«Πάσαν χαράν νομίσατε, αδελφοί μου, όταν περιπέσητε εις διαφόρους πειρασμούς, γνωρίζοντες ότι η δοκιμασία της πίστεώς σας εργάζεται υπομονήν. Η δε υπομονή ας έχη έργον τέλειον, διά να ήσθε τέλειοι και ολόκληροι, μη όντες εις μηδέν ελλιπείς. Εάν δε τις από σας ήναι ελλιπής σοφίας, ας ζητή παρά του Θεού του δίδοντος εις πάντας πλουσίως και μη ονειδίζοντος, και θέλει δοθή εις αυτόν. Ας ζητή όμως μετά πίστεως, χωρίς να διστάζη παντελώς· διότι ο διστάζων ομοιάζει με κύμα θαλάσσης κινούμενον υπό ανέμων και συνταραττόμενον. Διότι ας μη νομίζη ο άνθρωπος εκείνος ότι θέλει λάβει τι παρά του Κυρίου. Άνθρωπος δίγνωμος είναι ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού. Ας καυχάται δε ο αδελφός ο ταπεινός εις το ύψος αυτού, ο δε πλούσιος εις την ταπείνωσιν αυτού, επειδή ως άνθος χόρτου θέλει παρέλθει. Διότι ανέτειλεν ο ήλιος με τον καύσωνα και εξήρανε τον χόρτον, και το άνθος αυτού εξέπεσε, και το κάλλος του προσώπου αυτού ηφανίσθη· ούτω και ο πλούσιος θέλει μαρανθή εν ταις οδοίς αυτού. Μακάριος ο άνθρωπος, όστις υπομένει πειρασμόν· διότι αφού δοκιμασθή, θέλει λάβει τον στέφανον της ζωής, τον οποίον υπεσχέθη ο Κύριος εις τους αγαπώντας αυτόν. Μηδείς πειραζόμενος ας λέγη ότι από του Θεού πειράζομαι· διότι ο Θεός είναι απείραστος κακών και αυτός ουδένα πειράζει. Πειράζεται δε έκαστος υπό της ιδίας αυτού επιθυμίας, παρασυρόμενος και δελεαζόμενος. Έπειτα η επιθυμία αφού συλλάβη, γεννά την αμαρτίαν, η δε αμαρτία εκτελεσθείσα γεννά τον θάνατον. Μη πλανάσθε, αδελφοί μου αγαπητοί. Πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον είναι άνωθεν καταβαίνον από του Πατρός των φώτων, εις τον οποίον δεν υπάρχει αλλοίωσις ή σκιά μεταβολής. Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν ημάς διά του λόγου της αληθείας, διά να ήμεθα ημείς απαρχή τις των κτισμάτων αυτού.» (Ιάκωβος 1:2-18)

Είναι λέξεις που τρομάζουν πολλούς. Είναι έννοιες που αποσιωπούνται από πολλούς. Μεγάλη άγνοια, μεγάλη σύγχυση και ταραχή. Τι θεωρούμε άπιαστο όνειρο. Δεν τολμάμε… αλλάζουμε δρόμο. Όμως ο Λόγος του Θεού το λέει και αναφέρεται σ’ αυτές πολλές, πολλές φορές, αγέρωχος, χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς αμφιβολία αν γίνεται ή δεν γίνεται, αν πραγματοποιείται ή όχι. Είναι κι αυτές οι λέξεις από το «Ευαγγέλιο που χάνεται» στις μέρες μας, που εξαφανίζεται από τους γεμάτους ασέβεια και απιστία χειρισμούς μας. Να τολμήσω να εξομολογηθώ πως κι εγώ κάποτε μπερδεύτηκα. Ίσως και να δίστασα, να ταλαντεύτηκα… Γίνεται δεν γίνεται το «τέλειοι και ολόκληροι»; Είναι για μας ή κάποιους άλλους; Σ’ αυτή τη ζωή ή στην «άλλη»; Ο Κύριος όμως μου απάντησε απλά, μέσα από τον απλό Λόγο Του. Έτσι απαντά ο Κύριος και φωτίζει, όταν θέλει. «Ο δε Θεός της ειρήνης, είθε να σας κάμει τελείους…, δια να εκτελείται το θέλημα Αυτού, ενεργών εν υμίν το ευάρεστον ενώπιον Αυτού, δια του Ιησού Χριστού» (Εβραίους 13:20-22). Σ’ αυτές τις λίγες γραμμές υπάρχει πολύ φως πάνω στο θέμα της τελείωσης, της ολοκλήρωσης του πιστού του Θεού. Και πρωταρχικά είναι έργο του Θεού και όχι δικό μας. Εκείνος θα το κάνει, Εκείνος το θέλει, το συνέλαβε, το πραγματοποιεί κι εμείς το αποδεχόμαστε, το απολαμβάνουμε. Τρομάζουμε και πισωπατούμε δικαιολογημένα, όταν πάρουμε στα δικά μας χέρια τούτη την τρομερή υπόθεση του αγιασμού και της ολοκλήρωσής μας. Όχι, ο Θεός της ειρήνης που μας διάλεξε, μας κάλεσε, μας δικαίωσε, μας δόξασε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτός ο «εναρξάμενος» το έργο Του μέσα μας θα το ολοκληρώσει, θα μας ολοκληρώσει. Ζητάει από μας πίστη! Πίστη και πιστότητα. Νομίζω όμως πως δεν ζητάει κάτι απλό. Όταν λέμε πίστη, χαμογελάμε. Λέμε: έχω πίστη, έχεις πίστη. Μεγάλο λάθος. Είναι όλα πίστη, είναι τα πάντα. Πίστη θα πει «το θέλω Κύριε». Πίστη θα πει «ναι προχώρα Κύριε, να το κάνεις! Θα το κάνεις κι εμείς θα το ζήσουμε». Πίστη θα πει, «Σου παραδίδομαι Κύριε, Σε αφήνω, κάνε ό,τι θέλεις, είσαι Θεός». Πολλοί χριστιανοί, νομίζω, δεν θέλουν πραγματικά να γίνουν τέλειοι και ολόκληροι, γιατί αυτό σημαίνει100% για τον Κύριο και 100% θάνατος του παλιού εαυτού μας, για τον κόσμο, την αμαρτία. Ας είμαστε ειλικρινείς και ευθείς για να μας ευλογήσει ο Κύριος. Το θέλουμε ή όχι; Το πιστεύουμε ή όχι; Εκεί χρειάζεται να επιμείνουμε όλοι! Υπάρχει ένα ακόμα όμορφο σημείο. Τι θα πει τέλειοι; Κι αυτό είναι πολύ απλό. Εϊναι οι άνθρωποι να εκτελούν το θέλημα του Θεού. Όχι έτσι ξεκάρφωτα και επιπόλαια βέβαια. Το αγάπησαν πρώτα απ’ όλα το θέλημα του Θεού, το ζήτησαν, το πρόκριναν ανάμεσα στα άλλα θελήματα, μίσησαν το δικό τους και ζητούν με όλη τους την ψυχή να γίνει του Κυρίου το θέλημα και όχι το σαρκικό, το σατανικό, το ανθρώπινο, το δικό τους. Αυτοί οι πιστοί του Θεού, οι αναγεννημένοι(1 Πέτρου 1:23, Ιωάννη 1:13, 3:3-8, 1 Ιωάννη 4:7, 5:1,18) και ζωντανοί «εν Χρι8στώ Ιησού» με τέτοια καρδιά, με τέτοια ζωή, με τέτοια διάθεση είναι τέλειοι μπροστά στα μάτια του Θεού, πάντα δια μέσου του Ιησού Χριστού του Σωτήρα μας. Να το θαύμα, να η ομορφιά, να η απλότητα του Ευαγγελίου. Και να σκεφθεί κανείς πως είναι αυτό το Ευαγγέλιο που δεν κηρύττεται, που δεν ακούγεται στις μέρες μας, το Ευαγγέλιο που διώκεται, το Ευαγγέλιο που χάνεται. Ο Θεός να αξιώσει να το πιστέψεις και να το ζήσεις, αδελφέ μου αγαπημένε.