«Διαμαρτύρομαι λοιπόν εγώ ενώπιον του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού, όστις μέλλει να κρίνη ζώντας και νεκρούς εν τη επιφανεία αυτού και τη βασιλεία αυτού, κήρυξον τον λόγον, επίμενε εγκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επίπληξον, πρότρεψον, μετά πάσης μακροθυμίας και διδαχής. Διότι θέλει ελθεί καιρός ότε δεν θέλουσιν υποφέρει την υγιαίνουσαν διδασκαλίαν, αλλά θέλουσιν επισωρεύσει εις εαυτούς διδασκάλους κατά τας ιδίας αυτών επιθυμίας, γαργαλιζόμενοι την ακοήν, και από μεν της αληθείας θέλουσιν αποστρέψει την ακοήν αυτών, εις δε τους μύθους θέλουσιν εκτραπή. Συ δε αγρύπνει εις πάντα, κακοπάθησον, εργάσθητι έργον ευαγγελιστού, την διακονίαν σου κάμε πλήρη. Διότι εγώ γίνομαι ήδη σπονδή και ο καιρός της αναχωρήσεώς μου έφθασε. Τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσθην, τον δρόμον ετελείωσα, την πίστιν διετήρησα· του λοιπού μένει εις εμέ ο της δικαιοσύνης στέφανος, τον οποίον ο Κύριος θέλει μοι αποδώσει εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος κριτής, και ου μόνον εις εμέ, αλλά και εις πάντας όσοι επιποθούσι την επιφάνειαν αυτού.» (2 Τιμοθέου 4:1-8)

Δυο πιστές γυναίκες συζητούν. Αγαπούν τον Κύριο και λαχταρούν να Τον υπηρετούν όπως και όποτε μπορούν. «Σε βλέπω και σε ζηλεύω. Να μπορούσα κι εγώ να τρέχω στα νοσοκομεία, στους αρρώστους, σ’ όσους έχουν ανάγκη, όπως εσύ! Να σε χρειάζονται και να είσαι πάντα διαθέσιμη. Πολύ θα το ήθελα», ξεκίνησε η πρώτη. Η άλλη χαμογέλασε. «Εγώ ζηλεύω εσένα. Μακάρι να μου είχε χαρίσει ο Θεός τρία παιδιά όπως έχεις εσύ, να τα υπηρετώ, να τα μεγαλώνω για τη δόξα Του, να γίνουν παιδιά του Θεού, κι ας μην έτρεχα πέρα-δώθε όλη μέρα». Λίγο ακόμα κουβέντιασαν και κατάλαβαν κι οι δύο πόσο ανόητο ήταν να σκέφτονται έτσι και πόσο θα έπρεπε να αφιερωθούν η κάθε μια σ’ αυτό που ο Θεός τους εμπιστεύθηκε. Κάνε τη δουλειά που σου ανέθεσε ο Θεός. Κάνε την με χαρά, με ειρήνη, ολόψυχα δοσμένος. Σου τη χάρισε ο Ίδιος ο Θεός και δοξάζεται μέσα από τη διακονία σου. Κάνε τη δουλειά του Θεού χωρίς να την υποεκτιμάς, χωρίς να ρίχνεις λοξές ματιές δεξιά κι αριστερά να δεις τι κάνουν οι άλλοι. Δούλεψε στον αγρό του Κυρίου από καρδιάς, είτε αυτός λέγεται οικογένεια, είτε εκκλησία, είτε γειτονιά, είτε ναρκομανείς. Δούλεψε με πλήρη συναίσθηση πως σε κάλεσε ο Κύριος του αμπελώνα, πως σε επέλεξε ο ζωντανός Θεός μας για να Του φέρεις σε πέρας τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Για Κείνον δεν υπάρχει πολύ ή λίγο, μεγάλο ή μικρό. Μετράει η πιστότητα, όχι το μέγεθος της δουλειάς, αλλά η αγάπη με την οποία κάνουμε ό,τι κάνουμε. Ησύχασε σ’ αυτό που σου εμπιστεύθηκε ο Θεός και φέρε τη διακονία σου εις πέρας με υπακοή και αφοσίωση.