«Και αποκριθείς ο Ιησούς, λέγει προς αυτούς· Έχετε πίστιν Θεού. Διότι αληθώς σας λέγω ότι όστις είπη προς το όρος τούτο, Σηκώθητε και ρίφθητι εις την θάλασσαν, και δεν διστάση εν τη καρδία αυτού, αλλά πιστεύση ότι εκείνα τα οποία λέγει γίνονται, θέλει γείνει εις αυτόν ό,τι εάν είπη. Διά τούτο σας λέγω, Πάντα όσα προσευχόμενοι ζητείτε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και θέλει γείνει εις εσάς. Και όταν ίστασθε προσευχόμενοι, συγχωρείτε εάν έχητέ τι κατά τινός, διά να συγχωρήση εις εσάς και ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς τα αμαρτήματά σας. Αλλ’ εάν σεις δεν συγχωρήτε, ουδέ ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς θέλει συγχωρήσει τα αμαρτήματά σας.» (Μάρκος 11:22-26)

Όσο κι αν φαίνεται απλό, το «έχετε πίστη Θεού», που αποτελεί μια γενική προτροπή του Κυρίου μας, δεν είναι καθόλου εύκολο ερμηνευτικά. Είναι γνωστό, από πλευράς ερμηνευτικής, πως δύσκολα ερμηνευτικά χωρία δεν είναι αυτά που δεν διαφαίνεται κάποια ερμηνεία, μα αντίθετα αυτά, που είναι δεκτικά πολλών ερμηνειών, που ανάμεσά τους δυσκολευόμαστε να προκρίνουμε τη μια, που θα περιέχει περισσότερα εχέγγυα ορθότητας. Το κυρίως ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στα παρακάτω λόγια του Κυρίου, που παρουσιάζουν μεγάλη πρωτοτυπία, και προβάλλουν μοναδικές πνευματικές θέσεις, στη σχέση του πιστού με το Θεό, και ιδιαίτερα στην περιοχή της προσευχής. Μα φρονούμε, πως η κατανόηση αυτών των αληθειών που παρουσιάζονται από τον Κύριο, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα παραπάνω λόγια Του. μάλιστα δε πιστεύουμε πως τα υπόλοιπα εδάφια αποτελούν ανάλυση και ανάπτυξη αυτών των τριών λέξεων «έχετε πίστη Θεού». Σε πρώτη ματιά, τα λόγια αυτά, φαίνεται να μην περιέχουν κανένα νέο στοιχείο, μα σαν να επαναλαμβάνουν μια αυτονόητη πνευματική θέση και αλήθεια, πως σ’ αυτούς που απευθύνεται ο Κύριός μας, στους μαθητές του, και στη συνέχεια σ’ όλους εμάς, θα πρέπει να έχουμε «πίστη Θεού» και όχι οποιαδήποτε άλλη πίστη. Ο Κύριος δεν λέει απλώς να έχουμε «πίστη», μα η πίστη μας να είναι «Θεού». Κατ’ αρχήν, ανοίγει ένα μεγάλο ρήγμα και μια αμφισβήτηση όσον αφορά την πίστη μας, που μπορεί να είναι «πίστη» μα όχι Θεού(2 Κορινθίους 13:5). Αμέσως γίνεται αντιληπτό, πως αυτό που ονομάσαμε ρήγμα προκαλεί μια ενόχληση μέσα μας, αφού θέτει εν αμφιβόλω την πίστη μας και μας αναγκάζει να εξετάσουμε και να βεβαιωθούμε αν είναι γνήσια η πίστη μας ή όχι. Το εύρος των ερμηνειών που παρουσιάζει ο προσδιορισμός «Θεού» είναι πολύ μεγάλο. Γεγονός όμως παραμένει πως κάθε πίστη δεν είναι αυτή που θέλει ο Θεός, για να λειτουργήσει μέσα στον πνευματικό στίβο της Βασιλείας Του. Είναι δε γνωστό του Ιακώβου πως και «τα δαιμόνια πιστεύουσι» που δεν είναι πίστη Θεού και δεν ωφελεί σε τίποτα. Οι πιθανές θέσεις, από ερμηνευτικής πλευράς, αυτής τηυς προτροπής η εντολή του Κυρίου μας, είναι οι παρακάτω: 1)’Έχετε πίστη που αποβλέπει στο Θεό. Είναι η πίστη εκείνη, που λειτουργεί και υπάρχει για τους σκοπούς και τα σχέδια του Θεού, μα έχει σαν πηγή της τον άνθρωπο που ασκεί αυτή την πίστη. Είναι μια πίστη που στοχεύει θα μπορούσαμε να πούμε, στο Θεό. 2)Έχετε πίστη που κινείται μέσα στα πλαίσια τα διαταγμένα από το Θεό(2 Κορινθίους 13:5). Ο Θεός δίνει τα χαρακτηριστικά και το περίγραμμα της πίστης που είναι διατεθειμένος να δεχτεί και που αναγνωρίζει. 3)Έχετε πίστη που η προέλευσή της οφείλεται στο Θεό. Δηλαδή ο Κύριος μας χάρισε αυτή την πίστη(Ιούδα 1:3), που προηγουμένως δεν είχαμε, και τώρα κατόπιν προσφυγής σ’ Αυτόν μας εδόθη και την αποκτήσαμε. Είναι μια πίστη προελεύσεως Θεού. Με τον ίδιο τρόπο, θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε και άλλες μορφές και θέσεις ερμηνευτικές, που ίσως να υπάρχουν σε κάποια άλλα λόγια του Κυρίου μας., σε κάποια άλλα σημεία. Μα ο γνώμονας της επιλογής θα πρέπει να σταθεί στο «πίστη Θεού». Στα εδάφια αυτά, ο Κύριος παραχωρεί στους δικούς Του τη δύναμη και την εξουσία να μετατοπίζουν όρη, με ένα τους λόγο μονάχα, φτάνει να έχουν πίστη που να μην αμφιβάλλει και τελειώνει με το περιεχόμενο αυτής της ιδιάζουσας πίστης που πιστεύει ότι «α λέγει γίνεται». Μια τέτοια πίστη ξεπερνά τις δυνατότητες και τον τρόπο λειτουργίας της ανθρώπινης λογικής, γιατί συντρίβει και παραγνωρίζει νόμους βασικούς, όπως της χρονικότητας, αιτίου και αποτελέσματος, τα πλαίσια των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Μια τέτοια πίστη δεν είναι απλώς πια πίστη στο Θεό, ή από το Θεό, μα είναι μια πίστη, που μεταφέρει μέσα στον άνθρωπο  τις απροσμέτρητες και ακατανόητες για το φυσικό άνθρωπο δυνατότητες του Θεού. Μόνο μια τέτοια πίστη μπορεί να πιστεύει πως έλαβε ήδη ενώ δεν έλαβε, γιατί δεν έγινε ακόμα και θα γίνει αργότερα, κάποτε, «έσται υμίν». Μόνο μια τέτοια πίστη μπορεί να διατάζει, με την εξουσία του Θεού τα όρη να ξεριζωθούν και να πέσουν στη θάλασσα. Μόνο μια τέτοια πίστη μπορεί να λειτουργήσει και να φέρει αποτελέσματα που μόνο προσωπικά ο Θεός μπορεί να φέρει. «Έχετε πίστη Θεού». Φυσικά, μπορούμε να πούμε, πως μια τέτοια πίστη, δεν είναι εύκολη, μα είναι δυνατή, αφού ο Κύριός μας τη χαρίζει και μας την συνιστά.