«Η αγάπη ας ήναι ανυπόκριτος. Αποστρέφεσθε το πονηρόν, προσκολλάσθε εις το αγαθόν, γίνεσθε προς αλλήλους φιλόστοργοι διά της φιλαδελφίας, προλαμβάνοντες να τιμάτε αλλήλους, εις την σπουδήν άοκνοι, κατά το πνεύμα ζέοντες, τον Κύριον δουλεύοντες, εις την ελπίδα χαίροντες, εις την θλίψιν υπομένοντες, εις την προσευχήν προσκαρτερούντες, εις τας χρείας των αγίων μεταδίδοντες, την φιλοξενίαν ακολουθούντες. Ευλογείτε τους καταδιώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη καταράσθε. Χαίρετε μετά χαιρόντων και κλαίετε μετά κλαιόντων. Έχετε προς αλλήλους το αυτό φρόνημα. Μη υψηλοφρονείτε, αλλά συγκαταβαίνετε εις τους ταπεινούς. Μη φαντάζεσθε εαυτούς φρονίμους. Εις μηδένα μη ανταποδίδετε κακόν αντί κακού· προνοείτε τα καλά ενώπιον πάντων ανθρώπων· ει δυνατόν, όσον το αφ’ υμών ειρηνεύετε μετά πάντων ανθρώπων. Μη εκδικήτε εαυτούς, αγαπητοί, αλλά δότε τόπον τη οργή· διότι είναι γεγραμμένον· εις εμέ ανήκει η εκδίκησις, εγώ θέλω κάμει ανταπόδοσιν, λέγει Κύριος. Εάν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν· διότι πράττων τούτο θέλεις σωρεύσει άνθρακας πυρός επί την κεφαλήν αυτού. Μη νικάσαι υπό του κακού, αλλά νίκα διά του αγαθού το κακόν.» (Ρωμαίους 12:9-21)

Μια νέα γυναίκα γνώρισε τον Ιησού Χριστό και αγκάλιασε με ζήλο και λαχτάρα το Ευαγγέλιο. Αμέσως μίλησε στον άντρα της για το θαύμα της αναγέννησής της. Εκείνος στην αρχή φάνηκε να ελκύεται στο Χριστό, μα τελικά προτίμησε να ζήσει για τον εαυτό του. Έτσι άρχισαν να πορεύονται σε διαφορετικούς δρόμους. Τα επόμενα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Όταν είσαι άνθρωπος πνευματικός, όλα τα αντιμετωπίζεις πνευματικά, όπως σου δείχνει ο Θεός που αγαπάς. Το σπίτι ήταν διχασμένο, ακόμη και στα πιο απλά θέματα. Στην αρχή η γυναίκα δεν φέρθηκε σοφά. Άρχισε να εκτονώνεται με σαρκικό τρόπο: «Πάλι στην τηλεόραση; Διάβασε και λίγο Αγία Γραφή… Ασχολήσου με τα παιδιά, δεν βλάπτει!» φώναζε στον άντρα της. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Ο άντρας της γινόταν πιο σκληρός. Όμως το Πνεύμα του Θεού την έλεγξε: «Αντί να μιλάς διαρκώς και να τον θίγεις, γιατί δεν πέφτεις στα γόνατα;» Έτσι και έκανε. Έκλεισε το στόμα και έδειξε υπομονή και μακροθυμία. Έγινε ο τρόπος της γλυκός, ήσυχος. Κι όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, κλεινόταν στο δωμάτιο και προσευχόταν: «Πατέρα μου χάρισέ τον μου αναγεννημένο». Ένα χρόνο κράτησε δεν κράτησε η αντίσταση του συζύγου. «Σε έβλεπα να προσεύχεσαι και ευχόμουν να με έλουζες όπως παλιά. Η στάση σου με έλεγχε απίστευτα», της εξομολογήθηκε όταν ο Χριστός ήρθε και στη δική του καρδιά. Δύναμη δεν είναι οι φωνές και τα επιχειρήματα. Είναι η ηρεμία και η υποχωρητικότητα. Νικητής δεν είναι αυτός που νευριάζει και ξεσπάει και κάνει τους άλλους να τρέμουν. Είναι αυτός που σιωπηλά φέρνει τις δυνάμεις του Ουρανού στο σπίτι του, στους δικούς του, με την προσευχή του.