«Και εάν πάντα τα υπάρχοντά μου διανείμω, και εάν παραδώσω το σώμα μου διά να καυθώ, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, αγαθοποιεί, η αγάπη δεν φθονεί, η αγάπη δεν αυθαδιάζει, δεν επαίρεται, δεν ασχημονεί, δεν ζητεί τα εαυτής, δεν παροξύνεται, δεν διαλογίζεται το κακόν, δεν χαίρει εις την αδικίαν, συγχαίρει δε εις την αλήθειαν· πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει· τα άλλα όμως, είτε προφητείαι είναι, θέλουσι καταργηθή· είτε γλώσσαι, θέλουσι παύσει· είτε γνώσις, θέλει καταργηθή. Διότι κατά μέρος γινώσκομεν και κατά μέρος προφητεύομεν· όταν όμως έλθη το τέλειον, τότε το κατά μέρος θέλει καταργηθή. Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος εσυλλογιζόμην· ότε όμως έγεινα ανήρ, κατήργησα τα του νηπίου. Διότι τώρα βλέπομεν διά κατόπτρου αινιγματωδώς, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον· τώρα γνωρίζω κατά μέρος, τότε δε θέλω γνωρίσει καθώς και εγνωρίσθην. Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. μεγαλητέρα δε τούτων είναι η αγάπη.» (1 Κορινθίους 3:-13)

Η μεγάλη κατάρα στον άνθρωπο είναι ο «εαυτός» του. Τα πάντα είναι διατεθειμένος να κάνει για χάρη του εαυτού του. Το βέλος που χρησιμοποιεί είναι το «μου», η κτητική αυτή αντωνυμία. Είναι δικό μου. Ποιος μπορεί να μιλήσει για το αντίθετο; Το αντίθετο του «μου» είναι η αγάπη, και άμα μιλάμε για αγάπη, μιλάμε για Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί» (1 Ιωάννη 4:16). Μόνον ο Θεός έχει αγάπη, και μόνον ο Θεός μπορεί να μας δώσει αγάπη. Στο (1 Ιωάννη 4:7) μας λέει ότι όποιος αγαπά «εκ του Θεού εγεννήθη». Πόσο δίκιο είχε εκείνος που έλεγε πως δεν μπορούμε να υποδείξουμε το όργανο μέσα στο σώμα μας με το οποίο αγαπούμε. Μα δεν υπάρχει. Και η καρδιά που λέμε πως με αυτήν αγαπούμε είναι λάθος. Είναι ένας συμβολισμός. Είναι το κέντρο της κυκλοφορίας του αίματος. Όταν σκέπτομαι αυτά τα πράγματα, αυτό το μυστήριο που λέγεται αγάπη, έρχεται πάντοτε στη σκέψη μου το «αγαπήσεις Κύριο τον Θεό σου, εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου. (Δευτερονόμιο 6:5, Ματθαίος 22:37). Μετά από αυτό δεν μένει τίποτα. Δεν μένει πια αγάπη. Και όχι μόνο αυτό, μα να, κάθε τι άλλο που αγαπάς είναι αμαρτία, είναι είδωλο. Και είναι αλήθεια πως αγαπούμε πολλά. Από το παιδί μας μέχρι το αυτοκίνητο, την εργασία μας, την εκκλησία. Μα αυτά δεν είναι Κύριος. Όταν αγαπάς μόνο τον Κύριο, τότε έχεις αγάπη, τη δική Του αγάπη, για όλους τους άλλους γύρω σου. Η αγάπη δεν ζητεί, δεν διεκδικεί, δεν απαιτεί, αυτά που νομίζει, θεωρεί, λογίζεται ότι της ανήκουν. «Δεν ζητεί τα εαυτής». Μπορεί να παραχωρήσει, νε το δώσει, να το χαρίσει, γιατί έχει τον άλλον σε σπουδαιότερη θέση και αποστολή από τον εαυτό του. Διάβασα μια ιστορία που συνέβη τη βραδιά που βούλιαξε ο Τιτανικός, στον παγωμένο Ατλαντικό, και είχε η θάλασσα γεμίσει από ναυαγούς, με σωσίβια και μη: ένας ναυαγός, με μια κουλούρα περασμένη στο λαιμό του, ζύγωσε κάποιον που πάλευε με τα κύματα χωρίς σωσίβιο και τον ρώτησε: «Γνωρίζεις το Χριστό;» «Όχι», απάντησε αυτός. «Εάν σου δώσω την κουλούρα και σωθείς, μου υπόσχεσαι πως θα ενδιαφερθείς να μάθεις γι’ Αυτόν και να πιστέψεις;» «Ναι», είπε αυτός μέσα στην απελπισία του. Τότε ο πρώτος έβγαλε την κουλούρα και του την έδωσε. Πράγματι ο άνθρωπος αυτός σώθηκε, ρώτησε και έμαθε για το Χριστό, μετανόησε, και αργότερα διηγείτο αυτός αυτή την ιστορία. Μόνον από αγάπη…