«Ημείς εξεύρομεν ότι μετέβημεν εκ του θανάτου εις την ζωήν, διότι αγαπώμεν τους αδελφούς· όστις δεν αγαπά τον αδελφόν μένει εν τω θανάτω. Πας όστις μισεί τον αδελφόν αυτού είναι ανθρωποκτόνος· και εξεύρετε ότι πας ανθρωποκτόνος δεν έχει ζωήν αιώνιον μένουσαν εν εαυτώ. Εκ τούτου γνωρίζομεν την αγάπην, ότι εκείνος υπέρ ημών την ψυχήν αυτού έβαλε· και ημείς χρεωστούμεν υπέρ των αδελφών να βάλλωμεν τας ψυχάς ημών. Όστις όμως έχη τον βίον του κόσμου και θεωρή τον αδελφόν αυτού ότι έχει χρείαν και κλείση τα σπλάγχνα αυτού απ’ αυτού, πως η αγάπη του Θεού μένει εν αυτώ; Τεκνία μου, μη αγαπώμεν με λόγον μηδέ με γλώσσαν, αλλά με έργον και αλήθειαν. Και εκ τούτου γνωρίζομεν ότι είμεθα εκ της αληθείας, και θέλομεν πληροφορήσει τας καρδίας ημών έμπροσθεν αυτού, διότι εάν μας κατακρίνη η καρδία, βεβαίως ο Θεός είναι μεγαλήτερος της καρδίας ημών και γνωρίζει τα πάντα.» (1 Ιωάννη 3:14-20)

Μια γριά γυναίκα, κατάκοιτη, που είχε χρόνια να βγει από το δωμάτιό της, βρισκόταν στις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής της. Τότε ένας φίλος τη ρώτησε: «Δε σε φοβίζει, γιαγιά, η σκέψη του θανάτου;». Μια αχτίδα χαράς έλαμψε στο πρόσωπό της, και χωρίς δισταγμό απάντησε: «Όχι, βέβαια, γιατί υπάρχει ένα φως μέσα στο σκοτάδι της κοιλάδας του θανάτου για μένα!». Ήταν πιστή χριστιανή γυναίκα  αυτή, και ήξερε που βασιζόταν. Εϊχε στηρίξει την πίστη και την ελπίδα της σ’ Εκείνον που είπε: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» (Ιωάννη 8:12). Έτσι, με μια ζωντανή πίστη στο Σωτήρα Χριστό, η γριά εκείνη γυναίκα μπορούσε, όχι μόνο να μη φοβάται το θάνατο, αλλά και να χαίρεται με την ελπίδα της συνάντησής της μαζί Του (Φιλιππησίους 1:23), εκεί όπου δεν υπάρχει δάκρυ ή στεναγμός. Έχεις αυτό το γλυκύ κι ανέσπερο φως μπροστά σου, εσύ, αγαπητέ μας φίλε; Μια μέρα όλοι θα διαβούμε τη σκοτεινή κοιλάδα που τη σκιάζει ο θάνατος. Ο Ιησούς είναι ο Μεγάλος Νικητής του θανάτου. Δεχόμενος Αυτόν(Ιωάννη 1:12) με μετάνοια(Λουκάς 5:35, Πράξεις 2:38, 17:30, Λουκάς 13:3,5) και πίστη(Ιωάννη 3:18), μεταβαίνεις άφοβα «από το θάνατο στη ζωή» (Ιωάννη 5:24).