«Διότι ο λόγος του σταυρού εις μεν τους απολλυμένους είναι μωρία, εις ημάς δε τους σωζομένους είναι δύναμις Θεού. Επειδή είναι γεγραμμένον· Θέλω απολέσει την σοφίαν των σοφών, και θέλω αθετήσει την σύνεσιν των συνετών. Που ο σοφός; που ο γραμματεύς; που ο συζητητής του αιώνος τούτου; δεν εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου; Διότι επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας. Επειδή και οι Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και οι Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύττομεν Χριστόν εσταυρωμένον, εις μεν τους Ιουδαίους σκάνδαλον, εις δε τους Έλληνας μωρίαν, εις αυτούς όμως τους προσκεκλημένους, Ιουδαίους τε και Έλληνας, Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν· διότι το μωρόν του Θεού είναι σοφώτερον των ανθρώπων, και το ασθενές του Θεού είναι ισχυρότερον των ανθρώπων. Επειδή βλέπετε την πρόσκλησίν σας, αδελφοί, ότι είσθε ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς. Αλλά τα μωρά του κόσμου εξέλεξεν ο Θεός διά να καταισχύνη τους σοφούς, και τα ασθενή του κόσμου εξέλεξεν ο Θεός διά να καταισχύνη τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξέλεξεν ο Θεός, και τα μη όντα, διά να καταργήση τα όντα, διά να μη καυχηθή ουδεμία σαρξ ενώπιον αυτού. Αλλά σεις είσθε εξ αυτού εν Χριστώ Ιησού, όστις εγενήθη εις ημάς σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις· ώστε, καθώς είναι γεγραμμένον, Ο καυχώμενος εν Κυρίω ας καυχάται.» (1 Κορινθίους 1:18-31)

Πάντα οι Έλληνες ζητούν «το κάτι άλλο». Αυτό που θα ταράξει τα νερά χωρίς όμως να τους ξεβολέψει. Όταν ο Απόστολος Παύλος ήρθε στην Αθήνα, βρήκε την πόλη γεμάτη είδωλα, ναούς, γιορτές και πανηγύρια, με θέμα τις ποικίλες θεότητές τους. Διάχυτη θεοσέβεια, μα ουσία μηδέν. Η ζωή των Αθηναίων γεμάτη πάθη… νομιμοποιημένα. Ανάμεσα στα «σεβάσματα» τους ξεχωρίζει το αφιερωμένο «στον άγνωστο Θεό». Και τους μιλάει για τον ζωντανό Θεό του ουρανού και της Γης, τον ένα και μοναδικό Δημιουργό, που δεν έχει ανάγκη να μορφοποιηθεί με χρυσό ή ασήμι. Αυτός ο Θεός έστειλε τον Υιό Του τον Μονογενή να πεθάνει και Τον ανέστησε από τους νεκρούς. Σ’ αυτό το σημείο οι Αθηναίοι αντιστέκονται. Τους αρέσουν οι φιλοσοφικές συζητήσεις, τα νέα ρεύματα. Όχι όμως και ανάσταση νεκρών! Τους διεγείρει σε χλευασμό. Είναι πέραν απ’ ό,τι μπορούν να πιστέψουν. «Θα σε ξανακούσουμε γι’ αυτό μια άλλη φορά», ανέβαλαν αόριστα, και ποτέ δεν τους ξαναδόθηκε αυτή η ευκαιρία. Κάποιοι όμως Αθηναίοι, λίγοι αυτοί, το πίστεψαν, το αγκάλιασαν, γνώρισαν την αλήθεια. Πάντοτε η Ανάσταση του Χριστού υπήρξε σημείο αιχμής για τους δύσπιστους. Όμως είναι η δόξα της πίστης στο Χριστό, που χωρίς αυτήν γίνεται μάταιη (1 Κορινθίους 15:17). Η Ανάσταση του Χριστού έφερε την ανάσταση στη ζωή μας, αφού πρώτα ταυτιστήκαμε δια της πίστεως με το θάνατό Του, πεθάναμε για τα παλιά, τα απορρίψαμε με σιχασιά και τα αρνηθήκαμε. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μυστικό. Δεν μπορείς να δεχτείς την Ανάσταση, αν πρώτα δεν δεχτείς και καταδικάσεις τη δική σου αμαρτία!