«Απεκρίθησαν προς αυτούς οι γονείς αυτού και είπον· Εξεύρομεν ότι ούτος είναι ο υιός ημών και ότι εγεννήθη τυφλός· Πως δε βλέπει τώρα δεν εξεύρομεν, ή τις ήνοιξε τους οφθαλμούς αυτού ημείς δεν εξεύρομεν· αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού θέλει λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, διότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· επειδή ήδη είχον συμφωνήσει οι Ιουδαίοι, εάν τις ομολογήση αυτόν Χριστόν, να γείνη αποσυνάγωγος. Διά τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. Εφώναξαν λοιπόν εκ δευτέρου τον άνθρωπον, όστις ήτο τυφλός, και είπον προς αυτόν· Δόξασον τον Θεόν· ημείς εξεύρομεν ότι ο άνθρωπος ούτος είναι αμαρτωλός. Απεκρίθη λοιπόν εκείνος και είπεν· Αν ήναι αμαρτωλός δεν εξεύρω· εν εξεύρω, ότι ήμην τυφλός και τώρα βλέπω. Είπον δε προς αυτόν πάλιν· τι σοι έκαμε; πως ήνοιξε τους οφθαλμούς σου; Απεκρίθη προς αυτούς· Σας είπον ήδη, και δεν ηκούσατε· διά τι πάλιν θέλετε να ακούητε; μήπως και σεις θέλετε να γείνητε μαθηταί αυτού; Ελοιδόρησαν λοιπόν αυτόν και είπον· Συ είσαι μαθητής εκείνου· ημείς δε του Μωϋσέως είμεθα μαθηταί. Ημείς εξεύρομεν ότι προς τον Μωϋσήν ελάλησεν ο Θεός· τούτον όμως δεν εξεύρομεν πόθεν είναι. Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπε προς αυτούς· Εν τούτω μάλιστα είναι το θαυμαστόν, ότι σεις δεν εξεύρετε πόθεν είναι, και ήνοιξέ μου τους οφθαλμούς. Εξεύρομεν δε ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλ’ εάν τις ήναι θεοσεβής και κάμνη το θέλημα αυτού, τούτον ακούει. Εκ του αιώνος δεν ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς γεγεννημένου τυφλού. Εάν ούτος δεν ήτο παρά Θεού, δεν ηδύνατο να κάμη ουδέν. Απεκρίθησαν και είπον προς αυτόν· Συ εγεννήθης όλος εν αμαρτίαις, και συ διδάσκεις ημάς; και εξέβαλον αυτόν έξω.» (Ιωάννη 9:20-34)

Υπάρχουν άνθρωποι που ζητούν αποδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού, και υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, που με την απολογητική, με ένα σύστημα συλλογιστικών αποδείξεων, προσπαθούν να αποδείξουν πως υπάρχει Θεός και να τον περιγράψουν. Και ακούμε να αποκαλούν το Θεό «η πρώτη αιτία του παντός», «το πρώτο κινούν», «το είναι και το υπάρχειν», και πολλά άλλα. Η μεγαλύτερη απολογητική απόδειξη είναι η παρουσία του Χριστού στη ζωή μας, τα αποτυπώματά της ενέργειάς Του επάνω μας, που βεβαιώνουν πέρα από κάθε αμφισβήτηση τη δύναμη, την αγάπη, την παρουσία του Χριστού, όχι αόριστα στον κόσμο, μα στην προσωπική μας ζωή και ιστορία. Κάτι ανάλογο, δυνατό και ατράνταχτο, σαν και αυτό του εκ γενετής τυφλού. -Ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω. Η απόδειξη της ύπαρξης, της παρουσίας και της ενέργειας του Θεού είναι προσωπική και εμπειρική. Κλείνει τα στόματα και γεμίζει με αδιαφιλονίκητο θρίαμβο τη μαρτυρία που εγώ ο ίδιος κάνω, πάνω στον ίδιο τον εαυτό μου, και που δεν είναι θεωρία και συλλογισμοί, μα γεγονότα και πράξη. –Ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω. Και ο Ιωάννης, στην πρώτη του επιστολή, σε ανάλογη μαρτυρία καταφεύγει: «Εκείνο το οποίον είδαμε, αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του λόγου του Θεού… μαρτυρούμεν». Δεν είμαστε, όπως μερικοί αρέσκονται να μας αποκαλούν, «ιδεαλιστές», μα πέρα για πέρα «πραγματιστές», «εμπειριστές», και όταν μιλούμε για το Θεό και την αγάπη Του μιλούμε από τη δική μας προσωπική ιστορία και πείρα. Και αυτό με κανένα τρόπο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Τον είχαν κυριολεκτικά μπλοκάρει απ’ όλες τις μεριές, τον καημένο, τον πρώην τυφλό, και τον βομβάρδιζαν βασανιστικά με επιχειρήματα, πως τάχατες ο Χριστός ήτανε αμαρτωλός, και πως δεν ήτανε σταλμένος από το Θεό και πως… ίσως… δεν έγινε και κανένα θαύμα, μα αυτός, απαντούσε μονότονα και με το αδιάσειστο επιχείρημα, του οποίου ο ίδιος ήταν απόδειξη και φορέας. –Ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω. Η πίστη μας στο Χριστό δεν είναι αφηρημένη και νοητική. Ίσως κάποτε να ήταν έτσι. Μα τώρα είναι γεγονός. Είναι ιστορία. Ήμουν αμαρτωλός και τώρα είμαι ελεημένος(1 Πέτρου 2:10), τώρα είμαι λυτρωμένος(1 Πέτρου 1:18-19), τώρα είμαι σωσμένος(Πράξεις 2:47, Εφεσίους 2:8, Τίτος 3:5, 2 Τιμοθέου 1:9), τώρα είμαι δικαιωμένος(Ρωμαίους 5:1), τώρα είμαι αναγεννημένος(1 Πέτρου 1:23, Ιωάννη 1:13, 3:3-8, 1 Ιωάννη 4:7, 5:1,18), Τώρα γνώρισα το Θεό(1 Ιωάννη 2:13-14, Γαλάτας 4:8-9, Ιωάννη 17:3), τώρα έχω την αιώνια ζωή(1 Ιωάννη 5:13, 2:25, 1 Τιμοθέου 6:12, Ιωάννη 6:47), τώρα έχω νέα καρδιά(2 Κορινθίους 5:17)τώρα είμαι συγχωρημένος(Κολοσσαείς 2:13, 1 Ιωάννη 2:12,1:9), τώρα είμαι ναός του Θεού(1 Κορινθίους 3:16-17, 6:19, 2 Κορινθίους 6:16), τώρα είμαι γραμμένος στο βιβλίο της ζωής του Ουρανού(Λουκάς 10:20, Αποκάλυψη 20:15, 21:27), τώρα είμαι παιδί του Θεού(1 Ιωάννη 3:1-2, Ιωάννη 1:12, Εφεσίους 1:5, 2:19), και άγιος, και δεν φοβούμαι τις λέξεις. Ήμουν δυστυχής και άθλιος και τώρα είμαι ευτυχής και με σκοπό στη ζωή. Ήμουν πονεμένος και δακρυσμένος κάποτε και τώρα γελώ και ψάλλω. Ποιος τα έκανε αυτά; Ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Όταν ήμουν παιδί, γύριζε στους δρόμους ένας τυφλός ανάπηρος με πατερίτσες, που φώναζε «κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω», και με τα λόγια του αυτά γέμιζε με πίκρα την παιδική μου ψυχή. Και εμείς υποψιαζόμασταν, πως «κάποιος θα υπάρχει που τα έφτιαξε όλα αυτά», και όχι η χωρίς νόηση ύλη και χωρίς υπόσταση τύχη. Εμείς τώρα έχουμε έντονες πραγματικές αποδείξεις και μάλιστα τις έχουμε επάνω μας, απτές, χειροπιαστές, χιλιοβεβαιωμένες. Μα και βέβαια είδαμε το θεό με τα μάτια της ψυχής μας και έχουμε αδιάκοπη κοινωνία μαζί Του(1 Ιωάννη 1:3, Εβραίους 10:22). Μα και βέβαια, κάποτε ήμουν μόνος και έρημος, μα τώρα έχω μέσα μου, μέσα στην καρδιά μου την παρουσία Του και Του μιλώ και μου μιλά και πορευόμαστε στη ζωή μαζί(Ματθαίος 28:20). Μα και βέβαια κάποτε ήμουν τυφλός πνευματικά(2 Κορινθίους 4:4), γιατί με είχε τυφλώσει ο «άρχων του κόσμου τούτου», χρησιμοποιώντας την αμαρτία, μα τώρα βλέπω. Μου άνοιξε τα πνευματικά μάτια και βλέπω πάρα πολλά.