«και μη συμμορφόνεσθε με τον αιώνα τούτον, αλλά μεταμορφόνεσθε διά της ανακαινίσεως του νοός σας, ώστε να δοκιμάζητε τι είναι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον.» (Ρωμαίους 12:2)

«Ημείς δε πάντες βλέποντες ως εν κατόπτρω την δόξαν του Κυρίου με ανακεκαλυμμένον πρόσωπον, μεταμορφούμεθα εις την αυτήν εικόνα από δόξης εις δόξαν, καθώς από του Πνεύματος του Κυρίου.» (2 Κορινθίους 3:18)

Η αλλαγή(2 Κορινθίους 5:17) που πραγματοποιείται στη ζωή ενός μετανοημένου αμαρτωλού(Πράξεις 17:30, 2:38, Λουκάς 5:32, 13:3) είναι τόσο ριζική, που μοιάζει με την μετακόμιση κάποιου από τη χώρα του σε μια άλλη χώρα. Η ψυχή που αναγεννιέται (Ιωάννη 1:13, 3:3-8, 1 Ιωάννη 4:7, 5:1,18, 1 Πέτρου 1:23) αισθάνεται τόσο ξένη και απομακρυσμένη από τον κόσμο της αμαρτίας και της διαφθορά(Πράξεις 2:40) γύρω της και θέλει να βγει, να αποχωριστεί, να μην ανήκει σ’ αυτό το σχήμα που λέγεται «κόσμος»(1 Ιωάννη 2:15-17), ακριβώς όπως ο Αβραάμ «εξήλθε» από την Ούρ των Χαλδαίων για να κληρονομήσει τη γη της επαγγελίας(Γένεση κεφ. 12). Και φεύγοντας από τη γη του και τη συγγένειά του ένιωθε και ο ίδιος αλλά και οι γύρω του πως δεν ανήκε πια σ’ αυτούς, αλλά ξεχωρισμένος και αποχωρισμένος να ζήσει σ’ έναν άλλο τόπο, να ζήσει άλλη ζωή , να ζήσει άλλες επαγγελίες. Από το ταξίδι της εξόδου από τη γη της αμαρτίας «των πατέρων μας» είναι ένα ταξίδι που θα το κάνει υποχρεωτικά κάθε γνήσια ψυχή, που με αγάπη και πίστη αποφάσισε να ακολουθήσει τον Ιησού. Δεν είναι όμως ένα ταξίδι σαν όλα τα’ άλλα, αλλά μια πορεία ζωής, μια αληθινή μεταφορά της ζωής μας από το βασίλειο του ανθρώπου, της αμαρτίας, στο Βασίλειο του Θεού, της αγάπης Του, του νόμου Του, του θελήματός Του. Μια πραγματική μετακίνηση από το κράτος της αμαρτίας (Κολοσσαείς 1:12-14) στη γεμάτη δόξα και λαμπρότητα γη της επαγγελίας, που αρχίζει από τώρα, από δω κάτω, από μέσα μας και συνεχίζει αιώνια στην Ουράνια Πατρίδα. Είναι μια πραγματική μεταμόρφωση του αμαρτωλού ανθρώπου. Άλλη ζωή, άλλο περιεχόμενο, άλλη πορεία, άλλος προσανατολισμός. Αυτή η μεταμόρφωση, πρέπει να το τονίσουμε, αγκαλιάζει την ύπαρξή μας ολόκληρη, όλες τις λεπτές πτυχές της ζωής μας. Από τα πρώτα που αλλάζουν πάνω μας είναι τα ενδιαφέροντά μας, οι αγάπες μας. Μετατοπίζονται από γήινα σε Ουράνια, από ανθρώπινα σε θεϊκά, από σαρκικά σε πνευματικά. Στην πραγματικότητα μετατοπιζόμαστε από τον εαυτό μας στον Ιησού Χριστό, από το να ζούμε τον εαυτό μας. , ζούμε Ιησού Χριστό κι αυτή είναι κυριολεκτικά η μεταμόρφωσή μας. Αργά ή γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι αρχίσαμε να ζούμε μια καινούρια, αλλιώτικη ζωή. Μια ζωή με νέες αρχές, άλλους τρόπους, άλλο περιεχόμενο, εντελώς διαφορετικό προορισμό. Το πιστό παιδί του Θεού(Ιωάννη 1:12, 1 Ιωάννη 3:1-2, Εφεσίους 1:5, 2:19) δεν στοχεύει ούτε στο να αρέσει στους άλλους ούτε στο να ζει όσα του αρέσουν, όπως έκανε πριν, όπως κάνουν όλοι όσοι αγαπούν την αμαρτία. Τώρα το μόνο μέλημά του είναι να αρέσει στο Θεό και να Τον δοξάζει η ζωή του, η καθημερινή του πορεία. Όλα τα παλιά, τα είδωλα, οι αγάπες, η προσπάθεια συμμόρφωσης με τον κόσμο υποχωρούν, ατροφούν, χάνουν το νόημά τους και λιώνουν σιγά-σιγά και καινούρια στοιχεία αρχίζουν να εμφανίζονται πρώτα μέσα μας και μετά πάνω μας. Εδώ ας τονίσουμε κάτι χρήσιμο. Είναι μεταμόρφωση, ας το προσέξουμε καλά. Καμιά σχέση με το παλιό της αμαρτίας, αλλά εξίσου καμιά σχέση μ’ αυτό που συμβαίνει γύρω, στον κόσμο της σάρκας(2 Τιμοθέου 3:1-5). Το Χριστό δεν τον κρατάμε για μέσα μας μονάχα ούτε την αλλαγή της μεταμόρφωσης μπορούμε να την περιορίσουμε στον εσωτερικό μας άνθρωπο. Αδύνατον. Το «έξω» του ανθρώπου είναι προέκταση του «μέσα», στην πραγματικότητα το «έξω» εξωτερικεύει τον κόσμο που επικρατεί μέσα μας. Ο Χριστός δουλεύει και δουλεύεται μέσα μας, όμως στοχεύει να αγκαλιάσει και να «υποτάξει» την ύπαρξή μας ολόκληρη μεταμορφώνοντάς μας «συμμόρφους» στον Εαυτό Του. Αυτό είναι και το πραγματικό νόημα του «ενδύθητε τον Χριστόν»(Εφεσίους 4:24, Κολοσσαείς 3:12,14). Καλύπτει όλο το μέσα, αλλά και φαίνεται απ’ όλους έξω και μαρτυρεί την κυριότητα του Χριστού πάνω μας. Απορώ με κάποιους νέους, που ισχυρίζονται πως έχουν το Χριστό βαθιά μέσα στην ψυχή τους, πως τα καταφέρνουν και «απέξω» τους ντύνονται ρούχα αισθησιακά, φοράνε σκουλαρίκια της ειδωλολατρίας και χρωματιστές βλεφαρίδες της Ιεζάβελ,… Πως τα καταφέρνουν και συγκατοικούν πάνω τους αυτά τα δύο, το άγιο και το κοσμικό; Και πως το ένα δεν έχει μεταμορφώσει το άλλο; Ας μη γελιόμαστε, ο Λόγος του Θεού είναι κρύσταλλο καθαρό στο σημείο αυτό. 1) Η σαρξ επιθυμεί ενάντια του Πνεύματος. 2)Το Πνεύμα ενάντια της σαρκός. 3)Ταύτα αντίκεινται προς άλληλα. Όσοι είναι του Χριστού εσταύρωσαν τη σάρκα ομού με τα πάθη και της επιθυμίες. Αποκλείεται κάθε μορφή συγκατοίκησης, αποκλείεται κάθε ελπίδα συνύπαρξης. Όσοι θέλουν το Χριστό περιορισμένο στα τρίσβαθα της ψυχής τους, έτσι καταχωνιασμένο να μη φαίνεται πουθενά κι από κανέναν, έχουν στην πραγματικότητα κάτι πονηρό στο μυαλό τους, να συνδυάσουν, αν μπορέσουν, να ζήσουν τη ζωή του κόσμου εδώ κάτω, αλλά να μη πάνε και στην κόλαση.