«Όθεν του λοιπού, αδελφοί, σας παρακαλούμεν και σας προτρέπομεν διά του Κυρίου Ιησού, καθώς παρελάβετε παρ’ ημών το πως πρέπει να περιπατήτε και να αρέσκητε εις τον Θεόν, ούτω να περισσεύητε εις το μάλλον· διότι εξεύρετε ποίας παραγγελίας εδώκαμεν εις εσάς διά του Κυρίου Ιησού. Επειδή τούτο είναι το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός σας, να απέχησθε από της πορνείας, να εξεύρη έκαστος υμών να κρατή το εαυτού σκεύος εν αγιασμώ και τιμή, ουχί εις πάθος επιθυμίας καθώς και τα έθνη τα μη γνωρίζοντα τον Θεόν» (1 Θεσσαλονικείς 4:1-5)

Ο Λόγος του Θεού περιγράφει με μεγάλη ακρίβεια σε διάφορα σημεία του το είδος των ανθρώπων που είναι κατάλληλοι για την βασιλεία των Ουρανών. Δική μας φάμπρικα είναι να θέλουμε όλους να επιστρέψουν, να ταπεινωθούν, να σωθούν. Αν μελετήσουμε προσεκτικά, θα δούμε πως όσοι δέχονται τον Ιησού Χριστό λυτρωτή τους, στην ουσία αρπάζουν μια τεράστια ευκαιρία, ένα θησαυρό μοναδικής αξίας. Και είναι έτοιμοι να δώσουν γι’ αυτό τα πάντα. Μαγεμένοι από το μεγαλείο Του, αιχμαλωτισμένοι από την αγάπη του γλυκού Ιησού. Κάποιος νέος, πλούσιας οικογένειας, κληρονόμησε μια μεγάλη βιομηχανία μπύρας. Οικογενειακή η επιχείρηση η επιχείρηση, παλιά φίρμα, καθιερωμένη. Και η δουλειά στρωμένη. Κάποια μέρα λοιπόν, αυτός ο νέος, που ήταν και χριστιανός αναγεννημένος(1 Πέτρου 1:23, Ιωάννη 1:12, 3:3-8, 1 Ιωάννη 4:7, 5:1,18), περνούσε έξω από μια ταβέρνα και στους εμετούς του. Βρωμούσε σε απόσταση. Βλαστημούσε χειρότερα από ένα ζώο. Δίπλα του μια ταλαίπωρη γυναίκα προσπαθούσε να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Φαινόταν να είναι η γυναίκα του. Ξαφνικά ο μεθυσμένος έβαλε όλη του τη δύναμη και έδωσε μια δυνατή κλωτσιά στη γυναίκα. Την πέταξε πολλά βήματα πιο πέρα. Ο νέος ταράχτηκε. Έτρεξε να βοηθήσει, μη λογαριάζοντας τη βρωμιά και την ταπείνωση. Σαν να ένοιωθε ένοχος για το περιστατικό. Μα πλησιάζοντας στην πόρτα της ταβέρνας είδε πως στην ταμπέλα που κρεμόταν στον τοίχο ήταν γραμμένο το όνομά του. Ή, πιο σωστά, το οικογενειακό τους όνομα, που ήταν και το όνομα της μπύρας τους. Ξύπνησε. Αργότερα ο ίδιος ομολογούσε ότι μαζί με τη γυναίκα του εκείνος ο μεθυσμένος κλώτσησε και την επιχείρηση από τη ζωή του. Τώρα κάποιος άλλος την έχει, με κάποιο άλλο όνομα. Δεν έχω τίποτα τώρα πια. Λυτρώθηκα. Μόλις διάβασα την ιστορία αυτή, σκέφτηκα: εγώ θα το έκανα; Για τον εαυτό μου. Έχουμε θεωρίες. Είμαστε μεγάλοι μάγειροι σ’ αυτά. Μοναδικοί, πιο μεγάλοι από τους φημισμένους μαγείρους του Παρισιού. Ξέρεις, λέει, οι προθέσεις έχουν σημασία. Αν το κάνεις για τον Κύριο αλλάζει το πράγμα. Αν εσύ είσαι καθαρός… και τόσες πολλές φτηνοκουβέντες. Εγώ βλέπω αλλού το βάρος. Είσαι έτοιμος να χάσεις τα πάντα για να αποκτήσεις το Χριστό; Είσαι έτοιμος να απαλλαγείς από όλα για να απολαύσεις τη λύτρωσή Του; Μπορείς να πεις με τον Ιησού Χριστό στη ζωή μου τα έχω όλα, έκλεισα, δεν ψάχνω πια, δεν κοιτάζω στις βιτρίνες; Κάτι τέτοιο θέλει να μας προβληματίσει ο Κύριος, με την παραβολή του καλού μαργαρίτη (Ματθαίος 13:45). Στο σημείο αυτό βρίσκεται η απάντηση για την κατάσταση την απογοητευτική στη ζωή μας. Γιατί δεν είμαστε έτοιμοι να πετάξουμε αηδιασμένοι κάθε τι «σαρκικό» (Ρωμαίους 8:5-9), που δηλητηριάζει τη ζωή μας, που μας στερεί η φρεσκάδα του Ουρανού. Αν η καρδιά μας είναι κολλημένη στο χώμα, στα πράγματα της Γης, ο Ιησούς δεν μπορεί να κάνει τίποτα με μας, δεν έχουμε λυτρωθεί. Το μόνο που πρέπει να γίνει απαραίτητα είναι να ξεκολλήσουμε, όσο κι αν κοστίζει, όσο κι αν πονάει αυτό.