«Εκείνο, το οποίον ήτο απ’ αρχής, το οποίον ηκούσαμεν, το οποίον είδομεν με τους οφθαλμούς ημών, το οποίον εθεωρήσαμεν και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του Λόγου της ζωής· και η ζωή εφανερώθη, και είδομεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν προς εσάς την ζωήν την αιώνιον, ήτις ήτο παρά τω Πατρί και εφανερώθη εις ημάς εκείνο, το οποίον είδομεν και ηκούσαμεν, απαγγέλλομεν προς εσάς· διά να έχητε και σεις κοινωνίαν μεθ’ ημών· και η κοινωνία δε ημών είναι μετά του Πατρός και μετά του Υιού αυτού Ιησού Χριστού. Και ταύτα γράφομεν προς εσάς, διά να ήναι πλήρης η χαρά σας. Και αύτη είναι η επαγγελία, την οποίαν ηκούσαμεν απ’ αυτού και αναγγέλλομεν προς εσάς, ότι ο Θεός είναι φως και σκοτία εν αυτώ δεν υπάρχει ουδεμία. Εάν είπωμεν ότι κοινωνίαν έχομεν μετ’ αυτού και περιπατώμεν εν τω σκότει, ψευδόμεθα και δεν πράττομεν την αλήθειαν· εάν όμως περιπατώμεν εν τω φωτί, καθώς αυτός είναι εν τω φωτί, έχομεν κοινωνίαν μετ’ αλλήλων, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας. Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν δεν έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια δεν είναι εν ημίν. Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, είναι πιστός και δίκαιος, ώστε να συγχωρήση εις ημάς τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας. Εάν είπωμεν ότι δεν ημαρτήσαμεν, ψεύστην κάμνομεν αυτόν, και ο λόγος αυτού δεν υπάρχει εν ημίν.» (1 Ιωάννη 1:1-10)

Είμαι το τέταρτο από τα εφτά παιδιά της οικογένειάς μας. Ο πατέρας μου ήταν βαθιά θρησκευτικός άνθρωπος, χωρίς όμως νάχει φως Θεού και επίγνωση μέσα του. Μας υποχρέωνε να κάνουμε νηστείες για σαράντα μέρες, να προσευχόμαστε για μισή ώρα  κάθε μέρα όρθιοι, να διαβάζουμε θρησκευτικά βιβλία που ποτέ μας δεν αγαπήσαμε. Αντίθετα, τα είχαμε σιχαθεί και μπουχτίσει όλα αυτά και δεν βλέπουμε την ευκαιρία να απαλλαγούμε από το βάρος τους. Εγώ άλλα πράγματα είχα ανάγκη στη ζωή μου. Ένιωθα την ανάγκη να με αγαπούν, να με φροντίζουν, κάποιος να ενδιαφερθεί αληθινά και προσωπικά για μένα. Μεγάλωνα όμως χωρίς στοργή και το κενό που είχα μέσα μου πλάταινε αγιάτρευτο. Το δράμα μου μεγάλωνε, ο φόβος μου για το θάνατο. Λαχταρούσα να μην υπάρχει Θεός, γιατί γνώριζα πως δεν είμαι εντάξει απέναντί Του και δεν ήθελα να πεθάνω, να τον συναντήσω. Δεν γνωρίζω αν η κόλαση είναι χειρότερη από αυτό που ζούσα καθημερινά μέσα στους φόβους και τα παράπονα. Θυμάμαι, κοπέλα ακόμα, επισκεφθήκαμε ένα μοναστήρι με τον πατέρα μου και με κάποια ξαφνική πρόφαση με άφησε εκεί και έφυγε. Δεν ντύθηκα καλόγρια, μα ντύθηκα με μαύρο ράσο για να μη σκανδαλίσω., όπως μου είπαν, και έμεινα μόνη ανάμεσά τους. Σιγά-σιγά ακολούθησα τη ζωή τους, τις πολύωρες προσευχές, τις νηστείες, την ανάγνωση των βίων των αγίων που ταλαιπωρούσαν το σώμα τους με στερήσεις και βασανισμούς, για να κερδίσουν την σωτηρία της ψυχής τους. Μα τίποτα από αυτά δεν άγγιζε την ψυχή μου. Μετά από τρεισήμισι μήνες, σταμάτησα τις προσευχές και τις νηστείες, υποχρεώνοντας έτσι τους δικούς μου να με πάρουν από το μέρος αυτό. Έφυγα και πήγα στη Γερμανία. Εκεί συνάντησα κάποιο νέο Έλληνα και με ζήτησε από τους δικούς μου για γυναίκα του. Παντρευτήκαμε και φύγαμε στη Γερμανία. Δουλέψαμε, αποκτήσαμε χρήματα και δυο χαριτωμένα κοριτσάκια. Είχα ό,τι μπορούσε να επιθυμήσει κάποιος σε τούτη τη ζωή και θάπρεπε να είμαι πολύ ευτυχισμένη, αφού δεν μου έλειπε τίποτα. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, μια από τις αδελφές μου, μου πρότεινε να πάρω τα παιδιά και να πάω να μείνω με μια χριστιανική συντροφιά πιστών παιδιών του Θεού για ένα μήνα. Είχα δίψα μεγάλη και γι’ αυτό με κράτησαν, γιατί τότε είχα ένα μωρό που δυσκόλευε την παραμονή μου. Εκεί, λοιπόν, στις συμμελέτες, άκουσα για πρώτη φορά για το προσωπικό ενδιαφέρον και την αγάπη του Κυρίου για μένα. Έμαθα πως όλο το μαρτύριο του Σταυρού του Γολγοθά είχε στόχο εμένα, να με λυτρώσει(1 Πέτρου 1:18-19), να με ελευθερώσει(Ρωμαίους 6:18,22, 7:24-25) με το νόμο της αμαρτίας και της εξουσίας του σατανά(Πράξεις 26:18, Κολοσσαείς 1:13) και από όλους τους φόβους μου. Μετά από τούτη την αλλαγή στη ζωή μου και τη σύνδεσή μου με τα πνευματικά αδέλφια, ο σύζυγός μου με απείλησε πως θα έφευγε, αν δεν άλλαζα. Απόρησε και θαύμασε, όταν του είπα ήρεμα πως αν ο Θεός δεν το επιτρέψει, δεν θα μπορέσει να το κάνει. Πραγματικά, όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά γρήγορα ενδιαφέρθηκε και εκείνος για τον αληθινό Θεό της Βίβλου(1 Θεσσαλονικείς 1:9).