Τέλειοι και ολόκληροι

0
72

«Πάσαν χαράν νομίσατε, αδελφοί μου, όταν περιπέσητε εις διαφόρους πειρασμούς, γνωρίζοντες ότι η δοκιμασία της πίστεώς σας εργάζεται υπομονήν. Η δε υπομονή ας έχη έργον τέλειον, διά να ήσθε τέλειοι και ολόκληροι, μη όντες εις μηδέν ελλιπείς. Εάν δε τις από σας ήναι ελλιπής σοφίας, ας ζητή παρά του Θεού του δίδοντος εις πάντας πλουσίως και μη ονειδίζοντος, και θέλει δοθή εις αυτόν. Ας ζητή όμως μετά πίστεως, χωρίς να διστάζη παντελώς· διότι ο διστάζων ομοιάζει με κύμα θαλάσσης κινούμενον υπό ανέμων και συνταραττόμενον. Διότι ας μη νομίζη ο άνθρωπος εκείνος ότι θέλει λάβει τι παρά του Κυρίου. Άνθρωπος δίγνωμος είναι ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού. Ας καυχάται δε ο αδελφός ο ταπεινός εις το ύψος αυτού, ο δε πλούσιος εις την ταπείνωσιν αυτού, επειδή ως άνθος χόρτου θέλει παρέλθει. Διότι ανέτειλεν ο ήλιος με τον καύσωνα και εξήρανε τον χόρτον, και το άνθος αυτού εξέπεσε, και το κάλλος του προσώπου αυτού ηφανίσθη· ούτω και ο πλούσιος θέλει μαρανθή εν ταις οδοίς αυτού. Μακάριος ο άνθρωπος, όστις υπομένει πειρασμόν· διότι αφού δοκιμασθή, θέλει λάβει τον στέφανον της ζωής, τον οποίον υπεσχέθη ο Κύριος εις τους αγαπώντας αυτόν. Μηδείς πειραζόμενος ας λέγη ότι από του Θεού πειράζομαι· διότι ο Θεός είναι απείραστος κακών και αυτός ουδένα πειράζει. Πειράζεται δε έκαστος υπό της ιδίας αυτού επιθυμίας, παρασυρόμενος και δελεαζόμενος. Έπειτα η επιθυμία αφού συλλάβη, γεννά την αμαρτίαν, η δε αμαρτία εκτελεσθείσα γεννά τον θάνατον. Μη πλανάσθε, αδελφοί μου αγαπητοί. Πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον είναι άνωθεν καταβαίνον από του Πατρός των φώτων, εις τον οποίον δεν υπάρχει αλλοίωσις ή σκιά μεταβολής. Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν ημάς διά του λόγου της αληθείας, διά να ήμεθα ημείς απαρχή τις των κτισμάτων αυτού.» (Ιωκώβου 1:2-18)

Είναι λέξεις που τρομάζουν. Είναι λέξεις που απωθούν. Είναι έννοιες που τις προσπερνούμε ή τις αποσιωπούμε ευχαρίστως. Είναι θέμα δυσάρεστο, γι’ αυτό δεν θέλουμε να μας απασχολεί. Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά. Είναι λέξεις του λόφου του Θεού. Είναι μια πραγματικότητα που την προσφέρει η αγάπη του Θεού δια του Ιησού Χριστού. Μα το πιο σπουδαίο, η τελειότητα μας αφορά άμεσα, είναι χρέος μας, είναι κομμάτι της πνευματικής ζωής που θα το φτάσουμε υποχρεωτικά, δια να είμεθα «τέλειοι και ολοκληρωμένοι, μη όντες εις μηδέν ελλειπείς» εάν θέλουμε να δούμε το πρόσωπο του Κυρίου μας. Και κάτι ακόμα πιο σπουδαίο, είναι από εκείνα που θα  μας ζητηθούν μια μέρα μπροστά στο βήμα της Αγιότητάς Του, όπως υπογραμμίζει ο Λόγος του Θεού σε κάποια περίπτωση, «δεν εύρηκα τα έργα σου τέλεια ενώπιον του Θεού» (Αποκάλυψη 3:2). Βασική προϋπόθεση για την πορεία της τελειότητας είναι γνήσια, αληθινή αναγέννηση. Εδώ γίνονται πολλά, τα περισσότερα ίσως, λάθη. Πολλοί λένε «αναγεννήθηκα», αλλά εννοούν «μετανόησα» ή «επέστρεψα». Από κει και πέρα υπάρχουν πολλά σημεία που μπορεί κανείς να πλανηθεί και να απομακρυνθεί από τον ένα, το γνήσιο δρόμο της εν Χριστώ λύτρωσης. Και, όπως είναι φυσικό, σε όλες τις μη γνήσιες ή νόθες ή θνησιγενείς περιπτώσεις, η λέξη τελειότητα και πανικοβάλει και τρομοκρατεί, αλλά κυρίως στέκει παγωμένη και δεν τους λέει τίποτα. Αντίθετα, όταν και όπου υπάρχει γνήσια αναγέννηση  από το Πνεύμα το Άγιο, ο καθαρισμός της ψυχής εκεί αναμένεται να είναι πλήρης, κάτι που θα οδηγήσει σε μια τέλεια αγάπη της ψυχής στο Θεό και στο θέλημά Του, κι αυτό με τη σειρά του θα επιτρέψει στο Θεό να εργαστεί πάνω μας την τελειότητα, που είναι η μοναδική κατάσταση που αξιόλογα και μετρήσιμα Τον δοξάζει και Τον τιμά. Σε καμιά περίπτωση δεν καταργείται, ούτε καν δεν αδυνατίζει, η φωνή του Κυρίου στο πολύ σημαντικό «όστις φυλάττει μέχρι τέλους τα έργα μου». Ναι, το «μέχρι τέλους» είναι προϋπόθεση-νόμος απαράβατος που αγκαλιάζει όλους. Η γνήσια όμως ψυχή, που έχει αναγέννηση(1 Πέτρου 1:23, Ιωάννη 1:13, 3:3-8, 1 Ιωάννη 4:7,5:1,18, 2 Κορινθίους 5:17) και πίστη ανυπόκριτη και που εκζητεί με πίστη, έχει ουσιαστικά ξεκινήσει αυτό που λέμε δρόμο της τελειότητας, που είναι το γέμισμα, που είναι η ολοκλήρωση, που είναι η απόκτηση, που είναι η μόρφωση του ζωντανού Ιησού Χριστού μέσα μας(Γαλάτας 4:19), ώστε να «μη ζώμεν πλέον εμείς» ούτε «να ζούμε δι’ εαυτούς» αλλά «το ζειν για μας να είναι ο Χριστός». Ας μη λησμονούμε όμως το πολύ βασικό σημείο, πως για να πραγματοποιηθούν αυτές οι επαγγελίες του Κυρίου και σε μας, για να γίνουν δικές μας, χρειάζεται όχι απλώς να Τον δεχτούμε με την καρδιά μας(Ιωάννη 1:12), αλλά να δεχτούμε κάτι πολύ πιο σοβαρό και συγκεκριμένο, να δεχτούμε να μας γεμίσει με τον εαυτό Του, εκτοπίζοντας και αχρηστεύοντας τον δικό μας εαυτό, την αμαρτία μας(Ρωμαίους 6:18,22), τη σάρκα(Ρωμαίους 8:5-9) και τα είδωλά μας. Ο λόγος του Θεού είναι πολύ σαφής στο σημείο αυτό. «Αφήσαντες την αρχικήν διδασκαλίαν του Χριστού, ας φερόμεθα προς την τελειότητα» (Εβραίους 6:1). Όμως είναι πραγματικότητα πως ο δρόμος της τελειότητας δεν είναι για όλους, δεν είναι καν για πολλούς. Έχουμε συνηθίσει να ζούμε μια ζωή τόσο διαφορετική απ’ αυτήν που ο Λόγος του Θεού προβάλλει και περιγράφει. Έχουμε συνηθίσει πλέον να ακολουθούμε το Χριστό, αλλά από απόσταση, έχουμε συνηθίσει να ζούμε ανάμεσα σε ανθρώπους που ακολουθούν τον Ιησού από απόσταση. Έτσι η λέξεις «ταύτιση, απόκτηση του Ιησού, ο εν ημίν Χριστός, κοινωνοί θείας φύσεως, απορρόφησής μας από το Χριστό» ηχούν παράξενα, ίσως και να ενοχλούν, αφού κάποτε ελέγχουν ή φωτίζουν τη συμβιβαστική ψυχή, την πονηρή καρδιά. Εϊναι πολύ διαφορετικό να ακολουθείς το Χριστό από μακριά, φοβούμενος μη σου χαλάσει την ήδη στρωμένη σου ζωούλα που την αγαπάς και την φροντίζεις, και πολύ αλλιώτικο να ποθείς με πίστη να σε γεμίσει το Πνεύμα του Θεού για να ζεις μια ζωή πλήρη Πνεύματος Αγίου. Αυτό είναι ακριβώς που κάνει και την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σ’ αυτόν που «έχει» και σ’ αυτόν «που δεν έχει», σ’ αυτόν που ζει και σ’ αυτόν που μονάχα ακούει και συμφωνεί, αλλά δεν ζει, σ΄ αυτόν που γεμίζει με Χριστό και σ’ αυτόν που ακολουθεί από μακριά: η καρδιά μας, η θέλησή μας, αυτό που επιλέξαμε, που προκρίναμε και που εκζητούμε. Ο δρόμος για την τελειότητα είναι ανοιχτός μονάχα για κείνους που έχουν τα γνωρίσματα της έτοιμης ψυχής, τα γνωρίσματα της γνήσιας εκζήτησης και της αληθινής πίστης. Ποιοι είναι αυτοί; Ας αναφέρουμε μερικά παραδείγματα. Αυτός που επιθυμεί να αποκτήσει το θαυμάσιο Φως του προσώπου του Ιησού Χριστού. Αυτός που λαχταράει να αισθανθεί τη φωτιά της αγάπης του Θεού μέσα στην καρδιά του. Αυτός που ποθεί να νοιώσει τους καρπούς της συμφιλίωσής του με τον Πατέρα Θεό(Ρωμαίους 5:10-11). Αυτός που για να αποκτήσει τον κρυμμένο θησαυρό που ανακάλυψε σκάβοντας, δεν διστάζει να απαρνηθεί όλα και όλους από τη ζωή του. Με σκοπό μοναδικό να αποκτήσει τον Χριστό καταδικάζει και αρνείται κάθε τι κοσμικό και γήινο και το κάνει αυτό πρόθυμα και αγόγγυστα. Αυτός που δεν φοβάται να ζητήσει με πίστη από το Θεό να ανάψει τον ίδιο φωτιά και να τον κάψει ολόκληρο, αρκεί να γίνει ένα φως για τη δόξα Του τη μοναδική. Αυτός που έχει κάποιο κρυφό φόβο μήπως αρνηθεί ή σταθεί ασυνεπής σε μια τόσο μεγάλη αγάπη και είναι φόβος ευαισθησίας αυτός και λαχτάρας για συνέπεια και ανταπόκριση στη θεϊκή αγάπη! Αυτός που μισεί τον κόσμο και τα «καλά» του από αγάπη για το Θεό και την αγιότητά Του. Αυτός που συνειδητά ζητεί τη Βασιλεία του Θεού, την υπηρετεί και νιώθει να την κουβαλά μέσα στην ψυχή του. Αυτός που ζητεί «πρώτον» τη Βασιλεία των Ουρανών και την ζητεί σε βάρος όλως των άλλων της ζωής αυτής.

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΟ κόσμος
Επόμενο άρθροΠως θα λυτρωθώ;

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ