«Ελθών δε εις εαυτόν, είπε· Πόσοι μισθωτοί του πατρός μου περισσεύουσιν άρτον, και εγώ χάνομαι υπό της πείνης. Σηκωθείς θέλω υπάγει προς τον πατέρα μου και θέλω ειπεί προς αυτόν· Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου· κάμε με ως ένα των μισθωτών σου. Και σηκωθείς ήλθε προς τον πατέρα αυτού. Ενώ, δε απείχεν έτι μακράν, είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν. είπε δε προς αυτόν ο υιός· Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου. Και ο πατήρ είπε προς τους δούλους αυτού· Φέρετε έξω την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτυλίδιον εις την χείρα αυτού και υποδήματα εις τους πόδας, και φέροντες τον μόσχον τον σιτευτόν σφάξατε, και φαγόντες ας ευφρανθώμεν, διότι ούτος ο υιός μου νεκρός ήτο και ανέζησε, και απολωλώς ήτο και ευρέθη. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται.» (Λουκάς 15:17-24)

Φανταστείτε κάποιον που κοιμάται σε μια γωνιά του δρόμου, με βρώμικα ρούχα, μετά από μια νύχτα κρασοκατάνυξη, να πηγαίνει κάποιος και να του ρίχνει ένα μπουγέλο νερό στο πρόσωπο και ξαφνικά να συνέρχεται, να σηκώνεται όρθιος και να αναρωτιέται. Σειρά ερωτημάτων από το ταλαιπωρημένο μνημονικό του. Που βρίσκομαι; Γιατί βρίσκομαι εδώ; Τι μου συμβαίνει; Τα ίδια αναρωτιούνται όλοι όσοι συνέρχονται από νάρκωση, μετά από μια εγχείρηση, στο άγνωστο γι’ αυτούς κρεβάτι του νοσοκομείου. Έτσι, κάτι ανάλογο θα πρέπει να συνέβη με τον άσωτο γιο της ιστορίας μας, όταν έφτασε στο σημείο του «ελθών εις εαυτόν». Και πάλι άλλες ερωτήσεις ακολουθούν μετά από τις πρώτες. Τι έχω πάθη; Γιατί αυτά τα βρώμικα ρούχα; Γιατί αυτή η πείνα; Μα πεινάω, πολύ πεινάω. Και δεν πεινούσα πάντα. Για να γίνει αυτός ο διάλογος, αυτές οι ερωτήσεις, είναι ανάγκη να ανασύρει ο άνθρωπος από μέσα του κάποια παλιά φωτογραφία από τη μνήμη του και να κάνει σύγκριση. Χωρίς τη σύγκριση αυτή δεν μπορεί να πει αυτά τα λόγια. Βέβαια αυτός ο γιος είχε ένα παρελθόν χορτασμού και ευδαιμονίας και μπορεί να κάνει αυτή τη σύγκριση. Μα οι άνθρωποι που είναι γύρω μας δεν έζησαν τη ζωή της πίστεως και δεν μπορούν να μιλήσουν με αυτή τη γλώσσα. Δεν έχουν το δεύτερο όρο σύγκρισης. Μα αυτό μπορούμε να τους το προσφέρουμε εμείς, εάν ζούμε στην πληρότητά της την ευλογημένη ζωή της πίστεως και οι άλλοι τριγύρω βλέπουν, συγκρίνουν, ζηλεύουν  και έλκονται προς το Χριστό. Βέβαια αυτό θα γίνεται όχι με λόγια, αλλά με την πρακτική καθημερινή ζωή, που θα φαίνεται η χαρά και η πληρότητα της άγιας ζωής. Αυτός ο άνθρωπος, πάντα για τον άσωτο μιλάμε, είχε πάρει τον κατήφορο, μια ζωής χωρίς την παρουσία του πατέρα και έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Εκεί σταμάτησε για λίγο, συνέλαβε το δράμα της ζωής του και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Εκεί ακριβώς έγινε μια μεγάλη στροφή, που το κύριο χαρακτηριστικό της ήτανε το «ελθών δε εις εαυτόν είπε…» (Λουκάς 15:!7). Μα εδώ θα πρέπει να δούμε την ενέργεια του Θεού. Το ζύγισμα. Κέρδος και ζημία. «Πόσοι μισθωτοί του πατρός μου χορταίνουσι άρτον!». Γιατί να είμαι εγώ σ’ αυτή την κατάσταση; Μετά από την ώρα εκείνη, άλλος άνθρωπος. Στροφή μεγάλη. Δεν τον κρατούσε η ξένη γη πια. Σηκώθηκε και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Πως άλλαξε τόσο γρήγορα; Εδώ είναι η ενέργεια του Θεού η θαυμαστή. Αυτός ο νέος, νέο τον φαντάζομαι, είχε δυο εμπειρίες. Του πατρικού σπιτιού και της αμαρτωλής χώρας που πήγε και κατασπατάλησε το βιος του, «ζων ασώτως», και που του χάρισε και το όνομά της, που με αυτό έμεινε γνωστός. Μα, αυτός, που τον ξέρουμε σαν «άσωτο», όταν ήρθε η στιγμή της σύγκρισης και της απόφασης, φέρθηκε πάρα πολύ έξυπνα και πάρα πολύ λογικά. Υπάρχει ένα ερώτημα που πλανιέται πάνω απ’ αυτή την ιστορία, που εξακολουθεί να είναι το γενικό πλάνο της ζωής των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων. Είναι ανάγκη να περάσει ο άνθρωπος από την «ξένη» γη της αμαρτίας, για να μπορέσει να εκτιμήσει τη θετική προσφορά του πατρικού σπιτιού; Το θέμα αυτό απασχόλησε πολλούς ανά τους αιώνες και κατέληξαν κάποιοι – μεταξύ των οποίων και ο Αυγουστίνος – να πουν το παράδοξο και εξτρεμιστικό, «μακαρία η πτώση». Το μόνο που μπορούμε εμείς να πούμε είναι, πως η καθημερινή μας εμπειρία επιβεβαιώνει αυτή την άποψη. Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να εκτιμήσουμε την αγάπη του Θεού, αν δεν ζεματιστούμε μέσα στην αμαρτία. Και ακόμα ας μην ξεχνάμε πως ο άσωτος γιος γύρισε στο πατρικό σπίτι για ψωμί. Αυτή την ανάγκη και αυτή τη γλώσσα καταλάβαινε. «Όπου επερίσσευσε η αμαρτία, υπερεπερίσσευσε η χάρις του Θεού».