«Εξεύρω τα έργα σου, ότι ούτε ψυχρός είσαι ούτε ζεστός· είθε να ήσο ψυχρός ή ζεστός· ούτως, επειδή είσαι χλιαρός και ούτε ψυχρός ούτε ζεστός, μέλλω να σε εξεμέσω εκ του στόματός μου. Διότι λέγεις ότι πλούσιος είμαι και επλούτησα και δεν έχω χρείαν ουδενός, και δεν εξεύρεις ότι συ είσαι ο ταλαίπωρος και ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός· συμβουλεύω σε να αγοράσης παρ’ εμού χρυσίον δεδοκιμασμένον εκ πυρός διά να πλουτήσης, και ιμάτια λευκά διά να ενδυθής και να μη φανερωθή η αισχύνη της γυμνότητός σου, και χρίσον τους οφθαλμούς σου με κολλούριον διά να βλέπης.» (Αποκάλυψη 3:15-18)

Είσαι χλιαρός; Τότε κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή. Είσαι ένα κράμα ζεστού και κρύου. Είσαι ένα μείγμα ζωντανού και πεθαμένου. Είσαι κάτι που τώρα υπάρχει, μα είναι αμφίβολο αν θα υπάρχει κα σε λίγο. Α, όχι. Μην κάνεις το λάθος να νομίζεις πως η κατάσταση αυτή μπορεί να συνεχιστεί. Κάποτε το ένα από τα δυο θα νικήσει. Και ξέρεις κάτι; Δεν θα νικήσει η ζωή. Ο θάνατος θα νικήσει. Ο θάνατος, που εσύ του άνοιξες την πόρτα. Ο θάνατος, που μπήκε και θρονιάστηκε. Λίγο-λίγο. Εκμεταλλευόμενος το «δεν πειράζει», εκμεταλλευόμενος το «η σωτηρία δεν χάνεται». Εκμεταλλευόμενος το «μη γίνεσαι φανατικός». Χλιαρός δηλαδή. Τίποτα δηλαδή. Μην ξεγελιέσαι λέγοντας ότι όποια στιγμή θέλω κερδίζω το χαμένο έδαφος. Μα δεν το βλέπεις, πως τα μέλη σου είναι μουδιασμένα; Είναι το μούδιασμα του θανάτου. Έχει απλώσει και προχωρεί. Ναι, σε εξαπατά το ότι ακόμα είσαι ζωντανός. Αναπνέεις, σκέφτεσαι, προχωράς. Και «όνομα έχεις ότι ζεις, αλλά είσαι νεκρός»(Αποκάλυψη 3:1). Γιατί ποτέ δεν σοβαρεύτηκες με τη θυσία του Χριστού. Γιατί ποτέ δεν μίσησες την αμαρτία και τον κόσμο. Γιατί ποτέ δεν πρόσφερες τον εαυτό σου στο Χριστό, ολόκληρο, χωρίς παρακράτημα για σένα. Το θανάσιμο στοιχείο που σε παραπλάνησε ήταν πως διαπίστωσες ότι ήσασταν πολλοί. Οι περισσότεροι. Σχεδόν το σύνολο. Και έκανες τον αφελή και λανθασμένο συλλογισμό πως δεν μπορεί, εμείς είμαστε η κατάσταση. Τα λόγια του Κυρίου δεν σε συνέφεραν «θα σε εξεμέσω εκ του στόματός μου». Όχι μόνο, μα θεωρείς τον εαυτό σου εντάξει. Βυζαίνεις και πιπιλάς την αμαρτία, τον κόσμο, και τρέφεις τον εαυτό σου με ξυλοκέρατα. Θα μπορούσα να σου συστήσω να μετανοήσεις. Να πετάξεις και να μισήσεις το θάνατο μέρος του εαυτού σου. Θα μπορούσε έτσι να σωθείς. Μα φοβάμαι πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Πώς να πετάξεις τον πιο αγαπημένο σου εαυτό; Δεν θα μείνεις για πολύ χλιαρός. Κάθε μέρα όλο και περισσότερο κρυώνεις. Το βλέπεις και το καταλαβαίνεις και μόνος σου! Μόνο που δεν θέλεις να το παραδεχτείς. Ταλαίπωρε χλιαρέ.