«Πας όστις πράττει την αμαρτίαν πράττει και την ανομίαν, διότι η αμαρτία είναι η ανομία. Και εξεύρετε ότι εκείνος εφανερώθη διά να σηκώση τας αμαρτίας ημών, και αμαρτία εν αυτώ δεν υπάρχει. Πας όστις μένει εν αυτώ δεν αμαρτάνει· πας ο αμαρτάνων δεν είδεν αυτόν ουδέ εγνώρισεν αυτόν. Τεκνία, ας μη σας πλανά μηδείς· όστις πράττει την δικαιοσύνην είναι δίκαιος, καθώς εκείνος είναι δίκαιος· όστις πράττει την αμαρτίαν είναι εκ του διαβόλου, διότι απ’ αρχής ο διάβολος αμαρτάνει. Διά τούτο εφανερώθη ο Υιός του Θεού, διά να καταστρέψη τα έργα του διαβόλου. Πας όστις εγεννήθη εκ του Θεού αμαρτίαν δεν πράττει, διότι σπέρμα αυτού μένει εν αυτώ· και δεν δύναται να αμαρτάνη, διότι εγεννήθη εκ του Θεού. Εν τούτω γνωρίζονται τα τέκνα του Θεού και τα τέκνα του διαβόλου. Πας όστις δεν πράττει δικαιοσύνην δεν είναι εκ του Θεού, ουδέ όστις δεν αγαπά τον αδελφόν αυτού.» (1 Ιωάννη 3:4-10)

Υπάρχει μεγάλη άγνοια μεταξύ των ανθρώπων, και των πιστών ακόμα, πάνω στο τι ακριβώς είναι αμαρτία. Φαντάζονται πως θα πρέπει να είναι κάτι το κακό το οποίο διαπράττουμε και που δεν αρέσει στο Θεό. Αυτή είναι μια πολύ απλή, πολύ λαϊκή, πολύ ανθρώπινη αντίληψη, που αφήνει πολλά κενά. Ο Αδάμ και η Εύα, που παράκουσαν την εντολή του Θεού και έφαγαν από το απαγορευμένο δέντρο, αμάρτησαν, μα δεν θα μπορούσε να πει κάποιος. Με την τρέχουσα αντίληψη, ότι έκαναν κάτι κακό. Το να φας από ένα δέντρο, όπως και να το κάνουμε κακό δεν είναι. Κακό όμως γίνεται, από τη στιγμή που έκαναν κάτι, για μόνο το λόγο, πως ήτανε δική τους επιλογή, δικό τους θέλημα, δική τους επιθυμία. Τα πράγματα γίνονται πιο καθαρά, με το πνεύμα της Καινής Διαθήκης. Έχουμε υποχρέωση, «να ζούμε όχι για τον εαυτό μας, αλλά για τον αποθανόντα και αναστάντα υπέρ ημών». Δεν μπορούμε να ζούμε για τον εαυτό μας, για το κέφι μας, για το γούστο μας, για την επιθυμία μας. Οι επιθυμίες μας είναι καταδικασμένες. «Εσταύρωσαν την σάρκα με τις επιθυμίες» (Γαλάτας 5:24). Οι επιθυμίες μας, όποιες και να είναι αυτές, είναι αμαρτωλές και είναι φορείς, είναι παράγωγα της σάρκας, που λέει ο απόστολος Παύλος, «εν εμοί τουτέστιν εν τη σαρκί μου, δεν κατοικεί ουδέν αγαθόν». Μόνο όσα υπαγορεύονται από το Πνεύμα του Θεού, μόνο τότε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, ότι κάνουμε το θέλημα του Θεού, και δεν αμαρτάνουμε. «Όσοι Πνεύματι Θεού άγονται αυτοί είναι παιδιά του Θεού». «Παν ό,τι τρώγετε, είτε πίνετε, ή πράττετε τι, πάντα προς δόξαν του Θεού». Πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι πράττουμε κάτι για το Θεό και όχι για τον εαυτό μας. Πρέπει να είναι υπαγορευμένο από το Θεό και από το θέλημά Του το αγαθό και τέλειο, και να υπάρχουμε μόνο και μόνο γι’ αυτό το σκοπό. Η ίδια πράξη μπορεί να είναι αμαρτία για έναν άνθρωπο και για έναν άλλο να μην είναι, διότι στον ένα του είπε ο Θεός να το κάνει και στον άλλο δεν του είπε να το κάνει, αλλά κινήθηκε με δική του πρωτοβουλία. Ο Μωυσής δυο φορές έκανε την ίδια πράξη. Χτύπησε με το ραβδί του το βράχο για να δώσει νερό και έδωσε. Την πρώτη φορά, έτσι του είχε πει ο Θεός να κάνει και έτσι έκανε. Μα τη δεύτερη, του είχε πει ο Θεός να μιλήσει στο βράχο για να δώσει νερό, και αυτός χτύπησε το βράχο όπως την πρώτη φορά. Και το πλήρωσε πάρα πολύ ακριβά, και τιμωρήθηκε και δεν μπήκε στη γη της επαγγελίας. Θα ζούμε οδηγούμενοι από το Πνεύμα του Θεού, και πράξεις που ευαρεστούν το Θεό, είναι αυτές που γίνονται εν τω ονόματι του Χριστού και για τη δική Του δόξα. Το θέλημα το δικό μας κυριαρχείται από σάρκα και επιθυμία και δεν εξυπηρετεί τα σχέδια του Θεού.