«Είναι δε η πίστις ελπιζομένων πεποίθησις, βεβαίωσις πραγμάτων μη βλεπομένων. Διότι διά ταύτης έλαβον καλήν μαρτυρίαν οι πρεσβύτεροι. Διά πίστεως εννοούμεν ότι οι αιώνες εκτίθησαν με τον λόγον του Θεού, ώστε τα βλεπόμενα δεν έγειναν εκ φαινομένων.» (Εβραίους 11:1-3)

Έχει δυσφημιστεί η πίστη στο Θεό με διάφορα λόγια, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι, λένε, ένα πήδημα στο κενό, είναι μια παράδοση άνευ όρων στο άγνωστο, έτσι λένε. Είναι, λένε, να κλείνεις τα μάτια σου στη λογική και στη σοφία, στην επιστήμη, και να παραδίνεσαι σε κάτι που δε γνώρισες. Τίποτα από αυτά δεν είναι αληθινό. Είναι δυσφημίσεις απίστων ανθρώπων, που δεν θέλουν το Χριστό και την αλήθειά του. Τι ακριβώς είναι πίστη, μας το φανερώνει μια μικρή ιστορία. Μια φορά, ένα σπίτι πήρε φωτιά και θα καιγόταν ολόκληρο. Κανένας ένοικος δε φαινόταν, ώσπου φάνηκε στο μπαλκόνι ένα παιδάκι. Απλώσανε από κάτω ένα μεγάλο σεντόνι καλά κρατημένο, και καλούσαν με φωνές μεγάλες το παιδί να πηδήξει για να σωθεί.  Μα αυτό, αν και ήταν ζωσμένο από φλόγες, δεν τολμούσε να κάνει το πήδημα. Ώσπου, από μακριά φάνηκε να έρχεται ο πατέρας του παιδιού. Μόλις κατάλαβε τι γινόταν, για να σωθεί το παιδί του, το φώναξε με το όνομά του και αμέσως το παιδί πήδηξε και σώθηκε. Μα πως έγινε αυτό; Μα απλούστατα, το παιδί κατάλαβε τη φωνή του πατέρα του και πήδησε, όχι στο κενό, όχι στο άγνωστο, μα πήδησε στην αγκαλιά του πατέρα του, που γνώριζε, αγαπούσε, και είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Στην αγκαλιά του πατέρα του. Και εμείς πηδήξαμε. Μα ακούσαμε προηγουμένως τη φωνή του Πατέρα μας, μέσα από το λόγο Του τον άγιο, μέσα από το ευαγγέλιο. Από κει μέσα, είναι μια φωνή του Πατέρα που μας καλεί, γεμάτη από αγάπη και πόνο, και θέλει να σωθούμε(1 Τιμοθέου 2:3-4). Κι εμείς, σαν το μικρό αυτό παιδάκι αρνηθήκαμε άλλες φωνές και άλλες προτάσεις. Εμπιστευθήκαμε μόνο στη φωνή του Πατέρα μας, και ήμασταν βέβαιοι, πως με το άλμα αυτό της πίστης, όχι μόνο θα σωζόμασταν, μα θα μπαίναμε σε μια καινούρια ζωή, δική Του ζωή, καθαρή και άγια, χαρούμενη και ευλογημένη. Οι ελπίδες μας και οι προσδοκίες μας δεν διαψεύστηκαν. Πραγματικά πηδήξαμε και τώρα μένουμε και απολαμβάνουμε τη χάρη της σωτηρίας του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας και σωτήρα μας. Δεν είναι, λοιπόν, η πίστη ένα πήδημα στο κενό και στο άγνωστο, μα ένα πήδημα στη βέβαιη και γεμάτη αγάπη ζωή του Κυρίου μας. Γι’ αυτό προτρέπουμε και κάθε άλλον, να κάνει αυτό που κάναμε και εμείς και δεν μετανιώσαμε ποτέ. Για όλα τα πράγματα μετανιώσαμε, μα γι’ αυτό, για το πήδημα στην αγκαλιά του Ουράνιου Πατέρα μας, ποτέ δεν μετανιώσαμε. Όχι μόνο, αλλά ομολογούμε πως είναι η πιο καλή και σωστή εκλογή της ζωής μας. Είναι σωτηρία, από ένα θανάσιμ0ο κίνδυνο, από τη φωτιά της αμαρτίας, και παραμονής μας μέσα σε μια νέα ζωή, τη ζωή του Χριστού. Όσοι δεν κάνουν αυτή την εκλογή και αυτό το πήδημα, είναι χαμένοι για πάντα. Δυστυχώς έτσι συμβαίνει.