«Γίνεσθε λοιπόν μιμηταί του Θεού ως τέκνα αγαπητά, και περιπατείτε εν αγάπη, καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ ημών προσφοράν και θυσίαν εις τον Θεόν εις οσμήν ευωδίας. Πορνεία δε και πάσα ακαθαρσία ή πλεονεξία μηδέ ας ονομάζηται μεταξύ σας, καθώς πρέπει εις αγίους, μηδέ αισχρότης και μωρολογία ή βωμολοχία, τα οποία είναι απρεπή, αλλά μάλλον ευχαριστία. Διότι τούτο εξεύρετε, ότι πας πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, όστις είναι ειδωλολάτρης, δεν έχει κληρονομίαν εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού. Μηδείς ας μη σας απατά με ματαίους λόγους· επειδή διά ταύτα έρχεται η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας. Μη γίνεσθε λοιπόν συμμέτοχοι αυτών. Διότι ήσθε ποτέ σκότος, τώρα όμως φως εν Κυρίω· περιπατείτε ως τέκνα φωτός· διότι ο καρπός του Πνεύματος είναι εν πάση αγαθωσύνη και δικαιοσύνη και αληθεία· εξετάζοντες τι είναι ευάρεστον εις τον Κύριον. Και μη συγκοινωνείτε εις τα έργα τα άκαρπα του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε·  διότι τα κρυφίως γινόμενα υπ’ αυτών αισχρόν έστι και λέγειν· τα δε πάντα ελεγχόμενα υπό του φωτός γίνονται φανερά· επειδή παν το φανερούμενον φως είναι. Διά τούτο λέγει· Σηκώθητι ο κοιμώμενος και ανάστηθι εκ των νεκρών, και θέλει σε φωτίσει ο Χριστός. Προσέχετε λοιπόν πως να περιπατήτε ακριβώς, μη ως άσοφοι, αλλ’ ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, διότι αι ημέραι είναι πονηραί. Διά τούτο μη γίνεσθε άφρονες, αλλά νοείτε τι είναι το θέλημα του Κυρίου.»(Εφεσίους 5:1-15)

Ένας αφιερωμένος πιστός του Χριστού, δοσμένος στην υπηρεσία του Κυρίου, έλεγε πολύ συχνά: «Είμαι στο Χριστό 48 χρόνια. Από τα 21 μου. Ένα πράγμα φοβάμαι και τρέμω. Την υπερηφάνεια. Το να θέλω να κάνω το δικό μου. Να αψηφώ το Θεό μου. Εναντιώνεται ο Θεός στον υπερήφανο άνθρωπο. Γι’ αυτό κάνε ό,τι σου λέει. Ακριβώς». Οι μαθητές έριξαν τα δίχτυα τους στα δεξιά της βάρκας, κι ας μην κάνει ανθρωπίνως διαφορά. Δεν έφτιαξαν επιχειρήματα. Και γιατί στα δεξιά; Πόσο είναι το πλάτος της βάρκας; Η θάλασσα ολόγυρα είναι μια. Γιατί όχι και στις δυο πλευρές; Δεν σκέφτηκαν έτσι. Υπάκουσαν τυφλά. Και πίστεψαν. Και γι’ αυτό πήραν την ευλογία της ψαριάς (Ιωάννη 21:3-6). Ποιος είναι ο άνθρωπος εκείνος που θα κάνει το θέλημα του Θεού  χωρίς να αναρωτιέται, χωρίς αυτοσχεδιασμούς; Χωρίς να συμπληρώνει από τα δικά του. Ποιος είναι αυτός που θα πει ταπεινωμένος, όχι το δικό μου θέλημα Κύριε, το φοβάμαι, το απεχθάνομαι, το τρέμω. Αυτός που στην οδηγία του Κυρίου προχωράει με εμπιστοσύνη, θα δει τις ευλογίες του Θεού στη ζωή του. Δεν αναμειγνύει πονηρά το πνευματικό με το σαρκικό. Δεν προσθέτει, ούτε αφαιρεί σ’ αυτό που ο Θεός του δείχνει. Ζητά το θέλημά Του και περπατά σ’ αυτό ακριβώς. Μα γίνονται αυτά τα πράγματα; Πως θα είμαι τόσο βέβαιος για το θέλημα του Θεού στη ζωή μου, ώστε να μην παρεκκλίνω; Αν το ζητήσεις, αν το ποθήσεις, αν με απλή και ταπεινή καρδιά, χωρίς εγωισμούς και περηφάνιες το λαχταρήσεις, ο Θεός θα στο χαρίσει.