«Σας παρακαλώ λοιπόν εγώ ο δέσμιος εν Κυρίω να περιπατήσητε αξίως της προσκλήσεως, καθ’ ην προσεκλήθητε, μετά πάσης ταπεινοφροσύνης και πραότητος, μετά μακροθυμίας, υποφέροντες αλλήλους εν αγάπη, σπουδάζοντες να διατηρήτε την ενότητα του Πνεύματος διά του συνδέσμου της ειρήνης. Εν σώμα και εν Πνεύμα, καθώς και προσεκλήθητε με μίαν ελπίδα της προσκλήσεώς σας· εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα· εις Θεός και Πατήρ πάντων, ο ων επί πάντων και διά πάντων και εν πάσιν υμίν. Εις ένα δε έκαστον ημών εδόθη η χάρις κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού. Διά τούτο λέγει· Αναβάς εις ύψος, ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν και έδωκε χαρίσματα εις τους ανθρώπους. Το δε ανέβη τι είναι ειμή ότι και κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης;  Ο καταβάς αυτός είναι και ο αναβάς υπεράνω πάντων των ουρανών, διά να πληρώση τα πάντα. Και αυτός έδωκεν άλλους μεν αποστόλους, άλλους δε προφήτας, άλλους δε ευαγγελιστάς, άλλους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς την τελειοποίησιν των αγίων, διά το έργον της διακονίας, διά την οικοδομήν του σώματος του Χριστού, εωσού καταντήσωμεν πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού, διά να μη ήμεθα πλέον νήπιοι, κυματιζόμενοι και περιφερόμενοι με πάντα άνεμον της διδασκαλίας, διά της δολιότητος των ανθρώπων, διά της πανουργίας εις το μεθοδεύεσθαι την πλάνην, αλλά αληθεύοντες εις την αγάπην να αυξήσωμεν εις αυτόν κατά πάντα, όστις είναι η κεφαλή, ο Χριστός,» (Εφεσίους 4:1-15)

Δυο παιδάκια, από τη στιγμή που μπήκαν με τον μπαμπά τους στο βαγόνι στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο «Πειραιάς-Κηφισιά», χάλασαν τον κόσμο. Τι φωνές, τι πειράγματα, τι ποδοβολητά, από τη μια άκρη στην άλλη! Θαρρείς και εξαντλούσαν όλη τους την ανοησία σε αυτοσχέδιες αταξίες. Ο κόσμος μετά από το πρώτο πεντάλεπτο άρχισε να ενοχλείται και το έδειχνε με χειρονομίες και μορφασμούς. Αρκετοί κουνούσαν αποδοκιμαστικά το κεφάλι. Κι ο πατέρας, σε μια άκρη, παγερά αδιάφορος και απαθής, φαινόταν σαν να μην έβλεπε, να μην άκουγε. Στο τέταρτο επάνω κάποιος δεν άντεξε και ξέσπασε: «Σαν δεν ντρέπεστε, ν’ αφήνετε τα παιδιά σας έτσι ανεξέλεγκτα να μας ταλαιπωρούν όλο αναίδεια! Ωραία τα μεγαλώνετε…» Τότε ο πατέρας βγήκε από τον λήθαργό του. «Σας ζητώ συγνώμη, αλλά ξέρετε, μόλις γυρίσαμε από το νοσοκομείο. Τα παιδιά σήμερα έχασαν την μητέρα τους… αντιδρούν πολύ διαφορετικά από τους μεγάλους». Όλοι πάγωσαν. Ακούστηκαν μερικά «εμείς ζητούμε συγνώμη κύριε…» και στη συνέχεια κανείς δεν ενοχλήθηκε πια από τα ξεφωνητά και τις αταξίες τους. Ο άνθρωπος που αγαπάει το Θεό και εκζητεί να κάνει το θέλημά Του, είναι γεμάτος κατανόηση, ήπιος, διαλλακτικός και εκπέμπει αγάπη σε όλους γύρω του. Όλοι μας έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε πρώτα τον εαυτό μας, και στην καλύτερη περίπτωση έπειτα τους άλλους. Μα ο Χριστός κάνει αυτό το θαύμα και αλλάζει την καρδιά μας(2 Κορινθίους 5:17), ώστε να σκεφτόμαστε πρώτα τους άλλους. Να είμαστε πρόθυμοι να σταθούμε πλάι τους στον πόνο ή στη χαρά τους.