«διότι ο Θεός είναι ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και το ενεργείν κατά την ευδοκίαν αυτού.» (Φιλιππησίους 2:13)

«Άρα λοιπόν δεν είναι του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού.» (Ρωμαίους 9:16)

Έχουμε μάθει να θέλουμε, να ενεργούμε, να κινούμαστε κατά τις δικές μας ορέξεις και απαιτήσεις, από τις δικές μας επιθυμίες και παρορμήσεις, τέλος πάντων, με μια λέξη από τον εαυτό μας. Εδώ, σαν να βλέπω το σύνολο σχεδόν των αναγνωστών μας να υπομειδιούν, να απορούν και να ρωτούν. Και πως αλλιώς θα μπορούσαμε να κινηθούμε και να ενεργήσουμε; Ποιος θα είναι αυτός που θα κινήσει τη θέλησή μας και την ενεργητικότητά μας; Δυστυχώς έτσι μάθαμε να ζούμε και να κινούμεθα, και δεν είναι δυνατόν ούτε να φανταστούμε, πως είναι δυνατόν να ενεργούμε με άλλο τρόπο, εκτός από αυτόν. Και ίσως δίνουμε και μια συμπληρωματική απάντηση, πως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν θα ήμασταν πια ο εαυτός μας, μα κάτι άλλο. Και όμως, αυτό ακριβώς λέει και συνιστά ο Λόγος του Θεού, λέγοντας, σε όλους όσους πήραν την απόφαση να ακολουθήσουν το Χριστό: «απαρνησάσθω εαυτόν» (Λουκάς 9:23). Αυτό δεν είναι ένας απλός λόγος, μα μια απαραίτητη προϋπόθεση, να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού, σε όλο της το μεγαλείο. Και αυτή η απαίτηση, δεν είναι μια παράξενη ιδιοτροπία , μια απαίτηση του Κυρίου ανεξήγητη, μα είναι κάτι το απόλυτα βασικό, είναι «εκ των ουκ άνευ». Αυτό ακριβώς εννοούσε ο Κύριός μας όταν έλεγε, «άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Εμείς φαινόμαστε ότι είμαστε, ενεργούμε, κάνουμε, μα μέσα μας θέλει και ενεργεί «ο κατοικών εν ημίν Χριστός». Αυτός είναι το παν εν ημίν. Ο εαυτός μας, με το δικό του «θέλειν και ενεργείν», είναι κατάρα, είναι «σάρκα». Στο θέλημα του Θεού «δεν υποτάσσεται ούτε δύναται»(Ρωμαίους 8:7). Όταν αυτό το καταλάβουμε, καταλάβαμε πάρα πολλά πράγματα για τον εαυτό μας. Τότε, δεν είμαστε πια εμείς, τότε, δεν ζητούμε το δικό μας θέλημα, γιατί το αποστρεφόμαστε, το μισούμε, τότε, χωρίς τον εαυτό μας ζούμε και πορευόμαστε σαν ενεργούμενο δικό Του. Τότε, και μόνο τότε, μπορούμε να επαναλάβουμε τα λόγια του Παύλου «δεν ζω εγώ, ζει εν εμοί Χριστός». Τότε, και μόνο τότε, πραγματοποιείται η προσευχή που έβαλε στα χείλη μας, και πολλοί δεν δίνουν τη σημασία που πρέπει: «γενηθείτο το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης», μα πιο πολύ μέσα στην καρδιά μου και στη ζωή μου. Τότε, και μόνο τότε, το θέλημα του Κυρίου βεβαιώνει και επισφραγίζει τη ζωή μας. Το θέλημα του Θεού, «το αγαθό, το ευάρεστο, το τέλειο», που γι’ αυτό είμαστε φτιαγμένοι και αυτό αναζητούμε μέσα στα μάταια και κούφια της ζωής μας, της πεζής, και χωρίς νόημα ζωής μας, που έχει σαν ανώτατο άρχοντα και ρυθμιστή την «επιθυμία», δηλαδή «τη σάρκα», δηλαδή την αμαρτία, δηλαδή τον διάβολο. Αυτά δεν είναι χωριστά. Είναι μια ενότητα, μια πραγματικότητα, με διαφορετικά κατά περιστάσεις ονόματα. Εάν πραγματικά με την καρδιά σου ζητάς «την οδό, την αλήθεια, τη ζωή», δηλαδή το πρόσωπο του Χριστού, τότε θα σου αποκαλυφθούν όλα αυτά στη ζωή σου. Εάν όμως αγαπάς τον κόσμο και την επιθυμία του κόσμου(1 Ιωάννη 2:15-17), που έπρεπε αυτά να είναι σταυρωμένα από την αρχή, τότε θα κυριαρχηθείς από το ψέμα και θα στραφείς προς τους μύθους, που είναι η τιμωρία και η αμοιβή όλων εκείνων  «που αγάπησαν το σκότος μάλλον παρά το φως» (Ιωάννη 3:19-20). Πόσο τραγική είναι η κατάσταση της εποχής μας!