, για να την κρατα συνεχως σε υποταγη. Συγκρούσθηκε με τους ιδίους πειρασμούς που συγκρουόμεθα και εμείς, και νίκησε. Να θυμηθούμε τη μάχη Του στην έρημο, και στη Γεθσημανή.

Αυτη η προσφορα του εαυτου Του γινοταν καθημερινα, ανανεωνοταν καθημερινα, και ετσι η ανθρωπινη ζωη Του επαιρνε την σφραγιδα της αφιερωσης περισσοτερο και περισσοτερο, μεχρι την ολοκληρωση της, που ηταν οταν τελικα προσφερε τον εαυτον Του σε θανατο, προκειμενου να κανει το θελημα του Θεου. Χαρακτηριστικα ο Λογος του Θεου μας λεγει στο Εβραιους Ε8, «…αν και ηταν Υιος, εμαθε την υπακοην απο οσα επαθε, και γενομενος τελειος, απεβη δι’ ολους οι οποιοι υπακουουν εις αυτον, αιτιος αιωνιου σωτηριας…»

Για να εγκαθιδρυσει εδω πανω στην γη το βασιλειο της αγιοτητος, το βασιλειο της πληρους αφιερωσης στο Θεο, χρειαστηκε να παρει πρωτα ο Ιδιος αυτη την σφραγιδα της αγιοτητος, της πληρους αφιερωσης.

Απο το εργο του Ιησου Χριστου καλα γνωστη ειναι μονο η μια του πλευρα, η εξιλαστηριος θυσια, η πληρωμη των αμαρτιων μας. Υπαρχει ομως και η αλλη του πλευρα, εξ ισου σημαντικη.

Αν με τον θανατο Του πετυχε να πληρωσει τα χρεη και να μας βγαλει απο την φυλακη, με την ζωη Του πετυχε να μας εξασφαλισει μια τετοια ζωη, που μας εγγυαται οτι ποτε δεν θα ξαναγυρισομε εκει μεσα. Γιατι, τι το οφελος να βγαλεις τον κλεπτη απο την φυλακη, και να μεινει ο ιδιος; Παλιν θα κλεψει και εκει θα ξαναμπεί. Βγαζοντας τον απο την φυλακη, θα πρεπει να του εξασφαλισεις και μια καινουργια ζωη, που δεν θα τον οδηγησει παλι στις παλιες του συνηθειες.

Ο Ιησους Χριστος, στα 33 χρονια που εμεινε μαζι μας στην γη, πραγματοποιησε, στο προσωπο Του, την τελεια αφιερωση στον Θεο της ανθρωπινης ζωής – που όπως είπαμε, είναι ο σκοπός για τον οποίον υπάρχει ο άνθρωπος, στην ελευθερία του να ζήσει για το Δημιουργό Του, απ’ τον οποίον παίρνει τα πάντα. Τουτο το εκανε για μας, στην θέση μας, σαν κεφαλή μιάς καινούργιας ανθρώπινης οικογένειας, ένας καινούργιος Αδάμ, ένας καινούργιος γενάρχης του ανθρωπίνου γένους. «Χαριν αυτων εγω αγιαζω τον εαυτον μου.» Ετσι εβαλε τα θεμελια του αγιασμού, της αφιερωσης για ολους που θα Τον ακολουθησουν, «Δια να ειναι και αυτοι αγιασμενοι εν αληθεία.»

Γράφει ο Ιωάννης για το πρόσωπο του Κυρίου στην εισαγωγή του ευαγγελίου του: Ητο το φως το αληθινόν, το οποίον φωτίζει κάθε άνθρωπο, αυτό το φως ερχόταν τώρα στο κόσμο, Α9. Πριν έλθει ανάμεσα μας ήταν στο κόσμο, στάθηκε κοντά του απ’ την ώρα που τον δημιούργησε, φωτίζοντας συνεχώς την ανθρώπινη ψυχή να βρει το ιδανικό της, το στόχο για τον οποίον υπάρχει, το «καλό καγαθό», όπως το είχαν ορίσει στην εκζήτηση τους οι αρχαίοι Ελληνες. Εκείνο που ήλθε να κάνει, σαν κατέβηκε εδώ κάτω ανάμεσα μας, ήταν να πραγματοποιήσει ο Ιδιος στον εαυτόν Του αυτό το καλό, το ιδεώδες της ανθρώπινης ψυχής, όπως το έχει προδιαγράψει ο Θεός, να μας το επιδείξει σ’ όλη του τη λαμπρότητα, και να μας βοηθήσει να το κάνομε ο καθένας πραγματικότητα για τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει το χαριν αυτων εγω αγιαζω τον εαυτον μου.

Ας το δούμε και από μια άλλη πλευρά, με τη βοήθεια του Ρωμαίους Η3. Λέγει εκεί ο Λόγος του Θεού: Το αδύνατον εις τον νόμον, καθότι ήτο ανίσχυρος δια της σαρκός, ο Θεός πέμψας τον εαυτού Υιόν με ομοίωμα σαρκός αμαρτίας, και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί. Ολοι γνωρίζομε ότι για να γίνει σωστή επέμβαση στον άρρωστο, θα πρέπει πρώτα να γίνει ακριβής διάγνωση. Προϋπόθεση για να ελευθερωθούμε απ’ την αμαρτία είναι, να τη δούμε και να τη καταδικάσομε όπως τη βλέπει και τη καταδικάζει ο Θεός. Εδώ είναι και η δυσκολία, γιατί η αμαρτία τυφλώνει τον άνθρωπο, και δεν τον αφήνει να δει τη πραγματική του κατάσταση. Η αμαρτία πλανά, παρουσιάζοντας τον εαυτόν της σαν μορφή ελευθερίας, σαν συγχωρητέα αδυναμία, σαν κάτι που δεν γίνεται χωρίς αυτό. Κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει εδώ είναι ο νόμος που μας έδωσε ο Θεός, (μη κάνεις αυτό, αυτό, είναι αμαρτία – έτσι θα μπορούσαμε να γνωρίσομε την αμαρτία)· αλλά εδώ ο νόμος βρίσκει ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, βρίσκει εμπρός του τη σάρκα, απ’ αυτό το εγωιστικό, το ατομιστικό πνεύμα μέσα μας που μας κυβερνά. Οσο ο νόμος απαγορεύει, τόσο αυτό πιο πολύ αντιδρά. Γι αυτό ο Θεός βρήκε έναν άλλο τρόπο, να μας βοηθήσει να δούμε τη πραγματική μας κατάσταση. Εστειλε τον Υιό Του μέσα σε μια σάρκα σα τη δική μας, και Τον έστειλε ακριβώς για την υπόθεση της αμαρτίας. Αυτός, ζώντας εδώ κάτω μέσα σ’ αυτή τη σάρκα, μια ζωή σα τη δική μας, κατέκρινε την αμαρτία, την απέκλεισε τελείως απ’ τη ζωή Του, διακηρύσσοντας την έτσι σαν κάτι κακό, κάτι αφύσικο για την ανθρώπινη ζωή. Το ποιός πραγματικά είσαι, το αληθινό πρόσωπο της αμαρτίας μέσα σου θα το γνωρίσεις, μόνο αν δεις τη ζωή σου στο φως της ζωής του Χριστού, ήταν η μόνη φυσιολογική, η μόνη σωστή ζωή που εμφανίσθηκε ποτέ. Θυμόμαστε το Πέτρο τότε με τα ψάρια· σαν κατάλαβε με ποιόν είχε να κάνει, βγήκε αυθόρμητα η κραυγή από μέσα του, Εξελθε απ’ εμού, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός, Κύριε, Λουκάς Ε8. Στο φως εκείνης της μοναδικής ζωής μπορούσε να δει καθαρά τη θλιβερή πραγματικότητα της δικής του ζωής.

Υπάρχουν δύο τρόποι να ζήσει ο άνθρωπος, η ζωή της αμαρτίας, της σάρκας, και η ζωή της αφιέρωσης στο Θεό. Τρίτος δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος θα ζει ή για τον εαυτό του – αυτό η Γραφή ονομάζει σάρκα, ή για το Θεό. Ο Χριστός μας έδειξε με τη ζωή Του ότι ο πρώτος τρόπος είναι αφύσικος, και ο δεύτερος, ο μόνος φυσιολογικός, η αληθινή ζωή, η μόνη που μπορεί να ικανοποιήσει τις βαθύτερες επιθυμίες που είναι χαραγμένες στην ανθρώπινη καρδιά.

Ένας που θα γνωρίσει και θ’ αγγιχτεί απ’ αυτή τη ζωή, τη ζωή του Χριστού, δεν μπορεί παρά να καταδικάσει την αμαρτία, όπως την καταδίκασε ο Ιησούς. Καθώς η πίστη αγκαλιάζει το πρόσωπο Του και το έργο Του, δημιουργεί μέσ’ την ψυχή μιά ανυπέρβλητη αντιπάθεια γιά την αμαρτία, την αμαρτία που τόσο οδυνηρά εξιλεώθηκε απ’ τον Χριστό.

Απ’ το άλλο μέρος, καθώς ο άνθρωπος γνωρίζει πιό βαθειά και πιό βαθειά τούτη την άγια ζωή που έζησε ανάμεσα μας, μιά ζωή που την χαρακτήριζε η συνεχής νίκη πάνω στην αμαρτία, η τέλεια αφιέρωση στο θέλημα του Πατέρα, η αδιάκοπη κοινωνία με Αυτόν, φουντώνει μέσα του ένας βαθύς πόθος να την ζήσει και αυτός, γιατί η καρδιά του ανθρώπου είναι πλασμένη για μια τέτοια ζωή, μόνο εδώ μπορεί να βρει την πληρότητα που αναζητά η καρδιά του. Και μόνο να αναγνωρίσεις και να ποθήσεις μιά τέτοια αφιέρωση, είναι αυτό το ίδιο αφιέρωση του εαυτού σου. Αυτός που αποδέχεται προσωπικά τον θάνατο του Χριστού γιά την αμαρτία του, είναι σαν να πεθαίνει ο ίδιος αναφορικά με την αμαρτία, δηλαδή διακόπτει ριζικά κάθε σχέση μαζί της. Κάτω απ’αυτόν τον αντίκτυπο κάποιος κραύγασε: «Ο σταυρός του Χριστού με καταδικάζει να είμαι άγιος».

Μπορούμε να παραβάλουμε το πέρασμα του Χριστού πάνω στην γη, με ό,τι θα συνέβαινε στην δική μας ζωή, εάν ερχόταν μιά στιγμή θαυμαστής διαύγειας και αγιότητας και βλέπαμε, στο φως τούτης της ουράνιας ακτίνας, την φρίκη της αμαρτίας μας, όπως την βλέπει ο Θεός. Έντρομοι θα πεταγώμαστε επάνω, «Θεέ μου τι κάνω, που βαδίζω», και μιά απόφαση να αλλάξουμε αμέσως ζωή.

Η γνώση του έργου του Χριστού, να που έχει την πηγή της η δύναμη που ξεσηκώνει μέσα μας βαθύ πόθο γιά το καλό, και αποστροφή γιά το κακό, βαθύ πόθο γιά αγιασμό, για πλήρη αφιέρωση στον Θεό. Γιατί τι είναι η αμαρτία; Είναι η σαρκική ανεξαρτησία, να κάνω εκείνο που που μου αρέσει, που επιθυμώ εγώ, το αντίθετο, δηλαδή, της αφιέρωσης στο Θεό. Πόση ανάγκη να μελετήσουμε βαθειά τούτη την μοναδική ζωή που έζησε ανάμεσα μας, να ασχοληθούμε σοβαρά με τούτο το πρόσωπο!

Πρώτα λοιπόν ξεσηκώνεται ο πόθος. Αλλά γιά να γίνει τούτος ο πόθος πράξη στην καθημερινή ζωή, χρειάζεται και μιά άλλη δύναμη έξω απ’ τον πιστό, γιατί υπάρχουν πολλές δυσκολίες εδώ. Δυσκολίες που ξεκινάνε από μέσα του, αλλά και από το περιβάλλον γύρω του, και αυτός δεν διαθέτει την δύναμη να τις αντιπαλέψει, παρόλες τις καλλίτερες επιθυμίες του. Τούτη την δύναμη του την δίνει το Αγιο Πνεύμα.

Σαν αποκατασταθεί η ηθική τάξη με το έργο του σταυρού, και έλθει η ειρήνη ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό, τίποτα δεν εμποδίζει τον Θεό να κάνει τον άνθρωπο να απολαύσει την κοινωνία του Πνεύματος Του. Σαν παραμερισθεί το εμπόδιο, η αμαρτία, με το έργο της δικαίωσης, η έκχυση της χάρης, που είχε διακοπεί με την πτώση του ανθρώπου, ξαναρχίζει, και το Πνεύμα το Άγιο ξεχύνεται στην καρδιά που δικαιώθηκε, σαν τον χείμαρρο εκείνον, που κατέπεσε το ανάχωμα που μέχρι τώρα τον συγκρατούσε. Και είναι τώρα το Άγιο Πνεύμα που κάνει πραγματικότητα τον πόθο του πιστού γιά αγιασμό. Θα μας πει στο Ρωμαίους Η13: Εάν ζήτε κατά σάρκα, μέλλετε να αποθάνητε, αλλ΄ εάν δια του Πνεύματος θανατώνητε τας πράξεις του σώματος, θέλετε ζήσει. Στο Ρωμαίους Β28,29 μιλά για, …περιτομή καρδιάς εν πνεύματι, ου γράμματι… Το Πνεύμα είναι που δίνει τη δύναμη η οποία, μεταστρέφοντας τα αισθήματα της καρδιάς, παράγει αληθινόν εσωτερικό καθαρισμό. Είναι κάτι που δεν μπορεί να κάνει ο νόμος.

Αλλά ο πιστός έχει και μιά άλλη βοήθεια διαρκώς στη διάθεση του: Την μεσιτεία του Κυρίου. Σαν αναλήφθηκε στους ουρανούς, ο Ιησούς ξαναπήρε την πανταχού παρουσία, την παντοδυναμία, την παντογνωσία Του, έτσι ώστε, σε κάθε στιγμή, να βοηθά και να ελευθερώνει τους δικούς Του από τις δυσχέρειες της επίγειας πορείας τους, μέχρι να φθάσουν στο τέρμα του δρόμου τους. Θα μας πει στο Ρωμαίους Η34: Ο Χριστός είναι εκείνος που επέθανε, και ακόμη περισσότερον, αναστήθηκε, ο οποίος είναι εις τα δεξιά του Θεού, ο οποίος και μεσιτεύει για μας. Και στο Α΄Ιωάννη Β1: Εάν κανείς αμαρτήσει (οπότε διακόπτεται η κοινωνία με το Πατέρα, και οι προσευχές του δεν εισακούονται) έχομεν Παράκλητον προς τον Πατέρα τον Ιησούν Χριστόν, τον Δίκαιον, Αυτός είναι ιλασμός των αμαρτιών μας, και όχι μόνον των δικών μας, αλλά όλου του κόσμου. Και στο Εβραίους Ζ25: Δια τούτο και δύναται να σώζει για πάντα εκείνους που προσέρχονται δι’ αυτού εις τον Θεόν, διότι ζει πάντοτε δια να μεσιτεύει υπέρ αυτών. Τούτη η ουράνια μεσιτεία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η προέκταση και η συνέχεια του έργου της εξιλέωσης που άρχισε εδώ κάτω.

Ναι, είναι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός γιά την δόξα, στην οποία βαδίζουμε. Αλλά στέκει και όλη η Θεία πρόνοια δίπλα μας, βοηθός σ’ αυτόν τον άγιο αγώνα. Μένει η δική μας πρόθυμη συμμετοχή. Μιά συμμετοχή που την ξεσηκώνει και την φουντώνει η γνώση που σιγά σιγά αποκτάμε γιά την αγάπη Του προς εμάς. Άλλωστε το έχει υποσχεθεί: «Όποιος έχει θα του δοθεί». «Όποιος φέρει καρπό θα τον καθαρίσει γιά να φέρει περισσότερον». Ο δικός Του πόθος είναι πολύ πιό μεγάλος απ’ τον δικό μας γιά να φθάσουμε εκεί ψηλά που μας προορίζει. Με τι λαχτάρα και υπομονή ο πατέρας θα στάθηκε δίπλα στον άσωτο, σαν τούτος γύρισε σπίτι, να τον βοηθήσει να αποβάλλει τις κακές συνήθειες που απόκτησε μακρυά του – τούτες δεν φεύγουν από την μιά μέρα στην άλλη. Να τον βοηθήσει να φέρεται σαν άξιος γυιός του!

Κλείνοντας, εάν θέλομε να δούμε το θέμα λίγο πιο σφαιρικά, αξίζει ν’ αναφέρομε και τούτο: Οταν η λέξη «αγιότητα» αναφέρεται στο Θεό δηλώνει την απόλυτη Του αγάπη για το καλό μαζί με το απόλυτο Του μίσος για το κακό. Ο Ιδιος είναι το καλό. Η θέληση Του είναι ταυτισμένη με τη καλωσύνη. Οπότε αγιότητα για τον άνθρωπο είναι η εθελοντική αφιέρωση όλης του της ύπαρξης στο σκοπό που το Θείο θέλημα καθορίζει γι’ αυτόν, που είναι το καλό. Τελικά αγιότητα είναι η τέλεια αγάπη για το καλό, που είναι και η ουσία του Θεού.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Διότι δεν έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον να συμπαθήση εις τας ασθενείας ημών, αλλά πειρασθέντα κατά πάντα καθ’ ομοιότητα ημών, χωρίς αμαρτίας…Οστις εν ταις ημέραις της σαρκός αυτού, αφού μετά κραυγής δυνατής και δακρύων προσέφερε δεήσεις και ικεσίας προς τον δυνάμενον να σώζη αυτόν εκ του θανάτου, και εισηκούσθη δια την ευλάβειαν αυτού, καίτοι ων υιός, έμαθε την υπακοήν αφ’ όσων έπαθε. Και γενόμενος τέλειος κατεστάθη αίτιος σωτηρίας αιωνίου εις πάντας τους υπακούοντας εις αυτόν, Εβραίους Δ15, Ε7-9.

Και με τα λόγια του Ιδίου του Κυρίου: Και υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν, δια να είναι και αυτοί αγιασμένοι κατά ένα αληθινό τρόπο, Ιωάννης ΙΖ19.

Στο Ησαϊας ΜΓ7 η Γραφή μας λέγει κάτι πολύ σημαντικό, που δίνει απάντηση στο ερώτημα, γιατί υπάρχει ο άνθρωπος. Λέγει εκεί ο Θεός: Εδημιούργησα αυτούς δια την δόξαν μου· έπλασα αυτούς και έκαμα αυτούς. Ο άνθρωπος επλάσθηκε για να ζήσει, στην ελευθερία του, για τον Δημιουργό του. Αυτό η Γραφή το ονομάζει «αγιασμό», είναι η πλήρης αφιέρωση στο Θεό. Αυτός είναι ο σκοπός της ύπαρξης του ανθρώπου, αυτός είναι ο φυσιολογικός δρόμος της ζωής του. Aπ’ αυτόν το δρόμο τον εξέτρεψε η αμαρτία, στρέφοντας τον στον εαυτόν του. Σ’ αυτόν το δρόμο, τον ξαναβάζει ο Χριστός με το έργο Του, για να τον φθάσει μέχρι το τέρμα του, που είναι η πλήρης του συμμετοχή στη αιώνια ζωή και δόξα του Θεού· κληρονόμος Θεού, συγκληρονόμος Χριστού, όπως χαρακτηριστικά λέγει η Γραφή.

Ας τα πάρομε τα πράγματα με τη σειρά πάνω στο θέμα του αγιασμού μας: Σαν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο τον προίκισε με χαρίσματα, με ικανότητες, με δυνάμεις. Αυτές από μόνες τους δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές. Τέτοιες γίνονται ανάλογα με τη χρήση που θα τους κάνομε, ευθύς ως αυτές αφυπνίζονται και ασκούνται στη πράξη. Και η χρήση που μπορούμε να τους κάνομε είναι, ή να τις αφιερώσομε στο Θεό, ή, το αντίθετο, να παραμείνουν στην υπηρεσία του εαυτού μας, που είναι πάντα εγωιστής και ατομιστής.

Ας σημειώσομε πως υπάρχουν περιπτώσεις που το θέλημα του Θεού μπορεί ν’ απαιτήσει τούτες οι δυνάμεις, τούτα τα χαρίσματα, όχι να προσφερθούν στην υπηρεσία του Θείου θελήματος, αλλά να θυσιασθούν εξ ολοκλήρου, γιατί στέκονται εμπόδιο, ή απλά, δεν μπορούν να υπηρετήσουν το έργο που μας έχει εμπιστευθεί ο Θεός. Για παράδειγμα, έχει κάποιος ικανότητες στον αθλητισμό, θα μπορούσε να διαπρέψει, και αυτό δεν είναι κακό. Αλλά ο Θεός τον έχει καλέσει για κάπου αλλού.

Να λοιπόν σε τι συνίσταται η πρόοδος μας στην αγιότητα: Στην αφιέρωση των φυσικών μας χαρισμάτων περισσότερο και περισσότερο σε κείνο που μας έχει ανατεθεί απ’ το Θεό, ή ακόμα και στην απάρνηση τους τελείως, εάν τούτο απαιτεί το έργο που μας έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ο δρόμος του αγιασμού, και είναι ένας απ’ τους λόγους που ο Κύριος τον χαρακτήρισε σαν τεθλιμμένη οδό, δρόμο θυσίας, δρόμο που σαν αποσκευή του αυτός που θα τον περπατήσει έχει ένα σταυρό, να φορτωθεί το σταυρό αυτού και να με ακολουθεί, επεσήμανε. Ο σταυρός είναι το σύμβολο του θανάτου, της θυσίας.

Πρώτος αυτό το δρόμο τον περπάτησε ο Κύριος, για να τον ανοίξει για όλους εμάς που Τον ακολουθούμε: Υπέρ αυτώ εγώ αγιάζω τον εαυτόν μου, δια να είναι και αυτοί αγιασμένοι αληθινά, Ιωάννης ΙΖ19.

Ας Τον δούμε σ’ αυτό Του το περπάτημα.

Οσο ήταν εδώ κάτω στη γη μαζί μας, κατείχε μια ανθρώπινη φύση ακριβώς σαν τη δική μας, με τις επιθυμίες της, τις φιλοδοξίες της, τις κλίσεις της, τις προτιμήσεις της, αλλά και τις απέχθειες της, όλες νόμιμες, όλες φυσιολογικές.

Θέλοντας ν’ ακολουθήσει την απόλυτη αφιέρωση στο Θεό, την υπακοή στο Θείο θέλημα, αναγκαζόταν συνεχώς, κάθε ημέρα, να κάνει τούτη τη φύση μια ιερή προσφορά στο Θεό. Την πρόσφερε αρνητικά, την πρόσφερε και θετικά.

Την πρόσφερε αρνητικά με το να θυσιάζει όλες τις νόμιμες επιθυμίες, επιδιώξεις, φιλοδοξίες, που ήταν αντίθετες με την αποστολή Του. Για παράδειγμα την επιθυμία για οικογενειακή ζωή, για οικονομική αποκατάσταση, για συμμετοχή στα κοινά, την επιθυμία για τις νόμιμες διασκεδάσεις της εποχής Του.

Την πρόσφερε και θετικά αφιερώνοντας στο έργο που Του είχε αναθέσει ο Θεός όλες Του τις δυνάμεις, τα φυσικά και πνευματικά Του χαρίσματα, το χρόνο Του, τη σκέψη Του, τα πάντα. Και ήταν προικισμένος με τόσα πολλά, χώρια που ο νους Του ήταν απόλυτα καθαρός διότι δεν είχε αμαυρωθεί από την αμαρτία, όπως ο δικός μας. Θα μπορούσε να είχε γίνει ένας τέλειος οικογενειάρχης, ένας μεγάλος επιστήμονας, ένας ασύγκριτος φιλόσοφος, ένας μεγάλος πολιτικός ηγέτης – να θυμηθούμε το πλησίασμα που Του έκανε ο Διάβολος στην έρημο. Δεν έκανε όμως τίποτα απ’ όλα αυτά. Συνεχώς είχε εμπρός Του το στόχο που Του είχε ορίσει ο Πατέρας, και εκεί αφιέρωσε όλες τις δυνάμεις και τα χαρίσματα Του. Το να ασχολιόταν και με κάτι άλλο, θα Τον έβγαζε από το στόχο Του.

Το νόμο της ζωής Του τον εξέφρασε με τούτα τα λόγια: Εάν ο κόκκος του σίτου δεν πέσει στη γη και αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν όμως αποθάνη, πολύν καρπό φέρει, Ιωάννης ΙΒ24.

Στο Εβραίους Ε7-9 με μια λέξη συνοψίζει έναν απ’ τους σκοπούς της ζωής Του εδώ κάτω μαζί μας: Και τελειωθείς εγένετο τοις υπακούουσιν αυτώ πάσιν αίτιος σωτηρίας αιωνίου. Τελειωθείς. Γενόμενος τέλειος. Ξεκίνησε αθώος και ελεύθερος όπως ο Αδάμ, και με μια συνεχή πρόοδο στην αγιότητα έγινε τέλειος. Σε τι συνίστατο αυτή η πρόοδος: Στη συνεχή και αποκλειστική αφιέρωση όλων Του των δυνάμεων, καθώς τούτες αφυπνιζόταν και ενεργοποιόταν με το μεγάλωμα του σαν άνθρωπος, στο θέλημα του Θεού, που ήταν το έργο Του για τη σωτηρία του κόσμου.

Πριν μελετήσομε μερικά στιγμιότυπα απ’ τη ζωή Του, για να δούμε πως περπάτησε, πρώτος Αυτός, το μονοπάτι του αγιασμού, που έχομε να περπατήσομε και μεις ακολουθώντας Τον, ας αναφέρομε και τούτο: Υπάρχουν δύο τάσεις, φυσιολογικές, αθώες από μόνες τους, που ανήκουν στη φύση μας. Η επιθυμία για απόλαυση, και ο φόβος του πόνου. Είναι φυσικό να θέλομε τις νόμιμες απολαύσεις, όπως είναι φυσικό και το να θέλομε ν’ αποφύγομε το πόνο. Μπορεί όμως να έλθει περίπτωση, που αυτές να έλθουν σε αντίθεση, σε σύγκρουση με την αποστολή που μας έχει εμπιστευθεί ο Θεός. Είναι η στιγμή που καλείσαι να κάνεις τη θυσία. Και είναι εδώ που προκύπτουν οι εσωτερικοί αγώνες, στους οποίους μπορεί να εμπλακεί και η πλέον καθαρή ύπαρξη· και ο ιδιος ο Κύριος δεν απέφυγε τούτες τις εσωτερικές μάχες.

Στην ηλικία των 12 ο Ιησούς βρήκε τον εαυτόν Του για πρώτη φορά στο Ναό. Εκεί αισθάνθηκε μια ευτυχία, σαν εκείνη ενός παιδιού στο σπίτι του πατέρα του. Γι’ Αυτόν ήταν ένας παράδεισος, και θα ευχόταν να έμενε εκεί για πάντα. Αλλά η φωνή των γονέων Του Τον καλεί πίσω. Αναγνωρίζει σ’ αυτή, την φωνή του Θεού, «υποτάσσεται σ’ αυτούς», και επιστρέφει μαζί τους στην Ναζαρέτ. Εδώ βλέπουμε την πιό καθαρή από τις απολαύσεις, να θυσιάζεται στην εκπλήρωση του καθήκοντος που Του είχε ορισθεί.

Στην έρημο βασανίζεται από πείνα. Τρόπο να ικανοποιήσει την πείνα Του είχε, Του τον επεσήμανε και ο Διάβολος. Στην ζωή Του όμως είναι υψωμένη μια αρχή, η υποταγή με πλήρη εμπιστοσύνη στον Πατέρα. Η ικανοποίηση της πείνας, χωρίς δισταγμό, θυσιάζεται εμπρός σε τούτη την αρχή.

Λίγες μέρες πριν το πάθος Του βρίσκεται ακόμα μια φορά στον Ναό. Μερικοί ξένοι προσκυνητές Του ζητούν κάτι το οποίον ξυπνά μέσα Του το οδυνηρό αίσθημα του τρομερού θανάτου προς τον οποίον οδεύει. Τούτο το αίσθημα Τον καταλαμβάνει, και Τον ταράσσει. «Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη», αναφωνεί εμπρός σ’ όλον τον κόσμο, «και τι να πω; Πατέρα σώσε με από την ώρα αυτή;». Αυτός θα ήταν πράγματι ο κλαυθμός, η διαμαρτυρία της φύσης. Θα μπορούσε να είχε μείνει σ’ αυτό το αίτημα, τι πιο φυσιολογικό. Αλλά αμέσως, μετά από λίγες στιγμές αγωνίας και δισταγμού, συνεχίζει, «Πατέρα δόξασε το όνομα σου», μεταχειρίσου με όπως θέλεις, μέσα από μένα αποκόμισε μόνον δόξα για Σένα! Και με τούτη την προσευχή τελειώνει αυτός ο εσωτερικός αγώνας. Εδώ ο τελείως φυσιολογικός φόβος των παθημάτων προσφέρεται θυσία στον βωμό της αποστολής Του.

Το ίδιο και στη Γεθσημανή λίγο αργότερα. Η πρώτη φωνή, η φωνή της φύσης, κραυγάζει, «Ας περάσει τούτο το ποτήρι από μένα». Η άλλη όμως φωνή, αυτή του καθήκοντος, μιλά με την σειρά της: «Το δικό σου να γίνει, όχι το δικό μου». Και η πρώτη υποτάσσεται στην δεύτερη‘ αλλά όχι όμως χωρίς αγώνα, που κάνει τον Ιησού να βγάλει αίμα μαζί με τον ιδρώτα.

Ο Κύριος έκανε συνεχώς, αυτό που αναφέρει η Γραφή στο Εβραίους Θ14: Δια του αιωνίου Πνεύματος, προσέφερε τον εαυτόν του άμωμον θυσίαν εις τον Θεόν.

Αυτή η προσφορά του εαυτού Του γινόταν καθημερινά, ανανεωνόταν καθημερινά, και έτσι η ανθρώπινη ζωή Του έπαιρνε τη σφραγίδα της αφιέρωσης περισσότερο και περισσότερο, μέχρι την ολοκλήρωση της, που ήταν όταν τελικά προσέφερε τον εαυτόν Του σε θάνατο, προκειμένου να κάνει το θέλημα του Θεού. Χαρακτηριστικά θα μας πει στο Εβραίους Ε8: …αν και ήταν Υιός, έμαθε την υπακοήν από όσα έπαθε, και γενόμενος τέλειος, απέβη δι’ όλους οι οποίοι υπακούουν εις αυτόν, αίτιος αιωνίου σωτηρίας. Για να επιτύχει τούτη την αφιέρωση, έδινε συνεχή αγώνα με την ανθρώπινη φύση Του, για να τη κρατά συνεχώς σε υποταγή.

Τούτο να το τονίσουμε: Δεν είναι αμαρτία το ότι έχουμε μια φύση με επιθυμίες. Ο Θεός μας την έδωσε. Και είναι φυσιολογικό και νόμιμο να θέλουμε να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες της φύσης μας, χωρίς βέβαια ν’ αδικούμε. Που είναι εδώ η αμαρτία; Η αμαρτία είναι μόνο το ν’ αρνηθούμε να θυσιάσουμε κάποια απ’ αυτές τις επιθυμίες, όταν ο Θεός μας το ζητήσει. Ο Ιησούς ποτέ δεν αρνήθηκε μια τέτοια θυσία, προκειμένου να κάνει το θέλημα του Θεού. Ούτε θέλησε ποτέ ν’ αποφύγει κάποιο πάθημα, που ήταν αναγκασμένος να υποστεί, προκειμένου να κάνει τούτο το θέλημα. Είναι ο αληθινός αρχιερέας της ανθρωπότητας που πραγματοποίησε στη πράξη, με την ζωή Του, αυτό που έφερε στο μέτωπο του ο Ιουδαίος αρχιερέας: «Αγιασμός στον Κύριο». Το θύμα στη δική Του σειρά των θυσιών, ήταν ο ίδιος Του ο εαυτός.

Τούτο τον αγιασμό της ζωής του ανθρώπου, που Αυτός επιτελούσε στον εαυτόν Του, είχε σαν σκοπό, στο μέλλον, να τον επαναπαράγει σε όλους εκείνους που θα ενωνόταν μαζί Του μέσω πίστης. Αυτή την αγιότητα άρχισε να μεταδίδει το Αγιο Πνεύμα απ’ τη Πεντηκοστή και μετά.

Να εμβαθύνομε λίγο στη ζωή Του εδώ κάτω, γιατί τον ίδιο δρόμο έχομε ν’ ακολουθήσομε κι εμείς. Θα σταθούμε στα λόγια που είπε στους Φαρισαίους, όταν Τον κατηγόρησαν ότι παρέβη την αργία του Σαββάτου, με το να θεραπεύσει τον παραλυτικό στη Βηθεσδά:

«Ελαβε τοτε ο Ιησους τον λογον και τους ειπε, «Αληθεια, αληθεια σας λεγω, δεν μπορει ο Υιος να κανει απο τον εαυτον του τιποτε, παρα μονον ο,τι βλεπει τον Πατερα να κανει, διοτι εκεινα που κανει εκεινος, αυτα ομοιως κανει και ο Υιος.» (Εδ.19). Δηλαδή, «Οτιδηποτε εργο με βλεπετε να κανω, κι’ αυτό για το οποίο τώρα με κατηγορείτε, το κάνω γιατί μου το δείχνει ο Πατέρας, κι εγώ Τον υπακούω».

Δεν μπορει ο Υιος να κανει απο τον εαυτον του τιποτε. Τι αραγε θα μπορουσε να κανει «απο τον εαυτον του«, και δεν το κανει; Συμφωνα με το εδαφιο 26, θα μπορουσε, σαν Λογος, να δημιουργησει κοσμους απ” το τιποτα, και να γινη θεος τους. Εδω στην γη, σαν ανθρωπος, με τις θαυμαστές ικανότητες που είχε, θα μπορούσε να δημιουργήσει ενα δικο Του βασιλειο, οπως κανουν οι ανθρωποι της μεγαλοφυιας και των κατακτησεων· να δημιουργήσει από τον εαυτόν Του, και για τον εαυτόν Του. Εκει δεν ηταν που κατεθυνθηκαν οι εισηγησεις του Σατανα στην ερημο; Ηταν ελεύθερος, και θα μπορούσε να το κάνει· να θυμηθούμε τα λόγια Του στο Ιωαννης Ι 17,18: «Δια τουτο ο Πατερας με αγαπα, διοτι θυσιαζω την ζωην μου, δια να την παρω παλιν. Κανεις δεν μου την αφαιρει, αλλ” εγω οικειοθελως την θυσιαζω. Εχω εξουσιαν να την θυσιασω και εχω εξουσιαν παλιν να την παρω«.

Αλλα εχει ομως καταλαβει οτι η πληροτητα ειναι να εισαι με τον Θεο («Και ο Λογος ην προς τον Θεον», Ιω. Α1). Ειναι πληρης με τον Θεο εδω στην γη, οπως και στον ουρανο. Αντι λοιπον να ειναι θεος ενος κοσμου για τον εαυτον Του, προτιμα την θεση Του σαν Υιος διπλα στον Πατερα, οπως επισης να χρησιμοποιει την δημιουργικη Του δυναμη παντα σε κοινωνια με τον Πατερα. Απ” αυτη την επιλογη Του πηγαζει το «δεν μπορω να κανω τιποτα αφ” εαυτου». Διαλεξε την υποταγη και την αφιερωση, γι” αυτο δεν μπορει να κανει τιποτα αφ” εαυτου. Προτιμησε το Υιος απ” το θεος. Γι” αυτο, αντι να πει «Εγω», λεγει, «Ο Υιος δεν μπορει να κανει τιποτα».

Δεν μπορεί ο Υιος να κανει απο τον εαυτον του τιποτε, παρα μονον ο,τι βλεπει τον Πατερα να κανει. Ο νους Του, η σκέψη Του ειναι διαρκως προσηλωμενη επανω στον Πατερα, ωστε ν” αντιληφθει την επιθυμια Του, και να διακρινει σε ποίο σημείο βρίσκεται το έργο Του, ωστε να προσαρμοσει το δικο Του επανω σ” αυτο. Αυτο σημαίνει το ο,τι βλεπει τον Πατερα να κανει.

Καθως βλεπει το έργο να εχει ηδη διαμορφωθει στην σκεψη του Πατερα, και νοιωθει την επιθυμια Του, αμεσως το εκτελει στην γη. Γι’ αυτό τους είπε προηγουμένως, ο Πατέρας μου εργάζεται έως τώρα, και εγώ εργάζομαι, Ιωάννης Ε17. Ηταν επιθυμία και απόφαση του Πατέρα να θεραπευθεί ο παραλυτικός εκείνη την ώρα, και δεν μπορούσε να μη το κάνει, παρόλες τις αντιδράσεις τους λόγω του Σαββάτου.

Βέβαια, εδώ υπάρχει μια προϋπόθεση, να συγκατατίθεται ο Πατέρας να κάνει τον Υιόν Του αδιάλειπτα κοινωνό στη πορεία του έργου Του. Και ειναι αυτο ακριβως που κανει: «Διοτι ο Πατερας αγαπα τον Υιον και του δειχνει ολα οσα αυτος κάνει…» (Εδ.20). Ο Πατέρας, λόγω της αγάπης Του προς τον Υιό, αποκαλυπτει τα σχεδια Του, το εργο Του στον Υιο, ωστε Αυτος να ειναι σε θεση να το γνωρισει και να συνεργασθει. Η συνεχης, και με πιστοτητα συνεργασια λοιπον του Υιου, ειναι αυτη που παρακινει το Πατερα να Του κανει τις αποκαλυψεις.

Τη σχέση Του με τον Πατέρα την συνόψισε ο Ιδιος σε μια φράση: Εγώ εν τω Πατρί, ο Πατήρ εν εμοί, αυτό ήταν και το μυστικό της ζωής Του. Ο Υιός συνεχώς άδειαζε από κάθε τι δικό Του, και ο Πατέρας, βρίσκοντας τον αδειανό, συνεχώς Τον γέμιζε, Του απεκάλυπτε το θέλημα Του, και Του έδινε το κάθε τι για να το εκτελέσει: Σοφία, δύναμη, διάκριση, υπομονή, παρρησία, ό,τι χρειαζόταν. Ουσιαστικά μέσα σ’ αυτό το πρόσωπο ζούσε, αποκαλυπτόταν, μιλούσε, ενεργούσε ο Ιδιος ο Θεός. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε: Εκείνος που έχει ιδεί εμένα, έχει ιδεί τον Πατέρα, Ιωάννης ΙΔ9.

Σε μια τέτοια θέση θέλει να φέρει και όσους Τον ακολουθούν, αναφορικά με το πρόσωπο Του και το πρόσωπο του Πατέρα. Το ζήτησε στη προσευχή Του για τους δικούς Του: Πατέρα να είναι όλοι ένα· καθώς εσύ είσαι εν εμοί και εγώ εν σοι, να είναι και αυτοί εν ημίν ένα, Ιωάννης ΙΖ20. Εδώ είναι το ύψιστο σημείο που εργάζεται να φθάσει την εκκλησία Του, εδώ είναι και το τέλος, η ολοκλήρωση της ιστορίας, είναι η ώρα που ο Θεός έχει γίνει τα πάντα εν πάσι, Α’ Κορ. ΙΕ28. Είναι η στιγμή που οι πιστοί έχουν γίνει για το Θεό, ό,τι ακριβώς ήταν γι’ αυτόν ο Ιησούς Χριστός στη γη, οι ζωντανές αποκαλύψεις Του, μέσα στο σύμπαν και στη διάρκεια των ατέλειωτων αιώνων. Ο Θεός κατοικεί μέσα τους, και αποκαλύπτεται μέσα απ’ αυτούς. Γεμίζει αυτούς, και μέσω αυτών το σύμπαν. Έχουν γίνει οι φορείς της αγάπης Του, οι ερμηνευτές της σοφίας του, τα όργανα της δύναμης Του. Είναι σαν τη λάμπα, που καθώς τη πυρακτώνει το ηλεκτρικό ρεύμα αποκαλύπτει, ακτινοβολεί τις ιδιότητες του, το φως του, τη ζεστασιά του. Ένα έργο που έχει αρχίσει ήδη μέσα μας, και οδεύει προς την ολοκλήρωση του.

Ηταν το αίτημα της προσευχής του Παύλου, Να καταλάβομε το πλούτο της κληρονομιάς του και την ελπίδα της πρόσκλησης του, Εφεσίους Α18. Η κληρονομιά μας: Ο Θεός μέσα μας.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΠΡΑΞΗ

Α’ Κορ. Α30: Αλλά εσείς είσθε εξ αυτού εν Χριστώ Ιησού, όστις εγενήθη εις ημάς σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις. Μέσα από ένα εδάφιο όλο το έργο του Ιησού Χριστού για μας: Δικαιοσύνη μας με το θάνατο Του. Αγιασμός με τη ζωή Του εδώ κάτω. Απολύτρωση μας, με το δεύτερο ερχομό Του

Να σταθούμε στο κομμάτι του έργου Του για τον αγιασμό μας: Ο Iδιος είχε μιλήσει για τη σχέση που θα υπήρχε κάποια μέρα ανάμεσα στην αγιότητα Του και τη δική μας: Και υπερ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία, κατά έναν αληθινό τρόπο, όχι με το τρόπο των Φαρισαίων, ή του θρησκευόμενου κόσμου σήμερα, Ιωάννης ΙΖ19. Με άλλα λόγια, τούτη η αγιότητα που πραγματοποιώ στη ζωή μου, θα γίνει και δική τους, γιατί θα τους την μεταδώσω· και τότε θα είναι αληθινά άγιοι, καθώς κι εγώ. Το ίδιο ακριβώς εννοεί μ’ εκείνες τις μυστηριώδεις φράσεις, «να πιούμε το αίμα του και να φάμε τη σάρκα του», Ιωάννης ΣΤ. Σύμφωνα με την εξήγηση που έδωσε ο Ιδιος στη συνέχεια, με τούτα τα λόγια εννοεί τη μετάδοση της ζωής Του, που το Αγιο Πνεύμα θα κάνει στο πιστό: Εκείνος (το Αγιο Πνεύμα) θέλει δοξάσει εμέ (μέσα σας), διότι εκ του εμού θέλει λάβει και αναγγείλει προς εσάς, λέγει στο Ιωάννης ΙΣΤ14. Ενωμένοι μαζί Του, ή όπως είπε ο Ιδιος, εάν μένομε στα λόγια Του, Ιωάννης ΙΕ, κάνομε δικό μας το κάθε τι που Του ανήκει, η άγια Του ζωή γίνεται και δική μας ζωή.

Σαν μια καρδιά προσβλέπει σ’ Αυτόν με πίστη, τότε το Πνεύμα κάνει να λάμπει και ν’ ακτινοβολεί μέσα σ’ αυτή τη καρδιά η ίδια η δική Του εικόνα, και έτσι μορφώνεται ένας νέος άνθρωπος μέσα σ’ εκείνη τη καρδιά. Η όπως λέγει στο Β’ Κορ. Γ18, ο πιστός μεταμορφώνεται από δόξα σε δόξα, δια του Κυρίου που είναι το Πνεύμα. Γινόμαστε επιτέλους ό,τι δεν μπορούσαμε να γίνομε ποτέ από μόνοι μας. Πάντα το πρόσωπο στο οποίο προσκολείσαι έχει βαθειά επίδραση στο χαρακτήρα σου, και σε μεταμορφώνει σιγά σιγά στο δικό του πρότυπο. Οπως το Αγιο Πνεύμα Τον φύτευσε στη μήτρα της Μαρίας, έτσι ακριβώς τον φυτεύει και στη καρδιά που θα Τον δεχθεί, και εκεί μέσα αυξάνεται ο Χριστός σαν ο καινούργιος εαυτός της. Τεκνία μου, έγραφε ο Παύλος στους Γαλάτας (Δ19), για τους οποίους εκ νέου υποφέρω ωδίνες, μέχρι να μορφωθεί μέσα σας ο Χριστός.

Η αγιότητα μας δεν είναι, λοιπόν, εμείς που μεταβαλλόμαστε και γινόμαστε καλλίτεροι. Γιατί μπορεί να συμβεί, ύστερα από χρόνια στη πίστη, αν μια στιγμή υπερισχύσει η παλιά μας φύση, κατέβει, δηλαδή, ο παλιός μας άνθρωπος απ’ το σταυρό, όπου, με τη θέληση μας, τον κρατάμε συνεχώς καρφωμένο, να ξαναβρούμε τους εαυτούς μας τόσο κακούς, όσο και όταν ξεκινήσαμε. Αλλωστε έναν πεθαμένο είναι ανόητο να θέλεις να τον βελτιώσεις – και μεις έχομε πεθάνει μαζί με το Χριστό στο σταυρό. (Και το χειρότερο είναι να τον κρατάς, κατεβάζοντας τον απ’ το σταυρό και ντύνοντας τον με πνευματικά ρούχα). Αγιασμός μας είναι ο Χριστός που μορφώνεται μέσα μας, σαν ο καινούργιος μας εαυτός. Είναι κατ’ αυτή την έννοια που ο Παύλος γράφει, Μετά του Χριστού συνεσταυρώθην· ζω δε ουχί πλέον εγώ, αλλ’ ο Χριστός ζη εν εμοί, Γαλάτας Β20. Στους δε Κορινθίους γράφει: Ζητείτε δοκιμήν του δι’ εμού λαλούντος Χριστού, Β’ Κορ. ΙΓ3.

Να το πούμε πιο απλά, είναι μετα ρούχα τα δικά Του, αυτά που αγωνίστηκε και απέκτησε Αυτός, που ο Θεός μας ντύνει, και έτσι γινόμαστε άγιοι σαν κι Αυτόν. Είναι σαν εκείνον που βρώμισε τα ρούχα του, τα έσχισε. Ανοίγει τη ντουλάπα, πετά από πάνω του τα παλιά, και βάζει καινούργια, που τα βρίσκει έτοιμα.

Και αν κάποιος ρωτήσει, τι σημαίνει πρακτικά, ο Ιησούς να ζει μέσα μας, δεν έχομε παρά ν’ ανατρέξομε στη δική Του σχέση με το Πατέρα, όσο ήταν εδώ κάτω μαζί μας. Σε μια παρόμοια σχέση θέλει να φέρει κι εμάς. Ο Κύριος έκανε κάτι απλό: Κάθε στιγμή που ήταν να ενεργήσει ή να μιλήσει ή να πάρει κάποια απόφαση, έσβυνε πρώτα τον εαυτόν Του, και έπειτα άφηνε τον Πατέρα να Τον οδηγεί και να Του δίνει ό,τι χρειάζεται. «Δεν δύναται ο Υιός να πράττη ουδέν αφ’ εαυτού, εάν δεν βλέπη τον Πατέρα πράττοντα τούτο», ή «Δεν δύναμαι εγώ να κάμνω απ’ εμαυτόν ουδέν. Καθώς ακούω κρίνω» (Ιωάννης ΙΕ19,30), να το μυστικό της ζωής Του, όπως μας το αποκάλυψε ο Ιδιος. Και ξέρομε, με τα τόσα χαρίσματα που είχε, θα μπορούσε να κάνει πολλά και σπουδαία από μόνος Του.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν κι εμείς βρισκόμαστε στην ανάγκη να ενεργήσουμε ή να πούμε κάτι, ή να πάρομε κάποια απόφαση, για τα μικρά, αλλά και για τα μεγάλα πράγματα στη ζωή μας, στη κάθε μας μέρα, θα πρέπει κατ’ αρχάς ν’ αδειάσομε τον εαυτό μας εμπρός στον Ιησού, (τις επιθυμίες μας, τις παρορμήσεις μας, τη λογική μας, τους συναισθηματισμούς μας) και ν’ αφήσουμε τον Ιησού ν’ αναπτύξει μέσα μας την δική Του θέληση, την δική Του σοφία, την δική Του δύναμη. Το έχει υποσχεθεί, Εάν μείνετε εν εμοί εγώ είμαι, (όχι θα είμαι) μέσα σας, Ιωάννης ΙΕ. Που σημαίνει, εάν εσείς αδειάσετε, εγώ ήδη θα σας έχω γεμίσει. Αυτό είναι το σταύρωμα του εαυτού μας, και είναι γι’ αυτό το λόγο που μιλά για έναν σταυρό που, ακολουθώντας Τον, θα πρέπει να τον έχομε κάθε μέρα μαζί μας. Αυτό σημαίνει «να τον φάμε» και «να τον πιούμε», να κάνομε, δηλαδή, δικό μας ό,τι είναι δικό Του. Είναι σαν τα φυτά στα κυπελάκια, που εάν τ’ αφήσεις εκεί, σε λίγο θα εξαντλήσουν το λίγο χώμα που έχουν. Χρειάζονται μεταφύτευση, χρειάζεται να μεταφυτευθούμε στο απλόχωρο έδαφος της ζωής του Χριστού.

Αυτό είναι το μυστήριο του Χριστιανικού αγιασμού, που τόσο λίγο έχει κατανοηθεί. Όπως παρατηρούμε, η συμμετοχή η δική μας είναι απόλυτα αρνητική, να σβύνουμε τον εαυτόν μας, και όχι ενεργητική, όπως γενικά θεωρείται.

Η ανθρώπινη σοφία, η ανθρώπινη λογική λέγει: «Απαλλάξου σιγά, σιγά, προοδευτικά απ’ τα δεσμά της αμαρτίας. Μάθαινε βαθμηδόν να αγαπάς τον Θεό και να ζεις γι’ Αυτόν». Αλλά με τον τρόπο αυτόν δεν ερχόμαστε ποτέ σε ριζική διάρηξη των σχέσεων μας με την αμαρτία, και δεν παραδινόμαστε ποτέ πλήρως στον Θεό. Βολοδέρνουμε στην θολωμένη ατμόσφαιρα της δικής μας φύσης, των δικών μας προσπαθειών. Η πίστη, αντίθετα, μας υψώνει, σαν με άλμα, στην βασιλική θέση που τώρα κατέχει ο Ιησούς, η οποία είναι και δική μας, μια κι Αυτός είναι η κεφαλή μας.

Η λογική λέγει: «Προσπάθησε γιά να γίνεις άγιος». Η πίστη λέγει: «Είσαι άγιος, φέρσου σαν τέτοιος». «Είσαι άγιος στο πρόσωπο του Χριστού. Μετάφερε το και στον εαυτό σου».

Η λογική στέλνει τον άνθρωπο στα βάθη του δικού του εγώ, γιά ν’ αντλήσει από κει δυνάμεις γιά την πραγματοποίηση του αγιασμού. Η πίστη, αντίθετα, τον κατευθύνει, έξω από τον εαυτόν του, τον κατευθύνει στο Χριστό, στο πρόσωπο στο οποίο έχει πραγματοποιηθεί το γεγονός του αγιασμού το οποίον επιζητούμε, και βρίσκεται ήδη τέλειο και έτοιμο να διοχετευθεί μέσα μας. Ας ακούσομε πως το διευκρίνισε ο Κύριος, Ιωάννης ΙΕ3-5: Τώρα σεις είσθε καθαροί δια τον λόγον τον οποίον ελάλησα προς εσάς. Μείνατε εν εμοί, καγώ εν υμίν. Καθώς το κλήμα δεν δύναται να φέρει καρπόν αφ’ εαυτού (με δικές του προσπάθειες), εάν δεν μείνη εν τη αμπέλω, ούτως ουδέ σεις, εάν δεν μείνητε εν εμοί. Εγώ είμαι η άμπελος, σεις τα κλήματα· ο μένων εν εμοί, και εγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν· διότι χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμητε τίποτα (τίποτα που να μένει). Είναι γι’ αυτή την αιτία που ο Παύλος στις επιστολές χαιρετίζει σαν «αγίους» τους πιστούς, ακόμα και τους προβληματικούς Κορινθίους.

Στο Κολοσσαείς Γ35 θα μας πει: «Απεθάνετε. Νεκρώσατε λοιπόν τα μέλη υμών τα επί της γης». Είναι επειδή έχουμε πεθάνει μαζί με τον Χριστό ως προς την αμαρτία, (για όσους το έχουν κάνει), είναι επειδή είμαστε ήδη άγιοι στο πρόσωπο Του, στην ένωση μαζί Του, που μπορούμε τώρα να νεκρώσουμε τα μέλη του σώματος μας, την γλώσσα μας, τα χέρια μας, να μην είναι πλέον όργανα στο κακό. Ο δούλος το τάλαντο ήδη το πήρε, μένει να το χρησιμοποιήσει σωστά. Η αγιότητα μας έχει ήδη φθάσει στην τελειότητα της, στο πρόσωπο του Κυρίου, και μας έχει δοθεί. Μένει σε μας να την ζήσουμε στην καθημερινή ζωή μας. Είναι άλλο πράγμα, έχει άλλη δυσκολία το να αγωνίζεσαι να πλουτίσεις, και άλλο να βρεθείς ξαφνικά πλούσιος (από μιά κληρονομιά), και να καλείσαι τώρα να διαχειρισθείς σωστά αυτόν τον πλούτο.

Η πραγματική μας κατάσταση δεν είναι αυτή που βλέπουμε εμείς επάνω μας, αλλά αυτή στην οποία μας έχουν ανεβάσει οι υποσχέσεις του Θεού. Ας το αγκαλιάσουμε με πίστη. Είμαστε ήδη εκεί, και είναι ανόητο ν’ αγωνιζόμαστε να φθάσουμε εκεί.

Η περίπτωση μας είναι ακριβώς όμοια με εκείνη του Αβραάμ, που εκαλείτο να πάρει τα μάτια του από την θλιβερή πραγματικότητα, που τον παρουσίαζε άτεκνο και γέρο, έτοιμο να πεθάνει, και να τα καρφώσει σταθερά στην θέση που τον ανέβασε η υπόσχεση του Θεού: «Σε κατέστησα πατέρα εθνών». Η υπόσχεση του Θεού λέγει ότι είμαστε «ιερείς», βασιλείς», «Υιοί εξ υιοθεσίας», «άγιοι». Και έτσι είναι. Ας φερόμαστε σύμφωνα μ’ αυτή μας την θέση. Σε κάθε μας αντίδραση, σε κάθε μας συμπεριφορά, ας κάνουμε μόνον τούτη την ερώτηση στον εαυτόν μας: «Ένα βασιλόπουλο του ουρανού, όπως είμαι εγώ, θα φερόταν έτσι;» Η «ο υιός του Θεού, όπως είμαι εγώ, μπορεί να έχει τέτοια ενδιαφέροντα; Να τον απασχολούν τέτοια θέματα;»

Απαξ και ο άνθρωπος αναγεννηθεί δια του Πνεύματος, όλα μετά εξελίσσονται φυσιολογικά (η ωρίμανση του στην αγιότητα), αρκεί να τρέφεται με το Λόγο του Θεού. Είναι όπως όταν γεννιέται το μωρό· έχει ήδη έλθει στην ύπαρξη, άσχετα αν στην αρχή δεν το νοιώθει, και σίγουρα θ’ αναπτυχθεί, εφ’ όσον τρέφεται σωστά. Και σαν κεντρώθηκε το δένδρο, το έργο δεν είναι ν’ αλλάξεις τη φύση του, αυτό έχει ήδη γίνει· το έργο είναι να κόβεις μόνο τα άγρια κάτω από το κεντράδι, μη το πνίξουν.

Ηταν στα παλιά τα χρόνια, τα χρόνια της πτώχειας, μιά οικογένεια, από τις πιό πτωχές. Μιά καμαρούλα να τους στεγάσει όλους, και το ψωμί μόλις που έφθανε. Κάποια μέρα ο μεγάλος γυιός έφυγε μετανάστης στην Αμερική. Πάλεψε, αγωνίστηκε, τα κατάφερε. Σπίτι παλάτι, αυτοκίνητο, πολλά λεφτά. Αλλά εκεί είχε πάει και γιά τους άλλους. Τους στέλνει την πρόσκληση και το εισητήριο. Μιά μέρα χρειάστηκε, όσο να φθάσει το αεροπλάνο. Χθες, ήταν στην φτώχεια. Σήμερα, άρχοντες στο παλάτι. Ήταν του μεγάλου αδελφού, ήταν και δικά τους, αφού τώρα είναι κοντά του. Βέβαια, στην αρχή ήταν λίγο αδέξιοι μέσα σε τούτα τα μεγαλεία. Αλλά ήταν ήδη άρχοντες, σε λίγο έμαθαν και φερόταν σαν τέτοιοι. Και χάριν αυτών εγώ αγιάζω τον εαυτόν μου για να είναι και αυτοί αγιασμένοι αληθινά. Ο,τι πέτυχε ο Χριστός, σαν ενωνόμαστε μαζί Του, γίνεται και δικό μας. Τούτο το έργο που το ολοκλήρωσε μια για πάντα μέσα Του, το αναπαράγει δια του Αγίου Πνεύματος σε όλους τους πιστούς, αφού το έκανε δυνατό μέσω του εξιλασμού και της συγνώμης που πέτυχε γι’ αυτούς.

Δεν ανεβαίνεις, λοιπόν, ένα ένα τα σκαλοπάτια του θρόνου με τις δικές σου προσπάθειες, αλλά εκεί εκσφενδονίζεσαι με μιάς, και κάθεσαι σ’ αυτόν στο πρόσωπο του Χριστού, με την πίστη που μας κάνει ένα σώμα με Αυτόν. Λέγει στο Εφεσίους Β6: «Και συνανέστησε, και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις διά Ιησού Χριστού». Ύστερα, εκεί καθισμένος, από το ύψος αυτής της θέσης που είναι άγια, δίνεις την μάχη και υποτάσσεται νικηφόρα το εγώ, ο κόσμος, ο Σατανάς, όλες οι δυνάμεις του κακού. Καθισμένος εκεί τα βλέπεις όλα κάτω από τα πόδια σου, γι’ αυτό και νικιώνται.

Αυτό είναι το πολύ παράδοξο στην καθαρή Ευαγγελική διδασκαλία, όσον αφορά το θέμα του αγιασμού μας. Όποιος δεν το κατάλαβε, ποτέ του δεν ξεπέρασε το κατώφλι του Χριστιανικού αγιασμού, εκεί βολοδέρνει μέσα στην περιοχή των δικών του προσπαθειών, που στο τέλος ή θα τον γονατίσουν απ’ την κούραση, ή θα τον οδηγήσουν σε υποκρισία.

Στο βάθος βάθος, αν εξετάσουμε προσεκτικά τα πράγματα, βρίσκουμε και εδώ το ίδιο εμπόδιο, τον ανθρώπινο εγωισμό, που δεν θέλει να ταπεινωθεί να πάρει τη χάρη, αλλά θέλει να προσφέρει τον αγιασμό του στον Θεό, σαν αποτέλεσμα δικής του προσπάθειας, σαν έργο γιά το οποίο ο Θεός είναι υποχρεωμένος να το αμείψει. Είναι το ίδιο ακριβώς με τον κόσμο, που αγωνίζεται να αγοράσει την σωτηρία του, κάνοντας έργα, προσφέροντας, ακολουθώντας μυστήρια, αναλαμβάνοντας παθήματα, και τόσα άλλα, γιατί δεν θέλει να ταπεινωθεί να δεχθεί την προσφορά που του κάνει ο Θεός με το λυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού.

Είναι αυτή η βαθειά διαίρεση που βρίσκουμε σε κάθε προσπάθεια του ανθρώπου να υψωθεί: Με τα έργα του, ή με την χάρη του Θεού.

Και αν θέλομε να δούμε τα πράγματα στη πράξη, να τι ακριβώς γίνεται: Καθως μενομε ενωμενοι με τον Κυριο, δηλαδη προσκολημμενοι στον λογο Του, καθως «Τον πινωμε και Τον τρωμε», οπως λεγει ο Ιδιος, ή με αλλα λογια, καθως εμβαθυνωμε και υπακουμε απλα, πρακτικα στον λογο Του, (μου το λέει, το κάνω, έτσι απλά όπως μου το λέει), ερχεται το Αγιο Πνευμα και να τι κανει: Φυτεύει στη καρδιά μας τους πόθους Του, τα συναισθήματα Του, την αγάπη Του, τη γλυκύτητα Του, την υπομονή Του. Μεταγγίζει μέσα μας τη σοφία Του. Χαράζει μέσα μας τους στόχους Του. Μας δινει απο την δυναμη Του να καθυποταξωμε και μεις την φυση μας. Μας μεταδιδει αυτη την τελεια χαρα, που ένοιωθε Αυτος μετα απο καθε αποφαση υπακοης. Μας δινει το φως Του για το ποιο ειναι το θελημα του Θεου, και ετσι, αυτη η αφιερωμενη ζωη του Χριστου κυλα σιγα σιγα μεσα μας. Πραγματοποιειται και σε μας ο,τι πραγματοποιηθηκε στον Κυριο. Η άγια ζωή του Χριστού θα κυλίσει από μόνη της μέσα μας δια του Αγίου Πνεύματος, σαν εμείς μένομε ενωμένοι μαζί Του, δι’ υπακοής στο λόγο Του. Ο Ιδιος είπε: Δεν θα σας αφήσω ορφανούς· έρχομαι προς εσάς, Ιωάννης ΙΔ18. Γι’ αυτή την επιστροφή Του δια του Πνεύματος μέσα στο πιστό μιλά εδώ.

Και μια διευκρινιση, αλλο ο αγιασμος, η απολυτη αφιερωση στον Θεο, και αλλο η ειδικη κληση που κανει ο Θεος στο εργο Του για κάποιον, καλώντας τον ν’ αφήσει ορισμένες από τις ασχολίες του, για να Τον υπηρετήσει.

Την μεγαλη πλειονοτητα των πιστων, οπως αναφερει στον Λόγο Του, την καλει να πραγματοποιησει τούτον τον αγιασμο υπηρετώντας Τον μεσα στην οικογενεια τους, στην γειτονια τους, στο χωρο των σπουδών ή της εργασιας τους. Ο ποθος και η προσευχη του Κυριου ειναι, η αγια ζωη η δικη Του να πραγματοποιηθει σε καθε πιστο Του, οπου και αν ο Ουρανιος Πατερας τον εχει ταξει να Τον υπηρετησει. Με απλα λογια, να ζει εκει μεσα μονο για ο,τι ειναι θελημα του Θεου, και σ’ αυτο να δοθει ολοψυχα.

Τι νόημα και σκοπό αποκτούν τότε όλα εκείνα, πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, που πρώτα έφερναν βάρος, ενόχληση, μας οδηγούσαν σε απορία, σε σύγχιση, ή και σε γογγυσμό, καμμιά φορά, απέναντι στον Θεό. Δεν είναι πιά οι σπουδές μου οι βαρετές, είναι η μόρφωση αλλά και το περιβάλλον που ο Θεός μου χαρίζει για να Τον υπηρετήσω. Δεν είναι ο σκληρός προϊστάμενος, ο άνδρας μου ο δύστροπος, ή το παιδί που με κουράζει, που μου στέρησε την ελευθερία, αλλά πρόσωπα που ο Θεός έβαλε δίπλα μου να τα υπηρετήσω για χάρη Του, και στην τριβή μαζί τους να μορφωθεί ο δικός Του χαρακτήρας μέσα μου. Δεν είναι πιά, ”αχ, γιατί αυτό να συμβεί σε μένα, γιατί ν’ αρρωστήσω”, αλλά είναι η νέα κατάσταση που ο Κύριος με καλεί να Τον δοξάσω. Ας μη βλέπομε το κέντημα απ’ την ανάποδη. Αυτή είναι η διαφορά μας πριν και μετά. Πρώτα ζούσαμε για τον εαυτόν μας. Τώρα ζούμε για τον Θεό. Και είναι υπέροχο να ζεις για κάτι υψηλό. Και τι πιό υψηλό απ’ τον Θεό! Αυτή είναι η αληθινή ζωή. Θα μας πει στο, Β’ Κορ. Ε14,15: Η αγάπη του Χριστού συσφίγγει ημάς· διότι κρίνομεν τούτο, οτι εάν εις απέθανεν υπέρ πάντων, άρα οι παντες απέθανον· και απέθανε υπέρ πάντων, δια να μη ζώσι πλέον δι’ εαυτούς οι ζώντες, αλλά δια τον αποθανόντα και αναστάντα υπέρ αυτών. Αφού ο Χριστός με αντικατέστησε στο σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να με αντικαταστήσει και μέσα στη καρδιά μου, σαν ο καινούργιος μου εαυτός.

Πόσο καθαρά το είχε καταλάβει ο Παύλος: «Χάρη Θεού είναι που είμαι ό,τι είμαι». «Δεν ζω εγώ, αλλά ο Χριστός μέσα μου». Το λέγει στο Α’ Κορ. ΙΕ 28, εκεί τελειώνει η ιστορία μας, αλλά και η προσωπική ανάπτυξη του καθενός μας: Όταν ο Θεός έχει γίνει «τα πάντα μέσα μας», έτσι που Αυτός να ζει και ν’ αποκαλύπτεται μέσα από μας. Ένα έργο που έχει ήδη αρχίσει να γίνεται και να ωριμάζει μέσα στους πιστούς, έτσι που να μπορεί να δει ο ένας στο πρόσωπο του άλλου, την δόξα Του, την εικόνα Του. Άλλωστε, εικόνες δικές Του δεν μας έφτειαξε;

Εδώ ας διευκρινισθεί και τούτο: Ποτε αυτη η αγια ζωη του Χριστου δεν θα γινει δικη μας, αν προσπαθησωμε να Τον μιμηθουμε με δικες μας δυναμεις. Η αγια ζωη του Χριστου θα κυλισει μεσα μας απο μονη της, δια του Αγιου Πνευματος, σαν εμεις μενομε ενωμενοι μαζι Του δια υπακοης στο λογο Του. Αναπαράγει μέσα μας την ανθρώπινη ζωή, όπως την οικοδόμησε στο πρόσωπο Του με αγώνες και θυσίες εδώ κάτω, απαλλαγμένη από την αμαρτία, και ευάρεστη στο Θεό. Αυτός είναι το πρότυπο της νέας τούτης ζωής, αλλά και η πηγή απ’ την οποία αυτή η ζωή κατέρχεται στη ψυχή του πιστού. Είναι, για να ξαναπάμε στο παράδειγμα με τους μετανάστες, σαν άκουσαν πόσο καλά τα κατάφερε ο μεγάλος αδελφός στην Αμερική, να προσπαθήσουν να Τον μιμηθούν κι αυτοί στη Ελλάδα, βάζοντας τα δυνατά τους να πετύχουν τα ίδια. Αυτό δεν μπορεί να γίνει. Η λύση είναι μία, να πάνε και να ενωθούν με το μεγάλο αδελφό.

Θα πρέπει εδώ να τονισθεί ιδαίτερα και τούτο: Το μέσον με το οποίον ο Θεος εργαζεται αυτό το μεγα εργο του αγιασμου, της αφιερωσης μας, δεν είναι οι διαφορες τελετες, τα μυστηρια, οι εξομολογησεις σε ιερωμενους, τα ευχελαια κ.λ.π. όπως γενικά πιστεύεται στους διάφορους θρησκευτικούς χώρους. Το μονο που μπορει να οδηγησει μια ψυχη σε αγιασμο, σε πληρη αφιερωση, ειναι ο Λογος του Θεου, «Αγιασε τους εν τη αληθεία σου· Ο λογος ο δικος σου ειναι αληθεια», ήταν η προσευχή του Κυρίου στον Πατέρα, Ιωάννης ΙΖ17. Και ο Παύλος θα πει στους πρεσβυτέρους της Μιλήτου και της Εφέσου: Και τώρα, αδελφοί, σας αφιερόνω εις τον Θεόν, και εις τον λόγον της χάριτος αυτού, όστις δύναται να εποικοδομήση και να δώση εις εσάς κληρονομίαν μεταξύ πάντων των ηγιασμένων, Πράξεις Κ32.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΤΟΥ

Πιστεύοντας στην εξιλεωτική θυσία του Χριστού, ο άνθρωπος συμφιλιώνεται με το Θεό. Με βάση απόφαση του Θεού, όπως την έχει δώσει γραπτά μέσα στο Λόγο Του, αυτός ο άνθρωπος δικαιώνεται απ’ το Θεό, θεωρείται αθώος, σα να μην έχει αμαρτήσει ποτέ. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Γραφή, ο Θεός ρίχνει τις αμαρτίες του στα βάθη της θάλασσας, δεν θέλει να τις θυμάται πλέον. Γι’ αυτές τις αμαρτίες έχει πληρώσει ο Χριστός, και αφού ο άνθρωπος τις έχει αναγνωρίσει και καταδικάσει, και έχει δεχθεί την αντικατάσταση που έκανε ο Χριστός γι’ αυτόν, το χρέος έχει εξοφληθεί και γι’ αυτόν.

Αραγε, φθάνει μόνο τούτο για τη σωτηρία του; Η Γραφή μας μιλά για μια μέρα κρίσης, που πρόκειται να έλθει για όλους τους ανθρώπους. Τι θα γίνει μ’ αυτόν τον άνθρωπο τότε; Η Γραφή δίνει την απάντηση: Εάν εχθροί όντες εφιλιώθημεν με τον Θεό δια του θανάτου του Υιού αυτού, πολλώ μάλλον (πολύ περισσότερον σίγουρα) φιλιωθέντες θέλομεν σωθή δια της ζωής αυτού (θα σωθούμε μέσω της ζωής Του, από την οποίαν από τούδε αντλούμε τη δική μας ζωή, και έτσι η ζωή Του, που ήταν απόλυτα συμμορφωμένη με το νόμο, γίνεται ζωή μας) Ρωμαίους Ε10. Και στο Ρωμαίους Α17: Ο δε δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται. Το να «ζήσεις» δεν είναι, απλά, να έλθεις σε ειρήνη με το Θεό μέσω της δικαίωσης, αλλά και το να κατοικείς στο φως της αγιότητας Του, και να ενεργείς σε συνεχή κοινωνία με Αυτόν. Δικαίωση είναι η αφαίρεση του όγκου στην εγχείριση· αλλά θα πρέπει ν’ ακολουθήσει και η ανάρρωση, η επανόρθωση της υγείας, ο αγιασμός. Αγιότητα είναι η αληθινή ζωή.

Δύο Θείες ευλογίες, που ο άνθρωπος τις κάνει δικές του με τη πίστη του, Δικαίωση και Αγιασμός. Και οι δύο μαζί είναι αυτό που ο Λόγος του Θεού ονομάζει «Σωτηρία» για τον άνθρωπο. Ας δούμε τη σειρά τους και τη σχέση τους, γιατί εδώ υπάρχει η μεγάλη σύγχιση.

Η δικαιώση δια πίστεως είναι το μέσον, και ο αγιασμός είναι ο στόχος. Με τη δικαίωση μπαίνεις στο δρόμο, ο αγιασμός είναι ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί για να φθάσεις στη σωτηρία, στη δόξα. Η δικαίωση είναι η εγγραφή άνευ εξετάσεων στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο. Ο αγιασμός είναι η φοίτηση που θα σου φέρει το δίπλωμα. Στόχος είναι το δίπλωμα. Θα γράψει ο Παύλος στους Φιλιππησίους: Ουχί ότι έλαβον ήδη το βραβείον, ή έγεινα ήδη τέλειος· τρέχω όμως κατόπιν, ίσως λάβω αυτό, δια το οποίον και ελήφθην υπό του Ιησού Χριστού. Αδελφοί, εγώ δεν στοχάζομαι εμαυτόν ότι έλαβον αυτό. Αλλ’ εν πράττω, τα μεν οπίσω λησμονών, εις δε τα έμπροσθεν επεκτεινόμενος, τρέχω προς τον σκοπόν δια το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού, Φιλιππησίους Γ12-14.

Να το δούμε και από μια άλλη άποψη: Ο Θεός είναι ο μόνος καλός, η πηγή του καλού. Το δημιούργημα δεν μπορεί να γίνει καλό παρά μόνο στην ένωση του με το Θεό. Για να έχεις νερό πρέπει να ενωθείς με τη πηγή του. Αρα για να αγιασθεί ο άνθρωπος θα πρέπει πρώτα να ενωθεί με το Θεό, να συμφιλιωθεί μαζί Του, να διακηρυχθεί δίκαιος εκ μέρους του Θεού. Θα πρέπει πρώτα να γκρεμισθεί ο τοίχος που χωρίζει τον άνθρωπο απ’ το Θεό, να σηκωθεί η καταδίκη που ήλθε λόγω της αμαρτίας. Σαν γκρεμισθεί ο τοίχος, σαν σηκωθεί η καταδίκη, σαν φύγει η αμαρτία, ο Θεός μπορεί να στείλει το Πνεύμα Του μέσα στον άνθρωπο, και είναι με τη βοήθεια του Πνεύματος που μπορεί ο άνθρωπος να προχωρήσει στο έργο ενός πραγματικού και ελεύθερου εσωτερικού αγιασμού. Γι’ αυτό στο Λευιτικό Κ8 τους λέγει: Εγώ είμαι ο Κύριος, ο αγιάζων υμάς. Δεν μπορεί να έλθει αγιασμός, όσες προσπάθειες και αν καταβάλει ο άνθρωπος, εάν δεν προηγηθεί η δικαίωση. Δεν μπορεί το εκτροχιασμένο τραίνο να φθάσει στο προορισμό του, εάν δεν το επαναφέρεις πρώτα στις τροχιές του. Δεν μπορείς να βάλεις το κάρρο μπροστά απ’ το άλογο. Οσα καλά έργα κι αν κάνεις, αυτά ποτέ δεν μπορούν να καθαρίσουν τη καρδιά. Για παράδειγμα, μπορεί να δώσεις τη μεγαλύτερη προσφορά, αλλά τούτη δεν μπορεί να καθαρίσει το μίσος ή τη ζήλεια μέσα σου. Η φυσιολογική σειρά είναι πάντα αυτή: Πρώτα ανάπαυση στο Θεό μέσω της δικαίωσης, πρώτα η υιοθεσία, μετά η αγιότητα σε κοινωνία μαζί Του. Πρώτα θα πρέπει ο άσωτος να επιστρέψει και να συμφιλιωθεί με το πατέρα, μετά η ανόρθωση του σε κοινωνία με το πατέρα, και με τη βοήθεια του πατέρα. Πρώτα θα πρέπει να κεντρωθεί το άγριο, και μετά να το φροντίσεις ν’ αναπτυχθεί και να φέρει καρπούς που είναι και ο στόχος. Αν το αφήσεις άγριο, όσο προσπάθειες και αν κάνεις να το βελτιώσεις, καρπούς του ποτέ δεν θα γευθείς. Με τη δικαίωση εξαλείφεται η αμαρτία σαν ενοχή. Με τον αγιασμό κατανικάται, στη καθημερινή ζωή, σα δύναμη, σαν αρρώστεια.

Ο αγιασμός, λοιπόν, δεν είναι κάτι το πρόσθετο στη χριστιανική ζωή, δεν είναι μόνο για ορισμένους, δεν είναι απλά μια υποχρέωση που πρέπει να εκτελέσομε. Είναι η αναγκαία συνέχεια της δικαίωσης. Ούτε αγιαζόμαστε από ευγνωμοσύνη στο Θεό ή από φόβο να μη χάσομε τη σωτηρία. Ο κύριος λόγος που ο φοιτητής φοιτά με επιμέλεια, δεν είναι η ευγνωμοσύνη στους γονείς του, ή ο φόβος μη τον διαγράψουν από το Πανεπιστήμιο. Εκεί μπήκε μ’ ένα στόχο, να πάρει το δίπλωμα του.

Στο Α’ Κορ. Α2 μας ορίζει σαν, Ηγιασμένους εν Χριστώ Ιησού. Ο Θεός είναι άγιος, και η εκκλησία Του θα πρέπει να είναι άγια, σαν Αυτόν στον οποίον ανήκει. Αγιοι θέλετε είσθε, διότι άγιος είμαι εγώ ο Κύριος ο Θεός σας, μας λέγει στο Λευιτικό ΙΘ2. Ένα άσχημο σώμα χαλά τη όψη ενός όμορφου κεφαλιού. Αφού θα συγκατοικήσομε αιώνια μαζί, θα πρέπει να έχομε κοινωνία και στην ίδια κατάσταση, να γίνομε όμοιοι. Διαφορετικά δεν ήταν ανάγκη να επιστρέψει ο Ιησούς δια του Πνεύματος μέσα μας, για να μας ετοιμάσει γι’ αυτή την ένωση· δια να σας παραστήσω παρθένον αγνήν εις τον Χριστόν, γράφει ο Παύλος στο Β’ Κορ. ΙΑ2. Απ’ τη στιγμή που έγινε ο αρραβώνας ο στόχος της νύφης ένας, να ετοιμάζεται για το γάμο. Και στο Κολ. Α28: Δια να παραστήσω πάντα άνθρωπο τέλειο εν Χριστώ Ιησού, ο στόχος. Και τα σπόρια στο στάχυ, δεν είναι παρά η επανεμφάνιση, σε ακριβή αντίγραφα, εκείνου του πρώτου σπόρου που σπάρθηκε.

Στο Ρωμαίους Α7 ο Λόγος Του μας χαρακτηρίζει: Κλητοίς αγίοις, καλεσμένοι για να είμαστε άγιοι. Η αγιότητα είναι ο φυσιολογικός χαρακτήρας όλων όσων επικαλούνται το όνομα του Κυρίου. Είναι η ουσία του όρου «πιστός». Εάν ο άνθρωπος δεν προχωρήσει στον αγιασμό, θα τον γυρίσει πίσω η αμαρτία. Στάσιμος δεν μπορεί να μείνει – ποδήλατο που δεν κινείται, πέφτει.

Τα στάδια της ζωής λοιπόν του ανθρώπου σε σχέση με το Θεό: Εχθρα, Δικαίωση, Αγιασμός, Δόξα (η Σωτηρία στη πλήρη της έννοια).

Η Δικαίωση είναι ολοκληρωτικά έργο και δώρο του Θεού. Εδώ ο άνθρωπος το μόνο που έχει να κάνει είναι ν’ απλώσει το χέρι της πίστης και να τη πάρει. Στο Αγιασμό όμως χρειάζεται και η δική του συμμετοχή. Το Αγιο Πνεύμα τον αγιάζει στο μέτρο που Τον υπακούει. Ο Ιησούς Χριστός αγίασε πρώτος Αυτός στο πρόσωπο Του την ανθρώπινη φύση μας, και την έφθασε στη τελειότητα που της είχε ορίσει ο Θεός. Κάνοντας όμως αυτό για χάρη μας, δεν μας απαλλάσσει από το να κάνομε κι εμείς το ίδιο, και να φθάσομε εκεί που έφθασε κι Αυτός. Αντίθετα, αγιάζοντας τον εαυτόν Του, θέλησε να μας ελκύσει οπίσω Του, και να μας παρακινήσει, ακολουθώντας τα δικά Του ίχνη, στο δρόμο που Αυτός άνοιξε, να φθάσομε στο τέρμα, που πρώτος έφθασε Αυτός, με τη βοήθεια πάντα τη δική Του. Η δική μας συμμετοχή, λοιπόν, είναι τόσο απαραίτητη, όσο και η προσφορά του Χριστού. Και η δική μας συμμετοχή είναι η πίστη. Με τη πίστη κάνομε ατομικά δικό μας, εφαρμόζομε στο πρόσωπο μας, αυτό που Εκείνος έκανε για όλο το κόσμο. Μέσα στη πίστη υπονοείται σιωπηρά μια θέση της θέλησης μας: θέλομε να περπατήσομε όπως περπάτησε Αυτός.

Αλλά για να γίνει πράξη τούτη η θέληση στη καθημερινή ζωή, χρειάζεται δύναμη για ν’ ανατρέψει τα εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια που της αντιτίθενται. Αυτή τη δύναμη τη δίνει το Αγιο Πνεύμα, δια του Οποίου, ο Χριστός σταυρωμένος και αναστημένος αναπαράγει τον εαυτόν Του μέσα στο πιστό.

Το έργο του αγιασμού μας, μετά τη δικαίωση, μοιάζει σαν το κατακτητικό αγώνα που είχε να κάνει ο λαός Ισραήλ, να καταλάβει τη γη της υπόσχεσης, μετά την απελευθέρωση του από τη δουλεία της Αιγύπτου. Η γη ήταν ήδη δική τους, τους την είχε δώσει ο Θεός, ο αληθινός ιδιοκτήτης της. Επρέπε όμως αυτοί, με τη βοήθεια του Θεού, να τη καταλάβουν και να εκδιώξουν τους κατοίκους της. Εδώ όμως υπήρξε ένα προβλημα, σαν άρχισαν να εγκαθίστανται, η καλοπέραση, το «βόλεμα» τους έκανε ν’ αδρανήσουν. Διαμαρτυρώταν ο Ιησούς του Ναυή: Έως πότε θέλετε μένει νωθροί εις το να υπάγητε να κυριεύσητε την γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός των πατέρων σας έδωκεν εις εσάς; Ι.τ.Ν. ΙΗ3. Τους ξαναφώναζε με αγωνία: Ο,τι αφήσετε και δεν το καθαρίσετε, τους έλεγε, δεν θα το κάνει ο Θεός για σας. Αλλά αυτό θα μείνει και θα είναι παγίδες και ένεδραι εις εσάς, και μάστιγες εις τας πλευράς σας, και άκανθαι εις τους οφθαλμούς σας, Ι.τ.Ν. ΚΓ13. Θα ξανακατέβει ο παλαιός ο άνθρωπος απ’ το σταυρό, και μαζί του η αμαρτία, και θ’ αρχίσουν να σας σύρει πάλι στον όλεθρο. Το αντίθετο της αγιότητας είναι η ζωή της σάρκας.

Ο,τι μείνει, έστω και λίγο απ’ το παλιό άνθρωπο, δίνει τόπο στην αμαρτία, να διεκδικήσει περισσότερα, ώστε τελικά να τα καταλάβει όλα, να ξαναγίνει αφέντης. Είναι σαν τα σκουλήκια που σκάβοντας συνεχώς, γκρέμισαν το σπίτι και μαζί του τη φωλιά στη καμινάδα του απερίσκεπτου πελαργού, που αδιαφόρησε στις προειδοποιήσεις του μικρού σκουληκιού, που κάποτε του είχε χαρίσει τη ζωή. Η αμαρτία ποτέ δεν πεθαίνει, εμείς πεθαίνομε ως προς την αμαρτία. Η αμαρτία είναι πάντα εκεί, ζητώντας ν’ ανακτήσει το έδαφος που έχασε.

Ο Κύριος συχνά τόνιζε τούτο το βασικό νόμο που διέπει την ηθική ζωή μας: Οποιος έχει θα του δοθεί, και όποιος δεν έχει θα του αφαιρεθεί κι εκείνο που έχει. Το λίγο θα οδηγήσει στο πολύ. Η μικρή αμαρτία, στη μεγαλύτερη. Και κάθε πράξη υπακοής, αυτό είναι η αγιότητα, αμείβεται με καινούργια παρόρμηση, για πιο πολύ υπακοή. Ετσι προχωράμε προς την τελειότητα.

Στο Ι.τ.Ν. Α. μας λέγει ποίο είναι το μυστικό για συνεχείς νίκες στον δύσκολο δρόμο της αγιότητας που έχομε να βαδίσομε· το τόνισε ο Θεός στον Ιησού του Ναυή: Μόνον (τίποτα άλλο) ίσχυε και ανδρίζου σφόδρα, δια να προσέχης να κάμνης κατά πάντα τον νόμον, τον οποίον προσέταξεν εις σε Μωυσής ο θεράπων μου· μη εκκλίνης απ’ αυτού δεξιά ή αριστερά, δια να φέρησαι μετά συνέσεως πανταχού όπου αν υπάγης. Και από το άλλο μέρος, ό,τι σπόρο αν σπείρεις, το αντίστοιχο φυτό θα φυτρώσει. Εάν δεν σπαρθεί σε μια καρδιά ο Λόγος του Θεού, δεν πρόκειται να φυτρώσει καρπός καλός, καρπός αγιότητας. Το είπε ο Παύλος στους πρεσβυτέρους της Μιλήτου και Εφέσου: Και τώρα, αδελφοί, σας αφιερόνω εις τον Θεόν και εις τον λόγον της χάριτος αυτού, όστις δύναται να εποικοδομήσει και να δώση εις εσάς κληρονομίαν μεταξύ πάντων των ηγιασμένων, Πράξεις Κ32.

Εχθρός στο δρόμο του αγιασμού είναι ο παλιός μας ο άνθρωπος, η σάρκα. Θα μας πει στο Α’ Πέτρου Δ1: Ο παθών σαρκί πέπαυται αμαρτίας. Είναι φορές που δεν θέλομε να σταυρώσομε το παλαιό άνθρωπο, του φοράμε πνευματικά ρούχα, και τον κρατάμε. Τον καταλαβαίνεις, γιατί σ’ αυτόν, το ευαγγέλιο, αντί να είναι πηγή χαράς, δύναμης, παρουσιάζεται σα νόμος, βάρος. Ο Κύριος όταν ήταν να συγκρουσθεί με το Διάβολο είπε: Ερχεται ο άρχων του κόσμου, και δεν έχει επάνω μου καμμίαν δύναμη. Δεν είχε κρατήσει τίποτα απ’ τον εαυτόν Του, γι’ αυτό και ο Διάβολος δεν μπορούσε να Τον οδηγήσει σε αμαρτία, ή να σπείρει ανησυχία και φόβο μέσα Του. Δεν φοβάται το κλέπτη όποιος δεν έχει τίποτα.

Και εάν κάποια αμαρτία, κάποιο πάθος επιμένει επάνω μας και δεν ελευθερωνόμαστε, είναι γιατί δεν τη βλέπομε και δεν τη καταδικάζομε όπως ο Θεός, κάποιο παράθυρο δικαιολογίας αφήνομε. Ας μη μας διαφεύγει, ο αγιασμός αφορά όλη μας τη ζωή, σε όλες της τις πτυχές. Αν βάζομε παρενθέσεις και κρατάμε κομμάτια της ζωής μας έξω απ’ τη σφαίρα της αγιότητας, εκεί θα ξαναέλθει η αμαρτία, και σιγά σιγά θ’ ανακτήσει όλο το έδαφος που έχει χάσει.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΜΑΣ

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ

Το έργο του Ιησού Χριστού έχει σαν σκοπό να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον Θεό, να απομακρύνει την έχθρα που έφερε η αμαρτία, και να τον βοηθήσει να φτάσει στον στόχο που του είχε τάξει ο Θεός σαν τον δημιούργησε.

Γιά να επιτελέσει τούτο το έργο έκανε δύο πράγματα:

α) «Αγίασε τον εαυτόν του γιά χάρη μας«. Ζώντας ανάμεσα μας, στις ίδιες συνθήκες μ’ εμάς, ακριβώς σαν ένας από μας, πραγματοποίησε στον εαυτόν Του το ιδεώδες της ανθρώπινης ζωής. Έφθασε την ανθρώπινη φύση στην τελειότητα στην οποία την προόριζε ο Θεός, σαν την δημιούργησε. Την ύψωσε στο σημείο ώστε να μπορεί να γίνει όργανο και φορέας της Θείας ζωής, έτσι που να πραγματοποιηθεί η προφητεία που μοχθηρά έκανε ο Διάβολος τότε στην Εδέμ, «θέλετε είσθαι ως θεοί», Γένεση Γ5. Έφτασε Αυτός εκεί, που δεν μπόρεσε να φτάσει ο Αδάμ.

β) «Σταυρώθηκε γιά μας», επανορθώνοντας την προσβολή που η ανθρωπότητα είχε κάνει στο Θεό.

Πρώτα μας εξασφάλισε την άγια ζωή στο πρόσωπο Του, μετά άνοιξε τη φυλακή μας. Γιατί, όπως προαναφέρθηκε, τι τι όφελος να βγάλεις τον κλέφτη απ” τη φυλακή, αν δεν του εξασφαλίσεις και μιά τέτοια ζωή που να εγγυάται ότι δεν θα ξαναγυρίσει στις παλιές του συνήθειες.

Ο άνθρωπος που δέχεται τούτο το διπλό έργο, λογαριάζεται απ” τον Θεό σαν να το έχει πραγματοποιήσει ο ίδιος στον εαυτόν του. Στον Θεό αρκεί η αναγνώριση, η αποδοχή τούτου του έργου, γιατί μέσα σε τούτη την αναγνώριση διακρίνει την επιθυμία της καρδιάς γιά αγιότητα, μιά επιθυμία που στην συνέχεια θα βοηθήσει τον άνθρωπο να την κάνει πράξη, με το Άγιο Πνεύμα που θα του στείλει.

Έτσι λοιπόν ο Ιησούς Χριστός, κατά το πέρασμα Του στην γη, έφερε πρώτα εις πέρας την ηθική εξέλιξη της καινούργιας ανθρωπότητας, αυτής που άρχισε με Αυτόν σαν Γενάρχη, και στην συνέχεια ανέσυρε από την καταδίκη την ανθρωπότητα που είχε ξεπέσει. Όλη Του η ζωή εξυπηρέτησε τούτα τα δύο έργα.

Το πρώτο κομμάτι του έργου Του ξεκίνησε με την θαυματουργική Του γέννηση. Με τούτη την γέννηση αρχίζει ξανά, από το πρώτο βήμα, η πορεία γιά την οποία είναι προορισμένος ο άνθρωπος, από την αθωότητα να φθάσει στην τελειότητα, στην αγιότητα, να ζει, δηλαδή, απόλυτα για το θείο θέλημα, για το καλό, που είναι η ουσία του Θεού («Άγιοι γίνεσθε, γιατί εγώ είμαι άγιος«). Μετά ήρθε το βάπτισμα Του, με το οποίο περνά από την φυσική, την ψυχική ζωή, στην πνευματική ζωή. Το Πνεύμα ήρθε και κατοίκησε μέσα Του σ” όλη Του την πληρότητα. Η μεταμόρφωση Του, στην συνέχεια, ήταν το επισφράγισμα της προσωπικής Του τελειότητας. Τέλος ήρθε η ανάληψη Του, η είσοδος Του στην δόξα. Εδώ ολοκληρώνεται η πραγματοποίηση του ενδόξου προορισμού της ανθρωπότητας. Εδώ Αυτός εισήλθε σαν πρόδρομος, σαν πρώτος να προετοιμάσει τον δρόμο, γιά όλους εκείνους που θα Τον ακολουθήσουν έως το τέλος.

Πριν την ανάληψη Του έχουμε τον θάνατο Του και την ανάσταση Του. Με το θάνατο Του έγινε η επανόρθωση που όφειλε η αμαρτωλή ανθρωπότητα απέναντι στην δικαιοσύνη του Θεού. Με την ανάσταση Του ο Θεός βεβαίωσε ότι έκανε αποδεκτό το έργο Του, προσφέροντας την άφεση σε όσους θα το δεχόταν προσωπικά με πίστη.

Ιησούς, λοιπόν, ο τελειωτής της Δημιουργίας, και επανορθωτής της πτώσης. “Οποιος με τη πίστη του Τον δέχεται με τον διπλό τούτο τίτλο, γίνεται πάραυτα στα μάτια του Θεού ό,τι είναι Αυτός ο Ίδιος ο Ιησούς. Γιατί σαν ενωθεί ο άνθρωπος με τον Ιησού, γίνεται, μέσω Αυτού, ό,τι ο Ιησούς υπήρξε γιά τον άνθρωπο.

Ο Κύριος, στην τελευταία προσευχή γιά τους δικούς Του, λέγει στον Πατέρα: «Γιά να είναι η αγάπη με την οποίαν με αγάπησες εις αυτούς, και εγώ εις αυτούς» (Ιωάννης ΙΖ26). Δηλαδή: «Θα μπορείς να τους αγαπάς Πατέρα όπως εμένα, γιατί στο πρόσωπο τους, θα είμαι εγώ εκείνος που θ” αγαπάς. Δεν θ” αναγκασθεί η αγάπη σου να προσκολληθεί σε κάτι ακάθαρτο». Είναι όπως αγαπάς την μέλλουσα νύφη σου, γιατί στο πρόσωπο της βλέπεις την προέκταση του γυιού σου, που τώρα είναι άνδρας της.

Με τη ζωή Του ο Ιησούς Χριστός ανάμεσα μας διεκήρυξε την αμαρτία σαν κάτι κακό, αφύσικο γιά την ανθρώπινη ζωή. Με το θάνατο Του την κατέκρινε, δείχνοντας φανερά σε όλους την τιμωρία που της αξίζει.

Ο Ιησούς Χριστός έγινε «προσφορά και θυσία εις οσμήν ευωδίας» (Εφ. Ε2). Ποτέ άλλοτε πράξη που επιτελέσθηκε πάνω στην γη δεν υπήρξε πιό ευάρεστη στον Θεό από τούτη τη θυσία, που ο Κύριος δέχθηκε να την αναλάβει από απόλυτα καθαρή αγάπη γιά τους ανθρώπους, και από απόλυτα βαθύ σεβασμό για την Θεία αγιότητα.

Ταυτίζοντας εκούσια τον εαυτόν Του με την αμαρτία της ανθρωπότητας, εξάντλησε επάνω Του την κατάρα που την βάραινε. Η Θεία Δικαιοσύνη αποκαταστάθηκε στη δική Του θυσία, και δεν απαιτεί πλέον εκατόμβες θυμάτων, ποταμούς αίματος. Ο ένας αντικατέστησε τους πολλούς.

Λέγει στο Κολοσσαείς Β10: «Είμεθα κατά πάντα πλήρεις εν Αυτώ«. Ο Ιησούς Χριστός είναι η πληρότητα της σωτηρίας μας γιατί: α) Έγινε ο αντικαταστάτης μας εμπρός στον Θεό σαν η «δικαιοσύνη» μας. β) Είναι ο αντικαταστάτης μέσα στον ίδιο τον εαυτόν μας σαν ο «αγιασμός» μας.

Και τα δύο τούτα έργα είναι χάρη, δωρεά του Θεού σε μας. Φθάνει εμείς, απλά, να τα πιστέψουμε, ν” απλώσουμε, δηλαδή, το χέρι, και να πάρωμε τα δώρα.

Έτσι ουσιαστικά το όλο της σωτηρίας μας είναι η ένωση μας διά πίστεως με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ή γιά να το πούμε διαφορετικά, η ενσάρκωση του Ιησού Χριστού μέσα μας.

Εδώ γίνεται ένα βασικό λάθος από ένα μεγάλο μέρος της Χριστιανωσύνης. Τούτη την ενσάρκωση, την κατοίκηση του Χριστού μέσα στον άνθρωπο την κάνουν να εξαρτάται, μ” έναν χονδροκομμένο τρόπο, από εξωτερικές τελετές, από υλικά στοιχεία, όπως το βάπτισμα που έχει την δύναμη του στο αγιασμένο νερό («Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύθητε»), ή την Θεία ευχαριστία, που διά μετουσιώσεως των στοιχείων, φέρει τον Χριστό μέσα μας.

Αρχικά όλες τούτες οι πράξεις θεσπίσθηκαν σαν σύμβολα. Στην συνέχεια όμως μεταμορφώθηκαν σε τελετουργικές πράξεις, που εξαναγκάζουν τον Θεό να δώσει την ευλογία που συμβολίζουν, κάτι σαν αμοιβή σ” αυτόν που συμμετέχει στην πράξη. Ετσι προέκυψε και η αναγκαιότητα ενός ειδικού ιερατείου που «αγιαζει» τα υλικά μέσα.

Μεταμορφώνοντας όμως τούτες τις πράξεις σε αναγκαίους όρους γιά να πάρει ο άνθρωπος την ευλογία, ήλθε σαν αποτέλεσμα να αποκλεισθεί το αληθινό μέσο, το μόνο μέσο, η πίστη στο έργο του Χριστού, στο έργο Του γιά μας, και στο έργο Του μέσα σε μας. Είναι μόνο με απλή πίστη που ο άνθρωπος παίρνει, και κάνει δικά του, ό,τι έκανε ο Χριστός γι” αυτόν. Παίρνει την δικαίωση, αλλά και τον αγιασμό, που Αυτός ολοκλήρωσε για μας.

Άλλοι κάνουν ένα διαφορετικό λάθος. Δέχονται την πίστη σαν την βάση γιά τη δικαίωση του ανθρώπου, αλλά με τον όρο αυτή να κατέχει ορισμένες ιδιότητες. Λένε ότι για να έχει την δύναμη η πίστη να δικαιώνει, χρειάζεται να έχει φλόγα, να έχει αγάπη, που ξέρουμε πως έρχεται μόνο σαν καρπός της. Έτσι καταφέρνουν κι αυτοί να απομακρύνουν την απλή πίστη, και να βάλουν πάλι τα έργα, την ανθρώπινη προσπάθεια, κάνοντας ουσιαστικά την δικαίωση να έρχεται σαν αμοιβή π.χ. στην φλόγα της πίστης.

Αλλά όμως και εδώ, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, οι ειλικρινείς ψυχές που ακολουθούν αυτό το δρόμο, δεν έχουν ποτέ τους πλήρη βεβαιότητα σωτηρίας. Γιατί όση φλόγα, όση ζέση κι αν έχει η πίστη τους, συγκρινόμενη με το ιδεώδες, είναι πάντα χλιαρότης, και όσους καρπούς και αν παράγει, είναι πάντοτε φτώχεια εν σχέσει με το τι θα μπορούσε, και τι θα έπρεπε να παράγει.

Ποτέ λοιπόν δεν κατορθώνουν κι αυτοί να φθάσουν την υψίστη θέση που μας ανήκει πραγματικά εν Χριστώ, πλήρως δικαιωμένοι και άγιοι. Τούτη την θέση μπορεί να την εξασφαλίσει μόνον η πίστη, όχι λόγω της έντασης της φλόγας της, ή της αφθονίας των καρπών της, αλλά αποκλειστικά και μόνο λόγω του αντικειμένου της, που είναι ο Ιησούς Χριστός και το έργο Του για μας.

Με αυτούς τους τελευταίους συμβαίνει συχνά και το εξής: Είναι στιγμές που μεταφέρονται στο ύψος εκείνο, π.χ. κατά την ιερουργία του μυστηρίου. Ευθύς όμως ως η ευλογημένη αυτή στιγμή παρέλθει, η ανθρώπινη αδυναμία γίνεται πάλιν αισθητή, και ξαναπέφτουν σε αγωνία, και καταντούν να αναμένουν νέα ιερατική άφεση γιά να υψωθούν ξανά στο κορύφωμα της δικαίωσης, αλλά κατά τρόπο τόσο λίγο σταθερό, τόσο λίγο μόνιμο. Θλιβερό σύστημα, που τον μόνον που εξυπηρετεί είναι ο ιερέας, κάνοντας την μεσολάβηση του σταθερά αναγκαία. Όσο για τον χριστιανό, αυτός μένει σε κατάσταση μόνιμης νηπιότητας.

Η θέση μας «εν Χριστώ» που η απλή, η γυμνή πίστη μας εξασφαλίζει, είναι αυτή που διαβάζουμε στο Εφεσίους Β1-10, «σεσωσμένοι», «συναναστημένοι» με το Χριστό.

Είναι ιστορικά γεγονότα που καλούμεθα να πιστέψωμε, δηλαδή, να πούμε, «ναι, έτσι είναι, το πιστεύω – αδιάφορα τι νοιώθω – γιατί ο Λόγος του Θεού, που μου τα λέγει, είναι αξιόπιστος», και να κτίσομε τελείως εκ νέου την ζωή μας πάνω σ” αυτή τη βάση. Είμαι βασιλιάς και ιερέας εν Χριστώ, άρα θα πάψω να φέρουμε σαν δούλος ή ζητιάνος.

Μελετήσαμε το έργο του Χριστού «γιά μας» και «μέσα σε μας», στο τμήμα του που ολοκληρώθηκε μιά για πάντα, καθώς και σ” εκείνο που βρίσκεται τώρα στο δρόμο για την ολοκλήρωση του. Κλείνοντας τη μελέτη μας, ας ρίξομε μιά ματιά, γιά να το δούμε συνολικά, στις μελλοντικές του προεκτάσεις, και στην αιώνια του στέψη.

Τούτο το έργο, αν το πάρεις στην γενικότητα του, είναι η διπλή νίκη ενάντια στους δύο μεγάλους εχθρούς της ανθρωπότητας, την αμαρτία και το θάνατο.

Στην ιστορία μας έχουν φανεί άνδρες που θυσιάστηκαν γιά κάποιο ιδανικό, γιά κάποια ιδέα. Είναι πολλοί, γιά παράδειγμα, που έκαναν την τιμή της οικογένειας τους, ή την απελευθέρωση και την δόξα της πατρίδας τους, σκοπό της ζωής τους.

Κάποτε φανερώθηκε ανάμεσα μας κάποιος, που συνέλαβε έναν υπέρτερο ακόμα σκοπό. Τούτος είδε όλη την ανθρωπότητα σαν ένα ενιαίο σύνολο, και τούτο μάλιστα στην εποχή που η έννοια του ανθρωπίνου γένους και της ενότητας του, μόλις άρχισε ν” ανατέλλει στα πλέον ανεπτυγμένα πνεύματα. Ήταν μιά εποχή που όλη τούτη η μάζα, που καλείται ανθρωπότης, ήταν διηρημένη σε λαούς εχθρούς τον έναν προς τον άλλον. Μιά μάζα ολοκληρωτικά αποσυνθεμένη λόγω του εγωισμού των ατόμων.

Τούτος άνοιξε την αγκαλιά του, και έκλεισε μέσα ολόκληρη την ανθρωπότητα, σαν δικό του λαό για να τον ανορθώσει, σαν δική του οικογένεια για να τη σώσει.

Στάθηκε και αντίκρυσε κατά πρόσωπο τους δύο τυράννους που την καταδυνάστευαν. Δύο τύραννοι που φαινόταν πως η κυριαρχία τους επάνω της αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ζωής της. Στάθηκε και αντίκρυσε την αμαρτία και τον θάνατο. Ήταν μόνον αυτός που τόλμησε να φωνάξει: «Τούτο το αμαρτωλό και θνητό ον, δεν είναι ο άνθρωπος όπως ο Θεός τον θέλησε, και τον θέλει να είναι. Ο Θεός βασιλεύει. Ας εξαφανισθεί η αμαρτία, και ας την ακολουθήσει και ο θάνατος. Ας αναλάμψει πάνω σε τούτη την γη, που ο Θεός εδημιούργησε για να αποκαλύψει την δόξα Του, η αγιότητα και η αφθαρσία, τούτα τα δύο χαρακτηριστικά του Θείου έργου».

Και τούτη την μεγάλη ιδέα την υιοθέτησε, την καλλιέργησε. Το έργο τούτο το έκαμε έργο ζωής Του, και δεν οπισθοδρόμησε καθόλου εμπρός στο φαινομενικά αδύνατο της εκτέλεσης του. Ταυτόχρονα ο ουρανός από επάνω ήταν μαζί του.

Γιά να εκτελέσει τούτο το έργο, δεν ξεκίνησε κάνοντας κάποιο μεγάλο σχέδιο μεταρύθμισης. Ξεκίνησε απ” τον εαυτόν του. Πραγματοποίησε το αγαθό μέσα στην ταπεινή σφαίρα της προσωπικής του ύπαρξης. Εκεί πάλεψε με τον πρώτο εχθρό, την αμαρτία, και τη νίκησε. Αρνήθηκε σ” αυτή και την ελαχίστη πρόσκαιρη διαμονή στην καρδιά του, και στην ζωή του. Έκαμε το άγιο θέλημα του Θεού απόλυτον κύριο της ζωής του. Αφού πέτυχε την πρώτη εκείνη νίκη, βρέθηκε τώρα αντιμέτωπος με τον δεύτερο εχθρό, τον θάνατο.

Τούτος ο εχθρός φαινόταν ακόμα πιό ανίκητος, γιατί ο θάνατος δεν είναι, όπως η αμαρτία, μιά ελεύθερη απόφαση της ανθρώπινης θέλησης, (εάν θέλεις την κάνεις, εάν δεν θέλεις δεν την κάνεις). Ο θάνατος είναι νόμος, που φαίνεται ότι κυριαρχεί μοιραία πάνω στην ανθρωπότητα, και περισφίγγει στο κρύο αγκάλιασμα του και αυτή ακόμα την φύση.

Στάθηκε με θάρρος και αντίκρυσε κατά πρόσωπο τούτον τον καταχθόνιο τύραννο, και στο φως του Θεού τι είδε; Είδε ότι ο θάνατος που επεβλήθη στον άνθρωπο είναι, απλά, αποτέλεσμα καταδίκης, δεν είναι αναπόσπαστο μέρος της φύσης του, οπότε, αν η καταδίκη ανακληθεί, ο θρόνος του θανάτου θα καταπέσει από μόνος του. Την πόρτα της φυλακής δεν είναι τα βαρειά σίδηρα που την κρατάνε κλειστή, αλλά, άλλα, ήθικά αίτια. Σαν εκτιθεί η ποινή, τούτη ανοίγει πλέον από μόνη της.

Τούτη την καταδίκη την είχε προκαλέσει η αμαρτία, και την είχε αναγγείλει ο νόμος. Στάθηκε σε τούτα τα δύο.

Την πρώτη, την αμαρτία, την είχε ήδη νικήσει μέσα Του, απέμενε να μεταφέρει τούτη την νίκη και στην ανθρωπότητα. Ήδη είχε ανάψει πάνω στην γη, γύρω από το πρόσωπο Του, μιά εστία απόλυτης αγιότητας, και γύρω απ” αυτή την ουράνια φωτιά άρχισαν να μαζεύονται όλοι όσοι ζητούν το φως, και θέλουν την αλήθεια (Λουκάς ΙΒ49, Ιωάννης Γ21).

Έμενε ο νόμος. Ο νόμος όμως δεν είναι το ίδιο με την αμαρτία. Είναι Θείο θέσπισμα, και δεν μπορείς να τον καταστρέψεις όπως την αμαρτία, δεν μπορείς να τον ακυρώσεις. Εκείνο που μπορούσε να κάνει με τον νόμο ήταν να τον αφοπλίσει, να μην είναι εναντίον μας. Και το κατόρθωσε ικανοποιώντας όλες τις δίκαιες απαιτήσεις του. Σε όλη του την ζωή αυτός ο άνδρας πρόσφερε την τέλεια υπακοή που απαιτούσε ο νόμος. Πρόσφερε επίσης σ” αυτόν, με τον θάνατο του, την επανόρθωση που απαιτούσαν οι παραβάσεις μας.

Με τον τρόπο αυτό κέρδισε με το μέρος του την δικαιοσύνη του Θεού, που έως τότε ήταν ενάντια μας. Και καθώς ο Θεός είχε απαγγείλει πάνω στους ενόχους καταδίκη προς θάνατο, ο Ιησούς Τον έφερε σε μιά τέτοια θέση, ώστε να εξαγγείλει στους πιστούς αθώωση, δικαίωση προς ζωήν.

Αφού τώρα η αμαρτία νικήθηκε, και ο νόμος ικανοποιήθηκε, τα δύο θεμέλια του κράτους του θανάτου υπονομεύτηκαν, και ο θρόνος του κατέρευσε.

Στην ανάσταση του Χριστού απάστραψε γιά πρώτη φορά η νίκη, που πριν λίγο είχε κερδηθεί ενάντια στο θάνατο. Και η πρώτη αυτή λεία που αποσπάστηκε απ” αυτόν τον τύραννο, είναι η εγγύηση της μελλοντικής απελευθέρωσης και ανάστασης όλης της ανθρωπότητας που δικαιώθηκε. Η Εκκλησία θα είναι ο μεγαλοπρεπής θερισμός, απαρχή του οποίου υπήρξε ο αναστημένος Ιησούς. Η πλέρια αφθαρσία, ηθική και φυσική, θα στεφανώσει το έργο, που η ηρωική αγάπη του Χριστού ολοκλήρωσε. Θα μας πει στο Α” Κορ. ΙΕ21, 55-57: «Διότι επειδή διά μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, διά μέσου ανθρώπου ήλθε και η ανάσταση των νεκρών…Ω θάνατε! Που είναι το κεντρί σου; Ω Άδη, που ναι σου η νίκη;…Το κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία. Η δύναμις της αμαρτίας είναι ο νόμος…Ευχαριστούμε τον Θεό, που μας δίνει την νίκη διά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» .

Δεν είναι λοιπόν να εκλησσόμεθα που, μετά από ένα τέτοιο έργο, δεν παύει μέχρι σήμερα τούτο το πρόσωπο να συγκεντρώνει γύρω απ” τον εαυτόν του όλους τους δούλους της αμαρτίας και του θανάτου, όλους εκείνους που νοιώθουν το βάρος απ” τις αλυσσίδες τους, και, που σαν τον Παύλο, κραυγάζουν: «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! Ποιός θα με ελευθερώση από το σώμα τούτο το καταδικασμένον εις θάνατον;»

Δεν είναι να εκπλησσόμεθα που ο Ιησούς Χριστός κατόρθωσε να κάνει κάθε ανθρώπινη ψυχή παράρτημα της δικής Του. Ο Ιησούς γίνεται αναγκαίος στην ανθρώπινη ψυχή, γιατί σ” Αυτόν μόνον η ανθρώπινη ψυχή βρίσκει την αναγκαία βοήθεια γιά να πραγματοποιήσει τον ύψιστο προορισμό της.

Στο πρόσωπο Του αγίασε την ανθρώπινη ζωή, και την ανύψωσε στην Θεία κατάσταση, εκεί ακριβώς που προοριζόταν, αληθινή εικόνα του Θεού. Την ύψωσε στην κατάσταση που κατείχε Αυτός ο Ίδιος πριν γίνει άνθρωπος. Τούτο το έργο, που το ολοκλήρωσε μιά για πάντα μέσα Του, το αναπαράγει τώρα διά του Πνεύματος Του σ” όλους τους πιστούς, αφού το έκανε δυνατό γι” αυτούς μέσω του εξιλασμού και της συγνώμης, που πέτυχε για μας. Τι είναι τα σπόρια στο στάχυ παρά η επανεμφάνιση εκείνου του πρώτου σπόρου, που σπάρθηκε, που θάφτηκε, μυστηριωδώς πολλαπλασιασμένου. Αυτά τα σπόρια είμαστε εμείς.

Αυτό είναι το νόημα του έργου Του. Αυτό έκανε ο Ιησούς γιά μας. Από τότε και μετά μένει στον άνθρωπο να πάρει θέση. Και οι θέσεις είναι δύο, αυτές του ληστή απ” τα αριστερά τότε στη σταύρωση, και του ληστή απ” τα δεξιά.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις γύρω από το πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού, ποιός πραγματικά ήταν, τι ήλθε να κάνει.

Αν κάποιος θα ήθελε να ερευνήσει το θέμα με ειλικρίνεια και σοβαρότητα, το πρώτο που έπρεπε να κάνει θα ήταν, ν’ ανατρέξει να βρει πως ο Ίδιος ο Ιησούς προσδιόρισε τον εαυτόν Του και το έργο Του. Έτσι:

Στον Πιλάτο, σε σχετική του ερώτηση, του απάντησε: «Εγώ δια τούτο εγεννήθην, και δια τούτο ήλθον εις τον κόσμον, δια να μαρτυρήσω εις την αλήθειαν», Ιωάννης ΙΗ37.

Στον Νικόδημο: «Έτσι αγάπησε ο Θεός τον κόσμο ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή, δια να μην απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον».

Στους Φαρισαίους και τον κόσμο που ήταν γύρω τους, μετά την θεραπεία του εκ γενετής τυφλού: «Εγώ δια κρίσιν ήλθον εις τον κόσμον τούτον, δια να βλέπωσιν οι μη βλέποντες, και να γείνωσι τυφλοί οι βλέποντες», Ιωάννης Θ39.

Σ’ αυτό το κομμάτι του έργου Του ας σταθούμε, στο έργο Του της κρίσης. Προφητεύει γι’ αυτό ο Ησαϊας, το διαβάζομε όπως το μετέφερε ο Ματθαίος στο ΙΒ18-20: Ιδού ο δούλος μου, τον οποίον έκλεξα, ο αγαπητός μου εις τον οποίον η ψυχή μου ευηρεστήθη· θέλω θέσει το Πνεύμα μου επ’ αυτόν, και θέλει εξαγγείλει κρίσιν εις τα έθνη· δεν θέλει αντιλογήσει, ουδέ κραυγάσει· ουδέ θέλει ακούσει τις την φωνήν αυτού εν ταις πλατείαις· κάλαμον συντετριμμένον δεν θέλει θλάσει, και λινάριον καπνίζον δεν θέλει σβέσει, εωσού εκφέρη εις νίκην την κρίσ.

Ήταν κάποτε που ήλθε σε έντονο διαπληκτισμό με τους Ιουδαίους, που ζητούσαν να Τον θανατώσουν, μετά την θεραπεία του παραλυτικού στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά· και ήταν εκεί που τους επεσήμανε τούτο: «Επειδή ουδέ κρίνει ο Πατήρ ουδένα, αλλ’ εις τον Υιόν έδωκε πάσαν την κρίσιν…Διότι καθώς ο Πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε εις τον Υιόν να έχει ζωήν εν εαυτώ· και εξουσίαν έδωκεν εις αυτόν να κάμνη κρίσιν, διότι είναι Υιός ανθρώπου», Ιωάννης Ε22,26,27.

Ο Πατέρας Του έδωσε όλη τη κρίση επειδή ακριβώς είναι «Υιός ανθρώπου», άνθρωπος, ένας απ’ το γένος μας. Τούτο θα το καταλάβομε εάν συλλογισθούμε πάνω στην βαθύτερη ουσία της αμαρτίας. Η αμαρτία, η κάθε μας αμαρτία, είναι, πρώτα απ’ όλα, και πάνω απ’ όλα προσβολή του προσώπου του Θεού, βλασφημία της αγιότητας Του στα μάτια όλου του Σύμπαντος. Αυτό κάνομε όταν, για παράδειγμα, λέμε ψέμματα, αρνούμεθα τον Θεό που είναι η αλήθεια· όταν αδικούμε, περιφρονούμε τον Θεό, που είναι η δικαιοσύνη. Όταν παραβαίνομε τον νόμο Του, «ατιμάζεις τον Θεό δια της παραβάσεως του νόμου», Ρωμαίους Β23· είναι σαν να Του λέμε, “Δεν σε υπολογίζω, μπορώ να ζήσω χωρίς Εσένα, και παρά την θέληση Σου”. Είναι λοιπόν η αμαρτία μας, πρώτα απ’ όλα, προσβολή, απόρριψη, άρνηση του Θεού.

Και όταν σε προσβάλλει κάποιος, εκείνο που περιμένεις είναι να έλθει ο ίδιος να σου ζητήσει συγνώμη, και ν’ αποκαταστήσει την προσβολή· γείτονας ή φίλος δεν μπορεί να το κάνει. Εάν σε προσβάλλει μια οικογένεια, θα πρέπει κάποιος από τα μέλη της να τακτοποιήσει την προσβολή, και αυτός να κρίνει και να καταδικάσει όσους δεν συμμετέχουν σ’ αυτή την αποκατάσταση, και επιμένουν στην προσβολή. Εάν έχεις, βέβαια, την δύναμη θα μπορούσες να το επιβάλλεις, αλλά αυτό δεν έχει καμμία ηθική αξία, θα το κάνουν γιατί τους αναγκάζεις, όχι γιατί πραγματικά το συναισθάνθηκαν, και το θέλουν οι ίδιοι.

Η ανθρώπινη οικογένεια προσέβαλλε και προσβάλλει τον Θεό· μόνο ένα μέλος της λοιπόν μπορεί να αποκαταστήσει την προσβολή, ζητώντας συγνώμη, και πληρώνοντας το τίμημα γι’ αυτούς που το αναγνωρίζουν και το δέχονται, και απ’ το άλλο μέρος, κρίνοντας και καταδικάζοντας όσους από την οικογένεια δεν το δέχονται. Παράδειγμα, η Αβιγαία, η γυναίκα του Νάβαλ, που προσέβαλε τον Δαβίδ, Α’ Σαμουήλ ΚΕ. Ηταν αυτή που εξιλέωσε το πρόσωπο του Δαβίδ, ζητώντας, απ’ την μια μεριά συγνώμη, και από την άλλη κρίνοντας και καταδικάζοντας τον άνδρα της.

Αυτό ήταν το έργο του Ιησού Χριστού, να σηκώσει την αμαρτία, την προσβολή για λογαριασμό μας. Γι’ αυτό έγινε μέλος της ανθρώπινης οικογένειας, και γι’ αυτό ο Θεός Του έδωσε όλη τη κρίση, επειδή ακριβώς είναι «Υιός ανθρώπου». Η ίδια η οικογένεια θα πρέπει να κρίνει και να καταδικάσει όσους θέλουν να επιμείνουν σε τούτη την ανταρσία ενάντια στον Δημιουργό τους.

Το έργο Του, τώρα, της κρίσης, κατεβαίνοντας στο χρόνο:

Α) Μετά την δεύτερη ανάσταση, τότε που θα σηκωθεί όλο το ανθρώπινο γένος, εμπρός Του θα σταθεί, και Αυτός θα τους κρίνει, «και θέλει χωρίσει αυτούς απ’ αλλήλων, καθώς ο ποιμήν χωρίζει τα πρόβατα από των εριφίων», λέγει ο Ιδιος στο Ματθαίος ΚΕ32.

Β) Στην Χιλιετή Του Βασιλεία: «Αυτός θέλει κρίνει την οικουμένην εν δικαιοσύνη· θέλει κρίνει τους λαούς εν ευθύτητι», ΨΘ7. Θα βασιλεύει κρίνοντας, λύνοντας, δηλαδή, τις διαφορές τους.

Γ) Λίγο πιο πριν θα έχει καθαρίσει την γη από την κακία και ασέβεια: «Εν πυρί Κυρίου και εν τη μαχαίρα αυτού θέλει κριθεί πάσα σαρξ», Ησαϊας ΞΣΤ. Είναι τα φοβερά γεγονότα που θ’ ακολουθήσουν την ορατή παρουσία Του στην γη, την Β’ Παρουσία, όπως την λέμε.

Δ) Πριν κατέβει, και μετά την αρπαγή της Εκκλησίας Του, θα έχει κάνει την κρίση των δικών Του στον ουρανό, τότε που θα τους δώσει τα στεφάνια τους: «Πάντες ημείς θέλομεν παρασταθή εις το βήμα του Χριστού», Ρωμαίους ΙΔ10.

Ε) Με την αρπαγή της Εκκλησίας Του θα κάνει κρίση πρώτα στον οίκο του Θεού, όπως το αναφέρει ο Πέτρος στο Α’ Πέτρου Δ17.

ΣΤ) Από τότε που ήλθε στη γη, την πρώτη φορά, και συνεχίζοντας στις ημέρες μας, κάνει ένα άλλο είδος κρίσης: «Εγώ δια κρίσιν ήλθον εις τον κόσμον τούτον, δια να βλέπωσιν οι μη βλέποντες, και να γείνωσι τυφλοί οι βλέποντες». Είναι μια πρώτη, εσωτερική κρίση, που κάνει αυτό το Πρόσωπο σε κάθε άνθρωπο.

Σε τούτη τη τελευταία, την εσωτερική κρίση να σταθούμε.

Όταν ο Ιωσήφ και η Μαρία πήγαν με το νεογέννητο στο Ναό, να προσφέρουν τα του καθαρισμού, εκεί τους υποδέχθηκε ο Συμεών, ήταν το Πνεύμα που τον οδήγησε σε συνάντηση τους. Σαν τους είδε, πήρε το βρέφος στην αγκαλιά του, και μεταξύ των άλλων, είπε και τούτη την προφητεία για το έργο του: «Αυτός είναι προωρισμένος δια την πτώσιν και την ανύψωσιν πολλών μεταξύ του Ισραήλ, και ως σημείο δια το οποίον θα υπάρχει αντιλογία, δια να φανερωθούν οι σκέψεις πολλών καρδιών…», Λουκάς Β.

Ο Πέτρος, στην πρώτη του επιστολή, στο Β4-7 θα πει: «Εις τον οποίον (Ιησούν Χριστό) προσερχόμενοι, ως εις λίθον ζώντα, υπό μεν των ανθρώπων αποδεδοκιμασμένον, παρά δε τω Θεώ εκλεκτόν, έντιμον, και σεις, ως λίθοι ζώντες, οικοδομείσθε, οίκος πνευματικός…Δια τούτο περιέχεται εν τη γραφή, «Ιδού, θέτω εν Σιών λίθον ακρογωνιαίον, εκλεκτόν, έντιμον· και ο πιστεύων επ’ αυτόν δεν θέλει καταισχυνθή.» Εις εσάς λοιπόν τους πιστεύοντας είναι η τιμή· εις δε τους απειθούντας, «ο λίθος τον οποίον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος έγεινε κεφαλή γωνίας», και «λίθος προσκόμματος, και πέτρα σκανδάλου», λόγια παρμένα από το Ησαϊας Η14, και από τον Ψαλμό ΡΙΗ22,23.

Στο Α’ Κορινθίους Α23,24 θα γράψει ο Παύλος: «Ημείς δε κηρύττομεν Χριστόν εσταυρωμένον, εις μεν τους Ιουδαίους σκάνδαλον, εις δε τους Έλληνας μωρίαν· εις αυτούς όμως τους προσκεκλημένους, Ιουδαίους τε και Έλληνας, Χριστόν, Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν».

Στον Ησαία Η14 λέγει : «Και θέλει είσθαι δια αγιαστήριον, θέλει είσθαι όμως δια πέτραν προσκόμματος και δια βράχον πτώσεως εις τους δύο οίκους του Ισραήλ, δια παγίδα και δια βρόχια εις τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ. Και πολλοί θέλουσι προσκόψει επ’ αυτά και πέσει και συντριφθή, και παγιδευθή, και πιασθή». Δηλαδή τούτο το πρόσωπο, σύμφωνα με το Θείο σχέδιο, στάθηκε σαν πέτρα στην μέση, στον δρόμο της ανθρωπότητας. Καθώς προχωρούν οι άνθρωποι στην πορεία της ζωής τους, μερικοί θα Τον δουν· είναι όσοι κυττούν κάτω, οι ταπεινοί. Γι’ αυτούς θα γίνει καταφύγιο· θα γίνει πέτρα που θ’ ανέβουν επάνω, θα υψωθούν, θ’ αγιασθούν. Παράδειγμα, μερικοί ηθικά ξεπεσμένοι τελώνες, ο ληστής, τόσοι από μας, αυτό το Πρόσωπο έγινε η αιτία της πνευματικής μας ανάστασης. Οι άλλοι, όσοι κυττούν προς τα πάνω, οι υπερήφανοι, δεν θα Τον προσέξουν, θα σκοντάψουν επάνω Του, θα πέσουν, και θα συντριβούν. Είναι όπως το σκαλοπάτι στην είσοδο του σπιτιού: Όσοι το προσέχουν, πατάνε επάνω, υψώνονται, και μπαίνουν στο σπίτι. Όσοι δεν το προσέχουν, σκοντάφτουν, πέφτουν, και δεν μπορούν να μπουν μέσα. Έτσι, τούτη η πέτρα, γίνεται αιτία να κρίνονται και να διαχωρίζονται οι άνθρωποι.

Λίγο αργότερα, σαν μεγάλωσε και ανέλαβε την δημόσια διακονία Του, το δήλωσε και ο Ίδιος: «Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην· ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής· και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού», Ματθαίος Ι34-36.

Ο κόσμος, όπως βλέπομε γύρω μας, είναι διαιρεμένος σε εθνότητες, κράτη, κοινωνικές ομάδες, οικονομικές τάξεις, θρησκείες, οικογένειες, κ.λ.π. Όλες όμως τούτες οι διαιρέσεις είναι προσωρινές, και επιφανειακές. Αν ψάξεις λίγο πιο βαθειά, θα βρεις μόνο μια διαίρεση, που διαπερνά όλες τούτες, ακόμα και το κύτταρο της κοινωνίας, την οικογένεια. Και είναι μια διαίρεση που δεν την εξαλείφει ο θάνατος, όπως εξαλείφει όλες τις προηγούμενες· τούτη μένει αιώνια. Η ανθρωπότητα είναι διαιρεμένη σε δύο ομάδες. Ο Κύριος τις ονόμασε: «Οι εκ της αληθείας», «οι εκ του ψέμματος». «Αυτοί που θέλουν τον Θεό», και οι «εχθροί του Θεού». Τρίτη κατηγορία δεν υπάρχει, γιατί ο Ίδιος είπε: «Όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου», Ματθαίος ΙΒ30

Μέχρι τον ερχομό του Ιησού Χριστού αυτές οι δύο ομάδες δεν μπορούσαν να διαχωρισθούν. Είναι μέρος του έργου Του να τις διαχωρίσει: «Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν». Το «μαχαίρι» είναι το σύμβολο του βίαιου, του οριστικού διαχωρισμού, εκείνου που σαν γίνει, δεν υπάρχει πλέον επανένωση. «Εγώ για κρίση ήλθα στη γη».

Ο πρώτος Του ερχομός, λοιπόν, έφερε μια κρίση στον κόσμο, που συνεχίζεται και στις μέρες μας. Ειναι μια κριση ηθικης φυσης, που κριτης και δικαστης δεν ειναι ο Ιησους, αλλα ο καθε ανθρωπος. Ο κάθε άνθρωπος απο μονος του αποφασιζει την σωτηριαν του ή την απωλειαν του. Αυτο εννοουσε οταν ελεγε, «Εγω δια κρισιν ηλθα εις τον κοσμον τουτον, δια ν” αποκτησουν το φως εκεινοι που δεν βλεπουν, και να γινουν τυφλοι εκεινοι που βλεπουν» (Ιωανν.Θ39). Ο Ιησούς Χριστός συντελεί ή στην σωτηρία, ή στην απώλεια του ανθρώπου.

Να θυμηθούμε τα λόγια Του στον Νικόδημο:

«Εκεινος που πιστευει σε μένα, δεν καταδικαζεται. Εκεινος που δεν πιστευει, ηδη εχει καταδικασθει, διοτι δεν εχει πιστεψει εις το ονομα του μονογενους Υιου του Θεου, δηλαδή, έχει ήδη κρίνει μόνος τον εαυτόν του με την απιστία του, και τον έχει καταδικάσει.» (Εδ. 18).

Η λεξη «κρινω» σημαινει: Ανακοινωνω για καποιον την ενοχην του ή την αθωοτητα του, μετα απο λεπτομερη ερευνα που εκανα στις πραξεις του. Εδω ο Κυριος δηλωνει οτι ο πιστος, που εχει ηδη εισελθει στην αιωνια ζωη, δεν θα υποστει μια ανακριτικη ερευνα, ή εξεταση τετοιου ειδους. Σιγουρα θα εμφανισθει εμπρος στο δικαστηριο, συμφωνα με το Ρωμαιους ΙΔ10 και Β’ Κορινθιους Ε10, (ολοι θα εμφανισθουν εμπρος στο βημα του Χριστου), αλλα θ” αναγνωρισθει ως δικαιος, σωσμενος, και θα λαβει την θεση του στην Βασιλεια. Αυτη η απαλλαγη, αυτη η αθωωση, δεν ειναι ουτε αυθαιρετη, ουτε αδικη. Ο πιστος σωθηκε για ν” αγιασθει. Η ζωη του φυσιολογικα ειναι μια διαρκης μετανοια και καταδικη της αμαρτιας. Με τη βοηθεια του Αγιου Πνευματος κρινει συνεχως τον εαυτον του στο φως του Θειου Λογου. Περνα δηλαδη την κριση ηδη απο τωρα, αγιαζομενος. Αυτο τον απαλασσει απο την κριση εκεινη την ημερα. Δεν θ” απαιτηθει να κριθει δυο φορες. Γι” αυτο και ο Λογος του Θεου λεγει, «Εαν ομως εκριναμεν τους εαυτους μας οπως πρεπει, δεν θα εκρινομεθα. Αλλ” οταν κρινωμεθα υπο του Κυριου, παιδαγωγουμεθα, δια να μην κατακριθουμε μαζι με τον κοσμο.» (Α’ Κορ.ΙΑ31,32).

Ας σημειωσωμε οτι και το «πιστευει«, και το «καταδικαζεται» (κρινεται«) το εχει σε χρονο ενεστωτα, που σημαινει απο τωρα, απ” αυτη την στιγμη. Οι επιλογές για τον άνθρωπο είναι μόνο δύο: Αυτο που λεγει ο Κυριος, και αυτο που λεγει ο κοσμος. Εαν πιστευσω σ” αυτο που λεγει ο Ιησούς Χριστός και ενεργησω ετσι, δεν θα ελθει κριση επανω μου. Εαν οχι, θα κριθω για την αντιθετη θεση που πηρα. Άρα ειμαι εγω ο ιδιος που θα οδηγησω τον εαυτον μου σε κριση με την απιστια μου, ή θα την απομακρυνω με την πιστη μου. Ετσι, εκεινος που δεν πιστευει, εχει απο μονος του απαγγειλει την καταδικαστικη αποφαση για τον εαυτον του. Ειναι ακριβως σαν εκεινον που αρνειται ν” ανοιξει τα ματια του. Τουτος εχει καταδικασει τον εαυτον του σε σκοταδι. Ειναι ο ιδιος, οχι ο Ιησους που τον καταδικαζει. Εαν ο ανθρωπος δεν απλωσει το χερι της πιστης να παρει το δωρο της σωτηριας που του προσφερει ο Θεος, εχει απο μονος του καταδικασει τον εαυτον του να βρεθει εξω απο την σωτηρια, στον αιωνιο θανατο. Να το ξαναπουμε, και στην μια, και στην αλλη περιπτωση, δεν ειναι ο Ιησους που κρινει, αλλα ο καθε ανθρωπος ατομικα αθωωνει ή καταδικαζει τον εαυτον του, με την θεση που θα παρει απεναντι σ” αυτο το προσωπο. Η τελική κρίση απλά θα βεβαιώσει την θέση που πήρε ο καθένας.

Είναι, όπως προαναφέρθηκε, σαν το σκαλοπατι, την πετρα στο σπιτι. Αλλος την ανεβαινει και μπαινει στο σπιτι, αλλος σκονταφτει επανω της και πεφτει. Η πετρα ειναι ο Χριστος. Για αλλους γινεται προσκομμα (εμποδιο), για αλλους σωτηρια. Οπως λεγει και ο Λογος του Θεου στο Ρωμαιους Θ32,33: «Εσκονταψαν εις τον λιθον του προσκομματος, καθως ειναι γραμμενον, «Θετω εις την Σιων λιθον προσκομματος και πετραν σκανδαλου, και καθενας που πιστευει εις αυτον δεν θα ντροπιασθει». Eδώ μιλά συγκεκριμένα για τον λαό Ισραήλ. Νόμιζαν ότι την δικαιοσύνη τους θα την πετύχουν με τα έργα του νόμου. Προχωρώντας σ’ αυτόν τον εσφαλμένο δρόμο, τέλειωσαν με το να σκοντάψουν στην πέτρα που τους έκανε να πέσουν. Αυτή η πέτρα ήταν ο Ιησούς, που τους έφερε μια δικαιοσύνη που αποκτήθηκε απ’ Αυτόν, και που προσφέρεται μόνο στην πίστη. Στην ανόητη πορεία του ο Ισραήλ νόμιζε ότι προχωρούσε σ’ έναν ελεύθερο από εμπόδια δρόμο. Και να, ξαφνικά βρέθηκε ένα εμπόδιο σ’ αυτό τον δρόμο, πάνω στο οποίο συντρίφθηκαν. Τούτο το εμπόδιο φανέρωσε ότι δεν ζητούσαν πραγματικά την δικαιοσύνη, γιατί αν την ζητήσουν θα πρόσεχαν την πέτρα, και θα άδραχναν την δικαιοσύνη που τους προσέφερε. Έτσι, με τούτο το εμπόδιο, έγινε η κρίση, αποκαλύφθηκε τι έκρυβαν στις καρδιές τους.

«Η καταδικη συνισταται εις τουτο: Οτι το φως εχει ελθει εις τον κοσμον αλλ” οι ανθρωποι αγαπησαν μαλλον το σκοταδι παρα το φως, επειδη τα εργα τους ησαν πονηρα.» (Ιωάννης Γ19).

Ενα παραδειγμα θα μας βοηθησει να κατανοησωμε τι ακριβως εννοει. Ηταν καποτε μια γυναικα, ανθρωπος του Θεου, που μαζευε ορφανα και τα υπηρετουσε. Ηταν εποχη πεινας και στερησεων. Καποιο βραδυ την καλεσαν να επισκεφθει μια αρρωστη στη αλλη ακρη του χωριου. Αναψε τη λαμπα της, πηρε ενα απο τα παιδια που φιλοξενουσε να την βοηθησει, και ξεκινησε. Στον δρομο εβλεπε το παιδι να μην θελει να πλησιασει στο φως, και ολο να τραβιεται πιο ξεμακρα. Της κινησε την περιεργεια. Σε καποιο σημειο του δρομου το παιδι δεν ειδε καλα, σκονταψε και επεσε. Τοτε της λυθηκε η απορια. Τι ειχε συμβει; Το παιδι, πριν φυγουν, ειχε δει σε μια γωνια τεσσερα αυγα και τα εκλεψε. Η τσεπη φουσκωνε, και φοβοταν να πλησιασει στο φως για να μην το δει. Οταν σκονταψε, τα εσπασε, και αποκαλυφθηκε. Η ενοχή του ήταν που το έκανε ν’ αποφεύγει το φως.

Ο Κυριος ονομασε τον εαυτον Του φως. Δεν υπηρχε τιποτα το σκοτεινο επανω Του, ο Ιδιος δε ειπε, «Ποιος απο σας με ελεγχει για αμαρτια;» (Ιωανν.Η46). Ηταν το «καλο», το «αγαθο» που ενσαρκωθηκε. Η αποσταση που κρατα απ” Αυτον ο ανθρωπος, ειναι αυτή που αποκαλυπτει τι κρυβει μεσα του, στη καρδιά του, τουτος ο τελευταιος. Μπορεις να κανεις την αυστηροτερη ερευνα στη ζωη καποιου, και ομως να ξεγελασθεις, και ποτε να μην ανακαλυψεις ποια ειναι η προδιαθεση αυτου του ανθρωπου, εαν τελικα θελει τον Θεό, το καλο, ή το κακο. Εκεινο που τον ξεσκεπαζει πληρως ειναι η σταση του απεναντι στο προσωπο του Ιησου Χριστου, η απιστια του ή η πιστη του σ” αυτο το Προσωπο, εαν εχει διαθεση να πλησιασει ή να φυγει μακρυα απο το φως. Εδώ πέφτει κάθε ανθρώπινη υποκρισία. Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού είναι σαν τον μαγνήτη, που διαχωρίζει τα μέταλλα από τις άλλες προσμίξεις. Παράδειγμα, οι δύο ληστές στον σταυρό· κανένας δεν θα μπορούσε να τους διαχωρίσει. Και όμως, χάος υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτές τις καρδιές. Ο Κύριος μπήκε ανάμεσα τους και τους χώρισε. Ο χαρακτήρας και τα λόγια Του είναι τέτοια, που ξεσκεπάζουν τις καρδιές.

Απορριπτοντας τον Χριστο ο ανθρωπος κρινει τον εαυτον του, δηλωνει δηλαδη οτι δεν θελει το φως. Η τελικη κριση εκεινη την μεγαλη ημερα δεν θα κανει τιποτα παραπανω απο του να επικυρωσει τουτη την καταδικη, που ο ιδιος εχει κανει για τον εαυτον του. Τουτη τη καταδικη τι δείχνουν ακριβώς αυτές οι λεξεις, «αγαπησαν μαλλον το σκοταδι». Ειδαν το φως, και εκ των δυο προτιμησαν το σκοτάδι.

Και ποια ειναι η αιτια αυτης της ενοχης προτιμησης τους; Ειναι οτι «τα εργα τους ειναι πονηρα«. Ειναι αποφασισμενοι να εμμεινουν στο κακο, στο οποιο μεχρι τωρα εχουν παραδοθει. Αυτος ειναι ο λογος που τρεπονται σε φυγη, μακρυα απο το φως που τους κρινει. Το φως θα εδειχνε τον αληθινο χαρακτηρα των εργων τους, και θα τους αναγκαζε να τα αποκηρυξουν, και αυτοι δεν θελουν να το κάνουν.

Τα «εργα» τους, (η λεξη αυτη δηλωνει την ηθικη τους θεση και δραστηριοτητα, την εσωτερικη τους ταση, και τις πραξεις τους) «ησαν» πονηρα, και πριν ακομα εμφανισθει το φως. Τωρα που εμφανισθηκε εκαναν την εκλογη τους: «αγαπησαν μαλλον το σκοτος».

Η λεξη «σκοτος» περιλαμβανει εκτος απο την αγαπη προς το κακο, και το εσωτερικο ψεμμα με το οποιο ενας ανθρωπος ζητα να αθωωσει τον εαυτον του.

«Οποιος κανει το κακο μισει το φως και δεν ερχεται εις το φως, δια να μην γινουν φανερα τα εργα του» (Ιωάννης Γ20).

Εδω ο Κυριος εξηγει ποια ειναι η σχεση μεταξυ του κακου (ανηθικοτητας, χυδαιοτητας, πονηριας κ.λ.π.) και της απιστιας. Εξηγει γιατι το ενα φερει το αλλο. Την ωρα που έλεγε αυτά τα λόγια στον Νικοδημο ηταν νυκτα. Ποσοι κακοποιοι δεν εκμεταλευονται το σκοταδι για ν” ασχοληθουν με τα εγκληματικα τους σχεδια. Δεν ειναι τυχαιο που διαλεγουν αυτη την ωρα. Αυτο ακριβως συμβαινει και στον ηθικο κοσμο. Η εμφανιση του Χριστου ειναι για τον κοσμο σαν την ανατολη του ηλιου. Αυτος μαρτυρει για τον αληθινο χαρακτηρα των ανθρωπινων ενεργειων, Αυτος φωτιζει και αποκαλυπτει τα κινητρα τους. Οταν ενας κανει το κακο και θελει να επιμεινει σ” αυτο, στρεφει την πλατη στον Χριστο και στην αγιοτητα Του. Εαν αφηνε την συνειδηση του να φωτισθει απ” αυτη την λαμπροτητα, θα υποχρεωνοταν να αρνηθει κατι που επιθυμει να διατηρησει. Αρνειται λοιπον, και αυτη η αρνηση ειναι γι” αυτον η νυκτα στην οποιαν μπορει να συνεχισει ν” αμαρτανει. Ετσι ξεκινα, ετσι γεννιεται η απιστια.

«Οποιος κανει το κακο», («ο φαυλα πρασσων«). Αυτη η εκφραση δηλωνει οχι μονον την ταση στην οποιαν ο ανθρωπος εως τωρα εχει παραδωσει τον εαυτον του, αλλα και την επιθυμια να εμμεινει σ” αυτην. Γι” αυτο λεγει «πρασσων», ενεστως, διαφορετικα θα ελεγε «πραξας», αοριστος. Στην σκεψη του Κυριου η εκφραση «ο φαυλα πρασσων» φαινεται να μην περιοριζεται μονον στις ανηθικες πραξεις, επαφες, και στην εμμονη σ” αυτες. Περιλαμβανει επισης και εκεινη την ζωη που εξωτερικα φαινεται εντιμη, αλλα στερειται απο καθε σοβαρη ηθικη πραγματικοτητα, σαν αυτη που δειγμα της ειναι ο Φαρισαιος στην παραβολη του τελωνη και Φαρισαιου. Η εξυψωση επισης του «εγω» και η επιδιωξη της ανθρωπινης δοξας ανηκει στα «φαυλα πρασσων«, με τον τροπο που ο Κυριος αντιλαμβανεται αυτον τον ορο. Ας θυμηθουμε αυτο που ειπε στους Φαρισαιους, «Πως μπορειτε εσεις να πιστευσετε, οι οποιοι λαμβανετε δοξα ο ενας απο τον αλλον, και δεν ζητατε την δοξαν που προερχεται απο τον μονον Θεον;» (Ιωανν. Ε44). Η εξοφθαλμη, η καταφανης ανηθικοτητα ανηκει επισης σ” αυτη την περιπτωση.

«Αλλ” οποιος ακολουθει (ο ποιων) την αληθειαν ερχεται εις το φως, δια να γινη φανερον οτι τα εργα του εχουν γινει κατα Θεον». (Ιωάννης Γ21).

Προηγουμενως ο Κυριος εξηγησε οτι οι ριζες της απιστιας ευρισκονται στην καρδια, στην ηθικη ζωη του ατομου. Εδω συμπληρωνει οτι, εκεινο που ειναι αληθινο στην απιστια, ειναι εξ ισου αληθινο και στην πιστη. Εδω ευρισκεται η αλλη πλευρα της κρισης.

Υπηρχαν και υπαρχουν στην ανθρωποτητα, (ακομα και πριν τον ερχομο του Κυριου), ατομα που ζητουν με ευγενικο παθος το καλο, την πραγματοποιηση του ηθικου ιδεωδους, στο μετρο φυσικα που το γνωριζουν. Μεσα σ” αυτα τα ατομα, οπως και στους αλλους, υπαρχει η εκ γενετης, η κληρονομικη ροπη προς το κακο, αλλα αντιδρουν, δεν το δεχονται το κακο, παρ” ολο που τις πιο πολλες φορες υποκυπτουν σ” αυτο. Αυτη η ειλικρινης επιθυμια για το καλο, που τις πιο πολλες φορες ειναι θαμμενη κατω απο αδυναμιες και αμαρτιες, σχηματιζει μια τελεια αντιθεση στις υποκρισιες της Φαρισαϊκης δικαιοσυνης. Μπορει να παρουσιασθει σ” εναν μετανοημενον τελωνη πιο πολυ απο εναν αψογο Φαρισαιο. Ηταν αυτη η επιθυμια που, παρ” ολα οσα ειχε κανει, εσπρωξε την τελευταια στιγμη τον ληστη στο βημα της πιστης. Με τα οσα ειπε στον Κυριο ηταν σαν να Του ελεγε: «Σ” ολη μου την ζωη ηθελα το καλο, ομως εμπλεξα, παρασυρθηκα, γι” ολα εγω φταιω. Συ εισαι τωρα η ελπιδα μου να σωθω». Βεβαια δεν ειναι ολοι στην κατηγορια του τελωνη ή του ληστη. Υπαρχει, για παραδειγμα, ο Παυλος, ο Κορνηλιος που ζητουσαν με ειλικρινεια να πραγματοποιηθει στην ζωη τους το ηθικο ιδεωδες. Υπαρχει ο Ναθαναηλ «στου οποιου την καρδια δεν υπηρχε δολος». Αυτην την κατηγορια των ανθρωπων ο Λογος του Θεου την ονομαζει «οι ποιουντες την αληθεια», ή «οι ζητουντες δι” υπομονης εργου αγαθου δοξαν και τιμην και αφθαρσιαν» (Ρωμ.Β7). Τους αναφερει επισης σαν αυτους που ειναι «εκ Θεου» ή «εκ της αληθειας» (Ιωανν. Η47, ΙΗ37).

Συγκεκριμένα, στο Ρωμαίους Β7,8 θα μας πει: «Εις μεν τους ζητούντας δι’ υπομονής έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν, (σ’ αυτούς ο Θεός θα δώσει) ζωήν αιώνιον· εις δε τους φιλονείκους, και απειθούντας μεν εις την αλήθειαν, πειθομένους δε εις την αδικίαν, θέλει είσθαι θυμός και οργή, θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου εργαζομένου το κακόν…». Να σταθούμε στους πρώτους.

Υπάρχουν ψυχές, άσχεταα απ’ τις συνθήκες στις οποίες βρίσκονται, που στοχεύουν το ιδανικό που περιγράφεται εδώ· έχουν βάλει σαν στόχο στη ζωή τους, επιζητούν, «δόξα και τιμή και αφθαρσίαν».

Επιζητούν «δόξα»: Μια ζωή χωρίς κηλίδα ή αδυναμία, λαμπρή πέρα για πέρα, με την Θεία λαμπρότητα της αγιότητας και της δύναμης.

«Τιμή»: Την επιδοκιμασία του Θεού για ό,τι κάνουν· αυτό είναι η αιώνια τιμή.

«Αφθαρσίαν»: Ν’ απομακρύνουν την φθορά απ’ την ζωή τους.

Και πως αγωνίζονται να φθάσουν τούτο το ιδανικό; Με συνεχή υπομονή στο να κάνουν το καλό. Εδώ δεν πρόκειται για σποραδικές ηθικές προσπάθειες. Υπάρχουν σοβαρά εμπόδια από μέσα στον άνθρωπο και από έξω, για να ξεπερασθούν. Για ν’ αναλάβει κάποιος τούτη την προσπάθεια, προϋποθέτει επίμονη αγάπη για το καλό, και σταθερή απόφαση να το ακολουθήσει.

Καθώς θεωρούν τούτο το ιδανικό τους, γοητευμένοι απ’ την ομορφιά του, υψώνονται απ’ αυτό πάνω από γήινες φιλοδοξίες, και σαρκικές ικανοποιήσεις. Είναι οι έμποροι που ζητούν «καλούς μαργαρίτες». Γι’ αυτούς το πιο πολύτιμο είναι εκείνος ο μαργαρίτης της ανυπολόγιστης αξίας, η «βασιλεία των ουρανών». Κάπου εδώ είναι και κείνοι, σαν τον άνθρωπο της άλλης παραβολής, που ναι μεν δεν έψαχνε για κρυμμένο θησαυρό, αλλά σαν κάπου τον βρήκε, τον εξετίμησε σωστά, και πούλησε όλα τα υπάρχοντα του για να τον αγοράσει, Ματθαίος ΙΓ44-46.

Βέβαια η καρδιά μπορεί να φλέγεται απ’ την επιθυμία για το καλό, αλλά της λείπει η δύναμη να το κάνει, και μένει ο άνθρωπος «πεινασμένος και διψασμένος για την δικαιοσύνη», όπως λέγει ο Λόγος του Θεού, Ματθαίος Ε6. Πνευματική πείνα είναι, ακριβώς, το αίσθημα της αδυναμίας να κάνεις το καλό. Και πνευματική δίψα είναι αυτό από το οποίο υποφέρει η συνείδηση. Ο άνθρωπος όμως που εμπνέεται απ’ αυτή την διαρκή επιθυμία, σίγουρα θα συναντήσει τον Ιησού Χριστό, τον Μόνο που μπορεί να τον βοηθήσει. «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, είπε ο Κύριος, διότι αυτοί θέλουσι χορτασθή», Ματθαίος Ε6. Και πάλι στο Ιωάννης ΣΤ35: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής· όστις έρχεται προς εμέ, δεν θέλει πεινάσει· και όστις πιστεύει εις εμέ, δε θέλει διψήσει πώποτε».

Είναι κατ’ αυτή την έννοια που πάλιν ο Κύριος είπε: «Αυτός που κάνει την αλήθεια, έρχεται στο φως», ευθύς ως του παρουσιασθεί, Ιωάννης Γ21. Είναι ο Ίδιος ο Θεός που τον στέλνει στον Χριστό: «Ουδείς δυναται να έλθη προς εμέ, εάν δεν ελκύση αυτόν ο Πατήρ ο πέμψας με», θα πει στο Ιωάννης ΣΤ44. Η αγάπη για το καλό θα τον οδηγήσει τότε ν’ αγκαλιάσει τον Χριστό, που είναι το ιδεώδες, η ενσάρκωση του καλού. Η επιθυμία για το καλό, την αλήθεια, προεξοφλεί την αποδοχή του Ευαγγελίου. Παράδειγμα, ο Κορνήλιος, ο Παύλος.

Αυτούς που Του στέλνει τώρα ο Πατέρας, είναι επιφορτισμένος απ’ Αυτόν να τους δεχθεί, και να τους φθάσει μέχρι το τέρμα του δρόμου τους: «Παν ό,τι μοι δίδει ο Πατήρ, προς εμέ θέλει ελθεί· και τον ερχόμενον προς εμέ δεν θέλω εκβάλει έξω· διότι κατέβην εκ του ουρανού, ουχί δια να κάμω το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντος με. Τούτο δε είναι το θέλημα του πέμψαντος με Πατρός, παν ό,τι μοι έδωκε, να μη απολέσω ουδέν εξ αυτού, αλλά να αναστήσω αυτό εν τη εσχάτη ημέρα. Και τούτο είναι το θέλημα του πέμψαντος με, πας όστις βλέπει τον Υιόν και πιστεύει εις αυτόν, να έχη ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα», Ιωάννης ΣΤ36-40.

Τούτους θα τους δεχθεί, θα τους καλωσορίσει ό,τι και να Του κάνουν, όπως και να Του φερθούν· για παράδειγμα, ο Παύλος Τον δίωκε, Του τον έστειλε όμως ο Πατέρας, τον δέχθηκε. Για όλους αυτούς είναι επιφορτισμένος να τους φυλάξει να μη ξαναπέσουν στην αμαρτία, να τους οδηγήσει στο ένδοξο τέλος της σωτηρίας, να τους αναστήσει την έσχατη ημέρα, και να τους παρουσιάσει δοξασμένους εμπρός στον Θεό. Είναι όπως με τα ψωμιά τότε που τα πολλαπλασίασε, που τα μάζεψαν να μη χαθεί τίποτα. Αποκορύφωμα της σωτηρίας τους είναι η ανάσταση τους, «και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα».

Τουτοι οι ανθρωποι, θα πρέπει να διευκρινίσομε, συναισθανονται το καλο, το ιδεωδες, ειτε μεσω του Μωσαϊκου Νομου, (κυριως οι Ισραηλιτες), ειτε μεσω της συνειδησης. Η εκφραση «ο ποιων (όχι πράττων) την αληθειαν» δηλωνει εδω ακριβως την επιμονη προσπαθεια αυτων των ατομων να υψωσουν την συμπεριφορα τους στο υψος των ηθικων τους συνειδητοτητων, να πραγματοποιησουν δηλαδη το ηθικο ιδεωδες οπως το συναισθανονται με την συνειδηση. Αδιαφορα βεβαια αν καποτε αποκαμωμενοι φθανουν να πουν μαζι με τον Παυλο, «…δεν πραττω το αγαθον, το οποιον θελω, αλλα το κακον το οποιον δεν θελω, τουτο πραττω» (Ρωμ. Ζ19).

Ο Ιησους, τωρα, ειναι, όπως προαναφέρθηκε, το ηθικο ιδεωδες, το «καλο» προσωποποιημενο. Ενας που πραγματικα ποθει το καλο και αγωνιζεται να το πετυχει, ειτε μεσω του Μωσαϊκου νομου, ειτε μεσω της συνειδησης, (η οποια ειναι μια προπαρασκευαστικη αποκαλυψη του Θεου), θα προχωρησει αμεσως στην υψηλοτερη αποκαλυψη της θειας αγιοτητας, που εγινε στο προσωπο του Χριστου. Με απλα λογια, η ψυχη που λαχταρα την αγιοτητα, το καλο, και μεχρι τωρα εχει γευθει αποτυχιες και ηττες απο την αμαρτια, οταν γνωρισει τον Χριστο και το εργο Του, δεν μπορει παρα να τρεξει κοντα Του, να επιτυχει με την δικη Του βοηθεια αυτο που ποθει. Να λοιπον απο που ξεκινα η πιστη στο προσωπο του Ιησου: Απο την ειλικρινη αγαπη για το ηθικο καλο. Αυτη η προδιαθεση της καρδιας ειναι η προϋποθεση της ειλικρινους πιστης στο Ευαγγελιο. Οσοι δεν ερχονται στον Χριστο, απλουστατα δεν ζητανε με ειλικρινεια το καλο. Να λοιπον πως ο Λογος του Θεου αποκαλυπτει τους ανθρωπους.

Η εκφραση «ερχεται προς το φως», σημαινει να ελθει καποιος κοντα στον Ιησου, να Τον ακουσει με υπακοη, και να παραδωσει τον εαυτον του σ” Αυτον.

Να θυμηθούμε, τούτα τα λόγια ο Κύριος τα έλεγε στον Νικόδημο. Τι χαρακτηριστικη εικονα αυτη που χρησιμοποιει! Τι ομορφος, ευγενικος υπαινιγμος στην πορεια της ζωης του Νικοδημου! Πραγματικα, οπως η νυκτα που βασιλευει εξω ειναι η εικονα της απιστιας στην οποια καλυπτονται αυτοι που αγαπανε το ψεμμα, ετσι και αυτοι οι λιγοι που ποθουν το καλο εχουν μαζευθει στο φως, στον Χριστο.» Ο δε ποιων την αληθειαν ερχεται εις το φως, ινα φανερωθει αυτου τα εργα οτι εν Θεω εστιν ειργασμενα». Ετσι κλεινει ο Κυριος την συζητηση με τον Νικοδημο. Ειναι λογια που δινουν κουραγιο. Ειχε αναγνωρισει σ” αυτον μια απο κεινες τις δικαιες ψυχες, που καποια μερα θα πιστευε και θα οδηγιοταν στο βαπτισμα του νερου, και ως εκ τουτου στο βαπτισμα του Πνευματος και στην αναγεννηση. Ειναι το αντιο του Ιησου στον Νικοδημο: «Νικοδημε η καρδια σου θελει το καλο. Ειναι αυτο που σ” εσπρωξε να ελθεις εδω. Κουραγιο λοιπον, θα το βρεις». Απο δω και περα ο Ιησους τον περιμενει. Ο Νικοδημος φευγει. Ο Ιωαννης δεν μας αναφερει τιποτα αλλο. Αφηνει τα γεγονοτα να μιλησουν μονα τους. Την συνεχεια για τον Νικοδημο μπορουμε να την δουμε στο Ιωαννης Ζ50,51 και ΙΘ39.

Εάν, λοιπόν, οι ευθειες καρδιες ερχονται στο φως, ειναι διοτι δεν φοβουνται την φανερωση του αληθινου χαρακτηρα της συμπεριφορας τους. Αντιθετως, το επιθυμουν: «Ινα φανερωθει αυτου τα εργα οτι εν Θεω εστιν ειργασμενα». Ο αληθινα δικαιος ανθρωπος αναζητα, οπως εκανε ο Νικοδημος, να ελθει σε επαφη με τον Χριστο, την ζωντανη αγιοτητα, διοτι δεν εχει τιποτα μεσα του που να τον παρακινει να κρυψει τον εαυτον του απο το φως του Θεου. Αντιθετως, νοιωθει ευτυχης να βρει τον εαυτον του λουσμενον σ” αυτο το φως.

«Εν Θεω εστιν ειργασμενα». Αυτη η εκφραση, με την πρωτη ματια φαινεται υπερβολικη σαν χαρακτηρισμος των εργων του ειλικρινους ανθρωπου, πριν αυτος ευρει τον Χριστο. Ας μην ξεχναμε ομως οτι καθε τι καλο στην ανθρωπινη ζωη γινεται απο μια θεϊκη παρορμηση. Ειναι ο Θεος που ξεσηκωνει σε παλη εναντια στο εμφυτο κακο (Ρωμ. Ζ). Ειναι ο Πατερας που ελκυει τις ψυχες στον Υιο, και τις δινει σ” Αυτον (Ιωανν. ΣΤ37,44). Είναι ο Θεός που δίνει μετάνοια, Β’ Τιμ. Β25. Οπουδηποτε υπαρχει υπακοη του ανθρωπου προς αυτην την θεϊκη πρωτοβουλια, η εκφραση «εν Θεω εστιν ειργασμενα«, εχει εφαρμογη. Π.χ. «εν Θεω εστιν ειργασμενες» οι εκδηλωσεις του ταπεινωμενου τελωνη, γενικά του μετανοημενου πιστου, καθως επισης και οι ευγενεις φιλοδοξιες του Ιωαννη, του Ναθαναηλ, και του Κορνηλιου. Ενας τετοιος ανθρωπος, ωθουμενος απο την ειλικρινη του επιθυμια για το καλο, δεν φοβαται να εκθεσει τον εαυτον του στο φως, και επομενως να ελθει στον Χριστο. Οσο πιο πολυ αυτος ενεργει «εν Θεω», τοσο πιο πολυ επιθυμει να δει καθαρα μεσα του, επιτυγχανοντας στο τελος μια ακομα περισσοτερο τελεια υπακοη.

«Ινα φανερωθει». Ισως ν” αναφερεται στην αναγκη αυτων των ανθρωπων για μια Θεια επιδοκιμασια. Ισως και μεσα σ” αυτο να εκφραζεται η επιθυμια να δειξουν οτι τα καλα εργα που κανουν ειναι εκεινα που θελει ο Θεος, και οχι οι ανθρωποι. Ισως να υποννοειται και η εσωτερη αναγκη για προοδο, για βελτιωση, (οπως αυτος που θελει να δωσει εξετασεις επιδιωκει προχειρα διαγωνισματα, για να δει που βρισκεται και να βελτιωθει).

Σαν ανακεφαλαίωση μπορεί κάποιος να πει: Στην ανθρωποτητα, πριν την εμφανιση του Χριστου, υπηρχαν δυο κατηγοριες ανθρωπων αναμεμειγμενες. Με την εμφανιση Του, αρχισε ο διαχωρισμος («Αυτη ειναι η κριση..»). Κατω απο τα δενδρα του δασους, την νυκτα, ολα τα ειδη των πουλιων βρισκουν μαζι καταφυγιο. Αλλα το πρωϊ, ευθυς ως ο ηλιος στειλει τις ακτινες του, μερικα κλεινουν τα ματια τους και αναζητουν τα σκοτεινοτερα καταφυγια (νυκτεριδες, κουκουβαγιες), ενω αλλα ανοιγουν τις φτερουγες τους και τον χαιρετουν με τα τραγουδια τους. Ετσι ακριβως η εμφανιση του Ιησου, διαχωριζει εκεινους που αγαπανε την ημερα, απο εκεινους που αγαπανε την νυκτα. Μεχρι τοτε ησαν αναμεμειγμενοι. Οχι ομως οτι υπαρχουν δυο ειδη ανθρωπων με αντιθετες φυσεις, ετσι δημιουργημενοι. Οι εκφρασεις, «αγαπησαν περισσοτερο», «να κανει το κακο», «να κανει την αληθεια», εκφραζουν ελευθερη εκλογη, εκ προθεσεως ενεργεια. Αλλοι την ελευθερια τους την χρησιμοποιουν ετσι, αλλοι αντιθετα. Αρα λοιπον η αιτια της απιστιας δεν ειναι κληρονομικη, ουτε διανοητικη, αλλα ηθικη. Δεν ειναι θεμα νοημοσυνης, αλλα καρδιας. Οχι «δεν μπορω», αλλα «δεν θελω» να πιστεψω.

Είναι και ένας απ’ τους λόγους που ο Θεός έστειλε τον Ιησού Χριστό, την πρώτη φορά, ταπεινό, άσημο. Εάν ερχόταν με δόξα θα ήταν το μεγαλείο και η δύναμη Του που θα τραβούσε τον κόσμο κοντά Του, και όχι η αγάπη τους για τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Ίδιος είπε: «Μακάριος είναι όποιος δεν σκανδαλισθεί εν εμοί», Ματθαίος ΙΑ6, δηλαδή, ευτυχισμένος εκείνος στον οποίον η ταπεινή μου εμφάνιση δεν γίνει πρόσκομμα, αιτία να σκοντάψει η πίστη του. Μακάριος όποιος διακρίνει την παρουσία του Θεού στα λόγια και στα έργα μου. Όποιος ζητά πραγματικά τον Θεό, θα διακρίνει τον Θεό στα λόγια και τα έργα αυτού του Προσώπου, και θα θελήσει να Τον πλησιάσει πιο κοντά. Όποιος δεν θέλει τον Θεό, στη ταπεινή Του εμφάνιση θα βρει το πρόσχημα ν’ απομακρυνθεί. Έτσι έγινε ο διαχωρισμός, μια απ’ τις βαθύτερες λειτουργίες που ασκεί τούτο το Πρόσωπο στο ανθρώπινο γένος. Είναι ακριβώς αυτό που έγινε και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στη Ναζαρέτ. Η αντίδραση τους ήταν: «Και όταν ήλθε εις την πατρίδα του, τους εδίδασκε εις την συναγωγή τους κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να εκπλήσσωνται και να λέγουν, «Από πού του ήλθε αυτή η σοφία και αι θαυματουρικαί δυνάμεις; Δεν είναι αυτός ο υιός του ξυλουργού; Δεν ονομάζεται η μητέρα του Μαριάμ και οι αδελφοί του Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων και Ιούδας; Και οι αδελφές του δεν είναι όλες μαζί μας; Από πού λοιπόν ήλθον όλα αυτά; Και δυσπιστούσαν εις αυτόν», Ματθαίος ΙΓ52-57. Ανεγνώριζαν ότι αυτά που έκανε και έλεγε ήσαν θαυμαστά, αλλά δεν ήθελαν τον Θεό, ο εγωισμός τους δεν ήθελε να ταπεινωθεί, βρήκαν το πρόσχημα, και Τον απέρριψαν· έτσι δημιουργείται η απιστία, όταν ο άνθρωπος, όχι δεν μπορεί, αλλά δεν θέλει να καταλάβει.

Οι Φαρισαίοι, που δεν ήθελαν και αυτοί τον Θεό, σαν αντιμετώπισαν το ίδιο δίλημμα, το ξεπέρασαν εύκολα, υιοθετώντας την φοβερή βλασφημία: «Έχει μέσα του τον Βεελζεβούλ, τον άρχοντα των δαιμονίων». Να θυμηθούμε τα λόγια του Συμεών στον Ναό: «Όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί «. Το μίσος του οποίου ο Ιησούς θα είναι το αντικείμενο, τούτο το μίσος θα αποκαλύψει εκείνη την βαθύτερη εχθρική στάση προς τον Θεό, που σ” αυτόν το λαό τώρα βρίσκεται κρυμμένη κάτω απο ένα πέπλο υποκριτικής ευσέβειας. Ο Συμεών διέκρινε, πίσω απο τις εξωτερικές μορφές της Ιουδαϊκής ευσέβειας, την αγάπη τους για την ανθρώπινη δόξα, την υποκρισία της φιλαργυρίας, και το μίσος για τον Θεό. Διαβλέπει δε ότι αυτό το μωρό θα είναι η αιτία ώστε, όλο αυτό το κρυμμένο δηλητήριο να ξεχυθεί από τα μύχια της καρδιάς τους.

Στην άλλη πλευρά από τους Φαρισαίους στέκει ο εκ γενετής τυφλός, αυτός που ο Κύριος θεράπευσε το Σάββατο, Ιωάννης Θ. Σαν τον ανέκριναν με σκληρότητα οι Φαρισαίοι, μετά που ο Κύριος τον θεράπευσε, τους είπε κάτι που, ενώ ο ίδιος το έβλεπε τόσο καθαρά, αυτοί δεν ήθελαν να το δουν: «Εάν Αυτός δεν ήταν από τον Θεόν δεν θα μπορούσε να κάνει θαύμα». Και όταν λίγο αργότερα έψαξε και τον βρήκε ο Κύριος, και τον ρώτησε: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού;«, τότε ο πρώην τυφλός, σ” ένα ξέσπασμα πίστης, Του απαντά: «Κύριε δεν τον ξέρω ποιός είναι, αλλά ό,τι μου πεις εσύ θα το πιστέψω, γιατί ξέρω, είσαι απ’ τον Θεό». Γιατί άραγε αυτός ό άνθρωπος κατάλαβε τόσα, που ούτε οι Φαρισαίοι ούτε οι συμπατριώτες του Κυρίου δεν καταλάβαιναν; Ήταν γιατί αυτός ήθελε να καταλάβει, είχε ταπεινή καρδιά. Σαν είδε το θεϊκό σημαδι, δεν κύτταξε να βρεί αιτία να το απορρίψει.

Τούτη ακριβώς την κρίση συνεχίζει να κάνει ο Θεός στον κόσμο τώρα με την αναγεννημένη ζωή και το μήνυμα που φέρουν οι δικοί Του. Όσοι θέλουν πραγματικά τον Θεό πλησιάζουν πιό κοντά. Οι άλλοι βρίσκουν σαν αιτία το «αιρετικός», και απομακρύνονται.

Ο Θεός δεν θέλει το κακό. Όπου τούτο όμως υπάρχει, είναι μεσ” τα σχεδιά Του να το κάνει να εκδηλωθεί, να φανερωθεί, διότι τούτο είναι η βασική προϋπόθεση για να το γιατρέψει, ή να το καταδικάσει. Θα πει, για παράδειγμα, στο Β’ Θεσσαλονικείς Β10-12 για όσους «δεν δέχονται την αγάπη της αληθείας δια να σωθώσι»: «Δια τούτο θέλει πέμψει επ’ αυτούς ο Θεός ενέργειαν πλάνης, ώστε να πιστεύσωσιν εις το ψεύδος· δια να κατακριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες εις την αλήθειαν, αλλ’ ευαρεστηθέντες εις την αδικίαν». Όπως ο γιατρός, για να γνωρίσει τι κρύβει η καρδιά του αρρώστου, τον υποβάλλει σε τεστ κοπώσεως, για να γνωρίσει την κατάσταση που βρίσκεται και να την θεραπεύσει. Εις τούτο ακριβώς συνίσταται και τούτο το κομμάτι του έργου του Ι. Χριστού: «Όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί».

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ

ΓΕΝΙΚΑ

Ο άνθρωπος, προσπαθώντας να πορευθεί την πορεία της ζωής του, θέλοντας να εξηγήσει το μυστήριο της ύπαρξης του (γιατί ήλθε στη ζωή, που πηγαίνει μετά), ακολούθησε ποικίλους δρόμους, υιοθέτησε διάφορες απόψεις, και πορεύεται σύμφωνα μ” αυτές.

Μέσα σ” όλες αυτές τις θεωρίες, τις απόψεις, που μπορεί να είναι θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές, αλλά και οικονομικές, κάπου πρέπει να υπάρχει μία και μοναδική, που να είναι η σωστή, κάπου πρέπει να υπάρχει η αλήθεια, γιατί η αλήθεια για κάθε πράγμα είναι πάντα μία.

Βρέθηκαν πολλοί που ισχυρίστηκαν ότι αυτοί έχουν την αλήθεια, και ζήτησαν από τους άλλους να τους ακολουθήσουν.

Ανάμεσα σ” αυτούς, βρέθηκε και ένας που είπε κάτι το μοναδικό, «Εγώ είμαι η αλήθεια, ο δρόμος για τον Θεό, και η ζωή. Για τούτο κατέβηκα από τον ουρανό, για να σας αποκαλύψω την αλήθεια, και να σας ελευθερώσω». Είναι ο Ιησούς Χριστός.

Και εάν έλεγε κάποιος τούτα τα λόγια, και δεν μπορούσε να τα κάνει, σίγουρα θα τον κορόϊδευαν, και σε λίγο χρόνο κανείς δεν θα τον θυμόταν. Σήμερα όμως, 2000 χρόνια μετά τον ερχομό Του, η μισή ανθρωπότητα φέρει το όνομα Του, το ημερολόγιο άλλαξε, και πήρε καινούργια αφετηρία τη γέννηση Του, και σ” όλα αυτά τα χρόνια, και σήμερα στις μέρες μας, υπάρχουν αναρίθμητα άτομα, κάθε κατηγορίας και κοινωνικής τάξης, που ομολογούν προσωπική απελευθέρωση, και μια καινούργια πορεία ζωής, καθώς ενώθηκαν μαζί Του.

Άρα, η περίπτωση Του είναι πολύ σοβαρή, και δεν μπορεί να την προσπεράσει κάποιος με αδιαφορία, χωρίς συνέπειες ευεργετικές ή καταδικαστικές για τη ζωή του.

Να σταθούμε λίγο στο πρόσωπο Του. Κάθε χρόνο, στις 25 του Δεκέμβρη, γιορτάζομε τη γέννηση Του. Πόσα και πόσα δεν έχουν λεχθεί γι” αυτό το γεγονός! Η ταπείνωση Του, ο Βασιλιάς που γεννήθηκε στη φάτνη, οι βοσκοί που πρώτοι Τον προσκύνησαν, οι άγγελοι που κατέβηκαν απ” τον ουρανό, και εκεί μαζί με τους ανθρώπους ξέσπασαν σε δοξολογία προς τον Θεό – τούτο το μωρό έγινε αιτία να ενωθεί ο ουρανός με τη γη. Σε λίγο οι μάγοι που ήρθαν απ” την μακρυνή Ανατολή να Τον προσκυνήσουν. Η φυγή στην Αίγυπτο, η σφαγή των νηπίων. Τόσα γεγονότα που συνόδεψαν τούτη τη γέννηση.

Και το πιό θαυμαστό, τούτη η γέννηση μπορεί να γίνει και πάλι, ο Χριστός μπορεί να ξαναγεννηθεί στην καρδιά εκείνη που θ” ανοίξει ταπεινά να Τον δεχθεί, όποια και να είναι αυτή. Και κει μέσα, καθώς θα μεγαλώνει, θα λύνει τα δεσμά της, θα σκορπίζει τα σκοτάδια, θα φέρει ειρήνη, χαρά, θα σηκώσει εκείνο το βάρος που την συνθλίβει, το βάρος που έφερε η αμαρτία, θα χορτάσει η πείνα και η δίψα τούτης της καρδιάς, και ελεύθερη τώρα, συμφιλιωμένη με τον Θεό, και ενωμένη μαζί Του, θ” αντλεί απ” Αυτόν συνεχώς ζωή. Μια καρδιά σώθηκε, ελευθερώθηκε από τον θάνατο, βρήκε την ζωή. Τον ευχαριστούμε, το γευθήκαμε, και μπορούμε να το λέμε. Και όλα τα οφείλουμε σ” αυτό το Πρόσωπο. Αλήθεια, ποιός πραγματικά ήταν, και τι είναι Αυτός για τον καθέναν από μας;

Ο Μέγας Ναπολέων, εκεί στα τέλη της ζωής του, εξόριστος στην Αγία Ελένη, μόνος και εγκατελελειμένος, είπε τούτη την μεγάλη αλήθεια γι” αυτό το πρόσωπο: «Ο Ιησους Χριστός έχει πετύχει να κάνει κάθε ανθρώπινη ψυχή ένα παράρτημα της δικής του». Αλλά με τι μέσα κατάφερε ο Ιησούς αυτό το θαυμαστό αποτέλεσμα;

Στην ιστορία μας έχουν φανεί μεγάλοι άνδρες, πολιτικοί, φιλόσοφοι, στρατιωτικοί, επιστήμονες, προικισμένοι με ιδιαίτερα χαρίσματα, που γράψανε τις σελίδες της, και βοήθησαν την μάζα του λαού να κινηθεί προς τα εμπρός, να επιτύχει υψηλότερους στόχους. Για τον καθένα απ” αυτούς, που δεσπόζει στην δική μας σφαίρα ζωής, αιθανόμαστε μια έλξη, κάτι να μας τραβά κοντά του, και τούτο γιατί αυτό το πρόσωπο μας προσφέρει το στήριγμα που χρειάζεται η δική μας αδυναμία, ή δική μας έλλειψη ευφυίας. Αυτά τα προικισμένα πρόσωπα μπορούν και κάνουν κάτι απ’ αυτά που θα θέλαμε αλλά δεν μπορούμε να κάνομε εμείς.

Μέσα, τώρα, στους τόσους στόχους της ζωής, υπάρχει ένας που δεσπόζει πάνω απ” όλους, που δεν είναι μόνον για λίγους, είναι για όλους· ένας στόχος παγκόσμιος που δεν εξαρτάται από τις ιδιαίτερες ικανότητες ή προτιμήσεις μας. Αυτός ο στόχος είναι να εκπληρώσουμε την ηθική μας υποχρέωση, να κάνουμε το καλό για το οποίο πλασθήκαμε.

Δεν ξέρω αν έχετε δει μερικά αυτοκίνητα αχρηστευμένα, κάτι παλιά λεωφορεία, που τα χρησιμοποιούν σαν αποθήκες ή σαν κοτέτσια. Αυτό δεν μπορείς να το ονομάσεις πλέον αυτοκίνητο. Ο σκοπός του αυτοκινήτου είναι να κινείται, και να μεταφέρει κόσμο και πράγματα. Και τούτο δεν το κάνει. Άρα, ας δείχνει εξωτερικά αυτοκίνητο, δεν είναι αυτοκίνητο. Έτσι, και για την ανθρώπινη ζωή υπάρχει ένας στόχος. Να πραγματοποιήσει το καλό, να εκπληρώσει την ηθική της υποχρέωση. Τούτος ο στόχος είναι παγκόσμιος και απόλυτος` ανήκει σε όλους μας, και σε όλους μας την κάθε στιγμή. Αν κάποιος βρεθεί έξω απ” αυτόν τον στόχο, δεν αξίζει πλέον το όνομα άνθρωπος.

Έχετε αναρωτηθεί γιατί δημιουργηθήκαμε προικισμένοι με συνείδηση, με λογική, με πνεύμα, με συναισθήματα; Τα ζώα μια χαρά τα καταφέρνουν με μόνο τα ένστικτα και τις αισθήσεις τους. Τι χρειαζόταν σε μας όλα αυτά; Α, είναι απλό, άλλος ο στόχος των ζώων, άλλος των ανθρώπων. Γι” άλλο ζουν αυτά, για άλλο εμείς. Εκείνα έχουν σαν στόχο να ικανοποιούν τις αισθήσεις τους, και ν” αναπαράγουν το είδος τους. Εμείς οι άνθρωποι, πέραν απ” αυτά, έχουμε, όπως είπαμε, έναν πολύ υψηλότερο στόχο, να εκπληρώσουμε την ηθική υποχρέωση που μας έχει ορίσει ο Θεός, να πραγματοποιήσουμε το καλό. Υψηλότερος ο στόχος μας, υψηλότερη και η προίκα που μας έδωσε, σε σχέση μ” αυτά. Αν αρκεσθούμε σε κείνα για τα οποία ζουν τα ζώα, να ικανοποιήσουμε τις αισθήσεις μας και να αναπαράγουμε το είδος μας, τότε κατεβαίνουμε στο δικό τους επίπεδο.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας θαυμαστός, ένδοξος, αιώνιος στόχος για την ζωή του κάθε ενός. Πορευόμενος κάποιος σ’ αυτό το στόχο, τότε είναι πραγματικά άνθρωπος.

Αν, τώρα, βρεθεί κάποιος ν” ανέβει ψηλά στην εκπλήρωση αυτού του στόχου, έτσι που να γίνει στήριγμα στη πράξη για όλους τους υπολοίπους που αγωνίζονται γι” αυτόν, που θα κάνει, δηλαδή, τον εαυτόν του συνεργάτη με τον κάθε άνθρωπο στην πραγματοποίηση αυτού του υπερτάτου προορισμού, αυτό το πρόσωπο θα γίνει το παγκόσμιο κέντρο έλξης για όλες τις ψυχές. Τούτο το πρόσωπο θα είναι γι” αυτές σαν ένας μαγνητικός πόλος, προς τον οποίον θα στρέφονται για βοήθεια, αναλογικά καθώς ο νόμος του δικαίου, της ηθικής υποχρέωσης θα κάνει τον εαυτόν του αισθητό μέσα τους. Τούτο το πρόσωπο τελικά θα βρεθεί να έχει μαζέψει για πάντα γύρω του όλους εκείνους που αξίζουν το όνομα άνθρωπος, που αγωνίζονται για τον αληθινό σκοπό της ζωής. Να θυμηθούμε την αγωνιώδη κραυγή του Παύλου: «Ποιός θα με βοηθήσει να κάνω το καλό που θέλω, αλλά δεν μπορώ να το κάνω» (Ρωμ. Ζ); Να θυμηθούμε και την αγωνιώδη εκζήτηση των αρχαίων Ελλήνων στοχαστών για το «καλό καγαθό».

Βλέποντας τώρα τα πράγματα και από μια άλλη τους πλευρά, μπορούμε να πούμε ότι ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο θάνατος· οπότε, ο μεγαλύτερος ήρωας για την ανθρωπότητα θα ήταν αυτός που θα νικούσε και θα την ελευθέρωνε απ’ τον ανίκητο εχθρό της, το θάνατο – Που να πάμε Κύριε, λόγους ζωής αιωνίου έχεις, ήταν μια απ’ τις βασικές αιτίες που έκανε το Πέτρο και τους άλλους να προσκολληθούν για πάντα στον Ιησού. Είχαν βρει σ’ αυτόν το πρόσωπο που θα τους έδινε το αθάνατο νερό, που θα τους έβγαζε απ’ την εξουσία του θανάτου.

Είναι αυτά ακριβώς που έκανε ο Ιησούς Χριστός για μας, κατεβαίνοντας εδώ κάτω ανάμεσα μας, απόλυτα όμοιος με μας. Είναι ο πρώτος απ’ το γένος μας που έφθασε στο τέρμα του φυσιολογικού δρόμου που είχε ορισθεί για την ανθρωπότητα, και βοηθός για όλους τους άλλους που τον πορεύονται Ο ορειβάτης που έφθασε πρώτος στη κορυφή, και ρίχνει το σχοινί να τραβήξει έναν έναν και τους άλλους που Τον ακολουθούν. Και δεν ήταν αυτό, πράγματι, εκείνο που εννοούσε, όταν τόσο συχνά περιέγραφε τον εαυτόν Του με τον τίτλο «ο Υιός του Ανθρώπου»; 55 φορές στα Ευαγγέλια διαλέγει, σκόπιμα, αυτόν τον τίτλο για τον εαυτόν Του. Η πρόθεση Του είναι προφανώς να καθορίσει με αυτόν τον τίτλο την σχέση στην οποία βρίσκεται με την ανθρωπότητα.

«Υιός του ανθρώπου», στην Αγία Γραφή σημαίνει ένας αληθινός άνθρωπος (Ιεζεκιήλ ΚΖ3 κ.λ.π.) «Ο Υιός του Ανθρώπου«, με άρθρο, σημαίνει λοιπόν, τον τέλειο, τον απόλυτα φυσιολογικό άνθρωπο, την τέλεια πραγματοποίηση του τύπου «άνθρωπος», καθώς τούτος είχε συλληφθεί στον νου Εκείνου που τον δημιούργησε.

Αλλά αυτός ο τίτλος δεν είναι ο μόνος δια του οποίου ο Ιησούς δήλωνε τον εαυτόν Του στις ομιλίες Του. Συχνά ονόμαζε τον εαυτό Του «Ο Υιός του Θεού«, ή απλά, «Ο Υιός». Με αυτόν τον τίτλο προσδιόριζε την σχέση Του με το πρόσωπο του Θεού.

Με τον πρώτο τίτλο ο Ιησούς ήθελε να εκφράσει όλα όσα είναι για τους ανθρώπους. Με τον δεύτερο, όλα όσα είναι για τον Θεό.

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ

Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ας δούμε πρώτα την ζωή Του σαν «Υιός Ανθρώπου».

Η γενική ιδέα που κυβερνά την γήινη ζωή του Ιησού Χριστού δεν είναι καμμία άλλη από κείνη την οποία ο Ίδιος διετύπωσε, όταν έδωσε στον εαυτόν Του αυτόν τον τίτλο. Η ζωή Του εδώ στη γη είναι η πραγματοποίηση της φυσιολογικής ανάπτυξης στην οποία, σαν αρχή, καλείται να προχωρήσει ο κάθε άνθρωπος.

Τα ουσιαστικά γεγονότα της ζωής Του μπορούμε να τα διαιρέσουμε σε τρεις ομάδες. Η πρώτη περιλαμβάνει την γέννηση Του, την ανάπτυξη Του σαν παιδί και έφηβος, το βάπτισμα Του στην ηλικία των 30, και τους πειρασμούς Του στην έρημο. Αυτή είναι η περίοδος της προετοιμασίας.

Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει την άγια Του ζωή, την διδασκαλία Του, και τα θαύματα Του. Κλείνει δε με το μυστηριώδες γεγονός της μεταμόρφωσης Του. Όσα έλαβαν χώρα μέχρι εδώ αποτελούν το πρώτο μέρος του έργου Του σαν Λυτρωτής, που είναι ο αγιασμός της ανθρώπινης φύσης που είχε λάβει για χάρη μας.

Η τρίτη ομάδα περιλαμβάνει το Πάθος, την Ανάσταση Του, και τέλος, την Ανάληψη Του, γεγονότα με τα οποία φθάνει στο μεσουράνημα της όλης Του ζωής. Με τούτα επιτελείται και το δεύτερο μέρος του έργου Του, που είναι ο εξιλασμός του προσώπου του Θεού, η συμφιλίωση του ανθρώπου με τον Δημιουργό του.

Πρώτη ομάδα

Η Γέννηση Του

Ιδέ: Η γέννηση – Η κένωση – Η ενσάρκωση Του, στο κεφάλαιο, ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΜΑΣ

Η ανάπτυξη Του

Ιδέ: Η ανάπτυξη Του, στο κεφάλαιο, ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΜΑΣ

Το Βάπτισμα Του

Η τελειωτική πράξη αυτής της προόδου, που έγινε χωρίς παρέκκλιση, ήταν το Βάπτισμα. Ο Ιησούς ήταν τότε 30 χρονών` η περίοδος της ανθρώπινης ζωής, που ο άνθρωπος φθάνει στο μεσουράνημα των δυνάμεων του, ψυχικών και σωματικών. Αυτή, σύμφωνα με την ευαγγελική αναφορά (Λουκάς Γ23), ήταν ακριβώς η ώρα, κατά την οποία ο Ιησούς πέρασε απ” την ζωή της σιωπηρής ανάπτυξης στην απομόνωση της Ναζαρέτ, σε κείνη της δημόσιας και Μεσσιανικής Του δραστηριότητας.

Πριν να κατέβουν στο ποτάμι, οι μετανοημένοι, που ερχόταν στον Ιωάννη για βάπτισμα, ομολογούσαν τις αμαρτίες τους σ” αυτόν (Ματθαίος Γ6). Ο Ιησούς, παρουσιάζοντας τον εαυτόν Του όπως ο κάθε άλλος Ισραηλίτης, θα έπρεπε να κάνει το ίδιο. Τι να εξομολογήθηκε άραγε Αυτός, αφού δεν είχε να μετανοήσει για τίποτα; Η εξομολόγηση που έκανε θα πρέπει να ήταν μια ομολογία σαν εκείνη του Ησαϊα, του Δανιήλ, του Νεεμία. Θα έφερε ενώπιον του Θεού τις αμαρτίες του Έθνους, ταπεινώνοντας τον εαυτό Του γι” αυτές, σαν να ήταν συμμέτοχος σ” αυτές. Ήταν το βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης και ενότητας με μας, που Τον οδήγησε σε τούτη Του την πράξη. Τι πιό ανθρώπινο! Ένα μέλος της οικογένειας υποφέρει και ταπεινώνεται για όλη την οικογένεια, έστω και αν δεν έχει καμμία συμμετοχή στην αμαρτία της. Αυτό ήταν το θέαμα το οποίο, λίγο αργότερα, ώθησε τον Ιωάννη τον Βαπτιστή να πει τούτα τα υπέροχα λόγια: «Να ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτία του κόσμου». Είχε αναγνωρίσει στον Ιησού, την ημέρα του Βαπτίσματος Του, το άγιο Θύμα το οποίο έκανε την αμαρτία του όλου γένους δική Του, παρόλο που, όσον αφορούσε τη θέληση Του, μεταξύ του εαυτού Του και της αμαρτίας υπήρχε μια άβυσσος.

Ένα άλλο σημείο στο βάπτισμα Του, που δείχνει ότι ήταν πέρα για πέρα άνθρωπος, ήταν η πράξη της προσευχής με την οποία κατεβαίνει στα νερά του Ιορδάνη («Και, προσευχομένου, άνοιξαν οι ουρανοί», Λουκάς Γ21). Σ” αυτή την προσευχή μίλησε καθαρά ο στεναγμός της ανθρωπίνης φύσης (στην καθαρότητα της) για συγνώμη στην αμαρτία της. Εδώ εξεφράσθη και η δίψα της ίδιας αυτής φύσης για κείνο που είναι η ζωή του ουρανού, – για το Άγιο Πνεύμα, χωρίς το οποίο η ανθρώπινη ψυχή φυτοζωεί. Η προσευχή είναι η κραυγή της ανθρώπινης ανάγκης` ο Ιησούς προσευχήθηκε με την αίσθηση αυτής της ανάγκης, την οποία είχε μοιραστεί με μας, σαν ένας από μας που ήταν.

Η απάντηση του Θεού σε τούτη την προσευχή δεν άργησε να έλθει. Ο ουρανός άνοιξε, και αμέσως φάνηκε εκείνο το φωτεινό σημάδι με το οποίο απεικονίσθηκε η μετάδοση του Πνεύματος` η φωνή του Θεού αντήχησε.

Εκεί στο βάπτισμα Του αποκαλύφθηκε πλήρως το Θείο έργο που Του είχε ορίσει ο Θεός να κάνει εδώ κάτω. Εκεί Του δόθηκε η Θεία δύναμη, που χρειαζόταν για τούτο το έργο. Εκεί Του αποκαλύφθηκε και η θέση Του σαν ο αγαπητός Υιός, χωρίς την βεβαίωση της οποίας, Αυτός δεν θα μπορούσε να έχει εκτελέσει αυτό το έργο. Όλα αυτά είναι τόσο ανθρώπινα στον χαρακτήρα τους, ακριβώς ανάλογα με την δική μας πνευματική πορεία. Πως θα μπορούσαμε και μείς να αναλάβουμε ένα Θείο έργο, εάν δεν φωτιζόμαστε από επάνω αναφορικά με το τι έχουμε να εκτελέσουμε; Εάν δεν προικιζόμαστε με την Θεία δύναμη που χρειάζεται γι” αυτό; Εάν, τέλος, δεν μας χαριζόταν η βεβαιότητα της αποδοχής του προσώπου και του έργου μας απ” τον Ίδιο τον Θεό; Η διαφορά μεταξύ του Ιησού και των εαυτών μας σ” αυτό το σημείο είναι απλά τούτη, ότι Αυτός έχει επιφορτισθεί με το γενικό έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, ενώ στον καθέναν από μας έχει ανατεθεί μόνο ένα μικρό μέρος αυτού του έργου, να το εκτελέσουμε μαζί μ” Αυτόν. Να γιατί Αυτός πήρε το Πνεύμα στην πληρότητα Του, ενώ στον καθένα από μας δίδεται μόνον ένα ειδικό μέρος απ” τα χαρίσματα του Πνεύματος.

Δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα πιό ανθρώπινο, από κάθε άποψη, απ” αυτή τη σκηνή του βαπτίσματος του Ιησού. Αναγνωρίζουμε σ” αυτήν έναν αληθινό άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα έναν άνθρωπο καλεσμένον να εισάγει το όλο γένος στην υψηλότερη μορφή ζωής για την οποία είναι προορισμένο – στη ζωή του Πνεύματος.

Οι πειρασμοί

Η σκηνή του Βαπτίσματος έχει συμπληρωθεί, στις διηγήσεις των τριών συνοπτικών Ευαγγελίων, από εκείνη των Πειρασμών. Και είναι σε τούτο το δεύτερο γεγονός που προβάλλει πιο καθαρά ο πέρα για πέρα ανθρώπινος χαρακτήρας του Ιησού. Το να είσαι υπεράνω πειρασμών, αυτό ανήκει μόνο στον Θεό. Ο Θεός είναι απείραστος κακών, και αυτός ουδένα πειράζει, μας γράφει στο Ιακώβου Α13. Το να πειράζεις, είναι το έργο του κακού. Το να πειράζεσαι, αυτό ανήκει στην ανθρώπινη φύση.

Το ερώτημα εδώ είναι, γιατί ο Θεός θεώρησε αναγκαίο να παραδώσει στην δοκιμασία του πειρασμού αυτό το Πρόσωπο, στο οποίον είχε μόλις χορηγήσει τέτοιον πλούτο χαρισμάτων; Ακριβώς λόγω αυτών των χαρισμάτων. Χρειαζόταν να μάθει, στο σχολείο του πειρασμού, ν” αφιερώνει ολοκληρωτικά στον Θεό τα χαρίσματα που είχε λάβει. Πράγματι, δεν θα πειραζόταν συχνά ο Ιησούς στην πορεία της δημόσιας διακονίας Του, να χρησιμοποιήσει τις θαυματουργικές Του δυνάμεις για την καλλιτέρευση της προσωπικής Του θέσης μέσα στον κόσμο, να ενεργήσει σαν Θεός, όπως του το επεσήμανε ο Διάβολος: Εάν είσαι Υιός του Θεού...; Τούτο όμως θα ήταν σαν να εγκατέλειπε την αληθινή Του κατάσταση σαν άνθρωπος, και το έργο Του θα ματαιωνόταν.

Δεν θα είχε αρκετές φορές την ευκαιρία, που προσφερόταν απ” τον ενθουσιασμό του πλήθους, να παίξει τον ρόλο ενός πολιτικού Μεσσία, ενός ένδοξου γηίνου βασιλιά; Τούτο όμως δεν θα ήταν τίποτα λιγώτερο απ” την εγκατάλειψη της θέσης Του σαν λυτρωτής Μεσσίας, τέτοιος όπως τον είχε στην πρόθεση Του ο Θεός, και τον απαιτούσαν οι αληθινές ανάγκες του ανθρωπίνου γένους;

Τέλος, δεν θα εξετίθετο συχνά στον πειρασμό να κάνει χρήση αυθαίρετα, και χωρίς να είναι θέλημα Θεού, της τεράστιας δύναμης που Του ήταν εμπιστευμένη (για ν’ αποδείξει π.χ. ποιός πραγματικά ήταν); Τούτο όμως θα ήταν μια υψίστη πράξη απρέπειας προς τον Θεό τον Πατέρα Του, και μια εγκατάλειψη της θέσης Του σαν Υιού – θα έβαζε τον Πατέρα του σε πειρασμό.

Για ν” αποφύγει αυτούς τους κινδύνους στο δρόμο που είχε να περιπατήσει, θα πρέπει να τους γνωρίσει από πριν. Είναι σαν τον πλοίαρχο ενός πλοίου, ο οποίος, πριν μπει στον ωκεανό, θα πρέπει πρώτα να έχει μελετήσει τον χάρτη των υφάλων και βραχονησίδων που είναι σκόρπιοι στις θάλασσες που έχει να περάσει.

Σ” αυτό χρησίμευσαν στον Ιησού οι πειρασμοί στην έρημο. Στο βάπτισμα Του έμαθε τι είχε να κάνει` με τους πειρασμούς Του διέκρινε τι είχε ν” αποφύγει. Ηταν ο τρόπος που Τον καθοδήγησε ο Πατέρας, και Τον κατέστησε ενήμερο για τους κινδύνους που επρόκειτο να συναντήσει. Μια εκπαίδευση πέρα για πέρα ανθρώπινη, σαν άνθρωπος που ήταν. Τούτη η εκπαίδευση ήταν απαραίτητη γι” Αυτόν, στον οποίον είχε ανατεθεί το έργο να συντρίψει, στο όνομα του ανθρωπίνου γένους σαν σύνολο, το κεφάλι του φιδιού.

Δεύτερη Ομάδα

Έως αυτόν τον καιρό, το έργο του Ιησού ήταν η δική Του προσωπική ανάπτυξη. Τώρα είχε φθάσει η ώρα, αυτή η ανάπτυξη ν” αρχίσει να φέρει τους καρπούς της, για το καλό του κόσμου. Μέχρι τώρα Αυτός έπαιρνε. Τώρα είχε έλθει η ώρα ν” αρχίσει να δίνει. Είναι σ” αυτό το σημείο που ξεκινά το δεύτερο στάδιο του έργου της ζωής Του (υπάρχει κι αυτό του θανάτου Του) – εκείνο που αφορά την δημόσια διακονία Του. Θα αρχίσουμε με τον άγιο τρόπο ζωής Του, διότι αυτός συνιστά την βάση του όλου λυτρωτικού Του έργου.

Η Αγιότητα Του.

Τα ιερά μας κείμενα αποδίδουν στον Ιησού μια αγιότητα χωρίς κηλίδα` όπως διαπιστώνουμε από τα λόγια Του, ποτέ Του δεν αναγκάσθηκε να εκφράσει μετάνοια για κάτι. Ήταν η μοναδική ανθρώπινη ζωή που δεν την βασάνισαν ποτέ οι τύψεις. Και αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν σκεφτούμε ότι, ο Ιησούς ήταν ο πλέον ταπεινός απ” τους ανθρώπους, και η συνείδηση Του η πλέον ευαίσθητη. Όσο πιό πολύ είμαστε προχωρημένοι στη ζωή της αγιότητας, τόσο πιό οδυνηρά αισθανόμαστε τις κηλίδες της αμαρτίας. Εάν είχε την ελαχίστη κηλίδα, θα είχε εμπηρεαστεί απ” αυτή περισσότερο απ” ότι εμείς εμπηρεαζόμαστε απ” τα βαρύτερα παραπτώματα στα οποία πέφτουμε.

Αλλά μήπως τούτη η άμεπτη αγιότητα είναι κάτι το υπεράνθρωπο από μόνο του; Σίγουρα όχι, γιατί η αμαρτία δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, και κατά κανέναν τρόπο ο Θεός που μας έπλασε δεν φέρει ευθύνη γι” αυτήν. Η μόνη ερώτηση που μπορούμε, και θα έπρεπε να ρωτήσουμε εδώ, είναι αυτή: Η αγιότητα του Ιησού φέρει τα σημάδια μιας ανθρώπινης, ή μιας Θείας αγιότητας; Είναι μια ερώτηση που απαντιέται εύκολα.

Δύο χαρακτηριστικά διακρίνουν την αγιότητα του Θεού από εκείνη του ανθρώπου: α) Η αγιότητα του ανθρώπου είναι επιδεκτική προόδου, ενώ η αγιότητα του Θεού είναι σταθερή και αμετάβλητη. β) Η αγιότητα του ανθρώπου αναπτύσσεται από τις ηθικές συγκρούσεις, από τις νίκες πάνω στους πειρασμούς, ενώ εκείνη του Θεού εξαιρείται από κάθε σύγκρουση. Ο Ιάκωβος μας λέγει στο Α13: «Ο Θεός είναι απείραστος κακών».

Ας γίνει εφαρμογή αυτών των δύο χαρακτηριστικών στην αγιότητα του Ιησού. Εδώ και αν υπήρξε πρόοδος, εδώ και αν υπήρξε σύγκρουση, στην δική Του ηθική ζωή! Η αγιότητα Του ήταν μια πέρα για πέρα ανθρώπινη αγιότητα.

Όσον αφορά την πρόοδο της, να θυμηθούμε τι είναι γραμμένο γι” Αυτόν στην Επιστολή προς Εβραίους, Ε8,9: «Έμαθε την υπακοή από όσα έπαθε. Και γενόμενος τέλειος…». Επίσης, στο Ιωάννης ΙΖ θα πει ο Ίδιος: «Και για χάρη τους εγώ αγιάζω τον εαυτόν μου για να είναι και αυτοί αγιασμένοι δια της αληθείας».

Πάνω σε τούτα τα λόγια Του θα πρέπει να κάνουμε την εξής διευκρίνηση: Το «αγιάζω» δεν είναι συνώνυμο του «εξαγνίζω», του «καθαρίζω». Το να καθαρίσεις κάποιον σημαίνει, υπονοεί ότι τούτος είναι μολυσμένος` και ο Κύριος δεν ήταν μολυσμένος, για να χρειάζεται καθαρισμό. Άλλη έννοια έχει, λοιπόν, το «αγιάζω». Το ν” «αγιασθεί» κάποιος σημαίνει, απλά, ν” αφιερώσει στον Θεό τις φυσικές δυνάμεις της ψυχής και του σώματος του, ευθύς ως αυτές αρχίσουν ν” αναφαίνονται, να τίθενται σε λειτουργία. «Καθαρό», είναι το αντίθετο του «ακάθαρτου»` «άγιο», είναι το αντίθετο του «βέβηλου», του «κοσμικού», του «ανόσιου», ή απλά του «φυσικού».

Από μόνες τους, οι δυνάμεις της φύσης μας σαν ανθρώπων (οι ψυχικές και σωματικές μας δυνάμεις) δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές” γίνονται το ένα ή το άλλο ανάλογα με τι χρήση θα τους κάνουμε, ευθύς ως αυτές αφυπνίζονται, ευθύς ως αρχίζουν ν” ασκούνται στην πράξη. Και η χρήση που μπορούμε να τους κάνουμε είναι, ή να τις αφιερώσουμε στον Θεό, ή, το αντίθετο, να παραμείνουν στην υπηρεσία της φυσικής μας καρδιάς, που πάντα είναι εγωιστική και ατομιστική.

Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε πως υπάρχουν περιπτώσεις που η αγιότητα μας, η αφιέρωση μας στο Θεό μπορεί ν” απαιτήσει τούτες οι φυσικές μας δυνάμεις, όχι απλά να προσφερθούν στην υπηρεσία του Θείου θελήματος, αλλά να θυσιασθούν εξ ολοκλήρου, γιατί στέκονται εμπόδιο, ή απλά δεν μπορούν να υπηρετήσουν το έργο που μας έχει εμπιστευθεί ο Θεός.

Σε τούτο, λοιπόν, συνίσταται η πρόοδος μας στην αγιότητα: Στην αφιέρωση των φυσικών μας χαρισμάτων περισσότερο και περισσότερο σ’ κείνο που μας έχει ανατεθεί από τον Θεό, ή ακόμη στην απάρνηση τους τελείως, αν τούτα στέκονται εμπόδιο στην εκτέλεση του Θείου θελήματος.

Τέτοια ήταν η αγιότητα του Ιησού. Η αφιέρωση της όλης Του ύπαρξης στον Θεό προχωρούσε, ακριβώς αναλογικά καθώς όλες Του οι ικανότητες, που ξυπνούσαν μέσα Του, είτε υπετάσσοντο στον Θεό, και αφιερωνόταν ολοκληρωτικά στην υπηρεσία Του, ή, διαφορετικά, θυσιαζόταν διότι δεν ήσαν εφαρμόσιμες στο απολυτρωτικό Του έργο, δεν χρειαζόταν γι” αυτό.

Η καρδιά του Ιησού είχε όλες εκείνες τις δυνάμεις που Του έδιναν την ικανότητα ν” απολαμβάνει την γλυκύτητα της οικογενειακής ζωής. Ο νους Του είχε όλες εκείνες τις διανοητικές ικανότητες, που θα μπορούσαν να λάβουν μια φιλολογική ή μια άλλη επιστημονική εκπαίδευση. Οι παραβολές Του δίνουν την εικόνα ενός ασύγκριτου λαϊκού ομιλητή` ο βαθύτερος φιλόσοφος στέκεται εκστατικός σε πολλές απ” τις ομιλίες Του πάνω στην ηθική. Θα μπορούσε να είχε δοθεί αποκλειστικά σε κάτι απ” αυτά. Θα μπορούσε να είχε γίνει ένας τέλειος οικογενειάρχης, ένας μεγάλος επιστήμονας, ένας ασύγκριτος φιλόσοφος, ένας μεγάλος πολιτικός ηγέτης. Δεν έκανε όμως τίποτα απ” όλα αυτά. Συνεχώς είχε εμπρός Του τον στόχο που Του είχε ορίσει ο Πατέρας, και εκεί αφιέρωσε όλες τις δυνάμεις της προσωπικότητας Του και τα χαρίσματα με τα οποία είχε προικισθεί. Το ν” ασχοληθεί αποκλειστικά με κάτι από τα προηγούμενα, σήμαινε, το να βγει έξω από τον στόχο που Του είχε ορισθεί.

Τούτη ήταν και η πρόοδος Του στην αγιότητα, η συνεχής και αποκλειστική αφιέρωση όλων Του των δυνάμεων στο έργο Του σαν Σωτήρας του κόσμου.

Ήταν ακριβώς δυνάμει αυτού του βαθιά ανθρώπινου χαρακτήρα της αγιότητας Του, που μπορούσε να λέει: «Αγιάζω τον εαυτόν μου, ώστε και αυτοί να είναι αγιασμένοι δια της αληθείας». Τούτον τον αγιασμό της ζωής του ανθρώπου, που Αυτός επιτελούσε στον εαυτόν Του, είχε σαν σκοπό, σ” έναν μελλοντικό χρόνο, να τον επαναπαράγει σε όλους εκείνους, που θα ενωνόταν μαζί Του μέσω της πίστης. Η αγιότητα τους θα έπρεπε να είναι αυτή η ίδια αγιότητα την οποία πραγματοποιούσε εκείνον τον καιρό στο δικό Του πρόσωπο, και την οποία το Πνεύμα θα μετέδιδε σ” αυτούς, όταν θα έφθανε η κατάλληλη στιγμή. Τι αποφασιστική απόδειξη του αληθινά ανθρώπινου χαρακτήρα της αγιότητας Του!

Η αγιότητα του Ιησού αποδεικνύεται ότι ήταν πέρα για πέρα ανθρώπινη, και από τις ηθικές συγκρούσεις, τους εωτερικούς αγώνες, που χαρακτηρίζουν όλα της τα στάδια.

Δύο τάσεις, αθώες από μόνες τους, ανήκουν στην φύση μας: Η επιθυμία για απόλαυση, και ο φόβος του πόνου. Είναι φυσικό το να θέλουμε την απόλαυση, όπως είναι φυσικό και το να θέλουμε ν” αποφύγουμε τον πόνο. Τούτες όμως οι τάσεις, νόμιμες καθώς είναι από μόνες τους, μπορούν να έρθουν σε αντίθεση, σε σύγκρουση, με την αποστολή που μας έχει εμπιστευθεί ο Θεός. Τότε είναι η στιγμή που καλείσαι να τις θυσιάσεις` και είναι από δω που προκύπτουν οι εσωτερικοί αγώνες, στους οποίους μπορεί να εμπλακεί και η πλέον αθώα απ” τις υπάρξεις.

Στην ηλικία των 12, ο Ιησούς βρήκε τον εαυτόν Του για πρώτη φορά στον Ναό. Εκεί αισθάνθηκε μια ευτυχία, σαν εκείνη ενός παιδιού στο σπίτι του πατέρα του. Γι” Αυτόν ήταν ένας παράδεισος, και θα ευχόταν να έμενε εκεί για πάντα. Αλλά η φωνή των γονέων Του Τον καλεί πίσω. Αναγνωρίζει σ” αυτή, την φωνή του Θεού. «Υποτάσσεται σ” αυτούς«, και επιστρέφει μαζί τους στην Ναζαρέτ` αλλά σίγουρα όχι χωρίς μια θυσία και εσωτερική πάλη. Εδώ βλέπουμε την πιό καθαρή από τις απολαύσεις, να θυσιάζεται στην εκπλήρωση του καθήκοντος που Του είχε ορισθεί.

Στην έρημο βασανίζεται από πείνα. Τι ποιό νόμιμo απ” αυτή την διαμαρτυρία της φύσης, του σώματος Του; Τρόπο να ικανοποιήσει την πείνα Του είχε, Του τον επεσήμανε και ο Διάβολος. Στην ζωή Του όμως είναι υψωμένη μια αρχή, η υποταγή με πλήρη εμπιστοσύνη στον Πατέρα. Η ικανοποίηση της πείνας, χωρίς δισταγμό, θυσιάζεται εμπρός σε τούτη την αρχή.

Είναι εδώ στην έρημο πάλι, που έχοντας μόλις λίγο πριν, στο βάπτισμα Του, προικισθεί με τις θαυμαστές δυνάμεις του Πνεύματος, βλέπει ν” ανοίγονται εμπρός Του εκείνες οι ένδοξες προοπτικές, που Του τις επισημαίνει πάλι ο Διάβολος. Και αλήθεια, πόσο κατάλληλος είναι να θριαμβεύσει σε τούτα τα πεδία, να κάνει εδώ όνομα μεγαλύτερο από τους μεγάλους της γης, να προσφέρει τόσα στην ανθρωπότητα! Αλλά Του τίθεται μια προϋπόθεση εκ μέρους του Διαβόλου. Η άρνηση Του είναι απόλυτη, και εδώ, χωρίς δισταγμό, η επιθυμία θυσιάζεται.

Λίγες μέρες πριν το πάθος Του βρίσκεται ακόμα μια φορά στον Ναό. Μερικοί ξένοι προσκυνητές Του ζητούν κάτι το οποίον ξυπνά μέσα Του το οδυνηρό αίσθημα του τρομερού θανάτου προς τον οποίον οδεύει. Τούτο το αίσθημα Τον καταλαμβάνει, και Τον ταράσσει. «Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη», αναφωνεί εμπρός σ” όλον τον κόσμο, «και τι να πω; Πατέρα σώσε με από την ώρα αυτή;». Αυτός θα ήταν πράγματι ο κλαυθμός, η διαμαρτυρία της φύσης. Αλλά σ” αυτόν τον κλαυθμό, τον οποίον θα μπορούσε να είχε εκστομίσει, απαντά μια άλλη φωνή – η φωνή του πνεύματος – που τον κατανικά, «Πατέρα δόξασε το όνομα σου», μεταχειρίσου με όπως θέλεις, μέσα από μένα αποκόμισε μόνον δόξα για Σένα! Και με τούτη την προσευχή τελειώνει αυτός ο εσωτερικός αγώνας. Εδώ ο τελείως φυσιολογικός φόβος των παθημάτων προσφέρεται θυσία στον βωμό της αποστολής Του.

Το ίδιο και στην Γεθσημανή. Η πρώτη φωνή, η φωνή της φύσης, κραυγάζει, «Ας περάσει τούτο το ποτήρι από μένα». Η άλλη όμως φωνή, εκείνη του πνεύματος – που δεν είναι άλλη απ” την φωνή της αποστολής που ο Θεός Του είχε αναθέσει – μιλά με την σειρά της: «Το δικό σου να γίνει, όχι το δικό μου». Και η πρώτη υποτάσσεται στην δεύτερη` αλλά όχι όμως χωρίς αγώνα, που κάνει τον Ιησού να βγάλει αίμα μαζί με τον ιδρώτα.

Τούτο ας τονισθεί: Δεν είναι αμαρτία το ότι έχουμε μια φύση με επιθυμίες. Ετσι μας έπλασε ο Θεός. Και είναι φυσιολογικό και νόμιμο να θέλουμε να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες της φύσης μας, χωρίς βέβαια ν” αδικούμε. Που είναι εδώ η αμαρτία; Η αμαρτία εδώ είναι μόνο το ν” αρνηθούμε να θυσιάσουμε κάποια απ” αυτές τις επιθυμίες, όταν ο Θεός μας το ζητήσει. Να και ένας από τους λόγους που μας έδωσε τούτη την φύση με τις επιθυμίες της, να έχουμε θύμα να Του προσφέρουμε θυσία, όταν μας ζητηθεί. Ο Ιησούς ποτέ δεν ήρθε σε αντίθεση με την Θεία θέληση με μια τέτοια άρνηση, και στις περιπτώσεις που υπήρχε κάποια ευχαρίστηση απ” την οποία εκαλείτο να παραιτηθεί, και όταν έπρεπε να υποστεί κάποιο πάθημα. Ποτέ Του δεν επέτρεψε στον εαυτόν Του την ικανοποίηση κάποιας επιθυμίας, εάν αυτή δεν άρμοζε στην εκπλήρωση του στόχου που Του είχε ανατεθεί` και ποτέ Του δεν αρνήθηκε να υποβληθεί σε οποιοδήποτε πάθημα που αυτός ο στόχος απαιτούσε.

Αυτό το χαρακτηριστικό της αγιότητας Του έκανε την ζωή του μια αδιάκοπη σειρά αγώνων` αλλά αυτό είναι ακριβώς και το σημείο που φανερώνει τον αληθινά ανθρώπινο της χαρακτήρα, και που μας επιτρέπει ν” αναγνωρίσουμε σ” Αυτόν τον αληθινό Αρχιερέα της ανθρωπότητας, που πραγματοποιεί στην πράξη, με την ζωή Του, αυτό που έφερε στο μέτωπο του ο Ιουδαίος αρχιερέας: «Αγιασμός στον Κύριο».

Οι Διδασκαλίες Του.

Ποιός αναγνώστης της Άγιας Γραφής, εμβαθύνοντας πάνω στις διδασκαλίες του Κυρίου μας, δεν έχει παρακινηθεί ν” αναφωνήσει, Τι θείες! Αλλά ταυτόχρονα και πόσο ανθρώπινες είναι αυτές οι ομιλίες, όσον αφορά το περιεχόμενο τους αλλά και την μορφή τους!

Ποιά να ήταν η προέλευση τους, πως οδηγιόταν, τι Τον ωθούσε να πει αυτά που έλεγε;

Προηγουμένως είδαμε ότι το μυστικό στην αγιότητα Του ήταν η προσοχή με την οποία κρατούσε την θέληση Του ελεύθερη από κάθε επιροή που προερχόταν απ” τον εαυτόν Του, για να την κρατά πάντα ανοικτή στις παρορμήσεις της Θείας θέλησης. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και με την διδασκαλία Του. Και εδώ η όλη Του τέχνη συνίστατο στο να μην επιτρέπει σε καμμία σκέψη που προερχόταν απ” τον εαυτό Του να κυβερνά τον νου Του, κρατώντας τον συνεχώς σε μια κατάσταση απόλυτης εξάρτησης απ’ τον Θείο νου. Ήταν μ” αυτή την μέθοδο, τόσο απλή από μόνη της, που πέτυχε να κάνει τον ανθρώπινο Του λόγο το όργανο της Θείας σοφίας. «Καθώς ακούω κρίνω, και η κρίση μου είναι δίκαιη», είπε ο Ίδιος (Ιωάννης Ε30). Δηλαδή, πριν να μιλήσει, άκουγε με το εσωτερικό αυτί, και δεν άνοιγε τα χείλη Του να εκφράσει τις σκέψεις Του, παρά μόνον όταν ελάμβανε την απάντηση του Πατέρα στην σιωπηρή ερώτηση που η καρδιά Του είχε απευθύνει σ” Αυτόν. Έτσι η κρίση του Θεού έγινε δική Του, και ήταν αυτή που έκανε την δική Του αλάνθαστη. «Δεν μιλώ απ” τον εαυτόν μου«, λέγει κάπου αλλού` «λέγω αυτά που ο Πατέρας μου με έχει διδάξει» (Ιωάννης Ζ16,17, Η28, ΙΒ49,50).

Να, λοιπόν, γιατί η διδασκαλία Του είναι τόσο Θεία και ταυτόχρονα τόσο ανθρώπινη. Είναι Θεία γιατί σε κάθε περίσταση είναι ο Θεός στον οποίον ανοίγεται δρόμος να μιλήσει πρώτος, πριν λεχθεί κάποιος λόγος στους γύρω. Είναι όμως και ανθρώπινη γιατί πάλι σε κάθε περίπτωση, είναι ένα ανθρώπινο αυτί που ακούει και παίρνει την Θεία σοφία, την Θεία κρίση, και στην συνέχεια είναι μια ανθρώπινη καρδιά και ένας ανθρώπινος νους που της δίνουν μορφή, και είναι ένα ανθρώπινο στόμα που την κάνει ν’ ακουστεί στους γύρω.

Έτσι μαθαίνουμε και μεις ποιός είναι ο βαθύτερος στόχος του ανθρώπινου λόγου: Είναι στο να μπορεί, μέσα απ” αυτόν, να εκφράζεται η αλήθεια του Θεού. Και είναι στην περίπτωση του Ιησού μόνον που τούτος ο στόχος επετεύχθη, ο ανθρώπινος λόγος επετέλεσε εδώ πέρα για πέρα τον προορισμό του.

Εδώ πάλι, όπως πάντα, βρίσκουμε στον Ιησού έναν αληθινό άνθρωπο` αλλά σ” αυτόν τον αληθινό άνθρωπο, ο άνθρωπος ετελειώθηκε, έφθασε στην υψίστη βαθμίδα της εξέλιξης Του, όπως την είχε συλλάβει ο νους του Θεού, που έδωσε ύπαρξη στο γένος «άνθρωπος».

Στην αγιότητα Του, ο άνθρωπος Ιησούς εμφανίσθηκε σαν ο Αρχιερέας του Θεού πάνω στη γη, μέσω της τέλειας υποταγής της δικής Του θέλησης στην Θεία θέληση. Στην διδασκαλία Του εμφανίσθηκε σαν ο προφήτης του Θεού εδώ κάτω, μέσω της ελεύθερης υποταγής του νου Του σε κείνον του Θεού. Αυτή ήταν η δεύτερη από τις λειτουργίες που συνιστούσαν από την αρχή τον προορισμό του ανθρώπου, (τούτος ο προορισμός είναι να επαναπαραχθεί η εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο).

Τα Θαύματα

Το μυστικό των θαυμάτων του Ιησού είναι το ίδιο με κείνο της διδασκαλίας Του, με κείνο που Τον έκανε να είναι αλάθητος στην ηθική Του συμπεριφορά και στις κρίσεις Του. Καθώς στην διδασκαλία Του και στις κρίσεις Του δεν σφάλλει, διότι πρόσεχε σε κάθε στιγμή να καταπνίξει κάθε δικό Του λόγο, που μπορούσε να είχε ο Ίδιος επινοήσει, και στην συνέχεια να τον πει με το στόμα Του, (όπως συνήθως κάνουμε εμείς), για να δώσει χώρο στον λόγο που ερχόταν σ” Αυτόν από τον Θεό, έτσι στα θαύματα Του πρόσεχε ν” αρχίσει αποκηρύσσοντας κάθε δική Του παρόρμηση, για να κάνει την θέληση Του το πειθήνιο όργανο της Θείας θέλησης` και ήταν από δω που έπαιρνε την δύναμη για το κάθε τι, ακόμα και να κυβερνήσει την φύση, και να υποτάξει τον θάνατο. «Δεν μπορώ από μόνος μου να κάνω τίποτα», είπε, εξηγώντας την θεραπεία του παραλυτικού (Ιωάννης Ε30). «Ο Υιός δεν μπορεί να κάνει τίποτα από τον εαυτόν του εάν δεν βλέπει τον Πατέρα να το κάνει» (Ε19). Η πανίσχυρη δύναμη του Ιησού βασίζεται ακριβώς πάνω στην εθελοντική αδυναμία Του, να κάνει κάτι από τον εαυτόν Του, κατά τον ίδιο τρόπο που το αλάθητο Του βασίζεται πάνω στην απόφαση Του να μην πει κάτι που δεν προερχόταν απ” τον Θεό.

Η θαυματουργική Του δύναμη είναι τότε ανθρώπινη καθώς επίσης και Θεία. Είναι, σε κάθε περίπτωση, ένα δάνειο που παίρνει η ανθρώπινη φτώχεια, καθώς εμπιστεύεται απόλυτα την γεναιοδωρία του Θεού.

Κυττάχτε Τον καθώς θεραπεύει τον κουφό και μουγγό. Βάζει τα δάχτυλα Του στ” αυτιά του` με αυτό δείχνει καθαρά ότι η θαυμαστή δύναμη που πρόκειται να τεθεί σε ενέργεια ξεπηδά από το πρόσωπο Του. Αλλά από το άλλο μέρος, πρώτα υψώνει τα μάτια στον ουρανό, ενώ βγάζει έναν βαθύ αναστεναγμό. Έτσι, δείχνει εξ ίσου καθαρά, ότι η δύναμη που θα δώσει πάλι σ” αυτόν τον άνθρωπο τα δώρα της ακοής και της ομιλίας, έρχεται από πάνω, όχι από τον εαυτόν Του.

Ακούστε τα λόγια και την προσευχή Του κατά την στιγμή που καλεί τον νεκρό Λάζαρο από το μνήμα του: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή», λέγει στην αδελφή του νεκρού, – κάνοντας την έτσι ν” αντιληφθεί σε πόσο στενή σχέση βρίσκεται το μεγαλειώδες έργο που πρόκειται να εκτελέσει με το πρόσωπο Του` αλλά από το άλλο μέρος: «Πατέρα, γνωρίζω ότι πάντα μ” ακούς», είναι η προσευχή που βγαίνει από μέσα Του εμπρός σε όλο το πλήθος. Με αυτά τα λόγια μαρτυρεί εξ ίσου καθαρά ότι σε κάθε τέτοια περίπτωση ζητά από την Θεία παντοδυναμία να Του δανείσει το σκήπτρο της.

Αυτό συμβαίνει με όλα τα θαύματα του Ιησού. Τούτα είναι ταυτόχρονα ανθρώπινα και θεία` θεία αναφορικά με την πρωταρχική τους αιτία, ανθρώπινα αναφορικά με το όργανο στο οποίον ο Θεός ευαρεστείται να εμπιστευθεί την δύναμη Του.

Πάνω σ” αυτό το θέμα, να τι ακριβώς συμβαίνει με μας: Εμείς, λόγω της έμφυτης ανυπακοής μας, κάνουμε συνεχώς κακή χρήση των φυσικών δυνάμεων και ικανοτήτων του νου με τις οποίες είμαστε προικισμένοι. Συλλογιστείτε μόνο για μια στιγμή την χρήση που κάνουμε αυτού του θαυμασίου δώρου της ομιλίας! Αυτός είναι ο λόγος που ο Θεός δεν μπορεί να μας χορηγήσει ένα μερίδιο στη δύναμη Του. Τι χρήση θα της κάναμε; Εάν όμως εμφανισθεί επάνω στη γη ένα ον του οποίου η θέληση έχει τοποθετηθεί από μόνη της κάτω από την εξουσία της Θείας αγιότητας και του Θείου ελέους, ο Θεός τότε θα χαρεί να τον εισάγει, όσο το δυνατόν πιό πολύ, σε κοινωνία με την δύναμη Του. Και τότε θα πραγματοποιηθεί ο προορισμός του ανθρώπου καθώς τον έχει ήδη περιγράψει ο ψαλμωδός: «Τον κατέστησες κυρίαρχο πάνω στα έργα των χεριών σου` όλα τα υπέταξες κάτω από τα πόδια του» (Ψαλμός Η6). Και η εμφάνιση μιας τέτοιας ανθρωπίνης ύπαρξης δεν θα ήταν μια χαρούμενη έκπληξη, ή ένα απλό ευτυχές συμβάν στην θέα του Θεού` θα ήταν η εκπλήρωση του αιωνίου Του σκοπού αναφορικά με τον άνθρωπο. Το λειτούργημα του βασιλιά, καθώς επίσης εκείνο του προφήτη και του ιερέα, συνδέεται με την ιδέα «άνθρωπος», καθώς αρχικά την συνέλαβε ο Θεός. Ήταν ο ένδοξος προορισμός του ανθρώπου, να γινόταν ο αντιπρόσωπος ταυτόχρονα της δύναμης, της σοφίας, και της αγιότητας του Θεού, και να πραγματοποιούσε, στο δικό του πρόσωπο, μέσω αυτής της τριπλής αποστολής, την ορατή εικόνα του Θεού πάνω στην γη. Και η ιστορία στη παρούσα της μορφή (όλη αυτή η ανάπτυξη, η διαδρομή) τελειώνει όταν ο Θεός γίνει, τα πάντα εν πάσι, Α’ Κορ. ΙΕ.

Η Μεταμόρφωση

Ιδέ: Η μεταμόρφωση, στο κεφάλαιο, ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΜΑΣ

Τρίτη Ομάδα

Στη Τρίτη ομάδα των γεγονότων της ζωής του Ιησού ανήκουν ο θάνατος, η ανάσταση και η ανάληψη Του.

Ο Θάνατος Του

Δεν είναι έργο αυτής της μελέτης να ζωγραφίσει πάλι εκείνες τις σκηνές της λύπης και του πόνου, που είναι καλά γνωστές. Ούτε ακόμη να ερευνήσει τη σχέση στην οποία βρίσκεται αυτός ο αιματηρός θάνατος με τη σωτηρία του κόσμου. Ο στόχος μας εδώ είναι να καθορίσουμε μόνο τη σχέση του Ιησού προς την ανθρώπινη Του οικογένεια, μέσα σε κείνο το δράμα του αίματος, το οποίον έφερε τη γήινη Του ζωή σ’ ένα τόσο θλιβερό τέλος.

Η Παλαιά Διαθήκη είχε μιλήσει για έναν «Υπηρέτη του Ιεχοβά», του οποίου η αποστολή θα ήταν να εξιλεώσει την αμαρτία του κόσμου. «Ο Κύριος έθεσεν επ‘ αυτόν την ανομίαν πάντων ημών…ετραυματίσθη δια τας παραβάσεις ημών, εταλαιπωρήθη δια τας ανομίας ημών» θα προφητεύσει ο Ησαϊας στο ΝΓ κεφάλαιο του. Απ’ τα παλιά χρόνια, το πασχαλινό αρνί, του οποίου το αίμα υπήρξε για τον Iσραήλ το μέσον της απελευθέρωσης του, ήταν το σύμβολο αυτού του υπηρέτη. Το χάλκινο φίδι, υψωμένο στο μέσο της κατασκήνωσης τους, στη κορυφή ενός στύλου, για τη θεραπεία των δαγκωμένων απ’ τα φίδια Ισραηλιτών, ήταν κι αυτό ένα βασικό σύμβολο του λειτουργήματος, που αυτός ο λυτρωτής Μεσσίας επρόκειτο κάποια μέρα να υπηρετήσει.

Ο Ιησούς εφήρμοσε στον εαυτόν Του αυτές τις προφητείες και τύπους· σ” αυτές είδε να αναγγέλετται η τύχη που Τον περίμενε. Οπότε, κατά την στιγμή που επρόκειτο να προχωρήσει προς την εκτέλεση Του, είπε στους μαθητές Του: «Διότι σας λέγω, ότι πρέπει να εκπληρωθή εις εμέ και τούτο που είναι γραμμένον: «Και συγκαταριθμήθηκε μεταξύ των ανόμων» (Λουκάς ΚΒ37). Ήταν ενώ αντίκρυζε αυτόν τον υπέρτατο στόχο, που θα τον υπηρετούσε το τόσο τραγικό τέλος Του, που κραύγασε με αγωνία στην Γεθσημανή: «Πατέρα, εάν είναι δυνατόν, ας περάσει αυτό το ποτήρι από μένα». Δύο προτάσεις που βγήκαν απ’ τα χείλη Του μας έδειξαν καθαρά την έννοια που Αυτός απέδιδε στο τέλος που Τον περίμενε: «Ο Υιός του ανθρώπου ήλθε για να δώσει την ζωή του λύτρο αντί πολλών«` και, λίγο αργότερα, όταν έδωσε το ποτήρι στο τελευταίο δείπνο στους μαθητές Του: «Αυτό είναι το αίμα μου που χύνεται για πολλούς, προς άφεσιν αμαρτιών» (Ματθαίος ΚΣΤ28). Ο Ιησούς, συνεπώς, αισθανόταν προφανώς ότι στα παθήματα και τον θάνατο Του Αυτός ήταν ο αντιπρόσωπος της αμαρτωλής ανθρωπότητας· το αίμα Του που θα χυνόταν, ήταν στα μάτια Του, η εξιλέωση που επρόκειτο να προσφερθεί στον Θεό για τις αμαρτίες του ανθωπίνου γένους` το αντικείμενο του θανάτου Του ήταν να πληρώσει τα λύτρα των αδελφών Του.

Στην ζωή Του είχε εργασθεί το στόχο που είχε καθορισθεί για τον ιδανικό άνθρωπο. Στο θάνατο Του εξεπλήρωσε εκείνον του πεσμένου ανθρώπου.

Βεβαίως ανήκε μόνον σ” έναν άνθρωπο, έναν αληθινό άνθρωπο, να είναι κατ” αυτόν τον τρόπο ο αντιπρόσωπος ενώπιον του Θεού της ανθρωπότητας στην ενοχή της. Ένας άγγελος απ” τον ουρανό δεν θα μπορούσε να είχε επιτελέσει αυτή την αποστολή. Για να φέρεις την ντροπή μιας οικογένειας, θα πρέπει οπωσδήποτε να είσαι μέλος της. Για να μπορέσουμε να αισθανθούμε με ευαισθησία ένα μεγάλο εθνικό έγκλημα, θα πρέπει ν” ανήκουμε οι ίδιοι στο ένοχο έθνος. Συμπάθεια, που φθάνει έως το θαύμα της πραγματικής ενότητας και ακόμα της αυτοϋποκατάστασης, προϋποθέτει πλήρη κοινωνία ζωής.

Για ένα μακρύ διάστημα στο παρελθόν, ο Ιησούς είχε συνηθίσει τον εαυτόν Του να παίζει τον ταπεινό ρόλο ενός που φέρει τα φορτία των άλλων. Δεν θα είχε, πολλές φορές, σαν παιδί, μεσολαβήσει με δάκρυα στο Θεό για τους νεώτερους αδελφούς και αδελφές Του κατά σάρκα, και ακόμα για τους γονείς Του, όταν τους έβλεπε να παραδίδονται σε κάποιον πειρασμό; Σαν νέος, στην ηλικία που η καρδιά αρχίζει ν” ανοίγει στα ευγενή αισθήματα του πατριωτισμού, δεν θα είχε συμπεριλάβει όλον τον Ισραήλ στην συμπάθεια Του, και πολλές πολλές φορές θα έκανε τις αμαρτίες αυτού του λαού, που τον αγαπούσε τόσο θερμά, το θέμα των λυπημένων Του εξομολογήσεων; Φθάνοντας στην ανδρική ηλικία, η συμπόνοια του απλώνεται για όλον τον κόσμο· το κάθε τι που φέρει το όνομα άνθρωπος, στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, βρίσκει, χωρίς το ίδιο να το νοιώθει, καταφύγιο στην απεριόριστη ευσπλαχνία του Υιού του ανθρώπου. Ο Ιησούς κάνει τον εαυτόν Του, με την ακατανίκητη δύναμη της αγάπης Του, το ζωντανό κέντρο της ανθρωπότητας στην κατάσταση της πτώσης που βρίσκεται. Γίνεται, πράγματι, η φυσιολογική και υγιής καρδιά αυτού του αρρώστου σώματος. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής Τον χαιρετίζει σαν τέτοιον όταν Τον ονομάζει, «ο Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Στο τέλος, προσφέρει στον Θεό, στο όνομα των αδελφών Του, την αποκατάσταση που Του οφείλεται, λόγω της προσβολής της Θείας αγιότητας από την ανθρώπινη αμαρτία. Στη πραγματικότητα αποδίδει υποταγή στη Θεία Δικαιοσύνη απ’ την οποία Ο Θεός δεν μπορεί να παραιτηθεί, έως ότου η συνείδηση του ανθρώπου έχει επιτέλους φθάσει στο σημείο ν” αναγνωρίσει τις αξιώσεις της χωρίς καμμία επιφύλαξη.

Αυτή η υποκατάσταση του Ιησού για την αμαρτωλή ανθρωπότητα υπονοεί όχι μόνον την πραγματικότητα, αλλά επίσης την τέλεια αγιότητα, της ανθρωπίνης Του φύσης. Ήταν μόνο στην αμφίεση του του λεπτού λευκού λινού που ο αρχιερέας μπορούσε να εισέλθει εις τα Αγια των Αγίων να μεσολαβήσει υπέρ του λαού. Και δεν του επιτρεπόταν να ραντίσει το αίμα, παρά ενός θύματος χωρίς μώμο επάνω στο θυσιαστήριο της εξιλέωσης. Επομένως, κανένας παρά μόνον ένας τέλεια άγιος άνθρωπος θα μπορούσε να εξιλεώσει για την αμαρτία, και να μεσολαβήσει για τον αμαρτωλό. Πράγματι, μόνον ένας τέτοιος θα μπορούσε να αισθανθεί στην συνείδηση Του τον μισητό χαρακτήρα της αμαρτίας που έπρεπε να ξεπλυθεί, και να εκτιμήσει σωστά το μέγεθος της προσβολής προς την Θεία μεγαλειότητα με αυτή την πράξη της ανταρσίας. Παράξενη, καθώς μπορεί να φαίνεται, η ηθική αποζημίωση που οφείλεται στον Θεό για την αμαρτία του ανθρωπίνου γένους, θα μπορούσε μόνον να προσφερθεί από ένα ον που δεν είχε μέρος σ” αυτήν, και του οποίου η συνείδηση είχε ως εκ τούτου παραμείνει ελεύθερη απ’ τη σκλήρυνση, τον πόνο και την ενοχή που προσβάλλει τον άνθρωπο που έχει επιτρέψει στον εαυτόν του να πλανηθεί και τυφλωθεί απ’ την αμαρτία. Για να είναι σε θέση να αποδοκιμάσει και καταδικάσει την αμαρτία κατά τον τρόπο που ο Θεός την κρίνει και την καταδικάζει, κάποιος θα πρέπει να εξαιρείται προσωπικά απ” αυτή. Άνθρωπος μη πεσμένος θα μπορούσε μόνον να προσφέρει την αποκατάσταση που οφείλεται στον Θεό από τον πεσμένον άνθρωπο.

Τέτοιο ήταν το έργο που επιτελέσθηκε από τον Ιησού πάνω στον σταυρό, και το οποίο θα μπορούσε να είχε μόνον επιτελεσθεί από τον Υιόν του ανθρώπου, από Εκείνον που ήταν ταυτόχρονα αληθινός και τέλειος άνθρωπος.

Η Ανάσταση

Ο αγωνιώδης θάνατος του Χριστού ήταν η αποκάλυψη στην πράξη της κρίσης του Θεού πάνω στην αμαρτία του ανθρωπίνου γένους. Η ανάσταση Του είναι η αποκάλυψη της άφεσης των αμαρτιών που ανηγγέλθη από τον Θεό πάνω σ” αυτή την ίδια την αμαρτία. Συγνώμη είναι η απομάκρυνση της αμαρτίας ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο καθώς η ανάσταση είναι η κατάργηση του θανάτου.

Εάν τότε είναι αληθές ότι στον Χριστό σταυρωμένο αντικρύζουμε το ανθρώπινο γένος καταδικασμένο, δεν είναι λιγώτερο αληθές ότι στον Χριστό αναστημένο αντικρύζουμε το ανθρώπινο γένος δικαιωμένο. Εάν είναι εμείς που είμαστε νεκροί εν Αυτώ, στην ενοχή μας, δεν θα πρέπει επίσης να είμαστε εμείς οι οποίοι εν Αυτώ είμαστε αναστημένοι, αθωωμένοι; Τόσο στενή είναι η συνύφανση που η αγάπη Του έχει φέρει σαν αποτέλεσμα μεταξύ της τύχης μας και της δικής Του: Μετά που ο θάνατος μας έχει γίνει δικός Του θάνατος πάνω στον Σταυρό, η ζωή Του γίνεται η βασική αρχή της δικής μας ζωής στην αιωνιότητα. Ο Ιησούς αναστημένος τότε, προσωποποιεί την ανθρωπότητα παλινορθωμένη. Εν αυτώ, ο άνθρωπος αφού έχει υπερνικήσει την αμαρτία δια της αγιότητας, και αφοπλίσει τον νόμο δια της εξιλέωσης, έχει ανατρέψει τον θρόνο του θανάτου ο οποίος είχε το θεμέλιο του να στηρίζεται πάνω στο νόμο και την αμαρτία, (Α” Κορινθίους ΙΕ56, «Το κέντρο του θανάτου είναι η αμαρτία, και η δύναμη της αμαρτίας ο νόμος»). Ανθρωπος είχε δώσει το σκήπτρο στα χέρια του βασιλιά του τρόμου· άνθρωπος πάλι το πήρε απ” αυτόν, (Α” Κορινθίους ΙΕ21: «Διότι μια και δι” ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, δι” ανθρώπου επίσης ήλθε και η ανάσταση από τους νεκρούς«).

Η Ανάληψη

Έως τον χρόνο της μεταμόρφωσης, παράλληλα με το έργο Του, ο Ιησούς υψωνόταν βήμα βήμα ο Ίδιος στην κατάσταση της ανθρώπινης τελειότητας. Μετά την μεταμόρφωση αφιέρωσε ολοκληρωτικά τον εαυτόν Του στην επανόρθωση του πεσμένου γένους μας. Έχοντας εκπληρωθεί αυτός ο διπλός στόχος, ποιό θα ήταν το μεσουράνημα, ποιά θα ήταν η κατάληξη αυτής της ζωής; Η μεταμόρφωση το είχε ήδη προαναγγείλει στην πράξη. Η ουράνια μεταμόρφωση που άρχισε να λαμβάνει χώρα σ” Αυτόν επάνω στο βουνό, αρχίζει πάλι την πορεία της που είχε διακοπεί, και τώρα ολοκληρώνεται. Ο Ιησούς είχε αρνηθεί να εισέλθει στην δόξα Του, πριν ανοίξει σε όλη Του την οικογένεια δρόμο προς τον ουρανό. Εκείνο που είχε αρνηθεί στον εαυτόν Του στο βουνό της μεταμόρφωσης, Του το επανορθώνει ο Θεός στο όρος των Ελαιών` «εκείνος που θα χάσει την ζωή του θα την βρει», δεν είναι αυτό ο υπέρτατος νόμος του ηθικού κόσμου;

Δύο ουράνιοι αγγελιαφόροι κατεβαίνουν ακόμα μια φορά να Τον συναντήσουν. Το μυστηριώδες σύννεφο επανεμφανίζεται, και αυτή την φορά ανοίγει να Τον δεχθεί, και να Τον πάρει έξω από την θέα των μαθητών Του. Η απολύτρωση του κόσμου έχει πλέον επιτελεσθεί, και δεν υπάρχει φόβος η πόρτα του ουρανού, που τώρα ανοίγει για τον Λυτρωτή, να κλείσει πάλι, άπαξ και Αυτός έχει περάσει μέσα απ” αυτή. Παραμένει από τότε ανοικτή σε όλους που θα δεχθούν τη μεσιτεία Του.

Ο Ιησούς δέχεται τώρα να υψωθεί από την αγιότητα στην δόξα, και για να μπορεί, από το μέσον αυτής της τελευταίας, να υψώσει τους αδελφούς Του κοντά Του (Ιωάνν. ΙΖ1,2: «Δόξασε τον Υιόν Σου, για να σε δοξάσει ο Υιός Σου…με το να δώσει ζωή αιώνιον σε κείνους που του έδωσες»). Αυτό είναι το έπαθλο εκείνου του αγώνα, τόσο κοπιαστικού, τόσο ηρωικού, δια του οποίου ύψωσε τον εαυτόν Του, πρώτος και μοναδικός, από την αθωότητα στην αγιότητα. Το αλάθητο που ήδη κατείχε μεταβάλλεται σε παντογνωσία («Οτιδήποτε ζητήσετε από τον Πατέρα εγώ θα το κάνω» (Ιωάννης ΙΔ13). Αντί μιας επίδρασης που ασκείται μέχρι κάποια απόσταση, τώρα προικίζεται με πανταχού παρουσία («Θα είμαι πάντα μαζί σας έως την συντέλεια του αιώνα«, Ματθαίος ΚΗ20. «Όπου δύο ή τρεις είναι μαζεμμένοι στο όνομα μου, εκεί είμαι και γω ανάμεσα τους», ΙΗ20). Η δύναμη που την ζητούσε μέσω της προσευχής, μετασχηματίζεται τώρα σε παντοδυναμία, που κατέχεται πλέον απ” Αυτόν τον Ίδιον («Μου εδόθη κάθε εξουσία στον ουρανό και στην γη», Ματθαίος ΚΗ18).

Αλλά σ” αυτή Του την ένδοξη μεταμόρφωση, δεν απεκδύεται καθόλου την ανθρωπότητα Του. Είναι σαν άνθρωπος που εμφανίζεται στον Στέφανο που πεθαίνει: «Βλέπω τον Υιόν του ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού» (ΠράξειςΖ56), λέγει τούτος ο τελευταίος. Ο Ιησούς ο Ίδιος είχε εφαρμόσει προεξοφλητικά τον τίτλο του Υιού του ανθρώπου στο πρόσωπο Του όταν θα δοξαζόταν: «Σας λέγω, στο εξής θα δείτε τον Υιόν του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά της δυνάμεως, και να έρχεται στα σύννεφα του ουρανού» (Ματθαίος ΚΣΤ64).

Εδώ, λοιπόν, βλέπουμε την ανθρώπινη φύση να υψώνεται, στο πρόσωπο του φυσιολογικού της αντιπροσώπου, στην κατοχή της Θείας ζωής, και να γίνεται το όργανο της υπερτάτης σκέψης και θέλησης. Εδώ βλέπουμε το χάσμα μεταξύ του πεπερασμένου και του απείρου να γεφυρώνεται από ένα μέλος του γένους μας. Εάν ο Θεός είναι αγάπη, δεν θα πρέπει αυτό να είναι το τελικό βήμα, το τελικό στάδιο στο οποίον θα καταλήγει η ανοδική πρόοδος που Αυτός είχε σχεδιάσει όταν έπλαθε τον άνθρωπο; Υψηλότερος στόχος απ” αυτόν δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός· μια κατάληξη λιγώτερο υψηλή θα είχε αφήσει κάτι ακόμα να λείπει στην ανάπτυξη της Θείας αγάπης.

Με βάση τα όσα είπαμε μέχρι εδώ, μπορούμε ανεπιφύλαχτα να διακηρύξουμε τούτο το συμπέρασμα: Ο Ιησούς ήταν ένας πραγματικός άνθρωπος, και αυτός ο πραγματικός άνθρωπος ήταν ένας άνθρωπος που έφθασε στην τελειότητα. Από την φάτνη στον σταυρό, από τον σταυρό στον θρόνο, το θέαμα της ζωής Του μας αποσπά την αναφώνηση, της οποίας ο Ίδιος ο Πιλάτος, όταν την πρωτοείπε, δεν συνέλαβε την πλήρη της έννοια: «Ίδε ο άνθρωπος!«: Ο άνθρωπος που πραγματοποεί την φυσιολογική του ανάπτυξη· ο άνθρωπος που βυθίζεται κάτω από το βάρος της κρίσης που είχε φέρει επάνω του με την πτώση· ο άνθρωπος που επανορθώνεται δοξασμένα· τέλος, ο άνθρωπος που υψώνεται στο πλήρες ύψος του προορισμού του, καθώς ύπουλα το προεξόφλησε ο εχθρός, όταν ψιθύρισε στ” αυτί του, τότε σαν ξεκινούσε την πορεία του, εκείνα τα λόγια που εξέφραζαν ακριβώς τον τελικό στόχο της ιστορίας του: «Θα είσαστε σαν θεοί».

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ

ΥΙΟΣ ΘΕΟΥ

Μέχρι εδώ μιλήσαμε για κείνη την θαυμαστή σειρά γεγονότων που όλα μπορούν να συγκεντρωθούν κάτω από έναν τίτλο: Υιός ανθρώπου. Παράπλευρα όμως σ” αυτή την σειρά, διακρίνουμε στα Ευαγγέλια μας και μια άλλη σειρά χαρακτηριστικών, μιας τελείως διαφορετικής φύσης, που είναι πιό λίγα στον αριθμό, και λιγώτερο ίσως εμφανή, αν τα δεις επιφανειακά, αλλά που στην πραγματικότητα είναι ακόμα πιό εκπληκτικά. Μιλάμε για όλες εκείνες τις ενδείξεις απ” τις οποίες έρχεται στο φως ο πέραν από το ανθρώπινο χαρακτήρας Αυτού, ο οποίος επί της γης έπαιξε τόσο πιστά τον ρόλο του Υιού του ανθρώπου.

Ατενίζοντας στοχαστικά το πρόσωπο του Ιησού, καθώς ζωγραφίζεται για μας από την γραφίδα των ευαγγελιστών, δεν μπορείς να μην σταθείς στην απόλυτα μοναδική σχέση στην οποία βρισκόταν αυτός ο Άνθρωπος ως προς τον Θεό, κατά την διάρκεια της όλης Του γήινης πορείας.

Πριν την έλευση του Χριστού, ο Θεός είχε βρει στον κόσμο μερικούς πιστούς υπηρέτες, μερικά αφιερωμένα όργανα του θελήματος Του. Τέτοιοι ήσαν ο Αβραάμ, ο φίλος του Θεού· ο Μωυσής, που είχε μιλήσει μαζί Του καθώς ο άνθρωπος μιλά με το φίλο του· ο Ηλίας που στάθηκε εμπρός στον Αιώνιο, και αναλώθηκε με ζήλο για τη δόξα Του. Αλλά τι απόσταση μεταξύ της σχέσης αυτών των ανθρώπων προς τον Θεό, και εκείνης του Ιησού προς τον Πατέρα Του! Ακόμα και στην ηλικία των 12 ετών, όταν παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο ναό του Θεού, στην Ιερουσαλήμ, αισθάνεται με μιας σαν το σπίτι του Πατέρα Του. Τόσο πολύ Του είναι ο ναός το σπίτι Του πάνω στη γη, ώστε Του είναι ακατανόητο που οι γονείς Του, έστω και για μια στιγμή, είχαν ψάξει να Τον βρουν σε κάποιο άλλο μέρος.

Η ευλάβεια Του για τον Ιεχοβά, βαθειά σαν εκείνη των ανθρώπων που αναφέραμε, ή ακόμα περισσότερο, δεν είναι, σαν την δική τους, εκείνη ενός υπηρέτη, ή ενός λατρευτού· είναι εκείνη ενός γυιού, ο οποίος αγαπά, και αισθάνεται τον εαυτόν του ν” αγαπιέται.

Η εμπιστοσύνη Του στον Θεό φέρει, ακριβώς, τον χαρακτήρα της τρυφερότητας και βεβαιότητας ενός γυιού. Ο Αβραάμ έχει τις μέρες του της ανησυχίας· Ο Μωυσής τις μέρες του της πίκρας και της μουρμούρας· ο Ηλίας τις ώρες του της ξεροκεφαλιάς, στις οποίες αποσύρεται απ” τον κίνδυνο, και ακολουθεί την οδηγία της καρδιάς του. Όταν αυτός ο τελευταίος εκτελεί το μεγαλύτερο από τα θαύματα του, την ανάσταση του γιού της χήρας, βλέποντας την φυσική και ηθική του ένταση εκείνης της στιγμής, καταλαβαίνουμε το μέγεθος της προσπάθειας που κατέβαλε για να πάρει την βεβαιότητα της Θείας συναίνεσης στη πράξη του. Στην περίπτωση όμως του Ιησού όλα είναι ήσυχα, γαλήνια, και φυσιολογικά. Όταν εκτελεί ένα πολύ μεγαλύτερο θαύμα από εκείνο του Ηλία, την ανάσταση του Λαζάρου, λέγει, με μια ειρηνική βεβαιότητα, «Πατέρα, ξέρω ότι πάντα μ” ακούς». Αργότερα, όταν βρίσκεται στο έσχατο σημείο, λόγω της εγκατάλειψης των μαθητών Του, η εμπιστοσύνη Του δεν μετακινείται. Αισθάνεται στενά ενωμένος με τον Πατέρα, και λέγει, «Δεν είμαι μόνος, διότι ο Πατέρας είναι μαζί μου». Και ο Ιωάννης θα γράψει στο πρόλογο του ευαγγελίου Του: Και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός, Α14. Αυτό τους είχε εντυπωσιάσει, η σχέση υιού προς πατέρα που είχε αυτό το πρόσωπο με τον Θεό.

Υπάρχει, λοιπόν, ένα χαρακτηριστικό εντελώς μοναδικό, που διαχωρίζει την ευσέβεια του Ιησού από εκείνη του κάθε άλλου ανθρώπου, και την λατρεία Του προς το πρόσωπο του Θεού, από κάθε άλλη λατρεία, προ ή μετά. Όταν ο Ιησούς θέλει να δηλώσει την σχέση Του προς τον Θεό και Πατέρα, και εκείνη των μαθητών Του, δεν το συνδυάζει κάτω από την ίδια έκφραση, αλλά το διαχωρίζει. Δεν λέγει, «ο Πατέρας μας, «ο Θεός μας», αλλά λέγει: «Ο Πατέρας μου και Πατέρας σας` ο Θεός μου και Θεός σας» (Ιωάννης Κ17). Και εάν, στην Κυριακή Προσευχή, χρησιμοποιεί την έκφραση, «Πατέρα μας«, είναι μετά που έχει πει: «Όταν προσεύχεσθε, να λέτε…«, βάζοντας έτσι τα λόγια στο στόμα των μαθητών, και όχι ότι τα λέγει ο Ίδιος.

Να περάσουμε τώρα και σε μερικές δηλώσεις του Ιδίου αναφορικά με το πρόσωπο Του.

Ακριβώς καθώς δηλώνει τον Θεό σαν τον «Πατέρα», στην ακριβή έννοια της λέξης, έτσι ονομάζει τον εαυτόν Του, «ο Υιός», κατά μία έννοια ακριβώς αντίστοιχη. «Κανένας δεν γνωρίζει τον Υιόν, παρά ο Πατέρας` ούτε κανένας γνωρίζει τον Πατέρα, παρά ο Υιός, και αυτός στον οποίον ο Υιός θα Τον αποκαλύψει», Ματθαίος ΙΑ27, Λουκάς Ι 22. «Για κείνη την ημέρα και κείνη την ώρα κανένας δεν γνωρίζει` ούτε οι άγγελοι στον ουρανό, ούτε ο Υιός, παρά μόνον ο Πατέρας», Μάρκος ΙΓ32. Με το «Υιός» αποδίδει στον εαυτόν Του μια σχέση προς τον Θεό μοναδική, και τελείως ασύληπτη από κάθε διάνοια που δημιουργήθηκε, μια σχέση της οποίας το Θείο μυστήριο μπορεί να εξηγηθεί σε μας τους ανθρώπους μόνο με την βοήθεια μιας αποκάλυψης, την οποίαν Αυτός μόνο μπορεί να κάνει.

Και κατά την διάρκεια της όλης παρούσης οικονομίας, το όνομα δια του οποίου η Θεότητα πρόκειται να λατρεύεται, και να ομολογείται από την Εκκλησία, και το οποίο είναι χαρακτηριστικό της Καινής Διαθήκης, είναι εκείνο του Πατέρα, του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή είναι η μορφή της νέας αποκάλυψης, η οποία από τούδε συμπληρώνει εκείνη του Ιεχοβά, που είχε χορηγηθεί στον Μωυσή για τον Ισραήλ (Ματθαίος ΚΗ19).

Ας προσθέσουμε όμως ακόμα ένα χαρακτηριστικό. Ο κόσμος είχε χαιρετήσει τον Ιησού με τον τίτλο του «Υιού του Δαβίδ». Ο Κύριος πιάνεται απ” αυτό, να ρωτήσει τους Φαρισαίους, πως γίνεται που στον Ψαλμό 110, ο Δαβίδ, ωθούμενος από το Πνεύμα, ονομάζει εκείνον τον Μεσσία Κύριο του, τον οποίον η Ισραηλιτική διδασκαλία τον δηλώνει σαν «υιόν του». Και τους αφήνει κάτω από την πίεση αυτής της ερώτησης, η οποία δεν επιδέχεται παρά μόνον μία απάντηση, η οποία και ανασκευάζει προεξοφλητικά εκείνη την κατηγορία της βλασφημίας (ότι έκανε τον εαυτόν του υιόν Θεού) δια της οποίας, μέσα σε λίγες μέρες, αυτοί θα προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν την καταδίκη Του σε θάνατο (Ματθαίος ΚΒ42).

Στην παρουσία του Ιουδαϊκού μονοθεϊσμού, τόσο ζηλωτή για την αποκλειστικότητα της δόξας και των δικαιωμάτων του Ιεχοβά, ένας τέτοιος τρόπος ομιλίας για τον εαυτόν του, από έναν Ιουδαίο τόσο βαθειά ευσεβή, όπως ο Ιησούς, θα ήταν απόλυτα ακατανόητος, εάν το τέταρτο Ευαγγέλιο δεν ερχόταν σε βοήθεια μας, να μας δώσει την εξήγηση αυτών των ασυνηθίστων εκφράσεων, που διατηρήθηκαν για μας από τα Συνοπτικά, αποκαλύπτοντας μας καθαρά το βάθος της ύπαρξης αυτής της μυστηριώδους προσωπικότητας.

Σε κάποια περίπτωση, οι Ιουδαίοι, σκανδαλισμένοι από ορισμένες εκφράσεις τέτοιου είδους, ήταν έτοιμοι να κινηθούν εναντίον Του, όταν Αυτός ξαφνικά τους κάνει την ακόλουθη δήλωση, ξεπερνώντας το κάθε τι που τους είχε πει μέχρι τώρα: «Πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμι» (Ιωάννης Η58). Τούτη η δήλωση εάν δεν ήταν θεϊκά αληθινή, δεν θα ήταν απλά εσφαλμένη, αλλά τελείως παράλογη.

Μια άλλη φορά ένας μεγάλος αριθμός μαθητών Του ενοχλήθηκε από κάποια από τα λόγια Του, και Τον εγκαταλείπουν. Αυτός όμως, θέλοντας να φέρει το παράδοξο στο ακραίο του σημείο, ενώ ακόμη το εξηγούσε, διερωττάται γι” αυτούς: «Τι θα λέγατε εάν βλέπατε τον Υιόν του ανθρώπου να ανεβαίνει όπου ήταν πριν;» (Ιωάννης ΣΤ62).

Τέλος, εκείνη την κρίσιμη στιγμή, όταν ετοιμάζεται ν” ανέβει στον Σταυρό, προσεύχεται για τον εαυτόν Του και τους μαθητάς Του με τούτα τα λόγια: «Πατέρα δόξασε με πλησίον σου, με την δόξα που είχα κοντά σου πριν γίνει ο κόσμος…Θέλω και αυτοί, τους οποίους μου έδωσες, να είναι μαζί μου` για να βλέπουν την δόξαν μου, που μου έδωσες, επειδή με αγάπησες πριν δημιουργηθεί ο κόσμος» (Ιωάννης ΙΖ5,24).

Τι να σημαίνει αυτή η «δόξα πριν γίνει ο κόσμος«, που ο Ιησούς ζητά να την ξαναπάρει; Μας το λέγει ο Ίδιος: Είναι εκείνη του να έχει υπάρξει, πριν όλους τους αιώνες, το αντικείμενο της αγάπης του Πατέρα. Πριν να έλθει να ζήσει εδώ κάτω σαν άνθρωπος, απολάμβανε, σαν Υιός, στην ουράνια ζωή, τα πλούτη της αγάπης του Πατέρα, και της κατάστασης της θεότητας. Και τώρα, που έφθασε στο τέρμα της γηίνης Του ύπαρξης, ζητά την δόξα που κατείχε πριν. Είναι το μυστήριο το οποίο υπαινισσόταν, όταν έλεγε: «Κανένας δεν γνωρίζει τον Υιόν, παρά ο Πατέρας».

Στην Παλαιά Διαθήκη επίσης γίνεται αναφορά για έναν «Άγγελο του Αιωνίου«, που τον ονομάζει και, «ο Άγγελος της Παρουσίας«, «ο Άγγελος της Διαθήκης», «ο Αδωνάϊ που ζητάτε», αναφορικά με τον οποίον ο Θεός είχε πει στον Μωυσή: «Το όνομα μου είναι εις αυτόν» (Έξοδος ΛΓ14, Ησαϊας ΞΓ9, Μαλαχίας Γ1, Έξοδος ΚΓ23). Τούτες οι εκφράσεις δείχνουν όχι έναν απλό άγγελο, αλλά τον θεματοφύλακα μιας γνώσης του Αιωνίου, επαρκούς για τις ανάγκες μας.

Ο Ιησούς είχε την βέβαιη συνείδηση ότι Αυτός ήταν εκείνο το ον. Εκείνο το οποίον αισθανόταν να είναι πίσω απ” Αυτόν, όταν ερευνούσε στα βάθη της ύπαρξης Του, δεν ήταν, όπως είναι με μας, το κενό της ανυπαρξίας, αλλά η πληρότητα της Θείας ζωής. Σ” Αυτόν, η γέννηση δεν εμφανιζόταν σαν η μετάβαση από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, αλλά το πέρασμα απ” την πληρότητα της Θείας ζωής στην κατάσταση της εξάρτησης, μια κατάσταση που ανήκει στον άνθρωπο. «Βγήκα από τον Πατέρα, και έρχομαι στον κόσμο», είπε όταν τερμάτιζε την γήινη καρριέρα Του` και πρόσθεσε, σαν να ήταν η φυσική συνέπεια, «Πάλι αφήνω τον κόσμο, και πηγαίνω στον Πατέρα» (Ιωάννης ΙΣΤ28).

Η Γραφή μας λέγει πως ο Θεός είναι αγάπη. Πριν δημιουργήσει το Σύμπαν, Αυτός αγαπούσε. Και ποιό ήταν το αντικείμενο αυτής της αγάπης, που ποτέ της δεν είχε μια αρχή; Σίγουρα δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα το εξωτερικό προς Αυτόν, γιατί σε τέτοια περίπτωση ο Θεός θα εξαρτιόταν από κάτι έξω από εαυτόν Του. Αυτός κατείχε εν εαυτώ το αντικείμενο της αγάπης Του, το Ον στο οποίο πραγματοποιείται το κάθε τι που η σκέψη Του συλλαμβάνει σαν αληθές, κάθε τι που η καρδιά Του αισθάνεται να είναι όμορφο, κάθε τι καλό που η θέληση Του προτείνει στον εαυτό της. Είναι το ιδανικό Του – όχι ένα τέτοιο ιδανικό όπως είναι γενικά τα ιδανικά του ανθρώπου, το αντικείμενο, δηλαδή, μιας ατελεσφόρητης επιθυμίας, ή μια σχέτη ιδέα της φαντασίας – αλλά ιδανικό του Θεού, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αντανάκλαση της δικής Του τελειότητας, τόσο πραγματικό, όσο Αυτός ο Ίδιος` είναι η εικόνα Του στον αιώνιον καθρέπτη του Πνεύματος, ένα Πρόσωπο που ζει αιώνια όπως Αυτός ο Ίδιος, ο «Υιός» της αγάπης Του, η έκφραση της σκέψης Του.

Αυτό είναι το Πρόσωπο με το οποίον ο Υιός του ανθρώπου αισθανόταν ότι είναι ένα και το ίδιο ον. Ήταν λοιπόν, στην συνείδηση αυτής της ταυτότητας, που Αυτός μπορούσε να λέγει, «Πριν να γεννηθεί ο Αβραάμ, εγώ είμαι», παρόλο που ήταν γεννημένος 750 χρόνια μετά. Οι δηλώσεις των Συνοπτικών, που υπονοούν την Θεία φύση του Ιησού, δεν μπορούν, καμμία απ” αυτές, να συμφιλιωθούν με τον Βιβλικό μονοθεϊσμό, παρά μέσω αυτής της υπερτάτης αποκάλυψης, που μας κάνει για το πρόσωπο Του, το Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Εάν αυτή η αποκάλυψη δεν ήταν αυθεντική, εάν ο Υιός του ανθρώπου που περιγράφεται από τα Συνοπτικά δεν ήταν πράγματι ο Υιός του Θεού, κατά την έννοια που δηλώνεται από τον Ιωάννη, η Καινή Διαθήκη θα ερχόταν σε αντίθεση με την Παλαιά.

Εδώ μπορεί κάποιος να ερωτήσει, πως ο Ιησούς έφθασε στην αντίληψη του μυστηρίου που περιεχόταν στο πρόσωπο Του. Ο Ιησούς δεν έφθασε στην συνείδηση του ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού, περνώντας από κάποιο ενδιάμεσο στάδιο συνείδησης, συνειδητοποιώντας πρώτα, για παράδειγμα, ότι ήταν ο Ισραηλίτης Μεσσίας. Αντιθέτως, ανεγνώρισε τον εαυτόν Του σαν Μεσσία, επειδή είχε την συνείδηση, την αίσθηση της υιικότητας προς τον Θεόν. Και αφού ήταν ο Υιός, δεν θα μπορούσε παρα να είναι, Αυτός μόνον, ο Βασιλιάς του Ισραήλ και ο Κύριος του κόσμου.

Στην ηλικία των 12 ετών, όταν βρίσκεται στον ναό, δεν είναι μια διανοητική βεβαιότητα του Μεσσιανικού Του αξιώματος που εκφράζεται από μέσα Του` είναι η καθαρά θρησκευτική συνείδηση της μοναδικής σχέσης στην οποία στέκεται προς τον Θεό σαν Υιός: «Δεν ξέρετε ότι πρέπει να είμαι εις τα του Πατρός μου;» Αυτή η έκφραση, «ο Πατέρας μου», δεν υπονοεί την ύπαρξη μέχρι τώρα στο μυαλό του παιδιού κανενός συγκεκριμένου δόγματος` είναι μια ηθική σχέση στην οποία Αυτός αναφέρεται. Δεν είναι στην περιοχή της θεολογικής επιστήμης που κινούνται οι σκέψεις Του, αλλά σε κείνη της ενστικτώδους αίσθησης` και αυτό είναι ακριβώς η αιτία που αυτή η δήλωση μας γεμίζει με θαυμασμό, και μας εμπνέει με απόλυτη εμπιστοσύνη σ” Αυτόν που μιλά έτσι.

Κατά την στιγμή του βαπτίσματος Του, η αποκάλυψη που παίρνει από τον Πατέρα δεν παίρνει την μορφή της βεβαίωσης, «Συ είσαι ο υπεσχειμένος Μεσσίας», καθώς αλάνθαστα θα συνέβαινε εάν δεν ήταν παρά, απλά, ξεσηκωμένος από έναν ευγενικό πατριωτισμό. «Συ είσαι ο αγαπημένος μου Υιός, στον οποίον ευαρεστούμαι», ακούγεται από τον ουρανό. Εδώ είναι που ο Ιησούς έρχεται σε πλήρη επίγνωση εκείνης της σχέσης αγάπης που Τον ενώνει με Αυτόν που Του μιλά έτσι. Και η πεποίθηση της Μεσσιανικής Του κλήσεως δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της εμπειρίας που μόλις είχε της ειδικής σχέσης Του με τον Θεό. Τούτη η τελευταία ήταν το πρωταρχικό και θεμελιώδες γεγονός στην ανάπτυξη της προσωπικής Του συνείδησης.

Εάν μελετήσουμε την πρώτη Μεσσιανική πράξη του Ιησού, οδηγούμεθα στο ίδιο συμπέρασμα. Όταν, στο Ιωάννης Β, ο Ιησούς βγάζει τους αγοραστές και τους εμπόρους έξω απ” τον ναό, το αίσθημα που Τον ωθεί σ” αυτή την άγια πράξη, δεν είναι η συνείδηση του Μεσσιανικού ρόλου που έχει να παίξει, – είναι το ότι νοιώθει Υιός προς τον Θεό. Η καρδιά Του σαν Υιός είναι που πληγώνεται από μια τέτοια βεβήλωση του σπιτιού του Πατέρα Του: «Μη κάνετε τον οίκο του Πατρός μου οίκο εμπορίου», κραυγάζει. Δεν θα ήταν αυτός ο τρόπος που θα εκφραζόταν, εάν το Μεσσιανικό αίσθημα ήταν αυτό που υπερτερούσε εκείνη την στιγμή στον νου Του.

Και οι γύρω Του ενώ στην αρχή Τον πιστεύουν σαν τον Μεσσία, σε λίγο διαμορφώνουν μια υψηλότερη αντίληψη γι” Αυτόν. Ο Ναθαναήλ ομολογεί την πίστη που μόλις πρόσφατα σχηματίσθηκε μέσα Του με τούτα τα λόγια: «Διδάσκαλε, συ είσαι ο Υιός του Θεού, συ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». Η διαίσθηση για μια μυστηριώδη σχέση μεταξύ του Θεού και αυτού του Προσώπου που μόλις είδε, με μιας κερδίζει στον νου Του την υπεροχή πάνω στην πεποίθηση για τον Μεσσιανικό Του χαρακτήρα` και τούτος ο τελευταίος δεν παίρνει παρά ένα δευτερεύον μέρος στην γεμάτη ενθουσιασμό προσφώνηση του.

Αυτό το γεγονός, που αποδεικνύεται τόσο καθαρά, είναι πρωτευούσης σημασίας. Αποδεικνύει ότι η συνείδηση που ο Ιησούς είχε για την Θεία Του φύση, δεν ήταν ένα αποτέλεσμα προς το οποίο είχε εργασθεί ο Ίδιος προοδευτικά, μέσα από μια ανθρώπινη διαδικασία. Αυτή η συνείδηση υπήρχε μέσα Του, σ” ένα πρωταρχικό στάδιο, ακόμα και από την νηπιακή Του ηλικία. Καθώς έγινε πιό σίγουρη, και απόλυτα καθαρή σ” Αυτόν, από την αποκάλυψη που έλαβε στο βάπτισμα Του, τούτη η συνείδηση σχημάτισε κατ” αρχάς την βάση της δημόσιας Του διακονίας. Ήταν η αίσθηση αυτής της μοναδικής σχέσης που Τον ύψωσε πάνω από όλες τις μικρότητες και όλες τις σαρκικές φιλοδοξίες του εσφαλμένου Ιουδαϊκού Μεσσιανισμού, και η οποία ενετύπωσε πάνω στο έργο Του εκείνον τον αποκλειστικά θρησκευτικό και ηθικό χαρακτήρα, του οποίου καμμία νόθευση κανενός πολιτικού στοιχείου δεν μπόρεσε ποτέ να μολύνει την καθαρότητα.

Η συνείδηση της θέσης Του σαν Υιός δεν ήταν, λοιπόν, το τελευταίο στάδιο ενός αυξανομένου παραλογισμού γύρω από τον εαυτόν Του, του οποίου η αφετηρία είναι εκείνη της θέσης Του σαν Μεσσίας, όπως το νομίζουν μερικοί. Αντιθέτως, η συνείδηση της θέσης Του σαν Μεσσίας περιεχόταν απ” την αρχή σε κείνη που είχε για την θέση Του σαν Υιός, όπως το πόρισμα υπονοείται στην βασική αρχή. Και τούτη η τελευταία, πρόεκυψε κατ” ευθείαν από την προσωπική Του επαφή με τον Θεό.

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ας εξετάσομε το θέμα της ενανθρώπισης του Κυρίου Ιησού Χριστού πιο ειδικά, μια και το οικοδόμημα της σωτηρίας μας, της ύψωσης μας στον αιώνιο προορισμό που μας έχει ορίσει ο Θεός, στηρίζεται αποκλειστικά πάνω σ’ αυτό το γεγονός.

Για να σωθούμε εμείς χρειάστηκε ο Θεός Ιησούς Χριστός να γίνει άνθρωπος.

Θεός! Ανθρωπος! Με μια πρώτη ματιά, τι βαθειά άβυσσος φαίνεται να χωρίζει αυτές τις δύο θέσεις. Μπορεί ο Θεός να γίνει άνθρωπος, και το αντίστροφο;

Ας αφήσομε τη Βίβλο να μας δώσει την απάντηση.

Οταν ο Θεός εμφανίσθηκε στον Μωυσή στην έρημο, για να τον αποστείλει στην Αίγυπτο, μεταξύ των άλλων αντιρήσεων του, ο Μωυσής, Του λέγει, Οταν εγώ υπάγω προς τους υιούς Ισραήλ, και είπω προς αυτούς, ο Θεός των πατέρων σας με απέστειλε προς εσάς, και εκείνοι με ρωτήσωσι, Τι είναι το όνομα αυτού; Τι θέλω ειπεί προς αυτούς; Και είπεν ο Θεός προς τον Μωυσήν, Εγώ είμαι ο Ων· και είπεν, Ούτω θέλεις ειπεί προς τους υιούς Ισραήλ· ο Ων με απέστειλε προς εσάς, Εξοδος Γ13-14.

Τι σημαίνει «εγώ είμαι ο Ων»; Σημαίνει, σε κάθε στιγμή είμαι αυτό που θέλω να είμαι. Εμείς, τα δημιουργήματα, εξουσιαζόμαστε από μια φύση, και δεν μπορούμε να ενεργήσομε πέραν απ’ αυτή τη φύση. Θα ήθελα να πετάω σαν τα πουλιά, αλλά δεν μου το επιτρέπει η φύση μου. Αυτό δεν συμβαίνει με το Θεό. Ο Θεός είναι απόλυτα ελεύθερος· δεν εξουσιάζεται, όπως τα δημιουργηθέντα όντα, από μια φύση που έχει τεθεί επάνω Του από κάπου έξω απ’ Αυτόν, και σε συμφωνία με την οποίαν Αυτός είναι αναγκασμένος συνεχώς να ενεργεί, και να κάνει τους υπολογισμούς Του. Είναι ελεύθερος και από τη κατάσταση της θεότητας· δεν είναι αδιάρρηκτα δεμένος μαζί της. Ποιός πλούσιος είναι που δεν έχει το δικαίωμα, εάν το νομίζει σκόπιμο, να κάνει τον εαυτόν του φτωχό, και να ζει σαν φτωχός; Η ποιός βασιλιάς, εάν είναι πράγματι ελεύθερος, δεν έχει την εξουσία να να βγάλει το στέμμα του, και να κάνει τον εαυτόν του απλό πολίτη; Γράφει ο Λόγος του Θεού: Γνωρίζουμε τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ότι παρόλο πλούσιος, πτώχευσε για χάρη σας, για να πλουτίσετε εσείς με τη φτώχεια εκείνου.

Τα πλούτη του ήταν η κατάσταση της θεότητας που κατείχε. Η φτώχεια Του, η ανθρώπινη κατάσταση που ντύθηκε για χάρη μας, μια κατάσταση εξάρτησης. Και άλλαξε τη πρώτη θέση με τη δεύτερη, διότι μονον έτσι θα μπορούσαμε εμείς να υψωθούμε από τη δεύτερη στη πρώτη.

Αλλοίμονο εάν η αγάπη Του Τον ωθούσε να απεκδυθεί τη θεότητα Του, για να γίνει ένα με μας, και δεν μπορούσε να το κάνει. Τότε τούτη η θεότητα δεν θα ήταν πλούτος σ’ Αυτόν, αλλά μια ανυπόφορη σκλαβιά, αλυσσίδες.

Ας έλθομε τώρα στην ανθρώπινη κατάσταση. Κατά τη Γραφή, ο άνθρωπος επλάσθηκε κατά την εικόνα του Θεού. Τι σημαίνει αυτό: Ο προορισμός του είναι να υψωθεί σ’ αυτή την εικόνα, να γίνει όμοιος με το Θεό. Υπάρχει η δυνατότητα σ’ αυτόν να φθάσει στη τελειότητα, στη θεότητα. Το δηλώνει και η προίκα που του έδωσε ο Θεός, νου, λογική, πνεύμα, ελεύθερη θέληση, κάτι που δεν έδωσε στα ζώα, τα οποία είναι έτσι προορισμένα να κινούνται διηνεκώς μέσα στον ίδιο κύκλο, γέννηση, αναπαραγωγή, θάνατος, χωρίς να μπορούν να υψωθούν κάπου πιο ψηλά.

Αυτές οι δύο βασικές αρχές που μας αναφέρει η Βίβλος, η απόλυτη ελευθερία του Θεού, και η δυνατότητα του ανθρώπου για πρόοδο μέχρι το απόλυτο καλό, μας βοηθούν να καταλάβομε το μυστήριο της ενανθρώπισης του Ιησού Χριστού, και συγκεκριμένα:

α) Πως ένα Θείο ον – ο Υιός – θα μπορούσε να κάνει τον εαυτόν Του άνθρωπο, και να ζήσει σαν άνθρωπος, χωρίς να σταματήσει να είναι Θεός, (Φιλ. Β6-8: Ο οποίος, αν και είχε θεϊκή ύπαρξη, δεν εθεώρησε το ότι ήτο ίσος προς τον Θεόν σαν κάτι προς αρπαγμόν, αλλ’ εκκένωσε τον εαυτόν του λαβών μορφήν δούλου, γενόμενος όμοιος προς τους ανθρώπους. Η με τα λόγια του Ιωάννη: Ο λόγος σαρξ εγένετο.)

β) Πως ο Υιός του ανθρώπου θα μπορούσε, χωρίς να σταματήσει να είναι άνθρωπος, να υψωθεί στη τελειότητα της Θεία κατάστασης.

Για να καταλάβομε λίγο το μεγαλείο αυτής της ταπείνωσης, αυτό που η αγάπη Του Τον οδήγησε να κάνει για μας, ας δούμε τι ξεντύθηκε και τι ντύθηκε, τι άφησε στον ουρανό, και τι ανέλαβε εδώ κάτω στη γη μαζί μας.

– Είχε τη Θεία παντοδυναμία, εξουσίαζε τα πάντα, μπορούσε να κάνει τα πάντα, και να δίνει τα πάντα. Τώρα αντί να δίνει, θα πρέπει να ζητά και να παίρνει· αντί να εξουσιάζει, θα πρέπει να υπακούει. Και είναι μόνον στις τελευταίες ώρες αυτής της νέας, της ταπεινής κατάστασης ύπαρξης, που αναγγέλει, σαν ένα γεγονός που συνέβη πρόσφατα: Μου εδόθη κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη.

– Συμμετείχε στη Θεία παντογνωσία, γνώριζε τα πάντα στο παρόν και στο μέλλον. Τώρα, στη κατάσταση που δέχθηκε να πάρει, θα πρέπει να ερωτά για να μαθαίνει, και μερικές φορές να παραμένει σε άγνοια, όπως τότε, όταν είπε, Για κείνη την ημέρα και την ώρα κανένας δεν γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι στον ουρανό, ούτε ο Υιός. Αντί να οδηγεί, θα πρέπει να οδηγείται, Δεν μπορεί ο Υιός να πράττη ουδέν αφ’ εαυτού, εάν δεν βλέπη τον Πατέρα πράττοντα τούτο, Ιωάννης Ε19.

– Γέμιζε τα πάντα, είχε πανταχού παρουσία, και τώρα περιορίζει τον εαυτόν Του μέσα σ’ ένα ανθρώπινο σώμα, περιορισμένο τοπικά, έτσι που να λεχθεί γι’ Αυτόν, στη περίπτωση του θανάτου του Λαζάρου, Εάν ήσουν εδώ, αυτό δεν θα συνέβαινε, Ιωάννης ΙΑ21.

– Σ’ Αυτόν κατοικούσε η Θεία, η αναλλοίωτη αγιότητα, (ο Θεός είναι απείραστος κακών, Ιάκ. Α13), και πήρε μια μορφή ύπαρξης που μπορούσε να πειρασθεί, και ως εκ τούτου ν’ αμαρτήσει. Τούτη η μορφή ύπαρξης που πήρε για χάρη μας Τον ενέπλεξε σ’ ένα φοβερό αγώνα, διαβάζομε στο Εβραίους Ε7-9: Οστις εν ταις ημέραις της σαρκός αυτού, αφού μετά κραυγής δυνατής και δακρύων προσέφερε δεήσεις και ικεσίας προς τον δυνάμενον να σώζη αυτόν εκ του θανάτου, και εισηκούσθη δια την ευλάβειαν αυτού, καίτοι ων υιός, έμαθε την υπακοήν αφ’ όσων έπαθε. Και γενόμενος τέλειος κατεστάθη αίτιος σωτηρίας αιωνίου εις πάντας τους υπακούοντας εις αυτόν. Επίσης στο Εβραίους Ε15, Διότι δεν έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον να συμπαθήση εις τας ασθενείας ημών, αλλά πειρασθέντα κατά πάντα καθ’ ομοιότητα ημών, χωρίς αμαρτίας.

– Αγαπούσε με όλη τη δύναμη μιας τέλειας, άπειρης αγάπης, και αυτό το είδος της αγάπης το αλλάζει με μία που είναι επιδεκτική προόδου, όσον αφορά την ένταση αλλά και το πλάτος της. Μικρό παιδί τα όρια της αγάπης Του έφθαναν μέχρι την οικογένεια Του, αργότερα και το περίγυρο Του, για να πλατύνει τούτη η αγάπη και ν’ αγκαλιάσει όλη την ανθρωπότητα σαν έγινε ώριμος άνδρας.

– Γνώριζε τον εαυτόν Του σαν τον Υιό, με κείνη την γνώση που ο Ίδιος ο Πατέρας Τον γνωρίζει αιώνια, και – αυτή είναι εκείνη η «κένωση» πάνω στην οποία εξαρτιώνται όλα που ήδη αναφέραμε – επέτρεψε να σβύσει μέσα Του αυτή η συνείδηση της θέσης Του σαν Υιός, που ήταν το φως της ζωής Του, διατηρώντας μόνον την αναπόσπαστη Του προσωπικότητα, την ατομική ζωή προικισμένη με ελευθερία και νοημοσύνη, όπως είναι προικισμένη και η κάθε ανθρώπινη ατομικότητα (μη ξεχνάμε, η προσωπικότητα μας είναι καμωμένη στην εικόνα την δική Του). Μέσω αυτής της ταπείνωσης ήτο σε θέση να εισέλθει σε μια διαδικασία ανθρωπίνης ανάπτυξης όμοιας από κάθε άποψη με τη δική μας.

Eδώ βλέπουμε το θαύμα της αγάπης που πραγματοποιείται στην ζωή του Χριστού, και αποκαλύπτεται σε μας απ’ τον Λόγο Του. Εάν αυτό το θαύμα δεν ήταν δυνατόν να γίνει, ο Θεός δεν θα ήταν ελεύθερος, και η αγάπη Του θα είχε περιορισμούς επάνω της. Ποιά μυστηριώδης αρχή θα τους έβαζε; Δεν γνωρίζουμε. Είναι για κείνους που αρνούνται την δυνατότητα της ενσάρκωσης να μας τη πουν.

– Ηταν ο αιώνιος Θεός, χωρίς αρχή ημερών, και άδειασε τελείως, και από τη γνώση αυτής της θέσης, και μπήκε σε μια διαδικασία ανάπτυξης, μια διαδικασία προόδου ακριβώς όμοια με τη δική μας, έμβρυο μέσα σε μια μήτρα, μωρό, παιδί, έφηβος, ώριμος άνδρας, Και ο Ιησούς προέκοπτεν εις σοφίαν, και ηλικίαν, και χάριν παρά Θεώ και ανθρώποις, θα μας πει για τη ζωή Του εδώ κάτω στο Λουκάς Β52.

Η στιγμή ακριβώς της ταπείνωσης, δηλαδή η ενσάρκωση, ήταν για τον Ιησού η αφετηρία της ύψωσης. Αναλογικά καθώς Αυτός αναπτύσσεται σαν παιδί, εκεί σχηματίζεται από μόνη της, μεταξύ του Θεού και Αυτού, μια σχέση της πλέον βαθειάς και τρυφερής φύσης, κάτι αμυδρά ανάλογο που βλέπουμε εμείς στην σχέση μας με τα παιδιά μας. Αυτή η σχέση καταλήγει στην αυθόρμητη σύλληψη και διατύπωση της έκφρασης, «Πατέρα μου», την οποία ο Ιησούς εκστομίζει για πρώτη φορά στην ηλικία των 12 ετών, και η οποία είναι κάτι που εκπλήσσει ακόμα και τη μητέρα Του. Αναλογικά καθώς μεγαλώνει σε υποταγή προς τους γονείς Του, σε αφοσίωση στους αδελφούς Του, σε συγκέντρωση στην προσευχή, και κάτω από τον φωτισμό της Γραφής, συνειδητοποιεί περισσότερο και περισσότερο, μέσα απ’ την αντίθεση μεταξύ της δικής Του ηθικής και θρησκευτικής κατάστασης και της αμαρτίας της οποίας διαπιστώνει, με λύπη, την ύπαρξη σε όλους, ακόμα και στους καλλιτέρους από εκείνους γύρω Του, ότι η θέση Του στην ανθρωπίνη κοινότητα είναι ασυνήθιστη, μοναδική. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της προσωπικότητας Του γίνεται σ” Αυτόν ένα μεγάλο θεωρητικό και πρακτικό πρόβλημα. «Ποιός είμαι εγώ, και τι έχω να κάνω εδώ κάτω; Σαν το μόνο υγιές μέλος μιας άρρωστης οικογένειας, δεν είναι που ανήκει σε μένα να την βοηθήσω να θεραπευθεί;»

Η καθαρή απάντηση σ” αυτό που διαισθανόταν μέσα Του Του δίδεται στο βάπτισμα Του: «Εσύ είσαι ο Υιός μου»! «Σε έχω δώσει στον κόσμο, για να τον σώσεις». Απ” αυτή την στιγμή ο Ιησούς αναγνωρίζει τον εαυτόν Του σαν την αποκάλυψη, σε ανθρώπινη υπόσταση, του Όντος εκείνου που είναι το αιώνιο αντικείμενο της αγάπης του Πατέρα, και που στο οποίον έχει δοθεί η αποστολή να δώσει ζωή στο ανθρώπινο γένος.

Αυτή η αποκάλυψη, πάντως, δεν κάνει καμμία αλλαγή στην πραγματική Του κατάσταση. Είναι σ” Αυτόν ένα γεγονός της συνείδησης, και μόνον αυτής. Παρόλη τούτη την αποκάλυψη, παραμένει περιορισμένος μέσα σε όλες τις υποχρεώσεις και αδυναμίες της γηίνης ύπαρξης. Και αυτό γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το έργο Του, παραμένοντας άνθρωπος.

Στην έρημο, η προσπάθεια του Σατανά είναι ακριβώς αυτή, να Τον παρασύρει να βγει έξω από το σωστό μονοπάτι, κάνοντας Τον να αισθανθεί οδυνηρά την αντίθεση μεταξύ της εξωτερικής Του κατάστασης, και της θέσης του σαν Υιός, την συνείδηση της οποίας είχε τελευταίως αποκτήσει: «Εάν είσαι ο Υιός του Θεού, κάνε ψωμιά αυτές τις πέτρες…Εάν είσαι ο Υιός, ρίξε τον εαυτόν Σου κάτω». Δηλαδή, «Είσαι Θεός, γιατί παιδεύεσαι, σπαταλιέσαι άσκοπα σαν άνθρωπος. Ενέργησε σύμφωνα μ’ αυτό που είσαι». Και έτσι, υψώνοντας τον εαυτόν Του στην θέση του Υιού, που πραγματικά Του ανήκει, θα ματαίωνε την πράξη της ενσάρκωσης Του, ακριβώς κατά την στιγμή που απέκτησε συνείδηση αυτής, και το έργο Του για μας θα ματαιωνόταν.

Η έννοια της άρνησης του Ιησού να ενεργήσει πάνω σ” αυτή την δόλια εισήγηση είναι: «Μπορεί, πράγματι, να γνωρίζω τι είμαι δικαιωματικά` παρόλα αυτά παραμένω ό,τι είμαι στην πράξη, έως ότου ευαρεστήσει τον Ίδιο τον Θεό να υψώσει την πράξη στο επίπεδο του δικαιώματος, να υψώσει αυτό που τώρα είμαι, σε κείνο που μου ανήκει».

Από τότε που απέκτησε συνείδηση για το ποιός ήταν και μετά, η ενσάρκωση έγινε, ακόμα περισσότερο, μια συνεχής και ελεύθερη πράξη εκ μέρους του Υιού του ανθρώπου. Ο Ιησούς ακόμα βρήκε, από κείνη την στιγμή, στην συνείδηση της προσωπικής Του μεγαλειότητας, ένα κίνητρο να ταπεινώσει τον εαυτόν Του ακόμα ποιό βαθειά απ” ότι είχε κάνει μέχρι τώρα. Ο Ιησούς γνωρίζοντας ότι ο Πατέρας του τα είχε δώσει όλα στα χέρια Του, και ότι ήρθε από τον Θεό, και πήγαινε προς τον Θεό· σηκώθηκε από το δείπνο, έβγαλε τα εξωτερικά του ενδύματα, πήρε μια πετσέτα, και ζώστηκε, και άρχισε να πλένη τα πόδια των μαθητών, Ιωάννης ΙΓ3-5. Αναφέρομε τούτη Του τη πράξη, γιατί αυτή φανερώνει το πνεύμα που υπαγόρευε τις ενέργειες Του εδώ κάτω. Ηλθε να θεμελιώσει τη Βασιλεία του Θεού στη γη. Τούτη η βασιλεία στηρίζεται σ’ ένα μόνο νόμο, στην αγάπη που θυσιάζει τον εαυτό της, στην αγάπη που δεν έχει όρια στη ταπείνωση της, προκειμένου να υπηρετήσει. Όσο μεγαλύτερος γνωρίζει τον εαυτόν Του ότι είναι, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει ότι είναι έργο Του να αφήσει ένα παράδειγμα αυτοταπείνωσης, ώστε έτσι να μπορεί να σύρει τον καθέναν που είναι δικός Του, τον καθένα, χωρίς να λείψει κανένας, μέσα στην πρακτική άσκηση εκείνης της αγάπης που αυτοθυσιάζεται, και που είναι η ουσία της βασιλείας που έρχεται να θεμελιώσει.

Η κάθε Του πράξη ήταν μια πράξη υπακοής και ελέους, μια πράξη θυσίας για τον συνάνθρωπο. Για να κατέβει εδώ κάτω, και να συνδεθεί μαζί μας, είχε αδειάσει τον εαυτόν Του σαν Θεός. Τώρα, καθημερινά, τον αδειάζει και σαν άνθρωπος. Για τον εαυτόν Του, τίποτα, για τους άλλους, τα πάντα.

Κάποτε φθάνει στο τέλος της γήινης πορείας Του. Τι ανήκει στον δίκαιο, σαν φθάσει εδώ; Ας ακούσομε τον Παύλο: Τον αγώνα το καλόν ηγωνίσθην, τον δρόμον ετελείωσα, την πίστιν διετήρησα· του λοιπού μένει εις εμέ ο της δικαιοσύνης στέφανος, Β’ Τιμ. Δ7,8. Το στεφάνι της δικαιοσύνης. Αλλά δεν το ζητά. Έχει κάτι άλλο να κάνει, να σηκώσει την τιμωρία των αμαρτωλών.

Με την ενσάρκωση Του είχε εγκαταλείψει τη ζωή Του σαν Θεός· τώρα παραδίδει τη ζωή Του σε θάνατο σαν άνθρωπος. Η δεύτερη απ’ αυτές τις θυσίες είναι το συμπλήρωμα της πρώτης. Είναι εδώ που φθάνει στον πυθμένα του λάκκου που άνοιξε ο Ιδιος κάτω από τα πόδια Του, όταν έκανε τον εαυτόν Του άνθρωπο για χάρη μας. Πιο χαμηλά δεν μπορούσε να πάει. Και είναι ακριβώς απ’ αυτό το σημείο που αρχίζει να υψώνεται, όσον αφορά τώρα και την εξωτερική Του κατάσταση. Μια ύψωση που αντιστοιχεί σε κείνη που πραγματοποιήθηκε στη συνείδηση Του κατά το βάπτισμα Του. Τότε ο Πατέρας Τον είχε κάνει να αισθανθεί τον εαυτόν Του σαν Υιό· από τούτη τη στιγμή και μετά γίνεται τέτοιος και αναφορικά με τις εξωτερικές συνθήκες της ύπαρξης Του. Πρώτα η ανάσταση Του, που έρχεται σαν απάντηση στο θάνατο Του, επανορθώνει σ’ Αυτόν, σε μια δοξασμένη μορφή, την ανθρώπινη ζωή που είχε θυσιάσει. Μετά η ανάληψη, που έρχεται σαν απάντηση στην ενσάρκωση, Του ξαναδίνει ό,τι είχε αφήσει προκειμένου να ενσαρκωθεί, τη θεότητα Του. Μόνο που τώρα κατέχει τη ζωή του Θεού σαν άνθρωπος, σαν ένας από μας. Ξαναπαίρνει τη θεότητα χωρίς να αποποιηθεί την ανθρώπινη Του κατάσταση ύπαρξης. Από τούδε είναι ο Υιός του ανθρώπου που κατέχει δική Του τη ζωή του Υιού του Θεού. Σ’ αυτόν κατοικεί η πληρότητα της Θεότητας ΣΩΜΑΤΙΚΩΣ, γράφει ο Παύλος που Τον είδε στο δρόμο προς τη Δαμασκό, και στον τρίτο ουρανό, όπου ανηρπάγη. Είδα έναν όμοιο με Υιό ανθρώπου, γράφει ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη.

Μα μπορεί τούτη η ανθρώπινη κατάσταση ν’ αντέξει τη Θεία δόξα να κατοικήσει μέσα της; Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα εαυτού· κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, μας θυμίζει η Γραφή στο Γεν. Α27.

Και ο σκοπός που τον δημιούργησε: Εδημιούργησα αυτούς δια την δόξαν μου· έπλασα αυτούς και έκαμα αυτούς, Ησαϊας ΜΓ7. Η δόξα Του είναι η αποκάλυψη του χαρακτήρα Του. Να αποκαλύπτεται μέσα απ’ αυτούς, καθώς θα κατοικεί μέσα τους. Η θεότητα Του (Θεία αγάπη, σοφία, καλωσύνη, δικαιοσύνη …) θα γεμίζει αυτούς, και μέσα απ’ αυτούς θα ακτινοβολεί στο χώρο που κινείται ο καθένας τους. Σαν το ηλεκτρικό ρεύμα που πυρακτώνει τη λάμπα. Ο άνθρωπος πλάσθηκε στην εικόνα του Θεού για να γίνει το ελεύθερο όργανο της ζωής του Θεού, το μέσον της παντοδυναμίας Του, το όργανο των κυριαρχικών δραστηριοτήτων της αγάπης Του. Ο θεός – άνθρωπος είναι ο αληθινός άνθρωπος, τέτοιος, δηλαδή, όπως ο Θεός τον είχε συλλάβει και τον επιθυμούσε να είναι στην αιωνιότητα. Η θεότητα, λοιπόν, μέσα μας; Μπορεί; Μπορεί. Αν αδυνατούμε να το κατανοήσομε, ας θυμηθούμε τι μας λέγει στο Α’ Κορ. Β9: Εκείνα τα οποία οφθαλμός δεν είδε, και ωτίον δεν ήκουσε, και εις καρδίαν ανθρώπου δεν ανέβησαν, τα οποία ο Θεός ητοίμασεν εις τους αγαπώντας αυτόν. Αυτό ακριβώς ενοούσε ο Κύριος όταν ζητούσε στη προσευχή Του για όλους εμάς, Πατέρα αγίασε τους αληθινά, που σημαίνει, κάνε τους να ζουν από Σένα και για Σένα. Και κατά τη Γραφή, η παρούσα φάση της ιστορίας, η ανάπτυξη του ανθρώπου ολοκληρώνεται όταν ο Θεός γίνει τα πάντα εν πάσι, Α’ Κορ. ΙΕ. Αυτό ακριβώς εννοεί επίσης, όταν λέγει στο Ρωμαίους Η29: Εκείνους που προγνώρισε (σαν δικούς Του μέσω πίστης), εκείνους και προόρισε να είναι όμοιοι με την εικόνα του Υιού Του, ώστε Αυτός να είναι πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών. Ο άνθρωπος – θεός, να ο στόχος. Αυτόν ακριβώς το δρόμο άνοιξε ο Ιησούς, με το να γίνει από Θεός άνθρωπος, και από άνθρωπος Θεός. Οπότε δεν υπάρχει και καμμία αντίφαση μεταξύ της θεότητας και της ανθρωπότητας του Ιησού Χριστού, άπαξ και είναι εδραιωμένο γεγονός το ότι ο άνθρωπος που ο Θεός είχε υπ’ όψιν Του απ’ την αρχή, ο ιδανικός άνθρωπος, είναι ο θεός – άνθρωπος.

Μένει μια τελευταία ερώτηση: Τι ρόλο έπαιξε το γεγονός της πτώσης μας πάνω στο σχέδιο του Θεού για μας;

Σίγουρα δεν άλλαξε τούτο το σχέδιο, δεν άλλαξε τον στόχο. Ο στόχος για τον πεσμένο άνθρωπο παρέμεινε ο ίδιος όπως κι αν ο άνθρωπος ακολουθούσε το μονοπάτι της υπακοής. Μόνο που τώρα ο Θεός ασχολήθηκε μαζί μας μ’ έναν διαφορετικό τρόπο.

Εάν δεν έπεφτε ο άνθρωπος, η δροσιά του Πνεύματος που έπεφτε επάνω του, μια Πεντηκοστή, ίσως έφθανε αυτή, να κάνει ν’ απλωθεί επάνω του η τέλεια αγιότητα, που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για τη κατάσταση της δόξας. Ισως να ήταν αναγκαία και η συμμετοχή του Υιού του Θεού στη φύση μας, για να υψωθούμε στη Θεία κατάσταση. Αλλά τούτη η ενσάρκωση δεν θα είχε πόνο, δεν θα ήταν απολύτρωση με χύσιμο αίματος, θα ήταν μια χαρούμενη γιορτή, ο γάμος του Θεού με το ανθρώπινο γένος. (Είναι κάτι που τελικά θα λάβει χώρα στον ουρανό, οι γάμοι του αρνίου με την Εκκλησία).

Αλλά μεσολάβησε η αμαρτία, η οποία άσκησε μια επίδραση, όχι πάνω στο αποτέλεσμα, αλλά πάνω στο τρόπο για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα. Η ανθρωπότητα, κτυπημένη απ’ την αμαρτία, έπεσε, κείτεται σε παραλυσία, ανίκανη να υψωθεί η ίδια, με δική της δύναμη, ανίκανη να συνεχίσει τη πορεία της προς τον υπέρτατο προορισμό της. Ένα βαθύ σκοτάδι κάλυψε τα πάντα, χάθηκε ο δρόμος, χάθηκε και ο στόχος. Θα πει ο Ησαίας: Ψηλαφώμεν τον τοίχον ως οι τυφλοί, και ψηλαφώμεν ως οι μη έχοντες οφθαλμούς· εν μεσημβρία προσκόπτομεν ως εν νυκτί, ΝΘ10.

Ο Υιός του Θεού την αντίκρυσε σ’ αυτή τη κατάσταση της δυστυχίας. Πήρε στον εαυτόν Του εκείνη τη φύση, θεϊκά δημιουργημένη, την οποία η αμαρτία είχε τόσο βαθειά διαφθείρει. Την επανόρθωσε από τα θεμέλια της. Ενέργησε επάνω της σε συμφωνία με όλους τους νόμους της ύπαρξης της. Επέδειξε, στο δικό Του πρόσωπο, την ανάπτυξη την οποία αυτή επιδέχεται, και για την οποία είναι προορισμένη. Ολοκλήρωσε, στη δική Του ζωή, τη πλήρη αφιέρωση της ζωής του ανθρώπου. Στον θάνατο Του εξιλέωσε την ανταρσία του. Στη συνέχεια, παίρνοντας στη κατοχή Του εκείνη τη κατάσταση για την οποία αυτή η φύση έχει προορισθεί, εργάζεται σε κείνους που είναι δικοί Του, μέσω μιας καθημερινής Πεντηκοστής που εκχύνεται απ’ τον ουρανό, να υψωθούν κι αυτοί στη ίδια θέση, στη δόξα που Αυτός τώρα βρίσκεται. Εργάζεται να επαναπαραχθεί μέσα τους εκείνο το θαύμα του αγιασμού, που Αυτός πρώτος έχει ολοκληρώσει στον εαυτόν Του.

Ο Θεός ολοκληρωτικά μέσα στον Εναν, και μέσω Αυτού, ολοκληρωτικά μέσα σε όλους. Αυτός ο Ενας είναι το μέσον (Εγώ είμαι ο δρόμος), το «μέσα σε όλους» ο στόχος, Δια να είναι ο Θεός τα πάντα εν πάσι, Α’ Κορ. ΙΕ. Αυτός ο στόχος είναι αιώνιος· και ανήκει στο μέσον να συμμορφωθεί με τις συνθήκες που προκύπτουν απ’ τις διακυμάνσεις που δημιουργεί η ελευθερία του ανθρώπου.

Απαξ και δεχθούμε τούτες τις δύο αρχές της Βίβλου, ο Θεός απόλυτα ελεύθερος, και ο άνθρωπος, σαν εικόνα που πλάσθηκε του Θεού, με δυνατότητα απόλυτης τελειοποίησης, όλα μετά είναι απλά να κατανοηθούν, η ενσάρκωση του Ιδίου του Θεού, ο δοξασμός του ανθρώπου στο επίπεδο του Θεού. Η μόνη δυσκολία είναι να κατανοήσομε την αγάπη του Θεού για μας, μια αγάπη που ξεπερνά όλα που η φτωχή καρδιά μας μπορεί να φαντασθεί και να συλλάβει. Αλλά όπως λέγει και ο Ιωάννης, Ο Θεός είναι μεγαλύτερος απ’ τις καρδιές μας (Α’ Επιστολή Γ20).

Είμαστε υιοί Θεού. Να προσέξομε όμως. Υιοί Θεού είμαστε στα σχέδια του Θεού, είμαστε αναφορικά με τον προορισμό μας. Πρέπει να γίνομε τέτοιοι και στη πράξη. Ο φοιτητής που πέρασε στην ιατρική, είναι γιατρός. Αλλά πρέπει να γίνει και τέτοιος μετά από μια διαδικασία φοίτησης. Και γινόμαστε μόνο μέσω Αυτού, που έχοντας πρώτος τρέξει το δρόμο, μας προικίζει με τη δύναμη να τον τρέξομε και μεις μετά απ’ Αυτόν. Θα μας πει στο Εβραίους ΙΒ1,2: Λοιπόν και ημείς, περικυκλωμένοι όντες υπό τοσούτου νέφους μαρτύρων, ας απορρίψωμεν παν βάρος και την ευκόλως εμπεριπλέκουσαν ημάς αμαρτίαν, και ας τρέχωμεν μεθ’ υπομονής τον προκείμενον εις ημάς αγώνα· αποβλέποντες εις τον Ιησούν τον αρχηγόν και τελειωτήν της πίστεως, όστις υπέρ της χαράς της προκειμένης εις αυτόν, υπέφερε σταυρόν, καταφρονήσας την αισχύνην, και εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου του Θεού.

Ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, βίωνε, πραγματοποιούσε, σ’ όλη την αιωνιότητα, τη ζωή ενός υιού τέλεια προς τον Πατέρα. Αυτή τη σφραγίδα, τη ζωή ενός υιού ήλθε να τυπώσει επάνω στην ανθρώπινη ζωή μας, και έτσι, από δούλους να μας κάνει υιούς· δεν σας λέγω πλέον δούλους… θα πει ο Κύριος στο Ιωάννης ΙΕ15.

Μένει σε μας να δεχθούμε τούτη τη σφραγίδα, με την οποία το Πνεύμα Του θέλει να μας σφραγίσει. Επειδή όσοι διοικούνται υπό του Πνεύματος του Θεού, ούτοι είναι υιοί του Θεού, θα μας πει στο Ρωμαίους Η14. Θέλει να κάνει τον καθένα από μας ένα δεύτερο εαυτόν Του, τίποτα λιγότερο – είναι το θαύμα της αγάπης που θέλει να μοιρασθεί όλα όσα κατέχει μ’ εκείνον που αγαπά.

Μ’ ένα τέτοιο προορισμό εμπρός μας, αξίζει να ζήσομε, να παλαίψομε, να υποφέρομε, να πεθάνομε σαν άνθρωποι. Τι κι αν η ζωή μας είναι μερικές φορές μία via dolorosa, που περνά μέσα από μια Γεθσημανή και έναν Γολγοθά, αφού το τέλος της θα είναι το όρος των Ελαιών και μια Ανάληψη.

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΟΣΟ ΗΤΑΝ ΣΤΗ ΓΗ

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στο Α’ Ιωάννου Β6 ο Λόγος του Θεού θα μας πει: «Όστις λέγει ότι μένει εν αυτώ (εν Ιησού Χριστώ), καθώς εκείνος περιεπάτησε, κι αυτός ούτω να περιπατή». Η δική Του σχέση με τον Πατέρα, είναι το πρότυπο για το πώς πρέπει να περπατήσομε κι εμείς σε σχέση με τον Πατέρα. Και δεν έδωσε μόνο το πρότυπο, αλλά συνέχεια δίνει και την δύναμη να το ακολουθήσει όποιος θέλει.

Να θυμηθούμε και κάτι που επεσήμανε, όταν κάποιος Τον προσφώνησε, «Δάσκαλε αγαθέ»: «Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ειμή εις, ο Θεός», Λουκάς ΙΗ19. Ο άνθρωπος δεν έχει από μόνος του καλωσύνη. Η καλωσύνη μπορεί να έλθει μόνο απ’ την πηγή της, τον Θεό. Όσο πιο τέλεια η σύδεση, το περιπάτημα με τον Θεό, τόσο πιο πολύ ανεμπόδιστα το καλό ρέει στον άνθρωπο απ’ την πηγή του.

Τις σχέσεις Του με τον Θεό Πατέρα τις συνόψισε ο Ιδιος σε μία φράση: «Εγώ εν τω Πατρί, και ο Πατήρ εν εμοί». Ήταν ο Υιός που άδειαζε, και ο Πατέρας, καθώς Τον εύρισκε αδειανό, Τον γέμιζε.

Τι ήταν εκείνο το οποίον είχε, και που διαρκώς το άδειαζε στη παρουσία του Πατέρα:

Κατ’ αρχάς είχε θέληση δική Του, ανεξάρτητη απ’ αυτή του Πατέρα. Έτσι, στο Ιωάννης Ι17 θα πει: «Δια τούτο με ο πατήρ αγαπά, ότι εγώ τίθημι την ψυχήν μου, ίνα πάλιν λάβω αυτήν. Ουδείς αίρει αυτήν απ’ εμού, αλλ’ εγώ τίθημι αυτήν απ’ εμαυτού. Εξουσίαν έχω θείναι αυτήν, και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν αυτήν». Και στο Στο Ιωάννης Ε21: «Επειδή καθώς εγείρει τους νεκρούς και ζωοποιεί, ούτω και ο Υιός ούστινας θέλει ζωοποιεί».

Σαν άνθρωπος εδώ κάτω, τέλεια καθαρός όπως ήταν, είχε εξαιρετικά χαρίσματα. Να θυμηθούμε την έκπληξη των διδασκάλων για την σύνεση Του, όταν μικρό παιδί, ήλθε σε συζήτηση μαζί τους στον Ναό, Λουκάς Β46,47. Με τούτα τα χαρίσματα θα μπορούσε να κάνει πολλά και μεγάλα, και ν’ αφήσει όνομα μεταξύ των μεγάλων της γης. Δεν ήταν προς τα εκεί που Τον ωθούσε ο Διάβολος, όταν Τον πείραξε στην έρημο;

Εδώ να θυμηθούμε ότι, στη γη σαν άνθρωπος, πέραν των ανθρωπίνων δυνατοτήτων, κατείχε και τις Μεσσιανικές δυνάμεις, που τις πήρε στο βάπτισμα Του, εκεί που ο Θεός Του έδωσε τη πληρότητα του Πνεύματος. Με αυτές θα μπορούσε να δημιουργήσει – με δική Του παρόρμηση – όπως δημιουργεί ο κάθε άνθρωπος με ταλέντο, να δημιουργήσει από και για τον εαυτόν Του. Θα μπορούσε να έφτειαχνε εδώ κάτω ένα δικό Του βασίλειο, όπως κάνουν οι άνθρωποι της μεγαλοφυίας, και των κατακτήσεων, παράδειγμα, ο δικός μας ο Μέγας Αλέξανδρος. Εκεί, άλλωστε, δεν ήταν που Τον ωθούσε ο Διάβολος, τότε στην έρημο, όταν Του πρότεινε τα βασίλεια όλης της οικουμένης; Και ακόμη περισσότερο, στο Ιωάννης Ε26 θα πει: «Καθώς ο Πατήρ έχει ζωή εν εαυτώ, ούτως έδωκε εις τον Υιόν να έχη ζωήν εν εαυτώ», που σημαίνει ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει ζωή, να δημιουργήσει κόσμους απ’ το τίποτα, και να γίνει θεός τους. Σ’ όλες τις φάσεις της ζωής Του έχει έναν θησαυρό δύναμης, που Του ανήκει, και μπορεί να τον χρησιμοποιήσει ελεύθερα και ανεξάρτητα απ’ τον Πατέρα, Ιωάννης Ι17,18.

Ο Ίδιος όμως έχει καταλάβει ότι η πληρότητα είναι να είσαι με τον Θεό, (κάτι που δεν κατάλαβε ο άνθρωπος και ο Διάβολος). Είναι πλήρης με τον Θεό εδώ στη γη, όπως και στον ουρανό. Ο Ιωάννης θα περιγράψει τούτη τη θέση με τα λόγια: Και ο Λόγος ην προς τον Θεό, όλο Του το είναι είναι στραμμένο προς τον Θεό, Ιωάννης Α1. Αντί λοιπόν να είναι θεός ενός κόσμου για τον εαυτόν Του, προτιμά την θέση Του σαν Υιός δίπλα στον Πατέρα, όπως επίσης να χρησιμοποιεί την δημιουργική Του δύναμη πάντα σε κοινωνία με τον Πατέρα. Προτίμησε το «Υιός», απ’ το «Θεός». Διάλεξε την υποταγή και την αφιέρωση. Την ουσία της ζωής Του, την εσωτερική δύναμη που Τον κινεί, την συνοψίζουν τα λόγια του Ψαλμού Μ8: «Χαίρω, Θεέ μου, να εκτελώ το θέλημα σου· και ο νόμος σου είναι εν τω μέσω της καρδίας μου» Καθώς επίσης και του ΞΘ9: «Ο ζήλος του οίκου σου με κατέφαγε· και οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε, επέπεσον επ’ εμέ». Να θυμηθούμε και τα λόγια Του στους μαθητές τότε με τη Σαμαρείτισσα, Το εμόν φαγητόν είναι να πράττω το θέλημα του πέμψαντος με, και να τελειώσω το έργον αυτού, Ιωάννης Δ34.

Έτσι λοιπόν, απαρνείται, αποκηρύσσει όλα όσα προέρχονται απ’ τον εαυτόν Του, σχέδια, παρορμήσεις, σοφία, δύναμη, ικανότητες, την ίδια Του την ζωή, («εξουσίαν έχω να βάλω την ζωήν μου, και εξουσίαν έχω πάλιν να την λάβω», Ιωάννης Ι18), και ζει παίρνοντας το κάθε τι από εκείνα που Του χορηγεί ο Πατέρας, και κάνοντας μόνον εκείνα που ο Πατέρας Τον οδηγεί να κάνει. Έτσι, στο Ιωάννης Ε19,30 θα πει: «Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Δεν δύναται ο Υιός να πράττη ουδέν αφ’ εαυτού, εάν δεν βλέπη τον Πατέρα πράττοντα τούτο· επειδή όσα εκείνος πράττη, ταύτα και ο Υιός πράττει ομοίως…Δεν δύναμαι εγώ να κάμνω απ’ εμαυτού ουδέν. Καθώς ακούω, κρίνω…». Και στο Ιωάννης Ι37,38: «Εάν δεν κάμνω τα έργα του Πατρός μου, μη πιστεύετε εις εμέ· αλλ’ εάν κάμνω, αν και εις εμέ δεν πιστεύητε, πιστεύσατε εις τα έργα…».)

Στον Φίλιππο είπε: «Όστις είδεν εμέ, είδεν τον Πατέρα· και πως συ λέγεις, Δείξον εις ημάς τον Πατέρα; Δεν πιστεύεις ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί, και ο Πατήρ είναι εν εμοί; Τους λόγους τους οποίους εγώ λαλώ προς υμάς, απ’ εμαυτού δεν λαλώ· αλλ’ ο Πατήρ ο μένων εν εμοί, αυτός εκτελεί τα έργα. Πιστεύετε μοι ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί, και ο Πατήρ είναι εν εμοί· ει δε μη, δια τα έργα αυτά πιστεύετε μοι», Ιωάννης ΙΔ9-11. Δεν είναι ούτε ένας λόγος που να μη τον παίρνει απ’ τον Πατέρα, ούτε ένα από τα έργα Του που να μην είναι πραγματοποιημένο υπό του Ιδίου του Θεού μέσω Αυτού. Απ’ την δική Του την σοφία, τίποτα. Με την δύναμη του Θεού το κάθε τι.

Πάντα ρωτούσε τον Πατέρα, και καταλάβαινε απόλυτα την οδηγία Του. Για παράδειγμα, πριν εκλέξει τους 12, στάθηκε όλη την νύχτα σε προσευχή. Πριν αναστήσει τον Λάζαρο Τον άκουσαν να λέγει, «Πάτερ ευχαριστώ σοι, ότι μου ήκουσας. Και εγώ εγνώριζον ότι πάντοτε μου ακούεις», Ιωάννης ΙΑ41,42.

Πριν κάνει οποιαδήποτε κρίση, πρώτα ακούει την οδηγία του Πατέρα. Αυτό εγγυάτται και την ορθότητα της κρίσης Του: «Η κρίσις η εμή δικαία είναι· διότι δεν ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντος με Πατρός», στο Ιωάννης Ε30. Η κρίση Του δεν βασιζόταν στην δική Του αντίληψη των πραγμάτων, στην ικανότητα διάκρισης που είχε. Ο Ησαϊας θα πει για το πρόσωπο Του: «Το πνεύμα του Κυρίου θέλει αναπαυθή επ’ αυτόν, πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και δυνάμεως, πνεύμα γνώσεως και φόβου του Κυρίου· και θέλει κάμει αυτόν οξύνουν εις τον φόβον του Κυρίου, ώστε δεν θέλει κρίνει κατά την θεωρίαν των οφθαλμών αυτού, ουδέ θέλει ελέγχει κατά την ακρόασιν των ωτίων αυτού· αλλ’ εν δικαιοσύνη θέλει κρίνει τους πτωχούς, και εν ευθύτητι θέλει υπερασπίζεσθαι τους ταπεινούς της γης…», ΙΑ2-4. «Εν δικαιοσύνη…εν ευθύτητι», σημαίνει, κατά το θέλημα του Θεού.

Αυτός που θ’ αναστήσει την ανθρωπότητα, δεν έκανε ούτε το πιο ασήμαντο πράγμα, πριν πάρει οδηγία απ’ τον Πατέρα.

Στους Ιουδαίους κάποτε είπε: «Όταν υψώσητε τον Υιόν του ανθρώπου, τότε θέλετε γνωρίσει ότι εγώ είμαι, και απ’ εμαυτού δεν κάμνω ουδέν, αλλά καθώς με εδίδαξεν ο Πατήρ μου, ταύτα λαλώ. Και ο πέμψας με είναι μετ’ εμού· δεν με αφήκεν ο Πατήρ μόνον· διότι εγώ κάμνω πάντοτε τα αρεστά εις αυτόν», Ιωάννης Η28,29. Όπως φαίνεται από τούτα τα λόγια, η κοινωνία Του με τον Πατέρα βασιζόταν πάνω σε τούτη την συνθήκη: Το κάθε τι που έκανε είχε σαν στόχο να ευχαριστήσει τον Πατέρα. Αυτό ήταν το κίνητρο Του για το κάθε τι. Δεν ήταν μια σειρά νόμων, κανόνων που υπαγόρευε την ζωή Του. Τη κάθε στιγμή, καθώς βλέπει το έργο να έχει διαμορφωθεί στην σκέψη του Πατέρα, και νοιώθει την επιθυμία Του, αμέσως το εκτελεί στη γη. Έτσι, όχι μόνο δεν έχει διαπράξει την ελαχίστη αμαρτία, αλλά δεν έχει αμελήσει να κάνει και το ελάχιστο καλό.

Ο Κύριος διαρκώς «έβλεπε» τον Πατέρα, που σημαίνει, ο νους Του ήταν διαρκώς προσηλωμένος στον Πατέρα, ώστε ν’ αντιλαμβάνεται την επιθυμία Του, και να διακρίνει το σημείο όπου είναι πραγματικά το έργο Του, ώστε να προσαρμόσει το δικό Του πάνω σ’ αυτό. Για παράδειγμα, Του έδωσε οδηγία να θεραπεύσει Σάββατο, παρόλο που κατά του Ιουδαίους τούτο απαγορευόταν. Δεν μπορούσε να μη το κάνει. Γι’ αυτό τους είπε: «Ο Πατήρ μου εργάζεται έως τώρα, και εγώ εργάζομαι», Ιωάννης Ε17. Ο Πατέρας εργάζεται το παγκόσμιο έργο της σωτηρίας· ο Κύριος εδώ στη γη έχει αναλάβει ένα κομμάτι αυτού του έργου. Δεν μπορούσε, λοιπόν, να μη κάνει αυτό που Του έδειχνε ο Πατέρας.

Αν έστω και για μια στιγμή δεν ενεργούσε έτσι, ο Πατέρας θα είχε αποσύρει τον εαυτόν Του, («δεν με αφήκεν ο Πατήρ μόνον· διότι εγώ κάμνω πάντοτε τα αρεστά εις αυτόν», Ιωάννης Η29). Πάνω σ’ αυτό είπε και τούτα τα λόγια: «Εάν τας εντολάς μου φυλάξητε, θέλετε μείνει εν τη αγάπη μου· καθώς εγώ εφύλαξα τας εντολάς του Πατρός μου, και μένω εν τη αγάπη αυτού», Ιωάννης ΙΕ10. Η συνεχής και με πιστότητα συνεργασία του Υιού, είναι αυτή που παρακινεί τον Πατέρα να Του αποκαλύπτει συνεχώς το θέλημα Του.

Το μυστικό, λοιπόν, της ζωής Του: Συνεχώς άδειαζε. Και ο Πατέρας, βρίσκοντας Τον συνεχώς αδειανό, Τον γέμιζε. Ο Πατέρας έδειχνε, Αυτός έβλεπε και εκτελούσε. Ο Πατέρας έλεγε, Αυτός άκουγε και ενεργούσε. Ο Πατέρας Του χορηγεί τα πάντα. Τον κάνει κοινωνό σε όλα τα πλούτη και τα σχέδια Του: «Διότι ο Πατέρα αγαπά τον Υιόν, και δεικνύει εις αυτόν πάντα όσα αυτός πράττει…», Ιωάννης Ε20.

Είναι ακριβώς η ίδια σχέση στην οποία εργάζεται να μας υψώσει ο Κύριος, να φθάσει κάποτε ο Θεός να είναι «τα πάντα εν πάσι», τα πάντα μέσα σε όλους εμάς, Α’ Κορινθίους ΙΕ28. Είναι κατ’ αυτή την έννοια που η Γραφή λέγει ότι ο Θεός είναι το Α και το Ω. Και είναι απόλυτα κατ’ αυτή την έννοια που ο Κύριος μας παραγγέλει: «Μείνατε εν εμοί, καγώ εν υμίν», Ιωάννης ΙΕ4. Η πορεία μας μαζί Του δεν είναι ενεργώντας, αλλά ζητώντας Του.

Το πώς φάνηκε ότι όντως ενεργούσε ο Θεός μέσα απ’ Αυτόν, μας το λέγει στο Ρωμαίους Α3,4: «Απεδείχθη Υιός Θεού εν δυνάμει, κατά το πνεύμα της αγιωσύνης, δια της εκ νεκρών αναστάσεως».

Αναγνωρίσθηκε σαν Υιός Θεού «εν δυνάμει», δηλαδή, μ’ έναν δυνατό, εκπληκτικό, θριαμβευτικό τρόπο, μ’ ένα τρόπο που φανερώθηκε εντυπωσιακά η δύναμη του Θεού.

Σ’ όλη Του τη ζωή, στα θαύματα, και πιο πολύ στην ανάσταση Του (Ρωμαίους ΣΤ4: «Ο Χριστός ανεστήθη απ’ τους νεκρούς δια της δόξης του Πατρός»), η δόξα και η δύναμη του Θεού φανερωνόταν να ενεργεί εντυπωσιακά επάνω Του, δείγμα ότι πίσω απ’ αυτό το Πρόσωπο ενεργούσε ο Θεός, ότι υπήρχε σχέση Υιού προς Πατέρα μεταξύ τους. Απευθυνόταν στον Θεό σαν Πατέρα και Του ζητούσε, και ο Θεός αμέσως ανταποκρινόταν, ενεργώντας θαυμαστά μέσω Αυτού.

Το μεγαλύτερο θαύμα που εργάσθηκε ο Θεός επάνω Του ήταν η ανάσταση Του: «Διακηρύχθηκε Υιός Θεού μ’ έναν εντυπωσιακό τρόπο, μ’ έναν δυνατό τρόπο, («εν δυνάμει»), δια της αναστάσεως Του απ’ τους νεκρούς».

Ο Ιωάννης γράφει στον πρόλογο του Ευαγγελίου Του: «Και ο Λόγος έγεινε σαρξ, και κατώκησε μεταξύ ημών, (και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός,) πλήρης χάριτος και αληθείας», Α14. Όλοι καταλάβαιναν πως υπάρχει μια σχέση Υιού προς Πατέρα μεταξύ Του και του Θεού. Όταν ο Ίδιος απευθύνεται στον Πατέρα λέγει: «Και τα εμά πάντα σα είναι, και τα σα εμά», Ιωάννης ΙΖ10.

Τα θαύματα, τα λόγια Του, η ζωή της αγιότητας Του, η χάρη, όλο το Θείο μεγαλείο και η ομορφιά που οι μαθητές έβλεπαν καθημερινά επάνω Του, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η εξωτερίκευση, η αποκάλυψη τούτης της βαθειάς κοινωνίας Του με τον Θεό.

Δύο πράγματα ήταν ορατά σ’ Αυτόν, που Τον ξεχώριζαν από όλους τους άλλους: Η πιστότητα Του σαν Υιός προς τον Πατέρα, απέναντι στον Θεό, και η πλήρη βεβαιότητα Του ότι, ό,τι αν ζητήσει απ’ τον Θεό Πατέρα θα εισακουσθεί. Τούτο επεσήμανε και η Μάρθα, η αδελφή του Λαζάρου: «Εξεύρω ότι, όσα ζητήσης παρά του Θεού θέλει σοι δώσει ο Θεός», Ιωάννης ΙΑ22.

Απόρροια, τώρα, αυτής της προσωπικής Του σχέσης με το Πατέρα, ήταν και το έργο Του της αποκάλυψης του προσώπου του Πατέρα. Θα πει ο Ιδιος στο Ιωάννης ΙΖ6: «Εφανέρωσα το όνομα σου εις τους ανθρώπους τους οποίους μοι έδωκας εκ του κόσμου». Και ο Ιωάννης θα γράψει στο Α18: «Ουδείς είδε ποτε τον Θεόν, ο Μονογενής Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πατρός, εκείνος εφανέρωσεν αυτόν». Αποκάλυψε τον Θεό σαν Πατέρα, με το να δείξει τον εαυτόν Του σαν Υιό. Το μυστικό της ζωής Του, όπως είδαμε προηγουμένως, ήταν τούτο: Δεν έλεγε τίποτα που να μην Τον είχε οδηγήσει ο Θεός να το πει, δεν έκανε τίποτα που να μη Του είχε ορίσει ο Θεός να κάνει. Έτσι, ουσιαστικά μέσα απ’ Αυτόν, ομιλούσε και ενεργούσε ο Ίδιος ο Θεός. Βλέποντας Τον, έβλεπαν τον Ίδιο τον Θεό. Βλέποντας τον Υιόν, απεκαλύπτετο στις συνειδήσεις τους ο Πατέρας. Μέσ’ απ’ Αυτόν γνώρισαν, πιο καλά από οτιδήποτε άλλο, την δύναμη, την αγάπη, την σοφία, την υπομονή, το έλεος την ευσπλαχνία του Θεού. Ο χαρακτήρας του Υιού ήταν αυτός του Πατέρα. Γι’ αυτό είπε και στον Φίλιππο, όταν τούτος ο τελευταίος ζήτησε να τους δείξει τον Θεό, «όστις είδεν εμέ, είδε τον Πατέρα», Ιωάννης ΙΔ9.

Κανένας δεν έχει γνωρίσει προσωπικά τον Θεό για να Τον αποκαλύψει. Όλες οι αποκαλύψεις του Θεού Πατέρα μέχρι τον ερχομό του Κυρίου ήσαν ατελείς. Ο μόνος που θα μπορούσε να Τον αποκαλύψει ήταν ο «Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός», λόγω ακριβώς αυτής της θέσης Του. Όποιος είναι «εις τον κόλπον του Πατρός» – η πλέον στενή σχέση που μπορούν να βρεθούν δύο πρόσωπα, αυτός γνωρίζει και τις πλέον μυστικές σκέψεις Του. Συνέχισε εδώ κάτω στη γη το αποκαλυπτικό Του έργο σαν Λόγος, που είχε στον ουρανό. Ο καθένας από μας και ειδικά η σκέψη μας είναι ένας ολόκληρος κόσμος, που μπορεί να μείνει κλειστός ή ανοικτός στους άλλους έξω. Το μέσον με το οποίο αποκαλύπτομε τον εσωτερικό μας κόσμο, τις σκέψεις μας στους άλλους έξω, είναι ο λόγος μας. Ό,τι είναι ο λόγος μας για την σκέψη μας, είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Λόγος για το Θεό

Και δεν Τον απεκάλυψε σαν Δημιουργό, σαν Νομοθέτη, σαν Κυβερνήτη του Σύμπαντος, και ό,τι άλλο είναι ο Θεός, αλλά σαν Πατέρα. Πολλές απ’ τις ιδιότητες του Θεού τις αποκαλύπτει η Δημιουργία, για παράδειγμα τη σοφία, τη δύναμη, το άπειρο Του. Η ουσία όμως του Θείου χαρακτήρα είναι αγιότητα και αγάπη, και αυτή μπορεί ν’ αποκαλυφθεί μόνο μέσα από μια ηθική ζωή σαν αυτή του Ιησού.

Ο Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή, στο Ε20, θα γράψει: «Εξεύρομεν δε ότι ο Υιός του Θεού ήλθε, και έδωκεν εις ημάς νόησιν, δια να γνωρίζομεν τον αληθινόν». Δεν ήταν ότι μας αποκάλυψε, απλά, τον Θεό, αλλά μας βοήθησε και να Τον κατανοήσομε.Έξω από την αποκάλυψη που έδωσε ο Ιησούς Χριστός για τον Πατέρα, κάθε ιδέα που μορφώνει ο άνθρωπος για τον Θεό είναι ατελής ή φανταστική.

Αυτή η γνώση, όπως είπε και ο Ίδιος, Ιωάννης ΙΖ3, είναι η ίδια η ζωή. Γνωρίζοντας τον Θεό και τα σχέδια Του, ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτόν του, το καλό και το κακό, γιατί υπάρχει, το αιώνιο μέλλον του, τον δρόμο για να φθάσει εκεί.

ΤΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ ΤΟΥ ΕΔΩ ΚΑΤΩ ΣΤΗ ΓΗ – Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ

Η πλήρης Του ανάπαυση στον Πατέρα Του είχε διαμορφώσει τρόπο συμπεριφοράς. Πορευόταν κατά πως συναντούσε, χωρίς ιδιαίτερα σχέδια και προγράμματα. Είχε αφεθεί, χωρίς την παραμικρή ανησυχία, στην οδηγία του Πατέρα.

Όπου συναντούσε κρύα επιφυλακτικότητα, όπως τότε στον Ναό, Ιωάννης Β20-22, ή αντίσταση, δεν ωθούσε τα πράγματα στα άκρα τους. Η χρήση βίας, αν και με Θεία μέσα, ή και για Θείους σκοπούς – πόσοι δεν το έχουν κάνει, θα Τον οδηγούσε στην σταδιοδρομία όχι ενός Χριστού, αλλά ενός Μωάμεθ.

Κινιόταν με θαυμαστή ελαστικότητα. Προχωρούσε όπου Του επέτρεπε η πίστη. Σαν εύρισκε αντίσταση υποχωρούσε, και αποτραβιόταν μέχρι το τελευταίο χαράκωμα. Και από κει αναλάμβανε με μιας πάλι την επίθεση, για να κερδίσει την εσωτερική ηθική μάχη, έστω κι αν εξωτερικά φάνηκε ότι ηττήθηκε. Παράδειγμα τα τρία Του ταξίδια στην Ιερουσαλήμ, που βρήκε αντίσταση, και κάθε φορά υποχωρούσε, για να επανέλθει και να συνεχίσει τα πράγματα από κει που τα είχε αφήσει. Όταν Τον έδιωχνε η πόλη (Ιερουσαλήμ), στρεφόταν στην επαρχία. Όταν δεν Τον δέχονται σαν Μεσσία, περιορίζει τον εαυτόν Του στο έργο μιας προφητικής προπαρασκευής.

Η διδασκαλία Του δεν είχε μέσα της τίποτα το συστηματικό. Απαντούσε μόνον στις δεδομένες ανάγκες, οι οποίες ήταν γι’ Αυτόν, κάθε στιγμή, το σήμα της επιθυμίας του Πατέρα.

Δεν δίδασκε θεολογία. Παίρνοντας αφορμή κάθε φορά απ’ τα γεγονότα και τις καταστάσεις, έκανε την ανάλογη παρουσίαση του εαυτού Του. Αν π.χ. στο Ιωάννης Ε παρουσιάζει τον εαυτόν Του σαν αυτόν που έχει την δύναμη ν’ ανασταίνει νεκρούς, πνευματικά και σωματικά, είναι διότι μόλις έχει δώσει ζωή στα νεκρά μέλη ενός ανήμπορου ανθρώπου. Εάν στο Ιωάννης ΣΤ δηλώνει τον εαυτόν Του σαν τον άρτον της ζωής, είναι διότι μόλις έχει πολλαπλασιάσει τους άρτους.

Δεν πίεζε να πείσει. Τον Νικόδημο τον άφησε να φύγει, περιμένοντας τον.

Μελετώντας τις κινήσεις Του θαυμάζει κάποιος την ελαστικότητα του Θείου σχεδίου σε σχέση με την ανθρώπινη ελευθερία, και την τέλεια υπακοή με την οποία ο Υιός μπορεί να παραδοθεί στην καθημερινή οδηγία του Πατέρα.

Βλέπομε, η απουσία ενός σχεδίου να γίνεται το σοφώτερο και το πλέον θαυμάσιο των σχεδίων. Και η Θεία σοφία, δεχομένη την ελεύθερη άσκηση της ανθρώπινης ελευθερίας, μπορεί να κάνει ακόμα και τα εμπόδια που η αντίσταση του ανθρώπου αντιπαραβάλλει σ’ αυτήν, τα μέσα του να πραγματοποιήσει τα σχέδια της. Στο έργο του Θεού ποτέ δεν ασκείται πίεση.

Το έργο Του και η ζωή Του ήταν τόσο συνδεδεμένα, που το έργο Του δεν ήταν παρά η απόροια, ο ανθός, ο καρπός της ζωής Του.

Γράφει ο Ιωάννης στον πρόλογο του Ευαγγελίου του: «Και εθεασάμεθα την δόξα Αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας», Α14. Τούτα τα δύο χαρακτήριζαν την ανθρώπινη ζωή Του, η χάρη και η αλήθεια.

Χάρη είναι η Θεία αγάπη που προικίζει τον χαρακτήρα με καταδεκτικότητα προς τους φίλους, με συγκατάβαση προς τους κατωτέρους, προς τους μειονεκτούντας, με συμπόνοια προς τους δυστυχείς, με συγχωρητικότητα προς τους ενόχους.

Αλήθεια, είναι η σωστή άποψη των πραγμάτων φερμένη στο φως, έτσι που να γίνει αντιληπτή από όλους. Για κάθε πράγμα είχε την σωστή άποψη, την σκέψη του Θεού, και την έδινε τόσο απλά, έτσι ώστε όλοι που την ήθελαν να την κατανοήσουν.

Καθώς η χάρη και η αλήθεια που ακτινοβολούσε από μέσα Του φώτιζε, ένοιωθαν ότι είχαν εμπρός τους την πηγή της ζωής και του φωτός, κλεισμένη μέσα σε μια ανθρώπινη ύπαρξη. Όπου πήγαινε σκόρπιζε γύρω Του ζωή και φως.

Η αγιότητα Του ήταν το πιο σοβαρό πιστοποιητικό της Θείας Του προέλευσης, και όχι π.χ. η σοφία ή η δύναμη Του. «Ο άγιος του Θεού», ομολόγησε ο Πέτρος, Ιωάννης ΣΤ69 (κριτικό κείμενο). Το ίδιο και τα δαιμόνια, Μάρκος Α24, Λουκάς Δ34. Τούτο εντυπωσίαζε, η αγιότητα Του, (θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να πουν, «ο δυνατός του Θεού»). Το είπε και ο τυφλός που εθεράπευσε, «αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει», Ιωάννης Θ31.

Να αναφέρομε και τούτα τα χαρακτηριστικά της ζωής Του: Είχε χιούμορ· για παράδειγμα, τον Ιάκωβο και Ιωάννη τους ονόμασε «βοανεργές», που σημαίνει, «υιοί βροντής», λόγω του εκρηκτικού χαρακτήρα τους, Μάρκος Γ17. Στον Φίλιππο τότε στην έρημο, που είχε μαζευθεί κόσμος, είπε: «Πόθεν θέλομεν αγοράσει άρτους, δια να φάγωσιν ούτοι; (Έλεγε δε τούτο δοκιμάζων αυτόν· διότι αυτός ήξευρε τι έμελλε να κάμη), Ιωάννης ΣΤ6. Με άλλα λόγια, «Φίλιππε, τώρα τι κάνομε;».

Ποτέ δεν τον ακούμε ν’ αναφέρει τίποτα για την δική Του προσφορά στο έργο σωτηρίας μας. Πάντα τον Πατέρα υψώνει. Λέγει, για παράδειγμα, στο Ιωάννης Γ14-19: «Ούτω ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμο…».

Και κάτι για την σοφία Του: Ποτέ δεν εξετίθετο σε άσκοπους κινδύνους για να μη πειράξει τον Θεό. Παράδειγμα τότε στην έρημο με τους πειρασμούς του Διαβόλου. Κάποτε μάλιστα σκανδαλίσθηκαν και οι αδελφοί Του, θεωρώντας δειλία το ότι δεν ανεβαίνει στην Ιερουσαλήμ, Ιωάννης Ζ1-8.

Εξεδήλωνε ελεύθερα τα συναισθήματα και την αγωνία Του. Τότε με τους Έλληνες όταν έφευγε απ’ τον Ναό είπε: «Τώρα η ψυχή μου είναι τεταραγμένη· και τι να είπω; Πάτερ, σώσον με εκ της ώρας ταύτης. Αλλά δια τούτο ήλθον εις την ώραν ταύτην», Ιωάννης ΙΒ27. Να θυμηθούμε και τα λόγια Του στο Λουκάς ΙΒ50: «Βάπτισμα έχω να βαπτισθώ, και πως στενοχωρούμαι εωσού εκτελεσθή;» Στην Γεθσημανή, στην ώρα της μεγάλης Του αγωνίας, ζήτησε προσευχή απ’ τους δικούς Του.

Αξίζει ν’ αναφερθούν τρία περιστατικά που μας αποκαλύπτουν κάτι απ’ τον συναισθηματικό του κόσμο, και την πάλη που έδινε μ’ αυτόν να τον κρατά υποτεταγμένο στο Θείο θέλημα.

Το πρώτο είναι τότε με την ανάσταση του Λαζάρου. Το αναφέρει ο Ιωάννης στο ΙΑ κεφάλαιο του ευαγγελίου του, στα εδάφια 33-38.

Εδάφια 33,34:

«Ιησούς ουν ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντες αυτή Ιουδαίους κλαίοντας, ενεβριμήσατο των πνεύματι και ετάραξε εαυτόν και είπεν, Που τεθείκατε αυτόν; Λέγουσιν αυτώ, Κύριε, έρχου και ιδέ».

Καθώς είδε την Μαρία να κλαίει, μας λέγει ο Ιωάννης, και τους Ιουδαίους που ήταν μαζί της να κλαίνε, τότε ο Κύριος «ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν».

Το ρήμα «εμβριμώμαι» έχει δύο έννοιες: α) Συγκινούμαι βαθειά, β) Καταλαμβάνομαι από δυσφορία, από αγανάκτηση.

Ό,τι και να σημαίνει από τα δύο, μας λέγει ότι ο Κύριος «ετάραξεν εαυτόν», δηλαδή αντέδρασε ενεργητικά για να αποτινάξει αυτό το συναίσθημα, που για μια στιγμή Τον είχε εξουσιάσει, και έτσι ανέλαβε πάλιν τον πλήρη έλεγχο της ύπαρξης Του.

Δεν μοιάζει όμως αυτό να είναι συναίσθημα λύπης ή συγκίνησης, γιατί βλέπομε στην συνέχεια να δακρύζει με πολλή φυσικότητα, χωρίς να κάνει προσπάθεια να το κρύψει. Ίσως λοιπόν σε αυτή την σκηνή να υπάρχει κάτι το ειδικό που έκανε τον Κύριο να αισθανθεί αυτό το ασυνήθιστο αίσθημα της δυσφορίας, της αγανάκτησης.

Για το τι ήταν αυτό που Τον έκανε να αισθανθεί έτσι, έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες. Μερικοί ερμήνευσαν ότι αγανάκτησε, δυσφόρησε με τον εαυτόν Του για το συναίσθημα της λύπης που αισθάνθηκε – άλλοι για τα υποκριτικά δάκρυα των Ιουδαίων – άλλοι για την απιστία της Μαρίας και των Ιουδαίων – άλλοι ενάντια στον Σατανά που οδήγησε τον άνθρωπο στον θάνατο. Τούτες οι ερμηνείες, αν τις εξετάσεις σε βάθος, δεν στέκουν.

Μέσα στη Γραφή μας αναφέρεται ακόμα μόνο μία φορά που ο Κύριος «εταράχθη τω πνεύματι». Είναι στον Ιωάννη ΙΓ 21 όταν βλέπει την προδοσία του Ιούδα να προετοιμάζεται. Το πνεύμα Του (όχι η ψυχή Του) αναστατώνεται γιατί έρχεται σε επαφή με το κακό στην πιo μαύρη του μορφή. Μια ιερή απέχθεια ξεσηκώνεται μέσα στο πνεύμα Του καθώς νοιώθει την εγγύτητα, το πλησίασμα του αοράτου όντος που έχει καταλάβει την καρδιά του Ιούδα.

Κάτι παρόμοιο πρέπει να έγινε και εδώ. Από το ένα μέρος οι λυγμοί που ακούγονται ολόγυρά Του, Τον πιέζουν να επαναφέρει στη ζωή το φίλο Του. Από το άλλο μέρος αν το κάνει αυτό, αυτοί που τώρα κλαίνε, πιέζοντας Τον έμμεσα να ενεργήσει, θα είναι οι ίδιοι που θα προτείνουν το δικό Του θάνατο, γιατί βλέποντας και τούτο το θαύμα δεν τους είχε απομείνει πλέον άλλη λύση από το να Τον προσκυνήσουν ή να Τον εξοντώσουν. Τούτη η διαβολική διαστροφή φαίνεται να ταράζει το πνεύμα Του. Είναι αυτό ακριβώς που τους είπε στο Ι 32: «Πολλά καλά έργα σας έδειξα από τον Πατέρα μου, για ποιό έργο από αυτά με λιθοβολείτε;»

Αυτή η εσωτερική αναστάτωση βλέπομε στην συνέχεια να τερματίζεται με την αιφνίδια και κοφτή ερώτηση: «Που Τον έχετε βάλει;»

Στη συνέχεια Τον οδηγούν στο μνήμα.

Εδάφια 35-37:

«Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον ουν οι Ιουδαίοι, Ίδε πως εφίλει αυτόν. Τινές δε εξ αυτών είπαν, Ουκ ηδύνατο ούτος ο ανοίξας τους οφθαλμούς του τυφλού ποιήσαι ίνα και ούτος μη αποθάνη;»

«Εδάκρυσεν ο Ιησούς». Στο Εβραίους Β 16-18 ο Λόγος του Θεού μας λέγει για τον Κύριο: «Διότι, βέβαια, δεν έρχεται να βοηθήσει αγγέλους, αλλά έρχεται να βοηθήσει απογόνους του Αβραάμ. Γι” αυτό έπρεπε να γίνει καθ” όλα όμοιος με τους αδελφούς του, δια να είναι εύσπλαχνος και πιστός αρχιερεύς εις την υπηρεσίαν του Θεού, ώστε να μπορεί να εξιλεώνει τα αμαρτίας του λαού. Διότι επειδή υπέφερε ο Ίδιος με όσα εδοκιμάσθηκε, είναι ικανός να βοηθήσει εκείνους που δοκιμάζονται». Τούτο είναι μια αλήθεια. Για να βοηθήσεις αποτελεσματικά κάποιον δυστυχισμένο, πρέπει πρώτα από όλα να βυθισθείς βαθειά στο τι αισθάνεται, να τον νοιώσεις. Είναι αυτό που κάνει ο Κύριος εδώ. Η θλίψη τους γίνεται θλίψη Του. Είναι μια ήρεμη, ευγενική θλίψη που εκδηλώνεται με δάκρυσμα. Τούτες οι σκηνές πόσο μας βοηθούν να γνωρίσομε βαθειά την ανθρώπινη επίγεια ζωή Του!

Αλλά κι εδώ πάνω στο τάφο, εμφανίζεται πάλι η αναπόφευκτη διαίρεση που φέρει παντού το πρόσωπο του Ιησού. Μερικοί βλέποντας τα δακρυά Του συγκινούνται για την αγάπη Του. Οι άλλοι όμως τα βλέπουν κακόπιστα: Ή δεν τον αγαπούσε και δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για το φίλο Του, ή δεν είχε την δύναμη να τον γιατρεύσει. Είναι τούτα τα λόγια που φέρνουν μια καινούργια ανστάτωση στον Κύριο, όπως θα δούμε στην συνέχεια.

Εδάφια 38-39:

«Ιησούς ουν πάλιν εμβριμώμενος εν εαυτώ έρχεται εις το μνημείον. Ην δε σπήλαιον και λίθος επέκειτο επ” αυτώ. Λέγει ο Ιησούς, Άρατε τον λίθον. Λέγει η αδελφή του τελευτηκότος Μάρθα, Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ έστιν.»

«Ιησούς ουν πάλιν εμβριμώμενος εν εαυτώ» (αφού πάλιν αναστέναξε μέσα του). Τούτη η νέα εσωτερική αναστάτωση του Κυρίου προκαλείται προφανώς από την κακόβουλη παρατήρηση των Ιουδαίων (εδ. 37). Αλλά φαίνεται να είναι λιγότερο βαθειά από την προηγουμένη, και ξεπερνιέται εύκολα.

Το δεύτερο περιστατικό που μας αποκαλύπτει κάτι απ’ τον συναισθηματικό Του κόσμο ήταν τότε στη συνάντηση Του με τους Έλληνες, καθώς έβγαινε απ’ τον Ναό. Το αναφέρει ο Ιωάννης στο ΙΒ κεφάλαιο, στα εδάφια 27,28. Εδώ, έχοντας αναφέρει τον βαθύτερο νόμο της ανθρώπινης ζωής, Εάν ο κόκκος του σίτου δεν πέση στη γη και αποθάνη, αυτός μόνος μένει, που Τον υποχρεώνει να πεθάνει, αισθάνεται σε όλη Του την ύπαρξη την αντίδραση σ” αυτή την φοβερή σκέψη:

Εδάφια 27,28α:

«Νυν η ψυχή μου τετάρακται, και τι είπω; Πάτερ σώσον με εκ της ώρας ταύτης; Αλλά δια τούτο ήλθον εις την ώρα ταύτην. Πάτερ, δόξασον σου το όνομα.»

«Η ψυχή μου»: Η «ψυχή» είναι η έδρα των φυσικών συναισθημάτων, όπως το «πνεύμα» είναι εκείνο των θρησκευτικών συναισθημάτων. Αυτό που νοιώθει τώρα ο Κύριος δεν είναι όμοιο με αυτό που ένοιωσε στο Ιωάννης ΙΑ 33 και ΙΓ 21. Εκεί ένοιωσε ένα ρίγος, μία φρίκη, θρησκευτικής και ηθικής φύσης, στο κακό που Τον πλησίαζε στην πλέον μισητή του μορφή. Εκεί αναστατώθηκε το πνεύμα Του, εδώ αναστατώνεται η ψυχή Του από την προσδοκία των προσωπικών Του οδύνων και του θανάτου.

«Τετάρακται»: Ο παρακείμενος δείχνει μία κατάσταση στην οποία ο Κύριος αισθάνεται τον εαυτόν Του ολοκληρωτικά συντετριμμένο. Και αυτή η ασυνήθης ανησυχία αποκαλύπτεται ειδικά στην συνείδηση Του με τον δισταγμό που αισθάνεται στο τι να προσευχηθεί. Πάντα είχε μία καθαρή εικόνα εκείνου που θα έπρεπε να ζητήσει απ’ τον Πατέρα. Τώρα αυτή η καθαρότητα θολώνει. Ο Κύριος πέρασε από όλες τις καταστασεις που περνάμε και εμείς. Είναι η ίδια κατάσταση που ο Παύλος περιγράφει στο Ρωμ. Η 26, όπου ο πιστός δεν ξέρει τι θα έπρεπε να προσευχηθεί. Έτσι Τον βλέπομε εδώ ν’ αναγκάζεται, για μια στιγμή, ν’ απευθύνει την ερώτηση στον εαυτόν Του: «Τώρα τι να πω, τι να ζητήσω;»

Η θυσία της ζωής Του είναι από μόνη της μια ελεύθερη πράξη. Θα μπορούσε να ζητήσει από τον Θεό να Τον απαλλάξει απ’ αυτό. Και ο Πατέρας θα Τον άκουγε, όπως πάντα. Ακόμα, εάν ήτο αναγκαίο, θα Του έστελνε και «δώδεκα λεγεώνες αγγέλων». Αλλά δεν θα ήταν αυτό η καταστροφή του ανθρωπίνου γένους; Δεν θα οδηγούσε όλους αυτούς τους αγαπημένους που είχε μαζέψει γύρω Του στον αιώνιο όλεθρο; Ο Ιησούς δεν αισθάνεται τον εαυτόν Του ελεύθερο να προσευχηθεί έτσι. Είναι ήδη πολύ μακρυά προχωρημένος στο μονοπάτι στο οποίο πρόκειται να πραγματοποιήσει την σωτηρία του κόσμου, για να σταματήσει τόσο κοντά στο τέρμα.

«Πάτερ σώσον με εκ της ώρας ταύτης». Τούτη την προσευχή δεν την έκανε, είναι μία υποθετική προσευχή, είναι η φωνή της σαρκικής Του φύσης, που κάνει τον εαυτό της ακουστό σε απάντηση της ερώτησης: «Τι είπω;». Αμέσως μετά ο Κύριος αναχαιτίζει αυτή την φωνή με την παρατήρηση στον εαυτόν Του ότι: «Αλλά δια τούτο ήλθα εις την ώρα αυτήν». Το να απευθύνει αυτήν την ικεσία στον Θεό, ήταν το να αρνηθεί όλα όσα είχε κάνει και υποφέρει έως τώρα. Τελικά, δίνοντας διέξοδο στην φωνή του Πνεύματος, παραμένοντας οριστικά σε τούτη την προσευχή: «Πάτερ, δόξασόν Σου το όνομα».

«Δόξασέ Σου το όνομα»: «Άντλησε, αποκόμισε από μένα για τη δόξα Σου, κάνοντας με ό,τι θέλεις. Τίποτα για μένα, το κάθε τι για Σένα!».

Τούτη η εσωτερική Του διαμάχη μας αποκαλύπτει τον εσωτερικό Του κόσμο: Ένα πρόσωπο πλήρες συναισθημάτων, τελείως ανθρώπινο.

«Αλλά δια τούτο ήλθον εις την ώραν ταύτην»: Όλα εκείνα που έχει κάνει και έχει υποφέρει έχοντας στό τέρμα του δρόμου Του πάντα την θέα του Σταυρού, δεν Του επιτρέπουν να υποχωρήσει τούτη την στιγμή που η τρομερή ώρα εγγίζει. Πάντα έβλεπε τον Σταυρό στο τέρμα του δρόμου Του, τώρα είχε φθάσει κοντά, να κάνει πίσω; Να ζητήσει να μετακινήσει με την προσευχή Του τούτη την σκοτεινή ώρα; Δεν το είπε και στον Νικόδημο: «Πρέπει να υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου» (Ιωάννης Γ 14);

«Σου»: Θα μπορούσε να το έλεγε: «Δόξασον το ονομά Σου». Έτσι όμως όπως το τοποθετεί, δίνει έμφαση, σαν σε αντίθεση με τον προσωπικό χαρακτήρα της προηγουμένης υποθετικής προσευχής («Πάτερ σώσον με»).

«Νύν η ψυχή μου τετάρακται»: Δύο πράγματα παρατηρούμε εδώ: α) Τον τελείως ανθρώπινο χαρακτήρα της μάχης που γίνεται στην καρδιά του Ιησού μεταξύ της φύσης και του πνεύματος, στην σκέψη του εγγύζοντος θανάτου, και β) Την ευθύτητα, θα λέγαμε, με την οποία εκφράζει τα εσώτερα Του αισθήματα, την «αδυναμία» Του, ενώπιον των προσώπων που είναι γύρω Του, τους οποίους δεν διστάζει να ενημερώσει για την αμηχανία στην οποία Τον βυθίζει η αναμονή των εγγυζόντων παθημάτων Του.

Τούτη η σκηνή είναι προοίμιο της αντίστοιχης στην Γεθσημανή. Μόνο που σ’ αυτή τη τελευταία, ο Ιησούς, στο ύψιστο σημείο της αγωνίας Του, εκστομίζει πράγματι την κραυγή «Σώσε με από αυτή την ώρα», ενώ σε τούτη ζητά μόνον αν θα πρέπει να προσευχηθεί έτσι. Βλέπομε λοιπόν, όσο πλησίαζε στον σταυρό, να αυξάνεται και η εσωτερική Του αγωνία.

Το τρίτο περιστατικό είναι αυτό που έλαβε χώρα στη Γεθσημανή. Το διαβάζομε στο Λουκάς ΚΒ39-46. Υπάρχουν αρκετές χαρακτηριστικές στιγμές στην επίγεια ζωή του Κυρίου μας. Δύο ξεχωρίζουν, γιατί αυτές σφραγίζουν τη προσφορά Του. Η πρώτη ήταν στην έρημο. Τι έγινε εκεί; Εκεί, εν πλήρει συνειδήσει, και με απόλυτη ελευθερία, αρνήθηκε την παγκόσμια κυριαρχία, να κυριαρχήσει επάνω μας χωρίς τον Θεό. Η δεύτερη είναι στην Γεθσημανή. Εδώ πάλι με την ίδια πληρότητα και ελευθερία, δέχεται τον θάνατο για τον Θεό και για μας.

Τα αρνιά των ανθρώπων σφαζόντουσαν το Πάσχα εν αγνοία τους και παρά την θέλησή τους. Το αρνί όμως του Θεού έπρεπε να αποδεχθεί τούτο το θάνατο για την αμαρτία, τελείως ελεύθερα και εν πλήρη συνειδήσει. Έπρεπε λοιπόν να υπάρξει μια στιγμή στην ζωή Του, μια αποφασιστική στιγμή, που κάτω απ” αυτές τις προϋποθέσεις να αποδεχόταν την ποινή που επρόκειτο να υποστεί.

Τούτο έγινε στην Γεθσημανή. Στην Γεθσημανή δεν ήπιε το ποτήρι. Εκεί συγκατατέθηκε να το πιεί.

Ο Ιωάννης στο ΙΒ 23-28 έχει ήδη αποκαλύψει την ουσία της μάχης που άρχιζε τούτη την ώρα στην καρδιά του Ιησού: «Ο Ιησούς απεκρίθη εις αυτούς, «Ήλθε η ώρα δια να δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου. Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω, εάν ο σπόρος του σιταριού δεν πέσει στην γη και πεθάνει, μένει αυτός μόνος, εάν όμως πεθάνη, φέρνει πολύν καρπόν. Εκείνος που αγαπά την ζωήν του θα την χάση, και εκείνος που μισεί την ζωή του εις τον κόσμον τούτον, θα την φυλάξη εις ζωήν αιώνιον. Εάν με υπηρετή κανείς, πρέπει να με ακολουθή, και όπου είμαι εγώ, εκει θα είναι και ο υπηρέτης μου. Εάν κανείς με υπηρετή θα τον τιμήσει ο Πατέρας. Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη και τι να πω; Πατέρα, σώσε με από την ώρα αυτήν. Αλλά γι” αυτό ήλθα εις την ώραν αυτήν. Πατέρα, δόξασε το όνομά σου». Τότε ήλθε φωνή από τον ουρανόν, «Το εδόξασα και πάλι θα το δοξάσω».

Την ουσία τούτης της μάχης μας την λένε και τα Εβραίους Ε7-9: «Ο Χριστός κατά τας ημέρας της επιγείου του ζωής, έκανε προσευχάς και παρακλήσεις με κραυγήν δυνατήν και με δάκρυα προς εκείνον, ο οποίος ημπορούσε να τον σώσει από τον θάνατο και, αφού εισακούσθηκε λόγω της ευλαβειάς του, αν και ήτο Υιός, έμαθε την υπακοήν από όσα έπαθε, και γενόμενος τέλειος, απέβη δι” όλους, οι οποίοι υπακούουν εις αυτόν, αίτιος αιωνίου σωτηρίας, και ωνομάσθηκε από τον Θεό αρχιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».

Ας δούμε όμως τα γεγονότα αναλυτικά:

«Ύστερα εβγήκε και επήγε, όπως εσυνείθιζε, εις το όρος των Ελαιών. Τον ακολούθησαν δε και οι μαθηταί του. Όταν έφθασε εις τον τόπον, τους είπε, «Προσευχηθήτε, δια να μη πέσετε εις πειρασμόν». Και αποχωρίσθηκε από αυτούς εις απόστασιν πετροβολιάς και αφού εγονάτισε, προσευχότανε, και έλεγε, «Πατέρα, εάν θέλης, απομάκρυνε το ποτήρι τούτο από εμέ, πλην ας μη γίνη το θέλημα μου αλλά το δικό σου». Εμφανίσθηκε δε εις αυτόν άγγελος από τον ουρανόν, ο οποίος τον ενίσχυε. Και επειδή περιέπεσε εις αγωνίαν, προσευχότανε θερμότερα, και ο ιδρώς του έγινε σαν σταγόνες αίματος, που έπεφταν στην γην. Όταν εσηκώθηκε από την προσευχήν, ήλθε εις τους μαθητάς του και τους ευρήκε να κοιμούνται από την λύπην, και τους είπε, «Γιατί κοιμάσθε; Σηκωθήτε και προσευχηθήτε, δια να μη πέσετε εις πειρασμόν» (Λουκάς ΚΒ 39-46).

Η Γεθσημανή ήταν μια αγροτική τοποθεσία στους πρόποδες του όρους των Ελαιών, λίγο έξω απ” την Ιερουσαλήμ στην απέναντι όχθη του χειμάρρου των Κέδρων.

Καθώς έφθασαν εκεί, ο Κύριος παραγγέλει εις τους μαθητάς του να προετοιμασθούν με προσευχή εν όψει της δοκιμασίας που απειλεί την πιστότητα τους, για να μην «εισέλθουν», δηλαδή να μην ενδώσουν στον πειρασμό. Για τούτη την δοκιμασία τους είχε προειδοποιήσει στο εδάφιο 31.

Τον πειρασμό τον φέρνει ο Διάβολος, αλλά ο Θεός μας έχει δώσει τα μέσα ν” αντισταθούμε. Ένα απ” αυτά είναι η προσευχή. Αλλά και να τον αποφύγουμε μπορούμε σε αρκετές περιπτώσεις, αν δεν του δίνουμε τόπο στην καρδιά. Και τόπο όμως να μην του δίνομε, δεν σημαίνει ότι αυτός δεν θα επιτεθεί, όπως εδώ στον Κύριο μας.

Για να γνωρίσομε τι ακριβώς έγινε εδώ, θα χρησιμποιήσωμε πληροφορίες σε συνδυασμό και από τα τέσσερα ευαγγέλια.

Μετά που τους λέγει αυτά, ο Κύριος τους ενημερώνει και για την δική Του πρόθεση να προσευχηθεί.

Παίρνει τότε τον Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, και αποσύρεται μαζί τους κάπως πιο μακρυά.

Εκεί, εκμυστηρεύεται στους τρείς την αγωνία η οποία έχει καταλάβει ξαφνικά την ψυχή Του. Τους αφήνει όμως κι αυτούς, και τραβιέται λίγο απόμερα για να μπορέσει να προσευχηθεί μόνος Του. Ο Λουκάς χρησιμοποιεί την λέξη «απεσπάσθη». Τούτη η λέξη περιέχει την ιδέα κάποιας βιαιότητος. Κάποια έντονη ψυχική αγωνία Τον σύρει μακρυά και από τους τρείς. Προχωρά περίπου σε απόσταση όσο μπορεί κάποιος να πετάξει πέτρα, και εκεί πέφτει με το πρόσωπο στην γη.

Οι μαθητές άκουγαν την προσευχή, αλλά επειδή τραβούσε σε μάκρος, κουρασμένοι από την ένταση τούτης της τελευταίας ημέρας, και από την λύπη, αποκοιμήθηκαν σε λίγο, όπως τότε πάνω στο όρος της μεταμόρφωσης.

Εκείνο που πίεζε αφόρητα την ψυχή του Κυρίου αυτή την ώρα ήταν ένα ποτήρι που έπρεπε να πιεί, όπως ο Ίδιος αναφέρει στη προσευχή Του. Τι είναι αυτό το ποτήρι; Είναι το σύμβολο, η εικόνα της τιμωρίας που πρόκειται να υποστεί. Τούτη την φρικτή, την καταθλιπτική εικόνα, ένας δεξιοτέχνης ζωγράφος την σχεδιάζει με εξαιρετική ζωντάνια μπροστά στα μάτια Του. Ποιός είναι αυτός ο ζωγράφος; Είναι ο ίδιος που τρία χρόνια πριν, στην έρημο, χρησιμοποιώντας την ίδια ταχυδακτυλουργία, Του έδειξε «όλα τα βασίλεια της οικουμένης εν μία στιγμή χρόνου» (Λουκάς Δ5).

Καθώς βλέπει αυτή την εικόνα, κράζει με αγωνία: «Αββά, πατέρα, όλα σου είναι δυνατά. Απομάκρυνε, (εάν θέλεις, Λουκάς), από εμέ το ποτήρι αυτό. Αλλά ας γίνει όχι ό,τι εγώ θέλω αλλά ό,τι εσύ θέλεις» (Μάρκος ΙΔ 36).

Είναι μια τελευταία έκκληση ταυτόχρονα, στην πατρική αγάπη και την παντοδυναμία του Θεού. Ο Κύριος ούτε για μια στιγμή δεν εγαταλείπει το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου. Ερωτά μόνο μήπως ο Θεός, μέσα στην απεριόριστη δύναμη Του, μπορεί να βρεί άλλο τρόπο, έξω απ” τον σταυρό, για να συμφιλιώσει τους ανθρώπους μαζί Του.

Βλέπομε εδώ ότι, όχι μόνο από μας, αλλά και από τον Ίδιο τον Κύριο απαιτήθηκε να υπακούει χωρίς να γνωρίζει (αν γνώριζε δεν θα εξέφραζε αυτό το αίτημα), δηλαδή, να βαδίσει δια πίστεως.

Γι” αυτό στο Εβραίους Ε8 μας λέγει: «Έμαθε την υπακοή αφ” όσων έπαθε», και στο Εβραίους ΙΒ2 Τον ονομάζει «αρχηγό και τελειωτή της πίστης μας». Είναι ο πρώτος, πριν από μας, που βάδισε δια πίστεως, χωρίς να βλέπει δηλαδή, τον δρόμο της πίστης που μας καλεί να βαδίσομε κι εμείς. Τον βάδισε πρώτος Αυτός απαράλλαχτα όπως κι εμείς. Γνωρίζει τις δυσκολίες του, γι” αυτό είναι σε θέση να κατανοήσει και τις δικές μας. Είναι πραγματικά αρχηγός μας, γιατί Αυτός πρώτος «έβαλε», όπως λέμε, «το πόδι του στην φωτιά». «Διότι δεν έχομε αρχιερέα, που να μην μπορή να συμπαθήση εις τας αδυναμίας μας, αλλά έχομε έναν που έχει δοκιμασθεί καθ” όλα, σύμφωνα με την ομοιότητα του μ” εμάς, χωρίς ν” αμαρτήση» (Εβραίους Δ 15).

Μήπως σ” αυτή την προσευχή μπορούμε να διακρίνομε κάποιο ελάχιστο δείγμα απειθαρχίας, ανυπακοής; Κανένα. Ο Κύριος είναι έτοιμος να δεχθή την απάντηση του Πατέρα, όποια και να είναι.

Ερώτηση: Ηταν φυσιολογική, ήταν νόμιμη η πάλη που γινόταν μέσα στον Ιησού αυτή την ώρα; Ναι απόλυτα. Το αφύσικο θα ήταν να μη γινόταν. Τι ακριβώς συνέβαινε; Η φύση, τα φυσικά ένστικτα του ανθρώπου, ξεσηκωνόταν ενάντια σ” αυτήν την τιμωρία. Τούτο το ξεσήκωμα, τούτη η αποστροφή, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Όταν ο Θεός μας έδωσε το σώμα και την ψυχή, δεν τα έδωσε με σκοπό τα βάσανα. Αντίθετα, τα προίκισε με μια αποστροφή γι” αυτά (άλλωστε, το αντίθετο είναι μια παθολογική κατάσταση, που την ονομάζομε «μαζοχισμό»).

Να θυμηθούμε, στην Παλαιά Διαθήκη το θέλημα του Θεού σε πολλές περιπτώσεις απαιτούσε θυσία, κάτι το ζωντανό να σφαγεί και να καεί. Το ίδιο απαιτεί και από εμάς μερικές φορές, θυσία. Και στην περίπτωση την δική μας ποιό είναι το θύμα που σφάζεται και καίγεται; Είναι η φύση μας, οι επιθυμίες της, τα ένστικτα της, που όπως το αρνί το έσφαζαν παρά τη θέλησή του και βέλαζε και κτυπιόταν, έτσι και τούτα, όπου το απαιτεί το θέλημα του Θεού, οδηγούνται από την θέληση μας στο θυσιαστήριο. Όσο η φωνή της φύσης μας είναι ένα με εκείνη του Θεού, τότε δεν υπάρχει θυσία, δεν υπάρχει θύμα για την «δια πυρός προσφορά».

Εάν μας καλέσει λοιπόν το θέλημα του Θεού για μια τέτοια θυσία, π.χ. με την ανάθεση μιας αποστολής, είναι φυσιολογικό να αντιδράσει η φύση μας, γιατί τούτη είναι το θύμα, που χωρίς να είναι προορισμένο γι αυτό πρόκειται να σφαγεί. Μην νοιώθουμε λοιπόν ελέγχους γι” αυτό. Η θυσία αρχίζει από την στιγμή που αρχίζει και η αντίδραση μέσα μας.

Αυτήν ακριβώς την θυσία εκαλείτο να προσφέρει τώρα ο Κύριος. Και είναι μέσα απ’ αυτή τη θυσία, μέσα απ’ αυτό τον αγώνα, που η αγιότητα Του αναδύεται πιο καθαρή και πιο τέλεια. Κάτω από την πλέον βίαιη πίεση, ούτε μια στιγμή η επιθυμία της φύσης δεν ξέφυγε απ” το θέλημα του Θεού, έως ότου, μετά από μια περίοδο αγώνα απορροφήθηκε ολοκληρωτικά απ” αυτό· «Ο Θεός έκανε τον αρχηγό της σωτηρίας μας τέλειον δια των παθημάτων» θα μας πει στο Εβρ. Β 10.

Η ένταση του αγώνα Του ήταν τόσο μεγάλη, που άρχιζε να παρουσιάζει σημεία φυσικής αποσύνθεσης. Όταν γύρισε να ξυπνήσει τους τρείς μαθητές, καθώς τούτοι οι τελευταίοι άνοιξαν τα μάτια τους, είδαν στο φως της πανσελήνου, που έλαμπε εκείνη την ώρα, ένα φρικτό θέαμα. Στο πρόσωπό Του έβγαινε αίμα μαζί με τον ιδρώτα. Η ιατρική μας λέγει ότι τούτο το φαινόμενο συμβαίνει σε περιπτώσεις εξαιρετικής αγωνίας.

Ο Κύριος είχε δοκιμάσει και άλλες στιγμές αγωνίας (Λουκάς ΙΒ 49,50, Ιωάννης ΙΒ 27). Εδώ όμως συνέβαινε κάτι το εξαιρετικό. Να θυμηθούμε, όταν τελείωσαν οι πειρασμοί στην έρημο, ο Λουκάς είχε αναφέρει χαρακτηριστικά: «Και αφού εξήντλησε κάθε πειρασμόν ο διάβολος, έφυγε απ” αυτόν μέχρι καιρού» (Δ 13). Ο Ίδιος ο Κύριος είπε λίγο αργότερα σ” αυτούς που ήρθαν να Τον συλλάβουν: «Αυτή η ώρα είναι η εξουσία του σκότους» (εδάφιο 53). Ήδη ο Σατανάς είχε εισβάλλει στον κύκλο των Δώδεκα. Σε τούτη την μάχη λοιπόν δεν μπορείς να μη αναγνωρίσεις την προσωπική του παρουσία.

Υπάρχει όμως υπόσχεση του Θεού ότι δεν θα μας αφήσει να πειραχθούμε παραπάνω από την δύναμη μας. Του έστειλε άγγελο, που του έδωσε, όχι μόνο πνευματική ανάσα, αλλά και φυσική βοήθεια στο σώμα Του, που είχε αρχίσει να καταρρέει. Στην έρημο ήταν η πείνα που Τον πίεσε σωματικά. Εδώ είναι η ψυχική αγωνία που Τον έκανε να πει: «Περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου» (Ματθαίος ΚΣΤ 38). Αισθανόταν τον εαυτό Του να πεθαίνει. Όπως στην έρημο έτσι και δώ, η παρουσία αυτού του Ουρανίου Όντος Του δίνει πνοή ζωής στο σώμα και στη ψυχή. Έτσι μπορεί να συνεχίσει τη μάχη μέχρι τέλους.

Σε λίγο η μάχη τελειώνει. Ο Κύριος σηκώνεται απ” την προσευχή ελευθερωμένος απ” την αγωνία Του. Η βαθειά ηρεμία που φέρνει η τέλεια υπακοή έχει απλωθεί στην ψυχή Του.

Η ποινή, είναι αλήθεια, δεν έχει αλλάξει στη φύση της. Αλλά η εντύπωση που παράγεται μέσα στον Κύριο απ” την αναμονή του σταυρού, δεν είναι η ίδια. Έχει παραδώσει τον εαυτό Του πλήρως. Έκανε ό,τι διεκήρυξε λίγο πριν, καθώς διέσχιζε την κοιλάδα των Κέδρων: «Για χάρη τους αγιάζω τον εαυτόν Μου» (Ιωάννης ΙΖ 19). Η αποδοχή της θυσίας τώρα πλέον, Του επιτρέπει να αισθανθεί προκαταβολικά τις συνέπειες που θα ακολουθήσουν αυτή τη θυσία. Γι” αυτό το λόγο, με σταθερό βήμα, περιπατεί να συναντήσει τον σταυρό, η θέα του οποίου πριν λίγο Τον έκανε να κλονισθεί. Τότε ακριβώς είχαν φθάσει και αυτοί που θα Τον συνελάμβαναν.

ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΜΑΣ

Η γέννηση – Η κένωση – Η ενσάρκωση Του

Σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων, ο Ιησούς δεν εγεννήθη με τον συνήθη τρόπο της φύσης. Αλλά θα ερωτήσει κάποιος, εάν ο Ιησούς Χριστός είναι αληθινά άνθρωπος, δεν θα έπρεπε να είχε γεννηθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως ο κάθε άνθρωπος; Ναι, αλλά μην ξεχνάμε ότι και ο πρώτος άνθρωπος ήλθε στην ύπαρξη κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και ήταν πέρα για πέρα άνθρωπος.

Σύμφωνα με την διήγηση της Γένεσης, το σώμα του πρώτου ανθρώπου, εκείνο το αριστούργημα της δημιουργικής σοφίας του Θεού, σχηματίστηκε από το χώμα της γης. Αλλά το πνεύμα του ανθρώπου ήλθε από πάνω, απ” τον Θεό: «Και ο Κύριος ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από χώμα της γης` και εμφύσησε στους μυκτήρες του πνοή ζωής, και έγινε ο άνθρωπος σε ψυχή που ζει«. Οι περιστάσεις της γέννησης του Ιησού Χριστού παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη αναλογία με τον τρόπο που δημιουργήθηκε ο πρώτος άνθρωπος. Το σώμα του προέκυψε από την μητέρα Του, δηλαδή, από την ανθρωπότητα που ήδη υπήρχε. Αλλά ήταν η πνοή του Θεού, η δύναμη του Παντοδυνάμου Πνεύματος, που κάλεσε αυτή την εμβρυακή ζωή στην ύπαρξη, και στην εν συνεχεία κανονική ανάπτυξη.

Στη γέννηση Του, το Άγιο Πνεύμα αφύπνισε στην δραστηριότητα της ζωής το σπέρμα μιας ανθρώπινης ύπαρξης, τοποθετημένο στην μήτρα της Μαρίας, το όργανο, δηλαδή, που είχε προετοιμασθεί για τον Λόγο, ώστε Αυτός να μπορέσει να πραγματοποιήσει εκεί μια ανθρώπινη ανάπτυξη.

Αυτή η αναλογία μεταξύ της γέννησης του Ιησού και της δημιουργίας του πρώτου ανθρώπου μας αποκαλύπτει καθαρά το Θείο σχέδιο που υπήρχε πίσω από το πρώτο απ” αυτά τα δύο γεγονότα. Ο Ιησούς, με την θαυμαστή Του γέννηση, αποκαταστάθηκε στις ίδιες συνθήκες καθαρότητας και αθωότητας στις οποίες βρισκόταν ο πρώτος άνθρωπος πριν την Πτώση. Έτσι, στο πρόσωπο Του, το ανθρώπινο γένος ξεκινούσε για μια δεύτερη φορά να βαδίσει το μονοπάτι που του είχε ορίσει ο Θεός σαν το δημιούργησε, το μονοπάτι που οδηγεί απ” την αθωότητα στην αγιότητα, το μονοπάτι της προόδου που θα έφθανε τον άνθρωπο στην τελειότητα του, όπως την είχε προδιαγράψει ο Θεός. Ήταν στο ξεκίνημα τούτου του δρόμου που έπεσε ο Αδάμ, παρασύροντας μαζί του όλους όσους προήλθαν απ” αυτόν. Ένας νέος Αδάμ, καθ” όλα όμοιος με τον πρώτο, και με τις ίδιες προϋποθέσεις, εμφανίσθηκε και ξεκινούσε τώρα να το βαδίσει, για χάρη του γένους μας. Θα πει στο Γαλάτες Δ4: ‘Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, τότε έστειλε ο Θεός τον Υιόν του, ο οποίος γεννήθηκε από γυναίκα και διετέλεσε υπό τον νόμον, δια να εξαγοράση εκείνους, οι οποίοι ήσαν δούλοι κάτω από τον νόμον, δια να πάρωμεν την υιοθεσίαν. Και από μια άλλη σκοπιά: Επειδή τα παιδία εμέθεξαν από σαρκός και αίματος, και αυτός παρομοίως μετέλαβεν από των αυτών, δια να καταργήση δια του θανάτου τον έχοντα το κράτος του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και ελευθερώση εκείνους, όσοι δια τον φόβον του θανάτου ήσαν δια παντός του βίου υποκείμενοι εις την δουλείαν. Διότι βεβαίως δεν ανέλαβεν αγγέλων φύσιν, αλλά σπέρματος Αβραάμ ανέλαβεν. Όθεν έπρεπε να ομοιωθή κατά πάντα με τους αδελφούς, δια να γείνη ελεήμων και πιστός αρχιερεύς εις τα προς τον Θεόν, δια να κάμη εξιλέωσιν υπέρ των αμαρτιών του λαού. Επειδή καθ’ ό,τι αυτός έπαθε πειρασθείς, δύναται να βοηθήση τους πειραζομένους, Εβραίους Β14-18.

Συγκεκριμένα, στο Ρωμαίους Ε14, θα μας πει ότι ο πρώτος γενάρχης μας, ο Αδάμ, ήταν «τύπος του μέλλοντος», τύπος του Χριστού που επρόκειτο να έλθει. «Τύπος», σημαίνει, ότι, από το τι ήταν ο ένας για την ανθρωπότητα, μπορούμε να συμπεράνομε τι είναι ο άλλος που ήλθε αργότερα. Ή, όπως λέγει στο Ρωμαίους Ε12-14, όπως ο Αδάμ ήταν η κεφαλή της ανθρωπότητας, που την έσυρε κατόπιν του στον δρόμο του θανάτου, που της κληροδότησε την φθορά και τον θάνατο, έτσι και ο Χριστός είναι μια καινούργια κεφαλή, ένας καινούργιος γενάρχης, που την σέρνει κατόπιν Του, (όσους θελήσουν να Τον ακολουθήσουν απ’ τη παλιά ανθρωπότητα), στο δρόμο της ανάστασης, της ζωής. Κατ’ αυτή την έννοια, Χριστός και Αδάμ είναι ο αντίποδας ο ένας του άλλου, οι δύο γενάρχες μας. Ο ένας με την ανυπακοή του έφερε επάνω μας την καταδίκη που οδηγεί στον θάνατο, ο άλλος με την υπακοή Του την δικαίωση που οδηγεί στη ζωή.

Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι, ο άνθρωπος δεν ήταν έτσι δημιουργημένος ώστε να μπορεί να φθάσει το ιδανικό του, τον στόχο που του είχε ορίσει ο Θεός, σύροντας την δύναμη που χρειαζόταν γι” αυτό απ” τον εαυτόν του. Δεν έχει τόση δύναμη. Εκεί στο στόχο του θα έφθανε παίρνοντας συνεχώς βοήθεια από τον Θεό. Τώρα, ευθύς ως δίνει τόπο στην επιρροή της δύναμης του κακού, η κοινωνία του με τον Θεό διακόπτεται· αυτός πλέον ούτε ζητά, αλλά και ούτε παίρνει την βοήθεια που χρειάζεται να κινηθεί προς τον στόχο του. Και τότε, η κατάπτωση παίρνει την θέση της προόδου. Σαν ένα φυτό ξεριζωμένο από το φυσικό του χώμα, ο άνθρωπος φυτοζωεί, παρακμάζει και χάνεται, αντί να αναπτύσσεται και να φέρει καρπούς.

Για ν” αρχίσει πάλι η φυσιολογική ανάπτυξη του ανθρωπίνου γένους, που είχε διακοπεί απ” την αμαρτία, χρειαζόταν να εμφανισθεί επάνω στην σκηνή του κόσμου ένα πρόσωπο που να συγκεντρώνει τα εξής χαρακτηριστικά: α) Να είναι έξω απ” την τάση προς τα κάτω, προς την κατάπτωση, που είχε κυριεύσει όλο το γένος μας. β) Να είναι ελεύθερο από το πνεύμα της ανταρσίας ενάντια στον Θεό, που μας κατείχε όλους. γ) Να βρίσκεται σε κοινωνία με τον Θεό, ώστε να παίρνει από εκεί όλα εκείνα που είναι αναγκαία στον άνθρωπο για μια αληθινή πρόοδο.

Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά τα συγκέντρωνε ο Ιησούς. Η όλη Του ζωή το αποδεικνύει, καθώς επίσης η νέα φάση της ιστορίας μας, που έχει την αρχή της σ” Αυτόν. Απ” τον ερχομό Του έχουμε την μετά Χριστό εποχή. Σήμερα είμαστε 2000 τόσα χρόνια μετά Χριστό. Αν κάποιος ήθελε να συνοψίσει την ανθρώπινη ιστορία της πριν τον Χριστό εποχής, θα μπορούσε να το κάνει με τούτο το εδάφιο: «Αυτό που έχει γεννηθεί από την σάρκα είναι σάρκα«. Από την εποχή Του, η αληθινή κατεύθυνση της ιστορίας μας μπορεί να εκφρασθεί με τούτες τις λέξεις: «Εκείνο που έχει γεννηθεί από το πνεύμα είναι πνεύμα«. Από δω και μετά εμφανίζεται η αγιότητα πάνω στη γη.

Μήπως όμως με τον ειδικό τρόπο που γεννήθηκε ο Ιησούς δεν θα μπορούσε ν” αμαρτήσει όπως εμείς, οπότε δεν μπορούμε να μιλάμε τότε για έναν πραγματικό μας αντιπρόσωπο, καθ” όλα όμοιον με μας, που θα ενεργούσε ελεύθερα όπως εμείς; Όχι, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ο Ιησούς ήρθε στην ανθρώπινη ύπαρξη όπως ο πρώτος άνθρωπος. Όσο, λοιπόν, μπορούσε αυτός να αμαρτήσει, το ίδιο μπορούσε και ο Ιησούς. Αυτός ο ειδικός τρόπος γέννησης απλά επανόρθωσε στον Ιησού στην πληρότητα της εκείνη τη δύναμη του να μην αμαρτήσει, που ο άνθρωπος κατείχε πριν την Πτώση, και την οποία έχουμε χάσει καθώς έσπασε ο δεσμός που μας ένωνε με τον Θεό. Και είναι απαραίτητη αυτή η δύναμη, του να μπορούμε να διαθέτουμε ελεύθερα τον εαυτόν μας, προκειμένου ν” ανταποκριθούμε στην ένδοξη και άγια κλήση που μας έχει κάνει ο Θεός. Τούτη ακριβώς την δύναμη μας έχει εν μέρει στερήσει η τυραννία της αμαρτίας, το να μην μπορούμε να κάνουμε το καλό που θέλουμε, το να μην μπορούμε να διαθέτουμε ελεύθερα τον εαυτόν μας. Και είναι αυτή ακριβώς την δύναμη που δίνει ο Χριστός στον καθένα που θα Τον ακολουθήσει.

Άρα συνοψίζουμε: Η θαυμαστή γέννηση του Κυρίου μας είναι η Θεία πράξη, που αντιστοιχεί με την δημιουργία του πρώτου ανθρώπου. Με τούτη δημιουργούνται οι ίδιες προϋποθέσεις όπως τότε, για να ξεκινήσει εκ νέου το ανθρώπινο γένος την φυσιολογική του ανάπτυξη στην οποία το έχει καλέσει ο Θεός, εκεί που δεν μπόρεσε να προχωρήσει λόγω του Αδάμ.

Για τούτη τη σχέση μας με τους δύο γενάρχες μας, και για τις αιώνιες προεκτάσεις τούτης της σχέσης, μπορούμε να πούμε τα εξής:

Με τον Αδάμ είμαστε συνδεδεμένοι μέσω του γεγονότος της γέννησης. Ο κάθε άνθρωπος εμφανίζεται εδώ κάτω, κατά κάποιον τρόπο, σαν ένα μικρό κομμάτι εκείνου του πρώτου ανθρώπου, στον οποίον προσωποποιήθηκε ολόκληρο το γένος. Ο Αδάμ, όπως είπε κάποιος, είναι η «ουσία της φυσικής ανθρωπότητας». Και καθώς η γέννηση, δια της οποίας εμείς προερχόμαστε απ” αυτόν, είναι ένα γεγονός έξω απ” την συνείδηση, και ανεξάρτητο απ” την προσωπική μας θέληση, όλα εκείνα που ανήκουν στην περιοχή αυτής της φυσικής ύπαρξης, δεν μπορεί να έχουν κανέναν άλλον, παρά έναν εκπαιδευτικό και προσωρινό χαρακτήρα. Η αμαρτία και η τάση προς το κακό που επικολλήθηκαν επάνω μας σαν παιδιά του Αδάμ, καθώς επίσης και τα ατομικά σφάλματα που μπορούμε να διαπράξομε σ” αυτή την κατάσταση, μας τοποθετούν αναμφίβολλα σε μια κρίσιμη θέση, αλλά υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να αποφύγομε την αιώνια καταδίκη. Τούτα όλα, μπορεί να πει κάποιος, πιο πολύ δουλεύουν στο να υψώσουν την αίσθηση της επιτακτικής ανάγκης της σωτηρίας, που είναι έμφυτη σε κάθε ανθρώπινη ψυχή.

Φθάνοντας τώρα στο κατώφλι της άλλης, της ανώτερης περιοχής, βρίσκομε τους εαυτούς μας πρόσωπο με πρόσωπο με μια νέα και ολοκληρωτικά διαφορετική ενότητα, που μας προσφέρεται εν Χριστώ. Τούτη η ενότητα δεν συνάπτεται μέσ’ από έναν φυσικό και ασυνείδητο δεσμό, αλλά μέσω της ελεύθερης και θεληματικής πράξης της πίστης. Και είναι εδώ μόνον, στο κατώφλι της περιοχής αυτής της νέας ζωής, που οι ερωτήσεις για την αιώνια τύχη του ατόμου υψώνονται και αποφασίζονται. Κάποιος είπε, «Ο Χριστός είναι η Θεία ιδέα της ανθρωπότητας». Και είναι πράγματι αυτή η ιδέα, τέλεια πραγματοποιημένη.

Η πρώτη ανθρωπότητα που δημιουργήθηκε εν Αδάμ, με το χαρακτηριστικό της ελευθερίας της εκλογής, ήταν μόνο οι «χονδρές γραμμές», το περίγραμμα της ανθρωπότητας, καθώς τελικά την προόριζε ο Θεός, και το χαρακτηριστικό της οποίας, καθώς και του Ιδίου του Θεού, είναι η αγιότητα. Ο άνθρωπος ο οποίος δια πίστεως σύρει την δικαίωση και την ζωή του απ” την νέα κεφαλή της ανθρωπότητας, προοδευτικά υψώνεται στο επίπεδο αυτής της κεφαλής, ή όπως λέγει ο Παύλος, «στο τέλειο ανάστημα του Χριστού«.

Ο άνθρωπος όμως που αρνείται να συνάψει αυτόν τον δεσμό ενότητας με τον δεύτερο Αδάμ, παραμένει, γι” αυτόν ακριβώς τον λόγο, στην φθαρτή του φύση. Είναι πλέον ο ίδιος υπεύθυνος γι” αυτό, διότι ακριβώς έχει αρνηθεί ν” ανταλλάξει αυτήν για την νέα που του προσεφέρθη, ενώ είναι ταυτόχρονα και υπεύθυνος για τις εθελοντικές παραβάσεις που προσετέθηκαν απ” τον ίδιο σε κείνη του πρώτου του πατέρα. Φθείροντας τώρα τον εαυτόν του περισσότερο και περισσότερο με τις ένοχες επιθυμίες του, προχωρά, λόγω δικού του σφάλματος, σε αιώνια απώλεια, στον δεύτερο θάνατο. Τούτο δεν είναι κάτι που το κληρονομεί απ” τον Αδάμ.

Επανερχόμεθα στο γεγονός της γέννησης του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Ο Ιωάννης, πάνω στο γεγονός της γέννησης Του, θα γράψει στον πρόλογο του Ευαγγελίου του: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο», Α14. Δηλαδή, πήρε σώμα, κόκκαλα, σάρκα με φυσικές ευαισθησίες, με επιθυμίες, με φόβους, σάρκα που πονούσε, σάρκα που είχε την δυνατότητα να πειραχθεί, ν’ αμαρτήσει.

Φυλακίσθηκε ο Ίδιος, όπως το δημιούργημα Του, μέσα σ’ ένα σώμα, στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου, εγκαταλείποντας την κατάσταση της Θείας Του ύπαρξης.

Έγινε ένα καθαρά ανθρώπινο πρόσωπο, σώμα – ψυχή – πνεύμα, και έτσι Τον συναντάμε τα επόμενα 33 χρόνια.

Άδειασε κυριολεκτικά τον εαυτόν Του πριν μπει εκεί μέσα. Ο Ίδιος μιλούσε για την ψυχήν Του σαν «τεταραγμένην», Ιωάννης ΙΒ27, και για το πνεύμα Του που το παρέδωσε στον Πατέρα, Ιωάννης ΙΘ30.

Μέσω της ενσάρκωσης Του ήταν σε θέση να υποφέρει, ν’ απολαμβάνει, να πειράζεται, να μοχθεί, να μαθαίνει, να προοδεύει, ακριβώς σαν εμάς, Εβραίους Β17.

«Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν», (Ιωάννης Α14). Δηλαδή, σαν ενσαρκώθηκε, έστησε την σκηνή Του δίπλα στις δικές μας, εικόνα παρμένη απ’ τα καραβάνια της εποχής. Είναι σαν να είχε πει ο Ιωάννης: «Εφάγαμε και ήπιαμε στο ίδιο τραπέζι, κοιμηθήκαμε κάτω απ’ την ίδια στέγη, ταξιδεύσαμε μαζί, Τον γνωρίσαμε σαν γυιό, αδελφό, φίλο, φιλοξενούμενο, συμπολίτη». Έως το τέλος παρέμεινε πιστός στο μονοπάτι που εισήλθε σαν έγινε άνθρωπος.

Ο Ίδιος ονόμασε τον εαυτόν Του, «ο Υιός του ανθρώπου», και θα πρέπει τούτο να ήταν δημιουργία της δικής Του καρδιάς, που την εμπνεύστηκε απ’ το βαθύ αίσθημα που ένοιωθε του τι Αυτός ήταν για την ανθρωπότητα. Με αυτόν τον τίτλο ήθελε να δηλώσει, κατά πρώτον, την πλήρη Του συμμετοχή στην ανθρώπινη μας φύση. Με άρθρο σημαίνει, ο ένας, ο μοναδικός, ο μόνος φυσιολογικός, ο γνήσιος αντιπρόσωπος του γένους. Με πόση έμφαση τονίζεται στην Γραφή η ανθρωπότητα Του! Θα πει, για παράδειγμα, στο Β’ Τιμόθεο Β5: «Διότι είναι εις Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς». Όλο Του το έργο για μας βασίζεται εδώ ακριβώς, στο ότι έγινε άνθρωπος, ακριβώς σαν κι εμάς. Και είναι απ’ αυτή την θέση που ζήτησε ο Διάβολος να τον σύρει, τότε με τους πειρασμούς στην έρημο. Τον ωθούσε να ενεργήσει σαν «Υιός Θεού», οπότε θ’ αρνιόταν την ανθρώπινη Του κατάσταση, και το έργο της αντικατάστασης μας θα κατέρρεε. Εδώ κυρίως κτυπούν πολλές αιρέσεις, αρνούνται την ενσάρκωση Του. Θα πει στο Α’ Ιωάννη Δ2,3: «…παν πνεύμα το οποίον ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθεν εν σαρκί, είναι εκ του Θεού· και παν πνεύμα το οποίον δεν ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθεν εν σαρκί, δεν είναι εκ του Θεού· και τούτο είναι το πνεύμα του αντιχρίστου…»

Όταν αργότερα, στην Ανάληψη Του, απέκτησε πάλι την Θεία Του κατάσταση, δεν το έκανε εγκαταλείποντας, βγάζοντας από πάνω Του την ανθρώπινη κατάσταση που φορούσε, αλλά εξυψώνοντας την στο σημείο που να μπορεί τούτη να γίνει όργανο και φορέας της Θείας ζωής. Γι’ αυτό και ο Ιωάννης Τον είδε στην Αποκάλυψη σαν κάποιον, «όμοιον με υιό ανθρώπου», δηλαδή όμοιον με άνθρωπο.

Είναι ένα «εγώ», ένα πρόσωπο, που πέρασε από έναν τρόπο ύπαρξης, σ’ έναν άλλον, και επαναποκτά μετά από λίγο τον πρώτο δι’ εξυψώσεως, δια τελειοποιήσεως του δευτέρου στον οποίον βρισκόταν.

΄Ετσι έγινε η ενσάρκωση Του μέσω της κένωσης Του.

Να σημειώσομε ότι κατά σάρκα ήλθε «εκ σπέρματος Δαβίδ», Ρωμαίους Α3. Ήλθε στην ανθρώπινη οικογένεια απ’ τους απογόνους αυτού του βασιλιά. Κληρονόμησε την Ιουδαϊκή φυσιογνωμία, τον Ιουδαϊκό χαρακτήρα. ‘Ηταν, στην εμφάνιση, αλλά και στην γενικώτερη Του συγκρότηση, Ιουδαίος. Είχε τις Ιουδαϊκές κλίσεις και επιθυμίες. Και ήταν στον τάφο που άφησε τους Ιουδαϊκούς περιορισμούς που είχε αναλάβει. Εκεί ελευθερώθηκε απ’ τα δεσμά που είχε ταπεινά φορέσει κατά την διάρκεια της γήινης ζωής Του.

Αν καποιος θελησει να ερευνησει απλα, απροκαταληπτα, χωρις τις αβασιμες ενοχες που δημιουργει στην συνειδηση μια εσφαλμενη θρησκευτικοτητα, τουτο το προσωπο, ετσι οπως το περιγραφουν οι αυτοπτες μαρτυρες στις διηγησεις που μας αφησαν στα Ευαγγελια τους, οντας εδω στην γη, δεν ειχε κανενα απ” τα χαρακτηριστικα εκεινα που συνιστουν την θεια κατασταση, ηταν απλα ανθρωπος, ακριβως ομοιος σαν ενας απο μας.

-Για παραδειγμα, δεν ειχε παντογνωσια. Στο Μαρκο ΙΓ32 διαβαζομε να δηλωνει οτι δεν γνωριζει την ωρα που θα γινουν τα γεγονοτα της Δευτερης Παρουσιας. Το ιδιο αποδεικνυει και η φραση που λεγει ο Ιωαννης στο Θ35, «Οταν αυτος ακουσε οτι οι Ιουδαιοι τον ειχαν διωξει…» Tότε που πεινούσε, και πήγε στη συκιά να βρει σύκα, δεν ήξερε αν η συκιά είχε ή όχι, Ματθαίος ΚΑ18-22. Πήγε στην συκιά να βρει, και δεν βρήκε.

Οπωσδηποτε κατειχε μια ανωτερη προφητικη οραση, στην Σαμαρειτισσα π.χ. της ειπε την προηγουμενη της ζωη, Ιωαννης Δ 17,18. Αλλα αυτο δεν ηταν παντογνωσια. Ουτε η γνωση Του ηταν αναμνηση της προηγουμενης, της ουρανιας γνωσης Του, αυτης που ειχε πριν γινει ανθρωπος. Ποτε Του δεν διεκηρυξε κατι που να μην βγαινει καθαρα απ” την ανθρωπινη συνειδηση που τοτε κατειχε. Ολα αυτα βεβαια μεχρι τα τριαντα Του χρονια. Μετα το βαπτισμα Του, οπως θα δουμε στην συνεχεια, απεκτησε συνειδηση της προηγουμενης Του καταστασης.

-Δεν ειχε παντοδυναμια. Απλα, προσευχοταν και εισακουοταν (Ιω. ΙΑ42). Τα θαυματα που εκανε ηταν ο Πατερας που τα εργαζοταν (Ιω.Ε36). Στο Εβραίους Ε7-9 θα μας πει: Όστις εν ταις ημέραις της σαρκός αυτού, αφού μετά κραυγής δυνατής και δακρύων προσέφερε δεήσεις και ικεσίας προς τον δυνάμενον να σώζη αυτόν εκ του θανάτου, και εισηκούσθη δια την ευλάβειαν αυτού, καίτοι ων υιός, έμαθε την υπακοήν αφ’ όσων έπαθε. Και γενόμενος τέλειος κατεστάθη αίτιος αιωνίου σωτηρίας εις πάντας τους υπακούοντας εις αυτόν.

-Δεν ειχε πανταχου παρουσια. Στον Ιωαννη ΙΑ15 μας αναφερεται οτι χαρηκε για την απουσια Του κατα την αρρωστεια του Λαζαρου. Τότε με την Χαναναία της είπε: «Δεν είμαι απεσταλμένος παρά μόνο στα πρόβατα τα χαμένα του οίκου Ισραήλ», Ματθαίος ΙΕ24. Περιορισμένος καθώς ήταν σ’ ένα σώμα σαν το δικό μας, δεν είχε την δυνατότητα να πάει παραπέρα.

Το «εγώ» Του παρέμενε όμως το ίδιο, όπως σ’ έναν βασιλιά, που θέλει ο ίδιος και γίνεται βοσκός, ή ένας πλούσιος Ευρωπαίος που γίνεται ιεραπόστολος στην Αφρική, στερούμενος οικειοθελώς όλα τα μέσα και τις ανέσεις που διαθέτει, προκειμένου για τούτη την αποστολή.

-Η αγαπη Του ηταν τελεια, αλλα δεν ηταν θεια αγαπη. Η θεια αγαπη ειναι αμεταβλητη. Ο Ιησους ομως δεν αγαπουσε οταν ηταν στην κουνια, οπως αγαπουσε οταν εγινε 12 ετων, και παλι στα δωδεκα Του χρονια δεν αγαπουσε οπως αγαπουσε τοτε που ανεβηκε στον σταυρο. Η αγαπη Του ηταν καθε φορα τελεια, αλλα στο μετρο της ηλικιας Του, της ωριμοτητος Του. Ηταν μια αγαπη που, καθως Αυτος μεγαλωνε και ωριμαζε, αυξανε και αυτη μερα με την μερα, σε ενταση, σε εθελοντικη αυτοθυσια, αλλα και σε εκταση. Στην αρχη σαν παιδι αγκαλιαζε την οικογενεια Του και τον στενο κυκλο που γνωριζε. Μετα πλαταινε συνεχως, ωσπου στο τελος, εκει στον σταυρο, αγκαλιαζε ολη την ανθρωποτητα. Ηταν μια περα για περα ανθρωπινη αγαπη. Γι” αυτο και στην Ρωμαιους Ε15 λεγει, «Η δωρεα δια της χαριτος του ενος ανθρωπου, Ιησου Χριστου, επερισσευσεν εις τους πολλους.»

-Η αγιοτητα Του ηταν επισης μια καθαρα ανθρωπινη αγιοτητα, γιατι καθε στιγμη πραγματοποιοταν με αγωνα, με απαρνηση νομιμων απολαυσεων, με μαχες πανω στον νομιμο, τον φυσιολογικο φοβο του πονου και του θανατου (ενώ η Θεία αγιότητα είναι αμετάβλητη και απείραστη κακών). Εδώ να θυμηθούμε την ταραχη που εφερε μεσα Του η θεα του σταυρου, τοτε που Τον πλησιασαν οι Ελληνες (Ιω.ΙΒ25-27), και λιγο αργοτερα στην Γεθσημανη (Ιω. ΙΖ19).

Τουτο ειναι πολυ σημαντικο για μας. Εαν ηταν Θεος και φορουσε την θεϊκη αγιοτητα, θα ηταν παραλογο να ζητα τωρα απο τους ανθρωπους την ιδια αγιοτητα, «να περιπατησωμε καθως εκεινος περιπατησε», οπως μας οριζει στο Λογο Του. Αυτη η αγιοτητα Του ειναι ανθρωπινη, γι” αυτο μπορει να περασει μεσα μας, να γινει και δικη μας. Ετσι εξηγουνται τα λογια Του στο Ιωαννη ΙΖ19, «Και για χαριν τους εγω αγιαζω τον εαυτον μου, για να ειναι και αυτοι αγιασμενοι εν αληθεια.»

Ολα αυτα τα κειμενα μεσα στον γραπτο Λογο Του αποδεικνυουν καθαρα οτι ο Ιησους, οσο ηταν στην γη, δεν κατειχε τα χαρακτηριστικα που συνιστουν την θεια κατασταση. Και πραγματι, σαν τελειωσε το εργο Του στην γη ζητησε απ” τον Πατερα: «Και τωρα δοξασε με συ, Πατερα, πλησιον σου, με την δοξαν που ειχα κοντα σου πριν γινει ο κοσμος.» (Ιω. ΙΖ5). Ζητουσε την δοξα, τα χαρακτηριστικα που ειχε πριν γινει ανθρωπος, αυτα που ειχε εγκαταλειψει σαν ηλθε στην γη μας.

Το λεγει τοσο καθαρα και στην Φιλιππισιους Β5-8, «Ας επικρατει μεταξυ σας το ιδιο φρονημα, το οποιον υπηρχε και στο Χριστον Ιησουν, ο οποιος, αν και ειχε θεϊκη υπαρξη, δεν εθεωρησε το οτι ητο ισος προς τον Θεον σαν κατι προς αρπαγμον, αλλ” εκενωσε τον εαυτον του λαβων μορφην δουλου, γενομενος ομοιος με τους ανθρωπους, και, αφου κατα το σχημα ευρεθηκε ως ανθρωπος, εταπεινωσε τον εαυτον του γενομενος υπηκοος μεχρι θανατου και μαλιστα θανατου σταυρικου.» Οπως μας αφηνει να καταλαβωμε εδω, τουτη η πραξη της εθελοντικης κενωσης προηγηθηκε της εισοδου Του στην ανθρωπινη κατασταση, και ηταν η προϋποθεση γι” αυτη. Η Γραφη λοιπον μας διδασκει οτι, πριν ελθει στην γη, ειχε απαρνηθει οχι μονον την χρηση, αλλα και την κατοχη των θειων Του ιδιοτητων. Δεν κρατησε ουτε καν την συνειδηση της προηγουμενης Του υπαρξης, γιατι τουτη θα ηταν ασυμβιβαστη με την κατασταση ενος πραγματικου νηπιου, οπως στην αρχη βρεθηκε εδω κατω. Θα ηταν επισης ασυμβιβαστη με την καθαρα ανθρωπινη αναπτυξη Του στην συνεχεια.

Μεγαλωνοντας με μια ηθικη πιστοτητα σαν την δικη Του, και με μια διαρκη απολαυση κοινωνιας με τον Θεο, την οποιαν η αμαρτια δεν διεταραξε, μπορουσε τουτο το παιδι να λεγει σε ηλικια δωδεκα ετων τον Θεο πατερα Του, σε μια καθαρα θρησκευτικη εννοια, και οχι οτι τουτο προερχοταν απο μια συνειδηση μεσα Του της θειας Του προϋπαρξης.

Αυτη η αισθηση της αποστολης Του, να λυτρωσει τον κοσμο, θα πρεπει να ειχε αναπτυχθει μεσα Του απο μονη της, απ” την νεανικη Του ακομα ηλικια. Τουτη την αισθηση θα πρεπει να την φουντωνε εκεινη η αντιθεση που συνεχως ενοιωθε μεταξυ της δικης Του ηθικης καθαροτητας, και της αμαρτιας που ειχε προσβαλλει και μολυνει ακομα και τους καλλιτερους απ” τον κυκλο Του, οπως την Μαρια και τον Ιωσηφ. Ηταν ο μονος υγιης μεσα σ” αυτο το καραβανι των αρρωστων που ταξιδευε μαζι τους. Απο νωρις θα ειχε νοιωσει μια αναλαμπη του ρολου Του σαν γιατρος, και θα ειχε εσωτερικα αφιερωθει σ” αυτον ολοκληρωτικα. Αλλα δεν υπαρχει στην διηγηση των Ευαγγελιων ουτε μια λεξη, ουτε μια πραξη Του, που να μας οδηγει να υποθεσωμε οτι ειχε, στην παιδικη ή την εφηβικη Του ηλικια, συνειδηση της θειας Του φυσης και της προηγουμενης Του υπαρξης.

Ηταν η ημερα του βαπτισματος Του, οταν εφτασε η στιγμη που επροκειτο ν” αρχισει να μαρτυρει για τον εαυτον Του, για το τι Αυτος ητο για τον Θεο, και για το τι ητο ο Θεος γι” Αυτον και για τον κοσμο. Τοτε, απ” οτι φαινεται, εκρινε καταλληλο ο Ιδιος ο Θεος να Τον εισαγαγει στο μυστηριο της ζωης Του, σαν Υιος, πριν γεννηθει στην γη. Να θυμηθούμε τι ειπε τοτε η φωνη που ακουσθηκε απ” τον ουρανο: «Συ εισαι ο υιος μου ο αγαπητος, εις τον οποιον ευαρεστηθηκα» (Ματθ. Γ17). Αν ηταν απλα και μονον ο Μεσσιας, ο Χριστος, τοτε απλα θα ελεγε, «Συ εισαι αυτος που χρηω σωτηρα και φως για τους ανθρωπους», ή κατι παρομοιο. Θα πρεπει εκεινη ακριβως την ωρα να επανεκτησε την συνειδηση του «Υιου», την οποιαν ειχε επιτρεψει να σβυσει μεσα Του, ετσι οπως συμβαίνει το βραδυ μ’ εμάς, καθως παραδινομαστε στον υπνο, χανομε την αυτοσυνειδησια μας. Και απο κεινη την στιγμη ητο σε θεση να δωσει στον κοσμο να καταλαβει το μεγαλειο του δωρου που ο Θεος τους χαριζε. Απο κεινη την στιγμη και μετα μπορουσε να διακηρυξει το, «Τοσον αγαπησε ο Θεος τον κοσμον ωστε εδωκε τον Υιον αυτου τον μονογενη, δια να μην χαθει καθενας που πιστευει σ” αυτον, αλλα να εχει ζωην αιωνιον.»(Ιω. Γ16). Ας θυμηθουμε και αυτο που ειπε στον Νικοδημο, «Κανενας δεν ανεβηκε εις τον ουρανον, παρα εκεινος που κατεβηκε απ” τον ουρανον…»(Ιω. Γ13). Πρωτα κατεβηκε και μετα ανεβηκε. Τουτο το ανεβασμα Του θα πρεπει να εγινε στο βαπτισμα Του, οταν Του ανοιχθηκαν οι ουρανοι, και ειδε ποιος πραγματικα ηταν, και τι Τον ηθελε ο Πατερας να κανει εδω στην γη. Συνέβη κάτι ανάλογο σαν κι αυτό του Παύλου που ηρπάγη στον τρίτο ουρανό.

Το «κατέβηκε» δείχνει την αιώνια Του προϋπαρξη.

Είχε αδειάσει και από την συνείδηση Του. Η αυτοσεινειδησία Του, Του ερχόταν σιγά σιγά. Δεν είχε κρατήσει ούτε την γνώση των ουρανίων πραγμάτων, γιατί αυτή είναι αδύνατον να χωρέσει σε μια ανθρώπινη συνείδηση.

Την γνώση των Θείων πραγμάτων την απέκτησε κατά την διάρκεια της ενανθρώπισης Του, (όταν ανέβηκε στον ουρανό). Όλη αυτή την γνώση την έλαβε με μια ανθρώπινη αίσθηση (συνείδηση) σαν την δική μας. Και οπωσδήποτε, όπως προαναφέραμε, η γνώση Του εδώ στη γη δεν ήταν παντογνωσία.

Και μπορουσε ο Θεος-Λογος να κατεβει τοσο χαμηλα, να γινει ανθρωπος, χωρις τον κινδυνο να μειωθει, να υποτιμηθει, να εξευτελιστει; Ναι, γιατι ο ανθρωπος εδημιουργηθηκε κατ” εικονα δικη Του και ομοιωση, ή όπως αναφέρει ο Λόγος Του στο Πράξεις ΙΖ28, «είμαστε γένος Του». Γινοταν κατι ομοιο με Αυτον. Οσο για το αν εχει την δυναμη να το κανει, να σκεφθουμε τουτο, οτι ο Θεος δεν δεσμευεται, δεν ειναι φυλακισμενος σε μια μορφη οπως εμεις, δεν ειναι δουλος στις ιδιοτητες Του. Το αν εγω μπορω και γινομαι μυρμηγκι, δεν ειναι δειγμα αδυναμιας, αλλα δυναμης και ελευθεριας. Ετσι λοιπον, κατεβηκε στο επιπεδο μιας ανθρωπινης υπαρξης, και απο κεινη την στιγμη επεξεργασθηκε την αναπτυξη Του κατω απο αληθινα ανθρωπινες συνθηκες. Το μονο που Τον διεχωριζε απ” τους αλλους του γενους Του, ηταν το οτι δεν εφερε την κληρονομια της αμαρτιας που φερομε εμεις, και τουτο γιατι στην γεννηση Του δεν μεσολαβησε ανδρικο σπερμα.

Το ουσιωδες χαρακτηριστικο της ζωης Του, μετα που εγινε ανθρωπος, ηταν η αδιαλειπτη και αυξανομενη εξομειωση προς το θειο, σ” ολες του τις μορφες. Τουτο ειναι και το ουσιωδες χαρακτηριστικο της νεας ανθρωποτητας που ξεκινησε με Αυτον σαν Γεναρχη.

Σαν εφθασε καποτε στην συνειδηση της αιωνιας Του σχεσης με τον Θεο, η επιθυμια Του θα ηταν ν” ανακτησει εκεινη την θεια κατασταση. Απ” το αλλο μερος ομως ειναι τοσο στενα συνδεδεμενος με την ανθρωποτητα, που λογοι αγαπης δεν Τον αφηνουν να σπασει τον δεσμο που Τον ενωνει τωρα μαζι της. Εαν την εγκατελειπε, θα χανοταν οριστικα, και το θειο σχεδιο γι” αυτην θ” αποτυγχανε. Του μενει λοιπον ενα πραγμα να κανει, να υψωσει μαζι Του, στην δοξαν Του, και την ανθρωποτητα. Ειναι σαν το χαμενο βασιλοπουλο που ζωντας αναμεσα σε φτωχους και δυστυχισμενους ανθρωπους, καποτε ανευρισκεται και ειναι η ωρα τωρα να γυρισει στο παλατι. Αλλα πως ν” αφησει τους φιλους του; Και απ” το αλλο μερος ομως, ετσι στη κατάσταση που είναι, πως να τους παρουσιασει στο παλατι; Καθεται λοιπον λιγο ακομα, να τους ετοιμασει, να τους καθαρισει, να τους φροντισει, τέλος, να τους ανοίξει το δρόμο, για να ελθουν και αυτοι μονιμα μαζι του.

Υψωνοντας τωρα την ανθρωποτητα μαζι Του στην θεια δοξα, πραγματοποιει και την υψιστη σκεψη του Θεου γι” αυτην. «Αλλα λαλουμεν σοφιαν Θεου μυστηριωδη, την αποκεκρυμμενην, την οποιαν προωρισεν ο Θεος προ των αιωνων εις δοξαν ημων», λεγει στο Α Κορινθιους Β7. Ποιος ειναι ο σκοπος του Θεου για τον ανθρωπο; Πρωτα να τον φερει σε κοινωνια με τον Χριστο, και στην συνεχεια να τον υψωσει, μεσω αυτης της κοινωνιας, εκει που ειναι τωρα ο Χριστος, στην κατασταση του ανθρωπου- θεου. Αυτος ειναι ο αιωνιος προορισμος των πιστων. Ειναι αυτο που λεγει η Αγια Γραφη στο Ρωμαιους Η29,30, «Εκεινους που προεγνωρισε, αυτους και προωρισε να γινουν ομοιομορφοι προς την εικονα του Υιου του, ωστε αυτος να ειναι πρωτοτοκος μεταξυ πολλων αδελφων. Εκεινους δε που προωρισε, αυτους και εκαλεσε, και εκεινους που εκαλεσε, αυτους και εδικαιωσε, εκεινους δε που εδικαιωσε, αυτους και εδοξασε.»

Τι ηταν, λοιπόν, εκεινη η νυκτα των Χριστουγεννων για την ανθρωποτητα; Ηταν ενα καινουργιο της ξεκινημα στο προσωπο Αυτου που, απο Θεος-Λογος εγινε Υιος Ανθρωπου. Ξαναρχιζε παλιν απ” την αρχη την αναπτυξη της, που την ειχε διακοψει η αμαρτια, για να φθασει στο τερμα που της ειχε ορισει ο Θεος. Ξαναρχιζε παλι στο δρομο απ” τον οποιον ειχε τελειως ξεπεσει, μετα την εισοδο της αμαρτιας στην ζωη της.

Ο Ιησους επιτελει αυτον τον στοχο εως την ηλικια των 30 ετων. Υψωνει την ανθρωποτητα, στο δικο Του το προσωπο, δια της τελειας υπακοης και της συνεχους θυσιας του εαυτου Του, απ” την αθωοτητα στην αγιοτητα, στην τελειοτητα.

Σε τουτη την περιοδο των τριαντα χρονων, όπως προαναφέρθηκε, δεν εχει ακομα συνειδηση για την θεια Του προϋπαρξη. Ισως, στο φως των Γραφων που μελετουσε, ν” αρχιζει να εχει ενα προαισθημα εκεινου που Αυτος ειναι αναφορικα με τον Θεον. Η καθαρη συνειδηση του ποιος πραγματικα ηταν, θα ηταν εδω ασυμβιβαστη με την πραγματικοτητα της ανθρωπινης Του αναπτυξης, στην εξελιξη της οποιας βρισκοταν. Θα ηταν ασυμβιβαστη και με τον στοχο που Του ειχε καθορισθει σ” αυτη την περιοδο της ζωης Του. Επρεπε να φθασει τον ανθρωπο στην τελειοτητα του σαν ανθρωπος, και οχι σαν Θεος.

Απαξ ομως και ο στοχος τουτος εξεπληρωθη, οι συνθηκες της υπαρξης Του αλλαζουν. Ενα νεο εργο ανοιγεται τωρα εμπρος Του. Η συνειδηση του ποιος πραγματικα ειναι, που αποκτα τωρα στην αρχη αυτου του νεου εργου, και συγκεκριμενα στο βαπτισμα Του, οχι μονον δεν ειναι ασυμβιβαστη μ” αυτο, αλλ” αντιθετως ειναι τελειως απαραιτητη, ειναι το ουσιαστικο θεμελιο αυτου του εργου. Πραγματι, για να δωσει μαρτυρια στον κοσμο, για να τους αποκαλυψει τον Θεο σαν Πατερα, πρεπει αναγκαστικα να γνωριζει ο Ιδιος τον εαυτον Του σαν Υιο. Ο τροπος που απεκαλυψε τον Θεο σαν Πατερα στον κοσμο, ηταν, απλα, το να δειξει τον εαυτον Του σαν Υιο, ετσι που ο καθενας να μπορει, παρατηρωντας τον Υιο, να συμπερανει για τον Πατερα.

Το βαπτισμα Του ηταν το αποφασιστικο γεγονος που ανοιγει αυτη την νεα φαση. Συναντωντας τις επιθυμιες και τα προαισθηματα της καρδιας του Ιησου, ο Πατερας Του λεγει, «Εσυ εισαι ο Υιος μου.» Και απο τουτη την στιγμη ο Ιησους γνωριζει τον εαυτον Του σαν το απολυτο αντικειμενο της θειας αγαπης. Μπορει τωρα να λεγει, «Πριν τον Αβρααμ εγω ειμαι», κατι που δεν μπορουσε να το πει πριν. Αυτη η συνειδηση της θεσης Του σαν Υιος, Τον συνοδευει παντου απ” αυτη την ωρα. Ο ουρανος ειναι απο τωρα και μετα συνεχεια ανοικτος εμπρος Του, και Αυτος απλα μαρτυρει, δειχνει ο,τι βλεπει εκει.

Στο βαπτισμα Του ομως, ενω Του δινεται η συνειδηση του ποιος ειναι, δεν Του δινεται πισω και η προηγουμενη Του κατασταση, η μορφη του Θεου. Εδω υπαρχει μια τεραστια διαφορα μεταξυ εκεινου που γνωριζει ο Ιδιος οτι ειναι, και αυτου που πραγματικα ειναι. Ειδικα επι του παροντος, υφισταται γι” Αυτον η δυνατοτητα του πειρασμου. Να θυμηθούμε πως Τον πειραξε αμεσως μετα ο Διαβολος στην ερημο: «Εαν εισαι Υιος του Θεου…» Ενω γνωριζει οτι ειναι Κυριος ολων, δεν ρυθμιζει τιποτα, και πρεπει καθε στιγμη ν” απευθυνεται με μια καρδια υιου γεματη πιστη στην πατρικη καρδια του Θεου.

Ειναι μονο μεσω της Αναστασης και της Αναληψης που την ακολουθει, που Αυτος γινεται πραγματικα αυτο που γνωριζει οτι ειναι· τοτε ανακτα την θεια Του κατασταση. Απο τωρα ολο το πληρωμα της θεοτητος κατοικει σ” Αυτον, με μια διαφορα ομως απο πριν. Τωρα το πληρωμα κατοικει σ” Αυτον σαν σε «Υιο Ανθρωπου», ή οπως λεγει στην Κολοσσαεις Β9, «Εν αυτω κατοικει παν το πληρωμα της θεοτητος σωματικως Με αλλα λογια, τωρα ειναι ανθρωπος που αναστηθηκε, δοξασθηκε, και εγινε Θεος. Στα παλια τα χρονια ο Διαδοχος του θρονου διοριζοταν αμεσως και αρχηγος του στρατου της χωρας. Με τον Κυριο μας εγινε σαν και εκεινο τον Διαδοχο, που για ειδικους λογους, αφησε την θεση του, κατεβηκε χαμηλα, εγινε απλος πολιτης, μαθητεψε οπως ολοι, εδωσε εξετασεις, αγωνισθηκε, πετυχε στην στρατιωτικη σχολη, προβιβαστηκε, και στο τελος εφθασε να ξαναγινει αρχηγος του στρατου, οπως ηταν πριν, με μια διαφορα ομως τωρα, δεν εφθασε σ” αυτη τη θεση σαν Διαδοχος, αλλα σαν απλος πολιτης.

Μετα δεκα ημερες απ” την προσωπικη Του Αναληψη στην θεια δοξα, απ” την ημερα δηλαδη της Πεντηκοστης και μετα, αρχιζει να εισαγει τους δικους Του στην κατασταση της υιοθεσιας. Προετοιμαζει ετσι την ημερα κατα την οποιαν θα ολοκληρωσει την συμμετοχη τους στη δοξαν Του και εξωτερικα. Τουτο θα γινει με την ορατη παρουσια Του. Για να φθασουν ομως εκει, πρεπει πρωτα να εγκαταστησει μεσα τους την τελεια αγιοτητα, η οποια ηταν και η βαση για την δικη Του εξυψωση. Τουτη η κατασταση της τελειας αγιοτητας φθανεται οταν η καρδια στραφει πληρως προς το θειο θελημα.

Οντας ζωντανες εικονες του Λογου απ” την δημιουργια μας, θα πραγματοποιησωμε τοτε στον εαυτον μας εκεινον τον τυπο της θειας- ανθρωπινης υπαρξης, την οποιαν επι του παροντος βλεπομε μονον σ” Αυτον. Τετοιο ειναι το θειο σχεδιο για μας, τετοια ηταν και η τελευταια προσευχη του Ιδιου του Ιησου για τους δικους Του: «Πατερα, εκεινους τους οποιους μου εδωκες, θελω, οπου ειμαι εγω, να ειναι και εκεινοι μαζι μου» (Ιω. ΙΖ24).

Αυτο τελικα ηταν το βρεφος που γεννηθηκε εκεινη την νυκτα των Χριστουγεννων στην φατνη. Αν δεν Του αναγνωρισθει αυτη η θεση που ο Ιωαννης Του αποδιδει στον προλογο του, τοτε, οσο αξιος θαυμασμου και αν ειναι αυτος ο Χριστος, η ανθρωποτης μπορει, και θα επρεπε να ψαχνει για εναν αλλον. Και τουτο διοτι το μονοπατι της προοδου πανω στο οποιο βρισκεται ειναι απεριοριστο. Εαν Αυτος, οσο καλος και αν ηταν, δεν ηταν το τελειο, το ιδεωδες της, αυτο που ο Ιδιος ο Θεος εθεσε σαν τερμα στην εξελιξη της, τοτε δικαιολογημενα να ψαχνει για κατι ποιο τελειο απ” Αυτον. Ειναι ακριβως η αγνοια για το ποιος πραγματικα ειναι, που θα κανει την ανθρωποτητα ν” ανοιξει προς στιγμη την αγκαλια της και να δεχθει τον Αντιχριστο. Να θυμηθουμε τα λογια του Κυριου στο Ιωαννης Ε43, «Εγω ερχομαι στο ονομα του Πατερα μου και δεν με δεχεσθε. Εαν αλλος ελθει στο δικο του ονομα, θα τον δεχθειτε.»

Εαν ομως στον Ιησου ηταν ο Λογος που ειχε γινει σαρκα, τοτε δεν υπαρχει κανενας ανωτερος για ν” αναζητηθει. Η τελεια αποκαλυψη και η κοινωνια με τον Θεο εχουν επιτελεσθει. Η αιωνια ζωη εχει πραγματοποιηθει στον χρονο. Δεν υπαρχει πλεον τιποτα παραπερα για καθε ανθρωπο παρα να το δεχθει και να ζησει, η να το απορριψει και να χαθει· να πάρει τη θέση του ληστή από τα δεξιά του σταυρού ή αυτού από τ’ αριστερά.

Η ανάπτυξη Του

Απ” την στιγμή της γέννησης του, ο άνθρωπος κατέχει μέσα του σαν αρχή, σαν δυνατότητα, τρία είδη ζωής, τα οποία κάνουν την εμφάνιση τους προοδευτικά.

Πρώτα έρχεται η «φυσική», η σωματική ζωή, το φαγητό και ο ύπνος του μωρού. Ένα μικρό ζωάκι που μεγαλώνει κάτω απ’ τη προστασία των ενστίκτων.

Μετά από μερικές εβδομάδες, σε τούτη την φυσική ζωή, εκεί διακρίνεται κάποια μέρα στο πρόσωπο του μωρού, εκείνο το πρώτο χαμόγελο ουράνιας γλυκύτητας, που αποκαλύπτει στην μητέρα, καθώς αυτή γέρνει επάνω του, την ψυχή, η οποία αφυπνίζεται βαθμιαία, καθώς έρχεται σε επαφή με τη δική της. Από την αρχή αυτή η ψυχή ήταν εκεί, αλλά σε ύπνωση. Τώρα έχει αρχίσει ν” αναπτύσσεται, και προοδευτικά θα ξεδιπλώσει όλο τον πλούτο των χαρισμάτων που την έχει προικίσει ο Θεός. Εμφανίσθηκε, λοιπόν, το δεύτερο είδος ζωής στο οποίο προχωρά ο άνθρωπος, η ψυχική ζωή, η ζωή της ψυχής.

Τέλος, μετά από ένα διάστημα που μπορεί να είναι μερικά χρόνια, όταν έχει ήδη ανάψει η λάμπα της νοημοσύνης, όταν η πηγή της θέλησης έχει τεθεί σε λειτουργία, κάποια μέρα, καθώς αντικρύζει το θαύμα της δημιουργίας, ή κάποιο βραδυνό ίσως, μετά από μια μέρα ευτυχίας, ή μετά από μια ώρα που ένοιωσε έντονα την στοργή πάνω στα γόνατα την μητέρας του, εκεί που είναι έτοιμο να το πάρει ο ύπνος, το παιδί αισθάνεται την καρδιά του ν” ανοίγει σε μια αγάπη πλουσιώτερη και καθαρώτερη από εκείνην με την οποία αγκαλιάζει όλα τα όντα που του είναι γνωστά, ακόμα και τους ίδιους τους γονείς του. Πάνω από τον πατέρα, που μόλις το έχει σφίξει στην αγκαλιά του, και την μητέρα, που ακόμα του δίνει τα τελευταία της φιλιά, τα μάτια του βλέπουν τον Πατέρα του πατέρα του, τον αόρατο Φίλο της μητέρας του. Και, κλείνοντας τα μάτια, μουρμουρίζει, «Σ” ευχαριστώ Θεέ μου!». Είναι η πνευματική ζωή, που μόλις έχει αφυπνισθεί. Το πνεύμα, αυτό το όργανο του Θεού μέσα μας, έχει βρει το αντικείμενο του.

Εάν στο μέλλον η ενέργεια του δεν εμποδισθεί, και το πνεύμα αφεθεί ελεύθερο να αναπτυχθεί σε δύναμη κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να κυβερνά την ζωή της ψυχής, η οποία όπως είδαμε έχει ήδη αφυπνισθεί, και εάν η ψυχή, με την σειρά της, πετύχει να πάρει την διακυβέρνηση πάνω στο σώμα και τις επιθυμίες του, τότε εκεί μια θεία τάξη θα βασιλεύει στην ζωή του ανθρώπου, και αυτός θα προχωρά απρόσκοπτα προς τον στόχο που του έχει τάξει ο Δημιουργός του.

Αυτό το θέαμα δεν έχει εμφανισθεί παρά μόνον μια φορά πάνω στη γη, στη ζωή εκείνου του Παιδιού, για το οποίον ελέχθη: «Το δε παιδίον ηύξανε (σωματικά) και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ” αυτό» (Λουκάς Β40). Το σώμα να υποτάσσεται στην ψυχή, και η ψυχή στο πνεύμα, να η αρμονία, η δύναμη, η υγεία, η ευημερία, η πληρότητα, η τελειότητα, η αληθινή πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Να σταθούμε στην αναφορά του Λουκά για το μεγάλωμα του Κυρίου:

«Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ” αυτό», (Λουκάς Β40). Τούτο το παιδί, καθώς περνούσε ο καιρός:

α) Αύξανε στο σώμα και στην δύναμη, όπως όλα τα παιδιά.

β) «Και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας». Εδώ μας αναφέρεται η ανάπτυξη της ψυχής Του. Καθώς μεγάλωνε, «εκραταιούτο πνεύματι», δυνάμωνε, δηλαδή, εσωτερικά, στην ψυχή Του, αναπτυσσόταν η θέληση Του. Παράλληλα, γέμιζε απο σοφία. Και αν φέρουμε στον νου μας ότι, «αρχή σοφίας, φόβος Θεού» (Ψαλμός ΡΙΑ10), καθώς μεγάλωνε τούτο το παιδί, αναπτυσσόταν και μεγάλωνε διαρκώς μέσα Του, στην συνείδηση Του, στην διαίσθηση Του, η γνώση και ο ευλαβικός φόβος για το πρόσωπο του Θεού.

«Και χάρις Θεού ην επ” αυτό». Επάνω Του είχε έλθει και αναπαυόταν η χάρη του Θεού. Να που οφειλόταν αυτή η φυσιολογική ανάπτυξη της ψυχής και του σώματος Του.

Έτσι το Παιδί μεγάλωσε έως τον 12ο χρόνο Του. Την ανάπτυξη Του σαν νέου, τώρα, έως την ηλικία των 30 ετών, μας την συνοψίζει πάλι ο Λουκάς σε μία πρόταση: «Και Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις». («Και ο Ιησούς προώδευε εις σοφίαν και σωματικήν ανάπτυξιν και εύνοιαν εκ μέρους του Θεού και των ανθρώπων», Λουκάς Β52). Εδώ βρίσκουμε τα τρία στοιχεία της φυσιολογικής ανάπτυξης του ανθρώπου: Ο Ιησούς προόδευε συνεχώς στην σοφία, στην σωματική ανάπτυξη, και στη χάρη. Το σώμα Του, ένα υγιές, φυσιολογικό σώμα, που πλησίαζε, μέρα με την μέρα, στο ανάστημα ενός πλήρως ανεπτυγμένου άνδρα. Η ψυχή Του να σύρει συνεχώς απ” τον Θεό περισσότερη και περισσότερη σοφία, την αίσθηση και την διάκριση, δηλαδή, του τι είναι καλό και ωφέλιμο. Αν κάποιος παρατηρήσει προσεκτικά τούτη την ζωή καθώς αναπτυσσόταν, θα μπορέσει να δώσει ορισμό τι είναι φυσιολογικό, τι είναι υγιές για τον άνθρωπο: Το Πνεύμα του Θεού, σε κοινωνία με το πνεύμα Του, να οδηγεί την ψυχή στην χρήση των διαφόρων της δυνάμεων, και η ψυχή έτσι αγιασμένη να κυβερνά το σώμα στις πολλαπλές του λειτουργίες.

Τι θαυμαστό φαινόμενο ήταν αυτό το Παιδί, αυτός ο Νέος, καθώς προχωρούσε σ” αυτή την φυσιολογική ανάπτυξη, εν μέσω ενός κόσμου στον οποίον κάθε δημιούργημα έχει ξεφύγει τελείως απ” τον στόχο του, απ” τον σκοπό για τον οποίον υπάρχει! Η πρόοδος αυτού του Παιδιού ήταν εκείνη η πρόοδος στην «απόλυτη καλωσύνη», που θα είχε πραγματοποιήσει η ανθρωπότητα, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η αμαρτία. Το ανθρώπινο γένος ατένισε με θαυμασμό αυτό το νέο πράγμα που φάνηκε ανάμεσα του, και το μάτι του Ιδίου του Θεού αναπαύθηκε με μια απέραντη ικανοποίηση επάνω σ” αυτό το πρόσωπο, στο οποίον, επί τέλους, είδε έναν που ανταποκρίθηκε πλήρως στο σχέδιο που είχε συλλάβει για τον άνθρωπο, σαν τον δημιούργησε. Η παρουσία αυτού του προσώπου στο μέσον μιάς πεσμένης ανθρωπότητας, ήταν από μόνη της ένα πρώτο βήμα για την συμφιλίωση της με τον ουρανό.

Πάνω στο θέμα της ανάπτυξης του Ιησού, εδώ κάτω ανάμεσα μας, να αναφέρομε και τούτα:

Στο Α’ Κορ. ΙΕ45 γράφει ο Λόγος του Θεού: «Ο έσχατος Αδάμ (έγινε) εις πνεύμα ζωιποιούν». «Εσχατος Αδάμ» είναι ο Ιησούς Χριστός. Τον ονομάζει δε Αδάμ γιατί σαν τον Αδάμ είναι κι Αυτός γενάρχης ανθρώπων. Και Τον ονομάζει «έσχατον» γιατί αποστολή Του είναι να φέρει την ανθρωπότητα στο τελευταίο, στο έσχατο της στάδιο.

Ο πρώτος Αδάμ, ακολουθώντας μιά διαδικασία, «εγένετο εις ψυχήν ζώσαν«. Ο έσχατος Αδάμ, ακολουθώντας πάλι μιά διαδικασία, «εγένετο εις πνεύμα ζωοποιούν«. Και οι δύο αυτές είναι ανθρώπινες καταστάσεις. Η δεύτερη είναι η τέλεια, ο στόχος, που ευθύς ως εμφανίστηκε εδώ κάτω ανάμεσα μας, άρχισε να την πραγματοποιεί εις τον εαυτόν του ο έσχατος Αδάμ. Εκεί τώρα έχει φθάσει. Είναι ο άνθρωπος φτασμένος στην τελική του κατάσταση, που ονομάζεται «πνεύμα ζωοποιούν«. Ξεκίνησε από «ψυχή ζώσα«, εκεί που βρίσκονται τώρα οι άλλοι άνθρωποι, οι απόγονοι του Αδάμ, και εγένετο εις πνεύμα ζωοποιούν.

Εδώ έχουμε τον όρον «πνεύμα ζωοποιούν», σε αντιπαράθεση με τον όρο «ψυχή ζώσα». Τι να δηλώνει άραγε; «Πνεύμα ζωοποιούν» δηλώνει, όπως και το «ψυχή ζώσα«, μιά ύπαρξη που ζει, αλλά επί πλέον είναι ικανή να δίνει ζωή. Μιά ύπαρξη που, ενώ συνεχώς ανανεώνεται από μόνη της, ταυτόχρονα μεταδίδει και ζωή σε κείνο το οποίο διεισδύει: «Μιά πηγή ύδατος αναβλύζοντος εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάννης Δ14). Και μιά πηγή νερού, όχι μόνον δεν αδειάζει, αλλά συνεχώς ξεχυλά και ποτίζει, ζωογονώντας ό,τι είναι γύρω της. Αν μπορούμε να το πούμε έτσι, η ψυχή είναι το αντικείμενο, η έδρα της ζωής. Το πνεύμα είναι η πηγή της ζωής. Να θυμηθούμε αυτό που λέγει ο Κύριος στο Ιωάννης ΣΤ63: «Το Πνεύμα είναι εκείνο που δίνει ζωή«.

Λέγοντας «ζωοποιούν«, ο Λόγος του Θεού εννοεί την ενέργεια εκείνη του πνεύματος πάνω στο σώμα, το οποίον το υπηρετεί σαν όργανο του. Δεν εννοεί την πνευματική ζωή που μεταδίδει το πνεύμα. Να τι ακριβώς γίνεται: Η ψυχή κρατά γιά ορισμένο χρόνο ζωντανό το σώμα, οδηγώντας το και κινώντας το. Το πνεύμα κάνει κάτι περισσότερο: Το ζωοποιεί, μεταδίδοντας του συνεχώς, και γιά πάντα, καινούργια δύναμη και νειότη.

Άραγε, πότε, σε ποιό σημείο της ζωής Του ο Κύριος έφθασε να γίνει «πνεύμα ζωοποιούν»; Κατ” αρχάς το ρήμα «εγένετο» μας οδηγεί να συμπεράνομε ότι επρόκειτο γιά μιά ολόκληρη διαδικασία, και όχι γιά κάτι που έγινε με μιάς, αυτόματα.

Απ” την στιγμή της ενσάρκωσης άρχισε μέσα στον Κύριο η αυξανομένη και ζωοποιούσα ενέργεια του Πνεύματος πάνω στο σώμα. Αυτή η ενέργεια ανεστάλη γιά λίγο με την θεληματική υποταγή Του στην δύναμη του θανάτου, γιά να ξεσπάση ένδοξα κατά την ανάσταση Του. Και εδώ όμως μέχρι ενός ορισμένου μέτρου, γιατί οι εμφανίσεις Του αμέσως μετά την ανάσταση αποδεικνύουν ότι ακόμα το σώμα Του έφερνε στοιχεία του ψυχικού σώματος, αν και ήταν ήδη, μέχρι έναν ορισμένον βαθμό, μεταμορφωμένο.

Αυτή η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε στην Ανάληψη Του. Εκεί φόρεσε το «πνευματικό σώμα», με το οποίον εμφανίσθηκε στον Παύλο, στον δρόμο προς τη Δαμασκό.

Το βάπτισμα Του

Η βάπτιση του Κυρίου ήταν ένα απ” το πιο αποφασιστικά σταυροδρόμια της γήινης Του ζωής και του έργου Του. Γράφει σχετικά ο Λουκάς στο Γ21,22:

«Όταν όλος ο λαός είχε βαπτισθή και ο Ιησούς επίσης είχε βαπτισθεί και προσευχότανε, άνοιξε ο ουρανός και κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιον επάνω του υπό σωματικήν μορφήν σαν περιστερά και ήλθε φωνήν απο τον ουρανόν, «Συ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις σε ευαρεστούμαι».

Πότε εβαπτίσθηκε ο Κύριος; «Όταν όλος ο λαός είχε βαπτισθεί», όταν όλοι που ήθελαν να βαπτισθούν το είχαν πραγματοποιήσει, όταν δηλαδή αυτό το κίνημα που έσυρε τους ανθρώπους προς τον Θεό, είχε φουντώσει στο πλήρες του. Τότε ακριβώς μπαίνει και παραδίδεται σε αυτό το κίνημα.

Έτσι ακριβώς έπρεπε να κάνει εάν ήθελε να μην σπάσει τον δεσμό της ενότητας που είχε συνάψει με τον Ισραήλ δια της περιτομής, και με όλο το ανθρώπινο γένος δια της ενσάρκωσης. Με απλά λόγια: Δεν ήταν κάποια Του αμαρτία που Τον οδηγούσε στο βάπτισμα, αμαρτία δεν είχε κάνει καμμία· έτσι εξηγείται και αυτό που μας αναφέρει ο Ματθαίος, ότι ο Ιωάννης δεν ήθελε να Τον βαπτίσει. Ήταν ακριβώς μόνο και μόνο επειδή ήταν «άνθρωπος», καθόλα όμοιος με εμάς, ήταν γι” αυτό που έπρεπε να βαπτισθεί, επειδή αυτόν τον δρόμο είχε ορίσει ο Θεός για το ανθρώπινο γένος. Να θυμηθούμε την απαντησή Του στον Ιωάννη που τον εμπόδιζε: «Άφησε αυτά επι του παρόντος, διότι έτσι είναι πρέπον σ” εμάς, να εκτελέσωμεν κάθε εντολήν «. (Ματθ. Γ 15). Δηλαδή, «Το όρισε ο Θεός. Πρέπει να το κάνομε».

Αυτός ο δεσμός λοιπόν, που είχε συνάψει μαζί μας, Τον οδήγησε να κάνει και τούτη την ταπεινωτική πράξη του βαπτίσματος. Και στην συνέχεια αυτός ο δεσμός θα γινόταν πιο σφικτός και πιο σφικτός, έως ότου θα Τον ενέπλεκε σε πλήρη συμμετοχή στην καταδίκη μας και στον θάνατο μας.

«Εγένετο δε… Ιησού βαπτισθέντος και προσευχομένου ανεωχθήναι τον ουρανόν». Πότε άνοιξε ο ουρανός; Όταν ο Κύριος αφού βγήκε από το νερό προσευχόταν. Οι ασυνήθεις αποκαλύψεις που πρόκειται να ακολουθήσουν γίνονται έτσι η απάντηση του Θεού στην προσευχή του Υιού του ανθρώπου. Ήταν το ανθρώπινο γένος εκείνη την ώρα που είχε στρέψει τα μάτια στον Ουρανό. Και το Πνεύμα θα κατέβει πάνω σ” Αυτόν, που γνωρίζει πως να το ζητά. Και είναι δικό Του έργο απο δω και πέρα να το μεταβιβάσει σ” όλους τους υπολοίπους.

Όταν λίγο αργότερα Τον ακούμε να μας λέγει: «Ζητάτε και θα σας δοθή, ερευνάτε και θα βρήτε, κτυπάτε και θα σας ανοιχθή η πόρτα» (Λουκ.ΙΑ9), γνωρίζομε ότι ήταν απ” την προσωπική Του εμπειρία που απεκόμισε τούτη την αρχή. Στον Ιορδάνη, Αυτός ο Ίδιος πρώτος ζήτησε και πήρε, έψαξε και βρήκε, κτύπησε κι του ανοίχθηκε.

Στην βάπτιση του Κυρίου έγιναν ορισμένα θαυματουργικά γεγονότα. Να τα μελετήσουμε προσεκτικά.

«Όταν όλος ο λαός είχε βαπτισθεί και ο Ιησούς επίσης είχε βαπτισθεί και προσευχότανε, άνοιξε ο ουρανός και κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιον επάνω του υπό σωματικήν μορφήν σαν περιστερά και ήλθε φωνήν από τον ουρανόν, «Συ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός , εις σε ευαρεστούμαι». (Λουκάς Γ21,22).

Στα όσα πούμε στην συνέχεια, θα βοηθηθούμε και απ” τις διηγήσεις των άλλων Ευαγγελίων αναφορικά με τα γεγονότα που συνέβησαν κατά το βάπτισμα.

Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε, εκεί που προσευχόταν, εκεί επικοινώνησε ο ουρανός μαζί Του. Του μίλησε εσωτερικά στον νου, στην συνειδησή Του, Του μίλησε και εξωτερικά στις αισθήσεις Του. Ας μη ξεχνάμε, εδώ στην γη ήταν άνθρωπος, με σώμα ψυχή και πνεύμα. Ό,τι ήταν εξωτερικό, αισθητό, το αντελήθη και ο Ιωάννης σαν επίσημος μάρτυρας. Και ό,τι έγινε εξωτερικά, ό,τι αντελήφθησαν δια των αισθήσεων έγινε δια να βεβαιώσει την αντίστοιχη εσωτερική κοινωνία του Θεού με τον Ιησού.

Συγκεκριμένα έγιναν τρία πράγματα:

α) «Άνοιξε ο Ουρανός». Ενώ ο Ιησούς προσευχόταν με τα μάτια καρφωμένα ψηλά, ο θόλος του ουρανού σκίζεται εμπρός στο βλέμμα Του, και η ματιά Του διεισδύει στην κατοικία του αιωνίου φωτός. Εκεί Του απεκαλύφθει πλήρως το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου. Εκεί Του ανοίχθηκαν οι θησαυροί της Θείας σοφίας, και είδε τι έπρεπε να γίνει. Ενώ ο Ιωάννης μέχρι τότε παρουσίαζε τον Μεσσία μόνο στο έργο Του της κρίσης των ανθρώπων, με το φως εκείνης της ώρας, είπε για πρώτη φορά: «Να ο αμνός του Θεού, που θα σηκώσει την αμαρτίαν του κόσμου», (Ιω Α 29). Στο ίδιο γεγονός αναφερόταν και ο Κύριος όταν έλεγε στο Νικόδημο: Ουδείς ανέβη εις τον ουρανόν, ειμή ο καταβάς εκ του ουρανού…Ιωάννης Γ13.

β) Απο τα αμέτρητα ύψη των ουρανών επάνω, καθώς είναι ανοιγμένα μπροστά στα μάτια Του, ο Ιησούς βλέπει να κατεβαίνει μια φωτεινή εμφάνιση, που είχε την μορφή περιστεριού. Τούτη η συμβολική μορφή την οποία ντύθηκε το Άγιο Πνεύμα, με σκοπό να Του δώσει να αντιληφθεί και με τις αισθήσεις του σε τι είδους κοινωνία ερχόταν ο Θεός μέσα Του, δείχνει ακριβώς το έργο που ερχόταν να κάνει το Άγιο Πνεύμα ανάμεσα στους ανθρώπους.

Το περιστέρι δεν είναι μόνο το σύμβολο της καθαρότητας και της ειρήνης. Είναι και το σύμβολο της υπομονετικής και γόνιμης επώασης. Ίσως εδώ γίνεται το σύμβολο εκείνης ακριβώς της ζωοδότριας ενέργειας, δια της οποίας το Άγιο Πνεύμα επωάζει, αναπτύσσει μεσ” στην ανθρώπινη ψυχή το σπέρμα μιας καινούργιας ζωής. Είναι ακριβώς η αρχή της νέας δημιουργίας, που έρχεται να κατοικήσει με όλη της την δύναμη μέσα στον Ιησού, και δι” Αυτού να ενεργήσει γύρω Του. Να θυμηθούμε στο Γένεση Α, ότι πρίν ο Θεός αρχίσει να λέει και να δημιουργούνται, ήδη κάτι είχε κατέβει στην γη: «Και πνεύμα Θεού εφέρετο επί της επιφάνειας των υδάτων», Γεν. Α2. Και μετά την ανάληψη του Κυρίου, για ν” αρχίσει να κτίζεται η εκκλησία Του, και να μαζεύονται οι καρποί της νέας δημιουργίας, χρειάσθηκε να έρθει πάλι το Άγιο Πνεύμα.

Το Άγιο Πνεύμα την Πεντηκοστή εμφανίζεται κάτω απο την μορφή διαμεριζομένων γλωσσών φωτιάς, σύμβολο των ειδικών χαρισμάτων που μοιράσθηκαν στους μαθητές. Στον Κύριο όμως κατέβηκε με την μορφή ενός ακέραιου οργανισμού. Στον Κύριο δεν εδόθη μερική πληρότητα, αλλά ολόκληρη η πληρότητα του Πνεύματος. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αντελήφθη την σημασία αυτού του συμβόλου, γιατί αμέσως μετά είπε: «Ο Θεός δεν δίδει εις Αυτόν το Πνεύμα με μέτρον» (Ιω Γ 34).

Η δόνηση της φωτεινής ακτίνας στο κεφάλι του Κυρίου, κάτι σαν το φτερούγισμα του περιστεριού όταν πηγαίνει να σταθεί κάπου, δηλώνει την μόνιμη παραμονή του χαρίσματος. «Είδα», λέγει ο Ιωάννης, (Ιω.Α32), «το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι από τον ουρανόν, και έμεινεν επάνω Του».

Δηλαδή μέσα στον Κύριο, απο εκείνη την ώρα, ήλθε και κατοίκησε μία θεία πηγή έμπνευσης, που δεν ήταν ούτε μερική, σαν αυτή των πιστών, ούτε διακεκομμένη, σαν αυτή των προφητών. Ήταν τέλεια, πλήρης, το Άγιο Πνεύμα στην πληρότητα Του. Και είναι δικό Του έργο από δω και πέρα να το μεταβιβάσει σ’ όλους που θα Τον ακολουθήσουν.

Ο Ησαϊας, πάνω σ’ αυτό το γεγονός, θα προφητεύσει 700 χρόνια πριν: «Και το πνεύμα του Κυρίου θέλει αναπαυθή επ’ αυτόν, πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και δυνάμεως, πνεύμα γνώσεως και φόβου του Κυρίου· και θέλει κάμει αυτόν οξύνουν εις τον φόβον του Κυρίου, ώστε δεν θέλει κρίνει κατά την θεωρίαν των οφθαλμών αυτού, ουδέ θέλει ελέγχει κατά την ακρόασιν των ωτίων αυτού· αλλ’ εν δικαιοσύνη θέλει κρίνει τους πτωχούς, και εν ευθύτητι θέλει υπερασπίζεσθαι τους ταπεινούς της γης· και θέλει πατάξει την γην εν τη ράβδω του στόματος αυτού, και δια της πνοής των χειλέων αυτού θέλει θανατόνει τον ασεβή. Και η δικαιοσύνη θέλει είσθαι η ζώνη της οσφύος αυτού, και η πίστις η ζώνη των πλευρών αυτού», ΙΑ1-5.

γ) Συνέβη και ένα τρίτο φαινόμενο: «Έγεινε φωνή εκ του ουρανού, που έλεγε, «Συ είσαι ο Υιός Μου ο αγαπητός, σε Σένα ευαρεστήθηκα». Από τις δυό προηγούμενες είναι η πιό προσωπική, η πιο στενή κοινωνία του Θεού μαζί Του. Δεν υπάρχει τίποτα πιό άμεσο, πιο στενό στις σχέσεις μεταξύ προσώπων απ” την φωνή.

Η φωνή του Θεού ακούγεται στα αυτιά και στην καρδιά του Ιησού, και Του αποκαλύπτει τι Αυτός είναι για τον Θεό: «Συ είσαι ο Υιός Μου ο αγαπητός». Είναι το πρόσωπο που αγαπά πιο τρυφερά ο Θεός, που το αγαπά με μια αγάπη που αγαπά ένας Πατέρας τον μοναχογυιό Του – φτωχό παράδειγμα για να καταλάβουμε το είδος αυτής της αγάπης. Ήταν απ’ αυτή την στιγμή που ο Κύριος πρέπει να συνειδητοποίησε πλήρως ότι ήταν το ανώτατο αντικείμενο της αγάπης του απείρου Θεού. Από εκείνη την στιγμή χρονολογείται η γέννηση μέσα Του εκείνης της μοναδικής συνείδησης που ο Ιησούς είχε για τον Θεό «σαν Πατέρα» Του. Απο τότε και μετά, η μαρτυρία που έδινε για τον εαυτόν Του ήταν: «Ο Μονογενής Υιός του Θεού». Και έδινε τούτη την μαρτυρία όχι για την δική Του δόξα, αλλά με σκοπό ν” αποκαλύψει στον κόσμο την αγάπη του Θεού.

Ακριβώς όπως ο Θεός, με την συμβολή του λόγου Του, και του Πνεύματος Του, μεταδίδει στους πιστούς, όταν έχει έλθει η ώρα, την βεβαιότητα της υιοθεσίας τους, έτσι και εδώ, απαντώντας στην προσευχή του Ιησού, εσωτερικά και εξωτερικά, υψώνει στην ανθρώπινη συνειδησή Του την αίσθηση της θέσης Του, σαν τον Μονογενή Υιόν Του. Τούτο το αντελήφθη και ο Ιωάννης, γι” αυτό είπε: «Ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν, και όλα τα έδωκε στα χέρια Του» (Ιω. Γ 35).

Να προσέξουμε ότι εκείνο το οποίον αποκαλύπτει ο Θεός στον Ιησού, και για το οποίον Του δίνει βεβαίωση, δεν είναι ο ρόλος Του σαν ο Χριστός, ο Μεσσίας, αλλά η προσωπική σχέση μαζί Του σαν Υιός, και η Θεία Του προέλευση. Από κει συνειδητοποίησε ο Ιησούς ότι ήταν ο ανώτερος πρέσβυς του Θεού, καλεσμένος να επιτελέσει το έργο της σωτηρίας του κόσμου, ένα έργο που είναι καθαρά προσφορά της Θείας αγάπης.

Ανακεφαλαιωτικά μπορούμε να πούμε ότι, μέσω των γεγονότων που έλαβαν χώρα στο βάπτισμα, έγιναν 3 αποκαλύψεις ταυτόχρονα εσωτερικές στον νού, στην συνείδηση του Κυρίου, και εξωτερικές στα μάτια, στα αυτιά Του. Μέρος αυτών των αποκαλύψεων αντελήφθη και ο Ιωάννης. Ποιές ήταν αυτές: α) Του απεκαλύφθη το Θείο σχέδιο, τι ο Θεός ετοίμαζε να κάνει. β) Το Άγιο Πνεύμα ήρθε μέσα Του σε όλη την πληρότητα. Ήταν η πηγή της δύναμης, των αποκαλύψεων και της έμπνευσης για ό,τι επρόκειτο να κάνει. γ) Του απεκαλύφθει ποιός πραγματικά ήταν: Ο μονογενής Υιός του Θεού, το πρόσωπο στο οποίο ευαρεστείται πιο πολύ ο Θεός.

Ήταν απο τούτην την στιγμή που Του δευκρινίστηκε μέσα Του ποιό ήταν το έργο Του εδώ στην γη. Και το ξεκίνησε αμέσως μετά.

Βάσει των ανωτέρω, να και οι απαντήσεις που μπορούν να δοθούν σε ορισμένες ερωτήσεις που τίθενται πάνω στο γεγονός της βάπτισης του Κυρίου:

α) Γιατί βαπτίσθηκε ο Κύριος; Όπως έχομε πει, δεν ήταν για θέμα προσωπικής Του αμαρτίας, γιατί αυτό ακριβώς που διαχωρίζει την δική Του προσωπική ζωή από όλες τις άλλες, είναι η ολοκληρωτική απουσία τύψεων συνείδησης, και η ανάγκη προσωπικής συγχώρησης . Ποτέ Του δεν είχε αμαρτήσει.

Εκείνο που Τον οδήγησε στο βάπτισμα ήταν, η χωρίς προσωπική ενοχή συμμετοχή Του στην συλλογική αμαρτία του ανθρωπίνου γένους. Μιά και είχε γίνει άνθρωπος, συμμετείχε σε όλες τις ανθρώπινες καταστάσεις. Εθελοντικά ενεπλάκει στις υποθέσεις μας, παραδίδοντας στο τέλος τον εαυτόν Του εις θάνατον για την σωτηρία του γένους μας.

Το βαπτισμά Του πρέπει να ήταν, και από το άλλο μέρος, απόρροια της απόφασής Του να παραδοθεί ολοκληρωτικά στο έργο που επρόκειτο να θέσει ένα τέρμα στο βασίλειο της αμαρτίας. Η κοινωνία Του με την δυστυχία μας δεν θα μπορούσε να Τον είχε οδηγήσει διαφορετικά.

Σαν βγήκε απ” το νερό προσευχήθηκε πάνω σ” αυτό το θέμα. Θα πρέπει να ικέτευσε τον Θεό για όλα όσα χρειαζόταν για την επιτέλεση αυτού του μεγάλου στόχου, την απομάκρυνση της αμαρτίας του κόσμου. Ζήτησε σοφία, πνευματική δύναμη, και ειδικά να λυθεί το μυστήριο γύρω απο το προσωπό Του. Και ο Ουρανός Του απάντησε ακριβώς πάνω σ” αυτά τα τρία θέματα.

Που τα συμπεραίνωμε όλα αυτά; Απ” την δήλωση που έκανε ο Ιωάννης αμέσως μετά: «Να ο αμνός του Θεού, αυτός που θα σηκώσει την αμαρτία του κόσμου» (Ιω. Α29). Μέχρι τότε, μέχρι να εμφανισθεί ο Κύριος για το βάπτισμα, τους εκήρυττε για το πρόσωπο που θα ερχόταν σαν Μεσσίας – Κριτής, με το φτυάρι στο χέρι για να καθαρίσει το αλώνι του. Για να Τον προσδιορίζει τώρα με τούτα τα λόγια, σημαίνει ότι έλαβε νεώτερη αποκάλυψη μέσα απ” την εξομολόγηση και την προσευχή του Κυρίου, και την απάντηση του Ουρανού σ” αυτή την προσευχή.

β) Τι έλαβε χώρα μέσα Του κατά το βάπτισμα και μετά;

Στην ζωή, στην ύπαρξη του Κυρίου μας, όλα ήσαν «πνεύμα και ζωή» – μιλάμε για την περίοδο της ενσάρκωσής Του. Το έργο Του δεν μπορεί να διαχωρισθεί απο τη ζωή Του, ήταν απλώς απόρροια της ίδιας Του της ζωής, ή, σε ορισμένες απόψεις, ήταν η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε γύρω Του η προσωπικότητα Του.

Αφού η ζωή και το έργο Του ήταν τόσο στενά συνδεδεμένα, και το έργο δεν ήταν παρά ο ανθός, ο καρπός της ζωής Του, σημαίνει ότι, όταν γινόταν κάποιο άλμα στο έργο Του, αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η απόρροια ενός άλματος που γινόταν μέσα Του, στην προσωπική Του ζωή.

Στο βάπτισμά Του έγινε ένα άλμα στην διακονία Του. Άφησε την αφάνεια και ξεκίνησε το έργο της σωτηρίας του κόσμου.

Ποιό είναι το αντίστοιχο άλμα που έγινε στην εσωτερική, την προσωπική Του ζωή;

Μέχρι το βάπτισμα Του το Άγιο Πνεύμα ενεργούσε επάνω Του, στη θέληση Του. Μετά το βάπτισμα η πληρότητα του Πνεύματος ήλθε και κατοίκησε μέσα Του. Έγινε η καθ” αυτό φύση Του, η προσωπική Του ζωή. Η ζωή του Πνεύματος έγινε ζωή Του. Ο Θεός κατοικούσε από εκείνη την στιγμή μέσα του δια του Πνεύματος και Αυτός μέσα στον Θεό. Αυτό το είχε συνειδητοποιήσει απόλυτα, και το αναφέρει τόσο χαρακτηριστικά στο ευαγγέλιο του Ιωάννη: «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί».

Αυτό το άλμα στην ανάπτυξη της προσωπικής Του ζωής, επόμενο ήταν, όπως είπαμε, να συνδεθεί με ένα άλμα στην διακονία Του.

Μέχρι τότε το έργο της σωτηρίας του κόσμου βρισκόταν μέσα Του, στην περιοχή του πόθου και της προσευχής.

Τώρα, σαν Του εστάλη το Πνεύμα, έγινε ο χρισμένος του Κυρίου, ο Χριστός, ο τέλειος άνθρωπος, ο δεύτερος Αδάμ, ο μόνος ικανός να δημιουργήσει μια νέα πνευματική ανθρωπότητα. Τούτη η εσωτερική Του ανάπτυξη Του έδινε τώρα όλες τις προϋποθέσεις να ξεκινήσει αυτό το έργο, και το ξεκίνησε.

Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι, από τούτη την στιγμή και μετά, δεν γίνεται καμμία αναφορά για ενέργεια του Αγίου Πνεύματος επάνω Του, κατά την διάρκεια όλης της μετέπειτα διακονίας Του. Το Άγιο Πνεύμα κατοικούσε πλέον μόνιμα μέσα Του.

Ερώτηση: Τούτη η καταστασή Του τώρα ήταν η τέλεια που μπορούσε να φθάσει η ανθρώπινη φύση; Όχι. Υπήρχε και ένα επόμενο βήμα. Η γήινη Του ύπαρξη – εδώ συμπεριλαμβάνεται και το σώμα Του, θα έπρεπε να υψωνόταν στην Θεία κατάσταση, να γινόταν όργανο και φορέας της Θείας ζωής, ό,τι έγινε ακριβώς στην αναληψή Του. Προοίμιο τούτης της κατάστασης ήταν η μεταμορφωσή Του.

Στην ανάπτυξη λοιπόν της προσωπικής ζωής του Ιησού, το βάπτισμα Του ήταν το ενδιάμεσο σκαλοπάτι μεταξύ της θαυμαστής Του γέννησης και της ανάληψης.

γ) Πολλοί έχουν διατυπώσει την απορία: Γιατί αφού στη ζωή του Κυρίου υπήρχε το Άγιο Πνεύμα, (η ίδια η σύλληψη Του στην μήτρα της Μαρίας ήταν καθαρά έργο του Αγίου Πνεύματος, και στην μετέπειτα ανάπτυξή Του ήταν το Πνεύμα που Τον οδηγούσε και Τον δυνάμωνε), ποιός ο λόγος να το λάβει κατ” αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο στο βάπτισμά Του;

Απ” ότι φαίνεται στον Λόγο του Θεού, ποτέ το Άγιο Πνεύμα δεν εξαναγκάζει, δεν επιβάλλει τον Εαυτόν Του πάνω σε κάποιο πρόσωπο. Το Άγιο Πνεύμα πάντα έρχεται σαν σύντροφος, ποτέ σαν δυνάστης. Για να το πάρει κάποιος πρέπει να το επιθυμίσει και να Το ζητήσει ελεύθερα, και γι” αυτό το λόγο πρέπει σε κάποιο μέτρο να του είναι γνωστό. Ο Κύριος είπε: «Ο κόσμος δεν μπορεί να λάβει το Άγιο Πνεύμα διότι δεν το βλέπει ούτε το γνωρίζει», Ιωάννης ΙΔ17. Το ανθρώπινο πνεύμα εδημιουργήθηκε σαν η μνηστή, η αρραβωνιαστικιά του Αγίου Πνεύματος. Και για να ολοκληρωθεί ο γάμος, το ανθρώπινο πνεύμα πρέπει να έχει γνωρίσει τον ουράνιο του σύζυγο, να έχει μάθει να Τον αγαπά, και να Τον δέχεται ελεύθερα.

Τούτη η κατάσταση της ενεργητικής δεκτικότητας, είναι η προϋπόθεση της κάθε ατομικής Πεντηκοστής. Τέτοια ήταν και η κατάσταση του Ιησού στο βάπτισμά Του. Και τούτη η κατάσταση ήταν απλώς καρπός της προηγουμένης καθαρής Του ανάπτυξης, η οποία είχε καταστεί δυνατή λόγω της παρέμβασης του Πνεύματος στην γέννησή Του, και στην εν συνεχεία ζωή Του. Δηλαδή, για να φθάσει να λάβει ό,τι έλαβε ο Κύριος κατά το βάπτισμά Του, είχε προηγηθεί η ανάλογη προετοιμασία μέσα Του, στην οποία ο Ίδιος συμμετείχε ενεργά και ολόψυχα.

δ) Γιατί δόθηκαν τα ορατά σημεία απ’ τον Ουρανό στο βάπτισμα Του; Έχει ήδη αναφερθεί αλλά ας το δούμε πάλι κυττώντας το από διαφορετική γωνία:

Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή άποψη, κάθε άγια αποστολή προέρχεται από επάνω, απ’ τον ουρανό. Για τούτο είναι αδύνατον για τον Ιησού να αποφασίσει να αναλάβει τον ανήκουστο έργο της σωτηρίας του κόσμου, και την καταστροφή της αμαρτίας και του θανάτου, και για τον Ιωάννη απ” το άλλο μέρος, να μοιρασθεί μαζί Του τούτη την απόφαση, και να την διακηρύξει στο όνομα του Θεού σαν μία ουράνια αποστολή, αν δεν είχαν μερικά θετικά σημεία, μερικές αισθητές αποκαλύψεις της Θείας θέλησης. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κύριος ήταν άνθρωπος εδώ στην γη.

Εκεί στο βάπτισμα Του αποκαλύφθηκε πλήρως το Θείο έργο που Του είχε ορίσει ο Θεός να κάνει εδώ κάτω. Εκεί Του δόθηκε η Θεία δύναμη, που χρειαζόταν για τούτο το έργο. Εκεί Του αποκαλύφθηκε και η θέση Του σαν ο αγαπητός Υιός, χωρίς την βεβαίωση της οποίας, Αυτός δεν θα μπορούσε να έχει εκτελέσει αυτό το έργο. Όλα αυτά είναι τόσο ανθρώπινα στον χαρακτήρα τους, ακριβώς ανάλογα με την δική μας πνευματική πορεία. Πως θα μπορούσαμε και μείς να αναλάβουμε ένα Θείο έργο, εάν δεν φωτιζόμαστε από επάνω αναφορικά με το τι έχουμε να εκτελέσουμε; Εάν δεν προικιζόμαστε με την Θεία δύναμη που χρειάζεται γι” αυτό; Εάν, τέλος, δεν μας χαριζόταν η βεβαιότητα της αποδοχής του προσώπου και του έργου μας απ” τον Ίδιο τον Θεό; Η διαφορά μεταξύ του Ιησού και των εαυτών μας σ” αυτό το σημείο είναι απλά τούτη, ότι Αυτός έχει επιφορτισθεί με το γενικό έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, ενώ στον καθέναν από μας έχει ανατεθεί μόνο ένα μικρό μέρος αυτού του έργου, να το εκτελέσουμε μαζί μ” Αυτόν. Να γιατί Αυτός πήρε το Πνεύμα στην πληρότητα Του, ενώ στον καθένα από μας δίδεται μόνον ένα ειδικό μέρος απ” τα χαρίσματα του Πνεύματος.

Οράσεις δεν παρουσιάστηκαν στην συνέχεια της διακονίας Του, και τούτο γιατί το Πνεύμα ήδη κατοικούσε μέσα Του για να Τον εμπνέει και βεβαιώνει. Η εσωτερική Του ζωή ήταν ήδη εκείνη του Ιδίου του Πνεύματος, και οι οράσεις θα ήταν περιττές. Και δυό φορές που δόθηκαν, στην μεταμορφωσή Του, και όταν ακούστηκε φωνή απ’ τον Ουρανό, τότε με τους Έλληνες, δεν ήταν για τον Ίδιο, αλλά για τους γύρω Του.

Ο Ιησούς στο βάπτισμα Του ήταν σε ηλικία 30 χρονών· είναι η περίοδος της ανθρώπινης ζωής, που ο άνθρωπος φθάνει στο μεσουράνημα των δυνάμεων του, ψυχικών και σωματικών. Σ” αυτή την ηλικία ήταν που οι Λευίτες εισήρχοντο στα επίσημα καθηκοντά τους (Αριθμ.Δ3,23), και στους Έλληνες στην ίδια ηλικία οι πολίτες άρχιζαν να συμμετέχουν εις τα κοινά.

Αυτή, σύμφωνα με την ευαγγελική αναφορά (Λουκάς Γ23), ήταν ακριβώς η ώρα, κατά την οποία ο Ιησούς πέρασε απ” την ζωή της σιωπηρής ανάπτυξης στην απομόνωση της Ναζαρέτ, σε κείνη της δημόσιας και Μεσσιανικής Του δραστηριότητας. Από τούτη την στιγμή και μετά ο Κύριος βγαίνει απο την αφάνειά Του και αρχίζει το Έργο Του, από τούτη την στιγμή τίθενται τα θεμέλια της νέας δημιουργίας, της νέας ανθρωπότητας. Εδώ ακριβώς η παλαιά εποχή φθάνει στο τέλος της.

Οι πειρασμοί Του

Θα μελετήσομε τούτο το γεγονός από το Λουκάς Δ1-13.

Μία εισαγωγή πρώτα να δούμε τι ακριβώς έγινε εδώ, και σε τι αποσκοπούσε.

Κάθε ελεύθερο δημιούργημα, προικισμένο με διάφορες δυνάμεις και ικανότητες, θα πρέπει να περάσει μέσα από μία εσωτερική μάχη, μια δοκιμασία, στην οποία αποφασίζει να τις χρησιμοποιήσει είτε για την δική του ικανοποίηση, είτε για να δοξάσει τον Θεό, αφιερώνοντάς τες στην υπηρεσία Του.

Οι άγγελοι είχαν περάσει μέσα απ’ αυτή την δοκιμασία, και ένα μέρος κράτησε αυτά τα χαρίσματα για τον εαυτόν τους (Διάβολος και πεσόντες άγγελοι). Ο πρώτος άνθρωπος την πέρασε. Ο Ιησούς, όντας αληθινά άνθρωπος, δεν την διέφυγε και Αυτός.

Τούτη η σύγκρουση, τούτη η δοκιμασία στον Κύριο έλαβε χώρα αμέσως μετά το βάπτισμά Του, στην έναρξη της Μεσσιανικής Του διακονίας. Και όπως θα δούμε στην συνέχεια, ήταν ακριβώς αυτή η ώρα που θα έπρεπε να δοθεί αυτή η μάχη.

Ο πειρασμός του πρώτου ανθρώπου απεκάλυψε την ύπαρξη δυνάμεων και ροπών μέσα μας, που είναι έμφυτες στη φύση μας. Ο Κύριος πέρασε και Αυτός επίσης αυτό το είδος της δοκιμασίας. Πόσες φορές κατά την διάρκεια της παιδικής και εφηβικής Του ηλικίας δεν θα είχε εκτεθεί σε εκείνους τους πειρασμούς που απευθύνονται στα ένστικτα της φυσικής μας ζωής; Η επιθυμία της σάρκας, η επιθυμία των οφθαλμών, και η αλαζονεία του βίου – αυτές οι τρείς διαφορετικές μορφές της αμαρτίας, ξεχωριστά η κάθε μία, ή με ενωμένη την δύναμη τους, προσπάθησαν να πολιορκήσουν τη καρδιά Του, να υποτάξουν την θέληση Του, να σκλαβώσουν τις δυνάμεις Του, και να εισβάλλουν σ” αυτό το καθαρό Ον, όπως είχαν εισβάλλει στον αθώο Αδάμ. Αλλά στο πεδίο την μάχης που ο Αδάμ υπέκυψε, Αυτός παρέμεινε νικητής. Η συνειδησή Του δεν έφερε κανένα τραύμα, γι” αυτό και μπορούσε να λέγει: «Ποιός με ελέγχει για αμαρτία;»

Η νέα δοκιμασία, που Αυτός τώρα πρόκειται να υποστεί, ανήκει σε μία υψηλότερη περιοχή – εκείνη της πνευματικής ζωής. Δεν προσβάλλει πλέον τις δυνάμεις του φυσικού ανθρώπου, αλλά την θέση Του σαν Υιός του Θεού, και τις υπερφυσικές δυνάμεις που Του δόθηκαν στο βάπτισμά Του. (Ανάλογη θα ήταν η συνέχεια της δοκιμασίας στον Αδάμ, εάν τούτος επετύγχανε στην αρχή).

Οι δυνάμεις και τα χαρίσματα του Πνεύματος είναι από μόνα τους άγια, αλλά η ιστορία της Εκκλησίας της Κορίνθου δείχνει πως μπορούν να βεβηλωθούν, όταν χρησιμοποιηθούν στην υπηρεσία του εγωισμού και της αυταρέσκειας (Α” Κορ. κεφ. 12-14). Αυτός είναι «ο μολυσμός του Πνεύματος» (Β” Κορ. Ζ1) που είναι πιο λεπτός, πιο ανεπαίσθητος και συχνά πιο καταστρεπτικός από εκείνον της σάρκας.

Ο Ιησούς στο βαπτισμά Του είχε λάβει Θείες δυνάμεις, καθώς το Πνεύμα είχε έλθει και επικαθήσει σ” Αυτόν. Αυτές οι Θείες δυνάμεις έπρεπε να εξαγιασθούν στην εμπειρία Του, στην πράξη, δηλαδή έπρεπε να λάβουν απ” Αυτόν τον χαρακτήρα της αφιέρωσης στην υπηρεσία του Θεού. Για να γίνει αυτό ήταν αναγκαίο να Του δινόταν μια ευκαιρία, για να φαινόταν πως θα τις χρησιμοπιούσε, για δική Του χρήση, ή για την υπηρεσία του Θεού. Η αποφασή Του αυτή την κρίσιμη στιγμή, θα καθόριζε για πάντα την τάση και την φύση του Μεσσιανικού Του έργου. Δύο δρόμοι Του ανοίχτηκαν, όπως θα δούμε στην συνέχεια, για να προχωρήσει το έργο Του. Στον έναν, θα παρέμενε Χριστός. Στον άλλον, θα γινόταν Αντίχριστος.

Είναι μια ειδική δοκιμασία λοιπόν της κεφαλής της ανθρωπότητας. Και δεν είναι απλά εδώ μία ερώτηση εάν ένα δεδομένο άτομο εισέλθει ή όχι στην Βασιλεία του Θεού, όπως συμβαίνει στην δική μας μάχη και δοκιμασία. Εδώ δοκιμάζεται και παίζεται η ύπαρξη αυτής της ιδίας της Βασιλείας στο πρόσωπο του Ιδρυτή Της. Ο Ιδρυτής της και μελλοντικός Κυρίαρχος, σταλμένος απο τον Θεό να Την θεμελιώσει, μάχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον άρχοντα του εχθρικού βασιλείου.

«Ο Ιησούς, γεμάτος Πνεύμα Άγιον, επέστρεψε απ” τον Ιορδάνην και εφέρετο από το Πνεύμα εις την έρημον, όπου σαράντα μέρες επειράζετο από τον διάβολον και δεν έφαγε τίποτα κατά τας ημέρας εκείνας και όταν ετελείωσαν, ύστερα επείνασε.» (Λουκάς Δ, εδ. 1,2).

Όπως γνωρίζομε, το Άγιο Πνεύμα ήλθε και επεκάθισε στον Ιησού κατά το βάπτισμά Του. Σαν τελείωσε το βάπτισμα, το Άγιο Πνεύμα Τον εμποδίζει να επιστρέψει στην Γαλιλαία, όπου σκόπευε ν” αρχίσει την διδασκαλία Του, και Τον οδηγεί στην έρημο. Τον σκοπό που Τον οδήγησε εκεί ο Ματθαίος μας τον λέει πιο καθαρά: «Τότε ο Ιησούς οδηγήθηκε υπό του Πνεύματος εις την έρημον δια να πειρασθεί από τον διάβολον». Ηταν, λοιπόν, το Πνεύμα που Τον οδήγησε εδώ, να δώσει τούτες τις μάχες.

Πως θα ήταν άραγε η εσωτερική κατάσταση του Κυρίου εκείνες τις ημέρες; Ήταν μόλις που είχε φθάσει σε πλήρη συνείδηση της προσωπικής Του σχέσης με τον Θεό, και του έργου που Του είχε ανατεθεί. Να θυμηθούμε ότι κατά το βαπτισμα, «Του ανοίχθηκε ο ουρανός», και είδε και γνώρισε εκεί μέσα, ποιός πραγματικά είναι, και τι έργο βάρυνε τους ώμους Του εδώ κάτω στη γη. Μετά απ” αυτό θα ένοιωθε σίγουρα επιτακτική την ανάγκη να μείνει κάπου μόνος, με τις σκέψεις Του, να κάνει περισυλλογή, να αφομοιώσει τούτες τις αποκαλύψεις. Και πρέπει να ήταν τόσο βυθισμένος στις σκέψεις Του, που είχε αποκοπεί τελείως από τα υλικά, το φαγητό, για 40 μέρες. Την πείνα άρχισε να την αισθάνεται, μετά από τις 40 ημέρες. Ίσως και να νήστευσε σκόπιμα, όπως έκαναν ο Μωυσής και ο Ηλίας σε παρόμοιες περιστάσεις, όπως γενικά νήστευαν οι Ιουδαίοι σε ορισμένες περιόδους αφιερωμένες ειδικά σε προσευχή.

Σύμφωνα με τον Λουκά και τις σαράντα αυτές ημέρες πιεζόταν συνεχώς από τον Διάβολο. Εισηγήσεις μιάς τελείως διαφορετικής φύσης απο τις άγιες σκέψεις, που πάντα καταλάμβαναν το νού Του, βομβάρδιζαν συνεχώς την σκέψη Του.

Έχει παρατηρηθεί ότι μια περίοδος νηστείας 6 εβδομάδων προκαλεί στον άνθρωπο μία κρίση, και το εξαντλημένο σώμα πέφτει σ” ένα θανατηφόρο βύθισμα. Τέτοια θα πρέπει να ήταν η κατάσταση του Κυρίου. Θα αισθανόταν τον εαυτόν Του ότι χάνεται. Το αίσθημα της πείνας Τον είχε κυριεύσει στο τέλος των 40 ημερών.

Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο πειρασμός περίμενε να κάνει την αποφασιστική του έφοδο.

Πριν προχωρήσομε στο κεφάλαιό μας, να διαβάσομε τα Λουκάς ΙΑ21,22: «Όταν ο ισχυρός, καλά οπλισμένος, φυλάττη την αυλή του, τότε και τα υπάρχοντα του είναι σε ασφάλεια. Όταν όμως ένας ισχυρότερος από αυτόν επιτεθή εναντίον του και τον νικήσει, τότε του παίρνει τον οπλισμόν του, εις τον οποίον είχε πεποίθηση, και μοιράζει τα λάφυρα του.»

Ήταν αναγκαίο ο ισχυρός, ο Σατανάς, ο άρχοντας του κόσμου τούτου, να κατανικηθεί από τον αντίπαλό Του , τον «ισχυρότερο» απ’ αυτόν, σε μια προσωπική μάχη, για να είναι σε θέση τούτος ο τελευταίος να μπεί στην αυλή του πρώτου, και να του αρπάξει τα λάφυρα, τον κόσμο, δηλαδή, που καταδυναστεύει.

Τούτη η προσωπική μάχη δόθηκε στην έρημο. Είναι το γεγονός που μελετάμε, οι πειρασμοί του Κυρίου από τον Σατανά. Αυτή η προσωπική νίκη που κέρδισε ο Ιησούς πάνω στον αντίπαλό Του, κάνει δυνατή την απελευθέρωση του κάθε κρατουμένου του Σατανά.

Τα εδάφια 3,4 μας περιγράφουν τον πρώτο πειρασμό:

«Και είπε προς αυτόν ο διάβολος, Εάν είσαι Υιός του Θεού, πες σ” αυτήν την πέτρα να γίνει ψωμί». Και απεκρίθη εις αυτόν ο Ιησούς, «Είναι γεγραμμένον ότι ο άνθρωπος δεν ζεί μόνο με ψωμί, αλλά με κάθε λόγον του Θεού».(Εδ. 3,4)

Είναι μια ερώτηση εδώ που μπορεί να τεθεί: Πως άραγε Του παρουσιάστηκε ο Διάβολος; Ο Λουκάς λέγει: «Είπεν εις αυτόν ο Διάβολος«, που μας αφήνει να καταλάβουμε πως η συνάντηση έγινε νούς με νούν, σκέψη με σκέψη. Ο Ματθαίος λέγει: «Τον επλησίασε ο πειράζων«, που μπορεί να δηλώνει μια σωματική, υλική παρουσία, μπορεί όμως αυτή η έκφραση να είναι συμβολική και να δηλώνει, και αυτή, εισήγηση του Διαβόλου στην σκέψη του Κυρίου. Ίσως, από μια άλλη άποψη, σαν αισθάνθηκε ο Κύριος την επίθεση στην σκέψη Του ενός πνεύματος τόσο ξένου προς το δικό Του, Του δημιουργήθηκε η εντύπωση του πλησιάσματος μιάς ξένης παρουσίας.

Μια και η Γραφή δεν αναφέρει καμμία ορατή εμφάνιση του Σατανά, το πιθανώτερο τούτη η συνάντηση να έγινε στην πνευματικη σφαίρα. Έγινε ό,τι και στην Γεθσημανή, που τίποτα δεν έγινε ορατό, παρόλο που ο Κύριος είπε, «Έρχεται ο άρχων του κόσμου τούτου», «τούτη είναι η ώρα σας, η εξουσία του σκότους» – που σημαίνει ότι και τότε πειράχτηκε προσωπικά από τον Σατανά.

Όπως υπάρχει μία αμοιβαία επαφή υλικών σωμάτων, έτσι ακριβώς, σε μία ανώτερη σφαίρα απ’ αυτή της ύλης, υπάρχει μία αμοιβαία επαφή, μία δράση και αντίδραση πνευμάτων, του ενός προς στο άλλο.

Ισως εκεί, σ’ αυτή τη σφαίρα, ο Κύριος, ο αντιπρόσωπος της εθελοντικής εξάρτησης και υικής αγάπης προς τον Θεό, να συνάντησε εκείνο το πνεύμα στο οποίον η αυτονομία του δημιουργήματος, η ανεξαρτησία από τον Δημιουργό του, βρίσκει τον πλέον χαρακτηριστικόν της εκπρόσωπο.

Το ό,τι συνέβη σε αυτή την πνευματική σφαίρα ο Κύριος το ανέφερε στους μαθητάς Του με απεικονιστική γλώσσα, γιατί δεν θα μπορούσε διαφορετικά να το πει. Όλα αυτά βέβαια αν δεχθούμε ότι δεν υπήρξε ορατή παρουσία του Διαβόλου. Ισως ήταν, όπως λέμε κι εμείς, «Τον έβαλε ο Διάβολος…», ένα πνευματικό γεγονός, που περιγράφεται απεικονιστικά.

Ήταν λοιπόν πραγματική η μάχη, αλλά στην πνευματική σφαίρα.

Ο πειρασμός με τον οποίον Του επετέθη: «Ει Υιός ει του Θεού, ειπέ ίνα οι λίθοι ούτοι άρτοι γένωνται».

Η ερώτηση τώρα είναι: Τι το κακό θα προέκυπτε, που θα έσφαλλε ο Κύριος, εάν έκανε αυτό που του εισηγείτο ο Διάβολος να κάνει;

Να αναφέρομε μερικές απόψεις:

α) Μερικοί ερμηνευτές λένε ότι δεν Του επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσει την θαυματουργική Του δύναμη για δικό Του όφελος. Γιατί όμως να μην Του επιτρεπόταν, εάν Του επιτρεπόταν να την χρησιμοποιήσει για όφελος των άλλων; Μήπως κι Αυτός δεν πείναγε και δεν έφαγε από τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια τότε που τα πολλαπλασίασε θαυματουργικά; Άλλωστε ο ηθικός νόμος δεν διέτασσε κανέναν να αγαπά τον πλησίον Του περισσότερο από τον εαυτόν του.

β) Μια δεύτερη ερμηνεία είναι πως, αν είχε ενεργήσει όπως Του εισηγείτο ο Διάβολος, θα είχε ενεργήσει από δική Του θέληση, θα είχε κάνει κάτι που ο Θεός δεν Του είχε ορίσει να κάνει. Σαν μελετήσομε όμως την ζωή Του θα δούμε ότι δεν ήταν ο Θεός που Του διέτασσε την κάθε Του κίνηση, δεν ήταν ένα απλό ρομπότ. Εκινείτο με απόλυτη πρωτοβουλία και ελευθερία μέσα στις γενικές γραμμές του Θείου Θελήματος, και χρησιμοποιώντας κατά την κρίση Του τις θαυματουργικές δυνάμεις που Του είχε δώσει ο Θεός, έχοντας όμως πάντα τα μάτια στραμμένα στον Πατέρα, μήπως Του όριζε να κάνει κάτι το ειδικό.

γ) Να εξετάσομε μία τρίτη ερμηνεία.

Το βάπτισμα του Κυρίου ήταν ένας σταθμός στην επίγεια ζωή Του. Εκεί Του ανοίχθηκε ο ουρανός και έλαβε τέλεια συνείδηση ότι ήταν ο μονογενής Υιός του Θεού, που είχε ελθεί να σώσει την ανθρωπότητα. Έτσι εκείνο το «ει» ( «εάν είσαι» ) φαίνεται να εκφράζει κάτι διαφορετικό από μία απλή αμφιβολία. Έχει πιο πολύ την έννοια του «αφού». Θα μπορούσαμε να το πούμε κάπως έτσι: «Εάν είσαι πράγματι, καθώς φαίνεται…» Ο Διάβολος εδώ υπονοεί την φωνή του Ιδίου του Θεού που ακούστηκε στο βάπτισμά Του: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός εις τον Οποίον ευαρεστούμαι».

Ειδικά μετά το βάπτισμά Του υπήρξε μία ανωμαλία στην κατάσταση του Κυρίου. Απ” την μιά μεριά έλαβε συνείδηση ότι ήταν ο Υιός του Θεού. Απ” την άλλη όμως η κατάσταση της ύπαρξης Του σαν «Υιός ανθρώπου», παρέμενε η ίδια. Τίποτα δεν άλλαξε επάνω Του, συνέχιζε αυτόν τον τρόπο ύπαρξης που ήταν ολοκληρωτικά όμοιος με τον δικό μας, μιά ζωή απόλυτα εξαρτημένη. Και έπρεπε αποκλειστικά με αυτόν τον τρόπο ζωής να φέρει εις πέρας το έργο που Του είχε ανατεθεί. Απ” την μιά μεριά να έχει την δύναμη να υψωθεί ψηλά, σαν Υιός του Θεού. Απ” την άλλη να είναι αναγκασμένος να ζεί σαν άνθρωπος υποκείμενος σε στερήσεις, κακουχίες και ταπεινώσεις. Εδώ υπήρχε ένας διαρκής πειρασμός να υψώσει τούτη την φτωχή Του κατάσταση, με πράξεις δύναμης, εκεί που είχε συνείδηση ότι ήταν – δηλαδή Υιός Θεού.

Λέγοντας Του ο Διάβολος «Εάν είσαι Υιός του Θεού», ζητά να αφυπνίσει στην καρδιά Του το αίσθημα της Θείας Του μεγαλειότητας, για να Τον κάνει να αισθανθεί πιό οδυνηρά την αντίθεση της πραγματικής Του φτώχειας, που τώρα διέρχεται φορώντας την ανθρώπινη κατάσταση ύπαρξης, και του πλούτου και της αφθονίας στην οποία η Θεία Του φύση φαίνεται να Του δίνει δικαίωμα. Και Τον βρίσκει ακριβώς στην κατάλληλη ώρα, πλήρως εξαντλημένο και πεινασμένο, μετά την νηστεία των 40 ημερών.

Δηλαδή, είναι σαν να Του λέγει: «Εσύ είσαι υιός του Θεού. Έτσι δεν είναι; Έτσι δεν είπε ο Ίδιος ο Θεός στο βάπτισμά Σου; Τι κάθεσαι λοιπόν και εξαντλείσαι σαν άνθρωπος, και υποφέρεις και πεινάς; Βάλε εμπρός την δύναμή Σου, φέρσου σαν Υιός Θεού που είσαι, πέσε στις πέτρες να γίνουν ψωμί, φύγε απ” αυτή την στέρηση και την κακομοιριά. Θα κάνεις πιό εύκολα έτσι το έργο Σου».

Ο Κύριος από αγάπη για μας ταπεινώθηκε και ενσαρκώθηκε, έγινε άνθρωπος όμοιος με εμάς. Μας το έχει εξηγήσει με τόση καθαρότητα ο Λόγος του Θεού, μόνον άνθρωπος, ένας σαν κι εμάς, θα μπορούσε να αποκαταστήσει την προσβολή στο Άγιο Όνομα του Θεού που έκανε η ανθρωπότητα λόγω αμαρτίας. Μόνον άνθρωπος, ένας σαν κι εμάς, θα μπορούσε να πάρει την σκυτάλη που έπεσε απ’ τον Αδάμ, και να φθάσει το ανθρώπινο γένος στο τέρμα που Του είχε ορίσει ο Θεός. Τέλος, η Θεία δικαιοσύνη θα απεκαθίστατο μόνον εάν άνθρωπος, ένας από εμάς, έκανε την κρίση σε μας. Εμείς προσβάλλαμε τον Θεό, εμείς ελεύθερα θα έπρεπε να αποκαταστήσουμε την προσβολή, και πληρώνοντας την αμαρτία γι” αυτούς που την αναγνώριζαν, και κρίνοντας και καταδικάζοντας από μόνοι μας όσους από ανάμεσα μας δεν την αναγνώριζαν και δεν μετανοούσαν. Να θυμηθούμε αυτό που αναφέρει ο Λόγος του Θεού στον Ιω. Ε27: «Και εξουσίαν έδωκε εις αυτόν να κάμει και κρίσιν, διότι είναι Υιός ανθρώπου» – που σημαίνει, εάν δεν ήταν Υιός ανθρώπου, δηλαδή άνθρωπος σαν κι εμάς, δεν θα Του την έδινε.

Το παν λοιπόν στην σωτηρία του ανθρωπίνου γένους είναι η ενσάρκωση, η ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού. Εάν δεν γινόταν άνθρωπος, και ερχόταν εδώ κάτω σαν «Υιός Θεού», δεν θα μπορούσε ποτέ να μας βοηθήσει αποτελεσματικά.

Εάν τώρα άκουγε την εισήγηση του Διαβόλου, θα παραβίαζε τις συνθήκες της γήινης Του ύπαρξης, και θα πραγματοποιούσε πριν την ώρα την κατάσταση του «Υιός του Θεού». Θα έπαυε να ενεργούσε σαν άνθρωπος, όπως θεληματικά είχε ταπεινωθεί, και θα ενεργούσε σαν Θεός. Εκεί ακριβώς μόνος Του θα είχε δώσει ένα τέρμα στην ενσάρκωσή Του. Φαινομενικά θα έδειχνε άνθρωπος, αλλά από μέσα θα ενεργούσε σαν Θεός.

Και να πούμε για την ιστορία ότι μιά μεγάλη μερίδα αιρέσεων («δοκητισμός» κ.λ.π.), που επετέθη στην αλήθεια του Ευαγγελίου, θέλησε ακριβώς να παρουσιάσει τον Χριστό ότι εξωτερικά είχε εμφάνιση ανθρώπου, αλλά από μέσα ενεργούσε σαν Θεός, και όχι σαν άνθρωπος.

Να θυμηθούμε τι λέγει και ο Ιωάννης στο Α.Ιω. Δ3: «Και παν Πνεύμα το οποίο δεν ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθεν εν σαρκί, δεν είναι εκ του Θεού και τούτο είναι το πνεύμα του αντιχρίστου, το οποίον ηκούσατε ότι έρχεται, και τώρα μάλιστα είναι εν τω κόσμω».

Η απάντηση του Κυρίου είναι παρμένη απο το Δευτερονόμιο Η3: «Ο άνθρωπος δεν θα ζήσει μόνο με ψωμί αλλά με κάθε λόγο, ο οποίος εξέρχεται από το στόμα του Θεού».

Μια απάντηση θαυμαστά προσαρμοσμένη, και σε μορφή και σε ουσία, να αντικρούσει ακριβώς τον πειρασμό του πονηρού.

«Ο άνθρωπος…» Με τούτη την λέξη θυμίζει στον Σατανά την μορφή ύπαρξης που έχει τώρα αποδεχθεί, και την οποία δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει.

«Τούτη την ώρα», είναι σαν να Του λέγει, «είμαι άνθρωπος γιατί έτσι μου το όρισε το θέλημα του Θεού, και δεν πρόκειται να κάνω κάτι που θα με πάρει απο εκεί».

Παράλληλα όμως θυμίζει στον Σατανά, ότι ο άνθρωπος δεν είναι αφημένος χωρίς Θεία συμπαράσταση, χωρίς Θεία βοήθεια. Ο Θεός μπορεί να στηρίξει την ανθρώπινη ύπαρξη και με άλλα μέσα, εάν δεν υπάρχουν τα συνήθη υλικά μέσα που χρειάζεται για να ζήσει, το ψωμί δηλαδή. Να, στην έρημο έθρεψε έναν λαό ολόκληρο για 40 χρόνια με μάνα. Αυτός μπορεί ακόμη, εάν αυτό Τον ευαρεστεί, να κάνει έναν άνθρωπο να ζεί με μόνο την δύναμη του λόγου Του, χωρίς καν υλική τροφή.

Εκείνο που δηλώνει εδώ ο Κύριος είναι, με άλλα λόγια, τούτο: Καμία φυσική ανάγκη δεν θα Τον αναγκάσει ποτέ να αρνηθεί τον ταπεινό τρόπο ύπαρξης που υιοθέτησε, κάνοντας τον εαυτόν Του άνθρωπο, έστω κι αν είναι στο χέρι Του να το κάνει, έως ότου ο Ίδιος ο Θεός ευαρεστηθεί να μεταμορφώσει την κατάσταση Του, δίνοντας Του μια καινούργια μορφή ύπαρξης, που να ταιριάζει στην ουσία Του σαν «Υιός Θεού». Όσο το θέλημα του Θεού το απαιτεί, παρ” όλο που στην ουσία Του είναι Υιός Θεού, και θα μπορούσε να αποδειχθεί τέτοιος, Αυτός θα παραμένει άνθρωπος, ντυμένος τις αδυναμίες και τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης. Να θυμηθούμε το Εβραίους Ε8: «Αν και ήτο Υιός, έμαθε την υπακοήν από όσα έπαθε». Και έμεινε υπήκοος μέχρι θανάτου.

Όπως εδώ με μια πράξη δύναμης θα μπορούσε να βγάλει τον εαυτόν Του από αυτή την κατάσταση της σωματικής αδυναμίας, της πείνας που Τον πίεζε αφόρητα, έτσι και αργότερα στο σταυρό, με μιά πράξη επίσης δύναμης, θα μπορούσε να ανατρέψει όλο το σκηνικό. Αλλά τότε δεν θα ήταν ο «άνθρωπος Ιησούς» που ενεργούσε, αλλά ο «Θεός Ιησούς». Και δεν θα μπορούσε να ήταν πλέον αντιπρόσωπος και κεφαλή του ανθρωπίνου γένους, γιατί με τούτη την ενέργεια, θα αρνιόταν αυτοστιγμεί στην πράξη την ενσάρκωση Του.

Ήταν ακριβώς αυτό που Τον οδηγούσε ο Σατανάς να κάνει, εκμεταλλευόμενος την φυσική Του αδυναμία της στιγμής, επιζητώντας έτσι να κυριεύσει την θέληση Του.

Ο Ματθαίος και ο Μάρκος μας αναφέρουν στο τέλος της διηγησής τους ότι μετά τους πειρασμούς απεστάλησαν άγγελοι να Τον υπηρετήσουν. Άρα η προσμονή Του ικανοποιήθηκε. Ο Θεός Τον στήριξε σωματικά, όπως είχε στηρίξει τον Ηλία στην έρημο κάτω από παρόμοιες συνθήκες (Α” Βασιλ. ΙΘ).

Αυτός ήταν ο πρώτος πειρασμός του Κυρίου. Στόχο είχε το πρόσωπο Του. Ο δεύτερος, όπως θα δούμε, είχε σαν στόχο το έργο Του.

«Ύστερα ο διάβολος τον ανέβασε σε ένα ψηλό βουνό και του έδειξε, δια μίαν στιγμήν, όλα τα βασίλεια της οικουμένης, και του είπε, «Θα σου δώσω αυτή την εξουσίαν και την δόξαν τους, διότι σ” εμέ έχει παραδοθεί και σε όποιον θέλω την δίνω. Εάν λοιπόν με προσκυνήσεις όλα θα είναι δικά σου». Και ο Ιησούς του απεκρίθη, «Πήγαινε οπίσω μου, Σατανά. Είναι γραμμένον, «Τον Κύριον τον Θεόν σου να προσκυνάς και αυτό μόνον να λατρεύεις». (Εδ.5-8).

Αυτή τη φορά ο πειράζων δεν προσπαθεί να εκμεταλλευθεί ένα φυσικό αίσθημα, όπως αυτό της πείνας του προηγουμένου πειρασμού. Εδώ κατευθύνει τα πυρά του σε μια φιλοδοξία, σε μια επιθυμία της ψυχής.

Ο άνθρωπος, όπως γνωρίζουμε, επλάσθηκε κατ” εικόνα του Θεού. Ένα από τα χαρακτηριστικά που κληρονόμησε απ” τον Δημιουργό Του είναι και η επιθυμία να άρχει, να βασιλεύει. Αυτή του η επιθυμία είναι πέρα για πέρα νόμιμη, άλλο αν την διέστρεψε σε εσφαλμένη κατεύθυνση η αμαρτία, ο ατομισμός.

Ειδικά για τον Ισραήλ, τον εκλεγμένο λαό του Θεού («Ισραήλ» υπό την ευρύτερη, την πνευματική έννοια, περιλαμβάνει όλους τους πιστούς), οι Θείες υποσχέσεις τον έχουν ορίσει κυρίαρχο πάνω σε όλους τους λαούς της γης. Αυτός είναι ο σκοπός αυτού του λαού, αυτή είναι η Μεσσιανική του ελπίδα, όπως την ονομάζομε.

Ο Κύριος μεγάλωσε και γαλουχήθηκε μ” αυτή την ελπίδα του λαού Του. Και ο δικός Του ο πατριωτισμός άναψε σ” αυτή την φωτιά. Ήταν Θεία υπόσχεση και την ενστερνίσθηκε.

Και ήταν εκεί στο βάπτισμά Του που άκουσε από το στόμα του Ίδιου του Θεού ότι Αυτός ήτο προορισμένος να ηγηθεί και να κάνει πραγματικότητα τούτη την μεγάλη προσμονή.

Είναι ακριβώς πάνω σε αυτή την προσδοκία, καθώς είναι ανοιγμένη εμπρός στο βλέμμα Του, που ο Σατανάς προσπαθεί να Τον γοητεύσει και να Τον αποπλανήσει σ” έναν εσφαλμένο δρόμο.

Να θυμηθούμε ότι τούτη την ώρα ο Ιησούς είχε δοθεί υπό του Αγίου Πνεύματος ολόκληρος, ψυχή και σώμα, στην διάθεση του Σατανά. Είχε αφεθεί μόνος στην διάθεσή του για να πειραχθεί. Οι πειρασμοί Του ήσαν, όπως θα δούμε στην συνέχεια, και ένα σχολείο που έπρεπε απαραίτητα να το περάσει, για να είναι σε θέση να γνωρίζει, και να ξεπερνά στην συνέχεια τους κινδύνους και τις παγίδες που θα Του έβαζε ο Πονηρός σαν άρχιζε το έργο Του.

«Ύστερα ο Διάβολος τον ανέβασε σε ένα ψηλό βουνό και του έδειξε, δια μιαν στιγμήν όλα τα βασίλεια της οικουμένης». Με κάποιο τρόπο, άγνωστο σε εμάς, με μια διαβολική φαντασμαγορία, έκανε να εμφανισθούν μπρός στην θέα του Ιησού, σε στιγμιαία διαδοχή, τα βασίλεια της οικουμένης. Μέχρι τώρα είχε δει τόσους μεγάλους άνδρες να ενδίδουν σε μια παρόμοια ψευδαίσθηση, γι” αυτό ήλπιζε να παγιδεύσει τον Ιησού πάλι με το ίδιο μέσο.

Σαν Του τα έδειξε Του είπε, «Θα σου δώσω όλη αυτήν την εξουσίαν και την δόξαν τους, διότι εις εμέ έχει παραδοθεί και σε όποιον θέλω την δίνω. Εάν λοιπόν με προσκυνήσεις όλα αυτά θα είναι δικά Σου».

Άραγε να είναι σωστός αυτός ο ισχυρισμός του Διαβόλου ότι, «σε αυτόν έχει παραδοθεί όλη η εξουσία των βασιλείων της γης;» ή υποσχόταν στον Κύριο κάτι που πραγματικά δεν είχε; Πρέπει να είναι γιατί, και ο Ίδιος ο Κύριος απεκάλεσε αργότερα αυτή την μυστηριώδη ύπαρξη «Άρχοντα του κόσμου τούτου». Το πιθανώτερο είναι ότι η γη και το σύστημα στο οποίον ανήκει είχε παραχωρηθεί εξ αρχής στον Διάβολο, σαν αρχάγγελο, όταν ακόμα δεν είχε εκπέσει από το αξίωμά του. Άλλωστε το δηλώνει και ο ίδιος, «Μου έχει παραδοθεί», αναγνωρίζοντας έτσι την εξουσία του Θεού επάνω του. Ο Θεός έχει αφήσει ακόμα μια ορισμένη χρήση της κυριαρχίας και της δύναμης του Σατανά. Τον αφήνει και βασιλεύει σε όλη την ανθρώπινη ζωή, εκτός από εκείνα εδώ κάτω, που ανήκουν στην Θεία σφαίρα. Ως εκ τούτου έχει και την εξουσία και την δύναμη να υψώσει στην κορυφή της δόξας τον άνθρωπο που ευνοεί.

Εάν τελικά ήταν ορατή η εμφάνιση του Σατανά, εδώ σε αυτή την στιγμή την τόσο καθοριστική για την αυτοκρατορία του, σίγουρα θα εμφανίσθηκε σαν άγγελος φωτός (Β” Κορ.ΙΑ4), σ” όλο του το μεγαλείο, για να μπορεί να λέγει και να υπόσχεται τόσο μεγαλειώδη πράγματα.

Η πρόταση που Του έκανε είναι: «Εάν λοιπόν με προσκυνήσεις όλα θα είναι δικά σου».

Εάν την δείς με βιαστική ματιά τούτη την παγίδα φαίνεται πολύ χοντροκομμένη, τόσο που διερωτάσαι, εάν ένα τόσο επιδέξιο πνεύμα θα μπορούσε να στήσει ποτέ μια τόσο αδέξια παγίδα. Και ο πιο ξεπεσμένος από τους Ισραηλίτες θα είχε απορρίψει με τρόμο μια τέτοια πρόταση. Ποτέ κανένας δεν θα διενοείτο να προσκυνήσει τον Διάβολο. Είναι κάτι που και σήμερα απορρίπτεται με φρίκη – πλην φυσικά ελαχίστων νοσηρών περιπτώσεων. Ότι τον προσκυνά ο κόσμος τον προσκυνά, αλλά δεν το γνωρίζουν. Στις πιο πολλές περιπτώσεις νομίζουν ότι προσκυνούν τον Θεό, και γι” αυτό το κάνουν. Για να πάρει ο Διάβολος την προσκύνηση των ανθρώπων κρύβεται πίσω από πρόσωπα και είδωλα.

Είναι λοιπόν τελείως απίθανο να ζητά, ειδικά από τον Υιόν του Θεού, να τον προσκυνήσει, σαν πρόσωπο, στοχεύοντας στις φιλοδοξίες της σαρκικής Του φύσης. Τούτο πρέπει να γνώριζε ότι δεν θα το κατάφερνε.

Εάν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, μένει μια άλλη εξήγηση για αυτόν τον πειρασμό.

Να ξαναδιαβάσομε (απ’ το κείμενο) την προσφορά που Του κάνει: «Σοι δώσω την εξουσία ταύτην άπασαν και την δόξαν αυτών, ότι εμοί παραδέδοται, και ω αν θέλω δίδωμι αυτήν. Συ ουν εάν προσκυνήσης ενωπιόν μου , έσται σου πάσα.» Εάν προσέξομε, Του μιλά όχι σαν άτομο, αλλά σαν αντιπρόσωπος της Θείας εξουσίας πάνω στην γη, και σαν τέτοιος ζητά το προσκύνημα, την υποταγή του Κυρίου. Όταν προσκυνάς κάποιον ανώτερο στην Ανατολή δεν προσκυνάς το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά την Θεία εξουσία που έχει επάνω του, γιατί μας λέει ο Λόγος του Θεού ότι οι εξουσίες είναι δοσμένες από τον Θεό (Ρωμ.ΙΓ1). Και σαν άνθρωπος ο Ιησούς αποτελούσε μέρος της περιοχής που είχε δοθεί στον Σατανά. Καθώς εκλήθη τώρα να τον διαδεχθεί, φαινόταν ότι θα μπορούσε να το κάνει μόνο όσο ο Σατανάς ο ίδιος Του παρέδιδε το αξιωμά του.

Οι λέξεις λοιπόν «εάν με προσκυνήσεις», δεν είναι ένα ερέθισμα στην φιλοδοξία του Ιησού. Είναι μάλλον η προϋπόθεση που ετέθη από τον μέχρι τώρα άρχοντα του κόσμου στον Ιησού, προκειμένου να Του παραχωρήσει την Μεσσιανική κυριαρχία.

Ομιλώντας έτσι ο Σατανάς επλανιόταν σ” ένα σημείο.

Νόμιζε ότι το βασίλειο που επρόκειτο ν” αρχίσει με τον Ιησού θα ήταν από κάθε άποψη μία συνέχεια του δικού του, και θα εξαρτιόταν από αυτόν να του μεταδώσει προς τούτο την εξουσία.

Υπ” αυτή την έννοια η κυριαρχία του λαού Ισραήλ πάνω στην ανθρωπότητα θα ήταν απλά μια καινούργια μορφή της βασιλείας του Σατανά πάνω στην γη, θα ήταν ένα βασίλειο εξωτερικής δύναμης, ένα βασίλειο αυτού του κόσμου. Και έτσι ακριβώς περίμενε τούτο το βασίλειο η κοινή γνώμη – πόσο την είχε παραπλανήσει ο Σατανάς! Ο ίδιος φυσικά γνώριζε πολύ καλά για τούτη την Μεσσιανική κυριαρχία που ο Θεός είχε προετοιμάσει, γι” αυτό εργαζόταν παράλληλα τα δικά Του σχέδια.

Ο Κύριος όμως γνώριζε το λάθος των δασκάλων του Ισραήλ που είχαν διαμορφώσει τούτη την κοινή γνώμη, γνώριζε και το λάθος που έκανε ο Σατανάς. Να θυμηθούμε τα λόγια που είπε στο Ιωάννης ΙΗ36,37: «Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από αυτό τον κόσμο».

Το βασιλειό Του είναι η αρχή μιας εξουσίας που έχει μια ολοκληρωτικά καινούργια φύση. Εδώ ας θυμηθούμε τι αναφέρει γι’ αυτή τη βασιλεία στον Ψαλμό Β: «Δια τι εφρύαξαν τα έθνη, και οι λαοί εμελέτησαν μάταια; Παρεστάθησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν ομού, κατά του Κυρίου, και κατά του χριστού αυτού λέγοντες, «Ας διασπάσωμε τους δεσμούς αυτών, και ας απορρίψωμεν αφ” ημών τας αλύσεις αυτών.» Ο καθήμενος εν ουρανοίς θέλει γελάσει ο Κύριος θέλει εκμυκτηρίσει αυτούς. Τότε θέλει λαλήσει προς αυτούς εν τη οργή αυτού, και εν τω θυμώ αυτού θέλει συνταράξει αυτούς. Αλλ” εγώ θέλει ειπεί, έχρισα τον Βασιλέα μου επί Σιών, το όρος το άγιον μου. Εγώ θέλω αναγγείλει το πρόσταγμα, ο Κύριος είπε προς εμέ, «Υιός μου είσαι εσύ εγώ σήμερον σε εγέννησα» ζήτησον παρ” εμού, και θέλω σοι δώσει τα έθνη κληρονομίαν σου, και ιδιοκτησίαν σου τα πέρατα της γης. Θέλεις ποιμάνει αυτoύς εν ράβδω σιδηρά ως σκεύος κεραμέως θέλεις συντρίψει αυτούς. Τώρα λοιπόν, βασιλείς, συνετίσθητε, διδάχθητε κριταί της γης. Δουλεύετε τον Κύριο εν φόβω, και αγάλλεσθε εν τρόμω. Φιλείτε τον Υιόν, μήποτε οργισθή, και απολεσθήτε εκ της οδού, όταν εξαφθή ταχέως ο θυμός αυτού. Μακάριοι πάντες οι πεποιθότες επ” αυτόν».

Και σ” αυτό το καινούργιο βασίλειο μόλις είχε χρισθεί ο Ιησούς από τον Θείο εκπρόσωπο, τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Δεν είχε λοιπόν τίποτα να ζητήσει απο τον μέχρι τώρα άρχοντα του κόσμου, ούτε του όφειλε καμία υποταγή.

Τούτη η άρνηση του Κυρίου ήταν ένα πάρα πολύ σοβαρό θέμα. Ο Ιησούς, με αυτό, αρνήθηκε κάθε δύναμη, κάθε εξουσία που βασίζεται σε υλικά μέσα. Ανέτρεψε εντελώς την αντίληψη που είχε η Ιουδαϊκή κοινή γνώμη για την Μεσσιανική κυριαρχία – το είδος της, και τους τροπους που θα επιβληθεί.

Περιόρισε τον εαυτόν Του στο να πετύχει την κατάκτηση του κόσμου μόνο με πνευματική ενέργεια πάνω στις ψυχές. Κατεδίκασε, θα λέγαμε, τον εαυτόν Του, να τους κερδίσει έναν προς έναν, με το έργο της μεταστροφής και του αγιασμού τους, με μια ευγενική, σεμνή πρόοδο, που στα σαρκικά μάτια φαίνεται ασήμαντη, αξιοκαταφρόνητη, και της οποίας το τέλος, η ορατή βασιλεία, πρόκειται να εμφανισθεί μετά από παρέλευση αιώνων.

Επί πλέον, μία τέτοια απάντηση, ήταν μία δήλωση πολέμου εναντίον του Σατανά, και κάτω απο τις πλέον δυσμενείς συνθήκες. Κατεδίκασε τον εαυτόν Του να πολεμήσει μόνος, αβοήθητος από κάθε ανθρώπινη δύναμη, με έναν αντίπαλο που είχε στην διαθεσή του όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις και οργανώσεις.

Ο θάνατος Τον περίμενε αναπόφευκτα σ’ αυτό το μονοπάτι. Αλλά Αυτός χωρίς δισταγμό το δέχθηκε όλο αυτό, για να μείνει πιστός στον Θεό, από τον Οποίον Μόνον υπελόγιζε να λάβει το κάθε τι.

Το να δώσει υποταγή σ” ένα πρόσωπο που είχε έρθει σε ρήξη με τον Θεό, θα ήταν να τον τιμήσει στον ένοχο σφετερισμό του, να ενωθεί μαζί του στην επανάσταση του.

Την άρνηση Του την μεταδίδει μ’ ένα εδάφιο παρμένο από το Δευτερονόμιο, το ΣΤ13: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, γέγραπται γαρ, Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και Αυτόν μόνον λατρεύσεις».

Βλέπομε πως ο Κύριος χρησιμοποιεί σαν όπλο εναντίον του τον Λόγο του Θεού! Δεν του απαντά με μια δική Του άποψη, γνώμη, ή άρνηση, απλά τον παραπέμπει στον Λόγο του Θεού, στο ό,τι ο Λόγος του Θεού αναφέρει πάνω στο υπό συζήτηση θέμα, δίνοντάς του να καταλάβει ότι Αυτός προτίθεται να υπακούσει μόνον στον Λόγο του Θεού.

Εάν μας επιτρεπόταν τούτο τον σύντομο διάλογο, μεταξύ του Κυρίου και του Διαβόλου, να τον αποδίδαμε λίγο πιο ελεύθερα, βασισμένοι στην ερμηνεία που προηγουμένως εξεθέσαμε, θα τον αποδίδαμε κάπως έτσι:

Διάβολος: «Γνωρίζω ποιος είσαι. Το άκουσα και λίγο πριν στο βάπτισμα σου. Είσαι αυτός που ο Θεός έχρισε Μεσσία, βασιλιά πάνω στην γη, όπως έχει προείπει στον Λόγον Του, με τους προφήτες. Θα πρέπει όμως και συ να γνωρίζεις ποιός είμαι και εγώ. Είμαι αυτός στον οποίον ο Θεός έχει παραδώσει την εξουσία του κόσμου τούτου. Σου ζητώ να αναγνωρίσεις αυτή μου την εξουσία, και εγώ με την σειρά μου θα συνεργασθώ μαζί σου να εκτελέσεις το έργο που σου έχει αναθέσει ο Θεός. Θα θέσω στην διάθεσή σου εξουσία, υλικά μέσα, δύναμη, τις οργανώσεις των ανθρώπων – ξέρεις πολύ καλά, εγώ τους κατευθύνω όλους – μέχρι ν” απλώσεις την βασιλεία σου πάνω σε όλη την γη.

Δεν είναι ο στόχος σου να βασιλεύσεις στην γη; Εγώ θα στο δώσω με μιάς. Γιατί να με αγνοήσεις και να πολεμήσεις μαζί μου. Θα μπορέσεις ποτέ έτσι όπως είσαι μόνος να κάνεις αυτό το έργο; Άλλωστε το γνωρίζεις, ο Θεός μου έχει παραχωρήσει τούτη την περιοχή. Συνεργάσου λοιπόν μαζί μου, αναγνώρισέ με, δώσε μου την υποταγή που μου οφείλει ο καθένας εδώ στην γη, και όλα τα κοσμικά μέσα, όλη η βοήθεια μου θα είναι στην διάθεση σου. Θα κάνω τους Γραμματείς και Φαρισαίους, τους άρχοντας του λαού σου, να σε αναγνωρίσουν. Θα φέρω τους Ρωμαίους σε συμφωνία μαζί σου. Τα έθνη, το ένα κατόπιν του άλλου, θα τα φέρω στα πόδια σου. Πραγματικά εμείς οι δύο θα στήσουμε ένα βασίλειο εδώ στην γη, όπως το έχει σχεδιάσει ο Θεός».

Ιησούς: «Σατανά φύγε από εμπρός μου, μη μου φράζεις τον δρόμο να προχωρήσω εκεί που μου έχει ορίσει ο Θεός. Τι είδους συνεργασία, τι κοινό μπορούμε να έχουμε εμείς οι δύο, όταν εσύ έχεις ταχθεί ενάντια στο Θείο θέλημα, ενώ Εγώ ζώ για το Θείο θέλημα. Μία εξουσία υπάρχει στο Σύμπαν και έναν πρέπει να προσκυνάμε, τον Θεό. Την εξουσία που σου παραχωρήθηκε την σφετερίστηκες για δικό σου όφελος. Εάν προσκυνήσω έναν σφετεριστή της Θείας εξουσίας επαναστατώ και εγώ ενάντια στον Θεό.

Η δική σου βασιλεία είναι στην φύση της, στην ουσία της, εχθρός του Θεού. Πως μπορεί λοιπόν η δική μου βασιλεία να έλθει σαν συνεχεια της δικής σου» ;

Και αν θέλαμε να δώσουμε ένα παράδειγμα στην δική μας την περίπτωση, θα μπορούσαμε, με κάποια αναλογία, να δίναμε αυτό:

Ιεραπόστολοι πηγαίνουν σε μια περιοχή της Αφρικής που την εξουσιάζει ο μάγος με την βοήθεια του Σατανά. Για να τους έχει στην συνέχεια του χεριού του, τους προτείνει συνεργασία να τους βοηθήσει και να τους συστήσει, φθάνει να αναγνωρίσουν την εξουσία του. Τούτο θα έσβυνε το έργο του Θεού. Γιατί το έργο του Θεού είναι αυτό, να ανατρέψει το βασίλειο του σκότους. Κάπως έτσι προσπάθησε να ενεργήσει και με τον Παύλο μέσω της δούλης των Φιλίππων.

Ο Κύριος αρνείται κάθε βοήθεια, κάθε υλική δύναμη που θα Τον βοηθούσε να ιδρύσει την βασιλεία Του. Περιορίζεται μόνον να κάνει χρήση των δυνάμεων του Πνεύματος με τις οποίες έχει προικισθεί, καθώς το Πνεύμα ήλθε και κατοίκησε μέσα Του.

Ακριβώς αυτό είναι το σημείο τώρα, στο οποίο θέτει ο Σατανάς τον Κύριο σε μία τελευταία δοκιμασία.

Ο πρώτος πειρασμός είχε σαν στόχο το προσωπό Του. Ο δεύτερος το έργο Του. Ο τρίτος στοχεύει στην χρήση της Θείας δύναμης που Αυτός προτίθεται να κάνει, προκειμένου να φέρει εις πέρας το Μεσσιανικό Του έργο.

«Τον έφερε τότε εις την Ιερουσαλήμ και τον έστησε εις την άκρη της στέγης του Ναού και του είπε, «Εάν είσαι Υιός του Θεού, ρίξε τον εαυτόν σου από εδώ κάτω, διότι είναι γεγραμμένον, «Θα διατάξη για σε τους αγγέλους να σε φυλάττουν», και, «Εις τα χέρια τους θα σε σηκώσουν δια να μην σκοντάψει το πόδι σου σε πέτρα». Ο Ιησούς του απεκρίθη, «Έχει λεχθεί, Δεν πρέπει να πειράζεις τον Κύριον τον Θεόν σου.» (Εδ.9-12).

Εδώ έχουμε τον τρίτο πειρασμό του Κυρίου. Ο πρώτος αφορούσε την φυσική ζωή Tου, το προσωπό Του. Ο πονηρός Τον οδηγούσε να αρνηθεί την ανθρώπινη φύση που έλαβε προκειμένου να μας σώσει. Στο δεύτερο Του πρόσφερε συνεργασία για να φέρει πιο «εύκολα» εις πέρας το έργο Του. Ο τρίτος πειρασμός, όπως θα δούμε στην συνέχεια, είναι ενός καθαρά θρησκευτικού χαρακτήρα, και αγγίζει τις πιό βαθειές, τις πιο ιερές σχέσεις του Ιησού με τον Πατέρα Του.

Γιά να καταλάβομε την βαθύτερη ουσία αυτού του πειρασμού θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με έναν στόχο, να φθάσει κάποτε να γίνει » Υιός Θεού». Να θυμηθούμε, στην παραβολή του ασώτου, σαν ο μεγαλύτερος γυιός παραπονέθηκε για την «αδικία», όπως νόμιζε του Πατέρα του, τούτος ο τελευταίος του απάντησε: «Παιδί μου, συ είσαι πάντοτε μαζί μου και όλα τα δικά μου είναι δικά σου» (Λουκάς ΙΕ31). Έτσι ακριβώς η Θεία δύναμη, οι κινητήριες δυνάμεις του σύμπαντος είναι στην ελεύθερη διάθεση ενός «Υιού του Θεού».

Αλλά αναλογικά, όσο ο άνθρωπος υψώνεται σε αυτή την θέση του υιού, και προοδευτικά φθάνει στην Θεία κοινωνία, εκεί προκύπτει απ’ αυτή τη κατάσταση ένας συνεχώς αυξανόμενος κίνδυνος – το να γίνει κακή χρήση αυτού του μεγαλειώδους προνομίου. Υπάρχει κίνδυνος να γίνει ότι καμιά φορά ένας αναιδής κατώτερος μπαίνει σε πειρασμό να κάνει με τον ανώτερο του, να μετατρέψει την φιλία που αυτός ο τελευταίος του δείχνει σε ενοχλητική οικειότητα, σε υπερβολικό θάρρος μαζί του.

Ο άνθρωπος που θα κάνει αυτό το πράγμα, που θα κάνει κατάχρηση της εμπιστοσύνης του Θεού, χρησιμοποιώντας τα δώρα Του για κακή χρήση, θα πέσει με μιας, απο το ιλιγγιώδες ύψος που τον έχει υψώσει η χάρη του Θεού, στην πιο βαθειά άβυσσο. Κάποιος σε μιά εταιρεία που είχε υψηλή θέση, και ο ιδιοκτήτης της τον τιμούσε ιδιαίτερα, πάντα τον είχε στο τραπέζι του, παρεξήγησε τούτη την συμπάθεια και άρχισε να χρησιμοποιεί τις δυνατότητες που του έδινε η θέση του για σκοπούς έξω της εταιρείας, για δικά του συμφέροντα. Σαν τούτο μαθεύτηκε, απολύθηκε αυτοστιγμεί. Από την πρώτη θέση που βρισκόταν, έφθασε να εκδιωχθεί απ’ την εταιρεία.

Η κατάχρηση της βοήθειας του Θεού είναι μια πιο σοβαρή παράβαση απο του να μην περιμένεις με πίστη τούτη την βοήθεια – που ήταν η ουσία του πρώτου πειρασμού, ή από του να την θεωρείς ανεπαρκή – που ήταν η ουσία του δεύτερου πειρασμού.

Ο χώρος που έγινε αυτός ο πειρασμός ήταν το πιο ιερό μέρος, ο Ναός στα Ιεροσόλυμα. Επάνω εκεί, στην άκρη της στέγης του Τον έστησε ο Διάβολος, εκεί επάνω σε αυτό το επιβλητικό ύψος, έχοντας κατά νου να Τον ρίξει στην πνευματική άβυσσο.

«Ει υιός ει του Θεού», Του λέγει, «εάν είσαι ένα ον που μπορεί να ονομάζει τον Θεό Πατέρα του με την μοναδική έννοια που Τον ονομάζεις εσύ , μην φοβάσαι να κάνεις μία τολμηρή πράξη, ρίξε τον εαυτόν σου εδώ κάτω, δώσε στον Θεό μία ευκαιρία να δείξει την ειδική φροντίδα που παίρνει για σένα». Και καθώς ο Σατανάς έχει παρατηρήσει ότι ο Ιησούς είχε δύο φορές απαντήσει σ” αυτόν με τον Λόγο του Θεού, προσπαθεί με την σειρά του να επωφεληθεί και ο ίδιος απ’ αυτό το όπλο· του αναφέρει τα εδάφια 11,12 απ” τον Ψαλμό 91.

«Μη φοβάσαι», Του λέγει, «δεν θα πάθεις τίποτα, διότι είναι γραμμένον, «Θα διατάξη για σε τους αγγέλους να σε φυλάττουν, και, εις τα χέρια θα σε σηκώσουν δια να μην σκοντάψη το πόδι σου σε πέτρα».

Ποιά είναι η αληθινή έννοια, που ακριβώς στοχεύει αυτός ο πειρασμός;

Στον Θεό, η δυναμή Του πάντα ενεργεί στην υπηρεσία της καλοσύνης, της αγάπης Του, της σοφίας Του, ποτέ έξω από εκεί. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ του Θεού και του Σατανά, μεταξύ του Θείου θαύματος και των διαβολικών μαγειών.

Αυτό που στοχεύει εδώ ο Διάβολος είναι, να κάνει τον Ιησού να περάσει από την μια απ” αυτές τις σφαίρες στην άλλη, και αυτό στο όνομα του πλέον ιερού και τρυφερού στοιχείου στην σχέση μεταξύ των δύο όντων που αγαπούν ο ένας τον άλλον – την εμπιστοσύνη.

Εάν ο Ιησούς ενδώσει στον πειρασμό θα ζητά από τον Ύψιστο να Τον ελευθερώσει από έναν κίνδυνο στον οποίον δεν ρίχτηκε γιατί υπηρετεί το έργο της αγάπης, της καλοσύνης Του.

Με αυτή Του την πράξη θα έβαζε τον Θεό στο εξής δίλημμα: α) Να Του αρνηθεί την βοήθεια, γιατί αν το έκανε, αν Τον βοηθούσε, θα διέθετε την δύναμή Του σε ένα έργο που είναι έξω από τους σκοπούς Του, θα διέθετε την δύναμή Του σε ένα έργο επίδειξης, και τίποτα άλλο. Αν Του αρνιόταν όμως την βοήθεια, δυσαρεστημένος γιατί Τον ωθούσε να κάνει ένα πράγμα αντίθετο με την φύση Του, τούτο σήμαινε χωρισμό μεταξύ Υιού και Πατέρα.

β) Να επιτρέψει την χρήση της παντοδυναμίας Του, έστω και για μια στιγμή, έξω από την σφαίρα της αγιότητος Του, για να Τον σώσει. Τότε ο Θεός θα ερχόταν ενάντια με την ίδια Του την φύση.

Κάνοντας το πρώτο ο Θεός θα ερχόταν σε αιώνια ρήξη με τον Υιόν Του. Κάνοντας το δεύτερο θα ερχόταν σε αντίθεση με τον Εαυτόν Του, την φύση Του, την αγιότητα Του.

Να πως θα πείραζε τον Θεό ο Ιησούς εάν ενέδιδε στην εισήγηση του Διαβόλου.

Έχει μερικές φορές νομισθεί ότι ο Σατανάς ηθέλησε να παρασύρει τον Ιησού να εγκαθιδρύσει την βασιλεία Του με μία θαυμαστή επίδειξη η οποία, εκτελεσμένη στην θέα ενός πλήθους προσκυνητών μαζεμένων στον Ναό, θα έσυρε σε Αυτόν την υποταγή όλου του Ισραήλ. Αλλά η διήγηση δεν κάνει κανέναν υπαινιγμό για κάποιο αποτέλεσμα που επρόκειτο να προκύψει απ’ αυτό το θαύμα. Εδώ απλώς ο Διάβολος Τον ωθεί να χρησιμοποιήσει την Θεία δύναμη στην υπηρεσία της προσωπικής επιθυμίας, του καπρίτσιου, χωρίς να έχει κατά νου κάποιο διαβολικό σχέδιο.

Είναι σαν ένα πολύ αγαπητό σου πρόσωπο που απο μία επιπολαιότητα του να κάνει μία πολύ κακή πράξη, και να σε φέρει στο δίλημμα, ή να το παραδώσεις και να τιμωρηθεί, οπότε θα το χάσεις, ή να πεις ψέμμα για να το γλυτώσεις, οπότε θα έλθεις σε αντίθεση με τις ηθικές σου αρχές, με τον εαυτό σου.

Ο Κύριος δανείζεται για τρίτη φορά την απάντηση Του από την Γραφή, και πάλιν αυτή τη φορά από το Δευτερονόμιο (ΣΤ16). Αυτό το βιβλίο που καταγράφει την εμπειρία του Ισραήλ κατά τα 40 χρόνια της περιπλάνησης του στην έρημο, ίσως να ήταν το βασικό θέμα της περισυλλογής του Κυρίου κατά την διάρκεια της δικής Του περπλάνησης στην έρημο. «Ουκ επειράσεις Κύριον τον Θεόν σου».

Εδώ τελείωσαν οι τρείς πειρασμοί του Κυρίου.

Να ξαναφέρουμε στο μυαλό μας τι θα συνέβαινε εάν ο Κύριος υπέκυπτε σε κάποιον απ’ αυτούς.

Εάν υπέκυπτε στον πρώτο, ο άνθρωπος Ιησούς δεν θα ήταν πλέον άνθρωπος, και ποτέ δεν θα μπορούσε να μας αντικαταστήσει και να μας σώσει.

Εάν υπέκυπτε στο δεύτερο δεν θα ήταν πλέον ο Χριστός, ο χρισμένος του Θεού.

Εάν υπέκυπτε στον τρίτο δεν θα ήταν πλέον Υιός.

Αυτοί είναι οι τρείς βαθμοί του πειρασμού Του.

«Και αφού εξάντλησε κάθε πειρασμό ο διάβολος, έφυγε από αυτόν μέχρι καιρού.» (Εδ.13).

Σαν τελείωσε ο Διάβολος τούτο τον κύκλο των πειρασμών σταμάτησε την προσωπική αντιπαράθεση με τον Κύριο, περιμένοντας πάλι την κατάλληλη ευκαιρία. Δεν σταμάτησε βέβαια τις επιθέσεις του στο έργο Του, αλλά σε προσωπική μάχη μαζί Του δεν ξαναήρθε, απο ότι μας αναφέρουν οι 4 ευαγγελιστές, μέχρι να του δινόταν η κατάλληλη ευκαιρία σαν και τούτη εδώ στην έρημο. Και του δόθηκε μια τέτοια ευκαιρία προς το τέλος της επίγειας ζωής του Κυρίου μας. Ήταν τοτε που ο Ίδιος είπε, «Έρχεται ο άρχοντας αυτού του κόσμου», (Ιω. ΙΔ30), ήταν στην Γεθσημανή, «Η ώρα και η εξουσία του σκότους», όπως πάλιν ο Ίδιος είπε (Λουκ. ΚΒ 53).

Αυτό είναι το «μέχρι καιρού» που μας αναφέρει εδώ ο Λουκάς.

Όπως στην έρημο σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να θαμπώσει και να δελεάσει αυτή την καρδιά, στο ξεκίνημα του έργου της, με την λάμψη της επιτυχίας, και την μέθη της απόλαυσης, έτσι και εδώ, βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, χρησιμοποίησε ένα άλλο μέσο, προσπαθώντας να Τον κάνει να λοξοδρομήσει. Χρησιμοποίησε τον φόβο για τα παθήματα, την αγωνία του πόνου, τον εφιάλτη της ποινής. Τούτοι οι τρείς είναι ακριβώς οι μοχλοί με τους οποίους πετυχαίνει να σπρώξει την ανθρώπινη ψυχή έξω από το μονοπάτι της υπακοής: Η λάμψη της επιτυχίας, η μέθη της απόλαυσης και ο φόβος.

Ας σημειώσομε κάτι που αναφέρει ο Ματθαίος, και παραλείπει ο Λουκάς, ίσως από άγνοια του γεγονότος: «Τότε ο Διάβολος τον άφησε και ήλθαν άγγελοι και τον υπηρετούσαν». (Ματθ. Δ11). Ήταν η απάντηση του Θεού στην εμπιστοσύνη που Του έδειξε.

Αυτή η νίκη απεφάσισε την τύχη του ανθρωπίνου γένους. Αν ο Ιησούς νικιόταν, δεν θα υπήρχε νέα δημιουργία, νέα ανθρωπότητα. Ηταν εδώ που ετέθη το θεμέλειο της εγκαθίδρυσης της Βασιλείας του Θεού μεταξύ των ανθρώπων.

Είναι μία ερώτηση που μπορεί να δημιουργηθεί σαν μελετάμε το περιστατικό των πειρασμών: α) Θα μπορούσε ο Ιησούς πράγματι να πειρασθεί, εάν ήταν άγιος; Θα μπορούσε να αμαρτήσει, εάν ήτο ο Υιός του Θεού; Θα μπορούσε να αποτύχει στο έργο Του, εάν ο Θεός Τον είχε χρίσει γι” αυτό το έργο;

Να τα πάρουμε ένα ένα:

α) Ήταν άγιος, αλλά θα μπορούσε να πειραχθεί. Ποιό είναι το σημείο στο οποίο ο Διάβολος πειράζει έναν άγιο άνθρωπο; Είναι το σημείο στο οποίο μια νόμιμη σωματική ανάγκη ή επιθυμία, ή μία φυσιολογική επιθυμία της ψυχής, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί γιατί το Θείο θέλημα δεν της το επιτρέπει. Οπως π.χ. στην Γεθσημανή που ήρθε σε διαμάχη η φυσιολογική αποστροφή του ανθρώπου – Ιησού για τον πόνο και τα παθήματα, με το θέλημα του Θεού. Κάτι που μερικές φορές γίνεται και στην δική μας ζωή.

β) Ο Υιός του Θεού θα μπορούσε να αμαρτήσει γιατί είχε αποκηρύξει τον Θείο τρόπο ύπαρξης Του. Διαβάζομε στο Φιλιππ. Β6: «Ο οποίος αν και είχε θεϊκήν ύπαρξην,…εκκένωσε τον εαυτόν του λαβών μορφήν δούλου, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους…» Σαν άνθρωπος λοιπόν που ήταν, ναι, θα μπορούσε ν” αμαρτήσει.

γ) Παρόλο που ήταν ο χρισμένος Λυτρωτής, θα μπορούσε να ενδώσει σε κάθε στιγμή, αν το θέμα το εξετάσεις απο την άποψη της προσωπικής ελευθερίας.

Μένει ένα τελευταίο ερώτημα να απαντηθεί: Τι σκοπό υπηρετούσαν οι πειρασμοί;

Οι πειρασμοί είναι το συμπλήρωμα της βάπτισης. Είναι η προετοιμασία του Κυρίου για το έργο Του, από αρνητικής πλευράς, όπως το βάπτισμά Του ήταν απο θετικής. Με το βάπτισμά Του έλαβε κλήση, ώθηση, δύναμη. Με τους πειρασμούς Του έλαβε συνείδηση των κινδύνων που θα πρέπει να προσέχει, δεξιά Του και αριστερά Του, και των λαθών από τα οποία πρέπει να κρατηθεί μακρυά. Οι πειρασμοί ήταν η τελευταία πράξη της ηθικής Του εκπαίδευσης. Τον βοήθησαν να καταλάβει όλους τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε πιθανόν να καταστραφεί το Μεσσιανικό έργο.

Ο Θεός θεώρησε αναγκαίο να παραδώσει στην δοκιμασία του πειρασμού αυτό το Πρόσωπο, στο οποίον είχε μόλις χορηγήσει τέτοιον πλούτο χαρισμάτων, ακριβώς λόγω αυτών των χαρισμάτων. Αυτός χρειαζόταν να μάθει, στο σχολείο του πειρασμού, την συνήθεια, την τάση, ν” αφιερώνει ολοκληρωτικά στον Θεό τα χαρίσματα που είχε λάβει. Πράγματι, δεν θα πειραζόταν συχνά ο Ιησούς στην πορεία της δημόσιας διακονίας Του, να χρησιμοποιήσει τις θαυματουργικές Του δυνάμεις για την καλλιτέρευση της προσωπικής Του θέσης μέσα στον κόσμο; Τούτο όμως θα ήταν σαν να εγκατέλειπε την αληθινή Του κατάσταση σαν άνθρωπος, και το έργο Του θα ματαιωνόταν.

Δεν θα είχε αρκετές φορές την ευκαιρία, που προσφερόταν απ” τον ενθουσιασμό του πλήθους, να παίξει τον ρόλο ενός πολιτικού Μεσσία, ενός ένδοξου γηίνου Βασιλιά; Τούτο όμως δεν θα ήταν τίποτα λιγώτερο απ” την εγκατάλειψη της θέσης Του σαν λυτρωτής Μεσσίας, τέτοιον όπως τον είχε στην πρόθεση Του ο Θεός, και τον απαιτούσαν οι αληθινές ανάγκες του ανθρωπίνου γένους;

Τέλος, δεν θα εξετίθετο συχνά στον πειρασμό να κάνει χρήση αυθαίρετα, και χωρίς ηθική ανάγκη, της τεράστιας δύναμης που Του ήταν εμπιστευμένη; Τούτο όμως θα ήταν μια υψίστη πράξη απρέπειας προς τον Θεό τον Πατέρα Του, και μια εγκατάλειψη της θέσης Του σαν Υιού.

Για ν” αποφύγει αυτούς τους κινδύνους στην μελλοντική Του ζωή, θα πρέπει να τους γνωρίσει από πριν. Είναι σαν τον πλοίαρχο ενός πλοίου, ο οποίος, πριν μπει στον ωκεανό, θα πρέπει πρώτα να έχει μελετήσει τον χάρτη των βραχονησίδων και υφάλων που είναι σκόρπιοι στις θάλασσες που έχει να περάσει.

Σ” αυτό χρησίμευσαν στον Ιησού οι πειρασμοί στην έρημο. Στο βάπτισμα Του έμαθε τι είχε να κάνει· με τους πειρασμούς Του διέκρινε τι είχε ν” αποφύγει. Έτσι Τον καθοδήγησε ο Πατέρας – έτσι Τον κατέστησε ενήμερο. Μια εκπαίδευση πέρα για πέρα ανθρώπινη, σαν άνθρωπος που ήταν. Τούτη η εκπαίδευση ήταν απαραίτητη γι” Αυτόν, στον οποίον είχε ανατεθεί ο στόχος να συντρίψει, στο όνομα του ανθρωπίνου γένους σαν σύνολο, το κεφάλι του φιδιού.

Εάν από το πρώτο βήμα στον δύσκολο δρόμο Του ο Ιησούς κρατήθηκε ακριβώς στο μονοπάτι που Του είχε ορίσει το Θείο θέλημα, χωρίς καμμία παρέκκλιση, αλλαγή ή διστακτικότητα, τούτο σίγουρα οφείλεται στην εμπειρία του πειρασμού. Όλες οι εσφαλμένες επιλογές ήσαν ήδη απο τούδε γνωστές σ” Αυτόν, ήταν ο ίδιος ο εχθρός που Του πρόσφερε αυτή την υπηρεσία. Και ήταν γι” αυτή την αιτία που ο Θεός Τον παρέδωσε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην δύναμη του. Αυτό ακριβώς εκφράζει η διήγηση του Ματθαίου όταν λέγει: «Οδηγήθηκε υπό του Πνεύματος εις την έρημον, δια να πειρασθεί από τον Διάβολον». (Δ1).

Όταν έφυγε από το σχολείο ο Ιησούς είχε κατανοήσει με σαφήνεια τρία πράγματα: α) Όσον αφορά το πρόσωπο Του, καμμία Του πράξη μέσα στο έργο Του δεν θα είχε την τάση να το υψώσει πάνω από την ανθρώπινή του κατάσταση την οποία είχε ντυθεί, γιατί τότε το έργο του θα καταστρεφόταν. β) Όσον αφορά το έργο Του, ότι δεν επρόκειτο να εκτελεσθεί με όμοιο τρόπο που ενεργούν οι δυνάμεις αυτού του κόσμου. Ότι θα ερχόταν εις πέρας χωρίς την βοήθεια αυτών των δυνάμεων. γ) Όσον αφορά την χρήση της Θείας δύναμης που Του είχε χορηγηθεί, οτι τούτη ποτέ δεν θα εχρησιμοποιείτο για την ικανοποίηση μιας προσωπικής Του επιθυμίας, ενός καπρίτσιου, και τούτο στο όνομα της ελευθερίας Του σαν Υιού, ούτε ακόμη κάτω από την πρόφαση μιας τυφλής εμπιστοσύνης στην βοήθεια του Θεού. Μάλλον σ’ αυτό το σφάλμα θα πρέπει να έπεσε κατά κάποιον τρόπο ο Μωυσής, και στερήθηκε την ευλογία να εισέλθει στη γη της υπόσχεσης, Αριθμοί Κ11,12.

Και πραγματικά, καθώς παρακολουθούμε την μετέπειτα ζωή Του, και το έργο Του, ποτέ δεν ξέφυγε απ’ αυτές τις γραμμές. Οι υλικές Του ανάγκες προμηθεύτηκαν από τις δωρεές της αγάπης του Θεού, και όχι από θαύματα. Να θυμηθούμε, ήταν η αγάπη αυτών που είχε ευεργετήσει, και ειδικά μερικών γυναικών «που Τον βοηθούσαν με τα υπαρχοντά τους» (Λουκ.Η3). Όλη Του η ζωή δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία διαρκής ταπείνωση – μια αδιάλειπτη συνέχιση, να το πούμε έτσι, της ενσάρκωσης Του.

Καθώς εργαζόταν να εγκαθιδρύσει την Βασλεία του Θεού, αρνήθηκε αδίστακτα την βοήθεια της ανθρώπινης δύναμης – όπως για παράδειγμα, όταν τα πλήθη θέλησαν να Τον κάνουν βασιλιά (Ιωανν. ΣΤ15). Η διακονία Του είχε τον χαρακτήρα μιας αποκλειστκά πνευματικής κατάκτησης.

Απέφυγε τέλος κάθε θαύμα που δεν είχε σαν άμεσο του στόχο την αποκάλυψη της ηθικής τελειότητας, δηλαδή, την αποκάλυψη της δόξας του Πατέρα, (Λουκάς ΙΑ 29). Ποτέ δεν έκανε θαύμα για να αποδείξει κάτι.

Η μεταμόρφωση

Να μελετήσομε το γεγονός της Μεταμόρφωσης από το Λουκάς Θ28-36

«Οκτώ περίπου ήμερες ύστερα από τα λόγια αυτά, επήρε τον Πέτρον, τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και ανέβηκε στο όρος δια να προσευχηθεί. Και ενώ προσευχότανε, άλλαξε η όψις του προσώπου του και τα ενδύματα του ήταν λευκά και αστραφτερά. Αίφνης, δύο άνδρες συνομιλούσαν μαζί του, αυτοί ήσαν ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι οποίοι εφανερώθηκαν με λαμπρότητα και μιλούσαν δια τον θάνατό του, ο οποίος έμελλε να πραγματοποιηθεί στην Ιερουσαλήμ. Ο Πέτρος και εκείνοι που ήσαν μαζί του είχαν πέσει εις βαθύν ύπνον. Όταν εξύπνησαν, είδαν την δόξα του και τους δύο άνδρες, οι οποίοι εστέκοντο μαζί του. Και καθώς αυτοί απεχωρίζοντο από τον Ιησούν, του είπε ο Πέτρος, «Διδάσκαλε, καλόν είναι να μείνωμεν εδώ. Ας κάνουμε τρείς σκηνές, μίαν για σένα μίαν δια τον Μωυσήν και μίαν δια τον Ηλίαν», χωρίς να ξέρει τι λέγει. Ενώ δε έλεγε αυτά, ήλθε ένα σύννεφο και τους εσκίασε. Όταν εμπήκαν εις το σύννεφο εφοβήθηκαν, και μια φωνή ακούσθηκε από το σύννεφο που έλεγε, «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, αυτόν να ακούετε». Μετά την φωνήν ευρέθηκε ο Ιησούς μόνος. Αυτοί κράτησαν σιωπή και δεν είπαν τας ημέρας εκείνας σε κανέναν τίποτα από τα όσα είχαν δει». (Εδ. 28-36).

Το γεγονός της μεταμόρφωσης αναφέρεται σε όλη την Καινή Διαθήκη ακόμα μια μόνον φορά, στην Β” Πέτρου Α, πράγμα που δείχνει ότι δεν είναι κάτι που αφορά άμεσα το έργο της σωτηρίας μας. Μας αναφέρεται πιο πολύ σαν ένα στάδιο της ζωής και της ανάπτυξης του Ιησού, κάτι αντίστοιχο π.χ. σαν το βάπτισμα Του.

Οι λεπτομέρειες αυτού του γεγονότος είναι γνωστές σε όλους που μελετάνε την Γραφή. Ένα όμως σημείο που πολλοί απ” αυτούς ίσως δεν έχουν προσέξει, είναι το μέρος που αυτό καταλαμβάνει στην γήινη πορεία του Ιησού. Από την μια μεριά, τούτο το γεγονός λαμβάνει χώρα, όταν η δημόσια διακονία Του έχει φθάσει στο αποκορύφωμα της. Απ” την άλλη, είναι το πρώτο βήμα της καθόδου που τελειώνει στον σταυρό. Πρόκειται για μια αποφασιστική στιγμή στην διακονία του Κυρίου.

Να θυμηθούμε, πριν 8 ημέρες, όταν ο Κύριος είχε βρεθεί μόνος με τους μαθητάς, καθώς βάδιζαν στον δρόμο προς την Καισάρεια του Φιλίππου, τους ρώτησε την γνώμη τους για το πρόσωπο Του. Με χαρά διαπίστωσε από την απάντηση που Του έδωσε ο Πέτρος, εν ονόματι και των άλλων, ότι αυτοί τουλάχιστον είχαν πεισθεί για την θεία Του προέλευση και το έργο Του. Στην ενεργητική ομολογία της πίστης από τον Πέτρο και από τους μαθητές Του, Αυτός τρυγά τους καρπούς του έργου στο οποίον είχε αφιερωθεί τα δύο τελευταία χρόνια. Και είναι εδώ, που για πρώτη φορά, τους ενημερώνει για τα εγγύζοντα παθήματα και τον ατιμωτικό Του θάνατο (Ματθαίος ΙΣΤ13, Μάρκος Η27, Λουκάς Θ18), εισερχόμενος έτσι σε μια καινούργια φάση στο έργο Του. Έτσι, αυτή η στιγμή, που σημειώνει το απώγειο της δημόσιας διακονίας Του, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι και το σημείο μετάβασης από την δράση στο πάθος.

Είναι εδώ, λοιπόν, που έκρινε σκόπιμο να τους πάει ένα βήμα παρα πέρα, να αρχίσει να τους εξηγεί ποιό δρόμο είχε ο Θεός ορίσει να περπατήσει Αυτός που Τον έστελνε Σωτήρα, Μεσσία στον κόσμο. Άρχισε να τους αποκαλύπτει την αναγκαιότητα του θανάτου Του, του χωρισμού τους. Τούτο όμως ήταν τόσο αντίθετο με τι προσδοκίες και τις ελπίδες τους. Μια βαθειά λύπη απλώθηκε στις καρδιές τους. Ο Κύριος πρέπει να ανησύχησε βλέποντας τους αυτές τις 8 ημέρες να είναι συνέχεια σε κατήφεια. Υπήρχε κίνδυνος να αποκαρδιωθούν. Ήταν μια κατάσταση εξ ίσου επικίνδυνη μ’ εκείνον τον σαρκικό ενθουσιασμό που τους είχε καταλάβει τότε που πολλαπλασίασε τα ψωμιά.

Αυτός ήταν ο λόγος που πήρε αυτούς τους τρείς, που κατά κάποιο τρόπο στήριζαν και τους υπoλοίπους, (αν έπαιρνε παραπάνω από τους τρείς εμπίστους Του θα ήταν πολύ δύσκολο να κρατηθεί το μυστικό), και ανέβηκε μαζί τους στο βουνό. Ήθελε να προσευχηθεί μαζί τους για να στηριχθούν. Και ειδικά καθώς ανεβαίνεις σε κάποιο ύψος, πάνω στο βουνό, οι σκέψεις συγκεντρώνονται πιο εύκολα, και το πνεύμα ελευθερώνεται απ” την κατάθλιψη. Τούτο το γνώριζε εκ πείρας ο Κύριος, και γι” αυτό τους ανέβασε εκεί επάνω.

Το ό,τι έγινε στην συνέχεια ήταν η απάντηση του Θεού στην προσευχή Του πάνω σε αυτό ακριβώς το θέμα, το δυνάμωμα της πίστης αυτών των τριών βασικών αποστόλων.

Τι ακριβώς έγινε, τι ήταν τούτο το μυστηριώδες φαινόμενο: Όλοι οι πιστοί γνωρίζουν εκ πείρας ότι εκείνο το υψηλό αίσθημα που νοιώθουν μερικές φορές, δίνει στην έκφραση του προσώπου, και ακόμα στην εικόνα όλου του ανθρώπου μια ξεχωριστή λάμψη. Η παρόρμηση της αληθινής αφιέρωσης, ο ενθουσιασμός της λατρείας, τον φωτίζει. Αν συμβεί ταυτόχρονα με αυτή την κατάσταση της ψυχής να υπάρχει μια συγκεκριμένη αποκάλυψη του Θεού, όπως στην περίπτωση του Μωϋσή ή του Στεφάνου, μπορεί τότε να συμβεί αυτός ο εσωτερικός φωτισμός της ψυχής να διεισδύσει μέσα απ” το κάλυμμα της, το σώμα, και να φανεί έξω, κάνοντας και αυτό, το σώμα, και τα ρούχα που το καλύπτουν τελείως φωτεινά. Να θυμηθούμε ότι όταν κατέβαινε ο Μωϋσής απ” το όρος, απ” την παρουσία του Θεού, έλαμπε τόσο πολύ που, επειδή θαμβωνόταν να Τον βλέπουν, αναγκαζόταν να βάλει κάλυμμα στο πρόσωπο του. Να θυμηθούμε επίσης και τον Στέφανο, «Και όλοι που εκάθοντο εις το συνέδριον προσήλωσαν σε αυτόν τα βλέμματα και είδαν το πρόσωπόν του να είναι σαν πρόσωπο αγγέλου» (Πρ. ΣΤ 15).

Τούτο το φαινόμενο είναι μία ένδειξη της δόξας που θα πάρει το σώμα των πιστών κάποτε στο μέλλον.

Ήταν μάλλον ένα τέτοιο φαινόμενο που έγινε στο πρόσωπο του Ιησού καθώς προσευχόταν.

Ο Λουκάς λέγει: «Άλλαξε η όψη του προσωπου Του», ο Ματθαίος: «Έλαμψε το πρόσωπόν Του όπως ο ήλιος». «Τα δε ρούχα του έγιναν λευκά όπως το φως». Ο Λουκάς λέγει: «Λευκά απαστράπτοντα».

Απ” ότι φαίνεται, τούτη την περίοδο θα πρέπει ο Κύριος να είχε φθάσει στην τελειότητα της εσωτερικής Του ανάπτυξης. (Μην ξεχνάμε ότι ένα από τα δύο κομμάτια από τα οποία αποτελείτο το έργο Του, ήταν να φθάσει τούτη την ανθρώπινη κατάσταση, που ντύθηκε για χάρη μας, στην τελειότητά της, ώστε να μπορεί στην συνέχεια να την μεταβιβάζει έτοιμη, δια του Αγίου Πνεύματος, σε αυτούς που θα προσκολλόταν στο μέλλον δια πίστεως στο πρόσωπόν Του – «Υπέρ αυτών εγώ αγιάζω τον εαυτόν Μου»).

Παρατηρώντας την ζωή του Κυρίου μας εύλογα έρχεται μια ερώτηση στον νου: Ποιά θα είναι η τελική κατάληξη μιας ανθρώπινης ζωής η οποία έχει φθάσει σ” αυτό το μεσουράνημα της τελειότητας; Θα έχει και αυτή να υποβληθεί στον νόμο της φθοράς, της γήρανσης, και του θανάτου, όπως συμβαίνει με όλους τους άλλους; Όχι· ο θάνατος, στην περίπτωση του ανθρώπου, είναι «ο μισθός της αμαρτίας», δεν είναι η φυσιολογική κατάληξη της ζωής του. Αφού υπάρχει η δυνατότητα να γίνει ένα με τον Θεό, μπορεί, αντλώντας από κει, να υπερνικήσει όλες τις δυνάμεις της φθοράς, που είναι έμφυτες στο γήινο σώμα του. Αν ο Αδάμ δεν αμάρτανε, ο θάνατος δεν θα παρεμβαλόταν στην εξέλιξη της ζωής του ανθρώπου. Σαν τούτος έφτανε στο σημείο αυτό της τελειότητας, σ” αυτό που είχε φθάσει ο Ιησούς Χριστός τώρα σαν άνθρωπος, με μια ένδοξη μεταμόρφωση θα εισήρχετο στην αιωνιότητα.

Ένα βασιλικό μονοπάτι είχε, λοιπόν, αρχικά ανοιχθεί γι” αυτόν· και αυτό οδηγούσε, μέσω του πειρασμού και της ηθικής προόδου, από την αθωότητα στην αγιότητα – αυτό ήταν το πρώτο μέρος του ταξιδιού, της πορείας του. Στην συνέχεια, μέσω μιας ένδοξης μεταμόρφωσης, φυσικής και πνευματικής, θα προχωρούσε από την αγιότητα στην δόξα. Η μεταμόρφωση της κάμπιας σε πεταλούδα μας βοηθά να καταλάβουμε για κείνη την ένδοξη μεταμόρφωση, για την οποίαν μιλάμε εδώ. Κάπου εδώ βρίσκεται και το κλειδί, που μας ανοίγει να καταλάβουμε εκείνο το μυστηριώδες γεγονός της μεταμόρφωσης του Κυρίου.

Ο Ιησούς, έχοντας έτσι φθάσει την ανθρώπινη Του κατάσταση στο σημείο της τελειότητας της, όπως το έχει ορίσει ο Θεός, έχοντας φθάσει στην απόλυτη αγιότητα, θα μπορούσε τώρα, σύμφωνα με τον βασιλικό νόμο που μιλήσαμε πιό πάνω, να υψωθεί, από την γήινη μορφή ύπαρξης, στην ουράνια κατάσταση. Η μεταμόρφωση θα πρέπει να ήταν το πρώτο βήμα σ” αυτή την ένδοξη ανάβαση.

Εκείνο το φως απ’ τον ουρανό το οποίον φώτιζε συνεχώς την εσωτέρα Του ύπαρξη, και που αρχίζει τώρα να φωτίζει το σώμα Του, και κάνει ακόμα και τα ρούχα Του να λάμπουν, θα πρέπει είναι η αρχή του δοξασμού Του. Εκείνοι οι δύο αγγελιοφόροι από έναν υψηλότερο κόσμο, που Του παρουσιάζονται, ίσως να είναι οι πρεσβευτές που ήλθαν να Τον συναντήσουν, και να Τον εισάγουν στην ουράνια κατοικία. Τέλος, εκείνο το σύννεφο – το μυστηριώδες σύμβολο της παρουσίας του Πατέρα – ίσως να είναι το άρμα, με το οποίο ο Άγιος και ο Δίκαιος είναι ν” ανέβει στον κόσμο της δόξας.

Αλλά να τι συμβαίνει στην συνέχεια: Το φως εξαφανίζεται· οι ουράνιοι αγγελιαφόροι χάνονται· το σύννεφο αποσύρεται. Ο Ιησούς παραμένει ανάμεσα στους μαθητάς Του, ο ίδιος όπως πριν· και αμέσως, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, κατεβαίνει το βουνό μαζί με τους τρεις, που υπήρξαν μάρτυρες της σκηνής. Πως μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την κατάληξη, τόσο διαφορετική από εκείνη στην οποία φαινόταν να οδηγεί;

Μια πρόταση της διήγησης μας δίνει την εξήγηση που ψάχνουμε: «Και, να, μιλούσαν μαζί Του ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι οποίοι «έλεγον την έξοδον αυτού ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ» (Λουκάς Θ31). Δύο αντίθετοι τρόποι αναχώρησης απ” αυτή την ζωή προσφερόταν σ” Αυτόν εκείνη την στιγμή. Ο ένας, εκείνος στον οποίον είχε δικαίωμα, δυνάμει της αγιότητας Του. Ήταν η φυσιολογική κατάληξη μιας απόλυτα άγιας ζωής, η δοξασμένη μεταμόρφωση που είχε ορισθεί απ” την αρχή για τον άνθρωπο, σαν τούτος βάδιζε έως το τέλος του το μονοπάτι της προόδου που του είχε ορισθεί. Η μεταμόρφωση του εξωτερικού Του αυτή την στιγμή δεν ήταν παρά το προανάκρουσμα της. Ήταν στο χέρι του Ιησού να δεχθεί αυτήν την θριαμβευτική αναχώρηση· και ήταν δίκαιο εκ μέρους του Θεού να Του την προσφέρει, ήταν το βραβείο για την αγιότητα Του.

Αλλά επανερχόμενος κατ” αυτόν τον τρόπο στον ουρανό, ο Ιησούς θα εισερχόταν εκεί μόνος. Η πόρτα θα έπρεπε αναπόφευκτα να κλείσει από πίσω Του. Η ανθρωπότητα, μη συμφιλιωμένη, σε έχθρα ακόμα με τον Θεό, θα παρέμενε στην γη, κάτω απ” τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου, έως την ολοκληρωτική της καταστροφή.

Δίπλα δίπλα σ” αυτόν τον δρόμο αναχώρησης, ο Ιησούς αντικρύζει έναν άλλον, που οδηγεί στην Ιερουσαλήμ, εκείνη την πόλη που σκοτώνει τους προφήτες, και που ακόμα περισσότερο, δεν πρόκειται να κάνει διαφορετικά με τον Άγιο του Θεού, εάν Αυτός αρνηθεί να υποχωρήσει στην σαρκική της θέληση. Αυτό το οδυνηρό τέλος για την ζωή Του είναι το θέμα της συνομιλίας Του με τους δύο μεγάλους αντιπροσώπους της Παλαιάς Διαθήκης, και είναι αυτό, καθώς θα τους δήλωσε, που προτιμά και αποδέχεται.

Και τούτοι οι δύο ήσαν ειδικά κατάλληλοι να καταλάβουν αυτή την προτίμηση, από την αντίθεση ακριβώς μεταξύ της αναχώρησης που ο Ιησούς εκλέγει, και της δικής τους. Δεν είχε τελειώσει ο ένας απ” αυτούς, ο Μωυσής, καθώς λέγουν οι Ραββίνοι, από «το αγκάλιασμα του Αιωνίου»; Δεν είχε ο άλλος ανέβει μ” ένα άρμα φωτιάς; Ο Ιησούς τους εισάγει στην νίκη της τέλειας αγάπης. Γυρίζει την πλάτη Του στην αψίδα του θριάμβου, που υψώνεται εμπρός Του, και κινείται αποφασιστικά προς το σκοτεινό μονοπάτι που οδηγεί στον ουρανό μέσα απ’ τον τάφο. «Η αγάπη», λέγει το άσμα του Σολομώντα, «είναι δυνατώτερη από τον θάνατο». Η μεταμόρφωση αποδεικνύει ότι είναι δυνατώτερη από κάτι που είναι δυνατώτερο και από τον ίδιο τον θάνατο· είναι δυνατώτερη από τον ουρανό και την έλξη του ουρανού, που αισθάνεται ο πλέον ουράνιος νους. Ο Ιησούς είχε την δύναμη να υψωθεί. Εκλέγει ελεύθερα, και κατεβαίνει, παίρνοντας τον δρόμο προς την Ιερουσαλήμ.

Έχοντας εκπληρώσει τον στόχο που είχε τεθεί εμπρός στον αθώο άνθρωπο, – εκείνον του να γίνει ο άγιος άνθρωπος, τέλειος από κάθε άποψη, – ο Ιησούς, στο σημείο ακριβώς που ακουμπά το χέρι πάνω στο στέμμα, στο έπαθλο για την νικηφόρα πορεία Του, τραβιέται πίσω απ” αυτό, διότι βλέπει εμπρός Του έναν άλλο στόχο, ένα τελικό έργο που μόνον Αυτός μπορεί να κάνει, θα λέγαμε, ένα έργο αναπόφευκτο γι Αυτόν· ποιό; Να επανορθώσει την πεσμένη ανθρωπότητα, και ν” ανέβει στην δόξα, όχι μόνος, αλλά ακολουθούμενος από μια μεγάλη συντροφιά.

Η μεταμόρφωση είναι, λοιπόν, η μετάβαση στην τελευταία σειρά των βασικών γεγονότων στην ζωή του Ιησού.

Άς ξαναδούμε την σκηνή απ’ την διήγηση του Λουκά:

«Αίφνης, δύο άνδρες συνωμιλούσαν μαζί του, αυτοί ήσαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας, οι οποίοι φανερώθηκαν με λαμπρότητα και μιλούσαν δια τον θάνατόν του, ο οποίος έμελλε να πραγματοποιηθεί εις την Ιερουσαλήμ. Ο Πέτρος και εκείνοι που ήσαν μαζί του είχαν πέσει σε βαθύ ύπνο. Όταν εξύπνησαν, είδαν την δόξα του και τους δύο άνδρες, οι οποίοι εστέκοντο μαζί του». (Εδ. 30-32).

Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις που όχι μόνο το μάτι του ετοιμοθανάτου πιστού λάμπει με μια ουράνια λαμπρότητα, αλλά ακούγεται και να συζητά με αγαπητά πρόσωπα που έχουν φύγει πριν απ” αυτόν στο ουράνιο σπίτι. Είναι η ώρα που του ανοίγεται η πύλη και ο ουρανός και η γη, την λίγη ώρα που τούτη μένει ανοιχτή, για να περάσει ο πιστός μέσα, επικοινωνούν. Έτσι ακριβώς έγινε και εδώ στην προσευχή του Κυρίου. Ο ουρανός ήλθε κάτω, και η γη υψώθηκε. Οι δυο σφαίρες ακούμπησαν.

Οι τρείς μαθητές, μάρτυρες της σκηνής, αντελήφθησαν την παρουσία δύο ξένων προσώπων. Στην αρχή δεν γνώριζαν ποίοι ήταν. Μετά τους κατάλαβαν με τα ονόματα τους. Όταν τους αντελήφθησαν αυτοί ήδη είχαν συζητήσει για ορισμένο χρόνο με τον Κύριο.

Ο Μωϋσής και ο Ηλίας είχαν διακριθεί δια τον ζήλον τους με τον οποίον υπηρέτησαν τον Θεό στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης.

Και οι δύο, όπως είπαμε, είχαν ένα προνομιακό τέλος: Ο Ηλίας ανηρπάγη στον ουρανό. Και κάτι εξ ίσου μυστηριώδες υπάρχει και στον θάνατο του Μωϋσή, και την εξαφάνισή του σώματος του. Να συνδέεται άραγε η εμφάνισή τους πάνω στο βουνό με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του τέλους της γήινης τους ζωής;

Μια άλλη ερώτηση εδώ είναι πως ήταν σε θέση οι Απόστολοι να τους γνωρίζουν με τα ονόματά τους. Ίσως να τους μίλησε με τα ονόματά τους ο Ιησούς στην διάρκεια της συζήτησης. Ίσως όμως αυτοί που εισέρχονται στην δόξα να φέρουν επάνω στην μορφή τους κάτι που να κάνει τον άλλο να διαχωρίζει την προσωπικότητα του. Να θυμηθούμε, στο Αποκάλυψη Γ 17, ο Λόγος του Θεού μιλά για κάποιο καινούργιο όνομα που θα πάρουν οι νικητές της πίστης, σαν εισέλθουν στην δόξα. Άρα εκεί πάνω θα γνωριζόμαστε ο καθένας ατομικά.

Ο Κύριος με τον Μωϋσή και τον Ηλία είχαν μια συνομιλία. Ποιό ήταν το θέμα τους; «Μιλούσαν», μας αναφέρει ο Λουκάς, «δια τον θάνατον Του, ο οποίος έμελλε να πραγματοποιηθεί εις την Ιερουσαλήμ».

Σίγουρα δεν ήταν ο Μωϋσής και ο Ηλίας που ήλθαν να πληροφορήσουν τον Κύριο για τα παθήματα που επρόκειτο σε λίγο να υποστεί. Ο Κύριος το γνώριζε καλά αυτό, άλλωστε μην ξεχνάμε ότι μόλις πριν 8 ημέρες είχε πληροφορήσει γι” αυτό το θέμα τους μαθητές Του. Είναι μάλλον οι δύο ουράνιοι επισκέπτες που πληροφορούνται απ” τον Ιησού, όπως λίγο πριν οι μαθητές Του.

Στην θέα αυτού του σταυρού που πρόκειται να στηθεί, ο Ηλίας μαθαίνει ότι υπάρχει μια δόξα ανώτερη από εκείνη του να αρπαχθεί κάποιος στον Ουρανό. Είναι το να υψωθείς εκεί, μέσω ενός οδυνηρού και ατιμωτικού θανάτου, προσφέροντας τον εαυτόν σου θυσία στο έργο της αγάπης του Θεού.

Ο Μωϋσής επίσης κατανοεί ότι υπάρχει ένα μεγαλοπρεπέστερο τέλος από του να πεθαίνεις απ” το «φιλί του Αιωνίου», αυτή την έκφραση χρησιμοποιούσαν οι Ιουδαίοι διδάσκαλοι αναφορικά με τον ένδοξο θάνατο του. Αυτό το μεγαλοπρεπέστερο τέλος για την ζωή κάποιου είναι, να την παραδώσει στην φωτιά της θείας οργής, για να σωθούν οι άλλοι.

Τούτη η συζήτηση, το θέμα της οποίας πριν 8 ημέρες είχε θορυβήσει τους μαθητάς, θα πρέπει να τους ησύχασε αρκετά, γιατί τους βοήθησε να καταλάβουν ότι όλα γινόταν σύμφωνα μ” ένα θείο σχέδιο.

Το κείμενο λέγει συγκεκριμένα τα εξής: «οί οφθέντες εν δόξη έλεγον την έξοδον αυτού ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ». Με την λέξη «έξοδο» ο Λόγος του Θεού εννοεί ταυτόχρονα τον θάνατο και την ανάληψη του Κυρίου.

Να το ξαναπούμε: Όπως ο θάνατος είναι για μας το «φυσιολογικό», ας το πούμε, τέλος της γήινης ζωής μας, έτσι και η ανάληψη στον ουρανό θα ήταν το φυσιολογικό τέλος της γήινης ζωής του Ιησού, μια και την είχε φθάσει στην τελειότητα, εκεί που την προόριζε ο Θεός. Θα μπορούσε τούτη την ώρα ν” αναληφθεί μαζί με τους δύο ουράνιους επισκέπτες Του. Αλλά το να αναληφθεί τώρα, θα ήταν να αναληφθεί χωρίς εμάς. Καθώς κυττά απ” το βουνό βλέπει κάτω στην πεδιάδα το ανθρώπινο γένος συντριμμένο κάτω απ” το βάρος της αμαρτίας και του θανάτου. Να το εγκαταλείψει; Μα γι” αυτούς ήλθε. Δεν μπορεί να αναληφθεί εκτός αν τους φέρει και αυτούς μαζί Του. Έτσι προχωρά με θάρρος στο άλλο μονοπάτι που Τον φέρνει αναγκαστικά στην Ιερουσαλήμ.

«Οι οφθέντες εν δόξη έλεγον την έξοδον αυτού ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ». Ήταν θλιβερό προνόμιο της Ιερουσαλήμ να σκοτώνει αυτή τους απεσταλμένους του Θεού (ΙΓ 13). Εκεί λοιπόν στην Ιερουσαλήμ και Αυτός ο Ίδιος, επρόκειτο όχι να «υποστεί», το κείμενο λέγει «πληρείν», να «εκπληρώσει» θάνατον. Δηλαδή ο θάνατος Του δεν ήταν το τέλος της ζωής Του, αλλά το μέσον που εκπληρώθηκε ένας στόχος, ποιός; Ο θάνατος του θανάτου.

«Όταν εξύπνησαν», οι τρείς μαθητές, «είδαν την δόξαν του και τους δύο άνδρας, οι οποίοι εστέκοντο μαζί Του. Και καθώς αυτοί απεχωρίζοντο από τον Ιησούν, του είπε ο Πέτρος, «Διδάσκαλε, καλόν είναι να μείνωμεν εδώ. Ας κάνουμε τρείς σκηνές, μίαν για σένα μία δια τον Μωϋσήν και μία δια τον Ηλίαν», χωρίς να ξέρει τι λέγει». Ανησύχησε ο Πέτρος μήπως οι δύο επισκέπτες απ” τον ουρανό φοβόντουσαν να περάσουν έξω την νύκτα τους και γι” αυτό έφευγαν. Τα είχε χαμένα.

«Ενώ δε έλεγε αυτά, ήλθε ένα σύννεφο και τους εσκίασε. Όταν εμπήκαν εις το σύννεφο εφοβήθηκαν, και μια φωνή ακούσθηκε από το σύννεφο που έλεγε, «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, αυτόν να ακούετε».

Εδώ έχουμε το ύψιστο σημείο αυτής της σκηνής. Το σύννεφο δεν είναι ένα συνηθισμένο σύννεφο. Είναι το πέπλο που ο Θεός φορά όταν εμφανίζεται εδώ κάτω. H ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να δει ακάλυπτη την δόξα του Θεού. Το σύννεφο το συναντήσαμε στην έρημο και στα εγκαίνια του Ναού. Θα το συναντήσομε πάλι στην Ανάληψη. Ο Ματθαίος λέγει ότι ήταν φωτεινό σύννεφο.

«Ούτος έστιν ο υιός μου ο αγαπητός. Αυτού ακούετε». Στο Ματθαίο προστίθεται: «Εν ω ευδόκησα», «Εις τον οποίον ευαρεστήθηκα όσον αφορά το φέρσιμό του τώρα που είναι ντυμένος την ανθρώπινη φύση». Τούτη η τελευταία λέξη δείχνει τον σκοπό της όλης σκηνής: «Αυτού ακούετε»: «Ακούστε τον, οτιδήποτε και αν σας πει. Ακολουθήστε το μονοπάτι του, οπουδήποτε και αν σας οδηγεί». Τούτη η φωνή απευθύνεται σε όλους τους πιστούς Του: «Εσείς το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να ακούτε, να υπακούτε Αυτόν», τούτο είναι το θέλημα του Θεού για τον άνθρωπο, να υπακούει στον Ιησού Χριστό. Το είπε ο Θεός με το Ίδιο Του το στόμα.

Και ένα χαρακτηριστικό που παρατηρούμε εδώ στην ζωή του Κυρίου μας: Μετά από κάθε πράξη ταπείνωσης, κάθε πράξη υπακοής, αμέσως έρχεται ο Πατέρας να Τον υψώσει, να Τον δοξάσει. Τότε στον Ιορδάνη που ταπεινώθηκε και βαπτίσθηκε, αμέσως ήρθε φωνή απ” τον ουρανό που Τον σύστηνε σαν τον «Υιόν Του τον αγαπητόν». Εδώ, που πριν λίγο είχε δηλώσει την απόφαση Του να πάει στην Ιερουσαλήμ, και να υποστεί ατιμωτικό θάνατο υπακούοντας στο θέλημα του Πατέρα. Το ίδιο λίγο αργότερα στην σκηνή που μας αναφέρει ο Ιωάννης στο κεφάλαιο ΙΒ όταν, εν μέσω των ανησυχιών της ψυχής Του, ανανεώνει την ιερή Του απόφαση να μείνει πιστός έως θανάτου. Πάλι κι εκει φωνή ακούσθηκε απ” τον Ουρανό. Πάντα η ταπείνωση προπορεύεται της δόξας.

Οι τρείς, κατ” εντολήν του Κυρίου, όπως μας αναφέρουν οι Ματθαίος και Μάρκος, σαν κατέβηκαν δεν είπαν τίποτα μέχρι την ανάσταση Του. Ο λόγος της απαγόρευσης ήταν να αποφευχθεί ενδεχόμενο σαρκικό ξεσήκωμα εκ μέρους των μαθητών και του κόσμου. Μετά την ανάσταση και την ανάληψη Του δεν υπήρχε πλέον τέτοιος κίνδυνος.

Να ξαναθυμηθούμε τον λόγο που ο Κύριος ανέβασε τούτους τους τρεις στο βουνό για προσευχή: Ήταν για να στηριχθεί η πίστη τους, και στην συνέχεια αυτοί να γίνουν στήριγμα και για τους άλλους. Κλείνοντας να ξαναπούμε τούτο: Ο δοξασμός είναι το τέλος μιας άγιας, μιας ζωής υπακοής στο θέλημα του Θεού, όπως ο θάνατος μιας διεφθαρμένης. Απ’ την αθωότητα στην αγιότητα, και από την αγιότητα στην δόξα. Να η φυσιολογική ανάπτυξη της ανθρώπινης ύπαρξης, να το βασιλικό μονοπάτι. Η μεταμόρφωση, στο μεσουράνημα της ζωής του Ιησού, δείχνει ότι μια φορά τουλάχιστον αυτό το ιδεώδες έχει πραγματοποιηθεί στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Ο θάνατος του

Ιδέ: Ο θάνατος του, απ’ το κεφάλαιο, ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ – Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ανάσταση – Ανάληψη – Πεντηκοστή

Σε τρεις μέρες μετά την σταύρωση έλαβε χώρα η ανάσταση. Ήταν η απόδειξη ότι η θυσία του Χριστού για μας ικανοποίησε πλήρως την Θεία δικαιοσύνη, και πέτυχε την τέλεια τακτοποίηση μας μπροστά στον Θεό. Ήταν ο εγγυητής που βγήκε απ” την φυλακή, αφού το χρέος είχε πληρωθεί. Η ανάσταση επανόρθωσε την ανθρωπότητα στο πρόσωπο εκείνου από τα μέλη της, ο οποίος με την άγια Του ζωή και τον εξιλεωτικό Του θάνατο νίκησε και τους δύο εχθρούς της – τον νόμο που την κατεδίκαζε λόγω της αμαρτίας, και τον θάνατο που την κατέλαβε λόγω της καταδίκης του νόμου, Α’ Κορ. ΙΕ56.

Σαράντα μέρες τώρα περνούσαν απ” την ώρα που ο θάνατος νικήθηκε κατά τρόπο μοναδικό και αιώνιο. Ο Κύριος σ” αυτό το διάστημα είχε διακεκομμένες επαφές με τους δικούς Του. Με τις αιφνίδιες εμφανίσεις και εξαφανίσεις από ανάμεσα τους, τους γύμναζε να συνηθίσουν να πιστεύουν στην αόρατη παρουσία Του, και τους προετοίμαζε για την οριστική Του σωματική αναχώρηση στους ουρανούς, στον Πατέρα.

Κάποτε σήμανε τούτη η ώρα. Ως τόπο αποχωρισμού διάλεξε μια ξάνοιχτη μαγευτική τοποθεσία πάνω στο όρος των Ελαιών, μεταξύ Βηθανίας και Ιερουσαλήμ. Λίγο πιο κάτω, στην Γεθσημανή, πριν 6 εβδομάδες, έτρεχε ο αιματηρός ιδρώτας της αγωνίας Του. Και όμως, χωρίς την Γεθσημανή, δεν θα μπορούσε να φθάσει στο θριαμβευτικό τούτο γεγονός της επιστροφής στον Πατέρα. Είναι τα παθήματα για το θέλημα του Θεού, που οδηγούν στην κορυφή της δόξας (Ρωμαίους Η17).

Εδώ επάνω στο όρος επρόκειτο να κλείσει η επίγεια σταδιοδρομία Του, που είχε αρχίσει πριν 33 χρόνια στο παχνί της Βηθλεέμ. Τι δρόμος χρειάστηκε να διανυθεί μέχρι εδώ!

Διαβάζουμε τι αναφέρει γι” αυτό το γεγονός ο Λουκάς στο Ευαγγέλιο του:

«Τους ωδήγησε δε έξω έως την Βηθανίαν και αφού εσήκωσε τα χέρια του τους ευλόγησε. Και ενώ τους ευλογούσε, αποχωρίσθηκε απ” αυτούς και εφερετο πάνω εις τον ουρανόν. Αυτοί τον προσκύνησαν και επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ με μεγάλην χαράν, και ήσαν πάντοτε εις τον ναόν, δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον Θεόν. Αμήν.» (ΚΒ50-53).

Όπως ο αρχιερέας, βγαίνοντας απ’ τον ναό ευλογούσε τον κόσμο, το ίδιο και ο Κύριος, βγαίνει για μια ακόμη φορά απ’ τον αόρατο κόσμο, πριν κλεισθεί ολοκληρωτικά μέσα σ’ αυτόν, και δίνει στους δικούς Του μια τελευταία ευλογία. Αφού τους ευλόγησε, αποσύρεται σε κάποια απόσταση απ’ αυτούς προς την κορυφή του βουνού, και η ορατή Του παρουσία εξαλείφεται από τα μάτια τους.

Αυτοί τον προσκύνησαν και επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ με μεγάλην χαράν. Η χαρά των μαθητών, που προκλήθηκε απ’ την ανύψωση του Κυρίου τους στον ουρανό – η οποία είναι και η εγγύηση της νίκης στη δική τους την περίπτωση – έρχεται να βεβαιώσει τα λόγια που τους είχε πει ο Κύριος, Ιωάννης ΙΔ28, Εάν με αγαπούσατε θα χαιρόσαστε επειδή πηγαίνω στον Πατέρα μου. Οι μαθητές κάνουν εδώ ό,τι έκαναν στην πρώτη ημέρα του ερχομού Του στη γη οι βοσκοί – Τον προσκύνησαν, Λουκάς Β20. Αλλά τι δρόμος χρειάστηκε να διανυθεί! Τι θαυμαστή σειρά δοξασμένων ευεργεσιών μεταξύ εκείνων των δύο πράξεων υποταγής!

Καθώς η ανθρωπότητα επαναποκαθίσταται στο πρόσωπο του Χριστού με το γεγονός της ανάστασης Του, η ανάληψη Του την υψώνει στο πλήρες της ύψος. Εδώ πραγματοποιεί τον προορισμό της, ο οποίος ήταν απ’ αρχής να υπηρετήση σαν ένα ελεύθερο όργανο το έργο του απείρου Θεού.

Να διαβάσουμε το γεγονός της ανάληψης, πιο αναλυτικά, απ” τα γραφόμενα, πάλι του Λουκά, στο βιβλίο των Πράξεων:

«Όταν λοιπόν ήσαν συγκεντρωμένοι το ερωτούσαν, «Κύριε, μήπως αυτός είναι ο καιρός που θα αποκαταστήσεις την βασιλείαν του Ισραήλ;» Αυτός δε τους είπε, «Δεν είναι δική σας υπόθεσις να ξέρετε τους χρόνους ή τους καιρούς, τους οποίους ώρισε ο Πατέρας κατά την δική του εξουσία, αλλά θα λάβετε δύναμιν, όταν θα έλθη το Άγιο Πνεύμα επάνω σας, και θα είσθε μάρτυρες μου εις την Ιερουσαλήμ και εις ολόκληρη την Ιουδαίαν και Σαμάρειαν και μέχρι των περάτων της γης.» Όταν είπε αυτά, εσηκώθηκε εις τον αέρα, ενώ εκείνοι τον εκυττούσαν, και ένα σύννεφο τον απέκρυψε από τα μάτια τους. Και καθώς εκυττούσαν με προσοχή εις τον ουρανό, ενώ αυτός ανυψώνετο, αίφνης δύο άνδρες με ενδύματα λευκά εστάθηκαν κοντά τους και τους είπαν, «Άνδρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεσθε και κυττάζετε εις τον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς που ανελήφθη από σας εις τον ουρανόν, θα έλθη κατά τον ίδιον τρόπο όπως και είδατε να ανεβαίνη εις τον ουρανόν«. (Πράξεις Α6-11).

Τι συνταρακτική σκηνή! Καθώς ανέβαιναν στο βουνό για μια στιγμή σταματά, και μαζί Του σταματούν όλοι. Τους μιλά ξανά για την παγκόσμια αποστολή τους, που θα την φέρουν εις πέρας με την δύναμη του Πνεύματος, που θα τους στείλει. Μετά τους κυττά έναν έναν με θεϊκή αγάπη, σηκώνει τα χέρια και ευλογεί τούτον τον μικρό και αδύνατο όμιλο, τα μωρά και τα ασθενή του κόσμου τούτου, που μετά 10 μέρες θα γίνουν οι πάνσοφοι και πανίσχυροι κήρυκες των αιώνων. Και εδώ είναι που κόβει τον δεσμό Του με την γη, και αρχίζει ν” ανεβαίνει προς τα ουράνια. 11 ζευγάρια μάτια κατάπληχτα Τον παρακολουθούν να υψώνεται. Η απόσταση μεταξύ τους αρχίζει να μακραίνει, και σε μια στιγμή ένα σύννεφο Τον σκεπάζει, και χάνεται από τα μάτια τους, στο μυστήριο της Θείας δόξας.

Που να Τον πήγε το σύννεφο; Στα δεξιά του θρόνου του Θεού, θα μας πει στο Κολοσσαείς Γ1, και στην Αποκάλυψη.

Αξίζει να σημειωθεί η απλότητα και το απέρριτο τούτης της μοναδικής σκηνής. Κανένας συγκλονισμός των στοιχείων της φύσης, ούτε ουράνιες σάλπιγγες, ούτε στρατιές αγγέλων, ούτε θεϊκές ακτινοβολίες. Γιατί έτσι; Ίσως γιατί ο Θεός έκρινε ότι κατά την μοναδική τούτη ιστορική στιγμή έπρεπε ν” αποφευχθεί κάθε τι που θ” αποσπούσε ή θα καταμέριζε την προσήλωση των αποστόλων από το πρόσωπο του Σωτήρα. Ο Ιησούς θα πρέπει να κατοικεί μέσα στην καρδιά μας, και όχι ο διάκοσμος της δόξας Του. Το πρόσωπο Του σώζει, και όχι ο ουρανός.

Τι εξυπηρέτησε άραγε η ανάληψη Του; Δύο πράγματα. Το πρώτο το είπε ο Ίδιος με τούτα τα λόγια: «Εβγήκα από τον Πατέρα και έχω έλθει εις τον κόσμον. Και πάλιν αφηνω τον κόσμον και πηγαίνω εις τον Πατέρα» (Ιωάννης ΙΣΤ28). Σαν Υιός του Θεού απεκατεστάθη στην θέση που είχε πριν ενσαρκωθεί.

Αλλά εκεί υψώθηκε και σαν Υιός ανθρώπου. Η ανάληψη Του στους ουρανούς είναι ο ύψιστος δοξασμός και η τελείωση της ανθρωπίνης φύσης, η οποία φθάνει στο κορύφωμα του προορισμού της, με το να γίνει φορέας της Θείας τελειότητας και δόξας. Εδώ πραγματοποιείται, στην ολοκλήρωση του, το «κατ” εικόνα και ομοίωσιν Θεού». Εδώ, στο πρόσωπο του Χριστού, σαν κεφαλή της νέας ανθρωπότητας, ολοκληρώνεται η εξέλιξη μας που είχε ανασταλεί εξ αιτίας της πτώσης του παλιού μας Γενάρχη. Είναι κατ’ αυτή την έννοια που αναφέρει στο Ρωμαίους Η30: Όσους εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε. Επίσης στο Εφεσίους Β6: Και συνανέστησε, και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις δια Ιησού Χριστού.

Η ανάληψη Του ήταν αναγκαία, όπως είπε και ο Ίδιος, για να καταστεί δυνατή και η αποστολή του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς Του: «Είναι συμφέρον σας να φύγω. Διότι εάν δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έλθει σε σας. Ενώ εάν φύγω, θα σας τον αποστείλω» (Ιωάννης ΙΣΤ7). Και στο Ιωάννης Ζ39 μας λέγει: «Διότι δεν είχε δοθεί ακόμη Πνεύμα Άγιον, επειδή ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθεί».

Εδώ μη ξεχνάμε οτι ο κύριος σκοπός του Παρακλήτου είναι να διακηρύξει την δόξα του Ιησού («εκείνος εμέ δοξάσει», Ιωάννης ΙΣΤ14). Έπρεπε λοιπόν πρώτα να δοξασθεί ο Ιησούς, να υψωθεί στον ουρανό καταλαμβάνοντας τον ύψιστο θρόνο του σύμπαντος, και κατόπιν να σταλεί ο Παράκλητος για να φανερώσει το μεγάλο τούτο γεγονός στην Εκκλησία, και μέσω αυτής στον κόσμο. Αυτόν τον δοξασμένο, τον τέλειο Ιησού είναι που δοξάζει και μορφώνει το Άγιο Πνεύμα στις καρδιές των δικών Του.

Το ύψιστο, λοιπόν, τούτο γεγονός της αποστολής του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς και της θεμελίωσης της Εκκλησίας, των αγώνων, και των κατακτήσεων της μέσα στις καρδιές των ανθρώπων στο πέρασμα των αιώνων, είναι αποτέλεσμα της ανάληψης του Ιησού.

Ένας τέταρτος, σπουδαιότατος ακόμη λόγος της ανάληψης του Κυρίου είναι η ανάγκη της Μεσιτείας Του υπέρ ημών, είναι ο συνήγορος μας δίπλα στον θρόνο του Πατέρα. Είναι και γι” αυτόν τον λόγο που χρειάσηκε να υψωθεί εκεί (Εβραίους Θ24).

«Αυτοί τον προσκύνησαν και επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ με μεγάλην χαράν»: Οι μαθητές κάνουν εδώ ό,τι έκαναν την πρώτη μέρα του ερχομού Του στην γη οι βοσκοί – Τον προσκύνησαν (Β20). Αλλά, όπως είπαμε, τι δρόμος χρειάστηκε να διανυθεί!

Οι Απόστολοι, κατ” αρχάς, είχαν θεωρήσει την ανάληψη μόνο σαν μια τελευταία από εκείνες τις πολυάριθμες εξαφανίσεις, στις οποίες είχαν σταθεί μάρτυρες κατά την διάρκεια των σαράντα ημερών («άφαντος εγένετο», εδάφιο 31). Ο Ιησούς την εθεώρησε σαν την ύψωση του προσώπου Του, στον χαρακτήρα του Υιού του ανθρώπου, στην «μορφή Θεού» (Φιλιππισίους Β6), σε εκείνη την θεία κατάσταση που είχε απαρνηθεί όταν ήλθε ανάμεσα μας κάτω από συνθήκες ανθρωπίνης ύπαρξης. Έχοντας φθάσει στο τέρμα της γηίνης Του ανάπτυξης, είχε ζητήσει πίσω την δόξα Του (Ιωάννης ΙΖ5). Η ανάληψη ήταν η απάντηση στη προσευχή Του.

Εάν το δεις το πράγμα πιο βαθειά, η ανάληψη του Κυρίου δεν ήταν η αναχώρηση Του από ένα μέρος, για να πάει σ” ένα άλλο, αλλά μια αλλαγή «κατάστασης». Τούτη η αλλαγή είναι ακριβώς η απελευθέρωση απ” όλους τους περιορισμούς του χώρου, είναι η μετάβαση Του στην πανταχού παρουσία. Το σύννεφο ήταν η κουρτίνα που κάλυψε αυτή την μεταμόρφωση. Το να καθήσεις στα «δεξιά» ενός Θεού πανταχού παρόντος, δεν μπορεί να δηλώνει ένα ειδικό μέρος. Το «καθήμενος στα δεξιά του Θεού» πρέπει επίσης να περιλαμβάνει και την παντογνωσία, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με την πανταχού παρουσία, καθώς επίσης και την παντοδυναμία, της οποίας «τα δεξιά του Θεού» είναι το φυσικό σύμβολο. Τούτο έχει μεγάλη σημασία για μας. Ο Κύριος, σαν πανταχού παρών είναι δίπλα μας, γι” αυτό ακούει και τις προσευχές όλων μας, σε όποιο μέρος κι αν είναι. Και όταν θα ξανάρθει, δεν είναι ότι θα έρθει στον χώρο, απλά, κάποιο κάλυμμα θα πέσει απ’ τα μάτια μας, και θα Τον δούμε. Ο Κύριος δεν είναι κάπου μακρυά. Μέσα στην παρουσία Του ζούμε κινούμεθα και υπάρχουμε. Στην παρουσία Του λέμε ό,τι λέμε, στην παρουσία Του κάνουμε ό,τι κάνουμε.

Η Αποκάλυψη με την απεικονιστική της γλώσσα εκφράζει την αληθινή έννοια της ανάληψης, όταν παρουσιάζει τον δοξασμένο Υιό του ανθρώπου σαν το Αρνί με τα επτά κέρατα (παντοδυναμία), και τα επτά μάτια (παντογνωσία). Αυτός ο θείος τρόπος ύπαρξης δεν εξαιρεί την σωματική κατάσταση στην περίπτωση του Ιησού, σύγκρινε το «σωματικώς», Κολοσσαείς Β9 («Εις αυτόν κατοικεί ολόκληρο το πλήρωμα της Θεότητας εν σωματική μορφή»), και την έκφραση «πνευματικό σώμα» που εφαρμόζεται στον δεύτερο Αδάμ, Α” Κορινθίους ΙΕ44. Η εμπειρία μας δεν μας βοηθά να σχηματίσομε μια ιδέα της δοξασμένης αυτής σωματικής κατάστασης. Είναι μια κατάσταση που ενεργεί κατά την απόλυτη επιθυμία της θέλησης μόνον, και σε κάθε σημείο του χώρου.

Να σημειώσομε και τούτο: Η ανάληψη του Κυρίου στον ουρανό άρχισε αμέσως μετά την ανάσταση. Στην πραγματικότητα, από εκείνη την ημέρα, δεν ήταν πλέον με τους δικούς Του, καθώς ο Ίδιος λέγει, Λουκάς ΚΔ44. Ανήκε σε μια υψηλότερη σφαίρα ύπαρξης. Στη δική μας την σφαίρα, απλώς απεκάλυπτε τον εαυτόν Του, δεν ζούσε όμως πλέον εδώ. Αυτή την έννοια έχει και το «αναβαίνω (πράξη που είχε αρχίσει και συνεχιζόταν) προς τον Πατέρα», που είπε στη Μαρία μετά την ανάσταση Του, Ιωάννης Κ17.

Ανακεφαλαιωτικά μπορούμε να πούμε: Η Ανάληψη ολοκληρώνει, στο πρόσωπο του Υιού του ανθρώπου, το σχέδιο του Θεού αναφορικά με την ανθρωπότητα: Να κάνει μια οικογένεια παιδιών Του από αγιασθέντας πιστούς, τέλεια όμοιους με τον μονογενή Υιό, που είναι το πρότυπο του όλου γένους – τέτοιο ήταν το σχέδιο του Θεού, η αιώνια πρόθεση Του, (Ρωμαίους Η28,29), για το οποίο και εδημιούργησε την οικουμένη. Ο άνθρωπος προοριζόταν να γίνει το ελεύθερο και νοήμον όργανο της άγιας ζωής του Θεού.

Για να πραγματοποιήσει αυτό το σχέδιο ο Θεός εθεώρησε καλό (ευδόκησε), να το επιτελέσει πρώτα εις Έναν, διαβάζομε, Εφεσίους Β6: Μας έχει αναστήσει εν Χριστώ, μας έχει εν Αυτώ καθήσει στα επουράνια· Εφεσίους Α10: Σύμφωνα με τον σκοπό ν’ ανακεφαλαιώσει τα πάντα, (να τα συγκεντρώσει κάτω από μία κεφαλή), εν Χριστώ· Εβραίους Β10: Θέλοντας να φέρει πολλούς υιούς στην δόξα, τελειοποίησε τον Αρχηγό της σωτηρίας.

Αυτή ήταν, σύμφωνα με το σχέδιο Του, η πρώτη πράξη της σωτηρίας.

Η δεύτερη ήταν να ενώσει σ’ Αυτόν τον Έναν ατομικά το κάθε έναν που θα πίστευε, και έτσι να τον κάνει συμμέτοχο στη Θεία κατάσταση στην οποίαν έχει υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου, Ρωμαίους Η29.

Αυτή την εξομοίωση των πιστών με τον Υιόν Του ο Θεός την επιτελεί με δύο γεγονότα, που είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα των γεγονότων της Ευαγγελικής διήγησης: Με τη Πεντηκοστή, δια της οποίας η ηθική προσωπικότητα του Χριστού γίνεται εκείνη του πιστού, και με τη Παρουσία, δια της οποίας η εξωτερική κατάσταση του αγιασθέντος πιστού υψώνεται στην ίδια κατάσταση μ’ εκείνη του δοξασμένου του Κυρίου.

Πρώτα αγιότητα, μετά δόξα, για το σώμα, όπως και για τη Κεφαλή. Το βάπτισμα του Ιησού, που γίνεται δικό μας δια της Πεντηκοστής. Η Ανάληψη του Ιησού, που γίνεται δική μας δια της Παρουσίας.

Έτσι το κάθε Ευαγγέλιο, όχι μόνον του Λουκά, έχει τις Πράξεις σαν την συνέχεια του, και την Αποκάλυψη σαν το τέλος του.

Πάνω στο γεγονός της ανάληψης Του να πούμε και τούτο: Εως τον χρόνο της μεταμόρφωσης Του, παράλληλα με το έργο Του, ο Ιησούς υψωνόταν βήμα βήμα ο Ίδιος στη κατάσταση της ανθρωπίνης τελειότητας. Μετά την μεταμόρφωση αφιέρωσε ολοκληρωτικά τον εαυτόν Του στην επανόρθωση του πεσμένου γένους μας. Έχοντας εκπληρωθεί αυτός ο διπλός στόχος, ποιο θα ήταν το μεσουράνημα, ποια θα ήταν η κατάληξη αυτής της ζωής; Η μεταμόρφωση το είχε ήδη προαναγγείλει στην πράξη. Η ουράνια μεταμόρφωση που άρχισε να λαμβάνει χώρα σ’ Αυτόν επάνω στο βουνό, αρχίζει πάλι τη πορεία της που είχε διακοπεί, και τώρα ολοκληρώνεται. Ο Ιησούς είχε αρνηθεί να εισέλθει στη δόξα Του πριν ανοίξει σε όλη Του την οικογένεια δρόμο προς τον ουρανό. Εκείνο που είχε αρνηθεί στον εαυτό Του στο βουνό της μεταμόρφωσης, Του το επανορθώνει ο Θεός στο όρος των Ελαιών· «εκείνος που θα χάσει τη ζωή του θα την βρει», δεν είναι αυτός ο υπέρτατος νόμος του ηθικού κόσμου;

Να επανέλθομε στα γεγονότα της επίγειας ζωής του Κυρίου: Δέκα μέρες μετά την Ανάληψη έλαβε χώρα η Πεντηκοστή. Μοναδική στιγμή στην ιστορία μας, στην εκτύλιξη του Θείου σχεδίου. Είναι η πρώτη φορά στην ξεπεσμένη ανθρωπότητα, που το Άγιο Πνεύμα μπήκε στην καρδιά απογόνων του ξεπεσμένου Αδάμ.

Έως τότε το Άγιο Πνεύμα έμενε έξω απ” την ανθρώπινη καρδιά, και του πιο καλού ανθρώπου, γιατί αυτή ήταν ακάθαρτη και ακατάλληλη για την ενοίκηση Του. Το Πνεύμα μέχρι τώρα περιοριζόταν να δίνει εμπνεύσεις. Ύστερα όμως από την πραγματοποίηση του έργου της λύτρωσης από τον Χριστό, η καρδιά των πιστών «καθαρίζεται δια της πίστεως», Πράξεις ΙΕ9, επειδή μετανοεί και εγκολπώνεται τον Χριστό και το έργο Του, και έτσι γίνεται κατάλληλη για να κατοικηθεί από το Πνεύμα.

Αν θέλαμε να παρομοιάσουμε όλο το Θείο σχέδιο, δηλαδή, την Ενανθρώπιση, την Σταύρωση, την Ανάληψη, με Θείο σπόρο, που μεγάλωσε και έγινε τεράστιο δένδρο μέχρι τον ουρανό, η Πεντηκοστή είναι ο καρπός τούτου του μοναδικού δένδρου.

Η σκηνή της κατάπεμψης του Πνεύματος περιγράφεται στο δεύτερο κεφάλαιο των Πράξεων. Ο βίαιος ήχος απ” ουρανού, οι πύρρινες γλώσσες, η παρρησία και το θάρρος που πήραν αμέσως οι απόστολοι, η υπερφυσική πολυγλωσσία τους απέναντι στο μωσαϊκό των εθνοτήτων, που κατά Θείαν οικονομία είχαν μαζευθεί εκείνες τις ημέρες στην Ιερουσαλήμ, η λεπτότητα και ευγένεια των πρώην ψαράδων απέναντι στους χλευαστές και διώκτες τους, τα ακαταμάχητα επιχειρήματα και οι Βιβλικές αποδείξεις της αγόρευσης του Πέτρου, η προσχώρηση εκείνη την ημέρα των τριών χιλιάδων στην πίστη του Χριστού, η αδιάσπαστη ενότητα και αστείρευτη χαρά των καρδιών όλων των πιστών κάτω από την ενέργεια του νέου Πνεύματος, είναι το ακλόνητο ιστορικό θεμέλιο του Θείου οικοδομήματος, της Εκκλησίας του Χριστού. Η Πεντηκοστή είναι η γενέθλιος της ημέρα.

Αλλά το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κάτι που δόθηκε εξαιρετικά0, κατά την ιστορική εκείνη ημέρα, σε 120 μόνον ψυχές στην Ιερουσαλήμ. Η δωρεά του Αγίου Πνεύματος είχε συνέχεια δια μέσου των αιώνων, και σήμερα δίνεται σε κάθε ανθρώπινη ψυχή που μετανοεί και πιστεύει στον Χριστό. Λέγει στην Γαλάτας Γ13,14: «Ο Χριστός μας εξηγόρασε από την κατάραν του νόμου, με το να γίνη ο ίδιος προς χάριν μας κατάραν…δια να λάβωμεν την υπόσχεσιν του Πνεύματος δια της πίστεως».

Έργο του Αγίου Πνεύματος μέσα στην ψυχή είναι, να την αναγεννήσει, και στην συνέχεια να μορφώσει τον χαρακτήρα του Ιησού Χριστού εκεί μέσα. Να κάνει να ζει ο Χριστός μέσα στην ανθρώπινη καρδιά, οδηγώντας την σε βαθειά κοινωνία με τον Σωτήρα της.

Μονάχα μέσω της ατομικής Πεντηκοστής, αυτού του αθορύβου και αοράτου θαύματος, μπορούν να εξηγηθούν τα θαύματα της ριζικής και μόνιμης αλλαγής μυριάδων χαρακτήρων, από ανθρωποφάγους απομονωμένων περιοχών, μέχρι τους ασεβείς και άπιστους της εποχής μας, που μεταβάλλονται σε αγίους, με την ακτινοβολία της χαράς και της ειρήνης, και την βεβαιότητα της αιώνιας ζωής.

Αν παρομοιάσουμε τον Κύριο με τον κορμό της κληματαριάς, και τους πιστούς Του με τα κλαδιά που κάνουν σταφύλια, το Πνεύμα είναι ο χυμός που παίρνει την ζωή από τον κορμό, και την μεταβιβάζει στα κλαδιά, κάνοντας γλυκό το σταφύλι. Αυτή είναι η ζωή «εν Πνεύματι Αγίω», όπως την αναφέρει στην Α” Κορινθίους Β5, μια ζωή μυστήριο για τους απίστους, καθημερινή όμως, δοξασμένη πείρα για τους πιστούς.

Όλη η ζωή του πιστού, από την αναγέννηση του μέχρι να φύγει από την γη, έχει έναν μοναδικό κανόνα και νόμο, μας τον αναφέρει στο Γαλάτας Ε16, αλλά και σε πολλά άλλα σημεία ο Λόγος του Θεού: «Να περιπατεί ο πιστός κατά το Πνεύμα».

Η σχέση του πιστού με το Άγιο Πνεύμα που τώρα κατοικεί μέσα του είναι σχέση ελευθερίας, έτσι που αυτός μπορεί να «σβύνει το Πνεύμα» (Α” Θεσσ. Ε19), να «λυπεί το Πνεύμα» (Εφεσίους Δ30), ή αντίθετα, να «άγεται υπό του Πνεύματος» (Ρωμαίους Η14).

Εκτός της ενέργειας Του μέσα στους πιστούς, το Άγιο Πνεύμα άρχισε από την Πεντηκοστή να κάνει έργο και στον κόσμο. Τους ελέγχει διαφωτίζοντας τους για την ανώμαλη ηθική τους κατάσταση, και την ανάγκη να μετανοήσουν, και να δεχθούν το εξιλαστήριο έργο του Ιησού Χριστού. Τους φωτίζει να καταλάβουν τι πραγματικά είναι η αμαρτία. Εργάζεται για να τους βεβαιώσει την ιστορικότητα και την πραγματικότητα της ανάστασης του Κυρίου, και της παρουσίας Του τώρα στον ουρανό. Φωτίζει για τον αόρατο πνευματικό κόσμο, και για την καταδίκη του Σατάν, μέσω της νίκης του Ιησού πάνω στον σταυρό. Ο Κύριος είπε για το Πνεύμα στο Ιωάννης ΙΣΤ8-11: «Και όταν έλθει εκείνος, το Άγιο Πνεύμα, θα ελέγξη τον κόσμο αναφορικά με την αμαρτία και την δικαιοσύνη και την κρίση. Και όσον αφορά μεν την αμαρτία, διότι δεν πιστεύουν εις εμέ, όσον αφορά δε την δικαιοσύνην, διότι εγώ πηγαίνω προς τον Πατέρα μου και δεν με βλέπετε πλέον, όσον αφορά δε την κρίσιν, διότι ο άρχων του κόσμου τούτου έχει κριθεί.»

Ο κάθε άνθρωπος, σαν ελεύθερο ον, δέχεται τις εμπνεύσεις του Πνεύματος. Αυτές όμως οι εμπνεύσεις, υπομονετικές και αδιάκοπες, παρακολουθούν τις ψυχές, χωρίς ποτέ να τις εκβιάζουν, λόγω του Θείου σεβασμού προς την ηθική ελευθερία του ανθρώπου. Γι” αυτό δεν υπάρχουν και θεαματικά αποτελέσματα μεταστροφής ψυχών.

Να ανακεφαλαιώσουμε, ακόμα μια φορά, το Θείο σχέδιο:

Ο Θεός το συνέλαβε πριν τους αιώνες, και για να το πραγματοποιήσει εθεώρησε καλό («ευδόκησε»), να το επιτελέση πρώτα εις Έναν. Διαβάζομε π.χ. Εφεσίους Β6: «Μας έχει αναστήσει εν Χριστώ, μας έχει εν Αυτώ καθήσει στα επουράνια», Εφεσίους Α10: «Σύμφωνα με τον σκοπό ν” ανακεφαλαιώση τα πάντα (συγκεντρώσει μαζί κάτω από μια κεφαλή) εν Χριστώ», Εβραίους Β10: «Θέλοντας να φέρει πολλούς υιούς στην δόξα, τελειοποίησε τον Αρχηγό της σωτηρίας».

Αυτή ήταν, σύμφωνα με το σχέδιο Του, η πρώτη πράξη της σωτηρίας.

Η δεύτερη ήταν να ενώση σ” Αυτόν τον Έναν πιστούς, ατομικά τον καθέναν, και έτσι να τους κάνει συμμετόχους της θείας κατάστασης, στην οποία είναι τώρα υψωμένος ο Υιός του ανθρώπου (Ρωμαίους Η29).

Αυτή την εξομοίωση των πιστών με τον Υιόν Του, ο Θεός την επιτελεί με δύο γεγονότα: Με την Πεντηκοστή και με την Παρουσία του Κυρίου, την Δεύτερη Παρουσία όπως την γνωρίζουμε. Αρχίζοντας απ” την Πεντηκοστή, και δια του Αγίου Πνεύματος που εστάλη τότε, μορφώνει μέσα τους την ηθική προσωπικότητα του Χριστού, τους κάνει εσωτερικά όμοιους με τον Χριστό. Όταν θα γίνει η Παρουσία θα τους κάνει και εξωτερικά, σωματικά όμοιους, δοξασμένους όπως Αυτός. Όπως η κεφαλή έτσι και το σώμα. Πρώτα αγιότητα, μετά δόξα, για το σώμα, όπως και για την Κεφαλή.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Το έργο Του τώρα στον ουρανό για μας το αναφέρει στο Α’ Ιωάννης Β1-2: Τεκνία μου, ταύτα σας γράφω για να μη αμαρτήσητε· και εάν τις αμαρτήση, έχομεν παράκλητον προς τον Πατέρα, τον Ιησούν Χριστόν τον Δίκαιον. Και αυτός είναι ιλασμός περί των αμαρτιών ημών· και ουχί μόνον περί των ημετέρων, αλλά και περί όλου του κόσμου.

Στο Ρωμαίους Ε9,10 μας λέγει: Σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού. Όταν μπαίνει η αμαρτία στη ζωή του πιστού, σπάει η σύνδεση του με τον Θεό, και τότε επεμβαίνει ο Κύριος. Τώρα, όντας στη δόξα, δίπλα στο θρόνο, έχει τα μέσα να μεσολαβήσει, (Ρωμαίους Η34, Γαλάτες Β20, Εβραίους Ζ25, Ιωάννης ΙΔ19, Α’ Ιωάννης Β1,2). Η μεσιτεία της ζωής Του συμπληρώνει εκείνη του αίματος Του, και κάνει σίγουρη την αγιότητα, και δι’ αυτής την τελική σωτηρία.

Στο Ρωμαίους ΣΤ 10 μας λέγει: Διότι καθ’ ο απέθανεν, απέθανεν άπαξ δια την αμαρτίαν· αλλά καθ΄ο ζη, ζη τω Θεώ. Αφού ετελείωσε άπαξ δια παντός με την υπόθεση της αμαρτίας, τώρα ζει και ενεργεί ν’ αποκαλύπτει στη καρδιά του ανθρώπου, δια του Αγίου Πνεύματος, τη ζωή του Θεού, ιδέ και Ιωάννης ΙΖ2.

Τώρα προετοιμάζει στον ουρανό για την υιοθεσία μας, μας ετοιμάζει τόπο, Ιωάννης ΙΔ, και παραλαμβάνει ένα ένα πιστό που πεθαίνει.

Οντας στον ουρανό μας έστειλε τα χαρίσματα δια του Αγίου Πνεύματος, Ψαλμός ΞΗ18, Εφεσίους Δ7,8. Από εκείνη τη θέση μας έστειλε και το Αγιο Πνεύμα, Πράξεις Β33.

Top

Αλήθειες