«Διότι ο λόγος του σταυρού εις μεν τους απολλυμένους είναι μωρία, εις ημάς δε τους σωζομένους είναι δύναμις Θεού. Επειδή είναι γεγραμμένον· Θέλω απολέσει την σοφίαν των σοφών, και θέλω αθετήσει την σύνεσιν των συνετών. Που ο σοφός; που ο γραμματεύς; που ο συζητητής του αιώνος τούτου; δεν εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου; Διότι επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας. Επειδή και οι Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και οι Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύττομεν Χριστόν εσταυρωμένον, εις μεν τους Ιουδαίους σκάνδαλον, εις δε τους Έλληνας μωρίαν, εις αυτούς όμως τους προσκεκλημένους, Ιουδαίους τε και Έλληνας, Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν· διότι το μωρόν του Θεού είναι σοφώτερον των ανθρώπων, και το ασθενές του Θεού είναι ισχυρότερον των ανθρώπων. Επειδή βλέπετε την πρόσκλησίν σας, αδελφοί, ότι είσθε ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς. Αλλά τα μωρά του κόσμου εξέλεξεν ο Θεός διά να καταισχύνη τους σοφούς, και τα ασθενή του κόσμου εξέλεξεν ο Θεός διά να καταισχύνη τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξέλεξεν ο Θεός, και τα μη όντα, διά να καταργήση τα όντα, διά να μη καυχηθή ουδεμία σαρξ ενώπιον αυτού. Αλλά σεις είσθε εξ αυτού εν Χριστώ Ιησού, όστις εγενήθη εις ημάς σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις· ώστε, καθώς είναι γεγραμμένον, Ο καυχώμενος εν Κυρίω ας καυχάται.» (1 Κορινθίους 1:18-31)

Είναι θαυμαστό το πώς ο Χριστός ξεριζώνει από τον άνθρωπο τα πάθη του, όσο βαθιές ρίζες κι αν έχουν, και μάλιστα χωρίς να ζητάει ανταλλάγματα. Ήταν χαρτοπαίχτης δεινός. Από 20 χρονών στην ξενιτιά έγινε η τράπουλα το πάθος της ζωής του. Κάθε μέρα χαρτόπαιζε το μεροκάματό του χωρίς φραγμούς, χωρίς όρια. Ήρθε μια ώρα στα 25 του, που τρόμαξε από τη ζωή που έκανε. «Δουλεύω 10 ώρες, συν 4 το πήγαινε-έλα, μακρινές οι αποστάσεις, χαρτοπαίζω άλλες 4 ώρες και κοιμάμαι κοντά στο εξάωρο. Γυρίζω στο σπίτι πιωμένος και άφραγκος. Τι ζωή είναι αυτή;» Τα μηνίγγια του χτυπούσαν. Κλείστηκε μέσα τρεις μέρες, ούτε έφαγε ούτε ήπιε. Ο Θεός τον ετοίμαζε, μα ακόμη δεν είχε φως από πουθενά. Την τέταρτη μέρα συνήλθε κάπως και ξανάπεσε στα ίδια. Εκεί στο κέντρο που χαρτόπαιζαν, ένας από τους θαμώνες είχε αραιώσει κι ερχόταν μόνο για να μιλάει για το Θεό και το Ευαγγέλιο. Τον ανεχόταν μόνο και μόνο γιατί ήταν πατριώτης, κοντοχωριανός. Μα κάποια φορά ήρθε στον εαυτό του, και σκέφθηκε: «Τι μου ζητάει ο Θεός; Στα χαρτιά που παίζω, δεν στρώνεσαι, αν δεν έχεις. Δεν μπορεί ο άλλος να παίζει εκατό χιλιάδες κι εσύ να βάζεις ένα χιλιάρικο. Πρέπει να έχεις κι εσύ τις εκατό για να μπορούν να σου τις πάρουν. Όμως ο Θεός δεν μου ζητάει ούτε τα λεφτά μου, ούτε να κόψω το χαρτί από καλοσύνη μου. Γιατί δεν δοκιμάζω;» Πράγματι δειλά-δειλά άρχισε την Καινή Διαθήκη, ακόμη πιο δειλά προσευχήθηκε. Και του κόπηκε η όρεξη για την τσόχα. Συναισθάνθηκε την βρωμιά του, παραδόθηκε στον Ιησού Χριστό κι έγινε ένας καινούριος άνθρωπος ελεύθερος από το πάθος του. Τι μας ζητάει ο Χριστός; Να του δώσουμε τη βρώμικη καρδιά μας(Μάρκος 7:21-23), για να την καθαρίσει(Εβραίους 9:14, 1 Ιωάννη 1:7), για να μας χαρίσει τη ζωή χαρούμενη.