Γύρισε πίσω

0
44

«Διά τούτο, καθώς λέγει το Πνεύμα το Αγιον· Σήμερον, εάν ακούσητε της φωνής αυτού, μη σκληρύνητε τας καρδίας σας ως εν τω παραπικρασμώ κατά την ημέραν του πειρασμού εν τη ερήμω, όπου οι πατέρες σας με επείραααν, με εδοκίμασαν και είδον τα έργα μου τεσσαράκοντα έτη· διά τούτο δυσηρεστήθην εις την γενεάν εκείνην και είπον· Πάντοτε πλανώνται εν τη καρδία αυτών και αυτοί δεν εγνώρισαν τας οδούς μου· ούτως ώμοσα εν τη οργή μου, δεν θέλουσιν εισέλθει εις την κατάπαυσίν μου· προσέχετε, αδελφοί, να μη υπάρχη εις μήδενα από σας πονηρά καρδία απιστίας, ώστε να αποστατήση από Θεού ζώντος, αλλά προτρέπετε αλλήλους καθ” εκάστην ημέραν, ενόσω ονομάζεται το σήμερον, διά να μη σκληρυνθή τις εξ υμών διά της απάτης της αμαρτίας· διότι μέτοχοι εγείναμεν του Χριστού, εάν κρατήσωμεν μέχρι τέλους βεβαίαν την αρχήν της πεποιθήσεως, ενώ λέγεται· Σήμερον, εάν ακούσητε της φωνής αυτού, μη σκληρύνητε τας καρδίας σας ως εν τω παραπικρασμώ.» (Εβραίους 3:7-15)

Ήρθε από το χωριό 16 χρονών, σταλμένος από τους γονείς του να μάθη μια τέχνη στην πρωτεύουσα. Έμεινε φιλοξενούμενος σε μια οικογένεια πιστών ανθρώπων. Άρχισε να έρχεται στην εκκλησία, να ακούει με δίψα τα λόγια του Ευαγγελίου. Αυτό το παληκαράκι γρήγορα αγάπησε το Χριστό, έδειχνε πως άλλαξε η ζωή του. Σαν έπιασε λίγα λεφτά, νοίκιασε ανεξάρτητα ένα δωματιάκι. Και σε λίγους μήνες από τότε, έτσι ξαφνικά εξαφανίστηκε. Κανένα σημάδι ζωής, ούτε στην εκκλησία, ούτε στα σπίτια μας. Τον συνάντησα πριν λίγο καιρό, πολλά χρόνια μετά το φευγιό του από την αγκαλιά του Χριστού, μα και τη δική μας, γιατί έτσι το νοιώθαμε. Δεν τον αναγνώρισα. Με γνώρισε εκείνος και επιδίωξε να τον πάω στη στάση του λεωφορείου με το αυτοκίνητό μου. Και τότε ξέσπασε σαν χείμαρρος: «Ξέρεις ποιος είμαι; Ο τάδε! Θυμάσαι τότε; Πέρασαν τόσα χρόνια. Τα κατέστρεψα όλα στη ζωή μου, όλα! Η γυναίκα μου δεν θέλει να με βλέπει. Τα παιδιά μου με βρίζουν. Είμαι αδέκαρος. Χωρίς δουλειά. Αχρήστεψα την υγεία μου με το τσιγάρο και τις καταχρήσεις. Είμαι τώρα μ’ ένα πνεύμονα. Σωστό ερείπιο. Πρέπει, θέλω να γυρίσω στο Χριστό. Στο νοσοκομείο που ήμουνα ο Θεός έστειλε ένα πιστό άνθρωπο κοντά μου, που μου τα θύμισε όλα. Θέλω το Χριστό, έστω και αργά, έστω και τώρα. Τη ζωή μου την έχασα, να μη χάσω και την ψυχή μου. Ο διάβολος πολύ θα χαρεί να καταστρέψει τη ζωή σου, να σε σακατέψει πνευματικά και σωματικά. Είναι χαιρέκακος και ανθρωποκτόνος, κι έχει ιδιαίτερους λόγους να σε πολεμήσει, επειδή ακριβώς αγαπάς το Θεό. Μα εσύ, γιατί να του δώσεις αυτή τη χαρά; Ζωή χωρίς Θεό σημαίνει θάνατος χωρίς ελπίδα. Δώστα όλα στο Χριστό, διότι Αυτός έδωσε τη ζωή Του για σένα!

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΟ κόσμος
Επόμενο άρθροΟ φακίρης

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ