«Μετά του Χριστού συνεσταυρώθην· ζω δε ουχί πλέον εγώ, αλλ’ ο Χριστός ζη εν εμοί· καθ’ ο δε τώρα ζω εν σαρκί, ζω εν τη πίστει του Υιού του Θεού, όστις με ηγάπησε και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ εμού.» (Γαλάτας 2:20)

Ένα είναι το γεγονός και είναι αναντίρρητο. Ναι, είμαστε πιστοί. Ναι, αγαπούμε το Χριστό. Ναι, θέλουμε τη δόξα Του. Και πολλά άλλα ναι, μα και μερικά, όμως, όχι. Όχι, οπωσδήποτε όχι. Δεν μπορούμε να πούμε και να επαναλάβουμε τις ομολογίες του αποστόλου Παύλου. Και μια απ’ αυτές είναι: Δεν ζω εγώ, ζει εν εμοί Χριστός. Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε τις ίδιες ομολογίες με τον απόστολο Παύλο; Στον ίδιο Κύριο πιστεύουμε, την ίδια πίστη έχουμε, την ίδια προσδοκία. Μα δεν μπορούμε να πούμε τα ίδια πράγματα. Γιατί; Μα είναι απλούστατο. Δεν τα έχουμε. Δεν υπάρχουν μέσα μας. Δεν τα ζούμε. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ούτε διανοούμαστε πως θα μπορούσαμε κάποτε να πούμε τα ίδια λόγια. Ούτε στις προσευχές μας το ζητούμε. Απλούστατα μέσα στον χριστιανισμό μας και μέσα στην πίστη μας δεν έχουν θέση αυτές οι ομολογίες. Δεν ζω εγώ λέει ο απόστολος Παύλος. Ο απόστολος Παύλος ήτανε ένας άνθρωπος γνωστός και είχε την προσωπική του ιστορία. Αυτός, που λέει αυτά τα λόγια, ήτανε ζωντανός και αναγνωρίσιμος. Μα επιμένει και λέει πως δεν είναι αυτός, ο απόστολος Παύλος. Περίεργο. Αν τον ρωτούσαμε τι έγινε ο Παύλος, θα μας έδινε την απλή απάντηση πως πέθανε. Πιο προσδιοριστικά θα μας έλεγε πως συνεσταυρώθη μετά του Χριστού. Ένας σταυρωμένος άνθρωπος είναι και ένας πεθαμένος άνθρωπος. Ο Παύλος, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό, ήτανε πεθαμένος μαζί με τον Χριστό, δια της πίστεως. Από κείνον τον παλιό Παύλο δεν υπήρχε τίποτα. Ένας θάνατος. Στη θέση του πεθαμένου  Παύλου μπήκε ή έβαλε κάποιον άλλον. Τον ενανθρωπήσαντα Χριστό. Ήτανε κάτι απόλυτα συνειδητό στον Παύλο. Ζούσε και απολάμβανε αυτή την αλλαγή και αντικατάσταση. Ζει εν εμοί Χριστός. Μιλούσε, κήρυττε, υπηρετούσε, μα αυτό το γνώριζε πάρα πολύ καλά. Το έκανε ένας άλλος, που κατοικούσε μέσα του, και τον οποίο τον γνώριζε πάρα πολύ καλά, γιατί αυτός ήτανε ο αγαπημένος του Κύριος. Κάπου αλλού, πάνω στην ίδια περίπτωση, λέγει, «θέλετε δοκιμήν του εν εμοί λαλούντος Χριστού;». Ήτανε έτοιμος, και μπορούσε να δώσει όποια ώρα κι αν του εζητείτο, απόδειξη του εν αυτώ λαλούντος Χριστού. Υπάρχει σήμερα, δεν ξέρω, κανένας άνθρωπος που να μπορεί να πει τα ίδια λόγια και να κάνει την ίδια ομολογία. Ο τρόπος που λέει αυτά τα λόγια ο απόστολος Παύλος δείχνει μια φυσικότητα και μια πραγματικότητα που τη ζούσε και δεν τα έλεγε αυτά υποκριτικά. Επρόκειτο για ένα πραγματικό γεγονός που το ζούσε. Εμείς όμως… Μα εμείς, δυστυχώς, δεν το έχουμε. Έχουμε γνώσεις, κάνουμε διδακτικά κηρύγματα, μα δεν έχουμε αυτή την πραγματικότητα. Μα αν την είχαμε, θα ξέραμε πως ο ένοικος της καρδιάς μας είναι ο Χριστός και όχι εμείς. Και τι πιο φυσικό, να το ομολογήσουμε αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, να το ομολογήσουμε απλά, αβίαστα, χωρίς προσπάθεια, με πλήρη επίγνωση του τι λέμε. Τον εαυτό μας τότε τον έχουμε χαμένο από τα μάτια μας. Μάταια τον αποζητούμε και δεν τον συναντούμε. Μα έχει παύση να υπάρχει πια. Έχουμε να κάνουμε μόνο με τον γλυκύ Ιησού που τον αγαπούμε σαν κάτοικο της καρδιάς μας και της ζωής μας. Μεγάλο το θαύμα της κατοίκησης του Χριστού στην καρδιά μας.