Οι … άχρηστες λίρες

0
42

«Είπε δε τις προς αυτόν εκ του όχλου· Διδάσκαλε, ειπέ προς τον αδελφόν μου να μοιρασθή μετ” εμού την κληρονομίαν. Ο δε είπε προς αυτόν· Άνθρωπε, τις με κατέστησε δικαστήν ή μεριστήν εφ” υμάς; Και είπε προς αυτούς· Προσέχετε και φυλάττεσθε από της πλεονεξίας· διότι εάν τις έχη περισσά, η ζωή αυτού δεν συνίσταται εκ των υπαρχόντων αυτού. Είπε δε προς αυτούς παραβολήν, λέγων· Ανθρώπου τινός πλουσίου ηυτύχησαν τα χωράφια· Και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων· Τι να κάμω, διότι δεν έχω που να συνάξω τους καρπούς μου; Και είπε· Τούτο θέλω κάμει· θέλω χαλάσει τας αποθήκας μου και θέλω οικοδομήσει μεγαλητέρας και συνάξει εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, και θέλω ειπεί προς την ψυχήν μου· Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά εναποτεταμιευμένα δι” έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου. Είπε δε προς αυτόν ο Θεός· Άφρον, ταύτην την νύκτα την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού· όσα δε ητοίμασας, τίνος θέλουσιν είσθαι; Ούτω θέλει είσθαι όστις θησαυρίζει εις εαυτόν και δεν πλουτεί εις Θεόν.» (Λουκάς 12:13-21)

Μια φορά ήταν σ’ ένα χωριό ένας πλούσιος με πολλές λίρες. Τις είχε κρυμμένες στο σπίτι του και κάθε πρωί άνοιγε την καταπακτή, τις κοιτούσε, τους μιλούσε, τους γελούσε, άπλωνε το χέρι και τις χάιδευε. Μια μέρα αρρώστησε πολύ βαριά. Τον πήγαν στην Αθήνα σ΄ ένα μεγάλο νοσοκομείο. Αλλά η περίπτωσή του ήταν πολύ δύσκολη κι οι γιατροί του είπαν πως δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Η κατάστασή του όλο και χειροτέρευε, και καμιά βοήθεια δεν μπορούσαν να του παρέχουν. Τότε έβαλε τις φωνές: «Έχω λίρες! Θα σας πληρώσω καλά. Ό,τι χρειάζεται να μου κάνετε, για να γίνω καλά. Έχω πολλά λεφτά». Μα δεν γινόταν τίποτα. Είχε πολύ λίγη ζωή πια. Ζήτησε να γυρίσει στο χωριό του. Μόλις έφτασε σπίτι του, με τις λίγες δυνάμεις που του απέμεινα, ζήτησε να τον πάνε εκεί που είχε τις λίρες κι άρχισε να τις φτύνει και να τις βρίζει: «Εγώ που σας αγαπούσα και σας καμάρωνα… Κι εσείς δεν μπορείτε να με κάνετε καλά…». Κι άρχισε να τις σκορπίζει με λύσσα δεξιά-αριστερά. Εννοείται ότι όσοι βρέθηκαν δίπλα του επωφελήθηκαν αρπάζοντας όσες προλάβαιναν. Έτσι είναι τα υλικά πράγματα. Πολύ περιορισμένης δράσης. Είναι τόσο μάταιο να τα θησαυρίζεις για τον εαυτό σου. Όχι μόνο δεν σου προσφέρουν τίποτα το αιώνιο, το Ουράνιο, το πνευματικό, μα ούτε και τα επίγεια δεν μπορούν να σε εξασφαλίσουν. Ούτε την υγεία, ούτε την οικογενειακή γαλήνη και ευτυχία, ούτε την καθημερινή σου ηρεμία. Υπάρχει πλούτος που αξίζει, που μένει, που αποδίδει. Είναι ο πλούτος που ο Χριστός χαρίζει στην καρδιά. Ζήτησέ Τον, δοκίμασέ Τον, δεν θα το μετανιώσεις ποτέ.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΤα δάκρυα
Επόμενο άρθροΡίξε το σπόρο Του

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ