«Μακάριος εκείνος, του οποίου συνεχωρήθη η παράβασις, του οποίου εσκεπάσθη η αμαρτία. Μακάριος ο άνθρωπος, εις τον οποίον ο Κύριος δεν λογαριάζει ανομίαν και εις του οποίου το πνεύμα δεν υπάρχει δόλος. Ότε απεσιώπησα, επαλαιώθησαν τα οστά μου εκ του ολολυγμού μου όλην την ημέραν. Επειδή ημέραν και νύκτα εβαρύνθη η χειρ σου επ’ εμέ· η υγρότης μου μετεβλήθη εις θερινήν ξηρασίαν. Διάψαλμα. Την αμαρτίαν μου εφανέρωσα προς σε, και την ανομίαν μου δεν έκρυψα· είπα, Εις τον Κύριον θέλω εξομολογηθή τας παραβάσεις μου· και συ συνεχώρησας την ανομίαν της αμαρτίας μου. Διάψαλμα. Διά τούτο πας όσιος θέλει προσεύχεσθαι προς σε εν καιρώ προσήκοντι· βεβαίως εν κατακλυσμώ πολλών υδάτων ταύτα δεν θέλουσιν εγγίζει εις αυτόν. Συ είσαι η σκέπη μου· θέλεις με φυλάττει από θλίψεως· αγαλλίασιν λυτρώσεως θέλεις με περικυκλόνει. Διάψαλμα. Εγώ θέλω σε συνετίσει και θέλω σε διδάξει την οδόν, εις την οποίαν πρέπει να περιπατής· θέλω σε συμβουλεύει· επί σε θέλει είσθαι ο οφθαλμός μου. Μη γίνεσθε ως ίππος, ως ημίονος, εις τα οποία δεν υπάρχει σύνεσις· των οποίων το στόμα πρέπει να κρατήται εν κημώ και χαλινώ, άλλως δεν ήθελον πλησιάζει εις σε. Πολλαί αι μάστιγες του ασεβούς· τον δε ελπίζοντα επί Κύριον έλεος θέλει περικυκλώσει. Ευφραίνεσθε εις τον Κύριον και αγάλλεσθε, δίκαιοι· και αλαλάξατε, πάντες οι ευθείς την καρδίαν.» (Ψαλμός 32:1-11)

Πολύ πιθανόν να το έχετε κάνει κι εσείς το πείραμα, όπως όλοι οι γονείς του κόσμου. Σάββατο πρωί σε έναν πολυσύχναστο πεζοδρόμιο εμπορικού κέντρου. Τα καταστήματα να σφύζουν από κίνηση. Κάποια στιγμή, καθώς κοιτάζουμε τις βιτρίνες, το μικρό χαλαρώνει το χεράκι του. Κάνουμε ένα νεύμα μεταξύ μας και το αφήνουμε. Κρυμμένοι πρόχειρα πίσω από δενδράκια και κολόνες, παρακολουθούμε τις κινήσεις του. Περιεργάζεται τους ανθρώπους, χαμογελάει στους περαστικούς, αφαιρείται, περπατάει, κοντοστέκεται, ξεχασμένο εντελώς στον κόσμο του. Τα δικά μας μάτια βέβαια είναι καρφωμένα πάνω του. Χέρια και πόδια που τρέχουν μας «κόβουν» στιγμιαία τη θέα του. «Μα καλά, δεν μας αποζητά;» αναρωτιόμαστε. Μετά από ένα δεκάλεπτο το παιδάκι σαν να ξυπνάει. Μάλλον κάποιος ρώτησε που είναι η μαμά σου. Ανοίγει διάπλατα τα μάτια, όλοι γύρω άγνωστοι. Η ώρα της επέμβασης έφτασε για μας, πριν κυλήσουν  τα πρώτα δάκρυα… Σκέφθηκες ποτέ το Θεό να σε παρακολουθεί με τέτοιο τρόπο; Εσύ να κάνεις τα δικά σου, να παίζεις με την αμαρτία, να φουσκώνεις με τη φιλαυτία σου, να περιδιαβαίνεις στις βιτρίνες του κόσμου που οδηγούν στην απώλεια, κι ο Κύριος του Ουρανού και της Γης να περιμένει υπομονετικά πότε θα Τον εκζητήσεις, πότε θα στρέψεις το βλέμμα σου για να συναντηθούν οι ματιές σας! Για να σε κάνει ο Πατέρας παιδί Του(Ιωάννη 1:12, 1 Ιωάννη 3:1-2, Εφεσίους 1:5, 2:19), να σου διδάξει βήμα-βήμα πώς να περπατάς μέσα στο θέλημά Του, να σε καθοδηγεί στην κάθε σου μέρα. Τα μάτια του Θεού κολλημένα πάνω σου, γεμάτα αγάπη και προσμονή…