«Διότι εάν ο Αβραάμ εδικαιώθη εκ των έργων, έχει καύχημα, αλλ’ ουχί ενώπιον του Θεού. Επειδή τι λέγει η γραφή; Και επίστευσεν Αβραάμ εις τον Θεόν, και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην. Εις δε τον εργαζόμενον ο μισθός δεν λογίζεται ως χάρις, αλλ’ ως χρέος· εις τον μη εργαζόμενον όμως, πιστεύοντα δε εις τον δικαιούντα τον ασεβή, η πίστις αυτού λογίζεται εις δικαιοσύνην, καθώς και ο Δαβίδ λέγει τον μακαρισμόν του ανθρώπου, εις τον οποίον ο Θεός λογίζεται δικαιοσύνην, χωρίς έργων· Μακάριοι εκείνοι, των οποίων συνεχωρήθησαν αι ανομίαι και των οποίων εσκεπάσθησαν αι αμαρτίαι· μακάριος ο άνθρωπος, εις τον οποίον ο Κύριος δεν θέλει λογίζεσθαι αμαρτίαν. Ούτος λοιπόν ο μακαρισμός γίνεται διά τους περιτετμημένους ή και διά τους απεριτμήτους; διότι λέγομεν ότι η πίστις ελογίσθη εις τον Αβραάμ εις δικαιοσύνην.» (Ρωμαίους 4:2-9)

Πριν μερικά χρόνια, ήμουν ένα παιδί μιας βουδιστικής οικογένειας. Επειδή ήμουν ο πρωτότοκος, είχα αναλάβει το καθήκον να προσφέρω κάθε πρωί, στο βουδιστικό θυσιαστήριο και στο Σίντο, μια πίτα από ρύζι και ένα ποτήρι νερό. Κάθε πρωί πήγαινα μπροστά στο Σίντο και έτριβα τα χέρια μου, μπροστά στο βουδιστικό θυσιαστήριο. Δεν είχα καμιά εμπιστοσύνη στις θρησκευτικές δοξασίες των Ιαπώνων, γιατί δεν μας προσφέρουν κανένα καλό. Οι γονείς μου τσακώνονταν κάθε μέρα, μέρα και νύχτα αδιάκοπα. Δεν είχαμε ποτέ ειρήνη, χαρά, ευτυχία. Ενώ ακόμα ήμουνα έφηβος, μια μέρα, τα μεσάνυχτα, βγήκα από το σπίτι μου και προσπαθούσα να βρω μια γωνίτσα να …αυτοκτονήσω. Ήμουν ένα δυστυχισμένο παιδί με άδεια την καρδιά, χωρίς καμιά επιθυμία για τη ζωή. Ένα πρωινό, ένας στρατιωτικός διαφωτιστής, που μισούσε τους χριστιανούς, διότι πίστευε και λάτρευε τον Αυτοκράτορα σαν Θεό, ήρθε στην τάξη του σχολείου μας, στάθηκε μπροστά μας και ρώτησε. «Μήπως υπάρχει ανάμεσά σας κανένας χριστιανός; Ο χριστιανισμός είναι εχθρός της Ιαπωνίας». Γνώριζα πως μέσα στην τάξη μας ήτανε τρία παιδιά που πήγαιναν σε χριστιανικές εκκλησίες, μα δεν περίμενα πως κάποιο απ’ αυτά θα τολμούσε να σηκώσει το χέρι του. Και όμως, ένα παιδί σηκώθηκε και μπροστά σε όλους μας είπε: «Είμαι χριστιανός,. Πιστεύω στον Ιησού Χριστό, που πέθανε για τις αμαρτίες μου». Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ, πως θα γινόμουν χριστιανός ή θ8α μπορούσα να έχω κάποια σχέση με τον χριστιανισμό. Αλλά αυτή η τόσο σύντομη μα γενναία μαρτυρία, με χτύπησε πολύ δυνατά στην καρδιά. Ζήτησα να μάθω το μυστικό της παρηγοριάς του. και τότε το παιδί εκείνο, ο Γιουνίσι Φουνάκι, που σήμερα είναι πρόεδρος του Ιαπωνικού Βιβλικού Σεμιναρίου, με πήρε στην Εκκλησία, που πήγαινε και αυτός. Εκεί συνάντησα μια ηλικιωμένη κυρία, που ήτανε ιεραπόστολος. Και τότε αυτή μου είπε πως είχα ανάγκη από Σωτήρα, γιατί ήμουνα ένας αμαρτωλός. Και τότε αυτή μου είπε για τον Υιό του Θεού, που πήρε τη δική μας θέση(Ρωμαίους 3:25-26) επάνω στο Σταυρό. «Χατόρι-Σαν, μου είπε, στρέψε τα μάτια σου στον Ιησού Χριστό, κοίταξέ Τον και θα γίνεις ένας καινούριος άνθρωπος» (2 Κορινθίους 5:17). Άνοιξα τότε την καρδιά μου και δέχτηκα τον Ιησού Χριστό δικό μου, προσωπικό Σωτήρα. Τι μεγάλη διαφορά! Ένοιωσα αμέσως ένας νέος άνθρωπος. Αυτό έγινε μια βροχερή Απριλιάτικη νύχτα. Τότε η ιεραπόστολος μου είπε: «Πήγαινε και πες στον πατέρα σου, πως δέχτηκες τον Ιησού Χριστό Σωτήρα σου». Μα όταν γύρισα σπίτι, δίστασα. Ήτανε δύσκολο σ’ εμένα να πω σ’ ένα στενόμυαλο πατέρα, ότι είχα γίνει χριστιανός. Γονάτισα κάτω στο βρεγμένο έδαφος, έξω από το σπίτι μου, και έκανα την πρώτη μου προσευχή στο Θεό. «Θεέ μου… Πως θα το κάνω αυτό; Βοήθησέ με». Τότε άνοιξα την πόρτα, κατευθύνθηκα στον πατέρα μου και του είπα ότι έγινα χριστιανός. Αυτός θύμωσε πολύ μαζί μου. Με άρπαξε από το σβέρκο και με έσπρωξε με το κεφάλι κάτω, μπροστά στο Σίντο και το βουδιστικό θυσιαστήριο. Σκόπευε να με αναγκάσει να προσκυνήσω. Τότε είπα στον πατέρα μου: «Θα κάνω ό,τι θέλεις, μα δεν μπορώ πλέον να προσκυνώ είδωλα». Τότε με μια σπρωξιά με πέταξε στο πάτωμα. Ήτανε τόσο δύσκολο για μένα να ζήσω μέσα σ’ αυτό το σπίτι τη χριστιανική ζωή. Η μητέρα μου είδε την αλλαγή στη ζωή μου και έγινε και αυτή χριστιανή. Το ίδιο έκανε και η αδελφή μου. Ο πατέρας μου είχε καρκίνο στο στομάχι και ήτανε πολύ άρρωστος. Ένα μήνα τον υπηρετούσα και τον φρόντιζα. Ένα βράδυ μου είπε: «Παιδί μου φέρε το Βιβλίο». Δεν είπε την Βίβλο, αλλά φέρε το βιβλίο σου. Ήμουν τόσο χαρούμενος γι’ αυτό και άρχισα να του διαβάζω κάθε μέρα ένα μικρό κομμάτι από τις Γραφές. Λίγες βραδιές αργότερα μου είπε: «Παιδί μου φώναξε τους αδελφούς σου και τις αδελφές σου εδώ στο κρεβάτι μου». Μπροστά σε όλα τα’ αδέλφια μου και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μας, εξομολογήθηκε τις αμαρτίες του και φανέρωσε ότι πίστεψε στο Χριστό. Το άλλο πρωινό ο πατέρας μου έφυγε, για να συναντήσει τον Κύριο. Είχα ένα αδελφό κομουνιστή. Συνήθιζε να ου λέει: «Αδελφέ μου η ζωή σου είναι πολύ εντάξει, αλλά η θρησκεία σου είναι φαιδρή και ανόητη». Μετά από καιρό κατάφερα να τον πάρω μια φορά στην Εκκλησία. Ήτανε μια καλοκαιριάτικη Κυριακή και σ’ αυτή την Εκκλησία δεν υπήρχε τακτικός ομιλητής, που περισσότερο έμοιαζε με χωριάτη από την επαρχία, ανέβηκε στον άμβωνα και είπε: «Εμείς δεν πιστεύουμε σ’ ένα νεκρό Θεό. Πιστεύουμε σ’ ένα ζωντανό Θεό, τον Ιησού Χριστό, που πέθανε για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε για να μας δώσει μια καινούρια ζωή». Ήτανε ένα απλό και ειλικρινές κήρυγμα, αλλά το πρωινό αυτό λυπήθηκα πάρα πολύ. Ο αδελφός μου ήτανε αριστούχος του αυτοκρατορικού πανεπιστημίου του Τόκιο, χημικός, κομουνιστής, και ένας από τους εκδότες μιας κομουνιστικής εφημερίδας. Φοβήθηκα μήπως, μετά από το κήρυγμα θα μου έλεγε πάλι: «Βλέπεις αδελφέ μου δεν μπορώ να έχω ενδιαφέρον για το χριστιανισμό. Δε θέλω να ξαναπάω μαζί σου στην Εκκλησία». Αλλά την άλλη Κυριακή τα κατάφερα να τον ξαναπάρω πάλι στην ίδια Εκκλησία. Πίστευα πως κάποιος άλλος  ομιλητής θα κήρυττε, αλλά δυστυχώς ο ίδιος ήτανε πάλι στον άμβωνα. Μίλησε κείνη την ημέρα από τον 32ο Ψαλμό. Είπε πως οι αμαρτίες καθαρίζονται με απλή πίστη και μετάνοια. Τέτοια είναι η μεγαλειώδης σωτηρία του Χριστού. Κάλεσε όσους ήθελαν να πιστέψουν στο Χριστό και ο αδελφός μου ήταν ο πρώτος, που σήκωσε το χέρι του, εκδηλώνοντας την επιθυμία να δεχτεί το Χριστό προσωπικό του Σωτήρα. Τώρα κηρύττει το Λόγο του Θεού. Όλοι στην οικογένειά μου σώθηκαν(Πράξεις 2:47, Εφεσίους 2:8, Τίτος 3:5, 2 Τιμοθέου 1:9) και μέσα στην οικογένειά μου και τη συγγένειά μου υπάρχουν περισσότεροι από είκοσι πέντε υπηρέτες του Ευαγγελίου.