«Και έδωκας εις εμέ την ασπίδα της σωτηρίας σου· και η δεξιά σου με υπεστήριξε και η αγαθότης σου με εμεγάλυνεν. Επλάτυνας τα βήματά μου υποκάτω μου, και οι πόδες μου δεν εκλονίσθησαν. Κατεδίωξα τους εχθρούς μου και έφθασα αυτούς· και δεν επέστρεψα εωσού συνετέλεσα αυτούς. Συνέτριψα αυτούς και δεν ηδυνήθησαν να ανεγερθώσιν· έπεσον υπό τους πόδας μου. Και περιέζωσάς με δύναμιν εις πόλεμον· συνέκαμψας υποκάτω μου τους επανισταμένους επ’ εμέ. Και έκαμες τους εχθρούς μου να τρέψωσιν εις εμέ τα νώτα, και εξωλόθρευσα τους μισούντάς με. Εβόησαν, και ουδείς ο σώζων· προς τον Κύριον, και δεν εισήκουσεν αυτών. Και κατελέπτυνα αυτούς ως κόνιν κατά πρόσωπον ανέμου· απετίναξα αυτούς ως τον πηλόν των οδών. Ηλευθέρωσάς με εκ των αντιλογιών του λαού· κατέστησάς με κεφαλήν εθνών· λαός, τον οποίον δεν εγνώρισα, εδούλευσεν εις εμέ. Μόλις ήκουσαν, και υπήκουσαν εις εμέ· ξένοι υπετάχθησαν εις εμέ. Ξένοι παρελύθησαν και κατετρόμαξαν εκ των αποκρύφων τόπων αυτών. Ζη Κύριος, και ευλογημένον το φρουριόν μου· και ας υψωθή ο Θεός της σωτηρίας μου·» (Ψαλμός 18:35-46)

Κάποιοι φυσιοδίφες έψαχναν στις απότομες πλαγιές και χαράδρες των Άλπεων για να βρουν κάποια σπάνια είδη λουλουδιών. Ξαφνικά εντόπισαν ένα πολύ ενδιαφέρον λουλούδι σε μια φοβερά απότομη πλαγιά ενός φαραγγιού. Ήταν όμως αδύνατο να κατεβούν να το πιάσουν, παρά μόνο με τη βοήθεια ενός σχοινιού. Ένα μικρό βοσκόπουλο εκεί κοντά επιστρατεύτηκε γι’ αυτήν την επικίνδυνη αποστολή. Του έδειξαν τα χρυσά νομίσματα που θα κέρδιζε, αλλά όταν ο μικρός είδε που ήθελαν να τον κατεβάσουν, φοβήθηκε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, μα τους κοίταζε διστακτικός. Ώσπου του ήρθε μια ιδέα. Εξαφανίστηκε και σε λίγο ήρθε πάλι, αυτή τη φορά φέρνοντας μαζί του έναν μυώδη και καλοσυνάτο άντρα. «Δέχομαι να κατέβω εκεί κάτω, μόνο αν δώσετε το σχοινί να το βαστάει ο πατέρας μου!» τους είπε. Ναι! Αν πρέπει να κατεβώ στην κοιλάδα της θλίψης των δακρύων, στην κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, θα πάω. Μα μόνο με μια προϋπόθεση: ο Ουράνιος Πατέρας μου να κρατάει το σχοινί. Οι υποσχέσεις Του είναι αδιάψευστες. Μπορώ να στηριχτώ σ’ αυτές μέσα από το Λόγο Του με τη σιγουριά πως ποτέ δεν θα με εγκαταλείψει. Θα διαβώ τη συμφορά με τη δική Του δύναμη. Με ενισχύει και με παρηγορεί. Η παρουσία Του γλυκαίνει κάθε πόνο μου. Η χαρά της αιώνιας σωτηρίας Του φωτίζει κάθε σκοτεινή μου μέρα εδώ στη Γη. Όλοι και όλα τα άλλα γύρω μου αλλάζουν, μεταβάλλονται. Μα Εκείνος μένει σταθερός, βράχος αιώνιος, που δεν θα με απογοητεύσει.