«Άλλην παραβολήν ακούσατε. Ήτο άνθρωπός τις οικοδεσπότης, όστις εφύτευσεν αμπελώνα και περιέβαλεν εις αυτόν φραγμόν και έσκαψεν εν αυτώ ληνόν και ωκοδόμησε πύργον, και εμίσθωσεν αυτόν εις γεωργούς και απεδήμησεν. Ότε δε επλησίασεν ο καιρός των καρπών, απέστειλε τους δούλους αυτού προς τους γεωργούς διά να λάβωσι τους καρπούς αυτού. Και πιάσαντες οι γεωργοί τους δούλους αυτού, άλλον μεν έδειραν, άλλον δε εφόνευσαν, άλλον δε ελιθοβόλησαν. Πάλιν απέστειλεν άλλους δούλους πλειοτέρους των πρώτων, και έκαμον εις αυτούς ωσαύτως. Ύστερον δε απέστειλε προς αυτούς τον υιόν αυτού λέγων· Θέλουσιν εντραπή τον υιόν μου. Αλλ’ οι γεωργοί, ιδόντες τον υιόν, είπον προς αλλήλους· Ούτος είναι ο κληρονόμος· έλθετε, ας φονεύσωμεν αυτόν και ας κατακρατήσωμεν την κληρονομίαν αυτού. Και πιάσαντες αυτόν, εξέβαλον έξω του αμπελώνος και εφόνευσαν. Όταν λοιπόν έλθη ο κύριος του αμπελώνος, τι θέλει κάμει εις τους γεωργούς εκείνους; Λέγουσι προς αυτόν· Κακούς κακώς θέλει απολέσει αυτούς, και τον αμπελώνα θέλει μισθώσει εις άλλους γεωργούς, οίτινες θέλουσιν αποδώσει εις αυτόν τους καρπούς εν τοις καιροίς αυτών. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Ποτέ δεν ανεγνώσατε εν ταις γραφαίς, Ο λίθος, τον οποίον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος έγεινε κεφαλή γωνίας· παρά Κυρίου έγεινεν αύτη και είναι θαυμαστή εν οφθαλμοίς υμών; Διά τούτο λέγω προς υμάς ότι θέλει αφαιρεθή αφ’ υμών η βασιλεία του Θεού και θέλει δοθή εις έθνος κάμνον τους καρπούς αυτής· και όστις πέση επί τον λίθον τούτον θέλει συντριφθή· εις όντινα δε επιπέση, θέλει κατασυντρίψει αυτόν. Και ακούσαντες οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τας παραβολάς αυτού, ενόησαν ότι περί αυτών λέγει· και ζητούντες να πιάσωσιν αυτόν, εφοβήθησαν τους όχλους, επειδή είχον αυτόν ως προφήτην.» (Ματθαίος 21:33-46)

Ο Χριστός ήρθε να σώσει τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν, πως Τον μεταχειρίστηκαν; Του φέρθηκαν όχι σαν Υιό του Θεού, όχι σαν Βασιλιά, όχι σαν κάποιο προφήτη, ούτε σαν ένα δίκαιο, ούτε καν σαν έναν άνθρωπο. Τον εκτίμησαν για την τιμή των τριάντα αργυρίων, ενώ Εκείνος τους εκτίμησε με την τιμή του αίματός Του, που το ‘ δωσε για τη σωτηρία τους. Τον άρπαξαν τη νύχτα σαν ληστή. Τον έδεσαν και Τον έσυραν στον Καϊάφα, στον Ηρώδη, στον Πιλάτο. Τον χλεύασαν σαν δήθεν βασιλιά με το καλαμένιο σκήπτρο και το αγκάθινο στεφάνι. Τον περιγέλασαν σαν δήθεν προφήτη και Υιό του Θεού, χτυπώντας Τον και λέγοντάς Του να μαντέψει ποιος τον χτύπησε. Και τέλος μετά από μια παρωδία δίκης που έγινε τρεις φορές την ίδια νύχτα, Τον κάρφωσαν ανάμεσα σε δυο κακούργους. Απέναντι στη λύσσα και στη μανία του σατανά, στο μίσος των Φαρισαίων, στις κραυγές του όχλου και στους σαρκασμούς των σταυρωτών Του, ο Θεός, ο Πατέρας Του, Τον υποστήριζε. Ήρθε η ώρα όμως που η οργή του Θεού ξέσπασε πάνω Του. Αυτός ο θάνατος, το μαρτύριο, το κομμένο σώμα, το αίμα το χυμένο, οι προσβολές, είναι μόνο ένα μέρος του σταυρού και του πόνου του Χριστού. Η υπέρτατη πίκρα είναι αλλού. Ο Υιός του Θεού πήρε πάνω Του την κακία και την αμαρτία  όλων μας και δέχτηκε όλη την τιμωρία στη θέση μας. Γι’ αυτό φώναξε μέσα στη φοβερή αγωνία Του: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες». Επομένως ο καθένας μας έχει το δικό του μερίδιο σε όλο αυτό το μαρτύριο του Ιησού Χριστού. Πως μπορεί να μείνει αδιάφορος, με κλειστά τα αυτιά και παγωμένη την καρδιά;