Λίγα παλαμάκια

0
56

«Ερευνάτε τας γραφάς, διότι σεις νομίζετε ότι εν αυταίς έχετε ζωήν αιώνιον· και εκείναι είναι αι μαρτυρούσαι περί εμού· πλην δεν θέλετε να έλθητε προς εμέ, διά να έχητε ζωήν. Δόξαν παρά ανθρώπων δεν λαμβάνω· αλλά σας εγνώρισα ότι την αγάπην του Θεού δεν έχετε εν εαυτοίς· εγώ ήλθον εν τω ονόματι του Πατρός μου, και δεν με δέχεσθε· εάν άλλος έλθη εν τω ονόματι εαυτού, εκείνον θέλετε δεχθή. Πως δύνασθε σεις να πιστεύσητε, οίτινες λαμβάνετε δόξαν ο ειςπαρά του άλλου, και δεν ζητείτε την δόξαν την παρά του μόνου Θεού; Μη νομίζετε ότι εγώ θέλω σας κατηγορήσει προς τον Πατέρα· υπάρχει ο κατήγορός σας ο Μωϋσής, εις τον οποίον σεις ηλπίσατε. Διότι εάν επιστεύετε εις τον Μωϋσήν, ηθέλετε πιστεύσει εις εμέ· επειδή περί εμού εκείνος έγραψεν. Εάν δε εις τα γεγραμμένα εκείνου δεν πιστεύητε, πως θέλετε πιστεύσει εις τους ιδικούς μου λόγους;» (Ιωάννη 5:39-47)

Παντρεύτηκα και χώρισα σε πολύ μικρή ηλικία. Το δράμα της ζωής μου άρχισε να γράφεται αμέσως μόλις σταμάτησα να παίζω με τις κούκλες. Έμεινα μόνη, όπως και πριν. Ανικανοποίητη, διψασμένη. Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά, το αλκοολίκι αυτό που τόσοι πολλοί προσπαθούν να βρουν τη γιατρειά τους πάνω του. Έγινα μια καλή χορεύτρια. Πέτυχα να βρω καλές θέσεις, πολλά λεφτά, καλή δουλειά. Μα ταυτόχρονα έγινα καλή και σε όλα τα επακόλουθα. Καλή στα χαρτιά, στο τσιγάρο, στο ξενύχτι, στην πικρή και κουραστική ζωή της νύχτας. Είχα μια μονάχα απόλαυση στη ζωή μου. Τα παλαμάκια. Μόλις άκουγα τα χειροκροτήματα φούσκωνα δυνατή και ξανανιωμένη. Έδινα την ψυχή μου ολόκληρη για λίγα λεπτά με χειροκροτήματα. Μετά πάλι το ίδιο δράμα. Μόνη, έρημη, άδεια. Για τα παλαμάκια της πλατείας είχα αφιερώσει ολόκληρο τον εαυτό μου, ολόκληρη τη σκέψη μου. Δούλευα σκληρά για να πετύχω και ήταν η μόνη μου απασχόληση. Κατάφερα να φτιάξω ένα όμορφο σπιτάκι. Μικρό, αλλά γεμάτο πλούτη και ακριβά πράγματα. Αυτό απορροφούσε την υπόλοιπη ζωή μου. Του άλλαζα τις ταπετσαρίες, τα έπιπλα, τις κουρτίνες συχνά. Έμπαινα μέσα κουρασμένη και του έσκαγα ένα χαμόγελο με ικανοποίηση. Λάτρευα το σπιτάκι μου και καμάρωνα γι’ αυτό. Θυμάμαι κάποιο καλοκαίρι μου έκαναν μια πρόταση για κάποια συμβόλαια στην Κύπρο. Κάτι με κρατούσε αναποφάσιστη. Δεν απάντησα. Όλο ανέβαλα και κάτι θολό με παίδευε. Από το τηλέφωνο με πίεζαν να προχωρήσω σε μια θετική απάντηση. Μα δεν προχωρούσα. Ήταν ακριβώς εκείνη η εποχή που ο Κύριος είχε δουλέψει στην καρδιά της αδελφής μου και άλλαξε τη ζωή της ολοκληρωτικά. Άρχισε να μου μιλάει για τη θαυμάσια ζωή που της χάρισε ο Θεός. Μου έδινε φυλλάδια χριστιανικά και διάβαζα χωρίς αντίρρηση. Κουρασμένη και αηδιασμένη μια μέρα πήγα σπίτι της και μου έβαλε μια κασέτα και άκουσα μια ομιλία. Πάνω στο θέμα της κασέτας αρχίσαμε μια έντονη συζήτηση. Εγώ με τις σκληρές μου απορίες και η αδελφή μου με υπομονή και σοφία Θεού να μου απαντάει. Από την ημέρα εκείνη φωτίστηκαν όλα μέσα μου. Κατάλαβα πως ο Θεός με έπλασε ελεύθερη, δεν με πιέζει, μα περιμένει μόνη μου να του ζητήσω, να Τον θελήσω να έρθει να γιατρέψει τις πληγές μου. Τα λέπια έπεσαν από τα μάτια μου. Γονάτισα και ζήτησα την αγάπη Του να έρθει και στη δική μου ζωή, να την αλλάξει. Να με πάρει στα δικά Του χέρια. Να του ανήκω, να με γεμίσει εκείνος. Έμεινα μόνη ένα 24ωρο. Τότε κατάλαβα την αλλαγή που πραγματοποιήθηκε μέσα μου. 24 ώρες δεν σκέφτηκα τη δουλειά μου. Και όταν τον πρωτοσυλλογίστηκα, κατάλαβα πως έπρεπε να τα παρατήσω όλα, να τα κόψω μαχαίρι. Τον εαυτό μου δεν τον αναγνώριζα. Κοιτούσα γύρω μου το σπίτι και δεν αισθανόμουν τίποτα γι’ αυτό. Τώρα ήμουν γεμάτη με τον Κύριό μου. Πληρωμένη με την αγάπη Του και το προσωπικό Του ενδιαφέρον για μένα την αμαρτωλή. Αυτό που τόσο είχα αγαπήσει, τώρα δεν με άγγιζε, δεν με τραβούσε. Δεν είχα καμία ανάγκη, όπως παλιά, για τα παλαμάκια. Ούτε για αναγνώριση, ούτε για τις φιλίες και τις στυφές διασκεδάσεις του κόσμου. Μπαίνοντας το μεσημέρι στο σπίτι μου σκάω ένα χαμόγελο όλο δροσιά στον Κύριό μου, που είναι εκεί μέσα και το γεμίζει με το φως Του. Τα παλαμάκια τα χτυπάω τώρα εγώ προς τον Πατέρα μου και τον δοξάζω κάθε μέρα για το μεγαλείο της αγάπης Του. Και επειδή ξέρω από χειροκροτήματα, θάθελα όλη μου η ζωή να είναι ένα ζεστό ζωντανό χειροκρότημα στο λυτρωτή μου Ιησού Χριστό, που του χρωστάω τα πάντα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΥπάρχει διάβολος;
Επόμενο άρθροΟ άνθρωπος

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ