«Μη αισχυνθής λοιπόν την μαρτυρίαν του Κυρίου ημών μηδέ εμέ τον δέσμιον αυτού, αλλά συγκακοπάθησον μετά του ευαγγελίου με την δύναμιν του Θεού, όστις έσωσεν ημάς και εκάλεσε με κλήσιν αγίαν, ουχί κατά τα έργα ημών, αλλά κατά την εαυτού πρόθεσιν και χάριν, την δοθείσαν εις ημάς εν Χριστώ Ιησού προ χρόνων αιωνίων, φανερωθείσαν δε τώρα διά της επιφανείας του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όστις κατήργησε μεν τον θάνατον, έφερε δε εις φως την ζωήν και την αφθαρσίαν διά του ευαγγελίου, εις το οποίον ετάχθην εγώ κήρυξ και απόστολος και διδάσκαλος των εθνών. Διά την οποίαν αιτίαν και πάσχω ταύτα, πλην δεν επαισχύνομαι· διότι εξεύρω εις τίνα επίστευσα, και είμαι πεπεισμένος ότι είναι δυνατός να φυλάξη την παρακαταθήκην μου μέχρις εκείνης της ημέρας. Κράτει το υπόδειγμα των υγιαινόντων λόγων, τους οποίους ήκουσας παρ’ εμού, μετά πίστεως και αγάπης της εν Χριστώ Ιησού. Την καλήν παρακαταθήκην φύλαξον διά του Πνεύματος του Αγίου του ενοικούντος εν ημίν.» (2 Τιμοθέου 1:8-14)

Κατά το έτος 303μ.χ. ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κήρυξε διωγμό ενάντια στους χριστιανούς. Ζήτησε απ’ όλους να παραδώσουν τις Άγιες Γραφές τους και όποιος πιστός αρνιόταν, τον θανάτωναν. Πολλοί ήταν οι χριστιανοί που κρατώντας το Ευαγγέλιο στο στήθος τους, προτιμούσαν να καούν μαζί μ’ αυτό. Οι σφαγές ήταν τρομερές και χιλιάδες ήταν που μαρτύρησαν. Ο Διοκλητιανός νόμισε ότι εξαφάνιζε το Ευαγγέλιο. Ανήγειρε μάλιστα μνημείο με την επιγραφή: «Extincto nomene christianorum», που σημαίνει «εξαφανίστηκε το όνομα των χριστιανών». Αλλά βγήκε πολύ γελασμένος. Το Ευαγγέλιο του Χριστού έμεινε, πάντα επίκαιρο, πάντα καινούριο, και σώζει ψυχές διψασμένες, τότε και τώρα, όπως η παρακάτω αληθινή ιστορία. Λίγο μετά τον πόλεμο του ’40, μια γυναίκα σ’ ένα χωριό έξω από την Πάτρα, έστειλε τον άντρα της στην πόλη να βρει και ν’ αγοράσει μια Αγία Γραφή. Πήγε ο άνθρωπος, έψαξε, τελικά βρήκε και αγόρασε μια Αγία Γραφή. Το βράδυ η γυναίκα αυτή, που είχε μεγάλη εκζήτηση του Θεού στην καρδιά της, μάζεψε τα παιδιά, μαζί και τον άντρα της: «Σήμερα είναι μια ξεχωριστή, ευλογημένη μέρα», τους είπε. «Μπήκες ο Λόγος του Θεού στο σπίτι μας». Κάθε μέρα διάβαζαν. Μετά από λίγο καιρό το Πνεύμα του Θεού αναγέννησε την ίδια, ύστερα τον άντρα της, αργότερα τα παιδιά της. Είθε το Ευαγγέλιο να έμπαινε σε κάθε σπίτι. Όχι στο ράφι, στη βιβλιοθήκη. Να το διαβάζουμε, να το μελετούμε, να μας ανοίγει τα μάτια, κι εμείς ν’ ανοίξουμε την καρδιά μας στο Χριστό το Σωτήρα μας!