«Όθεν εάν τις ήναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα· τα αρχαία παρήλθον, ιδού, τα πάντα έγειναν νέα. Τα δε πάντα είναι εκ του Θεού, όστις διήλλαξεν ημάς προς εαυτόν διά του Ιησού Χριστού και έδωκεν εις ημάς την διακονίαν της διαλλαγής, δηλονότι ο Θεός ήτο εν τω Χριστώ διαλλάσσων τον κόσμον προς εαυτόν, μη λογαριάζων εις αυτούς τα πταίσματα αυτών, και ενεπιστεύθη εις ημάς τον λόγον της διαλλαγής. Υπέρ του Χριστού λοιπόν είμεθα πρέσβεις, ως εάν σας παρεκάλει ο Θεός δι’ ημών· δεόμεθα λοιπόν υπέρ του Χριστού, διαλλάγητε προς τον Θεόν· διότι τον μη γνωρίσαντα αμαρτίαν έκαμεν υπέρ ημών αμαρτίαν, διά να γείνωμεν ημείς δικαιοσύνη του Θεού δι’ αυτού.» (2 Κορινθίους 5:17-21)

Να μια λέξη που σηκώνει πολύ γέλιο. Στις μέρες μας, που ξέρουμε τόσα πολλά. Δεν έχει χώρο για θαύματα. Μόνο η επιστήμη κάνει θαύματα, δηλαδή ο άνθρωπος. Τα υπόλοιπα τα αντιμετωπίζουμε με καλοσύνη, κάποιο χαμογελάκι συγκατάβασης, κάποιο χτύπημα στην πλάτη. Ο καημενούλης λέμε, που έχει μείνει; Θα του περάσει όμως. Έλα όμως που δεν του περνάει γιατί άμα έχει δει, άμα έχεις ζήσει δεν σου περνάει. Θα διηγηθώ δυο τέτοια θαύματα. Και όποιος μπορεί ας γελάσει. Αν έχει κότσια που λέμε. «… στην αυλή του σπιτιού μας είχαμε ένα πηγάδι. Το στόμιό του ήταν επίπεδο, στο χώμα. Και οι γονείς μου το σκέπαζαν με δυο τάβλες τη μία δίπλα στην άλλη. Πιτσιρίκι λοιπόν έπαιζα στην αυλή και μπουσουλώντας περνούσα πάνω από τις τάβλες αυτές και μάλιστα πάνω από το σημείο που ενώνονταν μεταξύ τους. Τώρα που το σκέφτομαι τρομάζω. Ο Κύριος με προστάτευε και με παρακολουθούσε σε κάθε μου βήμα». Μια φορά θυμάμαι πηγαίναμε επίσκεψη σε ένα χωριό της Κέρκυρας. Είχαμε σχεδόν χάσει το δρόμο, όταν συναντήσαμε ένα μικρό κοριτσάκι να παίζει έξω στο δρόμο. Χαρήκαμε, γιατί το κοριτσάκι αυτό ήταν από το σπίτι που ψάχναμε να βρούμε. Μα ξαφνικά παγώσαμε. Φορούσε ένα κατακόκκινο σορτσάκι και έπαιζε μπροστά σ’ ένα ταύρο. Έκοβε κλαδιά και προσπαθούσε να ταΐσει το ζώο και τους χώριζε μια ετοιμόρροπη πόρτα στάβλου δεμένη με σύρμα. Έτσι και αποφάσιζε να ξεχυθεί το άγριο ζώο έξω, δεν υπήρχε τίποτα να το εμποδίσει. Τι κράτησε τις τάβλες εκείνες σφιχτά ενωμένες κάθε φορά που το ανύποπτο μωρό έπαιζε πάνω τους; Τι συγκρατούσε τα άγρια ένστικτα του ταύρου μπροστά στο κόκκινο παντελονάκι  της Σοφούλας; Αν είσαι ειλικρινής και τίμιος με τον εαυτό σου, μια είναι η απάντηση. Ο ζωντανός Θεός του Ουρανού. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αυτό σημαίνει πολλά για όλους μας. Δεν είναι και τόσο ακίνδυνο να προσπερνάς αδιάφορος την αγάπη και τη δικαιοσύνη του ζωντανού Θεού. Δεν σε ωφελεί να αμφιβάλλεις, να επαναλαμβάνεις τις ανοησίες που ακούγονται γύρω. Καλύτερα να σοβαρευτείς, να ταπεινωθείς, να αναλογιστείς την ημέρα που θα συναντηθείτε. Τι θα του πεις; Πως θα Τον αντικρίσεις; Ίσως είναι δικαίωμά σου να αμφιβάλλεις για το θαύμα του τυφλού, που του χάρισε ο Ιησούς μάτια. Και για τον χορτασμό των χιλιάδων. Μα τι έχεις να πεις για τα θαύματα που ζούμε καθημερινά, που απολαμβάνουμε χωρίς να υποψιαζόμαστε; Είναι δάχτυλα τεντωμένα που δείχνουν την προσωπική Του αγάπη για σένα. Αγάπη πατέρα προς παιδί. Χωνιά γυρισμένα πάνω σου που φωνάζουν μετανόησε(Πράξεις 17:30, 2:38, Λουκάς 13:3,5, Μάρκος 1:15), ταπεινώσου(Λουκάς 18:13-14), άφησε τις κουταμάρες και ρίξου στην αγκαλιά Του(2 Κορινθίους 5:20, Λουκάς 15:21). Θάχα ακόμα να σου πω κάτι. Κάποτε, θέλεις δεν θέλεις, το πιστεύεις δεν το πιστεύεις, θα μετανιώσεις. Μπροστά στο θρόνο Του. Μα θα είναι τόσο ανώφελο. Γιατί δεν κάνεις αυτό τώρα;