«Πόσον μεγάλα είναι τα έργα σου, Κύριε· τα πάντα εν σοφία εποίησας· η γη είναι πλήρης των ποιημάτων σου· αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος. Εκεί είναι ερπετά αναρίθμητα, ζώα μικρά μετά μεγάλων· εκεί διατρέχουσι τα πλοία· εκεί ο Λευϊάθαν ούτος, τον οποίον έπλασας διά να παίζη εν αυτή. Πάντα ταύτα επί σε ελπίζουσι, διά να δώσης εν καιρώ την τροφήν αυτών. Δίδεις εις αυτά, συνάγουσιν· ανοίγεις την χείρα σου, χορταίνουσιν αγαθά. Αποστρέφεις το πρόσωπόν σου, ταράττονται· σηκόνεις την πνοήν αυτών, αποθνήσκουσι και εις το χώμα αυτών επιστρέφουσιν· εξαποστέλλεις το πνεύμά σου, κτίζονται, και ανανεόνεις το πρόσωπον της γης. Η δόξα του Κυρίου έστω εις τον αιώνα· ας ευφραίνεται ο Κύριος εις τα έργα αυτού· ο επιβλέπων επί την γην και κάμνων αυτήν να τρέμη· εγγίζει τα όρη, και καπνίζουσι. Θέλω ψάλλει εις τον Κύριον ενόσω ζώ· θέλω ψαλμωδεί εις τον Θεόν μου ενόσω υπάρχω.» (Ψαλμός 104:24-33)

Είναι πολλοί εκείνοι που στο άκουσμα της λέξης Θεός γυρίζουν το μάτι τους πειραχτικά τριγύρω. Που είναι, δείξτον μου. Δεν τον βλέπω(Ρωμαίους 1:19-20), εσύ που Τον είδες, ρωτούν χαμογελώντας ικανοποιημένοι, γιατί νομίζουν πως νίκησαν, πως δεν υπάρχει απάντηση στα ερωτήματά τους. Δεν είναι ούτε μια, ούτε δυο οι περιοχές που αν στρέψουμε τα μάτια μας θα δούμε τον Θεό ζωντανό, θα Τον αναγνωρίσουμε. Όλοι; Σωστή ερώτηση. Όχι όλοι βέβαια. Αυτοί που έχουν μάτια. Ή πιο σωστά, αυτοί που θέλουν να δουν, που τα μάτια τους είναι ανοιχτά και μπορούν να δουν. Οι άλλοι ή δεν βλέπουν τίποτα ή μένουν ισόβια χειραγωγούμενοι. Κάποιος άλλος βλέπει γι’ αυτούς, μα οι ίδιοι δεν απολαμβάνουν, δεν εξυπηρετούνται σε τίποτα, μένουν στη φτώχια τους. Δυο άντρες κάθονταν σε μια παραλία. Ήταν πρωί και παρακολουθούσαν τον ήλιο να αναδύεται μέσα από τα νερά της γαληνεμένης θάλασσας. Ο ένας ήταν έμπορος, ο άλλος ήταν ο μεγάλος ποιητής Ουίλιαμ Μπλέικ. Ένας ολοφώτεινος κιτρινοκόκκινος δίσκος ξεπρόβαλε από τα σπλάχνα του νερού και έβαψε με χίλια χρώματα τα ήρεμα νερά. Οι δυο άνθρωποι θαύμασαν. Ρουφούσαν το μεγαλείο μαγεμένοι. Πρώτος μίλησε ο έμπορος. «Βλέπω έναν ολόχρυσο δίσκο» είπε φανερά εντυπωσιασμένος. Ο ήλιος φαντάζει σαν ένα θαυμάσιο ολόχρυσο αριστουργηματικό κομμάτι τέχνης, ήταν η εκτίμηση του έμπορα. Ο ποιητής σώπασε για λίγο και μετά είπε με τη σειρά του. «Εγώ βλέπω τη δόξα του Θεού, το μεγαλείο Του και πλημμυρίζω θαυμασμό. Ακούω χιλιάδες αγγέλων να ψάλλουν Άγιος, Άγιος είναι ο Θεός και η Γη είναι πλήρης της δόξης Του». Δίπλα-δίπλα καθισμένοι. Φίλοι και οι δύο. Μα τόσο μακριά ο ένας από τον άλλον. Τόσο μεγάλη η απόσταση. Ο ένας ακούει, ο άλλος τίποτα. Ο ένας βλέπει, ο άλλος σκοτάδι. Ναι, υπάρχει Θεός. Μέσα μας, γύρω μας. Μας κυκλώνει ασφυκτικά. Είναι όμως θέμα καρδιάς για να δεις το Θεό(Ματθαίος 5:8). Να Τον γνωρίσεις(Ιωάννη 17:3, Γαλάτας 4:8-9, 1 Ιωάννη 2:13-14). Δεν είναι θέμα εξυπνάδας, θέμα πτυχίων, θέμα ικανοτήτων. Οι καθαροί την καρδιά, θα δουν Τον Θεό. Αυτοί που δεν είναι ευχαριστημένοι με την κατάστασή τους, με την αμαρτία τους. Αυτοί που ζητούν λύτρωση, απαλλαγή. Αυτοί που θέλουν, που εκζητούν. Οι άλλοι; Τίποτα. Πόσες χιλιετίες ανατέλλει και δύει ο ήλιος του Θεού; Και όμως ελάχιστοι βλέπουν τη δόξα του Θεού πάνω του, το μεγαλείο Του, τη σοφία Του, την υπεροχή Του. Εκτός από τη φύση, που τόσο καθαρά και αυθόρμητα μαρτυρεί για τον Θεό, υπάρχουν κι άλλες πολλές περιοχές. Είναι η χάρη Του. Η ανοχή Του, η αναβολή της δικαίας κρίσις Του πάνω μας. Δεν είναι θαυμαστό; Δεν μιλάει τόσο δυνατά; Ποιος άλλος θα μπορούσε να ανεχτεί τον εγωισμό μας, την ψευτιά μας, την βρωμιά μας; Ποιος άλλος θα υπέφερε σιωπηλά βλέποντας την αγάπη Του να ποδοπατιέται, την καλοσύνη Του να εκμεταλλεύεται, όπως εμείς οι άνθρωποι κάναμε στο Θεό;