“όστις ηλευθέρωσεν ημάς εκ της εξουσίας του σκότους και μετέφερεν εις την βασιλείαν του αγαπητού αυτού Υιού· εις τον οποίον έχομεν την απολύτρωσιν διά του αίματος αυτού, την άφεσιν των αμαρτιών·” (Κολοσσαείς 1:13-14)

«Μάζωξε όλη σου τη δύναμη και αφουγκράσου. Όλη η καρδιά του ανθρώπου είναι μια κραυγή. Ακούμπησε επάνω στο στήθος σου να την ακούσεις. Κάποιος μέσα αγωνίζεται και φωνάζει» (Ν. Καζαντζάκης)

Βέβαια, γνώριζε πάρα πολύ καλά τον άνθρωπο και πιο πολύ το μεγάλο του δράμα. Δεν του ήτανε κάτι ξένο. Ήτανε η ίδια η καρδιά του, η ίδια η ζωή του. Η κραυγή, άσχημη λέξη. Είτε είναι από ζώο, είτε είναι από άνθρωπο. Βέβαια του ανθρώπου η κραυγή έχει κάτι το πιο έντονα τραγικό. Του ζώου η κραυγή είναι από το ένστικτο. Μα του ανθρώπου είναι από την ψυχή του. Και γιατί αυτή η κραυγή μέσα στα στήθια, που ξεσπά σ’ ένα άγριο βογγητό μοναξιάς; Τι συμβαίνει στον άνθρωπο της εποχής μας, που όλα τα έχει φτιάξει όπως αυτό ήθελε και καμαρώνει για τα επιτεύγματά του; Ναι. Βέβαια. Κάτι δεν πάει καλά. Κάτι το βαθειά στραβό υπάρχει. Κάποια σύγκρουση γίνεται μέσα στην ψυχή μας(Ρωμαίους 7:14-25). Γι’ αυτό φωνάζει ή ουρλιάζει σαν το αγρίμι, μέσα στο ερημικό σεληνόφωτο. Μόνο η Βίβλος, η Αγία Γραφή, δίνει τη σωστή απάντηση. Από τότε που ο άνθρωπος που απόμεινε μόνος αποδιώχνοντας το Θεό νιώθει αυτή την αποφασιστική απουσία μέσα στα σπλάχνα του. Το δράμα του γιγαντώνεται και δρακουλιάζει, γιατί δεν πάει ο νους του σ΄ αυτήν την αιτία. Κι ακόμη, φίδια κολοβά τον ζώνουν(τύψεις), οι ανικανοποίητες μα και οι κορεσμένες επιθυμίες που αφήσανε στάχτη στα χείλη. Μακριά από το Θεό δουλώθηκε στα πάθη. Τρέχει και δεν προφθαίνει. Θέλει στην αρχή ένα οικόπεδο, και μετά όλο τον κόσμο. Αβυσσαλέα η ψυχή, που έχασε τον θεό της. Και όμως, αυτή η κραυγαλέα ύπαρξή μας, θα μπορούσε να σώσει, με μια αναγνώριση της χρεωκοπίας της και με μια επιστροφή στην «πηγή των ζώντων υδάτων». Ούτε ο Μάρξ, τεχνολόγος ήτανε, ούτε ο Φρόυντ, δυστυχισμένος ονειροπόλος ήτανε, ούτε, ούτε κανένας μεγάλος από το άλμπουμ μπορεί να ξεφλογίσει την ψυχή σου και αντί να βογγά και να κραυγάζει, να ψάλλει και να τραγουδά με ένα πρόσωπο, πιο όμορφο από ανοιχτή γαρδένια. Κάτι τέτοιο μόνο ο Θεός το πραγματοποιεί(Ιωάννη 1:13, 3:3-8, 1 Ιωάννη 4:7, 5:1,18, 1 Πέτρου 1:23, 2 Κορινθίους 5:17). Γι΄αυτό μπαίνω στον κόπο να στα γράψω. Κι εγώ κραύγαζα μα τώρα ψάλλω «μέσ’ στον τραχύ μου το δρόμο να με κρατάς απ’ το χέρι».