«Εν δε τούτο ας μη σας λανθάνη, αγαπητοί, ότι παρά Κυρίω μία ημέρα είναι ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μία. Δεν βραδύνει ο Κύριος την υπόσχεσιν αυτού, ως τινές λογίζονται τούτο βραδύτητα, αλλά μακροθυμεί εις ημάς, μη θέλων να απολεσθώσι τινές, αλλά πάντες να έλθωσιν εις μετάνοιαν.» (2 Πέτρου 3:8-9)

«Διότι τούτο είναι καλόν και ευπρόσδεκτον ενώπιον του σωτήρος ημών Θεού, όστις θέλει να σωθώσι πάντες οι άνθρωποι και να έλθωσιν εις επίγνωσιν της αληθείας. Διότι είναι εις Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Ιησούς Χριστός, όστις έδωκεν εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων, μαρτυρίαν γενομένην εν ωρισμένοις καιροίς, εις το οποίον ετάχθην εγώ κήρυξ και απόστολος, αλήθειαν λέγω εν Χριστώ, δεν ψεύδομαι, διδάσκαλος των εθνών εις την πίστιν και εις την αλήθειαν.» (1 Τιμοθέου 2:3-7)

Σας έχει τύχει τέτοιο πράγμα; Φαντάζομαι, όχι. Είναι τρομερό. Δε σας το εύχομαι. Βέβαια με κυνηγούσε από αγάπη. Τώρα πως γίνεται κυνηγητό από αγάπη, δεν είναι εύκολο να σας το πω με λόγια. Μα να σας συστηθώ. Είναι μια πέρα για πέρα αληθινή ιστορία που συνέβη σ’ εμένα. Είμαι ένας νέος είκοσι δυο χρόνων, μα έζησα μια τόσο άσχημη ζωή. Την αμαρτία την έφαγα με το κουτάλι, ή με τη μεγάλη κουτάλα μπορώ να πω. Από το σπίτι μου ήμουν σχεδόν ξεγραμμένος με τη ζωή που έκανα. Ήμουν ένας μηχανόβιος, και η μόνη μου σκέψη ήταν, από το πρωί που ξύπναγα, πως θα συναντούσα την παρέα σε κάποια στέκια, και πως θα πhφαίναμε, μια τεράστια συμμορία, να ακούσουμε καινούριους δίσκους της heavy metal Ροκ, που έμπαιναν μέσα στην ψυχή μου και κάνανε τα μηνίγγια μου να χτυπούν. Στα δυο τρία στέκια που κουρνιάζαμε  τα απογεύματα, μέχρι τα μεσάνυχτα και βάλε, αυτή ήταν η απασχόλησή μας. Ουρλιάζαμε στο ρυθμό της μουσικής και κουνούσαμε χέρια και πόδια σαν αλλοπαρμένοι. Πότε-πότε, κάποιος σηκωνόταν και χόρευε Μα τι χορός ήταν αυτός; Σαν υπνωτισμένος κουνούσε το κεφάλι μπρος πίσω, έκανε κάτι βήματα ρομποτικά, πότε μπρος πότε πίσω, τα χέρια απλωμένα στο κενό κάνανε πως ψάχνανε και αναζητούσαν κάτι. Μα τι; Όταν τελείωνε ο ένας χορευτής ή και οι άλλοι που έβγαιναν μαζί του, ξεχαρβαλωμένοι πέφταμε στα καθίσματα, κίτρινοι και αγνώριστοι, με τα μαλλιά πεσμένα μπροστά στα μάτια, σαν βρικόλακες που το ‘σκασαν από την κόλαση. Κάθε τόσο με τη σειρά τους, και όσοι είχαμε το παραδάκι, κάνανε σινιάλο ο ένας στον άλλο και σηκώνονταν γελώντας και πήγαιναν στο διπλανό δωμάτιο. Εκεί γινόταν η ιεροτελεστία του τρυπήματος. Ο νοών νοείτω. Σιωπή. Έτσι είχαν τα πράγματα και έτσι κυλούσε η ζωή μου, ώσπου ήρθε το καλοκαιράκι. Αποφασίσαμε, καμιά εικοσαριά τέτοιοι μηχανόβιοι, να κάνουμε μια κούρσα, μια κρουαζιέρα στη Βόρεια Ελλάδα. Ήταν κάτι το πολύ τρελό. Απ’ όπου περνούσαμε, τα αυτοκίνητα παραμέριζαν, γιατί ουρλιάζαμε όλοι μαζί και καταδιώκαμε, αν κανένα πήγαινε σιγά και το κλωτσούσαμε. Η κρουαζιέρα πήγαινε καλά. Τα βράδια κοιμόμασταν όπου βρίσκαμε σε μικρά δασύλλια. Είχαμε να πλυθούμε μέρες. Πολυτέλειες, λέγαμε. Πιο όμορφα είμαστε έτσι, λέγαμε, αγνώριστοι Ο Θεός είχε έρθει μαζί μας και μας ακολουθούσε. Ακολουθούσε εμένα και με καταδίωκε. Ενώ πηγαίναμε πιο έξω από τη Λάρισα, έγινε κάτι που δεν το περίμενα. Ένα φορτηγάκι, που ξαφνικά βρέθηκε περικυκλωμένο από αυτούς τους τρελούς δαίμονες. Εκεί, στην απότομη στροφή, βρέθηκα εγώ με τη μηχανή μου. Μου έδωσε μια δυνατή χτυπησιά και ο πίσω τροχός έγινε ένα οχτώ. Βρέθηκα στην άσφαλτο. Οι σύντροφοί μου, μετά από σύντομη σύσκεψη, καβάλησαν πάλι και χάθηκαν. Και εγώ βρέθηκα μόνος στην άκρη του δρόμου μουδιασμένος με τη μοτοσυκλέτα μου οχτώ. Η ψυχολογική μου κατάσταση ήταν τρομερή. Κατέρρευσα μέσα σε λίγη ώρα. Χωρίς τους συντρόφους μου ήμουν, όχι ένα οχτώ, μα ένα μηδενικό. Άρχισα να τρέμω. Χτύπησα το σαγόνι μου. Πως θα έβγαζα τη νύχτα; Εκείνη την ώρα περνούσε ένα φορτηγό για την Αθήνα. – Μάγκα, μου λέει, τι σου κάνανε; – Δε βλέπεις; Ίσως ήμουν έτοιμος να κλάψω. – Σαλτάρισε πάνω. Αυτά έχει η ζωή. Να που το γυρίσαμε και στη φιλοσοφία. Με βοήθησε να βάλω τη μηχανή πάνω, ανέβηκα κι εγώ στην καρότσα και περασμένα μεσάνυχτα με άδειασε κοντά στο σταθμό Λαρίσης. Έκανα να του δώσω λεφτά, μα δεν θέλησε. Άφησα την μηχανή σ’ ένα συνεργείο. Πήρα ένα ταξί και πήγα στο Παγκράτι. Έμενα μόνος. Είχα δωμάτιο και κουζίνα. Παράξενο αυτό που θα σας πω, μα ήμουν φοβισμένος. Έκλαιγα ασταμάτητα χωρίς να ξέρω. Και κάτι άλλο. Για πρώτη φορά έκανα προσευχή. Θεέ μου, έλεγα, Θεέ μου… Να αυτό ήταν όλο. Τα νέα μαθεύτηκαν και ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε σπίτι. Πέρασα μια εβδομάδα με πυρετό. Μέσα μου κάτι είχε χαλάσει. Κάτι είχε σπάσει. Δεν ήμουν πια εκείνος ο αγέρωχος ροκάς. Μάλλον σαν ένα δαρμένο σκυλί. Ξανάφτιαξα τη μηχανή, και η κρουαζιέρα των άλλων τελείωσε. Όμως τώρα πια δεν πήγαινα στα στέκια τους. Μα εσωτερικά δεν είχα αλλάξει. Ήμουν ο ίδιος. Μια μέρα ένας φιλαράκος έρχεται και μου λέει: – Είσαι να πάμε στο Φάληρο; Η Χέντριξ μούρλια πραγματική. – Πάμε, του είπα. Μπήκαμε μέσα στο κατάμεστο στάδιο. Η ορχήστρα έπαιζε εκκωφαντικά. Δε μου άρεσε και τόσο. Και να σου και βγαίνει η μάγισσα. Ένα φόρεμα κολλητό και σχιστό. Τα μαλλιά να πετούν. Το πρόσωπο μακιγιαρισμένο  διαβολικά. Εκείνα τα μάτια από την κόλαση. Όπως έπεφταν οι προβολείς, πότε πράσινοι και πότε κόκκινοι, ήταν σαν ένα ξωτικό όρνιο. Άρχισα να μην αισθάνομαι καλά. Ένοιωθα σαν τότε με τη μοτοσυκλέτα οχτώ έξω από τη Λάρισα. Άρχισα να ψάχνω να βρω την έξοδο με τα μάτια. Αυτή η διαβολική στρίγκλα λες και κοίταζε μόνο εμένα. – Θεέ μου, χάθηκα. Δεν είχα πια καμιά αμφιβολία πως είχα μπροστά μου τον ίδιο τον διάβολο. Και με είχε παγιδέψει. Όταν άνοιγε τις παλάμες της και εκείνα τα γυριστά νύχια της… Μέσα από το κόκκινο χρώμα γυαλίζανε τα μάτια της. Και άκουγα να μου λέει: – Τώρα πια δεν μου γλυτώνεις. Είσαι δικός μου. Πανικόβλητος το έβαλα στα πόδια. Τρομοκρατημένος για δεύτερη φορά βρέθηκα στο Παγκράτι τρέμοντας και κατέβηκα στο σπίτι της αδελφής μου. Φώναζα διαρκώς ότι με κυνηγάει ο διάβολος. Είχα μια άσχημη νύχτα. Μα όλα είχαν τελειώσει. Την άλλη μέρα ήμουν χριστιανός. Τα άλλα, τα παλιά είναι ένα σκοτεινό παρελθόν. Δε θέλω ούτε να τα θυμάμαι. Με πιάνει κάτι τρομερό. Μα τώρα είμαι παιδί του Θεού(1 Ιωάννη 3:1-2, Ιωάννη 1:12, Εφεσίους 3:5,2:19) και απολαμβάνω το Χριστό, τον Κύριό μου. Πόσο με κυνήγησε ο Θεός για να με σώσει!