«Επί σε, Κύριε, ήλπισα· ας μη καταισχυνθώ ποτέ. Διά την δικαιοσύνην σου λύτρωσόν με και ελευθέρωσόν με· Κλίνον προς εμέ το ωτίον σου και σώσον με. Γενού εις εμέ τόπος οχυρός, διά να καταφεύγω πάντοτε· συ διέταξας να με σώσης, διότι πέτρα μου και φρούριόν μου είσαι. Θεέ μου, λύτρωσόν με εκ δυνάμεως ασεβούς, εκ χειρός παρανόμου και αδίκου. Διότι συ είσαι η ελπίς μου, Κύριε Θεέ· το θάρρος μου εκ νεότητός μου. Επί σε επεστηρίχθην εκ της κοιλίας· συ είσαι σκέπη μου εκ των σπλάγχνων της μητρός μου· εις σε θέλει είσθαι πάντοτε ο ύμνος μου. Ως τέρας κατεστάθην εις τους πολλούς· αλλά συ είσαι το δυνατόν καταφύγιόν μου, Ας εμπλησθή το στόμα μου από του ύμνου σου, από της δόξης σου, όλην την ημέραν. Μη με απόρρίψης εν καιρώ γήρατος· όταν εκλείπη η δύναμίς μου, μη με εγκαταλίπης. Διότι οι εχθροί μου λαλούσι περί εμού· και οι παραφυλάττοντες την ψυχήν μου συμβουλεύονται ομού, Λέγοντες, Ο Θεός εγκατέλιπεν αυτόν· καταδιώξατε και πιάσατε αυτόν, διότι δεν υπάρχει ο σώζων. Θεέ, μη μακρυνθής απ’ εμού· Θεέ μου, τάχυνον εις βοήθειάν μου. Ας αισχυνθώσιν, ας εξαλειφθώσιν οι εχθροί της ψυχής μου· ας σκεπασθώσι από ονείδους και εντροπής οι ζητούντες το κακόν μου.» (Ψαλμός 71:1-13)

Ο John Vinsonήταν ιεραπόστολος πολλά χρόνια στην Κίνα. Κάποια μέρα, ενώ είχε βγει πρόσφατα από το νοσοκομείο μετά από εγχείρηση και ήταν ακόμη άρρωστος και αδύναμος, τον συνέλαβαν Κινέζοι ληστές και τον απήγαγαν. Πέρασαν μέρες πολλές ταλαιπωρίας. Του είχαν πάρει το επανωφόρι του και τον είχαν αφήσει μόνο με τις πυτζάμες και μια ψιλή ζακέτα. Δεν μπορούσε πια να τους ακολουθήσει άλλο. Και τότε εκείνοι, μια και ήταν πια άχρηστος, τον εκτέλεσαν. Μια νεαρή Κινέζα που ήταν παρούσα, διηγήθηκε μετά ότι οι ληστές, πριν τον πυροβολήσουν, τον ρώτησαν. Δεν φοβάσαι; Όχι, τους απάντησε εκείνος. Τι να φοβηθώ; Αν με σκοτώσετε θα πάω κατ’ ευθείαν στον Ουρανό, κι εκεί με περιμένει ο αγαπημένος μου Σωτήρας. Ο Θεός είναι και Δημιουργός μας και Πατέρας μας και Σωτήρας μας και ελπίδα μας. Είναι η μόνη ελπίδα, που είναι Πρόσωπο. Όλες οι άλλες ελπίδες μας κλέβουν και μας κατατρώγουν τη ζωή μας. Το ότι προσφέρονται πολλές και διάφορες ελπίδες, σ’ αυτόν τον κόσμο, σημαίνει ότι καμιά από αυτές δεν ικανοποιεί, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον άνθρωπο. Η καρδιά μας παραμένει ξεκρέμαστη, μετέωρη, γεμάτη ανησυχίες και φόβους, με πρώτο και σπουδαιότερο το φόβο του θανάτου. Όταν απογοητευτούμε από όλες τις άλλες ελπίδες και στηρίξουμε όλη μας την πίστη σ’ αυτή τη μόνη ελπίδα, στον Ιησού Χριστό, αυτό είναι σωτηρία. Σαν το μικρό παιδί που τρέχει στην αγκαλιά της μάνας, του πατέρα, να κρυφτεί, έτσι είναι οχυρός τόπος για μας η αγκαλιά του Ουράνιου Πατέρα μας. Είναι η μόνη ελπίδα με αυτιά, που μας ακούει. Όλες οι άλλες είναι ελπίδες χωρίς… ελπίδα!