«Μη ομοζυγείτε με τους απίστους· διότι τίνα μετοχήν έχει η δικαιοσύνη με την ανομίαν; τίνα δε κοινωνίαν το φως προς το σκότος; Τίνα δε συμφωνίαν ο Χριστός με τον Βελίαλ; ή τίνα μερίδα ο πιστός με τον άπιστον; Τίνα δε συμβίβασιν ο ναός του Θεού με τα είδωλα; διότι σεις είσθε ναός Θεού ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός ότι θέλω κατοικεί εν αυτοίς και περιπατεί, και θέλω είσθαι Θεός αυτών, και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαός μου. Διά τούτο εξέλθετε  εκ μέσου αυτών και αποχωρίσθητε, λέγει Κύριος, και μη εγγίσητε ακάθαρτον, και εγώ θέλω σας δεχθή, και θέλω είσθαι Πατήρ σας, και σεις θέλετε είσθαι υιοί μου και θυγατέρες, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.» (2 Κορινθίους 6:14-18)

«Και ήκουσα άλλην φωνήν εκ του ουρανού, λέγουσαν· Εξέλθετε εξ αυτής ο λαός μου, διά να μη συγκοινωνήσητε εις τας αμαρτίας αυτής, και να μη λάβητε εκ των πληγών αυτής·» (Αποκάλυψη 18:4)

Η ζωή του χριστιανού αρχίζει με μια λέξη, «έξελθε». Μια λέξη απλή, όχι εντυπωσιακή, μεστή όμως από νοήματα και αξίες, με προεκτάσεις και συνέπειες ισόβιες και αιώνιες. Έξελθε θα πει βγες έξω. Ξεχωρίσου. Το έξελθε της πνευματική ζωής έχει έμφυτο μέσα του τον αποχωρισμό, που χρειάζεται να είναι γνήσιος και ολοκληρωτικός, για να λειτουργήσει φυσιολογικά η ζωή της πίστης. Χωρίς αυτό το «έξελθε» όλα μένουν παγωμένα και βουβά. Τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πνευματική ζωή, όσο δοξασμένες κι αν είναι οι προοπτικές της αγάπης του Θεού για τον λυτρωμένο Του. Αλλά εκείνα τα θαυμαστά που διαβάζουμε στην περίπτωση του Αβραάμ (Γένεση 12:1-2) ακολουθούν, οπωσδήποτε ακολουθούν, το «έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου» που ο Θεός με αγάπη και σοφία εμπιστεύθηκε στον Αβραάμ. Η ζωή που υπόσχεται και προσφέρει ο Θεός δια του Ιησού Χριστού στον αμαρτωλό άνθρωπο περιγράφεται αναλυτικά και απλά μέσα στις σελίδες της Βίβλου. Εκεί βρίσκει κανείς τα χαρακτηριστικά της, τη φυσιολογία της, τις λειτουργίες της – που οδηγούν στο θαυμαστό αποτέλεσμα της άγιας ζωής(1 Θεσσαλονικείς 4:3-4, 1 Πέτρου 1:15-16), την αιώνια ζωή(1 Ιωάννη 5:13, Ιωάννη 6:47, 1 Τιμοθέου 6:12). Όμως για να λειτουργήσει το πρότυπο χρειάζεται να συνυπάρχουν κάποιες σοβαρές προϋποθέσεις. Πηγαίνουμε στον Ιησού Χριστό γιατί αναγνωρίζουμε πως Αυτός μόνος είναι η Ζωή, η μόνη Ζωή και έξω απ’ Αυτόν είναι θάνατος, μόνο θάνατος. Καταφεύγουμε σ’ Αυτόν με διάθεση να παραδοθούμε σ’ Αυτόν, ν’ αγκαλιάσουμε την εξιλαστήρια προσφορά Του(Ρωμαίους 3:25-26) και θεωρούμε όλα τα’ άλλα έξω και γύρω από Αυτόν «σκύβαλα και ζημία»(Φιλιππησίους 3:7-8) και τα καταδικάζουμε. Ο στόχος μας είναι τώρα πια να αρέσουμε στο Θεό(1 Ιωάννη 3:22), να ταιριάζουμε εμείς «καθ’ όλα» με το πρότυπο της αγάπης Του. Αυτά είναι τα κυριότερα στοιχεί που βρίσκει κανείς πάντοτε στα θεμέλια κάθε γνήσιας και καρποφόρας λυτρωμένης ζωής. Είναι όμως ανάγκη να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή. Τίποτα δεν λειτουργεί στην πνευματική ζωή, τίποτα δεν ξεκινάει καν χωρίς το «έξελθε»(Πράξεις 2:40), το τόσο σημαντικό. Και είναι απλό να το καταλάβουμε. Από τη μια είναι ο άνθρωπος. Αιχμάλωτος(Ρωμαίους 7:14-25), κατεστραμμένος στα χέρια της αμαρτίας. Έτσι μόνος, ριγμένος στην άκρη του δρόμου είναι αδύνατο να ζήσει το θαύμα, να χαρεί την ομορφιά της λύτρωσης. Από την άλλη είναι ο Θεός, η Χάρη Του, το έλεός Του(1 Πέτρου 2:10). Είναι έτοιμος να ενεργήσει το θαύμα της νέας ζωής, του νέου ανθρώπου(2 Κορινθίους 5:17, Εφεσίους 4:24, Κολοσσαείς 3:10) πάνω μας. Όμως ο Θεός δεν δουλεύει ποτέ μέσα στο στρατόπεδο της αμαρτίας. Άλλωστε τι νόημα θα είχε το «νέο κτίσμα», το θαύμα της δόξης του Θεού μέσα στην «οικιστική περιοχή» της αμαρτίας, στο κράτος του διαβόλου; Έξελθε, γιατί είναι ξενοκρατούμενη η περιοχή(2 Κορινθίους 4:4, 1 Ιωάννη 5:19). Ανήκει στην αμαρτία και στον μάστορά της τον διάβολο. Καμιά ανάμειξη του Θεού με τα είδωλα. Άλλωστε ο διάβολος το ξεκαθάρισε στον Κύριό μας κατά την διάρκεια των πειρασμών Του στην έρημο, είναι δικά του, είναι κτήμα του, είναι ο κόσμος του. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος επιμένει, που το έργο της αγάπης Του ξεκινάει πάντα με τούτο το αποφασιστικό «έξελθε», «εξέλθετε». Είναι εντυπωσιακό να θυμηθούμε στο σημείο αυτό πως και η αμαρτία μ’ έναν ανάλογο τρόπο δουλεύει πάνω μας. Ο Ιάκωβος στην ανάλυση της εξέλιξης της αμαρτίας (Ιάκωβος 1:13-14), από την σύλληψή της μέχρι τον τοκετό, «αποκύει θάνατο», αναφέρει τα χαρακτηριστικά βήματα «εξελκόμενος και δελεαζόμενος». Απαραίτητο βήμα για να δουλέψει ο θάνατος πάνω μας, για να μας εξουσιάσει η αμαρτία(Ρωμαίους 7:14-24) είναι να καταφέρει ο μάστορας της πλάνης να μας βγάλει έξω από την περιοχή της αγάπης του Θεού, να μας απομονώσει από τις δυνάμεις του φωτός, να μας ξεμοναχιάσει, ώστε να μπορεί να καταφέρει πολλά πάνω μας, με κατάληξη τραγική τον αιώνιο θάνατο της ψυχής. Είναι γνωστό ίσως και χιλιοακουσμένο, όμως στο σημείο αυτό χρειάζεται να επαναλάβουμε. Ο Θεός «συναλλάσσεται με την καρδιά μας». Η θέληση του ανθρώπου είναι το κέντρο της ύπαρξης. Αυτή ελέγχει και ρυθμίζει τα πάντα(Παροιμίες 4:23) γύρω από μας, την ύπαρξή μας. Αυτή η έξοδός μας από την επικράτεια της αμαρτίας γίνεται με την καρδιά μας πριν απ’ όλα. Αυτό είναι και το ουσιαστικότερο βήμα του «έξελθε» του Κυρίου μας. Πουθενά και ποτέ δεν θα ζητήσει ο Κύριος από τον αμαρτωλό που η φύση του είναι νοτισμένη από την αμαρτία να σταματήσει να αμαρτάνει «πάραυτα» όπως μας λέγαν στο στρατό. Είναι ανόητο και εξωπραγματικό κάτι τέτοιο. Αντ’ αυτού ο Κύριος μας παραγγέλλει «έξελθε». Είναι μια κίνηση σύνθετη και σημαδιακή. Ο άνθρωπος μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτήν την πρόσκληση της αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού μονάχα όταν το θελήσει ειλικρινά και γνήσια. Και μπορεί να ανταποκριθεί γρήγορα και αποτελεσματικά όταν το κάνει από καρδιάς. Άλλωστε δεν είναι πολλά τα περιθώρια και οι δυνατότητες του αμαρτωλού, που κρατιέται ακόμα σκληρά  πίσω από τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα της αμαρτίας. Πράγματι το μόνο που μπορεί η ψυχή στην κατάσταση αυτή είναι να λαχταρίσει τη λύτρωση. Να κοιτάξει πέρα μακριά στο φωτεινό ορίζοντα και ν’ αφήσει την ψυχή του να φτερουγίσει και να ποθήσει να λυτρωθεί από τα δεσμά της αμαρτίας(Ρωμαίους 6:18,22) μέσα του και γύρω του. Ν’ αναστενάξει με πόθο για ελευθερία από το στρατόπεδο του θανάτου(Κολοσσαείς 1:13-14). «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Μόνο αυτό. Τούτο το βήμα είναι το σημαντικότερο απ’ όλα τα επόμενα στην πορεία της λύτρωσης της ψυχής από τον αιώνιο  θάνατο. Αυτή η γνήσια εκζήτηση της καρδιάς είναι το θαυμαστότερο μέρος του «έξελθε», σε μια ζωή. Ούτε ο Ζακχαίος ο τελώνης, ούτε η Σαμαρείτισσα, ούτε ο παράλυτος της κολυμβήθρας του Σιλωάμ είχαν τίποτ’ άλλο να προσφέρουν στον Κύριο, παρά μόνο την καθαρή διάθεση της καρδιάς τους για λύτρωση εκφρασμένη με ποικίλους τρόπους και μπόλικη ανθρώπινη αδυναμία. Όμως αυτή η κίνηση και μόνο λέει πολλά, τα λέει όλα. Πρώτα είναι μια εκτίμηση ειλικρινής. Τι έχω, τι είμαι, που πάω. Ζύγισμα και αξιολόγηση με γνησιότητα καρδιάς. Ανοίγουν τα μάτια, συνέρχεται η ψυχή (Λουκάς 15:17). Η ζωή από τη μια, ο θάνατος από την άλλη και η δική μας η καρδιά, η δική μας πρόκριση ανάμεσα. Εμείς θα αποφασίσουμε, εμείς θα προκρίνουμε. Η απάντηση του Ουρανού στη δική μας γνήσια απόφαση για επιστροφή(Πράξεις 3:19, 1 Θεσσαλονικείς 1:9) και ταπείνωση είναι αυτή η πρόσκληση, «έξελθε». Όσο απερίγραπτα θαυμαστή κι αν είναι η ζωή της λύτρωσης του Ιησού Χριστού μπροστά μας, όσο ασύγκριτη  κι αν είναι η αιώνια ζωή έξω από τα δεσμά της αμαρτίας, χωρίς το «έξελθε» δεν θα κουνηθεί ούτε ένα φυλλαράκι για μας. Όσο είμαστε δέσμιοι των επιθυμιών(2 Πέτρου 1:4) μας και με την καρδιά κολλημένη στα είδωλα, δεν θα μπορέσουμε να χαρούμε καρπούς λυτρωμένης ζωής. Η αγάπη μας για την αμαρτία πνίγει κάθε ενέργεια του Αγίου Πνεύματος για τον καθαρισμό μας(1 Ιωάννη 1:7, Εβραίους 9:14). Ναι, ο Θεός τα ετοίμασε όλα. Ναι, η αγάπη Του μας τα προσφέρει όλα δια μέσου του αναστημένου Ιησού Χριστού. Όμως δικό μας μέρος είναι να καταδικάσουμε την αμαρτία μέσα μας. Εμείς θα συνειδητοποιήσουμε και θα ομολογήσουμε ταπεινωμένοι «χάνομαι υπό της πείνης». Η αποτυχία μας, η χρεοκοπία μας μακριά από τη σοφία και την αγάπη του Πατέρα θα μας οδηγήσουν να καταδικάσουμε τους εαυτούς μας στην παρουσία του Θεού και να γυρέψουμε λύτρωση απορρίπτοντας με ειλικρίνεια τον κόσμο της αμαρτίας(Ρωμαίους 12:2, 1 Ιωάννη 2:15-17) που κατοικεί και γεννοβολάει θάνατο στην ψυχή μας. Αν έμεινε χήρος ο Λωτ με εκείνον τον τραγικό τρόπο, ήταν γιατί η καρδιά της γυναίκας του ποτέ δεν «εξήλθε» από τα Σόδομα και τα Γόμορα, όπου ήταν κολλημένη. Έμεινε μέσα και όπως ήταν φυσικό είχε την τύχη των μέσα… (Γένεση 19:26). Στην περίπτωση του Αβραάμ, όλο το θαύμα της πίστης που έζησε και απόλαυσε είναι θεμελιωμένο πάνω στο μοναδικό εκείνο βήμα πίστης «εξήλθε, μη εξεύρων που υπάγει» (Εβραίους 11:8). Χωρίς αυτό το «εξήλθε», όλα παγωμένα, όλα μπλοκαρισμένα θα μέναν. Η αγάπη του Θεού, η πλούσια, δεν μπορεί να ξεδιπλωθεί μπροστά μας και να μας ωφελήσει, όσο εμείς προκρίνουμε τη «σάρκα» και επιμένουμε να μην κόβουμε δεσμούς με την αμαρτία, με την ειδωλολατρία στην ψυχή μας σε όποια μορφή υπάρχει ακόμα μέσα μας. Η καρδιά του Αβραάμ έκλινε στις υποσχέσεις του Θεού. Τα μάζεψε, ξεχώρισε τη θέση του και βγήκε από τον κόσμο της συγγένειάς του, από τις παραδόσεις και τις αξίες της ειδωλολατρικής γης του, για να ακολουθήσει «δια πίστεως» τον ζωντανό κι αληθινό Θεό του Ουρανού. Η ιστορία του λαού Ισραήλ έχει μια πολύ χρήσιμη ιδιομορφία στο σημείο αυτό. Να μεν εξήλθαν από την Αίγυπτο, αφού ο ίδιος ο Κύριος με θαυμαστό τρόπο ενήργησε και τους έβγαλε από τη γη της δουλείας, όμως η Αίγυπτος ποτέ δεν βγήκε μέσα από την ψυχή τους. Κάθε τόσο γύριζαν στα σκόρδα και τα κρεμμύδια της γης Φαραώ, τότε που ο βούρδουλας χαράκωνε το κορμί τους. Μέσα τους είχαν ακόμη αγάπη για τους θεούς των Αιγυπτίων, που κάποτε και οι ίδιοι λάτρεψαν. Από αυτή τους τη βέβηλη καρδιά προήλθε και το χρυσοκέρατο μοσχάρι που ζήτησαν και τους έφτιαξε ο Ααρών (Έξοδος 32). Η καρδιά τους ποτέ δεν ξεκόλλησε από την αμαρτία, την άρνηση του ζωντανού Θεού. Η Αίγυπτος ποτέ δεν «εξήλθε» από την ψυχή τους, «δεν είχε αποχωριστεί η ψυχή αυτών από των ειδώλων». Αποτέλεσμα, μέσα στα 40 χρόνια περιπλάνησης του λαού Ισραήλ στην έρημο πέθαναν όλοι αυτοί της μοιρασμένης καρδιά πάνω στην καυτή άμμο. Πέθανε η Αίγυπτος  από ανάμεσά τους, από μέσα τους και καθαρίστηκαν. Ο Θεός δουλεύει με καθαρό υλικό, με ψυχές που ξεχώρισαν τη θέση τους, που έκαναν την επιλογή τους, που ξέκοψαν από την αμαρτία και με ταπείνωση παραδόθηκαν στη δόξα του ζωντανού Κυρίου μας ολοκληρωτικά. Μόνο αυτές τις περιπτώσεις δέχεται, μόνο σ’ αυτές τις ψυχές εμπιστεύεται το αιώνιο μεγαλείο Του και τις αναγνωρίζει γνήσια δικές Του.