«Διότι τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή, διά να μη απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον. Επειδή δεν απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού εις τον κόσμον διά να κρίνη τον κόσμον, αλλά διά να σωθή ο κόσμος δι’ αυτού.» (Ιωάννη 3:16-17)

«αλλ’ ο Θεός δεικνύει την εαυτού αγάπην εις ημάς, διότι ενώ ημείς ήμεθα έτι αμαρτωλοί, ο Χριστός απέθανεν υπέρ ημών. Πολλώ μάλλον λοιπόν αφού εδικαιώθημεν τώρα διά του αίματος αυτού, θέλομεν σωθή από της οργής δι’ αυτού. Διότι εάν εχθροί όντες εφιλιώθημεν με τον Θεόν διά του θανάτου του Υιού αυτού, πολλώ, μάλλον φιλιωθέντες θέλομεν σωθή διά της ζωής αυτού· και ουχί μόνον τούτο, αλλά και καυχώμενοι εις τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διά του οποίου ελάβομεν τώρα την φιλίωσιν.» (Ρωμαίους 5:8-11)

Όλα τα δώρα και οι ευλογίες του Θεού γίνονται δικά μας δια των προσευχών. Πνευματικά, αν θέλεις να διακρίνεις την ποιότητά μου, θα πρέπει να κοιτάξεις τις προσευχές μου. Η πνευματική ζωή είναι το επακόλουθο της προσευχής. Κατά το λόγο του Θεού, γινόμαστε «κοινωνοί θείας φύσεως» και αυτό γίνεται δια της προσευχής. Μα δίνει δικαιώματα και εξουσίες , που μόνο στο Θεό ανήκουν, να ζητούμε, ό,τι αν θέλουμε, και «θα γίνει εις ημάς». Κατά κάποιο τρόπο, δια της προσευχής γινόμαστε συνδημιουργοί του Θεού. Μα η προσευχή έχει προϋποθέσεις. Ο καθένας, ανεξάρτητα από τη ζωή του, μπορεί να προσεύχεται, μα η προσευχή του δεν πιάνει τόπο και δεν γίνεται ακουστή. «Εάν μένετε εν εμοί  και οι λόγοι μου μένωσιν εν υμίν, τότε αν  θέλετε αιτήσατε». Τότε, και μόνο τότε. Διαφορετικά είναι χαμένος κόπος, χαμένες ελπίδες, χαμένα όνειρα. Η προσευχή είναι προνόμιο των πιστών, των αγίων. Οι άλλοι κάνουν προσευχές, μα δεν απαντιούνται. «Εάν εθεώρουν αδικίαν εν τη καρδία μου ο Κύριος δεν ήθελε ακούσει» (Ψαλμός 66:18). Συζητούσα με κάποιο αδελφό και μου ανέφερε δυο τρεις περιπτώσεις , σε μια ζωή ολόκληρη, που ο Κύριος απάντησε στις προσευχές του. Και τις άλλες; Γιατί δεν προσευχότανε; Ή δεν απαντούσε ο Κύριος; Πόσο αγνοούμε το θέμα της προσευχής. Όλα μέσα στην πνευματική μας ζωή είναι εξαρτημένα από την προσευχή. Μα η προσευχή προϋποθέτει καθαρή καρδιά(Εβραίους 10:22). Καρδιά που δεν κατακρίνει, καρδιά που είναι τέλεια απέναντι στο Θεό. Ο απόστολος Παύλος έλεγε πως η καρδιά του δεν τον κατακρίνει εις ουδέν. Είναι οι συνειδητές αμαρτίες, που η καρδιά τις γνωρίζει. Βέβαια, συμπληρώνει, δεν είμαι με αυτό τέλειος. Το μάτι του Κυρίου μπορεί να διακρίνει. Μα εγώ, έλεγε ο απόστολος Παύλος, δεν έχω συνείδηση αμαρτωλότητας. Η συνείδησή μου δεν με ελέγχει εις ουδέν. Και είναι κάτι που το απαιτεί ο Θεός, προκειμένου να απαντήσει στις προσευχές μας. Εάν διατηρούμε ακατάκριτες αμαρτίες, αμαρτίες που δεν έχουμε ομολογήσει, που δεν έχουμε καθαρίσει, τότε ματαιοπονούμε προσευχόμενοι. Δεν απαντά ο Θεός. Εάν «μένωμεν εν αυτώ» και τα λόγια του μένουν μέσα στην καρδιά μας και μέσα στη ζωή μας, τότε, και μόνο τότε, ο Θεός απαντά στις προσευχές μας. Γιατί έχουμε το δικό του Πνεύμα. Γιατί έχουμε το δικό του θέλημα. Γιατί μένουμε εν αυτώ. Γιατί δεν είμαστε πια εμείς, αλλ’ αυτός βασιλεύει μέσα στην καρδιά μας. Γιατί τότε, ο μένων εν ημίν Χριστός ενεργεί με τρόπο θαυμαστό. Πριν από την προσευχή μας θα κοιτάζουμε μέσα στην καρδιά μας και στη ζωή μας. Και θα καθαριζόμαστε. Λυπούμαι που το λέω, μα οι περισσότερες προσευχές μένουν αναπάντητες. Δεν τις επικυρώνει ο Θεός. Γιατί βλέπει μέσα στις καρδιές μας και δεν εμπιστεύεται. Υπάρχει ηθική ακαθαρσία. Χρειάζεται πρώτα ο καθαρισμός. Ο Θεός δεν πιάνει στα χέρια του ακάθαρτα εργαλεία. Ακάθαρτα σκεύη. Ναι, γίνονται προσευχές, μα δεν απαντά ο Θεός. «Εάν εθεώρουν αμαρτίαν, ο Κύριος δεν ήθελεν είσθαι ευμενής εις εμέ».