«Αγαπητοί επειδή ούτως ηγάπησεν ημάς ο Θεός και ημείς χρεωστούμεν να αγαπώμεν αλλήλους. Τον Θεόν ουδείς είδε πώποτε· εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός μένει εν ημίν, και η αγάπη αυτού είναι τετελειωμένη εν ημίν. Εκ τούτου γνωρίζομεν ότι εν αυτώ μένομεν και αυτός εν ημίν, διότι εκ του Πνεύματος αυτού έδωκεν εις ημάς. Και ημείς είδομεν και μαρτυρούμεν ότι ο Πατήρ απέστειλε τον Υιόν Σωτήρα του κόσμου. Όστις ομολογήση ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, ο Θεός μένει εν αυτώ και αυτός εν τω Θεώ. Και ημείς εγνωρίσαμεν και επιστεύσαμεν την αγάπην την οποίαν έχει ο Θεός προς ημάς. Ο Θεός είναι αγάπη, και όστις μένει εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ. Εν τούτω είναι τετελειωμένη η αγάπη μεθ’ ημών, διά να έχωμεν παρρησίαν εν τη ημέρα της κρίσεως, διότι καθώς εκείνος είναι, ούτω και ημείς είμεθα εν τω κόσμω τούτω. Φόβος δεν είναι εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω διώκει τον φόβον, διότι ο φόβος έχει κόλασιν· και ο φοβούμενος δεν είναι τετελειωμένος εν τη αγάπη. Ημείς αγαπώμεν αυτόν, διότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς.» (1 Ιωάννη 4:11-19)

Πρέπει να αναγνωρίσουμε, πως η λέξη αυτή δεν μας αρέσει καθόλου και ούτε ευχάριστη είναι. Κανένας δεν θέλει να ακούει πως χρωστάει και είναι χρεώστης, και ότι επάνω του έχει μια υποχρέωση, που οπωσδήποτε πρέπει να εκπληρώσει. Συναισθηματικά στοιχεία και γνωστά, δεν μπορούν να παίξουν κανέναν ρόλο. Χρεωστώ, σημαίνει, πως έχω κάποτε κάτι καρπωθεί, συγνώμη, αγάπη, υπηρεσία, και με τον τρόπο αυτό ανέλαβα την υποχρέωση κι εγώ να τα ανταποδώσω, και με κανένα τρόπο δεν μπορώ να τα ξεφύγω. Έχουμε υπερτονίσει τη λέξη «δωρεάν»(Πράξεις 2:38,10:45, Εφεσίους 2:8,Ρωμαίους 3:24,5:17,Ιωάννη 4:10,…). Και είναι αλήθεια, πως ο Θεός προσφέρει τα δώρα Του χωρίς καμιά προηγούμενη προϋπόθεση. Και να ζητούσε, δεν θα μπορούσαμε να του προσφέρουμε  απολύτως τίποτα, γιατί η αμαρτία θα μας είχε απογυμνώσει από κάθε τι που είχαμε και άξιζε στα μάτια του Θεού. Μα, αφού δεχτήκαμε την «πολυειδή χάρη Του», τα πλούτη, τα δώρα της αγάπης Του, έχει την απαίτηση, σαν παιδιά δικά Του(1 Ιωάννη 3:1-2, Ιωάννη 1:12, Εφεσίους 1:5, 2:19) και πολίτες της Βασιλείας Του, να φερθούμε κι εμείς ανάλογα. Εδώ γίνεται ένα βασικό λάθος, να ξεχωρίζουμε τα λόγια του Κυρίου σε διάφορες κατηγορίες. Στη μια βάζουμε τις εντολές Του, αυθαίρετα ξεχωρισμένες από το Λόγο του Θεού. Στην άλλη βάζουμε κάποιες άλλες εντολές, που τους δίνουμε μειωμένη αξία και τις λέμε «προτροπές» και αφήνουμε το περιθώριο να κρίνουμε αν θα τις εκτελέσουμε ή όχι. Και μια Τρίτη κατηγορία με «συστάσεις», που μάλλον είναι να τις έχουμε κάποτε υπόψη μας. Όλα αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίες και δεν ξεγελούν κανένα, παρά αυτόν που τις δέχεται και σαν χάνος τρώει τα δολώματα που ο διάβολος σκορπίζει. Το «χρεωστείτε» είναι εντολή και επί πλέον υπενθύμιση , με τις τρομερές ανταποδοτικές συνέπειες που αναφέρονται και συνοδεύουν τις υποχρεώσεις μας αυτές. Κινδυνεύουμε να χάσουμε και αυτά που πήραμε, και τα έχουμε στην κατοχή μας. Και να είστε βέβαιοι πως αυτό θα γίνει οπωσδήποτε. 1)Χρωστούμε να συγχωρούμε. Οι κουβέντες, οι συζητήσεις, πάνω σε τόσο ξεκάθαρα θέματα δεν μπορεί παρά να είναι εκ του πονηρού, δηλαδή να ξεφύγουμε, αφού προηγουμένως πήραμε το δικό μας μέρος. Μην κάνεις το λάθος, να σκέπτεσαι και να συζητάς αν έχεις δίκιο ή άδικο, αν είσαι καλός ή κακός, αν πρώτος ή τελευταίος  άρχισες, αν σου ζήτησε ο άλλος συγνώμη ή όχι. Αυτά, μόνο θα σε μπερδέψουν και θα σε παρασύρουν να μην κάνεις το χρέος σου. Και αν δεν συγχωρείς κατά κανόνα και σύστημα, τότε, σύμφωνα με το Λόγο του Κυρίου μας, γίνεται η ανάκληση της παραχωρηθείσης σε σένα συγχώρησης. Ίσως τα λόγια αυτά σου φαίνονται δυσάρεστα και σου χαλούν τη διάθεση. Μα πώς να το κάνουμε; Είναι χρέος που σε όλη σου τη ζωή θα το εξοφλείς. Μη το πολυσκέφτεσαι, λοιπόν, συγχώρα και αγάπα, αγάπα και συγχώρα. Ό,τι κι αν σου έχουν κάνει. Όσο μεγάλο και τρομερό αν είναι αυτό. 2)Χρεωστούμε να αγαπούμε. Και μάλιστα, όχι με ρετάλια ή αποκόμματα αγάπης, αλλά καθώς Εκείνος μας αγάπησε. Εδώ τα χέρια πέφτουν εξουθενωμένα. Που να την βρω αυτή την αγάπη; Από πού να την αντλήσω; Φαίνονται λογικά αυτά τα ερωτήματα. Μα έχουν κάποια προϋπόθεση. Πως δια της πίστεως κατοικεί μέσα στην καρδιά μας ο Χριστός δια του Πνεύματος. Εάν το θελήσουμε και παραχωρήσουμε τον εαυτό μας στον Κύριο, τότε μπορούμε να αγαπήσουμε, όπως έλεγε ο απόστολος Παύλος με σπλάχνα Ιησού Χριστού. Αλλά θα πρέπει να το θέλουμε και να το ζητούμε; Να καίει μέσα στην καρδιά μας. Διαφορετικά, μια ξεθυμασμένη και νερωμένη αγάπη δεν λέει τίποτα. Δεν πρέπει να είναι μόνο πόθος, μα και προσευχή στον Κύριο. 3)Χρεωστείτε, καθώς Εκείνος περιεπάτησε. Πάλι σε ίδιες αντιρρήσεις και δικαιολογίες. Εκείνος ήταν Υιός του Θεού. Εκείνος είχε τον Πατέρα μέσα Του. Εκείνος δεν είχε κληρονομιά του Αδάμ κ.λ.π. Είναι αλήθεια πως δεν έχουμε καταλάβει που μπήκαμε, τι μας χάρισε, τι δυνάμεις ενεργούν μέσα μας. Δεν θελήσαμε να μάθουμε. Αυτά μαθαίνονται με την καρδιά, δια του Πνεύματος, δια της υπακοής. Βέβαια, χρειάζεται εκείνο το «συν», «συνεσταύρομαι», «συναπέθανον», «συνετάφην», «συνανέστην». Χωρίς αυτά, βέβαια δεν γίνεται απολύτως τίποτα. Και όμως πρέπει, απαιτείται, είναι μέσα στη Σωτηρία Του. Να περπατήσουμε καθώς Εκείνος περπάτησε. Ο Κύριος ποτέ δεν απαιτεί κάτι, που δεν μπορούμε να Του το προσφέρουμε. Για τον απλούστατο λόγο, αυτά που ζητά Αυτός τα προσφέρει. Δεν μας βασανίζει. Δεν μας ταλαιπωρεί άδικα. Θέλει να μας κάνει σαν τον εαυτό Του, που Τον αγαπήσαμε και θέλουμε να του μοιάσουμε. Άνοιξε το καλάθι που πέταξες τα αποκόμματα που δεν σου άρεσαν και που στο σύνολό τους αποτελούν το «άλλο Ευαγγέλιο», το αγνοημένο και παραπεταμένο. Βάλε πάλι τις σελίδες στη θέση τους. Πάρε τα σαν σύνολο. Ζήτησε συγνώμη για τον τρόπο που τα μεταχειρίστηκες μέχρι σήμερα γεμάτος ασέβεια.