«Μη ομοζυγείτε με τους απίστους· διότι τίνα μετοχήν έχει η δικαιοσύνη με την ανομίαν; τίνα δε κοινωνίαν το φως προς το σκότος; Τίνα δε συμφωνίαν ο Χριστός με τον Βελίαλ; ή τίνα μερίδα ο πιστός με τον άπιστον; Τίνα δε συμβίβασιν ο ναός του Θεού με τα είδωλα; διότι σεις είσθε ναός Θεού ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός ότι θέλω κατοικεί εν αυτοίς και περιπατεί, και θέλω είσθαι Θεός αυτών, και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαός μου. Διά τούτο. Εξέλθετε εκ μέσου αυτών καιαποχωρίσθητε, λέγει Κύριος, και μη εγγίσητε ακάθαρτον, και εγώ θέλω σας δεχθή, και θέλω είσθαι Πατήρ σας, και σεις θέλετε είσθαι υιοί μου και θυγατέρες, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.» (2 Κορινθίους 6:14-18)

Άκουσα μια ιστορία δύσκολη και παράξενη. Συνήθως δύσκολο δεν είναι μόνο ό,τι δεν καταφέρνουμε, μα και ό,τι δεν θέλουμε να καταλάβουμε. Εγώ ομολογώ πως κοντοστάθηκα. Και τράβηξα στη γωνιά μου. Να ξανασκεφτώ. Να ξαναεξετάσω. Να δω από την αρχή πολλά, που νόμιζα πως ήταν σωστά, τέλεια, κατά Θεό. Και σας την μεταφέρω με πόθο να συμβεί και σε σας το ίδιο, που σίγουρα θα έχει αγαθά αποτελέσματα για την πνευματική μας πορεία. Δυο νέοι, μορφωμένα παιδιά, που αγαπούσαν τον Ιησού και ήθελαν να δουλέψουν για Κείνον, άρχισαν απλά ταιριάζοντας τις φωνές σε ντουέτο και με μια κιθαρίτσα έψαλλαν ύμνους στην εκκλησία. Όμως οι φωνές τους παραήταν καλές και αγαπητές στον κόσμο. Έτσι άρχισαν να τους καλούν και σε άλλες συναθροίσεις και αυτοί με τη σειρά τους να ανοίγονται, να γίνονται γνωστοί και πετυχημένοι. Θάλεγε κανείς ότι ευλογήθηκε το έργο τους αυτό το απλό. Ναι, ίσως, μα ας προχωρήσουμε. Τόσο πολύ ανέβηκαν στον τομέα αυτό, που άφησαν τη δουλειά τους, τα πτυχία τους και δόθηκαν με όλη τους τη δύναμη σε τούτη τη διακονία. Έκαναν πρόγραμμα μιας χρονιάς ολόκληρης, έκλειναν γήπεδα και μεγάλες αίθουσες, όπου έψαλλαν και ομολογούσαν τον Ιησού Χριστό και σωτήρα τους. Μα κάποια μέρα ο ένας από τους δυο σταμάτησε. Αποχώρησε και το συγκρότημα χάλασε. Όλα τα συμβόλαια καταστράφηκαν και δημιουργήθηκε μια τεράστια απορία. Πως; Γιατί; Ο ίδιος έδωσε την απάντηση που ήρθε τόσο ξαφνική σε άλλους. Ο κόσμος έρχεται να ακούσει εμένα, είπε ο νέος αυτός, του αρέσω εγώ, να δει εμένα. Απαντάει σε μένα, φεύγει ευχαριστημένος από τη μουσική μου και από την παρουσία μου. Δεν καταλαβαίνω τι σχέση μπορεί να έχει ο Κύριος με όλα αυτά; Δεν νομίζω πως δοξάζουμε το Θεό, μα αντίθετα υπηρετούμε τη «σάρκα» μας. Γι’ αυτό δεν μπορώ να συνεχίσω και αποχωρώ… Εγώ την λέω ιστορία σόκ. Είναι δυνατή. Λέει κάτι που για πολλούς ούτε καν πέρασε από το μυαλό σαν υποψία. Και όμως είναι πολύ πιθανό, σοβαρά επικίνδυνο και αξίζει να το προσέξουμε και να το καλοσκεφτούμε. Να νομίζεις ότι υπηρετείς τον Θεό και συ να κάνεις ζημία στο έργο Του; Να νομίζεις πως θυσιάζεσαι για Κείνον και να ακούσεις εκείνη την Ημέρα δεν σας γνωρίζω, φύγετε; Είναι τραγικό. Καλύτερα να σκεφτούμε τώρα, να το φέρουμε στο φως και στον έλεγχό Του. Να κοιτάξουμε με ειλικρίνεια την καρδιά μας. Μα το πιο σπουδαίο είναι να Του ζητήσουμε ο Κύριος να μας δείξει που μας θέλει. Εκείνος να μας στείλει. Μπορεί να πολεμάς τον Κύριο υπηρετώντας Τον, αλλά όπου και όπως εσύ νομίζεις. Χωρίς ταπείνωση και ησυχία ποτέ δεν μπορείς να δεις το θέλημα του Θεού, αδύνατον να τον ευαρεστήσεις με τη ζωή σου. Και ακόμη, ο Κύριος να μας φανερώσει τι ζητά, τι περιμένει από μας, όχι τι εμείς θέλουμε να προσφέρουμε.