«Καθώς η θεία δύναμις αυτού εχάρισεν εις ημάς πάντα τα προς ζωήν και ευσέβειαν διά της επιγνώσεως του καλέσαντος ημάς διά της δόξης αυτού και αρετής, διά των οποίων εδωρήθησαν εις ημάς αι μέγισται και τίμιαι επαγγελίαι, ίνα διά τούτων γείνητε κοινωνοί θείας φύσεως, αποφυγόντες την εν τω κόσμω υπάρχουσαν διά της επιθυμίας διαφθοράν. Και δι’ αυτό δε τούτο καταβαλόντες πάσαν σπουδήν, προσθέσατε εις την πίστιν σας την αρετήν, εις δε την αρετήν την γνώσιν, εις δε την γνώσιν την εγκράτειαν, εις δε την εγκράτειαν την υπομονήν, εις δε την υπομονήν την ευσέβειαν, εις δε την ευσέβειαν την φιλαδελφίαν, εις δε την φιλαδελφίαν την αγάπην. Διότι, εάν ταύτα υπάρχωσιν εις εσάς και περισσεύωσι, σας καθιστώσιν ουχί αργούς ουδέ ακάρπους εις την επίγνωσιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού· επειδή εις όντινα δεν υπάρχουσι ταύτα, τυφλός είναι, μυωπάζει και ελησμόνησε τον καθαρισμόν των παλαιών αυτού αμαρτιών. Διά τούτο, αδελφοί, επιμελήθητε περισσότερον να κάμητε βεβαίαν την κλήσιν και την εκλογήν σας· διότι ταύτα κάμνοντες δεν θέλετε πταίσει ποτέ. Διότι ούτω θέλει σας δοθή πλουσίως η είσοδος εις την αιώνιον βασιλείαν του Κυρίου ημών και Σωτήρος Ιησού Χριστού.» (2 Πέτρου 1:3-11)

Πόσο ανόητοι γινόμαστε πολλές φορές, όταν ερωτώμενοι απαντούμε ότι γνωρίζουμε το Ευαγγέλιο, πιστεύουμε το Ευαγγέλιο, ζούμε το Ευαγγέλιο. Και δίνουμε την απάντηση αυτή με ελαφρότητα, με μια επιπολαιότητα, χωρίς να προσέξουμε τα λόγια, το κείμενο, τη φωνή του Κυρίου που ενυπάρχουν μέσα σ’ αυτό. Θα επιχειρήσουμε με τη δύναμη του Κυρίου να κοιτάξουμε τα λίγα αυτά εδάφια της επιστολής του Πέτρου. 1)Εδωρήθησαν. Η θεία δύναμη έχει δωρηθεί. Ο Πέτρος την είχε. Με αυτή ζούσε. Με αυτήν ενεργούσε. Με αυτήν είχε κάποιους καρπούς και αποτελέσματα. Μα, θα μου απαντήσεις, εγώ δεν την έχω. Είμαι πιστό παιδί του Θεού, έχω μετανοήσει(Πράξεις 17:30. 2:38, Λουκάς 5:32, 13:3,5), έχω πιστέψει και έχω αναγεννηθεί(1 Πέτρου 1:23, Ιωάννη 1:13, 3:3-8, 1 Ιωάννη 4:7, 5:1,18). Μα αυτή την δύναμη δεν την έχω. Και έχεις δίκαιο. Έτσι είναι. Ο Κύριος την έδωσε, μα εσύ δεν την πήρες ακόμα. Το γιατί δεν το ξέρω. Μα φοβάμαι δεν σε έκρινε άξιο να σε τιμήσει με τη δύναμη και με τα επακόλουθα αυτής της δύναμης, που τα λέμε παρακάτω. «Κοινωνοί θείας φύσεως», «πάντα τα προς ζωήν και ευσέβειαν» κ.λ.π. Συνηθίσαμε στη μοιρασμένη ζωή, στην ταλαντευόμενη πορεία, στα σκαμπανεβάσματα. Και δυστυχώς θεωρήσαμε πως αυτή η κατάσταση είναι η φυσιολογική. Αλλά δεν είναι. Είναι μια παθολογική κατάσταση, που ίσως συγχωρείται για τα πρώτα βήματα, μα όχι σαν καθεστώς στην πορεία μας για τον Ουρανό. Το χειρότερο είναι πως οι πολλοί δεν ελπίζουν για μια τέτοια ζωή, ούτε προσεύχονται. Έτσι είναι αιώνια καταδικασμένοι σε μια πνευματική μιζέρια και κακομοιριά, από την οποία με κανένα τρόπο δεν μπορούν να βγουν. Αλλά και ούτε το επιθυμούν, αφού δεν υποψιάζονται πως είναι δυνατόν να υπάρχει μια άλλη, ανώτερη ζωή. Και αν κάποιος τους μιλήσει γι’ αυτήν, την αρνούνται, υποστηρίζοντας τη δική τους κακομοιριά και ανάγοντάς την σε φυσιολογική κατάσταση. 2)Αι μέγισται και τίμιαι επαγγελίαι. Ό,τι σπουδαιότερο, πολυτιμότερο και αξιόλογο μπορούσε να υπάρξει για τον άνθρωπο, για τη ζωή του, για το παρόν και το μέλλον του, όλα αυτά εδωρήθησαν ήδη. Είναι πολλοί που μεταθέτουν τα πάντα στον Ουρανό. Μα για το Θεό ούτε Ουρανός βαραίνει ούτε η γη. Μπορεί να τα δώσει και τα έδωσε. Εδωρήθησαν όλα αυτά, τα μεγάλα, τα πλούσια, τα καταπληκτικά, από από αιώνιες πνευματικές αξίες, γραμμές και ιδιότητες του Θεού του ίδιου, με σκοπό να μας ανεβάσει στο δικό Του επίπεδο για να γίνουμε όμοιοι με Αυτόν(1 Ιωάννη 3:2-3). Βέβαια πάλι πέφτουμε στην προηγούμενη αναφερθείσα κατάσταση με ένα τεράστιο «γιατί». Ναι, αυτός έδωσε τις «μέγιστες και τίμιες επαγγελίες», μας εμείς δεν τις πήραμε. Και βγαίνει το ερώτημα. Γιατί, αν και εδωρήθησαν δεν τις πήραμε, και πότε θα τις πάρουμε; Μέσα στη μίζερη και μοιρασμένη ζωή μας, με τους γαργαλισμούς του «κόσμου», δεν αφήνουμε το Χριστό να ολοκληρώσει το έργο Του. Βέβαια θα το ολοκληρώσει. Δεν θα το αφήσει στη μέση. Δεν κάνει μισές δουλειές. Μα αυτό εξαρτάται και από εμάς. Εάν αυτό γίνεται με τον πόθο και τη διάθεσή μας, τότε θα γίνει γρήγορα και θα έχουμε και καρπούς και αποτελέσματα. Εάν όμως αυτό γίνεται αναγκαστικά και με τη βία, τότε το πιστεύω, θα γίνει με σκληρές δοκιμασίες και θλίψεις και ίσως προς το τέλος της ζωής μας σε κάποιο γηροκομείο ή νοσοκομείο. 3)Κοινωνοί θείας φύσεως. Πολλοί δυστυχώς νομίζουν και πιστεύουν πως όλο το έργο και η δωρεά του Θεού περιορίζεται στη συγχώρηση των παλιών μας αμαρτιών. Λάθος μεγάλο. Όχι. Ο Θεός στο σχέδιό Του έχει χαράξει να Του μοιάσουμε και να γίνουμε «κοινωνοί θείας φύσεως». Τώρα είμαστε «τέκνα οργής ως και οι λοιποί». Και αυτή είναι η φύση μας. Κυριαρχούμαστε από τις επιθυμίες μας σε ένα αδιάκοπο αγώνα πάλης. Μα το σχέδιό Του είναι να φορέσουμε τη δική Του Ουράνια φύση(1 Κορινθίους 15:49), που η αμαρτία και η φθορά δεν την έχουν μολύνει. Έχουμε εγκλιματιστεί τόσο πολύ στην αμαρτωλή και διεφθαρμένη φύση μας, που ούτε φανταζόμαστε πως είναι δυνατόν να αποκτήσουμε άλλη φύση και μάλιστα θεϊκή και Ουράνια. Και αν δεν μας το έλεγε καθαρά το Πνεύμα του Θεού(2 Πέτρου 1:21), θα μέναμε χαμένοι μέσα στη φύση του θανάτου κι από πάνω θα πιστεύαμε πως είμαστε σωσμένοι. 4)Δια της επιθυμίας διαφθορά. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Ή θα πάρουμε την άλλη φύση με τις μέγιστες και τίμιες επαγγελίες ή θα θαφτούμε μέσα στον δια των επιθυμιών θάνατο. Μάλιστα το λέει διαφθορά. Οι επιθυμίες, όσο τις υπηρετείς και τις δουλεύεις, τόσο σε διαφθείρουν και σε κατατρώγουν. Τόσο σε σκλαβώνουν. Μόνο όταν φορέσουμε τη θεία φύση, την άγια φύση, την Ουράνια, θα μπορέσουμε να αποφύγουμε «την εν τω κόσμω διαφθορά». 5)Δι’ αυτό … προσθέσατε. Αυτά που λέει να προσθέσουμε είναι πολλά και ιεραρχημένα από το Πνεύμα του Θεού. Αρχίζουν από την πίστη. Με πίστη ζυγώνουμε το Θεό. Από πίστη ξεκινάμε. Και το τελευταίο και χαρακτηριστικό είναι η αγάπη.