«Προσέχετε λοιπόν πως να περιπατήτε ακριβώς, μη ως άσοφοι, αλλ’ ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, διότι αι ημέραι είναι πονηραί. Διά τούτο μη γίνεσθε άφρονες, αλλά νοείτε τι είναι το θέλημα του Κυρίου.» (Εφεσίους 5:15-17)

Όταν πριν από χρόνια ήταν της μόδας τα διαστημικά ταξίδια είχα διαβάσει την εξής τεχνική λεπτομέρεια. Ολόκληρο το ταξίδι του διαστημοπλοίου είναι προγραμματισμένο με μεγάλη ακρίβεια. Τα στοιχεία του προγράμματος είναι καταχωρημένα σε έναν ηλεκτρονικό εγκέφαλο με τον οποίο είναι συνδεδεμένο το διαστημόπλοιο σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Η πορεία του ελέγχεται συνέχεια δίνοντας το στίγμα του στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο ο οποίος κάνει τις διορθώσεις σύμφωνα με τα στοιχεία που είναι μέσα του γραμμένα. Και αυτό γίνεται κάθε στιγμή, αυτόματα. Γιατί οι ταχύτητες που αναπτύσσονται είναι τόσο μεγάλες και οι αποστάσεις τόσο τρομακτικές που θα βρεθεί χιλιόμετρα μακριά από το στόχο του αν ξεφύγει έστω και ελάχιστα μακριά από το στόχο του. Ο κίνδυνος του αποπροσανατολισμού. Να βρεθούμε μακριά. Να χάσουμε τον στόχο, να μην καταλήξουμε ποτέ στο τέρμα, ξεγελασμένοι, εξαπατημένοι. Και όλα αυτά να συμβούν όχι τυχαία ή περιστασιακά, μα με σχέδιο καταστρωμένο, καλά οργανωμένο. Με διάνοια που δούλεψε προς την κατεύθυνση αυτή και μένει καλά κρυμμένη για να εξαπατά με μεγαλύτερη επιτυχία. Η ζωή μας εδώ κάτω είναι ένα ταξίδι. Καθημερινά βήματα διαδοχικά με συγκεκριμένο στόχο. Αυτός ο στόχος για τους ανθρώπους μακριά από το Θεό βρίσκεται πάνω στη Γη. Κάποιες φιλοδοξίες, κάποια όνειρα, μερικές επιθυμίες που όμως αυγαταίνουν και τους κρατούν να σέρνονται κολλημένο στο χώμα. Όλος τους ο ορίζοντας βρίσκεται πάνω στο χώμα. Μα για το παιδί του Θεού(Ιωάννη 1:12, 1 Ιωάννη 3:1-2, Εφεσίους 1:5, 2:19) το πράγμα αλλάζει. Βλέπει και στοχεύει ψηλά, επάνω. Η θέση του και οι φιλοδοξίες και τα όνειρά του είναι στην αιώνια ζωή πο του χαρίζει ο Θεός(1 Ιωάννη 2:25, 5:13, 1 Τιμοθέου 6:12, Ιωάννη 6:47). Και για κει πορεύεται. Εκεί αποβλέπει. Είναι πολλοί που πορεύονται με αυτό το στόχο. Θα σήκωναν πολλοί τα χέρια άμα έκανες τον κόπο να ρωτήσεις. Και το τραγουδάνε «πάμε για τον Ουρανό τι χαρά…». Και το ομολογούν «πορευόμεθα φεδροί…». Εδώ όμως είναι που κάθισε κάτω ο «παπατζής», άπλωσε τα τραπουλόχαρτα, έπαιξε τα δάχτυλα να ξεμουδιάσουν και κοίταξε γύρω με βλέμμα αργό, πονηρό και τρόπο φιλοσοφημένο. Πως πάνε στον Ουρανό; Από πού; Ποιοι θα φτάσουν τελικά εκεί; Και πόσοι; Και πριν απ’ όλα ποιος δρόμος πηγαίνει εκεί επάνω; Μέσα στις σελίδες της Βίβλου τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα. Για να φτάσεις στον Ουρανό, για να απολαύσεις τη λύτρωση του Ιησού Χριστού δεν υπάρχει ποικιλία, δυνατότητες επιλογής. Ποικιλία υπάρχει μόνο στον κόσμο της «σάρκας», όχι στα πράγματα του Θεού. Κάθε τι έξω από το Λόγο Του, δεν είναι βιώσιμο, δεν οδηγεί πουθενά. Μα για να δούμε το σημείο το επικίνδυνο πρέπει να ξεκινήσουμε από λίγο πιο παλιά. Ήταν νύχτα ξάστερη, ήρεμη. Θάχε και τριζόνια απ’ τα βαλτονέρια να σκούζουν χαρούμενα. Από χαρακτήρα δειλός ο Νικόδημος διάλεξε αυτή την ώρα για να ζυγώσει τον Ιησού και να του ανοίξει την καρδιά του. Δεν καταλάβαινε πολλά, αν και ήξερε αρκετά. Γνώσεις άχρηστες, σοφία ανώφελη. Ανακάτεψε λίγα ιατρικά, λίγα νομικά, κάποιες θεωρίες που γνώριζε. Μα ο Κύριος του μιλούσε άλλη γλώσσα, από άλλο κόσμο. Απορροφημένος από όλα όσα έβλεπε πως θα συμβούν στο μέλλον. Τα είχε μπροστά Του, τα ζούσε ήδη. Τότε ήταν που του μίλησε για κάποιο φίδι χάλκινο που πριν πολλά χρόνια κρεμάστηκε με συμβολικό-προφητικό τρόπο στην έρημο για να λυτρώσει με τον τρόπο αυτό ο Θεός τον ταλαίπωρο λαό Του. Έτσι θα γίνει, του είπε με τον Υιό του ανθρώπου που πρέπει να «κρεμαστεί» για να μη χαθεί κανένας που ταπεινώνεται και τον δέχεται Κύριο  στη ζωή του, αλλά να ζήσει αιώνια. Και ο Νικόδημος έφυγε. Κάτι είχε καταλάβει, μα όχι πολλά πράγματα. Τα γεγονότα αργότερα τον βοήθησαν  να μπει στα «βαθιά νερά» των σχεδίων του Θεού. Ο άνθρωπος γεννιέται και στις φλέβες του κυλάει η αμαρτία, το πνευματικό σκοτάδι, ο θάνατος. Έχω διαβάσει για φυλακισμένες ισόβια μητέρες που γέννησαν και θήλασαν μέσα στο σκοτεινό κελί τους. Τα παιδιά τους δεν ξέραν άλλον κόσμο από το υγρό ταβάνι του κελιού, τους τέσσερις γυμνούς τοίχους και τη δέσμη του ήλιου που τους επισκεπτόταν κάθε πρωί από το μικρό, τετράγωνο παραθυράκι της οροφής. Έτσι μέσα στην δίψα, ανικανοποίητος ο αμαρτωλός ρίχνει τον κουβά σαν τη Σαμαρίτισσα κάθε πρωί στις προσφορές της αμαρτίας για να ξεδιψάσει. Μα δεν το πέτυχε ποτέ… Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο. Τον Ιησού Χριστό έχει ανάγκη η ψυχή για να λυτρωθεί από το δράμα που ζει καθημερινά. Το Πρόσωπό Του, το ενδιαφέρον Του, το συμφιλιωτικό έργο του Σταυρού. Μόνο Αυτός είναι ο χορτασμός, η ικανοποίηση που δαπανά και δαπανιέται για να απολαύσει ο άνθρωπος. Αφήνεις τον κουβά και αγκαλιάζεις τον Ιησού. Ή τρέχεις σαν τρελός στους δρόμους και φωνάζεις «βρήκα, βρήκα» χωρίς να λογαριάζεις τίποτα και κανέναν γύρω σου. Η μοναδική λύση, η πολυπόθητη απάντηση στην ψυχή είναι το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Τίποτα έξω ή γύρω απ’ Αυτόν. Όσο κοντά Του κι αν είναι. Όσο και να Του μοιάζει… Η απόσταση είναι μεγάλη κι ας μη φαίνεται, επικίνδυνα μεγάλη. Και οι συνέπειες αιώνιες αλήθεια.